Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

ΟΣΙΟΣ ΗΛΙΑΣ ΤΟΥ ΒΕΡΚΟΤΟΥΡΙ ΣΙΒΗΡΙΑΣ (+ 1900)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ὁ κατά κόσμον Ἰωάννης Τσεμποτάρεφ γεννήθηκε τό 1829 στό Κούρσκ τῆς Ρωσίας, ἀπό γονεῖς γαιοκτήμονες καί ἐμπόρους. Ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἐμφάνιζε ἰδιαίτερη εὐλάβεια προς τά θεῖα καί μεγάλη σοβαρότητα. Σέ ἡλικία 24 ἐτῶν πῆγε σάν προσκυνητής στή Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ἀλλά οἱ γονεῖς του δέν τοῦ ἐπέτρεψαν νά μονάσει. Τό 1862, μετά τόν θάνατο τῶν γονέων του κοινοβίασε στήν περιώνυμη Μονή Βαλαάμ, κάτω ἀπό τήν πνευματική σκέπη καί προστασία τοῦ περιφήμου Ἡγουμένου Δαμασκηνοῦ (ἡγουμένευσε ἀπό τό 1838 μέχρι τήν κοίμησή του, τό 1881). Τό 1864 καταχωρήθηκε στό Μοναχολόγιο τῆς Μονῆς. Ὡς Ρασοφόρος ἔζησε ἡσυχαστικά στή Σκήτη τοῦ ἁγ. Σεργίου καί ἀπό τό 1871, ὡς Μοναχός Ἰωαννίκιος, στήν αὐστηρή Σκήτη τοῦ ὁσ. Ἀβραμίου τοῦ Ροστώφ καί ἀργότερα στήν αὐστηρότερη Σκήτη τῆς Παναγίας τοῦ Κόνεβιτς, ὡς ὑποτακτικός τοῦ ὁσ. Ἀντίπα τοῦ Μολδαβοῦ (+ 1882), φορέα τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως τοῦ μεγάλου Στάρετς ὁσ. Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ.
Τρεφόμενος ἀποκλειστικά μέ λαχανικά, καταλύοντας λάδι μόνο στίς μεγάλες γιορτές καί ποτέ ψάρια καί γαλακτοκομικά, ἐργαζόμενος συνεχῶς τήν σιωπή, τήν ἐγκάρδιο προσευχή καί τήν ἀλουσία (εὐωδιάζοντας ὅμως σωματικῶς καί πρίν τήν κοίμησή του), «ἀναπαυόμενος» στό γυμνό πάτωμα (ὅπως διαπίστωσε προσωπικά ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Φινλανδίας καί ἔπειτα Μητροπολίτης Ἁγίας Πετρουπόλεως Ἀντώνιος Βαντκόφσκυ), ἐλεήθηκε ἀπό τόν Θεό μέ τά χαρίσματα τῆς προοράσεως καί τῆς παραμυθίας – παρηγορίας τῶν ψυχῶν καί ἀναδείχηκε Στάρετς μοναχῶν καί λαϊκῶν.
Τό 1893 δέχθηκε τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα καί τό ὄνομα Ἡλίας και ἐγκαταστάθηκε στήν ἐξαιρετικά αὐστηρή Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Τό 1894 ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας μετέτρεψε τήν ἰδιόρυθμη Μονή τοῦ ἁγ. Νικολάου Βερκοτουρί Σιβηρίας σέ κοινοβιακή καί ἀνέδειξε Ἡγούμενο τόν Ἱερομόναχο Ἰώβ τοῦ Βαλαάμ. Ἀνάμεσα στούς μοναχούς πού κλήθηκαν νά στερεώσουν τήν νέα κατάσταση ἦταν καί ὁ Στάρετς Ἡλίας. Ὁ μακάριος Γέροντας ὡς διδάσκαλος τῆς ταπεινώσεως, τῆς αὐτομεμψίας καί τῆς ὑπομονῆς, δίδαξε τούς νέους μοναχούς τήν τάξη τῆς κοινοβιακῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τό 1896 ἀποσύρθηκε στό δάσος τοῦ Ὀκταέφσκυ, ὅπου ἔζησε ἐρημιτικά, μέ συνασκητή τόν μ. Εὐδόκιμο, τρεφόμενος μέ ψωμί καί νερό καί σπανίως μέ πατάτες καί τσάϊ! Τό 1899 ὁ μαθητής του Ἱερομόναχος Ἀρέθας ἀναδείχθηκε Ἡγούμενος καί ὑποχρέωσε τόν Γέροντα νά ἐγκαταβιώσει στό μοναστήρι, διότι ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας του ἦταν πλέον πολύ κακή. Στό κελλί του πλέον ὁ Ὅσιος παραδώθηκε στήν ἀδιάλειπτη προσευχή, κάνοντας ἐκτός τῶν ἄλλων καί 3.000 μετάνοιες τήν ἡμέρα! (στίς 100 οἱ 20 ἦσαν ἐδαφιαίες καί οἱ 80 προσκυνητές!).
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 30ή Νοεμβρίου 1900 καί ἐνταφιάσθηκε ἔξω ἀπό τόν Κοιμητηριακό Ναό τοῦ ἁγ. Νεοφύτου. Τά διά πρεσβειῶν του θαύματα ὁδήγησαν τούς πιστούς νά ὑψώσουν ἕνα ξύλινο Παρεκκλήσιο πάνω ἀπό τόν τάφο του καί ἕνα Ναό πρός τιμήν τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν στήν ἔρημο τῆς ἀσκήσεώς του.
Τό 1932 οἱ ἀθεϊστικές Ἀρχές ἔκλεισαν τήν Μονή τοῦ ἁγ. Νικολάου καί τήν γυναικεία Μονή τῆς Ἁγίας Σκέπης καί οἱ μοναχοί καί 100 περίπου μοναχές ἐξορίστηκαν. Ὁ Ναός τοῦ ἁγ. Νεοφύτου καί τό Κοιμητήριο ἰσοπεδόθηκαν καί στή θέση κτίσθηκε ἕνα συγκρότημα γραφείων. Μετά τήν κατάρρευση τοῦ καθεστῶτος ἡ Μονή ἐπιστράφηκε στό Πατριαρχεῖο Μόσχας (τό 1990) καί ὁ νέος Ἡγούμενος ἀρχιμ. Τύχων ἄρχισε τήν ἀναζήτηση τοῦ τάφου τοῦ μακαρίου Γέροντος. Βάσει ἑνός παλαιοῦ σχεδίου ἐπισημάνθηκε ἡ θέση τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγ. Νεοφύτου, πάνω ἀπό τόν ὁποῖο περνοῦσε δρόμος, καί σέ βάθος πέντε μέτρων βρέθηκαν δύο τάφοι, τοῦ Γέροντος Ἡλία καί τοῦ Ἡγουμένου Ἀρέθα (+ 1903, τιμᾶται τοπικά ὡς Ἅγιος). Τά Λείψανα τοῦ ὁσ. Ἡλία βρέθηκαν ἄφθαρτα καί σήμερα φυλάσσονται στό Ναό τῆς Θείας Μεταμορφώσεως.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τοπικά τήν 30ή Νοεμβρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου