Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Οἱ ἱστορικές περιπέτειες τῶν Λειψάνων τοῦ ἁγ. ΑΝΔΡΕΑ, Παν. Τρεμπέλα.

         Κατά τας εκ των Πράξεων93 ειδήσεις, η Μαξιμίλλα μετά της πιστοτάτης και αφοσιωμένης εις αυτήν Φαιδαμίας ή Ιφιδάμας πλησίον του τάφου του Πρωτοκλήτου εγκατασταθείσαι, δεν απεμακρύνθησαν εκείθεν «μέχρι τέλους ζωής αυτών». Πλουτούσαι εις έργα ευποιΐας και κοινής ωφελείας, διέθεσαν μετά του Στρατοκλέους ολόκληρον την περιουσίαν των υπέρ των πτωχών και υπέρ ανεγέρσεως εκκλησιαστικών κτισμάτων και «ευαγών κτιρίων ανδρών τε και γυναικών». Εις βαθύ δε γήρας και αυταί και ο Στρατοκλής καταφθάσαντες «και ανεπιλήπτως τον βίον αυτών πολιτευσάμενοι μακαρίως ετελεύτησαν».
           Μετά τον θάνατον των ευλαβών τούτων φυλάκων και επιμελητών του τάφου του ενδόξου Πρωτοκλήτου, μολονότι δεν είχον εισέτι καταπαύσει οι χρόνοι των διωγμών, παρέμεινε το ιερόν μνημείον του αποστόλου ανέπαφον και κατησφαλισμένον, «πολλών ιάσεων χάριτος επομβρίζον πάσι τοις νοσημάτων και παθημάτων φλογμώ κεκακωμένοις»94. Αλλ” ότε έλαβε τέλος «ο κατά των χριστιανών βαρύτατος και φρικωδέστατος διωγμός», απέθανε δε και ο μέγας της Εκκλησίας προστάτης «ο ευλαβέστατος και ισαπόστολος βασιλεύς Κωνσταντίνος». «Κωνστάντιος ο υιός αυτού, ος και της βασιλείας εγεγόνει διάδοχος, επιθυμίαν έσχε θεοφιλή» να συντελέση την «ανακομιδήν και συλλογήν αποστολικών λειψάνων» και να μεταφέρη ταύτα εις «την βασιλίδα των πόλεων, την πανευδαίμονα μεγαλόπολιν Νέαν Ρώμην, εις φυλακτήριον ταύτης ασφαλές και αρραγέστατον εδραίωμα»95. Ότε λοιπόν ο Κωνστάντιος περιοδεύων ευρίσκετο εν Οδυσσοίς, επληροφορήθη εκεί παρά τινος των επισκόπων, ότι το μεν σώμα του αποστόλου Ανδρέου ευρίσκετο τεθαμμένον εν Πάτραις, το δε του Ευαγγελιστού Λουκά εν Θήβαις της Βοιωτίας. Τούτο ακούσας ο Κωνστάντιος ηυχαριστήθη βαθύτατα και ευθύς, απευθυνθείς προς τους περί αυτόν μετά φωνής ζωηράς και περιχαρούς, είπε: «Καλέσατέ μοι τον Αρτέμιον»96. Ήτο δε ο Αρτέμιος στρατιωτικός «περιβόητος, μετέπειτα το του μαρτυρίου στέφος αναδησάμενος επί της βασιλείας Ιουλιανού του αποστάτου, ανήρ περίδοξος πάνυ, ευγενής τε και σοφός, πάσης συνέσεως και λογιότητος έμπλεος»97.
           Προσελθών κατεσπευσμένως ο Αρτέμιος ενώπιον του βασιλέως, έλαβε παρ” αυτού την εντολήν ταύτην: Άπιδε ανδρών άριστε και το τάχος εν Κων/πόλει την των ιερών λειψάνων άνοδον ποίησον»96. Πράγματι δε ο Αρτέμιος «επορεύετο την επί τους αποστόλους οδόν ανακομίσων τα τούτων πανάγια λείψανα επί την Κωνσταντινούπολιν».
           Και ότι μεν οι ευσεβείς κάτοικοι των Πατρών αρνηθέντες το κατ” αρχάς να παραδώσουν τον πολύτιμον θησαυρόν, συγκατετέθησαν έπειτα, ο δε Κωνστάντιος εκδηλών την επι τη συγκαταθέσει ταύτη ευαρέσκειαν, προέβη αυθορμήτως και γενναιοδώρως εις την κατασκευήν υδραγωγείου προς ύδρευσιν της πόλεως των Πατρών, μόνον υπό παραδόσεως πολύ μεταγενεστέρας διαθρυλείται. Ότι δε τα ιερά λείψανα του τε Πρωτοκλήτου Ανδρέου και του Ευαγγελιστού Λουκά διεκομίσθησαν εις Κων/πολιν υπό του Αρτεμίου και κατετέθησαν «ένδον της αγίας Τραπέζης του ναού των αγίων αποστόλων», τον οποίον είχε ήδη ανεγείρει Κωνστάντιος ο μέγας, μαρτυρείται υπό τε του Φιλοστοργίου και υπό του παλαιού Βυζαντινού Συναξαρίου πολλαχού98 αλλά και υπ” άλλων παλαιών τε και νεωτέρων συγγραφέων. Η κατάθεσις αύτη, γενομένη μετά μεγίστης πομπής, έλαβε χώραν την 3ην Μαρτίου του έτους 357, καθά συνάγεται εκ ρητής μαρτυρίας του Πασχαλίου Χρονικού99.
          Ότε δε βραδύτερον ανωκοδομήθη υπό του αυτοκράτορος Ιουστινιανού λαμπρότερος ο ναός των Αγίων Αποστόλων, τα ιερά λείψανα του αποστόλου Ανδρέου και του Ευαγγελιστού Λουκά, καθώς και του συνεκδήμου του Παύλου Τιμοθέου, ανακομισθέντα κατά τον χρόνον της ανοικοδομήσεως του ναού, ανακατετέθησαν κατά το έτος 550 εν τη «εξ αργυρού καθαρωτάτου» κατασκευασθείση αγία τραπέζη100 μετά εξαιρετικής μεγαλοπρεπείας, του πανηγυρισμού της καταθέσεως διαρκέσαντος, ως φαίνεται επί ολόκληρον εβδομάδα. Ούτω κατά μεν το παλαιόν βυζαντινόν Συναξάριον101 εορτάζεται τη «Κ΄Ιουνίου η εύρεσις και κατάθεσις χιτώνων και περιβολαίων των αγίων αποστόλων και Ευαγγελιστών Ιωάννου και Λουκά, Ανδρέου… άτινα κατετέθησαν εν τω ναώ των αγίων αποστόλων των μεγάλων». Κατά δε τον χρονογράφον Μαλαλάν102 «μηνί Ιουνίω κη” εγένετο τα εγκαίνια των αγίων αποστόλων και η κατάθεσις των τιμίων λειψάνων Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου και διήλθεν ο επίσκοπος Μηνάς μετά των αυτών αγίων λειψάνων». Και κατά τον Νικηφόρον Κάλλιστον103 «οπηνίκα και τα εγκαίνια του νεώ των αγίων αποστόλων εγένετο τη εικοστή ενάτη Ιουνίου μηνός, εν οχήματι χρυσώ, Μηνά (του Πατριάρχου) τα θεία των αποστόλων λείψανα περιαγαγόντος». Γνωστού όντος ότι κατά την παλαιοτέραν διάταξιν η τελετή των εγκαινίων κατατέμνετο συνεχιζομένη επί δύο ημέρας, ο εορτασμός δε των εγκαινίων της αγίας Σοφίας παρετάθη επί του αυτού Ιουστινιανού επί ολόκληρον δεκαπενθήμερον104, δεν θα κατηντώμεν εις υπερβολήν, εάν ελέγομεν, ότι ολόκληρον το τελευταίον δεκαήμερον του Ιουνίου διετέθη διά την μεγαλοπρεπή ταύτην κατάθεσιν.
Ολόκληρον το ιερόν λείψανον διεκομίσθη εις Κων/πολιν;
           Δύναται εν τούτοις να τεθή ζήτημα περί του αν ολόκληρον το ιερόν λείψανον του Αγίου Ανδρέου μετεκομίσθη εις Κων/πολιν ή μέρος μόνον αυτού. Υπάρχουν λόγοι αρκούντως ισχυροί συνηγορούντες υπέρ του ότι τμήματα μόνον του ιερού λειψάνου διεκομίσθησαν και κατετέθησαν εις το εν Κων/πόλει ναόν των Αγίων Αποστόλων. Και πρωτίστως η εκδοχή αύτη εξηγεί πληρέστατα τα όσα ο θείος Χρυσόστομος εν τη κστ” ομιλία αυτού εις την προς Εβραίους επιστολήν παρατηρεί λέγων: «Τι δε, ειπέ μοι, του Μωϋσέως αυτού τα οστά ουκ εν ξένη κείται; Τα δε Ααρών, τα δε του Δανιήλ, τα δε του Ιερεμίου, τα δε των αποστόλων ουδέ ίσμεν των πολλών όπου κείται. Πέτρου μεν γαρ και Παύλου και Ιωάννου και Θωμά δήλοι οι τάφοι. Των δε άλλων τοσούτων όντων, ουδαμού γνώριμοι γεγόνασιν»105. Εάν ολόκληρον το σώμα του Πρωτοκλήτου ήτο κατατεθειμένον εν τω εν Κων/πόλει ναώ των Αγίων Αποστόλων, ο Χρυσόστομος ως Αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως, μόλις εξήκοντα έτη μετά την κατάθεσιν ταύτην, θα εκήρυττεν αγνοούμενον τον τόπον, όπου παν το σώμα του αγίου Ανδρέου είχε αποθησαυρισθή;
          Ετέρα ένδειξις παρέχεται εξ αυτής ταύτης της δευτέρας καταθέσεως των τριών τιμίων λειψάνων των αγίων Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου κατά τα δεύτερα εγκαίνια του ανοικοδομηθέντος εις μέγαν ναού των Αγίων Αποστόλων. Κατά την μεγαλοπρεπή πομπήν και λιτανείαν, την επί τη μεταφορά των τριών ιερών λειψάνων εις τον εκ δευτέρου εγκαινιαζόμενον ναόν, όπως κατατεθώσι και πάλιν εις αυτόν, μόνος ο Πατριάρχης Μηνάς, επί χρυσού φορείου καθήμενος, κρατεί τα λείψανα ταύτα. Εάν ταύτα ήσαν ολόκληρα, ασφαλώς δεν θα επήρκει μόνος ο Μηνάς προς μεταφοράν αυτών.
          Τρίτην ένδειξιν έχομεν εξ αυτού του παλαιού της Κων/πόλεως συναξαρίου, το οποίον, ενώ εξ ενός μαρτυρεί επανειλημμένως περί της κατά τον Δ” αιώνα μεταφοράς του τιμίου λειψάνου του αγίου Ανδρέου εις Κων/πολιν και της καταθέσεως αυτού εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων, εξ άλλου αναφέρει, ότι ο κατά τον Θ” αιώνα ακμάσας Ιωάννης ο Υμνογράφος «εν τοις ορίοις της Θεσσαλονίκης γενόμενος, λείψανον ευρών του αγίου αποστόλου Ανδρέου έλαβε και ναόν επ” ονόματι αυτού εδομήσατο»106.
          Εξ άλλου κατά τους χρόνους τους προ της αλώσεως της Κων/πόλεως υπό των Τούρκων, ίσως δε και προ της υπό των Σταυροφόρων καταλήψεως αυτής, η τιμία κάρα του Πρωτοκλήτου φέρεται υπάρχουσα εν Πάτραις. Κατά δε το μνημονευθέν συναξάριον, ο όσιος Φαντίνος, ελθών εις Κόρινθον «τας Αθήνας καταλαμβάνει το ιερόν και άγιον τέμενος της Θεοτόκου προσκυνήσων και του τιμίου Ανδρέου το λείψανον ασπασόμενος»107, τουθ” όπερ υποδηλοί, ότι εγγύς της Κορίνθου και των Αθηνών υπήρχε λείψανον του αγίου Ανδρέου.
          Εις ταύτα δέον να προστεθή και το ότι και εν τω αγίω Όρει και αλλαχού της Ελλάδος μοναί εκ Κων/πόλεως προικοδοτηθείσαι παρουσιάζουσι μεταξύ των ιερών κειμηλίων αυτών και λείψανα του αγίου Ανδρέου108.
          Τέλος υπάρχουν, καθώς θα ίδωμεν, και εκ της Δύσεως παραδόσεις αρκούντως ενωρίς κυκλοφορήσασαι, κατά τας οποίας ιερά λείψανα του Πρωτοκλήτου διεκομίσθησαν και μέχρι των βορειοτέρων εσχατιών αυτής. Ταύτα πάντα πείθουσιν, ότι ουχί ολόκληρον το λείψανον του Πρωτοκλήτου μετεφέρθη εις την Κων/πολιν, αλλά μόνον τμήματα αυτού.
Παράδοσις της μεταφοράς ιερών λειψάνων του Πρωτοκλήτου εις Σκωτίαν
          Παλαιά παράδοσις, εκ Δύσεως προερχομένη, ποιείται λόγον περί μεταφοράς ιερών λειψάνων του αγίου Ανδρέου εις Σκωτίαν. Εκδόσεις της παραδόσεως ταύτης υπάρχουν διάφοροι. Διότι άλλοι μεν τοποθετούν την μεταφοράν ταύτην εις Σκωτίαν επί των χρόνων Θεοδοσίου του Μικρού μεταξύ των ετών 408 και 450. Άλλοι καταβιβάζουν αυτήν μέχρι του ενάτου αιώνος, επί των ημερών του Ούγγου, βασιλέως των Πικτών. Και άλλοι αναβιβάζουν ταύτην εις αυτήν την εποχήν, κατά την οποίαν εγένετο και εκ Πατρών η μετακομιδή του αγίου λειψάνου εις την Κων/πολιν109. Κατά την εν τω Σκωτικώ Χρονικώ αφήγησιν του Σκώτου χρονογράφου Ιωάννου Fordum, όταν επρόκειτο να παραληφθή κατά διαταγήν του Κωνσταντίου το λείψανον του Πρωτοκλήτου εκ Πατρών, άγγελος Κυρίου επιφανείς καθ” ύπνους εις τον μοναχόν ή κατ” άλλην παράδοσιν επίσκοπον Ρέγουλον, παρήγγειλεν εις αυτόν να αφαιρέση εκ των ιερών λειψάνων τρεις δακτύλους εκ της δεξιάς χειρός, μίαν ωμοπλάτην, ένα οδόντα και την μίαν επιγονατίδα. Κατά νέαν δε εντολήν του αγγέλου, επιβιβασθείς ο Ρέγουλος επί πλοίου προς άγνωστον κατεύθυνσιν εναυάγησε, διασωθείς μετά των ιερών λειψάνων εις λιμένα της Σκωτίας εν πόλει καλουμένη τότε Mucros, μετέπειτα δε, περί το έτος 518, αναχθείση εις πρωτεύουσαν των Σκώτων και μητέρα πασών των εν Σκωτία εκκλησιών, ήτις μετωνομάσθη εις Ανδρεόπολιν110.
          Ότι όμως μετακομιδή λειψάνων του Αγίου Ανδρέου εις Σκωτίαν παρουσιάζεται σφόδρα απίθανος, δύναταί τις να συναγάγη τόσον εκ της συγχύσεως των χρονολογιών (τω 395 κατά τους μεν, 518 κατά τους δε, κατά τον Θ” αιώνα κατ” άλλους) και του τόπου (Πάτραι ή Κων/πολις) εκ του οποίου φημολογείται η μετακομιδή, όσον και εκ του ξενικού ονόματος του Ρεγούλου. Γεννάται όμως το ερώτημα: Εκ ποίας λοιπόν αιτίας ο προστάτης της πόλεως των Πατρών εγένετο και προστάτης της Σκωτίας; Τινές ανεζήτησαν την αιτίαν της τοιαύτης ευλαβείας των Σκώτων εις την καταγωγήν των Πικτών, θεωρήσαντες τούτους ως φύλον συγγενές προς τους Σκύθας, εις τους οποίους, ως είδομεν, εκήρυξεν ο άγιος Ανδρέας κατά παλαιοτάτην παράδοσιν και υπό του Ωριγένους υιοθετηθείσαν. Αλλ” η εκδοχή αύτη εθεωρήθη απίθανος και απαράδεκτος. Ετέρα υπόθεσις, την οποίαν εισηγείται ο αείμνηστος Στεφ. Θωμόπουλος111, παρουσιάζεται περισσότερη πιθανή. Κατ” αυτήν, αποικία εκ Πατρών περί τον Δ” αιώνα αναχωρούσα μετέδωκε τοις εν Σκωτία εγχωρίους παραδόσεις και έθιμα ελληνικά και ενδυμασίαν μεταποιηθείσαν λόγω του κλίματος. Η γνώμη αύτη παρουσιάζεται μετ” ουχί ασθενών ερεισμάτων, εάν είναι ακριβές, ότι μετά του Ούγγου συνεβασίλευσεν επί των Πικτών και έτερός τις καλούμενος Αχαιός.
         Πρέπει εν τούτοις να έχωμεν υπ” όψιν ότι η προς τον απόστολον Ανδρέα τιμή εις τας Αγγλικάς νήσους προήλθε και εξ επιδράσεως της Ρώμης. Ήδη ο πάπας Σιμπλίκιος (περί το 470) αναφέρεται, ότι ετέλεσεν εγκαίνια βασιλικής εν Ρώμη εις τιμήν του αγίου Ανδρέου, ολίγον δε βραδύτερον (περί το 500) ο πάπας Σύμμαχος μετέτρεψε το Vestiarium του Νέρωνος εις ναόν, φέροντα την ονομασίαν «Αγίου Ανδρέου επι του Σταυρού»112. Ο Αυγουστίνος δε, ο αποσταλείς κατά τον Ζ” αιώνα εις Αγγλίαν υπό του Πάπα ως αρχιεπίσκοπος Καντερβουργίας, προήρχετο εκ του εν τω λόφω Καιλίω της Ρώμης μοναστηρίου του Αγίου Ανδρέου και ενέπνευσε εις τον βασιλέα Edilbert να ανεγείρη ναόν εις Rochester προς τιμήν του Πρωτοκλήτου. Εις τον Αυγουστίνον δε τούτον πολλοί εκ των νεωτέρων αποδίδουν την μεγάλην παρά τοις Άγγλοις δημοτικότητα του αποστόλου Ανδρέου, της οποίας την έκτασιν δύναταί τις να υπολογίση, εάν λάβη υπ” όψιν ότι, κατά τον ΙΑ” αιώνα είχον κτισθή εις Αγγλίαν εις τιμήν του Πρωτοκλήτου περί τους 800 ναούς113.
Η εις Αμάλφην μετακομιδή
         Εξ ολοκλήρου λατινικής προελεύσεως, μη έχουσα ουδέν έρεισμα επί συγχρόνων βυζαντινών πηγών και μαρτυριών, τυγχάνει και άλλη τις παράδοσις αναφερομένη εις μετακομιδήν των ιερών λειψάνων του αγίου Ανδρέου εις Ιταλίαν. Κατά την παράδοσιν δηλαδή ταύτην, μεταξύ των λειψάνων, άτινα μετά την υπό των Λατίνων άλωσιν της Κων/πόλεως ήρπασαν ούτοι εν έτει 1204, ήτο και το ιερόν λείψανον του αποστόλου Ανδρέου, το οποίον ο καρδινάλιος του αγίου Μαρκέλλου Πέτρος ο από Καπύης, αφαιρέσας από το εν Κων/πόλει ναόν των Αγίων Ασποστόλων απέστειλεν εις την Ιταλικήν Αμάλφην, όπου και κατετέθη το 1208 εις τον εκεί ναόν του αγίου Ανδρέου, ως ιστορεί ο εξ Αμάλφης αρχιδιάκονος Ματθαίος114.
          Καταχωρηθέν δε το λείψανον υπό των υποδεχθέντων αυτό εις βαθύ μέρος της Εκκλησίας ταύτης, εν τέλει ηγνοήθη, διότι τον ασφαλή τόπον, εν τω οποίω απεκρύβη, ετήρησαν διά τον φόβον της κλοπής μυστικόν οι παραλαβόντες αυτό και απέθανον πριν ή γνωστοποιήσωσι τούτο εις τους επιζώντας. Το ότι όμως ηγνοήθη ο τόπος της καταθέσεως του ιερού λειψάνου, επί πλέον δε και το ότι νεώτεροι εν Ρώμη λόγιοι οι Ιωσήφ Θωμαζέτος και Ιωάννης Σιμέρια επληροφόρησαν τον αοίδιμον Στεφ. Θωμόπουλον115, ότι ουχί το σώμα ολόκληρον του Πρωτοκλήτου, αλλ” απλά λείψανα ευρίσκονται εν Αμάλφη, παρουσιάζουν ύποπτον και ουχί επί αδιασείστων τεκμηρίων βασιζομένην την περί της μεταφοράς ταύτης παράδοσιν.
Η εις Ρώμην μεταφορά της τιμίας κάρας του Πρωτοκλήτου
          Περισσότερον ενδιαφέρουσα, επιβεβαιουμένη δε και υπό ελληνικών πηγών, παρουσιάζεται η είδησις της μεταφοράς της τιμίας κάρας του Πρωτοκλήτου εκ Πατρών εις Αγκώνα και εκείθεν εις Ρώμην. Πώς ευρέθη πάλιν εις Πάτρας η τιμία αύτη κάρα, παραμένει άγνωστον. Πιθανολογείται μόνον, ότι απεστάλη εκ Κων/πόλεως υπό Βασιλείου του Μακεδόνος (867-884) τη μεσιτεία και παρακλήσει της πλουσιωτάτης ευνοουμένης αυτού και αριστοκράτιδος των Πατρών δεσποίνης Δανιηλίδος, ως δώρον εις τον ναόν του Πρωτοκλήτου, εις τον οποίον ο Βασίλειος, ότε συνώδευσεν εις Πάτρας τον αυτοκράτορα Θεόφιλον, ως απλούς στρατιώτης και ιπποκόμος, είχε προσέλθει, ίνα προσκυνήση τον τάφον του αποστόλου και όπου ήκουσε παρά μοναχού τινος πρόρρησιν αναφερομένην εις την μέλλουσαν άνοδον αυτού επί του αυτοκρατορικού θρόνου116. Όπως όμως είδομεν, εν τη δευτέρα καταθέσει των τιμίων λειψάνων των αγίων Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου, τη γενομένη κατά την υπό του Ιουστινιανού ανοικοδόμησιν του ναού των αγίων Αποστόλων, τα ιερά λείψανα και των τριών τούτων αγίων εφέροντο υπό μόνου του Πατριάρχου Μηνά και πιθανώς δεν ήσαν ολόκληρα. Πιθανώτερον λοιπόν είναι, ότι ήδη επί του Ιουστινιανού η τιμία κάρα του Πρωτοκλήτου δεν υπήρχε εις Κων/πόλιν.
          Οπωσδήποτε αύτη κατά τους χρόνους της αλώσεως της Κων/πόλεως υπό των Τούρκων, εφυλάσσετο εις τον εν Πάτραις ναόν αυτού. Ότε δε επρόκειτο να περιέλθουν και αι Πάτραι εις χείρας των Τούρκων, ότε δε επρόκειτο να περιέλθουν και αι Πάτραι εις χείρας των Τούρκων, συναπεκόμισε ταύτην μεθ” εαυτού ο Θωμάς Παλαιολόγος τη 16 Νοεμβρίου 1460 φεύγων εκ Πατρών εις τον Αγκώνα και εκείθεν εις την Ρώμην, όπου κατά το δεύτερον έτος της αρχιερωσύνης του πάπα Πίου του δευτέρου έδωκεν εις αυτόν «την κεφαλήν του λειψάνου του αγίου και Πρωτοκλήτου Ανδρέου, κακείνος αυτώ προς το μόλις ζην μετά των αυτού εδωρήσατο την μόνην και αναγκαίαν τροφήν»117. Ταύτα κατά τον Φραντζήν. Κατ” άλλας δε λατινικάς πληροφορίας, ο Πίος παρεχώρησεν εις τον Θωμάν κατοικίαν εν τη μονή του αγίου Πνεύματος (In Sassia), παρέσχε δε εις αυτόν χορηγίαν κατ” έτος τριακοσίων σκούδων, εις τα οποία οι καρδινάλιοι προσέθεσαν και έτερα διακόσια, έτι δε και η Βενετία ώρισεν υπέρ αυτού επίδομα πεντακόσια δουκάτα. Επί πλέον ο Πάπας θέλων να τιμήση τον Θωμάν ως ηγεμόνα, απένειμεν εις αυτόν πανηγυρικώς τη 15 Μαρτίου 1461 το παράσημον του χρυσού ρόδου, όπερ εφέρετο υπ” αυτού του Πάπα άπαξ του έτους εν πανηγυρική πομπή την Δ” Κυριακήν των Νηστειών κατά την θείαν λειτουργίαν, απενέμετο δε κυρίως εις ηγεμόνας118. Και ταύτα μεν ως προς τον Θωμάν.
          Ως προς δε την κάραν του αγίου Ανδρέου, παρελήφθη αύτη άμα τη αποβιβάσει του Θωμά εις Αγκώνα υπό του καρδιναλίου της αγίας Σωσάννης Αλεξάνδρου Ολίβα, επίτηδες σταλέντος εκεί υπό του Πάπα και ήχθη εις την φύσει οχυράν πόλιν Ναρνίαν, κατασφαλισθείσα εν ευκτηρίω οίκω εκτισμένω εντός του φρουρίου της πόλεως. Εν τω ευκτηρίω τούτω οίκω εφυλάχθη η κάρα του αποστόλου από των αρχών του 1461 επί ολόκληρον έτος και μήνάς τινας, έως ότου αποκατασταθείσης της τάξεως και της ασφαλείας των περιχώρων της Ρώμης, τρομοκρατουμένων υπό δεινών επιδρομών, εγένετο η ανακομιδή εις Ρώμην κατ” Απρίλιον του 1462. Από της πόλεως Ναρνίας παρέλαβον την κάραν τρεις καρδινάλιοι, εις των οποίων ήτο και ο Βησσαρίων, και την Κυριακήν των Βαΐων, 12 Απριλίου, έφθασαν ούτοι εις απόστασιν δύο χιλιομέτρων από της Ρώμης, παρά την Μουλβίαν γέφυραν,όπου ήτο εκτισμένος πύργος, εντός του οποίου κατετέθη η ιερά κάρα, προκειμένου εν ιερά πομπή και λιτανεία να μεταφερθή αύτη την επομένην εις την Ρώμην. Και εφάνη μεν κατά την νύκτα λόγω ενσκηψάσης καταιγίδος ότι θα ανεβάλλετο η λιτανευτική και πομπώδης μεταφορά. Αλλά την πρωΐαν, ως εκ θαύματος, αποδοθέντος εις τον άγιον Ανδρέαν, παρουσιάσθη αίθριος ο ουρανός και επέλαμψε λαμπρός ο ήλιος. Ούτω δεν ημποδίσθη η πανυγηρική μεταφορά. Έφιππος πομπή, της οποίας προηγούντο οι τρείς καρδινάλιοι, ηκολούθουν δε ο Πάπας μετ” άλλων δεκατεσσάρων καρδιναλίων και σύμπαντος του κλήρου, και συμμετείχον οι αντιπρόσωποι των ηγεμόνων και οι προύχοντες της Ρώμης, εξεκίνησεν εκ της πόλεως και διελθούσα διά της Φλαμινίας οδού, έφθασε προ του παρά την Μουλβίαν γέφυραν πύργου. Αφιππεύσαντες δε πάντες κατά παραγγελίαν του Πάπα και περιβληθέντες οι καρδινάλιοι και οι ιερείς λευκάς στολάς, επροχώρησαν προς την επί τούτω εστημένην εξέδραν, όπου ο Πάπας παρέλαβε κλαίων από τας χείρας του Βησσαρίωνος, κλαίοντος και τούτου, το ιερόν λείψανον119. Η πομπή ήδη ετράπη πεζή προς την Ρώμην. Η κάρα του αποστόλου εβαστάζετο υπό του Πάπα, υπό του Πάπα, περιστοιχιζομένου υπό πλήθους λαμπάδων και ακολουθουμένου υπό των καρδιναλίων, των επισκόπων και του ιερατείου, φερόντων πάντων μετά του συρρέοντος πλήθους βαΐα εις τας χείρας. Όταν δε έφθασαν προ της πύλης της πόλεως, απετέθη το ιερόν λείψανον εν τη εκκλησία της Παναγίας του Λαού, προκειμένου να συνεχισθή η εκτέλεσις του προγράμματος της λιτανευτικής μεταφοράς την επομένην ημέραν. Και ηπειλήθη μεν πάλιν κατά την νύκτα λόγω νέας καταιγίδος η αναβολή της λιτανείας, αλλά και πάλιν την πρωΐαν εγένετο αίθριος ο ουρανός. Ούτω περί την πρώτην μεταμεσημβρινήν ώραν εκκινήσασα η πομπή, έχουσα επί κεφαλής τον Πάπαν επί χρυσού επιβαίνοντα φορείου, κατέληξεν εις την πλατείαν του αγίου Πέτρου, ήτις ήτο κατάμεστος λαού. Προχωρήσας δε ο Πάπας εις τον ναόν, εντός του οποίου συνωθείτο πυκνόν πλήθος, κατέθηκε την ιεράν κάραν επί του βωμού, υπό τον οποίον έκειντο, κατά την παράδοσιν, τα ιερά λείψανα των αποστόλων Πέτρου και Παύλου120. Μετά την τελετήν ταύτην η ιερά κάρα παρελήφθη υπό του Πάπα εις την ιδίαν του κατοικίαν, όπως φυλαχθή εν τω φρουρίω του Αρχαγγέλου, μέχρι της παρασκευής χώρου καταλλήλου εν τω αγίω Πέτρω. Του χώρου τούτου κατασκευασθέντος τη 17 Ιουνίου 164, ετελέσθη επισήμως εν τω ευκτηρίω του πάπα Πίου η τοποθέτησις της τιμίας κάρας εντός επίτηδες κατασκευασθείσης αργυράς λειψανοθήκης και η κατάθεσις αυτής εν τω εις τον ναόν του Αγ.Πέτρου ετοιμασθέντι τόπω. Έκτοτε δε η κατάθεσις αύτη επανηγυρίζετο επισήμως εν τω αγίω Πέτρω εκάστην Κυριακήν του Ιουνίου121.
Αι Πάτραι δεν εχωρίσθησαν του προστάτου των
         Ούτω η πρωτεύουσα της Πελοποννήσου άμα τη εφαπλώσει του σκοτεινού πέπλου της δουλείας και επ” αυτήν, εστερήθη και του τελευταίου πολυτίμου τμήματος του ιερού λειψάνου του Πρωτοκλήτου και προστάτου της. Δεν έπαυσαν όμως οι κάτοικοι αυτής να τιμώσι τον διά του αίματος αυτού καθαγιάσαντα το χώμα της πατρίδας των απόστολον. Της ευλαβούς ταύτης τιμής εκδήλωσις υπήρξε το ότι ευθύς άμα τη απελευθερώσει του πρώτου τμήματος της Ελληνικής Πατρίδος και αρχομένου του έτους 1835, συνεκρότησαν επιτροπήν προς συλλογήν εράνων, ίνα ανεγερθή «οικοδομή λαμπροτάτη και ανάλογος του σεβασμού και της οφειλομένης ευλαβείας προς τον Πρωτόκλητον απόστολον», «τον οποίον η πόλις αύτη (των Πατρών) τιμά ως προστάτην και έφορόν της». Πράγματι δε η οικοδομή του σημερινού ναού, αρξαμένη από του έτους 1836, απεπερατώθη κατά το έτος 1845122.
          Αλλά και ο Πρωτόκλητος απόστολος οιονεί αναγνωρίζων ως δευτέραν πατρίδα αυτού τας Πάτρας και αναζητών να επανέλθη και αισθητότερόν πως εις αυτήν, επιβραβεύων δε και τον εις αυτόν εκδηλούμενον σεβασμόν των Πατρέων, ενέπνευσε την ευλαβή διάθεσιν εις τον κατά Νοέμβριον του 1847 επισκεφθέντα εις προσκύνησιν του τάφου του Πρωτοκλήτου τας Πάτρας Ρώσσου αυλικού Ανδρέου Μουράβιεφ, ίνα δωρήσηται εις τον ναόν του αποστόλου τεμάχιόν τι εκ του δακτύλου του Πρωτοκλήτου, όπερ είχε παραλάβει εκ του εν αγίω Όρει εφησυχάζοντος επισκόπου πρώην Μοσχονησίων Καλλινίκου123.
         Διά της προσκτήσεως του ιερού τούτου λειψάνου, η ήδη διά του από της 26 Νοεμβρίου του έτους 1836 ψηφίσματος του δημοτικού συμβουλίου αποφασισθείσα «λιτανεία επακολουθουμένη από την δημοτικήν αρχήν και από τον λαόν»124, προσέλαβεν ιδιαιτέραν λαμπρότητα. Και κατηργήθη μεν από του έτους 1868 υπό του τότε Αρχιεπισκόπου Πατρών και Ηλείας Κυρίλλου Χαιρωνίδου, ένεκα εκτρόπων λαμβανόντων χώραν μεταξύ σωματείων φιλονικούντων τίνος εξ αυτών τα μέλη θα υπεβάσταζαν την εικόνα κατά την περιαγωγήν αυτής εν τη λιτανεία, επανασυνέστη όμως από του 1930, διεξαγομένη μετά πάσης λαμπρότητος. Ευκταίον μόνον θα ήτο λόγω των ανωμαλιών, τας οποίας τη 30η Νοεμβρίου εμφανίζει συνήθως ο καιρός, επαπειλών ουχί σπανίως την ματαίωσιν της λιτανείας, να μετετίθετο αύτη εις μίαν των ημερών, είτε του πρώτου δεκαημέρου του Μαρτίου, είτε του τελευταίου δεκαημέρου του Ιουνίου, εις ανάμνησιν και των εν Κων/πολει μεγαλοπρεπών κατά τας ημερομηνίας ταύτας καταθέσεων των ιερών λειψάνων εις τον εκεί ιερόν ναόν των αγίων Αποστόλων.

Ἡ Ἁγία Οἰκογένεια, Ἰω. Καρδάση

              Η «Αγία Οικογένεια Ιωσήφ και Μαρίας» είναι η απεικόνιση του «ζεύγους» Ιωσήφ και Μαρίας μαζί με τον μικρό Ιησού και προέρχεται, όπως όλα τα αιρετικά και οι πλάνες, από τον Παπισμό, πλην όμως έχει διεισδύσει και στην Ορθοδοξία, εδώ και πάρα πολλά χρόνια και ιδίως διαδόθηκε και στα Κυριακά Σχολεία (τα «Κατηχητικά»), εμφανίζεται δε και στις διάφορες «φάτνες», που στήνονται, κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων, από διάφορους φορείς, αλλά και από Ενορίες και Μητροπόλεις.         
            Μετά την απόσχιση των Λατίνων από την Ορθοδοξία, δεν έμεινε τίποτε όρθιο στον Παπισμό. Η μεγαλύτερη βέβαια αιρετική απόκλιση, η βάση όλων των πλανών του Παπισμού, είναι η θεώρηση ενός δούλου Θεού, ενός Πατέρα του οποίου η γενεσιουργός αιτία ύπαρξής του είναι η φύση του και όχι το πρόσωπό του. Η βασική αυτή πλάνη, η γενεσιουργός αιτία όλων των πλανών του Παπισμού και ως επακόλουθο, η άρνηση της κοινής Θεολογίας και η παραδοχή μιας νέας ειδωλολατρικής θεολογίας, κατ’ απομίμηση του Πλάτωνα, με κύριο εκφραστή τον άγιο Αυγουστίνο, διαστρέφει την αγιογραφική και αγιοπατερική θεώρηση πάνω στα κύρια δόγματα της Ορθοδοξίας.                     
            Η Αγιογραφία στην Ορθοδοξία είναι μια εικαστική Θεολογία, μια τέχνη υπερβατική, ποιητική, η οποία δεν απεικονίζει φωτογραφικά, νατουραλιστικά, κάποια σημαντικά γεγονότα. Φανερώνει το γεγονός μέσα στη διαχρονική του διάσταση, την ολική του αλήθεια. Η Γέννηση, η Ανάσταση, η Πεντηκοστή, για παράδειγμα, απεικονίζονται σαν πολυδιάστατα γεγονότα και όχι σαν χρονικές στιγμές.          
            Η Ορθοδοξία αρνείται την ύπαρξη την «Αγίας Οικογένειας του Ιωσήφ και της Μαρίας» σαν πρότυπο όλων των χριστιανικών οικογενειών. Τα πάντα ήταν υπερβατικά, υπερφυσικά στην οικογένεια του Ιωσήφ, της Μαρίας και του Ιησού. Όπως μαρτυρούν τα Ευαγγέλια, ο Ιησούς ποτέ δεν αποκάλεσε τη Θεοτόκο «Μητέρα», αλλά «Γυναίκα», γιατί η πρωτεύουσα σχέση του ήταν αυτή με τον Πατέρα και όχι με την μητέρα του, που ήταν η δευτερεύουσα σχέση.             
            Η σχέση παιδιού και μητέρας στην οικογένεια του Ιωσήφ ήταν υπερβατική, υπερφυσική. Η Θεοτόκος γνώριζε ότι το τέκνο της ήταν Θεός. Η υπερφυσική σύλληψη και η υπερφυσική γέννηση και το άφθορο της παρθενίας της, είχαν διαμορφώσει μια υπερβατική προσωπικότητα και στην Παναγία. Η στάση της απέναντι στο παιδί της είναι ακατανόητη για μας. Κυρίως η υπερβολική Χάρη του αγίου Πνεύματος, που σκήνωσε στη Θεοτόκο, της είχε δώσει μια προσωπικότητα ανώτερη από τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. Αυτό επηρέαζε και τη σχέση της Μαρίας και του Ιωσήφ. Αλλά και ο Ιωσήφ είχε δεχτεί και αυτός τον πλούτο της Χάρης για να διακονήσει σ’ αυτό το υπερβατικό και υπερφυσικό μυστήριο. Προφανώς, έβλεπε στη Θεοτόκο κάτι ιερό, κάτι Χερουβικό, στην ομιλία της, στο βλέμμα της. Μπορούμε δε να πάρουμε μια γνώση αυτής της συμβίωσης, από την άλλη σχέση της Παναγίας με την ξαδέλφη της Ελισάβετ, τη μητέρα του Προδρόμου. Η σχέση του Ιωσήφ με τα άλλα δυο υπερβατικά Πρόσωπα της οικογένειάς του ήταν σχέση διακονίας, μια σχέση προστασίας και φροντίδας. Το άγιο Πνεύμα, που κατοικούσε στον Ιωσήφ, αυτό το Πνεύμα τον δίδασκε, πως η Μαρία είναι αειπάρθενος και πάντα, προ, κατά και μετά τον τόκο, Παρθένος. Ο Ιωσήφ, άχρι καιρού, θα ήταν ο προστάτης της οικογένειας του Χριστού.                     
            Η οικογένεια του Χριστού δεν μπορεί να αποτελέσει υπόδειγμα για τις χριστιανικές οικογένειες, διότι στον κοινωνικό χώρο οι οικογένειες είναι τελείως φυσικές. Ασχολούνται με τη φροντίδα των παιδιών τους, έχουν φίλους και φίλες, με τους οποίους συζητούν την καθημερινότητα, εναγκαλίζονται οι σύζυγοι, οι γυναίκες συνουσιάζονται με τους συζύγους τους, υπακούοντες στο παύλειο: «Μη αποστερείτε αλλήλους, ει μη τι αν εκ συμφώνου προς καιρόν, ίνα σχολάζητε τη νηστεία και τη προσευχή και πάλιν επί το αυτό συνέρχησθε, ίνα μη πειράζη υμάς ο Σατανάς δια την ακρασίαν υμών» (Κορ. Α΄ 7. 5). Αυτό είναι το φυσικό πλαίσιο της οικογένειας, που με εντελώς φυσικές διαδικασίες διαιωνίζει το ανθρώπινο είδος, πάντα με την ευλογία του Χριστού. Αν θα θέλαμε να δώσουμε υπόδειγμα χριστιανικής οικογένειας, θα χρησιμοποιούσαμε εκείνο αγίων οικογενειών, όπως του Μ. Βασιλείου, των αγίων Εσπέρου και Ζωής και των τέκνων αυτών Θεοδούλου και Κυριακού (2 Μαΐου), Τιμοθέου και Μαύρας και πολλών άλλων.
            Δυστυχώς, ο Παπισμός περιέπεσε σε ακρότητες και στο θέμα αυτό. Από το ένα μέρος εξύψωσε τη Θεοτόκο, ώστε να λατρεύεται, με μια μαριολατρεία, που αρμόζει μόνο στο Θεό και από την άλλη υποτίμησε την υπερβατική οικογένεια του Ιωσήφ και την υποβίβασε σε πρότυπο της χριστιανικής οικογένειας του κοινωνικού χώρου. Διάφοροι ζωγράφοι απεικόνισαν την «Αγία Οικογένεια», κάθε ζωγράφος με τη δική του αντίληψη, φθάνοντας μέχρι του σημείου της απεικόνισης του Ιωσήφ, της Μαρίας και του Ιησού, εν μέσω γυμνών μορφών αμφιβόλου καθαρότητας του φύλου (Capella Sixtina).                 
            Σ’ αυτή τη παπική πλάνη, δυστυχώς, έχουν περιπέσει και διάφοροι Ορθόδοξοι χώροι και φορείς, ακόμη και Μητροπόλεις, όπου αποδεικνύεται, ότι η διείσδυση του παπικού πνεύματος και νοοτροπίας είναι τόσο βαθειά και η αλλοτρίωση τόσο πλήρης, που τέτοια σοβαρά θέματα περνάνε στα ψιλά και δεν συγκινούν πλέον. Έτσι, βλέπουμε «αγιογραφίες» με θέμα την «Αγία Οικογένεια», όπου υπάρχει συζυγικός εναγκαλισμός του Ιωσήφ και της Μαρίας και βεβαίως υπονοείται, ότι ο συμπεριλαμβανόμενος Ιησούς αποτελεί τον καρπό της ευλογημένης σχέσης των γονιών του Ιωσήφ και Μαρίας και αυτό παρουσιάζεται σαν πρότυπο για κάθε χριστιανική οικογένεια. Τέτοιες παραστάσεις οφείλει η Εκκλησία μας να καταδικάσει και να λάβει τα δέοντα μέτρα, ώστε να αποσυρθούν  και να τονιστεί παράλληλα, ότι πρόκειται για βλάσφημες απεικονίσεις, που προσβάλλουν βάναυσα το Ορθόδοξο αίσθημα.

 

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Ἁγιοκατάταξις Νεομάρτυρος ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ τῆς ἐν Μάνδρᾳ Ἀττικῆς

Πηγή: Ἱστοσελίδα Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γ.Ο.Χ. Ἀττικῆς καί Βοιωτίας.
 
            Ἕνα λαμπρὸ διαμάντι στὸ τοπικὸ Μαρτυρολόγιο τῆς ἐν Ἀττικοβοιωτίᾳ Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας ὁλόκληρης, προστέθηκε σήμερα, ὡς πειστήριο, καὶ μάλιστα αἱματοβαφές, Ὀρθοδόξου μαρτυρίας σὲ καιροὺς πνευματικῆς συγχύσεως καὶ ἀδιαφορίας, ἀπύθμενης ἠθικῆς ἄμβλυνσης καὶ πνευματικῆς ἀποστασίας, ὅτι «ζῇ Κύριος ὁ Θεὸς» καὶ τῆς Ἐκκλησίας Αὐτοῦ «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν».
         Ἡ ἔνδοξος Νεομάρτυς Αἰκατερίνα (Ρούτη), ἡ ἐν Μάνδρα Ἀττικῆς μαρτυρήσασα, ἁγιοκατάχθηκε καὶ ἐπισήμως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων μὲ Ἀρχιερατικὸ συλλείτουργο ἐπὶ τῇ μνήμῃ τῆς Κοιμήσεώς Της, εἰς τὸν Ἱ. Ν. Ὑψώσεως Τιμίου Σταυροῦ, στὸ γειτονικὸ χωριὸ τῆς Μάνδρας, τὴ Μαγούλα Ἀττικῆς. Προεξάρχων τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας μας, Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Καλλίνικος καὶ συλλειτουργοί του ὁ Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας κ. Χρυσόστομος καὶ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς κ. Κυπριανός, πλαισιούμενοι ἀπὸ τέσσερις Ἱερεῖς καὶ τέσσερις  Διακόνους.  
            Ἡ πρὸς τοῦτο φιλοτεχνηθεῖσα ἱερὰ εἰκὼν τῆς Ἁγίας, τῇ προνοίᾳ καὶ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Ποιμενάρχου μας, εἰκονίζει τὴν Ἁγία νὰ φορεῖ τὴν παραδοσιακὴ ἀρβανίτικη χρυσοκέντητη, πορφυρὴ φορεσιά, μὲ τὸ ἀπαραίτητο σεμνοπρεπὲς κάλυμμα τῆς κεφαλῆς, καὶ μὲ τὸ ἕνα χέρι νὰ κρατᾶ τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ ἕνα κλαδὶ μυρτιᾶς, σύμβολα τοῦ μαρτυρίου της, καὶ μὲ τὸ ἄλλο χέρι ὑψωμένο νὰ ὑποδεικνύει τὸ πλῆγμα ποὺ τῆς ἐπέφερε τὸ Ἀστυνομικὸ ὄργανο, τῇ ἐντολῇ τῆς Νεοημερολογίτικης καινοτομούσης τότε Ἱεραρχίας. 
            Τὴν Ἀκολουθία τῆς Νεομάρτυρος συνέθεσε μὲ ποιητικὴ ἔμπνευση ἡ Ὁσιωτάτη Καθηγουμένη τῆς Ἱ. Μ. Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου Χορτοκοπίου Καβάλας, Μαγδαληνὴ Μοναχὴ καὶ ἀπέδωσε  μὲ ἱεροπρέπεια καὶ παλμὸ ὁ Βυζαντινὸς χορὸς «Πάτριον Ἀναλόγιον» ὑπὸ τὸ μουσικολογιώτατο ἀδελφὸ Ἰωάννη Κιαχόπουλο.
            Τὴ διακονία τοῦ λόγου ἀνέλαβε ὁ Θεοφιλέστατος Γραμματεὺς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, Ἐπίσκοπος Γαρδικίου, κ. Κλήμης, ὁ ὁποῖος καὶ εἶχε συντάξει εἰδικὴ εἰσήγηση πρὸς τὸ Συνοδικὸ Σῶμα, πρὸς πίστωση τῆς ἁγιότητος τῆς ἐν λόγῳ Μάρτυρος. Τὴν Συνοδικὴ Πράξη Ἀγιοκατατάξεως ἀνέγνωσε ὁ Θεοφιλέστατος Ἀρχιγραμματεύς, Ἐπίσκοπος Μαραθῶνος κ. Φώτιος, τὴν ὁποία καὶ ὑπέγραψαν ὅλοι οἱ παριστάμενοι Ἀρχιερεῖς. Στὸ ἱερὸ βῆμα παρέστησαν συμπροσχευχόμενοι καὶ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιῶς, κ. Γερόντιος, μὲ τὸ Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Χριστιανουπόλεως, κ. Γρηγόριο.
            Μοιράστηκαν ἀναμνηστικὲς εὐλογίες μὲ τὸ εἰκόνισμα καὶ τὸ Ἀπολυτίκιο τῆς Ἁγίας, ἐνῶ ὁ Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας, ὡς οἰκεῖος Ἐπίσκοπος, παρέθεσε τράπεζα στὸν παριστάμενο ἱερὸ κλῆρο καὶ τὶς ἀντιπροσωπεῖες τῶν μοναστικῶν ἀδελφοτήτων στὴν αἴθουσα ἐκδηλώσεων τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου στὸν Ἀσπρόπυργο.

ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΠΡΑΞΙΣ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΕΩΣ

Τῆς Ἁγίας Νεομάρτυρος Αἰκατερίνης

«Γίνεσθαί μοι μάρτυρες, καὶ ἐγὼ μάρτυς, λέγει Κύριος ὁ Θεός, καὶ ὁ παῖς μου, ὃν ἐξελεξάμην, ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε καὶ συνῆτε ὅτι ἐγώ εἰμι» (Ἠσαΐας μγ’ 10). Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες εἶναι τὸ καύχημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἀπόδειξις τῆς Ὀρθότητος τῆς πίστεως. Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες διὰ τῆς αὐτοθυσίας των ἀποκαλύπτουν τὴν ὑπερβάλλουσαν ἀγάπην, ἡ ὁποία ὑπερεξεχείλιζεν ἐκ τῆς ψυχῆς των. Τοῦτο φανεροῖ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ διδάσκων τοὺς Μαθητὰς ὀλίγον πρὸ τοῦ Πάθους: «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ἰωάν. ιε´ 13).

Τοιαύτην ἀγάπην διαθέτουσα ἡ ἐκ Μάνδρας Ἀττικῆς καταγομένη δούλη τοῦ Θεοῦ Αἰκατερίνα, ἡ εὐσεβείᾳ καὶ ἐναρέτῳ διαγωγῇ κοσμουμένη, ἰδοῦσα τὸ διωκτικὸν ὄργανον ἕτοιμον νὰ πλήξῃ διὰ τοῦ ὑποκοπάνου τοῦ τυφεκίου του τὸν ἄξιον λειτουργὸν τοῦ Ὑψίστου, ὡρμήσασα προέταξε τὸ σῶμα αὐτῆς καὶ ἐδέχθη ἐπὶ τῆς Τιμίας αὐτῆς κεφαλῆς τὸ θανάσιμον πλῆγμα. Ἡ ἀοίδιμος διέσωσε τὴν ζωὴν τοῦ εὐσεβοῦς Λευΐτου, ἀλλ’ αὕτη ἐτελεύτησε τῇ ιε’ Νοεμβρίου τοῦ χιλιοστοῦ ἐννεακοσιοστοῦ εἰκοστοῦ καὶ ἑβδόμου σωτηρίου ἔτους. Συναχθέντες δὲ οἱ πιστοὶ προέπεμψαν τὴν μακαρίαν Αἰκατερίνην εἰς τὸν τάφον κρατοῦντες ἄνθη, λαμπάδας, ἢ φοίνικας, θεωρήσαντες ταύτην ἐξ ἀρχῆς ὡς ἀληθῆ μάρτυρα τοῦ Κυρίου. Ἐπειδὴ τοίνυν ἰσχυρὰ πεποίθησις περὶ τῆς ἁγιότητος Αὐτῆς διεμορφώθη ἤδη ἀπὸ πολλῶν δεκαετιῶν καὶ ἱστοροῦνται καὶ Εἰκόνες Αὐτῆς, πρὸς δὲ λαβόντες ὑπ᾿ ὄψιν καὶ ὅσα δι᾿ ἀναφορᾶς αὐτοῦ καὶ εἰσηγήσεως ἐξέθεσε καὶ Συνοδικῶς ἐβεβαιώσατο ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Γαρδικίου κύριος Κλήμης, περὶ κατατάξεως τῆς ἀοιδίμου Αἰκατερίνης ἐν τῇ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων χορείᾳ διατυπούμενος, ἡ ἐλαχιστότης ἡμῶν ἁπάντων τῶν Ἱεραρχῶν τῶν συγκροτούντων τὴν Ἁγίαν καὶ Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀπιδόντες πρὸς τὴν θεάρεστον αὐτῆς ἄθλησιν, καὶ περὶ τῆς πνευματικῆς ὠφελείας τῶν πιστῶν πρόνοιαν ποιούμενοι, καὶ διαφημισθείσης τῆς φήμης πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἡ τιμία αὐτῆς Κάρα, ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τῆς Παναγίας Πευκοβουνοϊατρίσσης Κερατέας Ἀττικῆς, ἐντὸς ἱερᾶς θήκης φυλάσσεται καὶ μαρτυρικοῦ λειψάνου τιμὴν ἤδη ἀποδέχεται, ἔγνωμεν συνῳδὰ τοῖς πρὸ ἡμῶν Θείοις Πατράσι, τῷ κοινῷ τῆς ᾿Εκκλησίας ἔθει κατακολουθοῦντες, τὴν προσήκουσαν τοῖς ἁγίοις μάρτυσι καὶ τούτῃ ἀπονεῖμαι τιμήν.

Διὸ καὶ ἀποφαινόμεθα Συνοδικῶς, θεσπίζομεν καὶ διορίζομεν καὶ ἐν Ἁγίῳ διακελευόμεθα Πνεύματι, ὅπως ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα, ἡ προῤῥηθεῖσα ἀοίδιμος Αἰκατερίνη, συναριθμῆται τῷ χορῷ τῶν Ἁγίων Ἀθληφόρων καὶ Μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας, ἐτησίαις ἱεροτελεστίαις καὶ ἀγιστείας τιμωμένη παρὰ τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῶν πιστῶν καὶ ὕμνοις ᾀσμάτων καὶ ἐγκωμίοις γεραιρομένη τῇ ιε’ Νοεμβρίου, ἐν ᾗ τὸν βίον αὐτῆς ἐτελεύτησεν, εἰς τιμὴν μὲν αὐτῆς, δόξαν δὲ τοῦ ἐν Ἁγίοις θαυμαστοῦ Θεοῦ ἡμῶν, τοῦ τοὺς Ἁγίους δοξάζοντος καὶ ἐνδοξαζομένου ἐν ταῖς ἁγίαις αὐτῶν μνήμαις καὶ ἱεραῖς πανηγύρεσι.

Εἰς ἔνδειξιν δὲ τούτου καὶ βεβαίωσιν ἐγένετο καὶ ἡ παροῦσα Συνοδικὴ ἡμῶν Πρᾶξις, καταστρωθεῖσα καὶ ὑπογραφεῖσα ἐν τῷ ἱερῷ Κώδικι τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος, τῇ ε’ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους δισχιλοστοῦ καὶ δεκάτου τετάρτου.

βεβαιώθη ἐν Mαγoύλᾳ Ἀττικῆς, ἐν ἔτει σωτηρίῳ δισχιλιοστῷ καὶ δεκάτῳ τετάρτῳ, κατὰ μῆνα Νοέμβριον, τῇ δεκάτῃ πέμπτῃ..
 

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Τά ΕΙΣΟΔΕΙΑ τῆς ΘΕΟΤΟΚΟΥ, Ἰω. Καρδάση

          Τα Εισόδια της Θεοτόκου είναι μια εορτή, την οποία εορτάζει η Εκκλησία μας στις 21 Νοεμβρίου, σε ανάμνηση της εισόδου της Θεοτόκου στο Ναό του Σολομώντα, στα Ιεροσόλυμα.
            Είναι γνωστή η ατεκνία των γονιών της Θεοτόκου. Η θερμή προσευχή τους όμως προς τον Κύριο για την απόκτηση παιδιού εισακούστηκε και έτσι σε μεγάλη ηλικία απόκτησαν ένα κορίτσι, που έμελλε να γίνει η Θεομάνα και να δεχθεί στα σπλάχνα της τον Αχώρητο. Οι γονείς της, τρίχρονο κοριτσάκι, την έφεραν και την αφιέρωσαν στον Ναό των Ιεροσολύμων, σε εκπλήρωση του τάματος που είχαν κάνει. Στο Ναό, η Θεοτόκος παρέμεινε μέχρι τα 12 χρόνια της, όπου και προετοιμάστηκε για να δεχθεί το ασύλληπτο γεγονός της σύλληψης του Λόγου, δηλαδή του 2ου προσώπου της Αγίας Τριάδας, με τη συνέργια του Αγ. Πνεύματος! Η σύλληψη, όπως αναφέρει ο άγιος Ιω. Δαμασκηνός έγινε δια μέσου της ακοής, ενώ η γέννηση του Λόγου δια μέσου της συνηθισμένης οδού και κρατώντας την ταυτόχρονα κλειστή (Ιεζ. 44. 2): «Ώσπερ δε συλληφθείς παρθένον την συλλαβούσαν ετήρησεν, ούτω και τεχθείς την αυτής παρθενίαν εφύλαξεν άτρωτον μόνος διελθών δι’ αυτής και κεκλεισμένην τηρήσας αυτήν. δι’ ακοής μεν η σύλληψις, η δε γέννησις δια της συνήθους των τικτομένων εξόδου, ει καί τινες μυθολογούσι δια της πλευράς αυτόν τεχθήναι της Θεομήτορος. Ου γαρ αδύνατος ην και δια της πύλης διελθείν και ταύτης μη παραβλάψαι τα σήμαντρα» (Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Δ΄ 14 (87)).
            Το ερώτημα που τίθεται πάνω στο γεγονός αυτό είναι, εάν η Θεοτόκος κατά την παραμονή της στο Ναό εισήρχετο στα Άγια των Αγίων, όπου μόνον ο Αρχιερέας είχε αυτό το δικαίωμα και μόνο μια φορά το χρόνο, κατά την εορτή του εξιλασμού. Το γεγονός της εισόδου της Θεοτόκου στα άγια των αγίων φέρεται αμάρτυρο στην Αγία Γραφή. Υπάρχει μόνο στην προφορική Παράδοση της Εκκλησίας και καταγράφεται μόνο στα Απόκρυφα Ευαγγέλια και μάλιστα σε εκείνο του Ιακώβου του αδελφόθεου, το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου.     
Το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου γράφτηκε με την αρχική του μορφή περί το 150, ενώ συμπληρώθηκε με τη σημερινή του μορφή γύρω στο 300. Το κείμενο χωρίζεται στα εξής μέρη: 1/ Σύλληψη, γέννηση, αφιέρωση της Μαρίας στο Ναό και μνηστεία της με τον Ιωσήφ. 2/ Γέννηση του Χριστού και σφαγή των νηπίων. 3/ Διάσωση Ελισάβετ και Προδρόμου και ιστορικό της δολοφονίας του Ζαχαρία και 4/ Επίλογος.
Η αναφορά του Ιακώβου πάνω στην αφιέρωση της Μαρίας στο Ναό βρίσκεται από το 7.2 έως το 8.3 κεφάλαιο του Πρωτευαγγελίου του. Η αναφορά του στην είσοδο της Μαρίας στα Άγια των Αγίων γίνεται σε τρεις περιπτώσεις: α/ «Ο ιερέας την έβαλε να καθίσει στον τρίτο αναβαθμό του θυσιαστηρίου. Ο Κύριος, ο Θεός, της έδωσε χάρη και χόρεψε (με τα πόδια της) και όλος ο λαός του Ισραήλ την αγάπησε» (7.3). β/ «Σηκώθηκε ο Ιωσήφ από το σάκκο, κάλεσε την Μαριάμ και της είπε: «Τι είναι αυτό που έκανες ξεχνώντας τον Κύριο, τον Θεό σου, που σε φρόντιζε; Γιατί ταπείνωσες τον εαυτό σου εσύ που ανατράφηκες στα άγια των αγίων και που έπαιρνες τροφή από χέρι αγγέλου;»» (13.2). γ/ «Είπε ο ιερέας: «Μαρία, γιατί το έκανες αυτό; γιατί ταπείνωσες τον εαυτό σου ξεχνώντας τον Κύριο, τον Θεό σου; Εσύ που ανατράφηκες στα άγια των αγίων και λάμβανες τροφή από χέρι αγγέλου, εσύ που άκουσες τους ύμνους και χόρεψες μπροστά στο Θεό, γιατί το έκανες αυτό;». Εκείνη έκλαψε πικρά λέγοντας: «Ζει Κύριος ο Θεός μου, είμαι καθαρή ενώπιον Του και δεν έχω σχέση με άντρα»» (15.3).
Η διήγηση αυτή έχει τον πυρήνα της στην παλαιοδιαθηκική διήγηση για την γέννηση του Σαμουήλ από την Άννα και τον Ελκανά -με την οποίαν έχει πολλά κοινά σημεία-, όπως επίσης δευτερευόντως με την διήγηση για την γέννηση του Ισαάκ από τον Αβραάμ και την Σάρα, καθώς επίσης τις ιστορίες των Πατριαρχών, της Ιουδήθ και του Μανώε και της γυναίκας του (μητέρας του Σαμψών). Γνωρίζει επίσης αρκετά καλά ο συγγραφέας κάποια χωρία από την Έξοδο, τους Αριθμούς, το Δευτερονόμιο, τον προφήτη Ησαΐα, τον Αμώς, τις Παροιμίες κ.ά. Είναι βέβαια  φυσικό να διερωτηθεί κανείς για την ιστορικότητα της διηγήσεως σχετικά με την  παραμονή της Παναγίας στο Ναό του Σολόμωντα ή, κατά την βυζαντινή παράδοση, την είσοδο της στο Άδυτο ή στα Άγια των Αγίων, όπου μόνο ο Αρχιερέας εισήρχετο «άπαξ του ενιαυτού» και «γυναιξίν άβατον ην το ιερόν» (Ιώσηπου, Ιουδ. Αρχαιολογία (15,419.....). Γι’ αυτό το θέμα θα μπορούσαν να λεχθούν τα εξής: Εκείνο  που έχει ιδιαίτερη σημασία στη διήγηση αυτή και είναι γενεσιουργός αιτία της αναμφίβολα, δεν είναι το ιστορικό υπόβαθρό της, αλλά το θεολογικό συμβολικό περιεχόμενο του γεγονότος και η βαθύτερη σωτηριολογική σημασία του. Στην ορθόδοξη παράδοση τα Εισόδια της Θεοτόκου εκλαμβάνονται ως προοίμιο και προαναφώνηση του Ευαγγελισμού. Η, σύμφωνα με την προορισμένη βουλή και ευδοκία  του Θεού, παραμονή της Παναγίας στο Ναό του Σολομώντα ήταν γι΄ αυτήν περίοδος κάθαρσης,  μύησης στην εν αγίω Πνεύματι ζωή και προετοιμασία, για να γίνει με την αυτεξούσια προαίρεση της το ιερό κατοικητήριο του Λόγου και μητέρα, του δι' αυτής, ενανθρωπήσαντος Θεού. Τη στενή σχέση των Εισοδίων με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου εκφράζει με μοναδικό τρόπο ο εκκλησιαστικός ύμνος των Εισοδίων: «Τα της νυμφεύσεως  απογράφονται θεία συμβόλαια της υπέρ νουν κυοφορίας σου, αγνή Παρθένε σήμερον εν πνεύματι αγίω, εν οίκω Θεού».
Η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου φαίνεται ότι θεσπίσθηκε στα Ιεροσόλυμα  κατά τον εγκαινιασμό του Ναού της αγίας Θεοτόκου Μαρίας ή Νέας Εκκλησίας στις 21 Νοέμβριου του 543. Ο Ναός αυτός ανεγέρθηκε από τον Ιουστινιανό στη νότια πλευρά του Ναού του Σολομώντα. Λόγω της θέσης του Ναού, ήταν επόμενο να συνδεθεί από τους πιστούς με την είσοδο και παραμονή της Θεοτόκου στον Ναό του Σολομώντα.         
Πληροφορίες για την τέλεση της εορτής αυτής στην Κωνσταντινούπολη υπάρχουν από τον Η΄ αιώνα. Η εορτή αναφέρεται στο τυπικόν της Μεγάλης Εκκλησίας και στο μηνολόγιον του Βασιλείου Β΄. Εορταζόταν πανηγυρικά με την παρουσία του αυτοκράτορα στο Ναό της Θεοτόκου των Χαλκοπρατειών και από τον ΙΔ΄ αιώνα στη Μονή της Περιβλέπτου. Η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου έχει ιδιαίτερη σημασία για τον μοναχισμό. Οι νέοι μοναχοί με την ένταξη, κατά την κουρά τους, στη Μονή μιμούνται μυστικώς την Παναγία, που εισέρχεται στα Άγια των Αγίων  για να καθαρθεί και για να προετοιμασθεί να υπηρετήσει το μυστήριο της Σωτηρίας.
Πολλές από τις μεγάλες εορτές προέρχονται από την ιστορία του Πρωτευαγγέλιου του Ιακώβου και η λειτουργική επηρεάστηκε εικονογραφικά και υμνολογικά από αυτό: α/ Η Σύλληψη της Θεοτόκου από την αγία Άννα (9 Δεκεμβρίου), β/ Το Γενέσιον της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου), γ/ Τα Εισόδια της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου), δ/ Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (25 Μαρτίου), ε/ Τα Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου), στ/ Η Σύναξη της Θεοτόκου (26 Δεκεμβρίου), ζ/ Των αναιρεθέντων νηπίων (29 Δεκεμβρίου), η/ Η Σύναξη Ιωακείμ και Άννας (9 Σεπτεμβρίου), θ/  Η Μνήμη Ζαχαρίου (5 Σεπτεμβρίου). 
Επίσης υπάρχουν και άλλα γεγονότα ή παραστάσεις που προέρχονται από τη διήγηση του Ιακώβου: α/ ο συνεορτασμός της Άννας και του Σαμουήλ, ανήμερα της σύλληψης της Θεοτόκου, β/ η παράσταση των Χριστουγέννων με το σπήλαιο, γ/ οι δυο μαίες στην εικονογραφία, δ/ η προσφορά των δώρων στο Ναό, ο ασπασμός Ιωακείμ και Άννας, η διαμονή στα άγια των αγίων, η ανάθεση της Μαρίας στον Ιωσήφ με τη θαυματουργία της ράβδου, ε/ η ίδια η εορτή των Εισοδίων, η οποία δημιούργησε μια μεγάλη θεολογική ερμηνευτική παράδοση για το γεγονός αυτό. 
Ο Ναός των Ιεροσολύμων, όπου έγινε η είσοδος της Θεοτόκου κτίσθηκε (μετά από τις καταστροφές που είχε υποστεί ο αντίστοιχος Ναός του Σολομώντα), το 30 π.Χ. από τον Ηρώδη το Μέγα και χωριζόταν σε τρεις κύριες αυλές: Στην πρώτη αυλή, επιτρεπόταν η είσοδος σε εβραίους, υπήρχαν στον περίγυρο διάφορες στοές μεταξύ των οποίων και η Βασιλική, όπου συγκεντρώνονταν οι μαθητές του Ιησού μετά την Ανάληψη. Στη δεύτερη αυλή υπήρχαν διάφορα κτίσματα, σ’ ένα από τα οποία στεγαζόταν ορφανοτροφείο κοριτσιών. Κατά την Παράδοση, εδώ έζησε και η Θεοτόκος μετά τα Εισόδια. Σ’ ένα άλλο κτίσμα στεγαζόταν το Μεγάλο Συνέδριο των Ιουδαίων, που αποτελούσε την ανωτάτη θρησκευτική και εθνική αυθεντία του απανταχού Ιουδαϊσμού, αποτελούμενο από 70 μέλη, Φαρισαίους και Σαδδουκαίους. Στην τρίτη αυλή ήταν ο κύριος Ναός, ο οποίος περιλάμβανε δυο τμήματα: Τα Άγια και τα Άγια των Αγίων. Έξω από τον κυρίως Ναό υπήρχε το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων. Τα δυο τμήματα του κυρίως Ναού χωρίζονταν από ένα παχύ και βαρύτιμο καταπέτασμα. Στα Άγια ήταν τοποθετημένα: α/ η τράπεζα των άρτων της πρόθεσης, β/ η επτάφωτη λυχνία, γ/ το θυσιαστήριο του θυμιάματος, ενώ στα Άγια των Αγίων υπήρχε η Κιβωτός της Διαθήκης με το χρυσό ιλαστήριο επίθεμα και τα δυο χρυσά χερουβείμ. Υπήρχαν επίσης άλλες δυο περιφερειακές αυλές, μία για τους εθνικούς και μία για τις γυναίκες. Οι γυναίκες απαγορευότανε να κυκλοφορούν σε άλλες αυλές.   
Την ακριβή περιγραφή της σκηνής του μαρτυρίου έχουμε στην προς Εβραίους επιστολή από τον Απ. Παύλο (Εβρ. 9. 1-10): «Είχε μεν ουν και η πρώτη σκηνή δικαιώματα λατρείας το τε άγιον κοσμικόν. σκηνή γαρ κατεσκευάσθη η πρώτη, εν η η τε λυχνία και η τράπεζα και η πρόθεσις των άρτων, ήτις λέγεται Άγια. μετά δε το δεύτερον καταπέτασμα σκηνή η λεγομένη Άγια αγίων, χρυσούν έχουσα θυμιατήριον και την κιβωτόν της διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίω, εν η στάμνος χρυσή έχουσα το μάννα και η ράβδος Ααρών η βλαστήσασα και αι πλάκες της διαθήκης, υπεράνω δε αυτής Χερουβίμ δόξης κατασκιάζοντα το ιλαστήριον. περί ων ουκ έστι νυν λέγειν κατά μέρος. Τούτων δε ούτω κατεσκευασμένων εις μεν την πρώτην σκηνήν δια παντός εισίασιν οι ιερείς τας λατρείας επιτελούντες, εις δε την δευτέραν άπαξ του ενιαυτού μόνος ο αρχιερεύς, ου χωρίς αίματος, ο προσφέρει υπέρ εαυτού και των του λαού αγνοημάτων, τούτο δηλούντος του Πνεύματος του Αγίου, μήπω πεφανερώσθαι την των αγίων οδόν, έτι της πρώτης σκηνής εχούσης στάσιν. ήτις παραβολή εις τον καιρόν τον ενεστηκότα, καθ’ ον δώρα τε και θυσίαι προσφέρονται μη δυνάμεναι κατά συνείδησιν τελειώσαι τον λατρεύοντα, μόνον επί βρώμασι και πόμασι και διαφόροις βαπτισμοίς και δικαιώμασι σαρκός, μέχρι καιρού διορθώσεως επικείμενα».
Στην ανωτέρω περιγραφή του Παύλου γίνεται σαφές, ότι το πρώτο μέρος της Σκηνής, «το Άγιο», ήταν βατό από τους Ιερείς κατά την διάρκεια όλου του λατρευτικού έτους. Σ’ αυτό μπορούσαν να μπαίνουν οι ιερείς «δια παντός», οποιαδήποτε δηλαδή ημέρα και ώρα, «τας λατρείας επιτελούντες». Στη δεύτερη όμως Σκηνή, στα Άγια των Αγίων, έμπαινε μόνο ο Αρχιερέας και αυτός μόνο μια φορά το χρόνο, μόνο «άπαξ του ενιαυτού». Το «άπαξ» αυτό πραγματοποιείτο κατά την ημέρα της εορτής του Εξιλασμού, η οποία εορταζόταν στις 10 του έβδομου μήνα. Η ημέρα αυτή ήταν ημέρα νηστείας και σαββατικής αργίας, ημέρα συντριβής, προσευχής και θυσιών, για την άφεση των αμαρτιών, για τον εξιλασμό, σύμφωνα με την ονομασία της. Ο Αρχιερέας κατά την «άπαξ του ενιαυτού» είσοδό του στα Άγια των Αγίων, εφρόντιζε «από του αίματος του μόσχου..... το ιλαστήριον» (Λευιτ. 16. 14). Το αίμα αυτό το πρόσφερε «υπέρ εαυτού και των του λαού αγνοημάτων». Μετά τη σφαγή του ενός από τους δυο τράγους, εκείνου δηλαδή ο οποίος δια κλήρου είχε επιλεγεί για να θυσιαστεί «περί αμαρτίας» (Λουκ. 16. 5-9), ο αρχιερέας θα εισήρχετο ξανά εις τα Άγια των Αγίων. Ερράντιζε τότε «το ιλαστήριον» και με το αίμα του τράγου. Ο δεύτερος αυτός ραντισμός αποσκοπούσε στο να εξαγνίσει τον ιερότατο αυτό χώρο από τις μιάνσεις, που ήταν δυνατόν να επιφέρουν σ’ αυτόν, οι ανομίες του λαού του Ισραήλ (Λευιτ. 16. 15-16).
Ο Αρχιερέας είναι ο προϊστάμενος του ιερατείου, ήταν ισόβιος και καταγόταν από τη φυλή του Λευί. Αποτελούσε την ανώτατη θρησκευτική αυθεντία του Ισραήλ, έχριε τον βασιλέα του Ισραήλ και ρωτούσε το Θεό σε κρίσιμες στιγμές της ισραηλιτικής θεοκρατίας. Η υψηλή του θέση απαιτούσε αγιότητα βίου και ανάλογη προς το αξίωμα περιβολή. Αργότερα παρήκμασε ως θεσμός, η άσκηση δε της αρχιερωσύνης περιήλθε μετά τον Ηρώδη σε απλούς ιερείς. Πρώτος Αρχιερέας αναφέρεται ο Ααρών, αδελφός του Μωυσή, τελευταίος δε ο Φινεές, στη δε Κ.Δ. αναφέρονται τρία ονόματα Αρχιερέων (Άννας, Καϊάφας και Ανανίας).  
Από τα ανωτέρω καταγραφόμενα, αλλά και από τα υπόλοιπα σχετικά κείμενα Π. και Κ. Διαθήκης διατυπώνονται οι εξής παρατηρήσεις:
1.- Δεν αναφέρεται από τον Παύλο, αλλά και από κανέναν άλλον Απόστολο και ευαγγελιστή η παραμονή της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων.
2.- Ο Παύλος δεν αναφέρει πουθενά και σε καμιά επιστολή του για την Θεοτόκο, τη μητέρα του Χριστού, παρ’ όλον ότι η Θεοτόκος παρέμεινε στο Ναό από το 12 π.Χ. μέχρι το 3 π.Χ.   
            3.- Η παραμονή οιουδήποτε εβραίου και πολύ περισσότερο θηλυκού γένους στα Άγια των Αγίων ήτανε αυστηρότατα απαγορευμένη από τον Μωσαϊκό Νόμο και επέσυρε την ποινή του θανάτου σ’ όποιον το έκανε, αλλά και σε όποιον το επέτρεπε.
            4.- Η παραμονή της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων με την άδεια του Αρχιερέα θα σήμαινε την θανατική του καταδίκη. Αλλά τέτοια καταδίκη Αρχιερέα δεν είναι γνωστή, πράγμα που θα επέβαλε και την αγιοποίησή του, όπως στην περίπτωση του ραβίνου Γαμαλιήλ, νομοδιδάσκαλου και διδάσκαλου του Απ. Παύλου (Πράξ. 22. 3), ο οποίος αγιοποιήθηκε (3 Αυγούστου). Κατά την παράδοση θεωρείται κρυπτοχριστιανός και πρότεινε να αφεθεί στο Θεό η απόδειξη, του εάν το κίνημα των Αποστόλων ήτανε εκ Θεού ή όχι: «ότι εάν η εξ ανθρώπων η βουλή αύτη ή το έργον τούτο, καταλυθήσεται. ει δε εκ Θεού εστιν, ου δύνασθε καταλύσαι αυτό, μη ποτε και θεομάχοι ευρεθήτε» (Πράξ. 5. 38-39).
            5.- Η μόνη περίπτωση φόνου Ιερέα αναφέρεται στο Ματθ. 23. 35: «... από του αίματος Άβελ του δικαίου έως του αίματος Ζαχαρίου υιού Βαραχίου, ον εφονεύσατε μεταξύ του ναού και του θυσιαστηρίου». Ο ανωτέρω Ιερέας ταυτίζεται με τον πατέρα του Ιω Προδρόμου (Ωριγένης, Μ. Βασίλειος, Γρ. Θεολόγος, Γρ. Νύσσης κ.ά.) και καταγόταν από την φυλή Αβιά (Λουκ. 1. 5). Ο Ιω. Χρυσόστομος αναφέρει, ότι ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του Προδρόμου, ήταν Αρχιερέας και ως τοιούτος εισήλθε στα Άγια των Αγίων, πράγμα ερχόμενο σε αντίθεση με τα αναφερόμενα από τον Λουκά. Την αυτή γνώμη έχουν οι: Επιφάνιος, Αμβρόσιος, Αυγουστίνος κ.ά.. Η πράξη της δολοφονίας αναφέρεται στο απόκρυφο «Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου» (κεφ. 23-24). Εκεί αναφέρεται, ότι ο Ζαχαρίας, πατέρας του Ιωάννη Προδρόμου, φονεύθηκε από τον Ηρώδη το Μέγα, γιατί δεν έλεγε που είχε κρύψει τον υιό του, ώστε να αποφύγει τη σφαγή του. Το σώμα του δεν βρέθηκε, παρά μόνο το αίμα του δίπλα στο θυσιαστήριο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 24 Ιουν. και 5 Σεπτ. Στη θέση του οι ιερείς εξέλεξαν τον Συμεών, τον αποκληθέντα Θεοδόχο, ο οποίος εδέχθη τον Χριστό την 8η ημέρα στο Ναό και η μνήμη του εορτάζεται στις 3 Φεβ.
Ορισμένοι των Αγίων της Εκκλησίας μας καταγράφουν την είσοδο της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων, άλλοι δεν καταγράφουν το γεγονός: Ο άγ. Ιω. Δαμασκηνός στο έργο του «Η Θεοτόκος» καταγράφει τα εξής: «Είτα τω ιερώ του Θεού νεώ ανατίθεται κανταύθα διατρίβει κρείττονα και καθαρωτέραν των άλλων ενδεικνυμένη αναστροφήν απάσης επιμιξίας ανδρών και θηλειών ατόπων απηλλαγμένη» και παρακάτω: «και ο βασιλεύς και πας ο λαός έμπροσθεν της κιβωτού θύοντες βόας και πρόβατα αναρίθμητα. και εισφέρουσιν οι ιερείς την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου εις τον τόπον αυτής εις το δαβίρ του οίκου, εις τα άγια των αγίων, υπό τας πτέρυγας των χερουβείμ. ούτω δη και νυν επί τη καταπαύσει της νοεράς κιβωτού, ου διαθήκης Κυρίου, αλλ’ αυτής της του Θεού Λόγου υποστάσεως αυτός ο νέος Σολομών, ο ειρηνάρχης και του παντός αριστοτέχνης, των ουρανίων νόων τα υπερκόσμια τάγματα και της νέας διαθήκης τους προύχοντας, τους αποστόλους φημί, συν παντί τω εν Ιερουσαλήμ των αγίων λαώ σήμερον εκκλησίασε» (Λόγος Β΄ 5-9 και Γ΄ 18-31). 
Αντιθέτως ο άγ. Νικόλαος Καβάσιλας καταγράφει σαφέστατα την είσοδο της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων στο έργο του «Θεομήτωρ»: «και γαρ τον ιερώτατον εισελήλυθεν οίκον, ος και αυτώ τω των ιερών ηγεμόνι μη πρότερον πάσαν αμαρτίαν καθηραμένω, καθάπερ οιόν τε ην τηνικαύτα καθαίρειν αμαρτίας, άδυτος ην..... επεί μη μόνον ούτως εισελήλυθε παραδόξως, αλλά και ώκησεν από βρέφους, έως και παις ην ήδη..... την Παρθένον δε, καθάπερ οικία τοις αδύτοις χρωμένην, και σιτίων άπτεσθαι και ύπνου μετέχειν και την άλλην ενταύθα δίαιταν έχειν.....». Τις ίδιες θέσεις διατυπώνει επίσης ο αγ. Γρηγόριος Παλαμάς.    
Στην ελληνική λαογραφική παράδοση, το χρονικό διάστημα από το Γενέθλιο της Θεοτόκου μέχρι τα Εισόδια, είναι γνωστό ως το μικρό καλοκαιράκι. Η εορτή, ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν σε διάφορα μέρη της χώρας προσονομάζεται Παναγία  Αχισπορίτισα ή Μεσοσπορίτισσα ή Αποσπορίτισσα ή Πολυσπορήτισσα ή Αποσοδιά κ.ά. Την ημέρα αυτή των Εισοδίων το παραδοσιακό φαγητό είναι σπόρια η κόλλυβα. Πρόκειται για βραστούς σπόρους οσπρίων, δημητριακών με σταφίδες, καρύδια αμύγδαλα και ζάχαρη. Επίσης την ημέρα των Εισοδίων συνηθίζουν οι ποιμένες να κατεβαίνουν στα χειμαδιά.
Συμπερασματικά καταφαίνεται, ότι το γεγονός των Εισοδίων στα Άγια των Αγίων είναι αμάρτυρο αγιογραφικά, καταγράφεται δε μόνο στο απόκρυφο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, καθώς και σε έργα ορισμένων Αγίων της Εκκλησίας μας. Η είσοδος της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικό γεγονός, λόγω της αυστηρότατης απαγόρευσης εισόδου οποιασδήποτε γυναίκας ανεξαρτήτως ηλικίας εντός του αβάτου αυτού, αλλά ως προτύπωση της κιβωτού της Διαθήκης, η οποία ευρίσκετο εντός αυτών.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Ἡ Ἁγία Η' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ, Ἰω. Καρδάση

         Η Η΄ Οικουμενική Σύνοδος, που συνεκλήθη από την Ενιαία, Μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία είναι η τελευταία Οικουμενική Σύνοδος, που συνεκλήθη πριν να εκδηλωθεί το Σχίσμα του 1054, κατά το οποίον το Πατριαρχείο της Ρώμης αποκόπηκε από την Εκκλησία. Θα εξετασθούν οι Σύνοδοι, που συνεκλήθησαν πριν την Η΄ Οικουμενική, η ίδια η Η΄ Οικουμενική, το κυριότερο θέμα της Συνόδου, που ήταν η καταδίκη της προσθήκης στο Σύμβολο της Πίστης, καθώς και η διατύπωση του νέου Όρου της Η΄ Συνόδου.
 
            1.- Σύνοδοι πριν από τη σύγκλιση της Η΄ Συνόδου.
            Η πρώτη Σύνοδος, που συνεκλήθη τον Θ΄ αιώνα, υπό τον ΚΠόλεως Φώτιο Α΄ (859-867 και 877-886) ήταν η ΑΒ΄ Σύνοδος του 861 επί αυτοκράτορος Μιχαήλ Γ΄. Στη Σύνοδο συμμετείχαν και δυο εκπρόσωποι του Ρώμης Νικολάου Α΄ (858-867), οι Πόρτου Ροδοάλδος και Αναγνίας Ζαχαρίας, καθώς και 318 πατέρες. Έργο της Συνόδου ήταν η καθαίρεση του ΚΠόλεως Ιγνάτιου Α΄ ομοφώνως, καθότι η εκλογή του ήταν αντικανονική κατόπιν της επέμβασης της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. Το έγγραφο της καθαίρεσης υπέγραψε και ο ίδιος ο Ιγνάτιος. Η Σύνοδος εξέδωσε 17 Κανόνες κυρίως διοικητικού περιεχομένου, αλλά και κανονισμούς του μοναχικού βίου. Η Σύνοδος αυτή δεν χαρακτηρίζεται ως Οικουμενική, αν και είχε όλα τα γνωρίσματα μιας τέτοιας Συνόδου.
            Τη Σύνοδο αυτή ακολούθησε σύνοδος στη Ρώμη, υπό τον Νικόλαο Α΄ το 863, η οποία καθαίρεσε τον Φώτιο και αναγνώρισε, ως κανονικό Πατριάρχη τον Ιγνάτιο. Αργότερα, το 866 προέκυψε το βουλγαρικό ζήτημα, με την παρέμβαση της Ρώμης στα εσωτερικά της Βουλγαρικής Εκκλησίας, που δημιούργησε προβλήματα και αταξία στην Εκκλησία. Την επέμβαση αυτή κατάγγειλε ο Φώτιος με εγκύκλιό του σ’ όλους τους Πατριάρχες της Ανατολής. Ακολούθησε άλλη μία σύνοδος στην ΚΠολη, το 867, με συμμετοχή των Επισκόπων του Πατριαρχείου ΚΠόλεως, η οποία καθήρεσε τον Φώτιο και τον Νικόλαο Α΄ και καταδίκασε την προσθήκη στο Σύμβολο, επανέφερε δε τον Ιγνάτιο στο θρόνο. Την ίδια χρονιά δολοφονήθηκε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄ και ανέλαβε ο Βασίλειος Α΄, ο δε Ρώμης Νικόλαος απεβίωσε. Νέα σύνοδος συνεκλήθη το 869 με αντιπροσώπους του νέου Πάπα Αδριανού Β΄ (867-872) καθώς και των άλλων Πατριαρχείων. Η σύνοδος αυτή καθήρεσε τον Φώτιο και αναγνώρισε τον Ιγνάτιο, θεωρείται δε από τη Ρώμη ως Η΄ Οικουμενική. Το 877 απεβίωσε ο Ιγνάτιος και εξελέγη εκ νέου ο Φώτιος, τον οποίον αναγνώρισε και ο Ρώμης Ιωάννης Η΄ (872-882) με σύνοδο στη Ρώμη.
 
            2.- Σύγκλιση της Η΄ Οικουμενικής Συνόδου.
            1/ Η Η΄ Οικουμενική συγκλήθηκε για τρεις κυρίως λόγους: α/ την αποκατάσταση του Μ. Φωτίου, β/ την επίλυση του βουλγαρικού ζητήματος, γ/ τη διευθέτηση των αποσχισθέντων Ιγνατιανών Επισκόπων
            2/ Η Σύνοδος συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ Μακεδόνα.
            3/ Συμμετείχαν 383 Επίσκοποι από τα πέντε Πατριαρχεία Ρώμης, ΚΠόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων.
            4/ Η Σύνοδος αναγνώρισε όλες τις προηγούμενες 7 Συνόδους, ως Οικουμενικές, η ίδια δε αυτοχαρακτηρίσθηκε ως Οικουμενική.
            5/ Εξέδωσε Όρο Πίστεως, στον οποίον εμφαίνεται το ακαινοτόμητον του Συμβόλου Νικαίας-ΚΠόλεως.
            6/ Εξέδωσε 3 Ιερούς Κανόνες.
            Η Σύνοδος συνήλθε στην ΚΠολη από τις 14 Νοεμβρίου 879 μέχρι το Μάρτιο 880, με την παρουσία 383 πατέρων από όλα τα Πατριαρχεία, καθώς και οι αντιπρόσωποι του Ρώμης Ιωάννη Η΄, οι οποίοι συμφώνησαν κατά πάντα με τις αποφάσεις της Συνόδου και υπερθεμάτισαν. Πραγματοποίησε 7 συνεδριάσεις και κρατήθηκαν πρακτικά. Κατατάσσεται στις Οικουμενικές Συνόδους, καθότι έχει όλα τα εχέγγυα προς τούτο, πλην όμως δεν έχει αναγνωριστεί επισήμως, ως τέτοια από την Εκκλησία. Θεωρείται δε η τελευταία Οικουμενική Σύνοδος, με την παρουσία των 5 Πατριαρχείων και προ του Σχίσματος του 1054.
            Η Σύνοδος ασχολήθηκε με τη σύνταξη και έκδοση δογματικής αποφάσεως, δηλ. Όρου Πίστεως, με το οποίον καθόρισε, ότι το Σύμβολο Νικαίας-ΚΠόλεως πρέπει να μείνει απαραχάρακτο και αμετάβλητο ενάντια σε κάθε αλλοίωση και παραχάραξη και ειδικώς εναντίον της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, από τους Λατίνους, η οποία προσθήκη αποτελεί και τη βασική δογματική διαφορά Ανατολής και Δύσης. Ο Όρος συντάχθηκε και αναγνώσθηκε στην 6η συνεδρία παρόντος και του αυτοκράτορα, στα ανάκτορα, ενώ οι άλλες έξη πραγματοποιήθηκαν στον ναό της αγίας Σοφίας.
            Η Σύνοδος αναγνώρισε την προηγουμένη αυτής Ζ΄ Σύνοδο, ως Οικουμενική και αποκατέστησε την κοινωνία μεταξύ Ρώμης και ΚΠολης, ενώ επικύρωσε και την εκλογή του Φωτίου και των χειροτονιών αυτού. Αναγνώρισε στον Ρώμης το πρωτείο τιμής, αλλά όχι το πρωτείο εξουσίας, ενώ οι αποφάσεις του Ρώμης και του ΚΠόλεως είναι τελεσίδικες στα όρια της επικράτειάς τους, αναγνωρίζοντας αντιστοίχως και στους δυο, ότι δεν έχουν δικαίωμα ανάμειξης υπερορίως στα καθήκοντα του άλλου. Επίσης θα πρέπει οι κατά τόπους Εκκλησίες να φυλάττουν τα αρχαία έθιμα και τις παραδόσεις τους. Αναγνωρίζει επίσης και την από λαϊκού αθρόον εις Αρχιερέα εκλογής.
 
            3.- Εξάσκηση πρωτείου και αποδοχή κοσμικής εξουσίας
            Η εξάσκηση του πρωτείου εξουσίας από τον Επίσκοπο Ρώμης σ’ ολόκληρη την Εκκλησία γεννήθηκε με τη δημιουργία της Εκκλησίας της Ρώμης και υποβοηθήθηκε από Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους, όπου εκδηλώθηκε το πρωτείο, χωρίς αντίδραση από τους Πατέρες και τούτο για να μη δημιουργηθεί Σχίσμα (κατά τον άγιο Νεκτάριο). Έτσι έχουμε:
            Σύνοδος της Σαρδικής, που θέσπισε το έκκλητο των κληρικών προς τον πάπα Ρώμης
            Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, που απέπεμψε τον ΚΠόλεως άγιο Γρηγόριο Θεολόγο, με απαίτηση του πάπα Δάμασου Α΄,
            Σύνοδος Καρθαγένης, που ανέθεσε στη Ρώμη να διευθετήσει το Σχίσμα Ρώμης και Αλεξανδρείας, λόγω του ΚΠόλεως Ιω. Χρυσόστομου και όχι σε Σύνοδο
            Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος, όπου ο Ρώμης άγιος Κελεστίνος Α΄ παρουσιάζεται, ως διάδοχος του αποστόλου Πέτρου, ο οποίος είναι έξαρχος και κεφαλή των αποστόλων, κίων της Πίστεως, θεμέλιο της καθόλου Εκκλησίας, κ.λπ.
            Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, όπου παρουσιάζεται ο Ρώμης άγιος Λέων Α΄, ως αρχιεπίσκοπος πάσης της οικουμένης και πασών των εκκλησιών, πατέρας και πατριάρχης και μιλάει δι’ αυτού ο απόστολος Πέτρος! 
            Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος, στην οποίαν ο Ιουστινιανός θέσπισε με νόμο (131 νεαρά) το πρωτείο εξουσίας του Ρώμης, σ’ όλη την Εκκλησία.
            ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος, που δέχτηκε την επιστολή του Ρώμης αγίου Αγάθωνα, με τις αξιώσεις του τις σχετικές με το πρωτείο εξουσίας
            Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, της οποίας τα πρακτικά έστειλε ο Ρώμης Αδριανός Α΄, στον αυτοκράτορα της Δύσης Κάρολο Α΄ το Μέγα, φερόμενος έτσι, ως ο υπέρτατος ηγέτης της καθόλου Εκκλησίας
            Ιγνατιανή Σύνοδος, που αναγνώρισε τις παπικές αξιώσεις περί του πρωτείου.
            Η΄ Οικουμενική Σύνοδος, που δεν έφερε σχεδόν καμία αντίδραση στις υπερφίαλες αξιώσεις και θέσεις του Ρώμης Ιωάννη Η΄ (αναφέρονται αναλυτικά κατωτέρω).
            Εξάσκηση, αλλά και αναγνώριση του πρωτείου έχουμε και από πολλούς αγίους Πάπες, αλλά και Πατριάρχες της Εκκλησίας μας, όπως: Κλήμη Α΄ (προς της Εκκλησία της Κορίνθου), Ανίκητου (στη διένεξη με τον Σμύρνης άγιο Πολύκαρπο), Στεφάνου Α΄ (εναντίον δυο αφρικανικών συνόδων υπό τον Καρχηδόνος Κυπριανό), Κελεστίνου Α΄ (στην Γ΄ Οικουμενική), ΚΠόλεως Φλαβιανού (που αποδέχτηκε το πρωτείο του Ρώμης, Ιστ. Ελλ. Έθνους, τ. Ζ΄, σελ. 113), Αλεξανδρείας Κυρίλλου Α΄ (που αποδέχτηκε το πρωτείο του Ρώμης), Ρώμης Λέοντα Α΄ (στην Δ΄ Οικουμενική), ΚΠόλεως Ανατόλιου (που αποδέχτηκε το πρωτείο του Ρώμης, καθότι χωρίς την επικύρωση από τον Ρώμης, ουδείς κανών ισχύει!). Ρώμης Γρηγόριου Α΄ Διάλογου (ισχυροποίησε το πρωτείο, ως υπεύθυνος ολοκλήρου της Εκκλησίας), Ρώμης Αγαπητού (που εκτός από το πρωτείο, απαίτησε και πέτυχε την αναγνώριση και του αλάθητου), Ρώμης Μαρτίνου (υπήρξε ακλόνητος υποστηρικτής του πρωτείου της Εκκλησίας της Ρώμης), Ρώμης Αγάθωνα (άσκησε και τόνησε ιδιαίτερα το πρωτείο) και ΚΠόλεως Ιγνατίου (που υπογράφει, ότι ακολουθεί την αυθεντία του αποστολικού θρόνου!).
            Αποδοχή του πρωτείου έχουμε και από αγίους της Εκκλησίας μας, όπως: Ιππώνος Αυγουστίνου, Ιερώνυμου, Θεόδωρου, Ιωσήφ και Πλάτωνος τους Στουδίτες (άγιος Νεκτάριος, Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι), Μαρκιανού, Ιουστινιανού, Γεώργιου αγιορείτη, Βουλγαρίας Θεοφύλακτου (Ράνσιμαν, Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα), κ.ά.
 
            4.- Υπερφίαλες αξιώσεις του Ρώμης Ιωάννη Η΄, στη Σύνοδο
            Πέτρος ο ευλαβέστατος πρεσβύτερος, καρδινάλιος και τοποτηρητής του αγιωτάτου πάπα Ιωάννου, είπεν. «Ευλογητός ο Θεός, ότι εύρομεν την αγιωσύνην υμών υγιαίνουσαν. επισκέπτεται υμάς ο άγιος Πέτρος» (!!!). Διέγνωσε την επίσκεψη του αγίου Πέτρου προς τον Φώτιο, κάτι που γίνεται μόνον προς τον Ρώμης!
            «Αδελφοί και συλλειτουργοί, ον τρόπον φιλόστοργος πατήρ τα εαυτού τέκνα επιζητεί, αλλά μην και αγαθός ποιμήν τα εαυτού τέκνα επιζητεί, αλλά μην και αγαθός ποιμήν τα εαυτού πρόβατα, δια των αυτού επιστολών και τοποτηρητών νουθετών και οδηγών και επισκεπτόμενος υμάς, βουλόμενος πάσαν την αγίαν του Θεού Εκκλησίαν ενωθήναι και γενέσθαι μίαν ποίμνην και ένα ποιμένα» (ο καρδινάλιος Πέτρος εννοεί τον πάπαν Ρώμης, ως τον ένα ποιμένα, ενώ ο Χριστός δια της φράσεώς του αυτής (Ιω. 10. 16) εννοεί εαυτόν και μόνον).
            «Διό, ταύτην την ομόνοιαν και εν τη καθ’ υμάς εκκλησία οράσθαι και πρυτανεύεσθαι επιποθούντες, την των Ρωμαίων αγίαν εκκλησίαν δια των αποκρισαρίων υμών και θειοτάτων γραμμάτων υμών κατελάβετε,………..αλλά γαρ εκ ποίου διδασκάλου παρελάβετε ταύτα ποιείν, άξιον διερωτήσαι, ή δήλον εκ του κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου, ον κεφαλήν πασών των εκκλησιών τέθεικεν ο Κύριος ειπών. Ποίμαινε τα πρόβατα μου. ου μόνον δε, αλλά και εκ των αγίων Συνόδων και διατάξεων, έτι δε εκ των ιερών και ορθοδόξων και πατρικών οσίων θεσπισμάτων τε και διδαγμάτων, καθώς και αι θείαι και ευσεβείς υμών συλλαβαί μαρτυρούσι» (άμετρος έπαρσις του πάπα Ρώμης, καθότι ο πάπας ταυτίζεται προς τον Χριστό και τον Πέτρο. Αποκάτω οι οικουμενικές σύνοδοι, κάτωθεν οι πατέρες της εκκλησίας και τελικά υποκατάσταση της Αγίας Γραφής δια του πάπα!!!).
            «Δια τούτο και ημείς τη αυθεντία του κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου χρώμενοι, μετά πάσης της καθ’ ημάς αγιωτάτης εκκλησίας παρεγγυώμεθα υμίν, και δι’ υμών τοις τε αγιωτάτοις αδελφοίς και συλλειτουργοίς ημών πατριάρχαις Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, και τοις λοιποίς αρχιερεύσει τε και ιερεύσει και παντί τω πληρώματι της εκκλησίας Κωνσταντινοπουλιτών….» (ο πάπας εμφαίνεται εδώ να είναι υπεράνω όλων και οι πατριάρχαι της Εκκλησίας πάντες υποκάτω αυτού και ο Ρώμης χαρίζει στον ΚΠόλεως την εξαιρετική τιμή να τον έχει δεύτερο και μεσάζοντα μεταξύ αυτού και των άλλων Πατριαρχών!!!).
            «Ο οικουμενικός και αποστολικός πάπας Ιωάννης, ταύτην την εξουσίαν εκ του κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου ειληφώς, δέδωκε και τω αγιωτάτω πατριάρχη Φωτίω δια την αυτήν εξουσίαν δεσμείν τε και λύειν» (δηλ. ο Ρώμης είναι ο χορηγών εις τον ΚΠόλεως την επισκοπικήν εξουσίαν του δεσμείν και λύειν!!!).
            «Ην γαρ εξουσίαν (του δεσμείν και λύειν) και προ της ημών ελεύσεως παρά Θεού λαβών είχεν, εδιπλασίασε ταύτην δια της εντολής του αγιωτάτου πάπα» (Δηλ. ενώ προηγουμένως ο ΚΠόλεως δεν την είχε αυτή την εξουσία, τώρα παρουσιάζεται, ότι την είχε μεν, αλλά την διπλασίασε, λόγω του Πάπα, δηλ. φαιδρότητες, για να δειχθεί ότι ο Πάπας και πάλιν είναι ο ανώτερος όλων!!!).
            Η αποδοχή και της κοσμικής εξουσίας του Επισκόπου Ρώμης, από τους πατέρες της Συνόδου, στο πρόσωπο του Ιωάννη Η΄, παρά την απαγόρευση, που θεσπίζει ο ζ΄ κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής, όπως προηγουμένως είχε κάνει παρομοίως η Ζ΄ Οικουμενική, που αναγνώρισε στο πρόσωπο του Αδριανού Α΄ τον κοσμικό αρχηγό του παπικού κράτους, δίνει πλέον το δικαίωμα στον εκάστοτε  Επίσκοπο Ρώμης να είναι και ο κοσμικός αρχηγός του κράτους του Βατικανού. Η παραδοχή αυτή και των δυο εξουσιών (εκκλησιαστικής και πολιτικής) σ’ ένα και το αυτό πρόσωπο δημιουργεί προηγούμενο. Ακριβώς βέβαια το ίδιο συμβαίνει και με τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο Κύπρου, που έγινε δεκτός, ως φορέας και των δυο εξουσιών, από όλες τις Οικουμενικές Συνόδους, από της Ε΄ και μετά.

            5.- Κων/πόλεως άγιος Φώτιος Α΄ ο Μέγας (6 Φεβρουαρίου) (858-867, 877-886)
            Ο άγιος Φώτιος ελέγχεται, ότι ανέχθηκε τα αντικανονικά έθιμα της Ρώμης, εφ’ όσον δεν θα ίσχυαν για την Εκκλησία της ΚΠολης. Γνώριζε βέβαια, ότι «ουκ έστι πίστις το αθετούμενον» (Μ. Φωτίου, επιστολή Β΄) και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος σχίσματος. Τέτοια ήταν:
            - Νηστεία του Σαββάτου (νε΄ Πενθ.)
            - Κατάλυση αρτυσίμων την α΄ εβδομάδα Μ. Τεσσαρακοστής (κθ΄, πθ΄ Πενθ.)
            - Απαγόρευση γάμου ιερέων (ε΄ Αποστ.)
            - Χρίσμα μόνον από Επίσκοπο (ουδείς κανών το επιβάλλει)
            - Κατάργηση απαγόρευσης πνικτού και αίματος (ξγ΄ Αποστ. ξζ΄ Πενθ.)
Στη Σύνοδο του 879, η αποκατάσταση του Μ. Φωτίου με τη Ρώμη έγινε με την αναγνώριση του Συμβόλου της Πίστης χωρίς τη προσθήκη και χωρίς την αποβολή των ανωτέρω αντικανονικών πράξεων της Εκκλησίας της Ρώμης.
            Το ερώτημα βέβαια είναι, αν είχε το δικαίωμα ο ΚΠόλεως να επιτρέπει στον Ρώμης παρέκκλιση από Ι. Κανόνες της Εκκλησίας ή αν αυτό μπορεί να γίνει μόνο με απόφαση Οικουμενικής Συνόδου; Πάντως ουδείς των τριών Κανόνων που εξέδωσε η Η΄ Οικουμενική Σύνοδος του 879 αναφέρει τίποτε τέτοιο. Φαίνεται, ότι ο Φώτιος υποχώρησε στο θέμα αυτό, που θεωρείται έλασσων, για να επιτύχει την καταδίκη του Φιλιόκβε, που είναι το μέγιστον.
            Στη Σύνοδο αυτή οι παπικοί κατέθεσαν πέντε αιτήματα για ειρήνευση μεταξύ Ρώμης και ΚΠολης: α/ Η Βουλγαρία ανήκει στη δικαιοδοσία της Ρώμης, β/ Μη προαγωγή λαϊκού σε Επίσκοπο, γ/ Ο ΚΠόλεως να εκλέγεται από Επισκόπους της δικαιοδοσίας της Εκκλησίας αυτής και όχι από άλλη Εκκλησία, δ/ Απόρριψη των Συνόδων κατά Φωτίου και ε/ Απόρριψη πάντων των διαταρασσόντων την ειρήνη μεταξύ των Εκκλησιών. Η Σύνοδος απέρριψε τα τρία πρώτα αιτήματα και δέχτηκε τα δυο τελευταία. Η απόρριψη των τριών πρώτων αιτημάτων δεν άρεσε στον πάπα Ιωάννη Η΄, ο οποίος εκφράζει αυτή του την αντίρρηση σε επιστολές του τόσο στον αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄, όσο και στον πατριάρχη Φώτιο Α΄, τονίζοντας ότι αποδέχεται σε γενικές γραμμές τη Σύνοδο, αλλά αν οι αποκρισάριοι του έπραξαν κάτι αντίθετο με τις οδηγίες του, τότε τα αποφασισθέντα είναι άκυρα γι’ αυτόν. Βέβαια αυτά θεωρούνται πρωτάκουστα, αλλά αυτά ακριβώς είναι η βάση του reservatio mentalis, που είναι αμιγώς ιησουίτικης έμπνευσης (αγίου Νεκταρίου, τα αίτια του Σχίσματος, τ. Α΄, σελ. 289-290). Κάτι παρόμοιο έκανε και ο προηγούμενος πάπας Νικόλαος Α΄, του οποίου οι απεσταλμένοι υπέγραψαν την αποκατάσταση του Φωτίου στην ΑΒ΄ Σύνοδο του 861. Ο πάπας, με τη σύνοδο του Λατερανού του 863, ακύρωσε την αποκατάσταση του Φωτίου και καθαίρεσε τόσο τον Φώτιο, όσο και τους αντιπροσώπους του, για υπέρβαση της εξουσιοδότησης, που είχαν.
            Βάσει των ανωτέρω, θεωρείται, ότι ο Ιωάννης Η΄ αναγνώρισε τον Φώτιο, για τρεις λόγους: α/ για να προλάβει την οριστική ρήξη Ρώμης και ΚΠόλεως, β/ είχε ανάγκη του αυτοκράτορα Βασίλειου στον αγώνα κατά των Φράγκων, γ/ ήλπιζε στην κατοχύρωση της δικαιοδοσίας του στη Βουλγαρία.
            Να μη μας διαφεύγει, ότι ο πάπας Ιωάννης Η΄ δεν έχανε την ευκαιρία να τονίσει το πρωτείο του και αυτό το βλέπουμε και στην επιστολή του στον αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄: «Καθάπερ γαρ ο αποστολικός θρόνος ούτος λαβών τας κλεις της βασιλείας των ουρανών παρά του πρώτου και μεγάλου αρχιερέως Ιησού Χριστού δια του κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου, ειπόντος προς αυτόν: σοι δώσω τας κλεις της βασιλείας των ουρανών και ον αν λύσης επί της γης….. Πάντα δι’ ημών των ελαχίστων εν ταις χερσί του κορυφαίου τέθειται, και δι’ αυτού εν τοις ώμοις Ιησού Χριστού…..».
            Σε κάποιο μνημόνιο επιστολής του, ο Ιωάννης Η΄ δίνει μεταξύ άλλων και την εξής οδηγία σ’ αυτούς που θα τον εκπροσωπήσουν στη Σύνοδο της ΚΠόλεως: «Αναστάντες είπατε αυτώ (δηλ. τω Φωτίω, απαξιώνοντας να αναφέρει το όνομά του). Κελεύει ο Κύριος ημών, ο αγιώτατος πάπας ίνα πάντες….. γένωνται εν μεθ’ ημών». Να λοιπόν, το εξουσιαστικό και κυριαρχικό και άκρως αυταρχικό και απεχθές ύφος του Πάπα. Φτάνει στο σημείο να ονομάζει ο ίδιος τον εαυτό του «κύριο των ανθρώπων» και «αγιώτατο», ενώ στην αρχή της επιστολής του, ο υποκριτής, αυτοαποκαλείται «Ιωάννης, δούλος των δούλων του Θεού»!
            Ο ίδιος αυτός ο πάπας σε επιστολή του, στον τότε Αρχιεπίσκοπο Σιρμίου Μεθόδιο, αναφέρει: «Ακούσαμε ότι δε διδάσκεις όσα η ρωμαϊκή Εκκλησία έχει διδαχτεί από τον ίδιο τον Πέτρο, τον κορυφαίο των αποστόλων, και όσα κηρύττει καθημερινά και ότι οδηγείς το λαό σε πλάνη. Γι' αυτό με αυτήν την επιστολή σε διατάζουμε να παρουσιαστείς μπροστά μας χωρίς καθυστέρηση, για να σε ακούσουμε και να γνωρίσουμε ακριβώς τη διδασκαλία σου. Έχουμε επίσης πληροφορηθεί ότι τελείς τη λειτουργία σε βάρβαρη γλώσσα, δηλαδή στη σλαβική, ενώ με επιστολή που μετέφερε ο επίσκοπος της Αγκώνας, ο Παύλος, σου απαγορεύσαμε να τελείς την ιερή ακολουθία της λειτουργίας σε αυτήν τη γλώσσα. Δεν μπορείς να την τελείς παρά μόνο στη λατινική και στην ελληνική γλώσσα, όπως κάνει η Εκκλησία του Θεού που είναι διασκορπισμένη σε όλη τη γη, ανάμεσα σε όλα τα έθνη. Φυσικά μπορείς να κηρύττεις και να μιλάς στο λαό σε αυτήν τη γλώσσα».
            Καταγράφεται επίσης, ότι: «Η ηθική του Ιωάννη Η΄ φαίνεται ότι ήταν αμφίβολη. Είχε τραγικό τέλος και πέθανε δολοφονημένος. Κάποιο ύποπτο πρόσωπο κατόρθωσε να τον δηλητηριάσει και επειδή ο θάνατός του δεν επήρχετο γρήγορα τον αποτελείωσε με ένα σφυρί» («Ο Πάπας, η αιτία των κακών», σελ. 29).
            Παρ’ όλα αυτά, ο Φώτιος πλέκει το εγκώμιο του ορθοδοξώτατου και αγιώτατου πάπα Ιωάννη Η΄, μετά το θάνατό του, σε επιστολή του προς τον πατριάρχη της Ακηλίας (ως ανωτέρω, σελ. 292).
 
            6.- Τα μετά την Σύνοδο γεγονότα.
            Ο Ρώμης Ιωάννης Η΄ δεν έμεινε ικανοποιημένος από τις αποφάσεις της Συνόδου, που υποβίβαζε το ρόλο του Ρώμης, δέχτηκε δε την μη προσθήκη της εκπόρευσης για πολιτικούς λόγους, ενώ δεν εντόπιζε θεολογικό πρόβλημα στη λέξη καθαυτήν (Στ. Ράνσιμαν, Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα, σελ. 52). Εχθρική στάση με τον Φώτιο κράτησαν οι διάδοχοι του Ιωάννη Η΄ (872-882), Μαρτίνος Α΄ (882-884), Αδριανός Γ΄ (884-885) και Στέφανος Ε΄ (885-891).
            Ο διάδοχος του Βασιλείου Α΄, Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός (882-912) εκθρόνισε τον Φώτιο το 886 και τον εξόρισε στην Αρμενία, όπου στις 6.2.893 απεβίωσε. Στη θέση του τοποθέτησε τον ανήλικο αδελφό του Στέφανο Σοφό (886-893), ο οποίος τιμάται ως άγιος με ημέρα μνήμης την 18η Μαΐου.
 
            7.- Όρος Πίστεως της Συνόδου.
            Του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού την σεπτήν και θείαν διδασκαλίαν τοις της διανοίας κόλποις αδιστάκτω γνώμη και πίστεως τεθεμελιωμένην καθαρότητι, και των αυτού αγίων μαθητών και αποστόλων τας ιεράς διατάξεις και τους κανονικούς τύπους απλανεστάτη κρίσει συνεξισούντες τε και συνδιασώζοντες, ναι δη και των αγίων και οικουμενικών επτά συνόδων, ως του αυτού και ενός Αγίου Πνεύματος ταις επιπνοίαις ιθυνομένων τε και ενεργουμένων, το κήρυγμα και τους κανονικούς θεσμούς απαρατρώτους τε και ακαπηλεύτους, ειλικρινεστάτη τε και ακλονήτω δόξη τιμώντες και συνδιαφυλάττοντες, αποβαλλόμεθα μεν ους εξεκκλησίασαν, στέργομεν δε και αποδοχής αξίους έχομεν ους οία δη ομοδόξους ή και της ευσεβείας καθηγητάς τιμήν και σέβας όσιον οφειλομένους απέφηναν. Ούτω περί τούτων φρονούντες τε και κηρύττοντες, τον άνωθεν εκ πατέρων και μέχρις ημών κατεληλυθότα της ακραιφνεστάτης των χριστιανών πίστεως όρον και διανοία και γλώσση στέργομέν τε και πάσι διαπρυσίω τη φωνή περιαγγέλομεν, ουδέν αφαιρούντες, ουδέν προστίθεντες, ουδέν αμείβοντες, ουδέν κιβδηλεύοντες. Η μεν γαρ αφαίρεσις και η πρόθεσις, μηδεμιάς υπό των του πονηρού τεχνασμάτων ανακινουμένης αιρέσεως, κατάγνωσιν εισάγει των ακαταγνώστων και ύβριν των πατέρων αναπολόγητον. Το δε κιβδήλοις αμοίβειν ρήμασιν όρους πατέρων πολύ του προτέρου χαλεπώτερον. Διό τον εξ αρχής της πίστεως όρον πόθω θείω και διανοίας ευθύτητι η αγία και οικουμενική αύτη Σύνοδος ενστερνιζομένη δε και θειάζουσα, και το της σωτηρίας στερέωμα εν αυτώ θεμελιούσα τε και ανεγείρουσα, ούτω φρονείν και κηρύσσειν πάσιν εμβοά. Πιστεύω εις ένα Θεόν, πατέρα, παντοκράτορα, και εφεξής μέχρι τέλους (του ιερού Συμβόλου Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως).
            Ούτω φρονούμεν, εν ταύτη τη ομολογία της πίστεως εβαπτίσθημεν, δι’ αυτής πάσαν αίρεσιν θραυομένην τε και καταλυομένην ο της αληθείας λόγος απέδειξε. τους ούτω φρονούντας αδελφούς και πατέρας και συγκλήρους της άνω πολιτογραφίας επιγραφόμεθα. Ει δε τις ετέραν έκθεσιν, παρά τούτο δη το ιερόν Σύμβολον, το άνωθεν εκ των μακαρίων και ιερών πατέρων ημών μέχρις ημών διαφοιτήσαν, τολμήσειεν αναγράψασθαι και όρον πίστεως ονομάσαι, συλήσαι το αξίωμα της των θεσπεσίων εκείνων ανδρών ομολογίας, και ταις ιδίαις ευρεσιολογίαις τούτο περιάψαι, κοινόν τε μάθημα τούτο προθείναι πιστοίς, ή και τοις εξ αιρέσεώς τινος επιστρέφουσι, και ρήμασι νόθοις ή προσθήκαις ή αφαιρέσεσι την αρχαιότητα του ιερού τούτου και σεβασμίου όρου κατακιβδηλεύσαι αποθρασυνθείη, κατά την ήδη και προ ημών εκφωνηθείσαν ψήφον υπό των αγίων και οικουμενικών Συνόδων, ει μεν των ιερωμένων είη τις, παντελεί καθαιρέσει τούτον καθυποβάλλομεν, ει δε των λαϊκών, τω αναθέματι παραπέμπομεν.           
 
            8.- Διευκρινήσεις σχετικά με τη Σύνοδο.
            Σε ό,τι αφορά τις Οικουμενικές Συνόδους, η Ελληνορθόδοξη Ανατολή και η Λατινική Δύση φαίνεται να διαφοροποιούνται, στο σημείο εκείνο όπου εμφανίζεται η Ογδόη Οικουμενική Σύνοδος. Αμφότεροι οι Ελληνορθόδοξοι και οι ΡΚαθολικοί αποδέχονται τις πρώτες Επτά Οικουμενικές Συνόδους. Πέραν όμως αυτών των Επτά Συνόδων, οι ΡΚαθολικοί απαριθμούν αρκετές άλλες (συνόδους), με τις οποίες το σύνολό τους αριθμεί 21, η δε ονομαζόμενη Βατικανού Β’ είναι εξ αυτών η πιο πρόσφατη.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αναγνωρίζει άλλες Συνόδους πέραν της Εβδόμης, αν και αποδέχεται κάποιες που έλαβαν χώρα μετά από αυτήν και που ονομάσθηκαν «Οικουμενικές» (όπως φαίνεται από τα Πρακτικά τους). Μία από αυτές είναι η λεγόμενη Ογδόη Οικουμενική, ή, η 4η Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως ( 879-880).
Οι ΡΚαθολικοί ακαδημαϊκοί έχουν επανειλημμένως σχολιάσει, πως οι Ορθόδοξοι δεν έχουν συγκαλέσει –και μάλιστα πως δεν θα μπορούσαν να έχουν συγκαλέσει- άλλες Οικουμενικές Συνόδους πέραν της Εβδόμης, μετά από τον χωρισμό τους από την Έδρα της Ρώμης το 1054. Αυτό το σχόλιο είναι εντελώς αδικαιολόγητο και παραπλανητικό. Η έλλειψη αρίθμησης δεν συνεπάγεται και έλλειψη πραγματοποίησης. Η Ορθόδοξη ιστορική διαδρομή των Συνόδων, καθώς και τα σχετικά συνοδικά έγγραφα, αποδεικνύουν ξεκάθαρα την ύπαρξη ορισμένων Οικουμενικών Συνόδων μετά από τις πρώτες Επτά Συνόδους, οι οποίες συνεχίζουν να διατηρούν την συνοδική ζωή της Εκκλησίας μέσα στην Ιστορία, με ένα τρόπο πολύ πιο ακριβή από εκείνο της Λατινικής Εκκλησίας.
Οι Σύνοδοι αυτοί [συμπεριλαμβανομένης εκείνης της Κωνσταντινουπόλεως του 879/880 ή «Ογδόη Οικουμενική» όπως αναφέρεται στον Τόμο Χαράς του Πατριάρχου Δοσιθέου, ο οποίος εξέδωσε τα Πρακτικά της για πρώτη φορά το 1705 και επίσης από τον Μητροπολίτη Νείλο της Ρόδου, το κείμενο του οποίου επικαλείται η έκδοση Mansi] δεν έχουν απαριθμηθεί στην Ανατολή, λόγω της Ορθοδόξου ελπίδας για πιθανή επούλωση του Σχίσματος του 1054, κάτι που επεδιώκετο από τους Ορθοδόξους μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453.
Υπάρχουν και άλλοι, προφανείς λόγοι που εμπόδισαν την απαρίθμηση, οι περισσότεροι των οποίων σχετίζονται με τα δύσκολα χρόνια, που η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε να αντιμετωπίσει, μετά από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και την διάλυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που την υποστήριζε.
Η περίπτωση της Ογδόης Οικουμενικής Συνόδου, όχι μόνο μας παρέχει την ευκαιρία να διευκρινισθεί αυτή η εκτροπή, αλλά επίσης για να αναδειχθεί η αυθαίρετη συνοδική εξέλιξη της Εκκλησίας της Ρώμης, μετά από την αποκοπή της από τις Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες. Σύμφωνα με τους ΡΚαθολικούς, η Ογδόη Οικουμενική Σύνοδος είναι μια Σύνοδος που έλαβε χώρα στην ΚΠολη το 869/870 – επίσης γνωστή ως «Σύνοδος του Ιγνατίου» επειδή επανέφερε τον Ιγνάτιο στον Πατριαρχικό θρόνο – και η οποία, μεταξύ άλλων, εξασφάλισε την καταδίκη του Οικουμενικού Πατριάρχου Φωτίου. Όμως, έχει επιβεβαιωθεί περίτρανα και από νεώτερους ακαδημαϊκούς, πως αυτή η Σύνοδος του Ιγνατίου απερρίφθη από μια άλλη Σύνοδο της ΚΠολης, η οποία έλαβε χώρα ακριβώς δέκα χρόνια αργότερα, το 879/880. Η Σύνοδος αυτή είναι επίσης γνωστή ως Σύνοδος του Φωτίου, επειδή αθώωσε και επανέφερε στον θρόνο της ΚΠολης τον Άγιο Φώτιο και τους συν-Ιεράρχες του, και η οποία υπεγράφη από τους Ανατολικούς και τους Δυτικούς.
Πώς έγινε, και οι ΡΚαθολικοί κατέληξαν να αψηφούν αυτό το συνοδικό γεγονός; Μετά από τον Παπαδόπουλο Κεραμέα, ο Γιόχαν Μέγιερ – συγγραφέας μιας πολύ λεπτομερούς μελέτης της Συνόδου της ΚΠολης του 879/880 – επισήμανε πως οι ΡΚαθολικοί κανονιολόγοι αναφέρθηκαν για πρώτη φορά στην δική τους Ογδόη Οικουμενική Σύνοδο (του Ιγνατίου) στις αρχές του δωδέκατου αιώνα. Ευθυγραμμισμένος με τον Ντβόρνικ και με άλλους, ο Μέγιερ επί πλέον διευκρίνισε πως αυτό έγινε και επίτηδες, επειδή οι κανονιολόγοι αυτοί είχαν τότε ανάγκη τον Κανόνα 22 της συγκεκριμένης Συνόδου. Στην ουσία όμως, παρέβλεψαν το γεγονός ότι «αυτή η Σύνοδος είχε ακυρωθεί από μια άλλη, την Σύνοδο του Φωτίου το 879/880, οι πράξεις της οποίας Συνόδου ήσαν επίσης φυλασσόμενες στα παπικά αρχεία». Έχει ενδιαφέρον το πως οι ΡΚαθολικοί αργότερα ονόμασαν αυτή την Σύνοδο του Φωτίου «Ψεύδο-ογδόη Οικουμενική Σύνοδος» (Conciliabulum Oecumenicum Pseudooctavum), αναγνωρίζοντας -με αυτόν τον αδιαμφισβήτητο τρόπο- πως όντως υπάρχει μια άλλη Ογδόη Σύνοδος, αντίπαλη εκείνης της δικής τους προτίμησης!!
Η ιστορία αυτής της ΚΠολίτικης Συνόδου, η οποία άφησε το σημάδι της στην καριέρα του Οικουμενικού Πατριάρχη Φωτίου (έναν από τους πιο σπουδαίους Πατριάρχες της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας) έχει μελετηθεί εκτενέστατα από τους νεώτερους ιστορικούς. Η πρωτοπόρος εργασία του Ντβόρνικ έχει αποκαταστήσει τα βασικά δεδομένα. Ο Μέγιερ το 1975, ο Φειδάς το 1994 και ο Σιαμάκης το 1995: όλοι τους εμπλούτισαν τα δεδομένα αυτά. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, σε οποιονδήποτε επιθεωρήσει τις εργασίες αυτών, πως η θέση της ΡΚαθολικής Εκκλησίας είναι εντελώς αστήρικτη, καθότι, η σύνοδος του Φωτίου το 879/880 είναι εκείνη που:
(1) ακύρωσε την Σύνοδο του Ιγνατίου (869/870),
(2) αναγνώρισε την Εβδόμη (787), προσθέτοντάς την στις προηγούμενες 6 Συνόδους,
(3) αποκατάστησε την ενότητα στην ίδια την Εκκλησία της ΚΠολης και τις Εκκλησίες της Παλαιάς και της Νέας Ρώμης – ενότητα που είχε διασπαστεί από την αυθαίρετη παρέμβαση των παπών της Ρώμης στη ζωή της Ανατολικής Εκκλησίας, ειδικά μέσω της Συνόδου του Ιγνατίου, και
(4) κατέγραψε την κανονική και θεολογική βάση για την ένωση της Εκκλησίας στην Ανατολή και την Δύση, μέσω του Όρου της.

            9.- Η σημασία του Όρου της Συνόδου.
Πρόκειται ακριβώς για την θεολογική βάση αυτής της Συνόδου. Είχε άραγε κάποια σχέση με το ζήτημα του Φιλιόκβε, ο Όρος της πίστεως αυτής της Συνόδου, ο οποίος διατυπώθηκε κατά την έκτη συνεδρία, παρόντος του Βασιλέα; Ο Λουθηρανός θεολόγος Δρ. Μπρους Μάρσαλ έχει την εντύπωση πως δεν είχε σχέση. Μάλιστα, κατ’ αυτόν, «το Φιλιόκβε σαν θεολογικό ζήτημα δεν έπαιξε κανένα ουσιαστικό ρόλο, είτε στην διακοπή της επικοινωνίας ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και την Ρώμη, είτε στην αποκατάσταση της επικοινωνίας τους. Δεν ήταν παρά μετά από πολύ καιρό, που τέθηκαν καν σε συζήτηση μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας τα θεολογικά κριτήρια που περιέβαλαν το Φιλιόκβε.». Επί πλέον, ο Δρ. Μάρσαλ δήλωσε πως το Φιλιόκβε έπαιξε κάποιο ρόλο, μόνο σαν κανονικό ζήτημα εκείνη την εποχή, επειδή είχε κριθεί απαράδεκτη η προσθήκη του στο Σύμβολο της Πίστεως, και πως αυτό μονάχα αιτιολογούσε την διακοπή κοινωνίας. Το επακόλουθο αυτού του ισχυρισμού, που υποστηρίζεται από κάποιους Δυτικούς μελετητές, είναι πως οι σύγχρονοι διάλογοι ανάμεσα στους Ορθόδοξους και τους Δυτικούς Χριστιανούς δεν θα πρέπει να εκλαμβάνουν ως κριτήριο της αποκατάστασης της κοινωνίας τους το θεολογικό υπόβαθρο του Φιλιόκβε.
Υπενθυμίζονται οι απόψεις των Ορθοδόξων μελετητών οι οποίοι έχουν ασχοληθεί με αυτή την Σύνοδο του Φωτίου - και γενικότερα με τις Συνόδους του 9ου αιώνα - στις οποίες οφείλεται η υπέρβαση μιας μεγάλης κρίσεως στην κοινωνία ανάμεσα στην Ανατολή και την Δύση, έτσι, από Ορθόδοξης απόψεως, η διάκριση ανάμεσα στο τι θεωρείται «κανονικό» και τι θεωρείται «θεολογικό» είναι νομικής φύσεως, και δεν έχει κάποιο πραγματικό βάρος. Δεν είναι διόλου εξυπηρετική, και μάλιστα γίνεται και εργαλείο διαιώνισης μιας αυθαίρετης κατάστασης, η οποία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε άκαρπες και επισφαλείς συμφωνίες.
Το 1974 ο Αμερικανός Ορθόδοξος μελετητής Richard Haugh, σε μια μελέτη της ιστορίας της Τριαδικής αντίφασης μεταξύ Ανατολής και Δύσης με ειδική αναφορά στο Φιλιόκβε, δήλωσε πως «η έκτη συνεδρία της Συνόδου το 879/880 είχε τεράστια σχέση με την Τριαδολογική αντίφαση». Την άποψη αυτή την υποστήριξε, παραθέτοντας την συζήτηση του Όρου της πίστεως όπως αυτός είχε διατυπωθεί εκείνη την εποχή.
Ο Haugh εξέτασε τις ειδικές, λεπτές αποχρώσεις του Όρου της Συνόδου αυτής υπό το φως των μετέπειτα συγγραμμάτων του Φωτίου, που αναφέρονταν στο δόγμα του Φιλιόκβε, — ειδικότερα την Επιστολή προς τον Πατριάρχη της Ακυλείας (Aquileia) και την Μυσταγωγία περί του Αγίου Πνεύματος, τα οποία αμφότερα εξέλαβαν τον Όρο, ως μια ισχυρότατη απόκρουση του Φράγκικου δόγματος για το Φιλιόκβε, το οποίο διαμόρφωσε το θεολογικό υπόβαθρο της θεολογικής αντίφασης ανάμεσα στους τότε Ορθοδόξους και Δυτικούς.
Αν ο Όρος του 879/880 δεν είχε καμία θεολογική βαρύτητα για το Φιλιόκβε, τότε γιατί να αναφερθεί ο Αγ. Φώτιος στο ζήτημα αυτό, και μάλιστα στα δύο του αυτά γραπτά; Σε καμία περίπτωση – είτε πριν, είτε μετά την Σύνοδο του 879/880 – δεν απέρριψε το Φιλιόκβε για λόγους απλώς κανονικούς. Στην πραγματικότητα, είχε δηλώσει ξεκάθαρα, πως οι λόγοι του ήσαν και Ευαγγελικοί, και θεολογικοί. Ευαγγελικοί, επειδή εδράζουν στην διδασκαλία του Ευαγγελίου του Αγ. Ιωάννου και την ξεκάθαρη δήλωση πως «το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός» (τελεία και παύλα!). Θεολογικοί, επειδή το Φιλιόκβε εισήγαγε δύο αιτίες και δύο αρχές μέσα στην Τριάδα, συντρίβοντας έτσι την Μοναρχία της Αγίας Τριάδος. Γιατί λοιπόν να συγγράψει ο Αγ. Φώτιος μια τόσο πλήρη θεολογική κριτική όπως είναι η «Μυσταγωγία», λίγα μόλις χρόνια μετά από την Σύνοδο, αν η μοναδική του έγνοια ήταν απλώς μια επιβεβαίωση της αρχικής λεκτικής διατύπωσης του Συμβόλου της Πίστεως; Δεν θα ήταν αρκετό, αν είχε απλώς αναφερθεί στην κανονική απαγόρευση του Όρου του 879/880;
Το 1975 ο Μέγιερ εξέδωσε την λεπτομερέστατη μελέτη του για την Σύνοδο του Φωτίου το 879/880, προβάλλοντας την θέση πως –όπως δηλώνει άλλωστε και ο τίτλος του βιβλίου του– η Σύνοδος αυτή ήταν «μια επιτυχής Σύνοδος ενότητας». Το 3ο μέρος της μελέτης του, με τίτλο «Συλλογισμός», καταλήγει: «Ο λόγος της σύγκλησης της Συνόδου το 879/880 ήταν η αποκατάσταση της ενότητας. Πιθανώς, πιο συγκεκριμένα να ήταν ένας εορτασμός για την επαναφορά της ειρήνης μέσα στην Εκκλησία του Θεού». Όμως, συνεχίζει με την παρατήρηση πως η βάση αυτής της ενότητας ήταν θεολογική. Με τα δικά του λόγια: «Αυτή η ενότητα σημαίνει πρωτίστως μια ενότητα στην ίδια πίστη. Ο Φώτιος ήταν ένας σθεναρός υποστηρικτής της καθαρότητας του δόγματος». Πράγματι, «…σε ό,τι αφορούσε την Ορθοδοξία, ο Φώτιος ήταν ένας αληθινός ομιλητής-εκπρόσωπος των Βυζαντινών Επισκόπων». Και συνεχίζει ο Μέγιερ: «…και η Δύση παρομοίως απέδιδε μεγάλη αξία στην καθαρότητα της πίστεως, αλλά στην πράξη επικεντρωνόταν περισσότερο στο ζήτημα της αφοσίωσης στην Εκκλησία της Ρώμης. Στην Σύνοδο του 879/880, η έγνοια των Πατέρων για την καθαρότητα του δόγματος αναδύθηκε μέσα από τον Όρο (την διατύπωση της πίστεως της Συνόδου) τον οποίο διακήρυξαν. Ο Όρος δεν μπορεί να εκληφθεί ως δογματικός ορισμός… αλλά μάλλον ως αληθινή έκφραση του εκκλησιαστικού συναισθήματος της Συνόδου… εκπεφρασμένη δια του Συνοδικού Συμβόλου της Πίστεως της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως… Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως ο Φώτιος είχε εναντιωθεί στην προσθήκη του Φιλιόκβε στο Σύμβολο της Πίστεως για λόγους δογματικούς. Στην περίφημη εγκύκλιό του προς τους Ανατολικούς Πατριάρχες είχε διαμαρτυρηθεί για την προσθήκη αυτή από τους Φράγκους μισσιονάριους που εργάζονταν στην Βουλγαρία, επειδή το θεωρούσε θεολογικά απαράδεκτο. Ολόκληρος ο ισχυρισμός του βασίζεται πάνω στην πεποίθηση, πως αυτή η προσθήκη υπέσκαπτε την ενότητα του Θεού. Την ίδια λογική την βρίσκουμε και στην Μυσταγωγία του και στην επιστολή του προς τον Αρχιεπίσκοπο της Ακυλείας». 
Φυσικά, ο Φώτιος γνώριζε, πως η Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είχε εγκρίνει το Φράγκικο Φιλιόκβε και πως για τον λόγο αυτό είχε συμφωνήσει με την Συνοδική άρνηση να προστεθεί το Φιλιόκβε στο Σύμβολο της Πίστεως. Γνώριζε όμως εξ ίσου, πως οι Φράγκοι ακριβώς επεδίωκαν να εισάγουν το Φιλιόκβε στο Σύμβολο της Πίστεως πάνω σε θεολογική βάση – κάτι που εν καιρώ κατόρθωσαν να κάνουν. Έτσι, καταλήγει ο Μέγιερ: «Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Όρος της Συνόδου του Φωτίου επισήμως αποδοκίμαζε την (θεολογική - και έτσι κι αλλιώς κανονική) χρήση του Φιλιόκβε από τους Φράγκους μισσιονάριους στην Βουλγαρία [σημ.: η φράση που παραθέτει εδώ «τη διανοία και γλώσσα στέγομεν» θυμίζει την Εγκύκλιο του 867 του Αγ. Φωτίου] και δεν απευθυνόταν γενικά εναντίον της Εκκλησίας της Ρώμης, μιας και αυτή δεν χρησιμοποιούσε το Φιλιόκβε εκείνη την εποχή».
Το 1985 ο Δρ. Κων/νος Σιαμάκης δήλωνε την ίδια ακριβώς άποψη, μέσα στην εκτενή εισαγωγή του στην νέα έκδοση του Τόμου Χαράς του Πατριάρχου Δοσιθέου: «Στην Οικουμενική αυτή Σύνοδο καταδικάστηκε το Φιλιόκβε, σαν διδασκαλία αλλά και σαν προσθήκη μέσα στο Σύμβολο της Πίστεως». Μέσα στην περιγραφή του της 6ης συνεδρίας της Συνόδου, δηλώνει: «Το Φιλιόκβε καταδικάζεται….κλπ.» και πιο κάτω: «χωρίς να αναφέρεται στο Φιλιόκβε, ο Αυτοκράτωρ ζητά έναν Όρο από την Σύνοδο, και τα συνοδικά μέλη που παρίσταντο στην συνεδρίαση αυτή, και εκείνοι προτείνουν τον Όρο των πρώτων δύο Οικουμενικών Συνόδων, ήτοι, το Σύμβολο της Πίστεως - αλλά χωρίς καμία προσθήκη - και με τον όρο πως οποιαδήποτε προσθήκη ή αφαίρεση σ’ αυτό θα πρέπει να επισύρει το ανάθεμα της Εκκλησίας. Αυτό έγινε αποδεκτό από τον Αυτοκράτορα, ο οποίος το υπογράφει, και από τα συνοδικά μέλη, τα οποία εκφράζουν την ικανοποίησή τους».
Είναι σημαντικό να επισημανθεί, πως ο Σιαμάκης επεδίωξε μια κριτική έρευνα του κειμένου των Πρακτικών και εξέθεσε την πρόθεση διαφόρων Δυτικών χειρογράφων (π.χ. Κώδικας Βατικανού Graecus 1892 του 16ου αιώνα) καθώς και διαφόρων άλλων Δυτικών συγγραφέων των Πράξεων της Συνόδου αυτής (π.χ. η έκδοση Rader του 1604) να αποκρύψουν το γεγονός, πως ο Όρος είναι στην πραγματικότητα μια υπονοούμενη αλλά ολοφάνερη καταδίκη του Φράγκικου Φιλιόκβε.
Πιο πρόσφατα, το 1994, ο Καθηγητής Φειδάς του Πανεπιστημίου Αθηνών δήλωσε την ίδια άποψη στο νέο και εντυπωσιακό εγχειρίδιό του για την Ιστορία της Εκκλησίας. Στον σχολιασμό του για την Σύνοδο του Φωτίου του 879/880 έγραψε πως «η αντίθεση ανάμεσα στην Παλαιά και την Νέα Ρώμη έχει σχέση και με την θεολογική διαφωνία για το «Φιλιόκβε» – διαφωνία που τότε δεν είχε αποτελέσει εμπόδιο για την αποκατάσταση της κοινωνίας ανάμεσα στην Ρώμη και την ΚΠολη, αφού δεν είχε εισαχθεί μέσα στο Σύμβολο της Πίστεως από τον Παπικό θρόνο, αλλά είχε πάντως αποκτήσει την εποχή εκείνη δογματικό χαρακτήρα, σε μια εμφανή προσπάθεια να διαφοροποιηθεί η Δύση από την Ανατολή». Ο Φειδάς επίσης προτείνει πως: «…προφανώς, οι Παπικοί εκπρόσωποι δεν θα είχαν αντιληφθεί τον σκοπό της προτεινόμενης επανάληψης του παραδοσιακού Συμβόλου της Πίστεως μέσα στον Όρο της Συνόδου, η οποία (επανάληψη) είχε ξεκάθαρη σχέση με την καταδίκη της προσθήκης του Φιλιόκβε στο Σύμβολο αυτό – προσθήκης που είχε ήδη υιοθετηθεί στην Δύση από τους Φράγκους… Και όμως, όλοι οι συμμετέχοντες Επίσκοποι είχαν καταλάβει πως (η επανάληψη) εννοείτο ως καταδίκη της προσθήκης του Φιλιόκβε στο Σύμβολο της Πίστεως…». Επί πλέον, ο Φειδάς τονίζει πως η αποδοχή του Όρου από τον Πάπα Ιωάννη Η’ οφειλόταν στην επιρροή του Ζαχαρία Ανάγνων, βιβλιοθηκάριου του Βατικανού, Παπικού απεσταλμένου στην Σύνοδο, και φίλου και συμπαθούντος του Αγ. Φωτίου, στο οποίον αργότερα είχε απευθύνει μια επιστολή ως έκφραση ευχαριστίας.
Οι ανωτέρω αναφορές δείχνουν καθαρά, πως η σύγχρονη Ορθόδοξη ακαδημαϊκή αντίληψη είναι ομόφωνη ως προς την κατανόηση του Όρου της Συνόδου του Φωτίου το 879/880, δηλαδή, ότι είχε άμεση αναφορά στην διαμάχη για το Φιλιόκβε. Ο Όρος καταδικάζει το Φιλιόκβε, όχι μόνο σαν προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως, αλλά και σαν διδασκαλία. Φυσικά, γίνεται αντιληπτό πως αυτή η καταδίκη είναι υπονοούμενη, και όχι ρητά εκπεφρασμένη, μέσα στην σαφή και σφοδρή καταδίκη του Όρου για οποιοδήποτε είδος προσθήκης στο Σύμβολο της Πίστεως.
Το ότι αυτή η εμπλοκή είναι αναπόφευκτη, στηρίζεται από το ιστορικό πλαίσιο αυτής της Συνόδου, ήτοι, την σύγκρουση ανάμεσα στον Φώτιο και τους Φράγκους θεολόγους, η οποία (σύγκρουση) βρίσκεται στο προσκήνιο και το παρασκήνιο αυτής της Συνόδου. Το να περιορισθεί αυτή η εμπλοκή σε ένα απλό «κανονικό ζήτημα», που δεν έχει κανένα θεολογικό υπόβαθρο, δεν δικαιολογείται από το κείμενο και το δογματικό-ιστορικό πλαίσιό του, το οποίο προϋποθέτει την αντίθεση του Φωτίου στην Φράγκικη διδασκαλία του Φιλιόκβε. Αυτό μπορεί να γίνει πιο εμφανές, όταν επανεξετασθεί ο ίδιος ο Όρος.

            10.- Επίλογος
Η κατάνυξη και η αυστηρότητα του Όρου είναι πολύ εντυπωσιακή. Η αναφορά στον Κύριο, στους Αποστόλους και στους Πατέρες ως φύλακες της αληθούς πίστεως, υπονοεί σαφώς πως το ζήτημα που κρίνεται εδώ είναι θεολογικό. Το θέμα δεν είναι απλώς τα λόγια ή η γλώσσα, αλλά ο νους και η σκέψη επίσης. Η όλη δομή υπονοεί ξεκάθαρα πως κάποιο σοβαρό ζήτημα πλανάται στον αέρα, το οποίο όμως δεν κατονομάζεται ευθέως. Στο επίκεντρο είναι το Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο δηλώνουν πως είναι αναντικατάστατο, με οτιδήποτε άλλο. Είναι ακόμα χειρότερο πράγμα όμως, αν το Σύμβολο πειραχθεί, ή αν προστεθεί ή αφαιρεθεί κάτι από αυτό. Η πρόσθεση ή η αφαίρεση δεν είναι ένα τυπικό θέμα, αλλά έχει να κάνει με την ουσία της πίστεως, στην οποία κανείς βαπτίζεται και πάνω στην οποία η σωτηρία εντός της Εκκλησίας έχει θεμελιωθεί. Η διάπραξη ενός τέτοιου λάθους δεν μπορεί παρά να σημαίνει απόρριψη της πίστεως που είχε κάποτε παραδοθεί στους αγίους, και συνεπώς δεν μπορεί παρά να επισύρει την εξορία από την Εκκλησία. Τι άλλο θα μπορούσε να έχει κατά νου ο Άγιος Φώτιος από το Φιλιόκβε; Υπήρχε καμία άλλη απειλή κατά του Συμβόλου την εποχή εκείνη;
Το Φιλιόκβε ήταν ουσιαστικά το μοναδικό πρόβλημα, το οποίο ο ίδιος –πάνω απ’ όλους- είχε νωρίτερα εντοπίσει και αποκηρύξει, όταν αντιλήφθηκε πλήρως την σοβαρότητα του θέματος. Αυτό είναι επίσης το δογματικό πρόβλημα, το οποίο θα επισημάνει πάλι, σύντομα μετά την Σύνοδο αυτή, και για το οποίο θα συγγράψει την εκτενή του πραγματεία. Η χρησιμότητα αυτού του Όρου δεν μπορεί να ήταν άλλη, παρά μόνο σαν ένα είδος «έγκαιρης προετοιμασίας» για την επερχόμενη θύελλα που είχε διαβλέψει. Οι Φράγκοι θεολόγοι είχαν ήδη διαπράξει αυτό το σφάλμα, και πίεζαν υπέρ αυτού, μαζί με τους Πάπες. Η Ρώμη αντιστεκόταν, αλλά για πόσο καιρό ακόμα; Σίγουρα θα σκέφθηκε (ο Αγ. Φώτιος) πως ένας Όρος Οικουμενικής Συνόδου που θα συμπεριελάμβανε αυστηρές ποινές σε εκείνους που θα παραποιούσαν την αρχαία πίστη, θα γινόταν σεβαστός και ο κίνδυνος θα αποτρεπόταν. Το ότι αυτό δεν ήταν μόνο στην σκέψη του Φωτίου αλλά και ολόκληρης της Συνόδου, γίνεται εμφανές στις αντιδράσεις των Επισκόπων κατά την ανάγνωση του Όρου.
Διαβάζουμε στα Πρακτικά της Έκτης Συνεδρίας πως μετά από την ανάγνωση του Όρου, οι Επίσκοποι φώναξαν: «Έτσι νομίζουμε, έτσι πιστεύουμε, σε αυτήν την ομολογία βαπτισθήκαμε και αξιωθήκαμε να εισέλθουμε στις τάξεις του Κλήρου. Θεωρούμε λοιπόν ως εχθρούς του Θεού και της Αλήθειας εκείνους που σκέπτονται αλλιώς, σε σχέση με αυτά. Εάν κανείς τολμήσει να ξαναγράψει ένα άλλο Σύμβολο της Πίστεως εκτός από αυτό, ή να προσθέσει σε αυτό, ή να αφαιρέσει οτιδήποτε από αυτό, και να επιδείξει το θράσος να το αποκαλέσει «Κανόνα», αυτός θα καταδικασθεί και θα εξορισθεί από την Χριστιανική Ομολογία. Διότι, το να αφαιρεθεί από, ή να προστεθεί στην Αγία και Ομοούσιον και Αχώριστον Τριάδα οτιδήποτε, είναι δηλωτικό του ότι η ομολογία που είχαμε μέχρι την ημέρα αυτή είναι ατελής, [Με άλλα λόγια, το πρόβλημα που υπονοείται, αλλά δεν κατονομάζεται, έχει σχέση με το Τριαδικό Δόγμα], και καταδικάζει την Αποστολική Παράδοση και την διδασκαλία των Πατέρων. Εάν οποιοσδήποτε λοιπόν, έχοντας φτάσει σε τέτοιο βαθμό απροσεξίας, τολμήσει να κάνει αυτό που είπαμε προηγουμένως και έχει προτείνει ένα άλλο Σύμβολο και το ονομάσει «Κανόνα», ή προσθέσει ή αφαιρέσει οτιδήποτε από το Σύμβολο που μας παραδόθηκε από την Πρώτη, Μεγάλη, Αγία και Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, έστω αυτός Ανάθεμα!».
Τα Πρακτικά συνεχίζουν, με την καταγραφή της αποδοχής αυτής της κατανυκτικής δήλωσης από τους εκπροσώπους των άλλων Πατριαρχείων και τελικά από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα. Η δήλωση του Αυτοκράτορα και η υπογραφή του δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία για την σοβαρότητα αυτού του θεολογικού Όρου, που εκδόθηκε από μια οικουμενική Σύνοδο της Εκκλησίας:
«Εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Βασίλειος Αυτοκράτωρ εν Χριστώ, πιστός βασιλεύς των Ρωμαίων, συμφωνών παντοιοτρόπως με αυτήν την αγία και οικουμενική Σύνοδο, σε επιβεβαίωση και επισφράγιση της αγίας και οικουμενικής Εβδόμης Συνόδου, σε επιβεβαίωση και επισφράγιση του Φωτίου, αγιωτάτου Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως και πνευματικού πατρός μου, και σε απόρριψη όλων όσων είχαν γραφτεί ή ειπωθεί εναντίον του, υπογράφω δεόντως, με το δικό μου χέρι».
Επίσης, η καταδίκη της ΡΚαθολικής Ογδόης Συνόδου (η αντί-Φωτική Σύνοδος του 869/870 στην ΚΠπολη) από τον Πάπα Ιωάννη Η’ πρωτοδιατυπώνεται στην επιστολή αυτού του Πάπα, «Επιστολή προς τους Αυτοκράτορες Βασίλειο, Λέοντα και Αλέξανδρο». Στην επιστολή αυτή, η οποία αναγνώσθηκε στην δεύτερη συνεδρία της Συνόδου του Φωτίου στην Κωνσταντινούπολη το 879/880 και συμπεριλαμβάνεται στην δεύτερη Πράξη των Πρακτικών, ο Πάπας Ιωάννης Η’ γράφει:
«κατά πρώτον, ας παραλάβομεν τον Φώτιο, τον εξοχώτατο και ιερώτατο Αρχιερέα του Θεού και Πατριάρχη, αδελφό και συλλειτουργό μας, ο οποίος είναι συνδικαιούχος, συμμέτοχος και κληρονόμος της κοινωνίας η οποία υπάρχει εις την Αγία Εκκλησία των Ρωμαίων… παραλάβετε τον άνδρα αυτό απροσποίητα. Ουδείς να συμπεριφέρεται προσποιητά εξ αιτίας των αδίκων συνόδων που συστάθηκαν εναντίον του. Ουδείς, καθώς μπορεί να κρίνεται ορθόν από πολλούς που συμπεριφέρονται ως αγέλη, να κάνει χρήση των αρνητικών ψήφων των μακαριστών Ιεραρχών που προηγήθηκαν ημών. Αναφέρομαι στον Νικόλαο και τον Αδριανό, ως δικαιολογία (να εναντιωθούν σ’ αυτόν), καθ’ ότι εκείνοι δεν απέδειξαν τι είχε πονηρά κατασκευασθεί εναντίον του… Κάθε πράγμα που είχε γίνει εναντίον του έχει πλέον τελειώσει και έχει εξορισθεί…».
Μια παρόμοια καταδίκη βρίσκεται στην επιστολή του Πάπα Ιωάννη Η’, «Επιστολή προς Φώτιον», όπου γράφει: «Όσο για την Σύνοδο που συγκλήθηκε εναντίον της Σεβασμιότητάς σας, πράγματι την έχουμε ανακαλέσει και εντελώς καταδικάσει και αποβάλλει (από τα αρχεία μας): και λόγω άλλων αιτιών, και επειδή ο μακαριώτατος προκάτοχός μας ο Πάπας Αδριανός δεν την είχε προσυπογράψει…».
Τέλος, στο υπόμνημα του Πάπα Ιωάννη Η’ Commonitorium ή Mandatum κεφ. 10, το οποίο αναγνώσθηκε από τους παπικούς εκπροσώπους στην Τρίτη Συνεδρία της ιδίας Συνόδου, βρίσκουμε τα ακόλουθα: «Ημείς [ο Πάπας Ιωάννης Η’] επιθυμούμε να δηλωθεί ενώπιον της Συνόδου, ότι η Σύνοδος που έλαβε χώρα εναντίον του προαναφερόμενου Πατριάρχου Φωτίου κατά την εποχή του Αδριανού, του Παναγιώτατου Πάπα στην Ρώμη, και η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως [869/70] πρέπει να εξοστρακισθούν από αυτής της στιγμής και να θεωρηθούν άκυρες και αβάσιμες, και να μην συναριθμηθούν με καμία από τις άλλες άγιες Συνόδους.» Τα Πρακτικά στο σημείο αυτό προσθέτουν: «Η Αγία Σύνοδος ανταποκρίθηκε, λέγοντας: Έχομεν αποκηρύξει αυτήν με τις ενέργειές μας, και την απορρίπτουμε από τα αρχεία μας και αναθεματίζουμε την εν λόγω (Ογδόη) Σύνοδο, όντες ενωμένοι με τον Φώτιο, τον Παναγιώτατο Πατριάρχη μας. Επίσης αναθεματίζουμε εκείνους που θα παραλείψουν να απορρίψουν ό,τι εγράφη ή ειπώθηκε εναντίον του από την λεγόμενη (Ογδόη) σύνοδο».
Τελικά, μπορούμε να σημειώσουμε πως η εικόνα του Αγίου Φωτίου που αναφαίνεται μέσα από τις πράξεις της Ογδόης Οικουμενικής Συνόδου είναι εικόνα ενός μετρημένου, ευαίσθητου και ώριμου ανδρός. Η σύγκρουση αποφεύγεται μεν, αλλά χωρίς να παραχωρείται το αμετακίνητο σε ζητήματα που αφορούν την πίστη. Επιδεικνύεται μια γενναιοδωρία προς τους άλλους, και τα πάντα είναι διαποτισμένα από ωριμότητα. Και αυτή είναι πράγματι η εικόνα που ο καθηγητής Henry Chadwick έχει πρόσφατα αποφασίσει να προωθήσει. Αυτή είναι η αυθεντική εικόνα της Ανατολής. Η Σύνοδος του Φωτίου το 879/880 είναι όντως η Ογδόη Οικουμενική, της καθολικής Εκκλησίας, Ανατολικής και Δυτικής και Ορθοδόξου. Είναι μια Σύνοδος Ενότητος – η τελευταία πριν από το μεγάλο Σχίσμα – που βασίστηκε στην κοινή Αγία Παράδοση και ιδιαιτέρως στην ανόθευτη πίστη του Οικουμενικού Συμβόλου της Πίστεως.
Παρατηρήσεις
Η Η΄ Οικουμενική Σύνοδος:
1/ Συγκλήθηκε για την αποκατάσταση του Μ. Φωτίου, την επίλυση του βουλγαρικού ζητήματος και την αποκατάσταση των αποσχισθέντων Ιγνατιανών Επισκόπων, αλλά στην ουσία, για την εμμονή της Εκκλησίας στο απαρασάλευτο του Συμβόλου της Πίστεως και την καταδίκη της όποιας προσθήκης.
2/ Η Σύνοδος αναγνώρισε όλες τις προ αυτής Συνόδους, ως Οικουμενικές, χαρακτήρισε δε και εαυτήν, ως Οικουμενικήν.
3/ Για μια ακόμη φορά, ο Επίσκοπος Ρώμης προσπάθησε να εδραιώσει το πρωτείο εξουσίας της Εκκλησίας της Ρώμης, σ’ ολόκληρη την Εκκλησία, κάτι όμως που δεν έγινε ευμενώς δεκτό από τους πατέρες της Συνόδου.
4/ Ο Πάπας της Ρώμης έγινε αποδεκτός στη Σύνοδο φέροντας και την ιδιότητα του αρχηγού της κοσμικής εξουσίας του Παπικού κράτους.
5/ Η Σύνοδος αυτή υπήρξε η τελευταία προσπάθεια της Ενωμένης Εκκλησίας να αποτρέψει την επιβολή της προσθήκης στο Σύμβολο της Πίστης, από τους Φράγκους κατακτητές στην Εκκλησία της Ρώμης, κάτι που τελικώς δεν απεφεύχθη μετά την κατάληψη του θρόνου της Ρώμης από Φράγκους Πάπες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αγίου Νεκταρίου:                          Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι
   «                                                    Τα αίτια του Σχίσματος
ΓΟΧ Κύπρου:                                 Ο πάπας η αιτία των κακών
Ελληνική Πατρολογία:                  Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ιεροσολύμων Δοσιθέου:                ΤΟΜΟΣ ΧΑΡΑΣ Πρακτικά Η΄ Οικουμενικής Συνόδου
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους:  Τόμος Ζ΄.
Κοντοστεργίου Δ. Καθ. ΑΠΘ:     Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι
Ναυπάκτου Ιεροθέου:                  Εισήγηση στην ΔΙΣ για την αναγνώριση της Συνόδου, ως Οικουμενικής
Ράνσιμαν:                                       Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα.