Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Η  ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

+ Φωτίου  Κόντογλου

Πηγή: iereasanatolikiwekklisias.blogspot.com

Όλα όσα γίνουνται στον κόσμο, γίνουνται και ξαναγίνουνται πολλές φορές τα ίδια· μονάχα ένα πράγμα έγινε μόνο μια φορά και δεν θα ξαναγίνει πια, η Ανάσταση του Χριστού. Αυτό είναι το μοναδικό θαΰμα των θαυμάτων, το «ἄφραστον θαῦμα», που αναποδογύρισε τον κόσμο κ' έδωσε ελπίδα στο απελπισμένο γένος των ανθρώπων. Με την Ανάσταση του Χριστού μας προσκάλεσε να πιστέψουμε στην αφθαρσία ο Θεός ο «ζωοποιῶν τούς νεκρούς καί καλῶν τά μή ὄντα ὡς ὄντα». Κι' όπως λέγει πάλι ο Παύλος, «πιστός ὁ καλῶν ὑμάς, ὅς καί ποιήσει». Όποιος δεν πιστεύει στην Ανάσταση του Χρίστου, ψέμματα λέγει πως πιστεύει σ' αυτόν τον Bασιλέα της αθανασίας, κατά τον Aπόστολο Παύλο που λέγει, «εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, κενόν τό κήρυγμα ἡμών, κενή δέ καί ἡ πίστις ἡμῶν».

Η βάση λοιπόν και το θεμέλιο της θρησκείας μας είναι η Ανάσταση του Χριστοῦ. Κι' η Oρθοδοξία που την έχει την Ανάσταση «ἑορτῶν ἑορτήν καί πανήγυριν πανηγύρεων» έχει την αληθινή και την απλή και την ασάλευτη πίστη και δεν κατάντησε να γίνει ένα κοσμικό ηθικό σύστηστημα, όπως γίνηκε αλλού και που κατά δυστυχία σ' αυτό ξεπέφτει κ' η δική μας Ορθοδοξία, όσο ολοένα λείπει η πίστη. Για τούτο, στην Oρθόδοξη Εκκλησία μας γινήκανε λογής θρησκευτικά έργα για να τιμηθεί η Ανάσταση του Χριστού, με κάθε τι έμορφο κι' αγνό που έχει μέσα της η καρδιά τ' ανθρώπου. Αυτά τα έργα είναι τα έργα της υμνωδίας, της αγιογραφίας και της ψαλμωδίας, τα μυρίπνοα άνθη, που όσο σιναχώνονται οι πνευματικές μας αισθήσεις, τόσο δεν νοιώθουμε τη μυρουδιά τους. Αυτά, τα λέγω και τα ξαναλέγω, τόσο που βαρέθηκα. "Στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα". Λοιπόν ας σταθώ ίσαμε δω, κι' ας γράψω, για τα έργα τα ίδα, κι' όποιος βρεθεί κατά τύχη να τα νοιώθει, ας ευχαριστήσει τον Θεό που φώτισε εκείνους τους ευλαβείς ανθρώπους να τα κάνουνε.
Οι ύμνοι που λένε στην εκκλησία κατά την Κυριακή του Πάσχα είναι, θαρώ, από τα πιο υψηλά κι' από τα πιο πνευματικά έργα της Oρθοδοξίας. Ο Kανόνας του Πάσχα είναι ποίημα του Ιωάννου Δαμάσκηνου κι' ο Ειρμός της α' Ωδής είναι τούτος: «Ἀναστάσεως ἡμέρα · λαμπρυνθῶμεν λαοί. Πάσχα, Κυρίου Πάσχα. Ἐκ γάρ θανάτου πρός ζωήν καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν Χριστός ὁ Θεός ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ἄδοντας».
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ήτανε, όπως δείχνει τονομά του, από τη Δαμασκό, το γένος Σύρος, γεννήθηκε δηλαδή στην πολιτεία που φανερώθηκε ο Χριστός στον Παύλο οπού κατάτρεχε τη θρησκεία του και στράβωσε τα σωματικά του μάτια για να του ανοίξει τα πνευματικά και να γίνει Aπόστολός Tου. Λοιπόν ο Ιωάννης μικρός είχε κλίση στα θρησκευτικά, μ' όλο που ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει άρχοντα, γιατί κι' αυτός ήτανε επίσημος άνθρωπος κ' είχε μεγάλο αξίωμα στο παλάτι του Mωχαμετάνου Aμιρά της Συρίας, τον καιρό που βασίλευε στη Κωνσταντινούπολη ο Λέοντας ο Ίσαυρος. Και για να πάρει ο γυιός του μεγάλη σπουδή, ήθελε να βρει κάποιον πολύξερο δάσκαλο να τον παραδώσει στα χέρια του. Μια μέρα έμαθε πως οι Σαρακηνοί είχανε πάγει στη Δαμασκό κάμποσους Χριστιανούς πιασμένους σκλάβους στον πόλεμο και πως πούλησανε όσους μπορέσανε και πως τους άλλους θέλανε να τους σκοτώσουνε, αφού δεν τους αγόραζε κανένας. Πήγε λοιπόν για να γλυτώσει όσους μπορέσει και φτάνοντας στο παζάρι είδε έναν σκλάβο δεμένον να κείτεται σαν πεθαμένος και πήγε κοντά του και τον ρώτησε από πού είναι. Κι' ο σκλάβος του είπε πως ήτανε από την Ιταλία και πως τον λέγανε Κοσμά και πως ήταν καλόγερος. Κ' επειδή δάκρυσε, γύρισε κ' είπε στον πατέρα του Ιωάννη: «Με βλέπεις πως δακρύζω· δεν το κάνω γιατί θα χάσω τούτον τον ψεύτικο τον κόσμο, αφού είμαι καλόγερος, πλην κλαίγω γιατί έμαθα την πάσα γνώση και Φιλοσοφία, τη Ρητορική, την Αριθμητική, τη Γεωμετρία κι' απάνω απ' όλα τη Μουσική της Εκκλησίας που κάνει την ψυχή να πετά στα ουράνια και κοντά σ' αυτά σπούδασα και τη Θεολογία και θλίβομαι γιατί θα τα πάρω μαζί μου δίχως να τα διδάξω σε κάποιον άξιο μαθητή". Τότες ο Άρχοντας κατάλαβε πως ο Θεός του έστειλε κείνον τον Κοσμά για να γίνει δάσκαλος του γιού του, και τον αγόρασε μαζί μ' άλλους σκλάβους. Και τους μεν άλλους τους λευτέρωσε να πάνε όπου θέλανε, μα τον Κοσμά τον επήρε στο σπίτι του και τον έντυσε καλά ράσα και τον είχε σε κάθε τιμή και τον κατάστησε δάσκαλο του μοναχογυιού του Ιωάννη. Αλλά είχε κ' ένα άλλο παιδί ψυχοπαίδι που το λέγανε Κοσμά, από τα Ιεροσόλυμα και τ' αγαπούσε όσα με το παιδί του και δεν το ξεχώριζε σε τίποτα από τον Ιωάννη. Λοιπόν τους δίδαχνε και τους δυό εκείνος ο άγιος άνθρωπος με πολύν πόθο, μα και κείνοι τύχανε κι' οι δυό καλές και βλογημένες ψυχές και ρουφούσανε από τα χείλια του όσα τους έλεγε, τόσο, που σε λίγα χρόνια γενήκανε τέλειοι σε όλα τα θεωρητικά, αλλά προπάντων στα θεολογικά, επειδή κ' οι δυό αγαπούσανε οι καλότυχοι παραπάνω από όλα τη θρησκεία του Χριστού. Για τούτο, μ' όλο που θέλανε οι γονιοί τους να τους κάνουνε αφεντάδες, πήγανε στο μοναστήρι του αγίου Σάββα και καλογερέψανε και ζήσανε μακρυά από τον κόσμο. Το εργόχειρο τους ήτανε να καλλιγραφούνε βιβλία και να ταιριάζουνε ύμνους και τροπάρια, ψέλνοντας τα, επειδής ήτανε και μουσικοί άριστοι. Ανάμεσα σε άλλα, ο Ιωάννης σύνθεσε και την Οκτώηχον που τη ψέλνουμε σ' όλες τις εκκλησιές της Ορθοδοξίας ολόγυρις ο χρόνος. Πολλές υμνωδίες είναι συνθεμένες κι' από τους δυό αντάμα, γιατί αυτό τ' αγιασμένο ζευγάρι ζούσε πολύ αγαπημένα σαν νάτανε πουλιά του Θεού που κελαηδούσανε για τη δόξα του. Μα ήρθε ώρα και χωρισθήκανε άθελά τους, γιατί ο Πατριάρχης των Ιεροσολύμων χειροτόνησε τον Κοσμά Δεσπότη και τον έστειλε σε μία πολιτεία της Παλαιστίνης που τη λέγανε Μαϊουμά κ' εκεί κοιμήθηκε βαθύγερος. Ο δε Ιωάννης απόμεινε στο μοναστήρι του αγίου Σάββα κ' έζησε με άσκηση, γράφοντας πλήθος Ορθοδοξώτατα βιβλία, αγρυπνώντας στο μικρό κελλί του που ήτανε σκαμμένο μέσα στον βράχο και που σώζεται ως τα σήμερα.
Ανάμεσα λοιπόν στα πολλά που σύνθεσε, είναι κι' ο Κανόνας του Πάσχα που είπαμε παραπάνω, γραμμένος με εξαίσιο πνευματικόν οίστρο. Η ιστορία λέγει πως κι' οι δυό τούτοι άγιοι υμνωδοί είχανε γραμμένον από έναν Κανόνα για το Πάσχα, όπως συνειθίζανε να κάνουνε, αλλά σ' αυτή την περίσταση δουλέψανε χωριστά και σαν τελειώσανε το γράψιξο, πιάσανε και ψέλνανε ο καθένας τον δικό του Κανόνα για να τον ακούσει ο άλλος και πως σαν έφτασε ο Ιωάννης στο δεύτερο τροπάρι της γ' ωδής που λέγει: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια...», ο Κοσμάς τον αγκάλιασε με δάκρυα λέγοντάς του: "Αδελφέ μου Ιωάννη, νικήθηκα και το μολογώ"! Κ' έσκισε το χειρόγραφό του κ' απόμεινε ο κανόνας του Ιωάννη, κι' από τότε ψέλνεται σ' όλη την Ορθόδοξη Χριστιανωσύνη.
Από τους άλλους ειρμούς εξαίσιος είναι κι' ο ειρμός της δ' ωδής, που είναι εμπνευσμένος από την προφητεία του Αββακούμ, και λέγει: «Ἐπί τῆς θείας φυλακῆς ὁ θεηγόρος Ἀββακούμ στήτω μεθ ' ἡμῶν καί δεικνύτω φαεσφόρον ἄγγελον διαπρυσίως λέγοντα : Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ ὅτι ἀνέστη Χριστός ὡς παντοδύναμος». Ακόμα πιο συγκινητικός είναι ο ειρμός της ε' ωδής που λέγει: «Ὀρθρίσωμεν ὄρθρου βαθέος καί ἀντί μύρου τόν ὕμνον προσοίσωμεν τῷ Δεσπότῃ · καί Χριστόν ὀψόμεθα, δικαιοσύνης ἥλιον, πᾶσι ζωήν ἀνατέλλοντα». Ο υμνωδός παίρνει αφορμή από τις Μυροφόρες γυναίκες που πήγανε ν' αλείψουνε με μύρα το Χριστό και λέγει πως εμείς οι ανάξιοι δε μπορούμε να πάμε στον τάφο του Χριστού να αλείψουμε το άχραντο σώμα Του με αλόη και με σμύρνα. Λοιπόν τουλάχιστο ας σηκωθούμε πρωί πρωί κι' ας Τον δοξολογήσουμε με ύμνους: «Καί ἀντί μύρου τόν ὕμνον προσοίσωμεν τῷ Δεσπότῃ». Το πρώτο τροπάρι της η' ωδής λέγει: «Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματας, τῆς θείας εὐφροσύνης ἐν τῇ εὐσήμῳ ἡμέρᾳ τῆς ἐγέρσεως, βασιλείας τε Χριστοῦ κοινωνήσωμεν, ὑμνοῦντες αὐτόν ὡς Θεόν εἰς τούς αἰῶνας». Είναι εμπνευσμένο από τα λόγια που είπε ο Χριστός στους μαθητάδες Του, κατά τον Μυστικό Δείπνο που έκανε μαζί τους το Πάσχα: «Καί λαβών τό ποτήριον εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς, καί ἔπιον ἐξ αὐτοῦ πάντες · καί εἶπεν αὐτοῖς · τοῦτο ἐστι τό αἷμα μου τό τῆς καινῆς διαθήκης τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον · ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐκέτι οὐ μή πίω ἐκ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτό πίω καινόν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ» ( Μαρκ. ιδ', 25).'
Όσο και να τα νοιώσει κανένας αυτά τα λόγια, θαρώ πως δεν μπορεί να τα νοιώσει βαθειά, αν δε νοιώσει το μέλος που είναι τονισμένα απάνω στη μουσική που είναι πιο αρχαία, κ' εμείς οι προκομένοι πετάξαμε τη μουσική, ήγουν τη ρίζα και κρατήσαμε τα φύλλα που δίχως ρίζα είναι μαραμένα. Αυτό κάνουνε κάτι μοντέρνοι λεγόμενοι ψαλτάδες, που τραγουδάνε αυτά τα σοβαρά λόγια, οπού καταυγάζονται από φως πνευματικό, με κάποιες νερόβραστες μουσικές αισθηματολόγιες κ' είναι σαν να λέγανε οι παπαγάλοι την Ιλιάδα του Ομήρου!
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας από τα τέσσερα Ευαγγέλια που ιστορούνε την Ανάσταση, διάλεξε για το Πάσχα το Ευαγγέλιο του Μάρκου που είναι γραμμένο με λόγια δυνατά και τρομαχτικά, όχι τρομαχτικά να σε πιάσει φόβος, τέτοιον που νοιώθουμε από τα άσκημα καθέκαστα της αμαρτωλής ζωής μας, μα κάποιος άλλος φόβος που μας φέρνει σε έκσταση και σε ενθουσιαστικό θάμπωμα και σε ταπείνωση και σε αγάπη. Καταπιάστηκα να το μεταφράσω, μα το παράτησα, γιατί τις αστραπές δε μπορείς να τις παραστήσεις με το τσακτάκι μήτε τα αστροπελέκια με τις μράκες, κι' ούτε τον άνεμο που φυσά από τον κόσμο της αθανασίας να τον παραστήσεις με την πεθαμένη ανασαμιά σου· για τούτο το βάζω όπως είναι γραμμένο από το χέρι του Μάρκου· μοναχά που το αντιγράφει κανείς, θαρεί πως αγιάζει:
«Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί Μαρία τοῦ Ἰακώβου καί Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσι τόν Ἰησοῦν. Καί λίαν πρωί τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπί τό μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καί ἔλεγον πρός ἑαυτάς · τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τόν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καί ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος · ἦν γάρ μέγας σφόδρα. Καί εἰσελθοῦσαι εἰς τό μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καί ἐξεθαμβήθησαν. Ὁ δέ λέγει αὐταῖς · μή ἐκθαμβεῖσθε · Ἰησοῦν ζητεῖτε τόν ναζαρηνόν, τόν ἐσταυρωμένον ; ἠγέρθη, οὐκ ἐστίν ὧδε · ἴδε ὁ τόπος ὁποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Ἀλλ ' ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καί τῷ Πέτρω ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τήν Γαλιλαίαν · ἐκεῖ αὐτόν ὄψεσθε, καθώς εἶπεν ὑμῖν. Καί ἐξελθοῦσαι ταχύ ἔφυγον ἀπό τοῦ μνημείου· εἶχε δέ αὐτάς τρόμος καί ἔκστασις, καί οὐδενί οὐδέν εἶπον · ἐφοβοῦντο γάρ».
Δεύτερη αγιασμένη τέχνη για την Ορθοδοξία, ύστερα από τη ψαλμωδία, είναι η αγιογραφία· γιατί η υμνογραφια κ' η μουσική είναι ένα, όπως το δείχνει η λέξη υμνωδία.
Η αγιογραφία είναι η ζωγραφική που κάνει θρησκευτικά ήγουν πνευματικά έργα, γι' αυτό και ξεφεύγει από τη λεγόμενη φυσικότητα που είναι ένα μοιάσιμο μάταιο κι' άσκοπο της φύσης, όπως κ' η πίστη ξεφεύγει από τα φυσικά όντα, ένα χάρισμα υπερφυσικό. Οι πολλοί θαρούνε πως το φυσικό είναι ένα με τ' αληθινό, ενώ δεν είναι η φυσικότητα είναι η ξώπετση και περαστική όψη σε κάθε πράγμα, ενώ η αληθινή και βαθειά ουσία του βρίσκεται παραμέσα, στα βαθειά και δεν ειμπορεί να παρασταθεί με το να βάζουμε στη ζωγραφιά με ελαφράδα τα σχήματα και τα χρώματα που βλέπει στη μηχανή το σαρκικό μάτι μας, αλλά με το να βρίσκουμε και να αποτυπώνουμε τα σχήματα και τα χρώματα που βλέπει το πνευματικό μάτι μας και που ξεσκεπάζουνται μοναχά στην ψυχή που ζει αληθινά πνευματικά, δηλαδή θρησκευτικά.
Η πνευματική αίσθηση δεν είναι αυτή που λέμε για κάθε τι που είναι μεν σαρκικό, πλην εκλεπτυσμένο, αλλά είναι κάποια μυστική λειτουργία πολύ πιο σπάνια απ' ό,τι θαρούμε κι' ολότελα ακατανόητη για τον σαρκικό άνθρωπο, που είναι αναίσθητος στ' αληθινά πνευματικά, ήγουν χωρίς μυστικισμό. Τα έργα της ανατολίτικης ζωγραφικής, που τη λένε Βυζαντινή, είναι έργα πνευματικά, γιατί οι τεχνίτες που τα κάνανε είχανε αυτή την πνευματική αίσθηση και μπορέσανε να εκφράσουνε με υλικά μέσα, με σχήματα και με χρώματα, κάποια πράγματα πνευματικά, για τούτο αυτά τα σχήματα και τα χρώματα κι' ο τρόπος που είναι συνταιριασμένα δεν έχουνε τούτη τη στενή και μηχανική φυσικότητα, αλλά την βαθύτερη ουσία της αλήθειας, κ' είνε όλα μυστικά, και αναγωγικά στην πνευματική, στην αληθινή αλήθεια. Αυτά τα έργα της ανατολίτικης αγιογραφίας δεν είναι άσκοπα και νεκρά αλλά δίνουνε τροφή πνευματική σ' όποιον έχει αίσθηση πνευματική και νοιώθει την αλήθεια της θρησκείας του Χριστού που είναι κρυμμένη μέσα σε μυστήριο: Για τούτο είναι απλά και σταθερά στον αιώνα. Ο νοών νοήτω.
Λοιπόν οι δικοί μας Ορθόδοξοι αγιογράφοι ζωγραφίζουνε την Ανάσταση μ' αυτόν τον πνευματικό τρόπο, ενώ οι Δυτικοί ζωγράφοι τη ζωγραφίζουνε με τρόπο σαρκικό και αντιπνευματικό, γιατί τους λείπει η αίσθηση η πνευματική. Κι' αυτοί που το νοιώθουνε χωρίζουνται σε πνευματικούς και σε σαρκικούς. Μα κ' εμείς ξεπέσαμε εξ αιτίας της απιστίας κ' επειδή στομώθηκε μέσα μας ο πνευματικός άνθρωπος κι' από πνευματικοί γενήκαμε κ' εμείς σαρκικοί, δηλαδή νεκροί, γιατί όποιος δεν ζει και δεν αισθάνεται πνευματικά, είναι πεθαμένος, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη. Η πνευματική αίσθηση βγαίνει από το συμμάζεμα της καρδίας, ή από τον πόνο της ψυχής κι' από την ταπείνωση του νου. Μ' αυτόν τον τρόπο η ψυχή βρίσκει το μυστικό μονοπάτι που πηγαίνει μέσα στα έγκατα του ανθρώπου. Αλλά πάλι ξεστράτισα από τη σειρά της ομιλίας μου.
Λοιπόν την Ανάσταση τη ζωγραφίζουνε οι Βυζαντινοί αγιογράφοι χωρίς εκείνες τις θεαματικές φαντασμαγορίες που ζωγραφίζουνε οι Δυτικοί ζωγράφοι. Αλλά με αυστηρότητα, με ταπεινό και σοβαρό πνεύμα που έχει ωστόσο κάποια θριαμβευτική πνοή, πλην ξένη ολότελα από την ανόητη ματαιοδοξία των κοσμικών θριάμβων. Την Ανάσταση την λένε τις περισσότερες φορές «εἰς Ἅδου κάθοδον». Κατά την Ερμηνεία των ζωγράφων η υπόθεσις της Αναστάσεως παριστάνεται κατά τούτον τον τρόπο: «Όρη και βουνά και υπ' αυτά σπήλαιον σκοτεινόν και Άγγελοι αστράπτοντες δένουσι με αλύσεις Βεελτζεβούλ τον Άρχοντα του σκότους και τους μετ ' αυτών δαίμονας κατασχίζουν, τύπτουν και διώκουν και κλειδονίας πολλάς καταθλασμένας και αι πύλαι του Άδου ερριμέναι συν τοις μοχλοίς, και ο Χριστός επ' αυτών κατακρατεί τον Αδάμ με την δεξιάν του και την Εύαν με την αριστεράν ο δε Πρόδρομος εκ δεξιών του Χριστού δεικνύει αυτόν· και ο Δαυίδ πλησίον αυτού ως και άλλοι βασιλείς με στέμματα και στέφανα · αριστερά δε οι προφήται Ιωάννης, Ησαΐας, Ιερεμίας και ο δίκαιος ’βελ και άλλοι διάφοροι εστεφανωμένοι · φως δε μέγα κύκλω αυτών και αγγέλων πλήθος».
Ο Χριστός παριστάνεται τυλιγμένος με ένα ιμάτιον εύρυπτυχον ανεμιζόμενον απάνω από την κεφαλή του, πατώντας με ορμή απάνω στις καστρόπορτες του Άδου που κείτουνται σπασμένες. Τα χέρια του και τα πόδια του είναι τρυπημένα από τα καρφιά του Σταυρού. Σε άλλες εικόνες της Ανάστασης, που είναι πιο αρχαίες, ο Χριστός βαστά με το δεξί χέρι τον Σταυρό και με τ' αριστερό τραβά τον Αδάμ από το μνήμα, ενώ η Εύα είναι γονατισμένη με τα χέρια της τεντωμένα στον Λυτρωτή. Σε άλλες εικόνες ο Χριστός πατά απάνω στον ’δη που κοίτεται προύμιτος κι' αλυσοδεμένος μέσα στα σκοτεινά καταχθόνια. Ανάμεσα στους Δικαίους, που στέκουνται από τις δυό μεριές του Χρίστου, είναι κι' ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, κατά τον υμνωδό που λέγει πως μαρτύρησε πριν από τον Χριστό «ἵνα καί τοῖς ἐν Ἅδῃ τοῦ Σωτήρος κηρύξη τήν ἔλευσιν», όπως κήρυξε τον ερχομό Του στον απάνω κόσμο. Κ' οι Προφήτες παραστέκουνται γιατί προφητέψανε την Ανάσταση κι' ο Άβελ ωσάν που στάθηκε ο πρώτος αδικοσκοτωμενος Μάρτυρας.
Κι' οι κλειδαριές οι σπασμένες και τα μάνταλα δείχνουνε τις καταραμένες αμπάρες που βαστούσανε σφαλισμένες τις ψυχές μέσα στο σκοτεινό βασίλειο του Χάρου, κατά το τροπάρι που λέγει: «Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς καί συνέτριψας μοχλούς αἰωνίους, κατόχους πεπεδημένων, Χριστέ». Βλέπεις πως οι αγιογράφοι παίρνανε έμπνευση από την υμνογραφία· γιατί στην Ορθοδοξία τα έργα της κάθε τέχνης είναι υπομνήματα στο Ευαγγέλιο κι' όχι άσκοπα εφευρήματα της φαντασίας.
Άλλο τροπάρι που θυμίζει την εικόνα της Ανάστασης είναι και τούτο: «Τήν ἄμετρόν σου εὐσπλαγχνίαν οἱ ταῖς τοῦ Ἅδου σειραῖς συνεχόμενοι δεδορκότες πρός τό φῶς ἠπείγοντο, Χριστέ, ἀγαλλομένῳ ποδί, Πάσχα κροτοῦντες αἰώνιον». Η ίδια η εικόνα της Ανάστασης, όπως τη ζωγραφίζανε οι Ορθόδοξοι αγιογράφοι, θαρείς πως είναι με λόγια ζωγραφισμένη στο τροπάρι που ψέλνουνε μικροί μεγάλοι: «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Που τις βρήκανε λοιπόν τις σημαίες και τα μπαϊράκια που βάζουνε να βαστά ο Χριστός; Αυτά τα εφεύρανε οι ζωγράφοι της Δύσης που τα κάνανε όλα κατά τη μικρόλογη φαντασία τους και που αγαπούσανε αυτά τα θεατρικά και βάλανε έναν κρίνο στο χέρι του Αρχάγγελου Γαβριήλ που πήγε στην Παναγία, κάτι γύρους σαν τσέρκια καθισμένα απάνω στα κεφάλια των άγιων, μια καρδιά με αχτίνες κολλημένη στο στήθος του Χριστού, δαχτυλίδια στο χέρι της αγίας Αικατερίνας, μαντολίνα και κιθάρες στα χέρια των Αγγέλων κ' ένα σωρό άλλα τέτοια φτηνά στολίδια, ανάξια για τη βαθεία θρησκεία του Χριστού κι' εμείς που δεν ξέρουμε τι μας γίνεται, τώρα τελευταία, που πολιτισθήκαμε τάχα κ' Ευρωπαϊσθήκαμε, βάλαμε στις εκκλησίες μας αυτές τις άνοστες χαλκομανίες μαζί με τις ανάλατες μοντέρνες μουσικές (αυτά πάνε συνέχεια), κι' αφήσαμε τα πατρογονικά μας που ήτανε βαθειά κι' αληθινά και γινήκαμε παπαγάλοι και μαϊμούδες και καμαρώνουμε γιατί πετάξαμε τα διαμάντια και στολισθήκαμε με τις χάντρες που βάζουνε στα άλογα, φτάνει πως είνε καμωμένες στην Ευρώπη.
Οι Δυτικοί ζωγράφοι ζωγραφίζουνε τον Χριστό να αναστήνεται από τον τάφο γυμνός και επιδειχτικός σαν να αλαλάζει, καλοχτενισμένος, με παχουλό και ροδαλό κορμί, όπως τον άνθρωπο που έκανε μπάνιο. Βαστά στο χέρι του μια σημαία και το άλλο το σηκώνει ψηλά ή σηκώνει και τα δυό του τα χέρια απάνω. Ένας Άγγελος ασπροντυμένος κι' ανέκφραστος, σαν νοσοκόμα, κάνει πως κυλά την ταφόπλακα. Πεντέξη στρατιώτες κάνουνε κάτι προσποιητές χειρονομίες σαν θεατρίνοι, πως τάχα τους έπιασε φόβος. Το πρόσωπο του Χριστού είναι γαλατένιο, με τριανταφυλλιά μάγουλα σαν καλοφαγωμένη γυναίκα, με κάτι ψεύτικα κι' αταίριαστα γένεια. Πίσω ο ουρανός είναι σαν κάρτποσταλ με σύννεφα ζωγραφισμένα από κάποιο βασίλεμα εκ του φυσικού. Μ' αυτά τα πράγματα θέλουνε να παραστήσουνε τον κόσμο της αθανασίας και της αλήθειας που μας έδειξε ο Χριστός, με καλοθρεμένα κορμιά, με Αγγέλους να φοράνε κολλαρισμένα ρούχα, με θεατρίνους και με κρεπούσκουλα του κινηματογράφου.
Οι Βυζαντινοί αγιογράφοι φιλοτεχνήσανε εξαίσιες εικόνες της Ανάστασης με την αποκαλυπτική απλότητα της αλήθειας κι' όχι θεατρικές σκηνοθεσίες. Απ' αυτές τις εικόνες, άλλες είναι ζωγραφισμένες σε σανίδια κι' άλλες στον τοίχο και λιγοστές καμωμένες με ψηφία. Με ψηφία είναι του Δαφνιού, του Οσίου Λουκά και της Νέας Μονής της Χίου. Του Δαφνιού είναι μαστορική, μα του Οσίου Λουκά και της Νέας Μονής είνε πιο θρησκευτικές. Του Οσίου Λουκά, είναι δογματική και λιγοπρόσωπη. Απ' όσες εικόνες είναι στον τοίχο ιστορημένες, ξεχωρίζει η Ανάσταση που είναι ζωγραφισμένη στην Περίβλεπτο του Μύστρα, μια άλλη που βρίσκεται στην Πόρτα Παναγιά της Θεσσαλίας, μια άλλη που ζωγράφισε ο Πανσέληνος στο Πρωτάτο στ' Άγιον Όρος, καθώς κ' η Ανάσταση της Μονής Βατοπεδίου στο Όρος, οι μεγάλες τοιχογραφίες που κάνανε οι φημισμένοι Κρητικοί ζωγράφοι στα Αγιορείτικα μοναστήρια της Λαύρας, του Διοχειαρίου, του Διονυσίου και στη Μολυβοκκλησιά, δυό τοιχογραφίες καμωμένες από τον Φράγκο Κατελάνο τον εκ Θηβών στο παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου της Λαύρας στ' Άγιον Όρος και στα Μετέωρα, στο μοναστήρι της Μεταμόρφωσης, το λεγόμενο του Μεγάλου Μετεώρου, έργο των ιδίων Κρητικών αγιογράφων που φτιάξανε τα έργα της Μονής του Διονυσίου ή του Διοχειαρίου.
Μια και σε κάθε παλιά εκκλησιά της Ελλάδας είναι ζωγραφισμένη η Ανάσταση στον ίδιο τύπο, κατά τα χρόνια που βασιλεύανε οι Τούρκοι, όπως στην Καισαριανή, στα ερημοκκλήσια του Μαρουσιού, του Λιόπεσι, του Μαρκόπουλου, στη Σαλαμίνα, τα περισσότερα έργα του Γεωργίου Μάρκου, στον Μοριά τα έργα των Μόσχων, του Κακαβά, του Παιδιώτη του Κρητός κ.ά. Στα νησιά δεν βρίσκουνται τοιχογραφίες, αλλά βρίσκουνται εικονίσματα της Ανάστασης ζωγραφισμένα σε σανίδι, έργα του Δαμασκηνού στην Κρήτη, του Τζάνε, του Βίκτωρος, του Λαμπάρδου κ.α. στα Ερημόνησα, των Σκορδίληδων στη Μήλο και στη Σίφνο. Στην Εύβοια βρίσκουνται λαμπρές εικόνες της Ανάστασης ιστορημένες στον τοίχο, όπως στον Οξύλιθο, στο Μοναστήρι Γαλατάκι, στη Χρυσοκαστυλλιώτισσα κοντά στο κοντά στο κάστρο των Φύλλων, στον Άγιο Γιώργη τον Αρμά, στις Λεύκες κ. ά. Μαστορικές εικόνες της Ανάστασης βρίσκονται στορημένες και μέσα σε χειρόγραφα βιβλία στα μοναστήρια του Βατοπεδιού, της Λαύρας και των Ιβήρων, καθώς κ' άλλες δουλεμένες στο ασήμι ή στο μάλαμα απάνω στα καπάκια τους στολισμένες.






Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

ΠΙΘΑΝΗ ΕΥΡΕΣΙΣ  ΤΩΝ  ΛΕΙΨΑΝΩΝ  ΤΩΝ  ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ  ΚΑΙ ΔΑΡΕΙΑΣ

Καθηγητοῦ  Ἀντ. Μάρκου

'Αρχική Δημησίευσις: http://www.romfea.gr/ 



Πρόσφατα  βρεθηκαν  Λείψανα  ἀγνώστων  Μαρτύρων, σέ  κρύπτη  τοῦ  Καθεδρικοῦ  Ναοῦ  τῆς  πόλεως Reggio Emilia,  στή  βόρεια  Ἰταλία.  Τά  Λείψανα  βρίσκονταν ἐκεῖ  ἀπό  τόν  10ο αἰ. Ἡ  Ἁγία  Τράπεζα  τοῦ  Ναοῦ  (κάτω  ἀπό  τήν  ὁποία  κατά  τήν  συνήθεια  τῶν  Ρωμαιοκαθολικῶν, ἐνταφιάζονται  Λείψανα  Ἁγίων),  δέν  ἔχει  δεχθεῖ  καμμία  ἐπέμβαση  ἀπό  τό  ἔτος  1651. Κατά  τήν  ἀνακαίνιση  τοῦ  Ναοῦ  τό  2008, οἱ  ἐργαζόμενοι  ἀνακάλυψαν  ἀνθρώπινα λείψανα, σέ  περίπου  300  σφραγισμένες  κρύπτες. Ἀπό  τά  Λείψανα  ξεχώριζαν  δύο  Κάρες, τοποθετημένες  σέ  ἕνα  ζευγάρι  χρυσῶν  καί  ἀσημένιων  προτομῶν, οἱ  ὁποῖες  - σύμφωνα  μέ  τίς  πρώτες  ἐκτιμήσεις  - εἶχαν  κατατεθεῖ  ἐκεῖ  πρίν  500  περίπου  χρόνια.
Ἀμέσως  μετά  τήν  ἀνακάλυψη  ἐμπειρογμώμονες  κατέβηκαν  στήν  κρύπτη  γιά  νά  ἐξετάσουν  τά  εὑρήματα  καί  νά  προσπαθήσουν  νά  τά  χρονολογήσουν  καί  νά  τά  ταυτοποιήσουν.  Ὁ  Καθηγητής  τοῦ  Πανεπιστημίου  τῆς  Γένοβας  Ezio Fulcheri  μέ  τήν  ὁμάδα  του, ἦταν  ἐκεῖνοι  πού  ἔκαναν  τίς  πρῶτες  ἔρευνες.  Μετά  ἀπό  αὐτές  ὁ  Καθηγητής  δήλωσε, ὅτι  τά  Λείψανα  εἶναι  ἡλικίας  περίπου  1700  ἐτῶν, ἀλλά δέν  μπορεῖ  νά  προσδιορισθεῖ  ὁ  ἀκριβής  χρόνος  καταθέσεώς  τους  στήν  κρύπτη, ὅμως  ὅλες  οἱ  ἐνδείξεις  ὁδηγοῦν  στό  συμπέρασμα, ὅτι  πρόκειται  γιά  τά  Λείψανα  τῶν  Μαρτύρων  Χρυσάνθου  καί  Δαρείας.
Ἀπό  κάθε  Λείψανο  λήφθηκε  ἕνα  πλευρό  καί  σκόνη  ἀπό  τό  ἔδαφος, προκειμένου  νά  προσδιοριστεῖ  ὁ  χρόνος  πού  ἔζησαν.  Μετά  ἀπό  τίς  σχετικές  ἐξετάσεις - πέραν  τῆς  διαπιστώσεως, ὅτι  τά  Λείψανα  ἀνήκαν  σέ  ἄνδρα  καί  γυναῖκα -  οἱ  εἰδικοί  κατέληξαν  σέ  κάποια  σημαντικά  συμπεράσματα, τά  ὁποῖα  εἶναι  σύμφωνα  μέ  λεπτομέρειες  τῆς  καθ' ἡμᾶς  Ὀρθοδόξου  Συναξαριστικῆς  παραδόσεως, ὅπως:
 - Τά  ἄτομα  στά  ὁποῖα  ἀνῆκαν  τά  Λείψανα  ἔζησαν  μεταξύ  τῶν  ἐτῶν  80   καί  τοῦ  340  μ.Χ. (οἱ  Μάρτυρες  τελειώθηκαν  τό  ἔτος  283 μ.Χ.). 
- Ζοῦσαν  πολύ  ὑγιεινή  ζωή  (δηλαδή  μέ  νηστεία  καί  ἐκράτεια).
- Ἡ  ἡλικία  τοῦ  γυναικείου  σκελετοῦ  καί  ἄλλα  στοιχεῖα  ὁδήγησαν  στό  συμπέρασμα, ὅτι  ἡ  γυναῖκα  ἦταν  παρθένος  (οἱ  εὐλαβεῖς  σύζυγοι  Χρύσανθος  καί  Δαρεία  τήρησαν  παρθενία).
- Ἀπό  τήν  παρουσία  μολύβδου  στά  Λείψανα, προέκυψε  ὅτι  τό  ζευγάρι  εἶχε  δηλητηριαστεῖ  (πράγματι  ὑποχρεώθηκαν  νά  πιοῦν  δηλητήριο). 
- Δέν  βρέθηκαν  στοιχεῖα  πού  νά  ἀποδεικνύουν, ὅτι  τά  ἄτομα  αὐτά  κακοποιήθηκαν  πρίν  τόν  θάνατό  τους  (κι  ὅμως  βασανίσθηκαν  μέ  φρικαλεότητα, ἀλλά  σέ  ἄλλα βασανιστήρια  τηρήθηκαν  ἀλώβητοι - ὅπως  στήν  δηλητηρίαση - καί  μετά  ἀπό  ἄλλα ἀποκαταστάθηκαν,  μέ  τήν  χάρι  τοῦ  Ἁγίου  Πνεύματος).
- Ἐπίσης  ἀπό  τήν  μικρή  φυσική  φθορά  τῶν  Λειψάνων  προέκυψε, ὅτι  τό  ζευγάρι  δέν  εἶχε  κάνει  ποτέ  μία  φυσική  ἐργασία  (πράγματι, διότι  ἀνῆκαν  στήν  τάξη  τῶν  εὐγενῶν).
Οἱ  διαπιστώσεις  τῆς  ἐπιστημονικῆς  ὁμάδας  ἔχουν  ἤδη  γυριστεῖ  σέ  ντοκιμαντέρ  μέ  τόν  τίτλο, "Ἐξερεύνηση - Τά  μυστήρια  τῶν  δολοφονηθέντων  Ἁγίων", τό  ὁποῖο  ἤδη  προβάλλεται  ἀπό  τό  "National geographic".
Σύμφωνα  μέ  τήν  Ὀρθόδοξη  Συναξαριστική  Παράδοση, οἱ  ἅγιοι  Χρύσανθος  καί  Δαρεία  ἔζησαν  κατά  τούς  χρόνους  τοῦ  Ρωμαίου  Αὐτοκράτορα  Νουμεριανοῦ  (243 - 284  μ. Χ.). 
Ὁ  ἅγ. Χρύσανθος  καταγόταν  ἀπό  τήν  Ἀλεξάνδρεια  καί  ἦταν  γιός  ἐπιφανοῦς  εἰδωλολάτρου  Πολέμωνος.  Ὅταν  ὁ  πατέρας  του  ἔμαθε  γιά  τήν  Χριστιανική  του  πίστη, τόν  νύμφευσε  μέ  τήν  ἐκπάγλου  καλονῆς  Δαρεία, μία  ἐθνική  ἀπό  τήν  Ἀθήνα, γιά  νά  τόν  ἀποσπάσει  ἀπό  τήν  πίστη  του.  Συνέβη  ὅμως  τό  ἀντίθετο, ἡ  Δαρεία  ἐλκύσθηκε  ἀπό  τόν  Χρύσανθο  στήν  Χριστιανική  Πίστη   καί  ἔζησαν  μαζί  ἐν  παρθενίᾳ. Τότε  ὁ  Πολέμων  τούς  παρέδωσε  στόν  Ἔπαρχο  Κελερῖνο  καί  ἐκεῖνος  στόν  Τριβοῦνο  Κλαύδιο.  Ἡ  σταθερότητα  τῶν  Μαρτύρων  στήν  πίστη  τους, παρά  τά  βασανιστήρια  πού  ὑπέστησαν, μεταξύ  ἄλλων  ὑποχρεώθηκαν  νά  πιοῦν  δηλητήριο, ἀλλά  ἔμειναν  ἀλώβητοι -  ὁδήγησε  στή  θεογνωσία  τόσο  τόν  Κλαύδιο, ὅσο  καί  τήν  σύζυγό  του  Ἰλαρία  καί  τούς  γιούς  του  Ἰάσωνα  καί  Μαῦρο, οἱ  ὁποῖοι  τελειώθηκαν  ἐπίσης  μαρτυρικά  καί  τιμῶνται  τήν  ἴδια  ἡμέρα.
Τελικά  οἱ  Μάρτυρες  Χρύσανθος  καί  Δαρεία  τελειώθηκαν  μαρτυρικά, ἐνταφιασμένοι  ζωντανοί!  Ἡ  Ἐκκλησία  τιμᾶ  τήν  μνήμη  τους  τήν  19η Μαρτίου.
Ἐνδεχομένως  τά  Λείψανα  πού  βρέθηκαν  στήν  Ἰταλία  νά  εἶναι  πράγματι  τῶν  Ἁγίων  Μαρτύρων  Χρυσάνθου  καί  Δαρείας,  διότι  στήν  καθ' ἡμᾶς  Ἀνατολή  δέν  σώζονται  Λείψανα  τῶν  Ἁγίων  αὐτῶν.


Ζῶσι Χρύσανθος καὶ Δαρεία ἐν πόλῳ,
κἂν ἐκπνέωσι, ζῶντες εἰσδύντες βόθρῳ.
Χῶσαν συζυγίην δεκάτῃ ἐνάτῃ ὁμόλεκτρον.
































HIEROMARTYR THEODORE  RAFANOVICH  (+  1975)

By  Vladimir  Moss

Archimandrite Theodore, in the world Theodore Andreyevich Rafanovich, was born in 1883 in the village of Khanichi, Klimovichi uyezd, Mogilev province in the family of the Priest Andrew Rafanovich. He used to sing on the cliros in the local church.
Once as a child he wandered into the rye and came across a wolf. Thinking that it was a dog, he began to beat and shoo it away. Then some adults came up, and recognizing the "dog" to be a wolf, drove it away.
Theodore went to study in Mogilev gymnasium and Mogilev theological seminary, where he was the only non-smoker among the students. But Theodore was orphaned when quite young, and it was left to his sister, Anna Andreyevna, later Schema-Nun Vera, to care for his education. Since he was not a quick learner, she wrote to Fr. John of Kronstadt asking him to pray for him. Soon she received a reply from Fr. John:
"I have prayed for your brother".
Immediately Theodore showed a dramatic improvement in his performance.
On leaving the seminary, Fr. Theodore married Sophia Vladimirovna Bzhezinskaya, the daughter of the dean of Klimovichi uyezd. They had five children - George, Nicholas, Andrew, Natalia and Zinaida. Nicholas and George perished during the war. He was ordained to the priesthood and in 1904 was sent to the village of Grabovka, Gomel uyezd, now Terekhovsky region, Gomel province. In 1908 he was transferred to the post of rector of the church in the village of Sherstin, Cherkovsky uyezd, Mogilev province, now Vetkovsky region, Gomel province. At the same time he worked as teacher of the Law of God in the Sherstin church-parish school (until December, 1917). He was a very strict teacher, demanded ideal discipline in his lessons, and could punish children for small matters.
Fr. Theodore’s spiritual father was the future hieromartyr, Fr. Paul Levashev (+1937), who was also the godfather of all his children. His wife’s spiritual father was Protopriest John Gashkevich (+1917), of the village of Korma, whose body was found to be incorrupt after his death.
Fr. Theodore was a very zealous priest, and many people came to his services and to seek his advice from the surrounding districts. In 1922, when renovationism began, he and Fr. Paul were among the few priests who stood firmly for Orthodoxy. People came to him from many regions, abandoning their renovationist pastors, as a result of which he acquired a large parish.
Once, in 1922, when Fr. Theodore was away giving communion to a dying person, the village Bolsheviks seized the church and took away the valuables. On hearing the news, Fr. Theodore hurried back and bumped into the Bolsheviks as they were carrying away some church utensils. He stopped them, ordered them to return the things, and – such was his influence – they obeyed. However, this was reported to Gomel, and people came from there with the police and took the valuables away again.
Patriarch Tikhon sent a bishop to the Gomel region in order to receive penitent renovationist clergy back into the Church. At that time many repented and returned to the Orthodox Faith. But on his return journey this bishop was arrested by the authorities and sent to a camp. Fr. Theodore was under constant observation by the authorities during this period. For his defence of Orthodoxy he was awarded a pectoral cross by Patriarch Tikhon on April 1/14, 1924.
Once in their ignorance the servant of God Anna and her brother put their signatures to a document "on behalf of the Living Church". When they told Fr. Theodore about this, he clutched his head and said:
"What have you done! Have you got any golden coins? Take them to those who collected your signatures and ask them to blot out your signatures."
Anna and her brother did as they were told. Their signatures were blotted out.
In 1923 he was arrested and exiled to Chernigov, where he served in the lower church of the Holy Trinity monastery with Archbishop Pachomius of Chernigov, the future hieromartyr. Many of his spiritual children came to him here, which elicited the envy of some Chernigov priests, who slandered him to Archbishop Pachomius. Vladyka banned him from serving. Some time later, when Vladyka was beginning to celebrate the litury, he felt himself as it were bound, and it was revealed to him that the reason was his unjust punishment of Fr. Theodore. Vladyka stopped the service and ordered Fr. Theodore to be brought to him in the altar. Bowing down to him to the earth, Vladyka asked his forgiveness and blessed him to serve with him.
When Fr. Theodore was in prison he was sentenced to be shot. The sentence was appointed for the following day. That evening Fr. Theodore was praying in his solitary underground cell. Suddenly he heard chanting beside him:
"Lord, have mercy, Lord, have mercy, Lord, have mercy..."
He turned round and saw a vision - a multitude of reposed souls were standing behind him with burning candles in their hands. They were chanting these words of prayer and beseeching God to deliver Fr. Theodore from death. The next morning the decree concerning Fr. Theodore's execution was repealed.
While he was in prison, Fr. Theodore refused to take some milk because it was a fasting period. The Mother of God appeared to him and said:
"Servant of God, drink the milk."
After this he accepted it with gratitude and drank it.
He once had another vision of the Mother of God. She was walking over the earth so weightlessly that the grass and flowers did not even sway under her feet.
Once during winter in the camp he was carrying water, and the water splashed over him. His hands began to freeze, and he called on the Mother of God:
"Queen of heaven, warm me!"
Immediately his hands became hot, and even the water became hot.
"But the people around me were freezing," recalled Fr. Theodore.
While Fr. Theodore was in prison his son Andrew died (in 1926). His wife died on October 12, 1928. She was buried in Sherstin, and Fr. Theodore took his children away to Milcha. He remained alone in the rank of a protopriest. And since he had no flock, he used to wander round the marshes praying:
"Mother of God, gather together my children for me."
And she brought them to him from all over Belorussia.
"I gathered you all through the Mother of God," he later said, "and I entrust you all to her."
Therefore he would grieve deeply and weep when one of them left him.
In 1927 Fr. Theodore refused to recognize the declaration of Metropolitan Sergius, which placed the Church in submission to the atheists, and he had to serve in house churches. The authorities searched for him, but Fr. Theodore constantly changed his domicile and escaped from his persecutors. Knowing of his loyalty to the true faith, many people came to him for spiritual support from the renovationists and sergianists.
Fr. Theodore was well hidden by reliable people. New people who wanted to come to him would have to spend a great deal of time and effort to persuade those close to him to let them meet batyushka.
In 1928 he was arrested in Chernigov and sent to Solovki. He was released in 1934, and on returning home bought a house in Vetka, where he lived with his sons Nicholas and Yuri. Then he was arrested again, was tried in Gomel and exiled to Kotlas in 1935. On the road back from exile he was arrested again. During the interrogation and murder of another priest who had been arrested with him, Fr. Theodore miraculously managed to escape. He went to his sister Anna in Moscow, and stayed with her from 1939 to 1940. Then she took him to Staroye Selo in Belorussia to live with the Nosov family. He hid with them for a while. He also lived for some time in the town of Rechitsa with the confessor Gregory. In 1941 he was hiding in the village of Obidovichi, Bykhov region, Mogilev province.
Once, in the village of Strelki some people were waiting to receive communion from him. It was winter. Batyushka was brought to them in a cart covered with straw. But then he was arrested and taken by train under convoy from Rogachev to Gomel. All his things were taken, and he was left only with his passport and his comb. As the train came into Saltanovka station, his guards fell asleep, and Fr. Theodore, remembering that he knew a Xenia there, quickly jumped off the train. It was snowing. Fr. Theodore lost his way, and sat down to die. Suddenly he heard some voices urging on a horse. They came up to him:
"Where are you going?" they asked.
"I'm going to Claudia Alexeyevna in Selevanikha - she's my daughter-in-law," he replied.
Claudia Alexeyevna was a teacher and lived with Xenia in the house of Matushka Matveyevna. Having reached Matushka's house, Fr. Theodore knocked on the window. The mistress of the house was aghast. He was frozen, wet and exhausted. They warmed him and gave him some fresh clothes.
In the morning Stepanida ran into the hut, and, learning that Fr. Theodore was there, called Tatiana. Since a stranger, a teacher, was living in the house, Fr. Theodore had to move immediately to another place. He went with Tatiana to the village of Ugly. On their way they saw a man in a black overcoat running towards them.
"That's it! A policemen's after us!" went through their heads.
But it was a false alarm: the man, who worked on the railways, passed by them without touching them.
That day was the feast of the Forty Martyrs (March 9 according to the Church calendar), and Fr. Theodore served a service to them with the master of the house John, his wife and daughter and Tatiana helping him. After this rumours circulated to the effect that Fr. Theodore had been arrested, but that he had managed to run away and was again at liberty. Those to whom he had been going for a service just before his arrest were delighted at the news.
During the war, when Belorussia was occupied by the Germans, Fr. Theodore came out of the catacombs and began to serve openly. He served in the church in the village of Obidovichi in 1941, and also, from 1942 to 1943, in a church in Gorodets. In his sermons he angrily denounced Soviet power.
"He gives such sermons about the communists," said some Sovietized people, "that if the Russians were here they would tear him to pieces."
He would angrily denounce Soviet power, the communists and their Moscow Patriarchate. For this he was persecuted by the authorities not only as a secret priest, but also as a zealous opponent of the whole Soviet regime.
When the Germans retreated, the church in Obidovichi burned to the ground. The Soviet armies arrived. By this time Fr. Theodore was no longer serving openly, but at home. He was summoned to the village soviet and warned:
"If you want to serve, go to a parish, old man!"
The clairvoyant Matushka Paulina from Gomel told him to hide, and he, following her advice, began to live secretly with his spiritual children in Belorussia. In 1944 he hid with Michael Klimenkov in Bykhov, from 1945 to 1946 – in Obidovichi with the psalm-reader Frosya, and in 1946 in Klimovichi region, Mogilev province. From 1950 he was living in the village of Khimy, Rogachev region, Mogilev province. Other places he moved to at different times included: the village of Svyatoye (now Kirovo), Zhlobin region, Polapovka station in Buda-Koshelev region and Saltanovka station, Zhlobin region.
In 1946 some people from the KGB went to the elder Peter Razumovsky (who by many accounts was a secret bishop) and began to demand that he reveal to them where Fr. Theodore was living. The elder only replied:
"I don't know where he is, but I will tell you one thing: the Holy Spirit is upon him! Fear him - he will strike you!"
"At night people would come to him, but during the day - never," remembers the servant of God T.
70 people would gather round batyushka by night. When there was a danger, no-one would come. Sometimes his spiritual children would crawl up to the house on hands and knees. Some parishioners who are still alive remember the unexpected joy they had:
"What joy it was going to him. It was wonderful - through the rye and the oats!" remembers Abbess M.
Once Fr. Theodore was recognized by the GPU at a station. He was arrested. Then they took him through the villages under arrest, until some believers in Osipovichi ransomed him for 500 rubles.
Once, when Fr. Theodore was being hunted by the GPU, the president of the local soviet, who was a Jew, came to the hut where he was living. At that moment Fr. Theodore was praying with his prayer-rope. The man asked him who he was. Fr. Theodore said that he was a wanderer - they did not touch him.
Fr. Theodore was clairvoyant. If a person came to him with an offering but was secretly begrudging it, Fr. Theodore would be able to read his thoughts and would meet him with the words:
"To give or not to give?"
From others, however, he would accept offerings with gratitude.
Once Fr. Theodore was serving the Liturgy in a wooden cabin. After the service, he refused the food that was offered him, sat down and began to weep like a child.
"Take me away from here - out of this farmstead," he repeated insistently.
Now there was some rye growing on this farmstead. They took him there, and immediately after the police descended upon the house. They were looking for Fr. Theodore and turned the whole house upside down, sticking their rifle-butts into everything possible. By that time Fr. Theodore had managed to go from the farmstead rye into the collective farm rye, which began just at that point, and to hide there.
It was in about 1956-57, at the feast of the Protecting Veil in October. A KGB agent came to the house of Fr. Theodore's reader at just the time that Fr. Theodore was in the house. The reader did not let the KGB agent beyond the door of her house, and he, after looking round on both sides, went away. In this village there worked another KGB agent, and the first agent, going to him, said that in the house of the reader there was a priest whom they were just about to arrest. This second agent had a believing mother who also went to Fr. Theodore. Her son warned her that she should not go to the house where the secret priest was serving - otherwise they would arrest her, too. She passed what she had heard on to her daughter-in-law, who ran and told everything to another woman from Fr. Theodore's flock.
"Don't worry - there's no-one there", said this woman soothingly.
But immediately the first woman had gone she ran to Fr. Theodore and warned him. At that moment Fr. Theodore was doing the proskomedia, and the house was full of people who had assembled for the feast of the Protecting Veil. On hearing about the coming raid, the people became very anxious. Fr. Theodore turned to them and said:
"Don't go anywhere! Everyone make 36 signs of the cross on the doors and all round."
All the adults and children carried out this obedience fervently with their prayer-ropes.
"Let no-one leave the Liturgy!" warned Fr. Theodore again.
And the master of the house added: "May the power and will of God be done!"
Everyone stood up to pray and the service began. They prayed very fervently, expecting that they would be arrested the next day. Everyone wept as they read the akathist to the Mother of God. Fr. Theodore calmed them all and said in his sermon:
"If God does not wish it, they can do nothing to us. Then even if hell were let loose, the Lord would not allow it!"
That is what happened this time - the service ended and everyone dispersed without trouble to their homes.
When Fr. Theodore lived in Khymy, people would come to him there from distant places, passing points in which there were the houses of his parishioners. A kind of "post office" operated in these houses, and in them people could learn about any danger that was threatening.
The village of Khymy consisted of three parallel streets, on the last of which lived Fr. Theodore. The neighbours knew that in this house there lived a priest. Sixty to seventy people used to come to Fr. Theodore at this time. So as to be next to their batyushka, the members of his flock would sometimes organize their work on the spot. So the future Metropolitan E. pastured cows there for three years, while Abbess M. lived in Khymy for three months, having got work there preparing peat. She had to go to work in the morning, and for her sake Fr. Theodore began the service at 4 in the morning. Usually he began the service at 5 or 6 o'clock and served until 5 or 6 in the evening. Confessions would take a long time with him. He usually served alone, in a white podryasnik.
A woman who belonged to Fr. Theodore's flock worked in the nearby Beletsky peat factory. She learned in the factory that a raid on Fr. Theodore was being planned, and soon a message went out through the "post office" that people should not go to Fr. Theodore any more. They say that at this time some people were returning from Fr. Theodore carrying holy water and prosphoras. On the road they noticed a parked "Kozlik" car. It was dark, and the car followed them keeping them always in its headlights. Realizing that they were being followed, the Christians waited until they came to some thickets. Then they turned sharply off the road and managed to hide.
Another woman in Fr. Theodore's flock got to know a secret detective who was pretending to be a believer. In her ignorance she gave him all the addresses where Fr. Theodore usually served. Soon the KGB summoned her and gave her an exact account of her conversation with the detective "Christian". The police went to all the addresses on the list. They did not find Fr. Theodore because the woman had not told the detective about the house in Khymy, where Fr. Theodore happened to be at that moment.
The police would take three houses of Fr. Theodore's parishioners and search them from top to bottom. But he was not there - he had managed to hide. Once the police came to a house where he was staying, and he again managed to hide. However, the mistress of the house, Pimenikha, was so frightened that she died from fear. It was particularly difficult for people to gather at Fr. Theodore's houses when Khrushchev came to power.
In the course of 20 years Fr. Theodore managed to gather a flock of about 1000 people. People would come to him from Mogilev, Minsk and Bryansk districts.
Fr. Theodore was a strict priest, but at the same time he was very attentive and loving. For example, there is the following incident from the childhood of Metropolitan E. He was tending the cows, and fell ill. It was a fasting period. Fr. Theodore came to him and said:
"Eat fish."
E. began to refuse: "How can I eat fish during a fast? I won't!"
"You're ill, eat fish," insisted batyushka.
The sick boy stubbornly refused. But Fr. Theodore did not go away until he had fed him.
One woman told him that she had such-and-such a job and lived in such-and-such conditions, which made it impossible for her to eat only fasting food during the fast, however much she wanted to.
"Well, what can you do, eat what you're eating, that's the kind of work you have," replied Fr. Theodore.
Fr. Theodore was against his spiritual children going to the collective farms, which he could not stand.
His parishioners asked him how they were to behave when they found themselves beside ruined churches or churches in which the Moscow Patriarchate served. He said that in such cases the church buildings had once served Orthodoxy, and should be treated with respect. On going up to one such church, they should stop, look up to heaven and say:
"O Lord, Thy grace has departed to the heavens."
After this they should cross themselves and stand for a little.
Fr. Theodore strictly forbade his spiritual children to go to services in the Moscow Patriarchate, and said that it was not right even to socialize with those who went to those churches. He would be particularly strict about this with those who were somewhat negligent in this respect. He said that one could go into the churches of the Moscow Patriarchate only for one reason - to venerate the holy things - the wonderworking icons, the holy relics and the cross. Relics and the cross, he said, retain their grace-filled power until the end of the world.
"In the Soviet churches they won't baptize your children, they'll 'red-star-ize' them," he said. (This is a play on words in Russian: "Nye okrestyat, a ozvyezdyat".)
He strictly forbade people to baptize or be married in the churches of the Moscow Patriarchate, and gave a penance to anybody who ignored this command.
This is what he told his spiritual children:
"If you go into a church of the Moscow Patriarchate and you decide to stand a little and see how their service goes, remember that you are not allowed to pray even one prayer with them. So don't get carried away by their chanting in case you begin to pray with them. Let's say they are singing 'Holy God', and then they cross themselves. Don't cross yourselves at the same time, but wait until they've done it, then you can cross yourselves."
As a rule, the "Theodorites" went into the churches of the patriarchate only in order to venerate the holy things before or after the service.
Fr. Theodore used to tell his spiritual children the following:
"The communists have been hurled at the Church like a crazy dog. Their Soviet emblem - the hammer and sickle - corresponds to their mission. With the hammer they beat people over the head, and with the sickle they mow down the churches. But then the Masons will remove the communists and take control of Russia. Priests will come from the West who will both go to hell themselves and will drag you down with them."
Fr. Theodore would carry with him everything he needed for serving. He had only one great need - a bishop. Fr. Theodore was very sad because he could not find a true bishop of the Catacomb Church. However, some of his spiritual children who lived in the south of Russia informed him that in their region there lived a Catacomb bishop, Anthony (Galynsky-Mikhailovsky), who had just been freed from prison. In 1956 or a little later, Archbishop Anthony was planning to visit Kiev, and he invited Fr. Theodore to visit him. It was a touching meeting, and Fr. Theodore, recognizing a true hierarch, placed himself under his omophorion.
"He is not an earthly man," he said. "Although I am sick and weak I stood through the whole service"
On May 1, 1969, when Fr. Theodore was living in Khymy, someone betrayed his whereabouts and the authorities burst in looking for him. However, the local president helped him - although he knew that Fr. Theodore was there, he told the searchers:
"He hasn't lived with us for a long time."
This averted the danger for a certain time, but the person who really saved Fr. Theodore then was a certain Alexander Gudkov who put Fr. Theodore onto his motorcycle and drove him to his home in Gomel. So Fr. Theodore settled secretly in Gomel with Alexander and his wife Anfisa. Their home was just opposite the police-station!
In 1971, however, Alexander died through electrocution and Fr. Theodore left his flat and returned to Khymy. Fr. Theodore performed Alexander's funeral service in the following fashion. The coffin with the body lay on the first floor of the house, while he read the service standing on the second floor… On the ninth day after Alexander's repose a fiery pillar was seen over his grave. As a result Fr. Theodore asked to be buried in the cemetery next to him.
In the town of Svetlogorsk there lived Fr. Theodore's daughter, Natalya. During his life the police often visited her, looking for him. They tried to force her by threats and violence to reveal the whereabouts of her father. When she refused they beat her and even threatened to rape her. Her husband ran away since they threatened him with shooting for hiding Fr. Theodore.
Once when two policemen were searching the house, a miracle took place. Before they arrived Natalya succeeded in lying down stock-still on a trunk. But the Lord turned away their eyes so that they did not see her. One of them even began to lift the lid of the trunk, but, without noticing her, said:
"How heavy this is!"
The other policeman told him to leave the trunk in peace. So they left without seeing or touching her.
Abbess M. says that in the last four years of his life Fr. Theodore was very sick. He could hardly move and his mind became somewhat clouded and a childlike quality began to appear in him. All the same he continued to serve and feed the people, helped by a novice nun.
Fr. Theodore died in the village of Khymy on Palm Sunday, the day of the Vilnius martyrs - April 14, 1975 according to the Church calendar. This coincided with Radonitsa that year. When he died his daughter and her husband came to hieromonk E. at three o'clock in the morning and handed him a letter from Archbishop Anthony with the command to perform the funeral service for Fr. Theodore. E. sat in the car with them and on arriving carried out the funeral service. (Archbishop Anthony had been informed that Fr. Theodore was dying by a nun who came to tell him.)
Metropolitan E. says that Archbishop Anthony had ordered that Fr. Theodore be buried in the cemetery. But when he died, the lady of the house in which he was living secretly was frightened to bury him in a cemetery, fearing that through this the authorities would find out that a catacomb priest had been hiding with her. She insisted that Fr. Theodore be buried next to her house. Fr. Theodore's daughter agreed with this.
And so he was buried at night under the wall of her house, wearing the golden cross which his Holiness Patriarch Tikhon had given him during the years of struggle with renovationism. The owners of this house were also frightened about the sacred vessels in which Fr. Theodore had served, as well as his other things. So some time later Nun A. came and handed them over to Hieromonk E.
Perhaps because of this disobedience with regard to Archbishop Anthony's command, this house burned down at the beginning of the 1980s, and Fr. Theodore's coffin was covered with logs.
In the second week of Pascha, 1992, Fr. Theodore's body was transferred to the cemetery in Khymy, and he was buried by Bishop Benjamin (Rusalenko) of the Kuban with the participation of his daughter, grandsons and spiritual children.
After Fr. Theodore's death several members of his flock went to no other person for spiritual sustenance. They had the impression that Fr. Theodore was the only true pastor.
Fr. Theodore was canonized by a Council of the Russian True Orthodox Church in Odessa on November 1, 2008.







Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ  ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ  ΣΤΟ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ  ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ

Πηγή: http://www.romfea.gr/

Στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Βουλγαρίας κατατάχθηκαν νέοι Mάρτυρες, οι οποίοι μαρτύρησαν υπέρ της Πίστεως στα χωριά Μπατάκ και Νόβο Σέλο κατά την διάρκεια της Απριλιανής εξέγερσης του 1876. Να αναφερθεί, ότι η αγιοκατάταξη πραγματοποιήθηκε με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Στο Καθεδρικό Ιερό Ναό του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι στη Σόφια, τελέστηκε Θ. Λειτουργία προεξάρχοντος του Πατριάρχη Βουλγαρίας κ. Μαξίμου, συμπαραστατούμενου από πλειάδα Αρχιερέων. Στη Λειτουργία παρέστησαν προσευχόμενοι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας κ. Γεώργιος Πυρβάνωφ, ο Πρωθυπουργός κ. Μποΐκο Μπορίσωφ, η Πρόεδρος της Βουλγαρικής Βουλής κα Τσέτσκα Τσάτσεβα, Βουλευτές και πλήθος πιστών. Ο Προκαθήμενος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Βουλγαρίας, μετά το πέρας της Λειτουργίας τέλεσε δέηση και εν συνεχεία ευλόγησε τις εικόνες των νέων Αγίων. Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο Πατριάρχης την παραμονή της τέλεσε Ιερά Αγρυπνία και μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των Μαρτύρων.
Η ιστορία διέσωσε μερικά μόνο ονόματα από τους Μάρτυρες, που μαρτύρησαν στο χωριό Μπατάκ. Είναι οι Ιερείς Πέτρος και Νεΐτσο, Τρενταφίλ Τόσεφ, Ιβάν και Ηλίας, που τους έσφαξαν άγρια οι εχθροί της Πίστεως. Γνωστά είναι και ονόματα των Μαρτύρων από το χωριό Νόβο Σελό. Είναι οι Ιερείς Νικόλα και Γεώργιος καθώς και επτά μοναχές.
Η μνήμη των Μαρτύρων θα εορτάζεται κατά το νέο ημερολόγιο στις 17 Μαΐου εκείνων του Μπατάκ και στις 9 Μαΐου εκείνων του Νόβο Σέλο.






Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

ΤΟ  ΤΕΛΟΣ  ΤΗΣ  ΜΕΓΑΛΗΣ  ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ 
ΚΑΤΑ  ΤΟΝ  ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ  ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ 
Παν. Ἀνδριόπουλου

Πηγή: http://www.agiazoni.gr/
Τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ ὁ ὑμνωδός, ἐκστατικὸς πρὸ τοῦ μεγαλείου τῆς θυσίας τοῦ Θεανθρώπου, ἀναφωνεῖ: «Ποῖα ἄσματα μέλψω τῇ σῇ ἐξόδῳ, Οἰκτίρμον;» Ἡ ποίηση καὶ ἡ μουσική της Μεγάλης Ἑβδομάδος εἶναι σίγουρα ἡ κορύφωση τῆς Ὀρθόδοξης Ὑμνογραφίας, ποὺ προσφέρει στὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα βιώσεως τῆς σιωπῆς, τὴ δυνατότητα βιώσεως τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνακεφαλαίωσης τῆς σωτηρίας ἀνθρώπου καὶ κόσμου, μέσα ἀπὸ τὴ λατρεία. Τὸ «σήμερον» τῆς θείας λατρείας, «σήμερον ὁ Χριστός παραγίνεται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ φαρισαίου», «σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου», «τὴν σήμερον μυστικῶς ὁ μέγας Μωϋσῆς προδιετυποῦτο», αὐτὴ ἡ ἀμεσότητα, ἡ παροντοποίηση τῶν σωτηριωδῶν γεγονότων ποὺ συνδέονται μὲ τὰ Πάθη τοῦ Χριστοῦ, πραγματοποιεῖται μὲ τὰ δρώμενα ποὺ προβλέπονται ἀπὸ τὸ Τυπικὸ τῆς Ἐκκλησίας - λιτάνευση τῆς εἰκόνας τοῦ Νυμφίου, τοῦ Σταυροῦ, τοῦ Ἐπιταφίου - ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ βασικότερο μέσον της ἐκκλησιαστικῆς μας λατρείας, τὸν λόγο τοῦ ὕμνου, καὶ τὸ μουσικὸ ἔνδυμά του. Ὁ θεολογικὸς καὶ Πατερικὸς λόγος, γίνεται ποιητικός, γίνεται φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας, περιβεβλημένος, μάλιστα, τὸ ἑλκυστικὸ ἔνδυμα τῆς μελωδίας.
Ἡ μελωδία ὑπάρχει γιὰ τὸν λόγο καὶ ὄχι ὡς αὐθυπόστατο καλλιτεχνικὸ μέσο. Σκοπός της δὲν εἶναι ἡ τέρψη ἢ ἡ συναισθηματικὴ διέγερση - τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα ἰδιαίτερα ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος τοῦ συναισθηματισμοῦ - ἀλλὰ ἡ ὑποβοήθηση τοῦ λόγου νὰ διεισδύσει στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεως, δημιουργώντας διάθεση προσευχητική, κατάνυξη καὶ αὐτομεμψία. Δὲν εἶναι μουσικὴ ἀκροάματος, ἀλλὰ λειτουργική. Διακονεῖ τὸ μυστήριο του ἔνσαρκου Λόγου, ἐπενδύοντας τὸν θεολογικὸ λόγο, γιὰ νὰ μπορεῖ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας νὰ «πλέκει» στὸν Θεὸ Λόγο «ἐκ λόγων μελωδίαν». Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν βρῆκαν στὴν Ὀρθόδοξη Λατρεία ποτὲ θέση τὰ μουσικὰ ὄργανα. Στὴν Ἐκκλησία, «ὄργανο» γλυκύφθογγο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται ὁ πιστός, μὲ τὴν καθαρὴ καρδιά του. «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ψαλτήριον γενόμενος», ὅπως λέει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Ἀλλὰ οὔτε καὶ ἄλλες νεωτερίζουσες μορφὲς ἀποδόσεως τῶν ὕμνων ἔχουν θέση στὴν Ὀρθόδοξη Λατρεία.
Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ἐραστὴς τῆς γνήσιας Βυζαντινῆς μουσικῆς, προβαίνει σὲ διάφορα ἔργα του (ἄρθρα, διηγήματα, «ἀποσπάσματα σκέψεων») στὴν διατύπωση καίριων παρατηρήσεων γιὰ τὰ μέλος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος.
Στὰ 1893 ἔγραψε σὲ Ἀθηναϊκὴ ἐφημερίδα γιὰ τὸ περιώνυμο τροπάριο τῆς Κασσιανῆς, «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή...»:
«...Ὅσῳ λαμπρὸν καὶ ὑψηλὸν ἀπὸ ἄποψιν ποιήσεως, τοσούτῳ περιπαθές κ᾿ ἐν σεμνότητι εὔστροφον ὑπὸ ἔποψιν μέλους. Μέλος δ᾿ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὸ Βυζαντινόν, διότι ἡ ποίησις καὶ ὁ ρυθμὸς αὐτὸς τοῦ τροπαρίου, ὡς καὶ ὅλων τῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ἔχει τονισθεῖ ὑπὸ ἀρχαιοτάτου μουσικοσυνθέτου, συνδυάσαντος τὸν ρυθμὸν τῶν στίχων μὲ τοῦ μέλους τὴν ἀφελῆ χάριν. Δὲν χωρεῖ λοιπὸν εἰς ταῦτα οὐδεὶς νεωτερισμός, οὐδεμία καινοτομία τετραφωνική ἢ πολυφωνία, ὡς τὴν σήμερον ἀποπειρῶνται τοῦτο καινοτόμοι τινές. Δέν εἶνε δυνατόν νά τονίσῃ τις σήμερον αὐτὸ καλλίτερον ἢ ὁ ποιητὴς τοῦ τροπαρίου ὁ καὶ μελοποιὸς τυγχάνων. Ὥστε κατὰ τὰς ἡμέρας τουλάχιστον ταύτας ἄφετε τὴν μονοφωνίαν τῆς Βυζαντινῆς καὶ μὴ μιγνύετε ἐν αὐτῇ ξενισμούς, οἵτινες δὲν εἶνε ἄλλο παρά αὐτόχρημα βεβήλωσις τοῦ ἁγνοῦ θρησκευτικοῦ Βυζαντινοῦ μέλους...»
Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα εἶναι ἴσως ἡ σημαντικότερη περίοδος τοῦ Λειτουργικοῦ ἔτους. Τὰ σωτηριώδη γεγονότα εἶναι φρικτά. Οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας ὁδηγοῦν τοὺς πιστοὺς σὲ κατάνυξη καὶ συντριβή. Γι᾿ αὐτὸ τὸ μέλος πρέπει νὰ εἶναι σεμνοπρεπές, λιτό, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ δυναμικό, ὥστε νὰ δεσπόζει μέσα στὴ λατρεία. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι πολλὰ μέλη τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος φέρουν, στὰ μουσικὰ χειρόγραφα, τὴν ἔνδειξη «μέλος ἀρχαῖον». Κι αὐτὸ τὸ μέλος μᾶς πάει πολὺ πίσω καὶ μᾶς συνδέει μὲ ἤχους κι ἐποχὲς βυζαντινὲς καί, γιατί ὄχι, ἴσως καὶ πρωτοχριστιανικές, καθὼς πολλὰ στοιχεῖα τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας διασώζονται μέχρι σήμερα στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὅπως π.χ. τὰ ἀντίφωνα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς.
Στηριζόμενος ὁ Σκιαθίτης στὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ μουσική μας παράδοση ὑποστηρίζει ὅτι σὲ κάθε ἀρχαία καὶ σεμνὴ μουσικὴ «τό μέλος ἀνάσσει, ὁ δὲ ρυθμός ὑπουργεῖ». Ὁ Παπαδιαμάντης περιγράφει μὲ ἔνθεο ζῆλο τὴν μοναδικότητα τῆς Ἀκολουθίας τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς:
«...Ἀλλὰ μετὰ προσοχῆς κατόπιν παρακολουθήσατε τοὺς ἀπαραμίλλους τῶν μελῳδῶν ὕμνους ψαλλομένους ἐξόχως κατανυκτικά, οἵτινες καὶ ὡς ποίησις καὶ ὡς μέλος θὰ παραμείνωσιν ἐσαεὶ ἀθάνατα μνημεῖα τῆς Βυζαντίδος μούσης. Ἡ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἀκολουθία εἶνε ἡ μόνη ἥτις περιλαμβάνει τόσην ποικιλίαν τροπαρίων ἁρμονικῶς καὶ μετὰ σπανίας χάριτος ἐναλλασσομένων τῶν ὀκτὼ ἤχων, οἵτινες ὅλοι ἀπόψε ψάλλουσιν ἐκθάμβως καὶ ἐπηρμένως ὑπὲρ τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς τὸν πειστικώτερον τῶν ρητορικῶν λόγων. Τὰ λεγόμενα Ἀντίφωνα σεμνοπρεπῆ καὶ κατανύττοντα, ἀναφερόμενα δὲ εἰς τὰ Πάθη τοῦ Σωτῆρος καθιστῶσι μελωδικωτάτην καὶ λίαν ἐπαγωγόν τὴν ἀκολουθίαν ταύτην, δεξιώτατα ποικίλλοντα εἰς ρυθμούς καὶ ἤχους καὶ μεταπίπτοντα ἐν μαγευτικῇ ἀντιθέσει ἀπὸ τοῦ χρωματικοῦ εἰς τὸ διατονικόν.
Μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἐξοχωτέρου τῶν τροπαρίων «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου» ψάλλονται εἰς φαιδρόν ἦχον δ´ οἱ Μακαρισμοί, διότι ἐν τούτοις μεγάλην χαράν αἰσθανόμενος ὁ μελωδός, χαίρει ὅτι διὰ τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων ἐσώθη ὁ ἄνθρωπος καὶ μετ᾿ εὐφροσύνης ἀνακράζει: «Ἐσταυρώθης δι᾿ ἐμέ, ἵνα ἐμοὶ πηγάσης τὴν ἄφεσιν, ἐλογχεύθης τὴν πλευράν, ἵνα κρουνοὺς ἀφέσεως ἀναβλύσῃς μοι».
Οἱ Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας, διακρίνονται γιὰ τὴν ἔξαρση τὴν κατανυκτική, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν σεμνὴ μεγαλοπρέπειά τους. Οἱ ὕμνοι τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος εἶναι γλυκεῖς, χωρὶς νὰ διέπονται ἀπὸ ὁποιονδήποτε συναισθηματισμό, εἶναι ἀβίαστοι ρυθμοῦ καὶ μέλους, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι δὲν ἀπαιτοῦν τὴν δέουσα προσοχὴ ἀπὸ τοὺς ψάλτες, εἶναι περιπαθεῖς, χωρὶς βέβαια νὰ ἐξάπτουν τὰ γήινα πάθη, ἀλλὰ νὰ διεγείρουν πρὸς πόθον τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ποιητικότατοι, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα εἶναι θεόπνευστοι.
Ὁ Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζει τοὺς ὕμνους τοῦ Ἐπιταφίου ὡς «παθητικά ἄσματα». Ἀκριβῶς διότι βιώνει τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, «ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται». Καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο πάσχει καὶ ἡ φύσις «ἐν Σταυρῷ καθορῶσα τόν Κύριον». Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη τὴν ὥρα τοῦ Ἐπιταφίου «καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπαναλάμβανε «οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!»
Ἐξαιρετικὰ σημαντικὲς εἶναι καὶ οἱ παρατηρήσεις τοῦ Παπαδιαμάντη γιὰ τὸν τρόπο τῆς ἐμμελοῦς ἀπαγγελίας τῶν ἀναγνωσμάτων ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς καὶ τοὺς ψάλτες. Στὸ θέμα αὐτὸ σήμερα παρατηρεῖται μεγάλη ἀκαταστασία καὶ σύγχυση λόγω ἄγνοιας ἢ ἐπιδειξιομανίας. Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι πεπεισμένος ὅτι διὰ τοῦ λογαοιδικοῦ τρόπου τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, «κατέστησαν γνωριμώτερα εἰς τὰς ἀκοάς καὶ τὰ λόγια τῶν θείων Εὐαγγελίων, ὡς καὶ τοῦ Ἀποστόλου. Ὁ λογαοιδικὸς οὗτος τρόπος τῆς ἀπαγγελίας, εἶναι ἀρχαιότατος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ εἶναι γνησίως Ἑλληνικός, ὅπως φαίνεται καὶ εἰς τὰ παλαιὰ δράματα.
Ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἀπαγγελίας, διὰ τῆς παρατάσεως ὅλων μὲν τῶν συλλαβῶν, ἀλλὰ μάλιστα τῆς καταλήξεως ἑκάστης περιόδου ἢ ἑκάστου κώλου, σημαίνει καὶ μιμεῖται τὸ κήρυγμα, ἤτοι τὴν φωνὴν τοῦ κήρυκος, καὶ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, «κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει».
Ἐθίζεται δὲ ν᾿ ἀπαγγέληται ὁ μέν Ἀπόστολος μετά τινος ποικιλίας τόνων καὶ φθόγγων, τὸ δὲ Εὐαγγέλιον ἁπλούστερον καὶ ὅλως ἀπερίττως».
Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Παπαδιαμάντη ἐμφανίσθηκαν κάποιοι «καινοτόμοι» Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι «κατήργησαν αὐθαιρέτως τόν λογαοιδικὸν τρόπον καὶ ἀπαγγέλλουσιν τὰς περικοπὰς τῶν θείων ρημάτων δι᾿ ἁπλῆς ἀναγνώσεως. Εἰς τοὺς τοιούτους ἱερεῖς πρέπει ν᾿ ἀπαγορευθῇ ἁρμοδίως ἡ καινοτομία αὕτη».
Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη πρωτοτυπία στὶς Τέχνες τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως, στὶς Λειτουργικὲς Τέχνες, σημαίνει νὰ μένει κανεὶς πιστὸς στοὺς πρώτους τύπους τῆς τέχνης αὐτῆς. Ἡ Ἐκκλησία γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη ἔχει ἕνα παραδεδεγμένο τύπο, τὸν ὁποῖον κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ παραβεῖ «ἀποινεί», ἀφοῦ, «ρητῶς ἀπαγορεύεται πᾶσα καινοτομία εἴτε εἰς τὴν ἀρχιτεκτονικὴν καὶ γραφικὴν καὶ τὴν λοιπὴν τῶν ναῶν διακόσμησιν, εἴτε εἰς τὴν μουσικὴν καὶ τὴν ἄλλην λατρείαν».
Ὁ λόγος τοῦ κύρ-Ἀλέξανδρου, κατὰ τὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, εἶναι Πατερικὸς καὶ προτρεπτικός. Καὶ σήμερα ἐπίκαιρος καὶ οὐσιαστικός: «...Ἀς ἀρθῶμεν ἀπὸ τῆς σήμερον ὑπὸ τῶν θείων τοῦ Νυμφίου μολπῶν ὑπὲρ τὸ ὑλιστικὸν πεδίον, ἐφ᾿ οὗ τὸν λοιπὸν βιοῦμεν χρόνον, καὶ κατανυσσόμενοι καὶ ἑνοῦντες τὴν φωνὴν τῆς ψυχῆς μας εἰς τοὺς λυρικοὺς τῆς Ἐκκλησίας ὕμνους τοὺς κατακηλοῦντας ἡμᾶς διὰ τῆς γλυκυτάτης βυζαντινῆς μούσας των, ἂς ἐνωτισθῶμεν τὴν μελαγχολικὴν κ᾿ ἐμπνέουσαν ἀκολουθίαν τοῦ Νυμφίου, ἐπιλαθόμενοι τοῦ γηΐνου κόσμου καὶ μετὰ τοῦ Θεοῦ συναδελφούμενοι.
Εἰσέλθωμεν εἰς τοὺς ναούς καὶ ἴδωμεν ἄλλον κόσμον, κόσμον Οὐράνιον. Ἑνωθῶμεν τοὐλάχιστον πνευματικῶς ἐκεῖ εἰς τὰς Ἐκκλησίας, γινόμενοι ὅλοι ἀδελφοί, ὅλοι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἐκεῖ πρό τοῦ θυσιαστηρίου ἂς σιγήσουν τά πάθη, καὶ ἂς ὁμιλήσῃ ἡ καρδία, καὶ ἂς ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως...».





Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

ΑΓΙΟΣ  ΜΑΚΑΡΙΟΣ  ΝΟΤΑΡΑΣ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ  ΚΟΡΙΝΘΟΥ  ΚΑΙ  ΓΕΝΑΡΧΗΣ  ΤΟΥ  ΦΙΛΟΚΑΛΙΣΜΟΥ

Αριστείδη Γ. Θεοδωρόπουλου


Ό άγιος Μακάριος (κατά κόσμον Μι­χαήλ Νοταράς) γεννήθηκε το 1731 στα ιστορικά Τρίκαλα Κορινθίας. Ήταν γιος του Γεωργαντά καί της Αναστασίας και καταγόταν από την επιφανή καί αριστο­κρατική οικογένεια των Νοταράδων, πού διέθετε ισχυρή πολιτική, οικονομική καί κοινωνική ισχύ. Από την ονομαστή αυτή οικογένεια προήλθαν επιφανείς εκκλησια­στικές μορφές, όπως ό θαυματουργός πολιούχος της Κεφαλονιάς άγιος Γεράσιμος ό Νοταράς (+1579), ό Εθνομάρτυρας Λουκάς Νοταράς (+1453) καί οι Πατριάρ­χες Ιεροσολύμων Δοσίθεος (+1707) καί Χρύσανθος (+1731).
Από τα παιδικά του χρόνια διακρίθηκε για την ευσέβεια, τη σε­μνότητα καί ταπεινοφροσύνη του, την αγάπη του προς τον συνάνθρωπο καί την κλίση του στη μοναχική ζωή, έχοντας ως φωτεινό πρότυπο τον συγγενή καί συντο­πίτη του άγιο Γεράσιμο Νοταρά. Μεταβαί­νει στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα για να λάβει το Αγγελι­κό Σχήμα, αλλά ή έλλειψη της συγκατάθε­σης του πατέρα του τον αναγκάζει να επι­στρέψει στα Τρίκαλα. Διορίζεται από τον πατέρα του επιστάτης των γύρω χωριών, για να συγκεντρώνει τα οφειλόμενα χρή­ματα. Ό νεαρός Μιχαήλ όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στην επιθυμία του πατέρα του, αλλά μοιράζει τα χρήματα στους φτωχούς καί τους αδυνάτους. Έτσι ό πατέρας του του αφαιρεί την οικονομική διαχείριση καί ό Μιχαήλ παραμένει στην πατρική οίκία μελετώντας τη Γραφή καί διά­φορα ψυχωφελή βιβλία. Μετά το θάνατο του διδασκάλου του Ευσταθίου, άναλαμβάνει ό ίδιος καθήκοντα διδασκάλου για έξι χρόνια, όπου αμισθί εργάζεται άκατάπαυστα για τη μόρφωση των παιδιών της επαρχίας του.
Το 1764 εκδημεί εις Κύριον ο Μητροπολίτης Κορίνθου Παρθενίας καί σύσσωμος Κλήρος καί λαός επιθυμεί τον Μιχαήλ διάδοχο στό Θρόνο της Αποστολικής Εκκλησίας της Κορίνθου. Γι' αυτό καί ζητούν ομόφωνα από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σαμουήλ τον Α' τήν εκλογή του ενάρετου καί σεμνού Μι­χαήλ Νοταρά στη Μητρόπολη Κορίνθου. Ο Μιχαήλ μεταβαίνει στην Κωνσταντι­νούπολη με τίς απαραίτητες συστατικές επιστολές καί χειροτονείται Διάκονος λαμβάνοντας το όνομα Μακάριος, στη συνέ­χεια Πρεσβύτερος καί τον Ιανουάριο του 1765, σε ηλικία 34 ετών, Μητροπολίτης Κορίνθου. Επιστρέφει στην Κόρινθο, όπου ό λαός τον υποδέχεται με αγάπη, χαρά καί ένθουσιασμό καί μιμούμενος τον Αρχιποίμενα Χριστό αρχίζει ένα αξιόλογο αναγεννητικό έργο με σκοπό την ανύψωση τοΰ εκκλησιαστικού φρονήματος καί του πνευματικού επιπέδου του λαού της Κο­ρίνθου. Αφοσιώνεται με όλη του την ψυχή στήν αναμόρφωση της Αποστολικής Εκκλησίας της Κορίνθου. Κηρύττει άνελλιπώς το θείο Λόγο, τελεί δωρεάν τα Μυστήρια της Εκκλησίας, δωρίζει συγγράμ­ματα κατηχήσεων για να διδάσκονται όλοι τά νοήματα της Πίστης, μοιράζει κολυμ­πήθρες σε πόλεις καί χωριά, ιδρύει σχολεία, ανακαινίζει ιερούς ναούς καί φροντίζει ιδιαίτερα την επιμόρφωση του Κλήρου της επαρχίας του.
Το σπουδαίο άνακαινιστικό έργο του Αγίου διακόπτεται με την κήρυξη του Ρωσο-Τουρκικού Πολέμου το 1768. Το 1770 υψώνει τη σημαία της επα­νάστασης στα Τρίκαλα, αλλά ή έπαναστατική κίνηση αποτυγχάνει καί αναγκάζεται να καταφύγει στη Ζάκυνθο, όπου διδάσκει καί ιερουργεί για τρία χρόνια. Επισκέπτε­σαι την Κεφαλονιά για να προσκυνήσει το ιερό καί χαριτόβρυτο Λείψανο του αγίου Γερασίμου καί παραμένει στο μοναστήρι του Αγίου στα Ομαλά για μερικούς μήνες, οπου συλλέγει καί συγγράφει παραινέσεις καί υποδείγματα Οσίων Πατέρων. Στή συ­νέχεια μεταβαίνει στην Υδρα καί φιλοξε­νείται στο μοναστήρι της Παναγίας Φανε­ρωμένης. Ασκεί ίεροκηρυκτικά καί άγιαστικά καθήκοντα προς τον Υδραϊκό λαό. Εγκαινιάζει Ιερούς Ναούς - όπως τον Ιερό Ναό των Αγίων Πάντων πού οικοδομήθηκε το 1774 -  καί μονάζει για κάποιο χρονικό διάστημα στο άσκητήριο του Αγίου Ιωαννικίου στην περιοχή της Ζούρβας.
Στήν Υδρα συναντιέται καί συνδέεται με στενή φιλία με τον Νάξιο Νικόλαο Καλλιβούρτζη, τον μετέπειτα παριλάλητο Όσιο Νικό­δημο τον Αγιορείτη, για να αποτελέσουν μαζί με τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο τους άρχηγέτες του Κινήματος των Κολλυβάδων καί τους πρωτεργάτες της Φιλοκαλικής Αναγέννησης των Πατερικών καί Χρι­στιανικών Γραμμάτων. Στο μεταξύ του ζητείται να παραιτηθεί από το Μητροπολιτι­κό Θρόνο της Κορίνθου. Ο Άγιος αρνείται και απομακρύνεται αυθαίρετα και αντικα­νονικά. Δέχεται ανεξίκακα την εκθρόνιση του, αλλά δεν έφησυχάζει καί γίνεται Σταυ­ροφόρος Χρίστου.
Αυτοεξόριστος επισκέ­πτεται διάφορα νησιά του Αιγαίου και ασκεί το ποιμαντικό και ιεροκηρυκτικό του έργο. Επισκέπτεται τη Χίο και αργότε­ρα μεταβαίνει στο ΄Αγιο Όρος, όπου συλ­λέγει πολύτιμο υλικό από χειρόγραφα και προετοιμάζει τη Φιλοκαλία. Στο Όρος δέν βρίσκει γαλήνιο λιμάνι σωτη­ρίας, αφού ξεσπούν έντονες ταραχές καί συγκρούσεις εξαιτίας της θεολογικής διένεξης γνωστής ως Έριδας των Κολλυβάδων.
Το Κίνημα των Κολλυβάδων είναι το πνευματικό εκείνο κίνημα πού εκδηλώθη­κε στο ΄Αγιο Όρος περί τα μέσα του 18ου αιώνα και αποσκοπούσε στην ανακαίνιση της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας και την επιστροφή στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση. Βασικά θέματα του κινήματος ήταν η μη τέλεση μνημοσυνών την Κυρια­κή, πού είναι η ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου, η ανάγκη για συχνή Θεία Με­τάληψη και η μελέτη Πατερικών, Ασκη­τικών καί Νηπτικών κειμένων, τονίζοντας την αξία του Ησυχασμού καί την ευεργετι­κή πνευματική επίδραση του ασκητικού ήθους.
Εξαιτίας των ταραχών εγκαταλεί­πει το ΄Αγιο Όρος και μεταβαίνει στη Χίο. Αργότερα φτάνει στην Πάτμο και ιδρύει στο λόφο της Κουμάνας ησυχαστή­ριο με ναύριο προς τιμήν των Αγίων Πάντων. Στην δεκαετή παραμονή του στο ιερό νησί της Αποκάλυψης ασκητεύει, αντιγράφει κώδικες, συλλέγει υλικό για τη Φιλοκαλία, μεταφράζει νηπτικο-ασκητικά κείμενα και συγγράφει το βίο του Οσίου Χριστοδούλου. Στή συνέχεια ο Άγιος Μα­κάριος μεταβαίνει στη Σάμο και άσκητεύει σε μικρό κελλί στην περιοχή του χωρίου Μύλοι, όπου μετά την κοίμηση του ανεγέρθηκε ναός προς τιμήν του, ο όποιος αποτελεί μέχρι σήμερα προσκύνημα με με­γάλη θαυματουργική παράδοση. Μετά το θάνατο του πατέρα του ο Άγιος προσκα­λείται από τα αδέλφια του, πού βρίσκο­νται στην Ύδρα, για να μεταβούν στα Τρί­καλα για τη διανομή της πατρικής περιου­σίας. Η άκρα ασκητικότητα και η τέλεια ακτημοσύνη του τον οδηγούν στο να αρνη­θεί το μερίδιο της κληρονομιάς, το οποίο παραχωρεί στα αδέλφια του, ενώ καίει όλα τα χρεώγραφα του πατέρα του καί χαρίζει τα χρέη στους οφειλέτες. Στή συνέ­χεια ταξιδεύει στη Σμύρνη, όπου αναζητεί καί βρίσκει χρηματοδότες για την έκδοση των βιβλίων του, ενώ ενισχύει πνευματικά την οικογένεια του Ιωάννη Μαυροκορδά­του, ο οποίος αναλαμβάνει τα τυπογραφι­κά έξοδα των βιβλίων του Αγίου. Στή συ­νέχεια μεταβαίνει στη Χίο, όπου εγκαθί­σταται οριστικά σε ασκητικό και ήσυχαστικό τόπο, κοντά στο ναό του Αγίου Πέ­τρου, στους βορειοανατολικούς πρόποδες του Όρους Αίπος, πάνω από την κωμόπολη του Βροντάδου. Στον ασκητικό αυτό τόπο ο Άγιος, ως Μεγαλόσχημος πλέον μοναχός, έχοντας μαζί του και τον υποτακτικό του Ιά­κωβο, βρίσκει την ποθούμενη ησυχία καί επιδίδεται στήν αυστηρή άσκηση, τη φι­λανθρωπία και την ανάγνωση νηπτικο-ασκητικών Πατερικών κειμένων.
Με τη βοή­θεια των κατοίκων της Χίου καί της Σμύρνης, βοηθά τον Νήφωνα τον Χίο στην ανέ­γερση της Ιέρας Μονής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ικαρία, οπού καί μεταβαίνει για να άσκητεύσει μαζί του για κάποιο χρονικό διάστημα. Αργότερα στον περίβολο της μονής ανεγέρθηκε ναός προς τιμήν του αγίου Μακαρίου, όπου φυλάσ­σεται και παλαιά εικόνα του Αγίου, για να θυμίζει την άγιαστική και ασκητική του παρουσία στο νησί.
Επιστρέφοντας στή Χίο κηρύττει στους ναούς, ενισχύει οικο­νομικά τους φτωχούς, προσφέρει ανακούφιση και παρηγοριά σε όσους έχουν ανά­γκη, εντείνει τους ασκητικούς του αγώνες, επικοινωνεί αδιάλειπτα με τον Θεό. Το 1782 εκδίδεται ή πεντάτομη Φιλοκαλία, πού αποτελεί μια ανθολογία από έργα Ασκητικών καί Νηπτικών Πατέρων. Αργό­τερα εκδίδονται τα έργα «Περί συνεχούς Θείας Μεταλήψεως», ο «Εύεργετινός» και η «Ιε­ρή Κατήχηση» του Πλάτωνα Μόσχας, ενώ στο ΄Αγιο Όρος μεταφράζει έργα του αγί­ου Συμεών του Νέου Θεολόγου.
Το έργο «Περί συνεχούς Θείας Μεταλήψεως» προκαλεί σχόλια και αντιδράσεις και η Σύνοδος του Πατριαρχείου το καταδικάζει ως επικίν­δυνο καί απόβλητο. Αργότερα όμως το βι­βλίο δικαιώνεται και επαινείται από τον Πατριάρχη Νεόφυτο τον Ζ'. Στο ασκητήριό του ο Άγιος αναπτύσσει ιδιαίτερα καί το αλειπτικό χάρισμα. Αναδεικνύεται ουρανόσταλτος οδηγός, πού με την πίστη και τη διδασκαλία του συμβουλεύει, εμψυ­χώνει καί προετοιμάζει προς το μαρτύριο πολλούς Νεομάρτυρες. Χάρη στην πνευματική καθηδήγησή του οδηγήθηκαν συνειδη­τά προς το μαρτύριο ο Πολύδωρος ο Κύ­πριος (3 Σεπτεμβρίου 1794), ο πολιούχος της Μυτιλήνης Θεόδωρος ο Βυζάντιος (17 Φεβρουαρίου 1795), ο Μάρκος ο Νέος από τη Σμύρνη (5 Ιουνίου 1801), ο πολιούχος της Τριπόλεως Δημήτριος ο Πελοποννήσιος (14 Απριλίου 1803).
Ενισχύει οικο­νομικά τον Αδαμάντιο Κοραή που σπου­δάζει στο Μονπελλιέ της Γαλλίας, καί βοηθάει στην έκδοση του «Νέου Μαρτυρολογίου». Συνεργάζεται με τον επιστήθιο φίλο και βιογράφο του άγιο Αθανάσιο τον Πάριο για τη σύνταξη του «Νέου Λει­μωνάριου», το οποίο εκδίδεται το 1819 στη Βενετία από τον Νικηφόρο τον Χίο, πού έγραψε και την Ακολουθία του αγίου Μακαρίου. Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1804 προσβάλλεται από ημιπληγία όλο το δεξιό μέρος του σώματος του, με συνέπεια να μην μπορεί να κουνηθεί καί να γράψει για οκτώ μήνες μέχρι τίς 17 Απριλίου το 1805, ημέρα που ο γενάρχης του Φιλοκαλισμού παραδίδει το πνεύμα του στον Πα­νάγαθο Θεό. Ενταφιάστηκε δεξιά από το ναό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, ό όποιος από τότε μετονομάσθη­κε από τον ευσεβή Χιακό λαό σε ναό του αγίου Μακαρίου. 
Η ανακομιδή των Λει­ψάνων του Αγίου, που φυλάσσονται σε να­ούς και μοναστήρια της Χίου καί της Κο­ρινθίας, πραγματοποιήθηκε το 1808. Μετά την κοίμηση του Αγίου ό μοναχός Κων­στάντιος από τη Θεσσαλία, από αγάπη και σεβασμό στον δάσκαλο καί γέροντά του άγιο Μακάριο, που γνώρισε στην Ύδρα, ανεγείρει τους δύο πρώτους ναούς προς τι­μήν του, το 1815 στο χωριό Έλατα της Χί­ου καί γύρω στο 1820 στο χωριό Μύλοι της Σάμου, ενώ την τελευταία δεκαετία ανεγέρθηκαν περικαλλείς ναοί έπ' ονόματι του αγίου Μακαρίου στο Ξυλόκαστρο Κοριν­θίας (πού θεμελιώθηκε το 1989) καί στην Ιε­ρά Μονή Αγίων Κηρύκου καί Ίουλίττης στο Σιδηρόκαστρο Σερρών (πού θεμελιώ­θηκε το 1992).
Αναρίθμητα είναι τα θαύμα­τα που με τη χάρη του Θεού τέλεσε ο Άγιος στην πορεία των 200 ετών από την όσιακή του κοίμηση (στίς 17 Απριλίου του 1805) μέ­χρι τίς ημέρες μας, ώστε να παραμένει στη συνείδηση των Ορθοδόξων ως ο ενάρετος και φιλόστοργος Ποιμενάρχης, ο μεγάλος Διδάσκαλος του Γένους, ο ταπεινός διάκο­νος Χρίστου, ό συγγραφέας ψυχοσωτήριων βιβλίων, ο θαυματουργός Άγιος.