Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ

Ἡ Ὁσία Ξένη Γκριγκόριεβνα, ἡ διὰ Χριστὸν Σαλή

Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/3D7C5FF3.el.aspx
        Αὐτὸν τὸν πρῶτο Μακαρισμὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου μας (“Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν”), μποροῦμε νὰ τὸν ἀποδώσουμε πλήρως στὴν εὐλογημένη δούλη τοῦ Θεοῦ Ξένη, τὴν κατὰ Χριστὸν Σαλή. Ἀνῆκε σ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι “πτωχοὶ τῷ πνεύματι” καὶ τὰ σαράντα πέντε χρόνια τῆς ἀσκητικῆς της ζωῆς, δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μία καθίδρυση τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν στὴν καρδιά της.
         Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”. Ἐδῶ ἀναπαύεται τὸ σῶμα τῆς δούλης τοῦ Θεοῦ Ξένης Γκριγκόριεβνας, γυναικὸς τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Πρωτοψάλτου, Συνταγματάρχου Ἀνδρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ. Χήρα σὲ ἡλικία 26 ἐτῶν, μία προσκυνήτρια γιὰ 45 χρόνια, ἔζησε 71 χρόνια. Ἦταν γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα Ἀνδρέα Φεοντόροβιτς”.
          Αὐτὰ γράφονται στὸ λακωνικὸ ἐπιτύμβιο πάνω στὸν τάφο τῆς μακαρίας Ξένης, γραμμένα ἀπὸ ἕνα ἄγνωστο πρόσωπο. Καμμιὰ λαϊκὴ διήγηση, καμμιὰ ἀνάμνηση ἀνθρώπων, οὔτε γραπτὲς πηγὲς δὲν μᾶς προμηθεύουν πληροφορίες σχετικὰ μὲ τοὺς γονεῖς της, τὴν ἀνατροφή της, τὴν παιδεία της ἢ ἄλλη κοινωνικὴ δραστηριότητα. Ὅμως μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἡ Ξένη Γκριγκόριεβνα δὲν ἦταν ἀπὸ χαμηλὴ οἰκογένεια. Ὁ σύζυγός της Ἀνδρέας Φεοντόροβιτς εἶχε τὸν βαθμὸ τοῦ Συνταγματάρχου καὶ ἦταν Πρωτοψάλτης στὴν Βασιλικὴ Αὐλή. Ἡ θέση αὐτὴ ἦταν μία πολὺ ὑψηλὴ κοινωνικὴ θέση καὶ ἔδινε δόξα καὶ ὑλικὴ ἀπολαβή.
          Ἦταν νέοι. Εἶχαν ἀγάπη μεταξύ τους. Ὑπηρέτησαν καὶ οἱ δύο στὴν Βασιλικὴ Αὐλή, ἔκαναν τὸ γάμο τους, καλοῦσαν φιλοξενουμένους στὸ σπίτι τους καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι πήγαιναν ὡς φιλοξενούμενοι σὲ ἄλλα σπίτια. Αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι τὰ ὀνομάζουν “καλὴ τύχη” καὶ φαινόταν ὅτι τίποτε στὸ ἀνδρόγυνο αὐτό, τὸν Ἀνδρέα καὶ τὴν Ξένη, δὲν θὰ ἔδινε τέλος σ’ αὐτὴ τοὺς τὴ χαρά. Ἀλλὰ ξαφνικὰ ἕνα φοβερὸ χτύπημα, σὰν κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ, ὁ ἀναπάντεχος θάνατος τοῦ ἀγαπημένου συζύγου, κεραυνοβόλησε τὴν Ξένη Γκριγκόριεβνα. Τόσο πολὺ καταβλήθηκε αὐτὴ ἀπὸ θλίψη γιὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της, ὥστε στοὺς πολλοὺς φαινόταν ὅτι ἔχασε τὰ λογικά της. Ἔτσι νόμισαν οἱ συγγενεῖς της, οἱ φίλοι της καὶ οἱ γνωστοί της.
         Πραγματικὰ ἡ συμπεριφορὰ τῆς Ξένης μετὰ τὸ θάνατο τοῦ συζύγου της ἦταν πολὺ περίεργη. Κατὰ πρῶτον ἄρχισε νὰ βεβαιώνη ὅλους ὅσους τὴν περιτριγύριζαν ὅτι ὁ σύζυγός της δὲν πέθανε, ἀλλὰ ὅτι πέθανε αὐτή. Φόρεσε τὰ ροῦχα τοῦ νεκροῦ συζύγου της καὶ ἄρχισε νὰ ὀνομάζη τὸν ἑαυτὸ της Ἀνδρέα Φεοντόροβιτς. Οἱ συγγενεῖς της τὴν θεώρησαν περισσότερο γιὰ παράφρονα, ὅταν αὐτὴ ἄρχισε νὰ μοιράζη τὴν περιουσία της στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅταν ἔδωσε τὸ σπίτι της στὴν Παρασκευή Ἀτόνοβα. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι γιὰ τὴν περιουσία της συγγενεῖς της στράφηκαν στὶς Ἀρχὲς καὶ ζήτησαν ἀπὸ αὐτὲς νὰ λάβουν μέτρα ἐναντίον μιᾶς τέτοιας διάθεσης τῆς κληρονομιᾶς της ἀπὸ αὐτήν. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀναφορὰ τῶν συγγενῶν οἱ Ἀρχὲς τὴν κάλεσαν καὶ ἀφοῦ συζήτησαν μαζί της, συμπέραναν ὅτι ἦταν πολὺ καλὰ στὰ λογικά της καὶ εἶχε ἑπομένως κάθε δικαίωμα νὰ κάνη ὅ,τι ἤθελε τὴν περιουσία της.
          Τί συνέβηκε πράγματι μὲ τὴν Ξένη Γκριγκόριεβνα; Ἀσφαλῶς συνέβηκε μέσα της μία πλήρης πνευματικὴ ἀντιστροφή, πού, κατὰ τὰ ἴδια της τὰ λόγια, ἡ Ξένη Γκριγκόριεβνα Πέτροβα εἶχε πεθάνει!...Βάζοντας τὰ ροῦχα τοῦ συζύγου της καὶ παίρνοντας τὸ ὄνομά του ἦταν, κατὰ τὴ γνώμη της, σὰν νὰ παρατεινόταν ἡ δική του ζωὴ στὸ πρόσωπό της γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες του μὲ τὴ δική της ἀφιερωμένη στὸ Θεὸ ζωή. Τώρα αὐτὴ παρουσίαζε τὸν ἑαυτό της στὸν κόσμο μὲ τὴν πιὸ δύσκολη ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ ὡς “κατὰ Χριστὸν τρελλή”.
         Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης λέγει: “Ὑπάρχει μία ἀληθινή, πραγματικὴ ζωὴ καὶ μία φαινομενική, ψεύτικη ζωή. Τὸ νὰ ζῆς γιὰ νὰ τρῶς, νὰ πίνης, νὰ ντύνεσαι, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνης καὶ νὰ γίνεσαι πλούσιος, τὸ νὰ ζῆς γενικὰ γιὰ ἐγκόσμιες χαρὲς καὶ φροντίδες, αὐτὸ εἶναι μία φαντασία. Τὸ νὰ ζῆς ὅμως γιὰ νὰ εὐχαριστῆς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ προσεύχεσαι καὶ νὰ ἐργάζεσαι μὲ κάθε τρόπο γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν τους, αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ ζωή. Ὁ πρῶτος τρόπος ζωῆς εἶναι ἀκατάπαυστος πνευματικὸς θάνατος. Ὁ δεύτερος εἶναι ἀκατάπαυστη ζωὴ τοῦ Πνεύματος.”(Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης, Περὶ τῆς ἐγκοσμίου ζωῆς). Ἀπὸ αὐτὸ βλέπουμε ὅτι τὸ “χτύπημα” ποὺ “χτύπησε” τὴν δούλη τοῦ Θεοῦ Ξένη ἦταν μία ὤθηση ἀπὸ τὴν μὴ πραγματικὴ ζωὴ, στὴν ζωὴ τοῦ Πνεύματος.
          Ἡ μακαρία Ξένη, ποὺ ἦταν πλούσια πρῶτα, ἔζησε τώρα μία φτωχική, πολὺ φτωχικὴ ζωή. Δὲν εἶχε πραγματικὰ ποῦ νὰ κλίνη τὴν κεφαλή της. Γιὰ σκέπη της εἶχε τὸν μελαγχολικὸ βροχερὸ οὐρανὸ τῆς Ἁγίας Πετρούπολης, ἐνῶ γιὰ κρεβάτι της εἶχε τὸ ὑγρὸ γυμνὸ ἔδαφος. Περνοῦσε τὶς νύχτες της προσευχόμενη, γονατισμένη στὸ γυμνὸ ἔδαφος τῶν χωραφιῶν. Αὐτὸ τὸ μαρτυροῦσαν ἡ Ἀστυνομία καὶ οἱ κάτοικοι, ποὺ τὴν ἀνακάλυψαν, γιατί εἶχαν τὴν περιέργεια νὰ μάθουν ποῦ ἐξαφανιζόταν τὶς νύχτες. Κάποτε κάποιος ἀστυνομικὸς τὴν παρακολούθησε καὶ τὴν εἶδε νὰ κλίνη τὰ γόνατά της σ’ ἕνα ἀνοιχτὸ χωράφι καὶ νὰ προσεύχεται. Ἄρχισε νὰ προσεύχεται ἀπὸ τὸ βράδυ καὶ δὲν σηκώθηκε μέχρι τὸ πρωΐ. Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν προσευχῶν της ἔκανε μετάνοιες σὲ ὅλες τὶς διευθύνσεις προσευχόμενη γιὰ ὅλους τοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς.
         Κατὰ τὴν ἡμέρα συνήθως γύριζε γύρω στοὺς δρόμους τῆς Ἁγίας Πετρούπολης. Τὰ κουρελιασμένα ροῦχα της δύσκολα τὴν σκέπαζαν - μία κόκκινη φούστα καὶ μία πράσινη ζακέτα. Στὰ πόδια της εἶχε χαλασμένα παπούτσια καὶ γύρω ἀπὸ τὸ κεφάλι της εἶχε δεμένο ἕνα παλιὸ μαντήλι. Ἀκόμα καὶ κατὰ τὸν βαρὺ χειμώνα δὲν φοροῦσε ζεστὰ ροῦχα καὶ παπούτσια, ἂν καὶ ἡ καλωσύνη τοῦ λαοῦ τῆς πρόσφερε πολλὰ ἀπ’ αὐτά. Σὲ ὅλες τὶς περιόδους τοῦ ἔτους τὴν ἔβλεπαν ντυμένη στὰ ἴδια κουρέλια. Τὸ κρύο στὴν Ἁγία Πετρούπολη ἦταν δυνατὸ καὶ διαπερνοῦσε τὰ κόκκαλα. Ἀλλὰ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ χύνεται μὲ ἀφθονία στοὺς Ἁγίους τοῦ Θεοῦ, τοὺς ἔκανε νὰ νικοῦν τοὺς νόμους τῆς φύσεως. Αὐτὴ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔδινε ζεστασιὰ καὶ δύναμη στὴ μακαρία Ξένη.
          Ὅλοι ἀγαποῦσαν αὐτὴν τὴν ἥσυχη, τὴν ἤρεμη, τὴν ταπεινὴ καὶ τὴν εὐγενικὴ δούλη τοῦ Θεοῦ Ξένη. Πολλοὶ τὴν λυποῦνταν καὶ τῆς ἔδιναν ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ αὐτὴ δὲν τὴν ἔπαιρνε. Ἐὰν δεχόταν κανένα μικρὸ κέρμα, ἀμέσως τὸ ἔδινε σὲ κάποιον φτωχὸ ζητιάνο.
         Ὅταν κτιζόταν μία Ἐκκλησία στὸ νεκροταφεῖο Σμόλενσκ, τὴ νύχτα ἡ μακαρία Ξένη ἔσερνε λίθους μὲ τὰ ἀδύνατα χέρια της ὥς τὴν κορυφὴ τῶν τοίχων τοῦ οἰκοδομήματος. Μὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἔγραφε τὸ ὄνομά της γιὰ πάντα στὸ βιβλίο τῶν μνημοσύνων μὲ τὴν δέηση “ὑπὲρ τῶν μακαρίων καὶ ἀειμνήστων κτιτόρων τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου”. Οἱ κτίστες παραξενεύονταν βλέποντας τοὺς λίθους στὴν κορυφή. “Από ποῦ βρίσκονται αὐτοὶ οἱ σωροὶ τῶν λίθων κάθε πρωΐ;” ἔλεγαν. Ἀλλὰ κατάλαβαν ἔπειτα, ὅτι βοηθὸς τους ἦταν ἡ μακαρία Ξένη.
         Αὐτὰ ποὺ γράψαμε μέχρι τώρα γι’ αὐτοὺς τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες τῆς μακαρίας Ξένης, τὰ γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ συναξάριο τοῦ λαοῦ. Πόσα ὅμως ἄλλα ἄγνωστα γιὰ μᾶς θὰ ὑπάρχουν γι’ αὐτὴ τὴ θαυμαστὴ Ὁσία, ποὺ εἶναι ὅμως γνωστὰ μόνο στὸ Θεό;
         Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε: “Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι” (Μάρκ.8,34). Μὲ ταπείνωση, μὲ ὑπομονὴ καὶ χαρὰ ἡ μακαρία Ξένη, σήκωσε μὲ προθυμία καὶ αὐταπάρνηση τὸν σταυρὸ τῆς πνευματικῆς πενίας καὶ ἀντὶ νὰ σκέπτεται τὸ δικό της συμφέρον ἔκλεισε στὴν καρδιὰ της ὅλους τοὺς “γείτονές” της μὲ τὶς δυστυχίες τους, τὶς ἀνάγκες τους, τὶς φροντίδες καὶ τὶς λύπες τους. “Γείτονές” της, εἰκονικῶς ὁμιλοῦντες, ἦταν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς ἁγίας Πετρούπολης.
          Ἡ μακαρία Ξένη, ὅταν περπατοῦσε στὸν δρόμο, ἀπὸ ὅλες τὶς μεριές, ἀπὸ ὅλα τὰ ἁμάξια ποὺ περνοῦσαν ἄκουγε νὰ φωνάζουν: “Ἀνδρέα Φεοντόροβιτς, σταμάτα. Θέλω νὰ σὲ πάρω στὸ ἁμάξι μου ἔστω καὶ γιὰ λίγα βήματα”. Καὶ ὅταν ἔμπαινε σὲ κάποιο αὐτοκίνητο, τὸ εἰσόδημα τοῦ αὐτοκινήτου αὐτοῦ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἦταν πολὺ μεγάλο. Ἡ μακαρία Ξένη προτιμοῦσε νὰ κάθεται σὲ αὐτοκίνητα ἀνθρώπων ποὺ εἶχαν ἀνάγκη βοηθείας. Ἐὰν μιλοῦσε μὲ κανέναν ποὺ ἦταν στενοχωρημένος, ἀμέσως αὐτὸς καταπραϋνόταν καὶ τοῦ ἐρχόταν μία θαυματουργικὴ βοήθεια. Ὅταν θώπευε ἕνα ἄρρωστο παιδάκι, ἀμέσως αὐτὸ γινόταν καλά. Οἱ ἔμποροι τὴν παρακαλοῦσαν νὰ πάρη κάτι ὡς δῶρο ἢ τουλάχιστον νὰ μπῆ στὸ κατάστημά τους. Ἤξεραν ὅτι ἐκείνη τὴ μέρα οἱ δουλειές τους θὰ πήγαιναν πολὺ καλὰ καὶ τὰ κέρδη τους θὰ ἦταν πολλά.
           Ἡ μακαρία Ξένη ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ προορατικὸ χάρισμα. Κάποτε, τὸ ἔτος 1764, ταράχτηκε πολὺ καὶ ξέσπαγε κάθε μέρα σὲ δάκρυα. Οἱ ἄνθρωποι τὴν ρωτοῦσαν τὴν αἰτία ποὺ κλαίει καὶ αὐτὴ ἀπαντοῦσε: “Αἷμα, αἷμα, αὐλάκι ἀπὸ αἷμα!”. Τότε ὅλοι ἦταν ἀνήσυχοι γιὰ τὸ τί ἄραγε θὰ συνέβαινε. Ἀλλὰ τρεῖς ἑβδομάδες ἀργότερα οἱ πολίτες τῆς Ἁγίας Πετρούπολης ἔμαθαν τί ἐσήμαιναν τὰ λόγια της. Ἀπὸ τὴν Ρωσικὴ Ἱστορία γνωρίζουμε, ὅτι ἡ προσπάθεια τοῦ ἀξιωματικοῦ Μίροβιτς νὰ ἐλευθερώση τὸν αἰχμάλωτο Βασιλέα Ἰβὰν Ἀντώνοβιτς, ποὺ ἦταν φυλακισμένος στὸ φρούριο Schlusselburg, ἀπέτυχε καὶ ὁ Ἰβὰν Ἀντώνοβιτς φονεύθηκε.
          Στὶς 24 Δεκεμβρίου 1761, τὴν παραμονὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ μακαρία Ξένη περιερχόταν τοὺς δρόμους τῆς πρωτεύουσας καὶ ἔλεγε στὸν καθένα νὰ κάνη τηγανίτες. Τὴν ἑπομένη μέρα ἀκούστηκε τὸ φοβερὸ νέο: ἡ Αὐτοκράτειρα Ἐλισάβετ Πέτροβα πέθανε ξαφνικά. Οἱ τηγανίτες θὰ ἦταν γιὰ τὴν ἀγρυπνία, ποὺ ἡ προικισμένη μὲ τὸ προορατικὸ χάρισμα ὁσία Ξένη προφήτευσε. Τέτοιες περιπτώσεις ποὺ ἐκδηλωνόταν τὸ προορατικὸ χάρισμά της καὶ περιπτώσεις βοηθειῶν ποὺ πρόσφερε στὸν λαὸ μὲ τὸ χάρισμά της αὐτό, ἔχουμε πολλές.
          Ὁ ἀγώνας τῶν διὰ Χριστὸν σαλῶν ἦταν δύσκολος. Οἱ ἅγιοι μοναστικοὶ Πατέρες καὶ ἀσκητὲς, ἔφυγαν ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς αὐτοῦ του κόσμου στὴν ἔρημο καὶ στὰ δάση καὶ ἔλαβαν τὴν ἀμοιβὴ τῶν κόπων τους στοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ φωτοστέφανο τῆς ἁγιότητάς τους στὴ γῆ. Ὅμως οἱ μακάριοι διὰ Χριστὸν σαλοὶ, δὲν ἄφησαν τὸν κόσμο καὶ μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς σαλότητας ἔκρυβαν τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες, μὴ θέλοντες νὰ παρουσιάσουν τοὺς ἑαυτούς τους ὡς δίκαιους ἀνθρώπους, ἀλλὰ ὡς τρελλούς.
          Ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ Ξένη εἶδε καθαρὰ τὴν δυσκολία αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα τῶν κατὰ Χριστὸν Σαλῶν καὶ γιὰ νὰ προετοιμάση πνευματικῶς τὴν ψυχή της, ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὴν Ἁγία Πετρούπολη γιὰ ὀκτὼ χρόνια. Πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο στάδιο τῆς ἐπὶ σαράντα πέντε χρόνια ἀφιερώσεώς της. Ὁ πρώην Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας εἶχε ἀξιόπιστη πληροφορία, ὅτι ἡ μακαρία Ξένη γιὰ τὴν πνευματική της τελείωση, ἐδαπάνησε αὐτὰ τὰ χρόνια μεταξὺ τῶν Στάρετς, προετοιμάζοντας τὸν ἑαυτό της γιὰ τὸν δύσκολο ἀγώνα τῶν διὰ Χριστὸν σαλῶν καὶ ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν πνευματική τους καθοδήγηση.
        Ποῦ ἦταν οἱ Στάρετς; Ἴσως ἦταν στὸ Hermitage ἢ σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ μοναστήρια ποὺ αὐτὸν τὸν καιρὸ εἶχαν Στάρετς, μαθητὲς τοῦ Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Ὕστερα ἀπὸ ὀχτὼ χρόνια πάλι ξαναγύρισε στὴν πατρίδα της, τὴν ἁἉία Πετρούπολη, καὶ δὲν τὴν ξανάφησε στὰ ἄλλα τριάντα ἑπτὰ χρόνια τῆς ζωῆς της σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.
          Ἦρθε τέλος ἡ στιγμὴ ποὺ ἔληξαν οἱ ἀγῶνες της. Ἡ μακαρία Ξένη ἐγκατέλειψε τὸν πρόσκαιρο κόσμο καὶ εἰσῆλθε στὸν αἰώνιο. Ὑποθέτουν ὅτι ἀναπαύθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1806 καὶ 1814. Δὲν ὑπάρχει ἀκριβὴς πληροφορία σχετικὰ μὲ αὐτὸν τὸν χρόνο καὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ καθορίσουμε ἀκριβῶς τὴν χρονολογία τοῦ θανάτου της. Γνωρίζοντας τὴν ἀγάπη καὶ τὸν σεβασμὸ μὲ τὸν ὁποῖο τὴν περιέβαλε ὁ κόσμος, μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε μὲ βεβαιότητα, ὅτι ἡ κηδεία της εἶχε μεγάλη ἐπισημότητα καὶ ὅτι πολὺς κόσμος θὰ συγκεντρώθηκε, γιὰ νὰ τῆς δώση τὸν τελευταῖο χαιρετισμό.
          Ἀμέσως μετὰ τὴν κηδεία της οἱ θαυμαστὲς ἄρχισαν νὰ παίρνουν χοῦφτες χῶμα ἀπὸ τὸν τάφο της. Ὁ ἀριθμὸς τῶν προσκυνητῶν αὔξανε κάθε μέρα. Ὁ σωρὸς τοῦ χώματος στὸν τάφο της συνέχεια ἐλαττωνόταν. Τελικὰ τοποθετήθηκε στὸν τάφο της μία πέτρινη πλάκα, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἔσπαζαν κομμάτια καὶ τὴν ἀφαιροῦσαν. Τελικὰ τοποθετήθηκε πάνω στὸν τάφο της μία πλάκα ἀπὸ γρανίτη μὲ τὴν ἐπιγραφὴ ποὺ εἴπαμε στὴν ἀρχὴ καὶ ἔπειτα χτίστηκε στὸν τάφο της ἕνα ἐκκλησάκι, μὲ τὶς προσφορὲς τῶν πιστῶν. Πολλοὶ πιστοὶ ἄρχισαν νὰ γράφουν στοὺς τοίχους τοῦ ναϋδρίου διάφορα αἰτήματα, ὥστε ἀναγκάστηκαν νὰ τὸν χρωματίσουν. Οἱ Ἱερεῖς ἔκαναν παννυχίδες στὸ ναὸ ἀπὸ νωρὶς τὸ βράδυ μέχρι ἀργὰ τὸ πρωΐ.
          Τὰ χέρια τῶν ἀθεϊστῶν δὲν σεβάστηκαν τὸν τόπο τῆς ἀναπαύσεως τῆς Ἁγίας. Γι’ αὐτὸ τὰ παράθυρα ἦταν κλειστὰ μὲ σανίδες καὶ ἡ εἴσοδος ἦταν κλειστή, ἀλλὰ ὁ δρόμος πρὸς τὸ νεκροταφεῖο Σμόλενσκ ἦταν πάντοτε ἀνοιχτός. Νέοι καὶ γέροι πήγαιναν στὸ Παρεκκλήσιο, ψιθύριζαν τὰ αἰτήματά τους γιὰ βοήθεια καὶ ἔσκυβαν στὸ ἔδαφος κοντὰ στὸν τάφο. Καὶ ἡ μακαρία Ξένη τοὺς βοηθοῦσε ὅλους.
 
          Σημείωσις:  Ἐνοριακός  Ναός πρός τιμήν τῆς ὁσ. Ξένης (ὑπαγόμενος  στήν  Ἱερά  Σύνοδο  τῶν  Ἐνισταμένων  τοῦ  Παλαιοῦ  Ἑορτολογίου), ὑπάρχει  στά  Νέα Παλάτια Ὠρωποῦ. Παρεκκλήσια  πρός  τιμήν  της  ὑπάρχουν  στήν  Ἱ. Μ. ἁγ. Κυπριανοῦ καί Ἰουστίνης Φυλῆς  καί  στήν  Μάνδρα  Ἀττικῆς (τῆς  οἰκογενείας  τοῦ  γράφοντος). Ἡ  μνήμη  τῆς  Ὁσίας  Ξένης  τῆς  διά  Χριστόν  Σαλῆς  τιμᾶται  τήν  24η Ἰανουαρίου, ἀπό  κοινοῦ  μετά  τῆς  Ὁσίας  Ξένης  τῆς  Ρωμαίας. Ἀκολουθία, Παράκλησι  καί  Χαιρετισμούς  πρός  τιμήν  της, συνέθεσε  ὁ  μακαριστός  Ὑμνογράφος  τῆς  Μεγάλης  τοῦ  Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Γεράσιμος  Μοναχός Μικραγιαννανίτης. Ὁ  Βίος  καί  τά  Ὑμνογραφικά  της ἐξεδόθησαν  ἀπό  τήν  Ἱ. Μ. ἁγ. Κυπριανοῦ καί  Ἰουστίνης  Φυλῆς.
 
Καθηγητής  Ἀντ. Μάρκου.

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

γ. ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΕΔΙΝΟΥ, ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ Αγ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

          Ένα από τα υμνογραφικά κείμενα του μακαριστού Γέροντος Ιωσήφ του Βατοπαιδινού είναι και η Ιερά Ακολουθία του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Μαξίμου του Βατοπαιδινού.
          Το υμνογραφικό αυτό ποίημα περιλαμβάνει :
          Α. Τον Μικρό Εσπερινό.
          Β. Τον Μεγάλο Εσπερινό με την ακολουθία της Λιτής.
          Γ. Την ακολουθία του Όρθρου της εορτής του Αγίου Μαξίμου του Γραικού (21η Ιανουαρίου).
          Ο Κανόνας του Αγίου του Όρθρου, αρχίζει με παρακλητική προσευχή του μακαριστού Γέροντος:
          «Βεβαρημένον τοῖς πολλοῖς μου πταίσμασι, τὸν νοῦν Φιλάνθρωπε, φώτισον καὶ λῦσον τὴν ἐμὴν διάνοιαν, ὅπως ὑμνήσω Μάξιμον, τὸν Σὸν δοῦλον ἀξίως, καὶ τὸν αὐτοῦ μέγαν ἔπαινον, πλέξω εὐφροσύνως γηθόμενος.»
          Ἐχει δε την ακροστιχίδα: «Βατοπαιδίου Μάξιμον Κλεινόν γεραίρω Ιωσήφ»

         Ολόκληρο το υμνογράφημα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μια ολοκληρωμένη πνευματική προσωπογραφία του Αγίου Μαξίμου του Γραικού. Με το πρόσωπο του Αγίου ασχολήθηκαν διάφοροι ερευνητές. Μη έχοντας όμως τις πνευματικές προϋποθέσεις να ερμηνεύσουν την προσωπικότητα του Αγίου Μαξίμου, τον χαρακτήρισαν κοινωνικό αναμορφωτή, φορέα του ουμανιστικού πνεύματος της Δύσεως στην Ρωσία, κ.α.
          Ο Μάξιμος Γραικός ήλθε το 1506 στο Άγιο Όρος για να γίνει μοναχός. Έγινε Αγιορείτης και σαν Αγιορείτης μετέβη στην Ρωσία.
        «O Άγιος Μάξιμος έμεινε Αγιορείτης, υπέμεινε ως Αγιορείτης, δίδαξε και έδρασε ως Αγιορείτης. Και αυτή η ορθόδοξη ησυχαστική παράδοση τον ανέδειξε σε πρώτου μεγέθους πνευματικό διδάσκαλο και αναμορφωτή της Ρωσικής Εκκλησίας και κοινωνίας». (π. Γεώργιος Καψάνης).
          Ο Άγιος Μάξιμος είναι γνήσια Πατερική προσωπικότητα, φορέας του ήθους και της παραδόσεως του Αγίου Όρους, κήρυκας της μετανοίας, της αγάπης, της ανεξικακίας, της μακροθυμίας, της υπομονής, μιμητής των παθών του Χριστού, μιμητής του Τιμίου Προδρόμου και του Αποστόλου Παύλου, διδάσκαλος, ομολογητής και Μάρτυρας κ.λ.π
          Για τον Γέροντα Ιωσήφ ο Όσιος είναι πρώτα Αγιορείτης,«Βλάστημα του Άθωνος, Βατοπαιδίου θείον βλάστημα, εγκαλλώπισμα και στέφανος». Αποτελεί δε ένα παράδειγμα της προφητικής, αποστολικής και μαρτυρικής ζωής του Αγιορείτη μοναχού. Και ως γνήσιο τέκνο του Άθωνος τον χαρακτήριζε:
Α. Η Αποταγή και Ξενιτεία του κόσμου για την αγάπη του Χριστού.
          Ὑπὲρ Χριστοῦ, παθεῖν ἀγάπης ἑλόμενος, ἔξω κόσμου καὶ πατρίδος γέγονας, τὴν ἐμπαθῆ σάρκα καὶ θνητήν, καὶ τὰς κάτω φέρειν προφάσεις ἀποδυσάμενος, τὸ ὕψος ἀπαθείας καὶ τῆς θεολογίας, ἀπεκόμισας Μάξιμε χάρισμα.

Β. Η Αυταπάρνηση – ταπείνωση – μοναχική υπακοή.
          Ὄρει θείῳ ἐν Ἄθῳ, πρότερον οἰκήσας ὅσιε Μάξιμε, τοῖς σοφοῖς πατρᾶσι ὑπετάγης φρονίμως μακάριε, καὶ δικαίως ὤφθης, χαρίτων πλήρης τῶν ἐκείνων, καὶ διδάσκεις ἃ πείρᾳ μεμάθηκας. (Από τον κανόνα του Ορθρου)
  
Γ. Η Ορθόδοξη ησυχαστική ζωή, σαν θεραπευτική αγωγή της ψυχής.
          Μετανοίας τοῖς πόνοις, πάθη καθηράμενος, ναὸς πανέντιμος, ὅλος τοῖς πατρᾶσι μιμητὴς ἐχρημάτισας ὅσιε, ἀρετῶν δοχεῖον, ὅλον σαυτὸν μεταμορφώσας, ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν τῇ χάριτι.
Δ. Η μέχρι θανάτου πίστη στα Ορθόδοξα δόγματα, ως άριστος θεολόγος και θεματοφύλακας των πατρώων Ορθοδόξων παραδόσεων.
          Ὡραῖός σου ὁ βίος καὶ ἡ σεπτή, ἣν ἐτέ­λεσας Μάξιμε ἔνθεος, ἀποστολή, ὡς ἱεροκῆρυξ καὶ φωτιστής, τῆς ἀχανοῦς Ῥωσσίδος γῆς, σκότει ἀγνωσίας καὶ μαρασμῷ, ἣν ἔστρεψας εὐχαῖς σου, ὀρθῶν δογμάτων πίστιν καὶ τῶν ἠθῶν πρὸς ἐπανόρθωσιν.
         Συνέσει καὶ σοφίᾳ πνευματικῇ, ἀνεδεί­χθης διδάσκαλος ἄριστος, θεολογῶν, καὶ Λατίνων θραύων δεινὴν ὀφρύν· τὰ δὲ πατέρων δόγματα, ῥώμῃ ἀνεκήρυξας καὶ σπουδῇ, τοῦ βίου μαρτυροῦντος· καὶ τῇ ὁμολογίᾳ, ἡ τελευτή σου ἐστεφάνωται.
Ε. Θεοτοκοφιλία.
          Ως Αγιορείτης, ο Όσιος έτρεφε απεριόριστη αγάπη και σεβασμό προς το εξαγνισμένο και πάνσεπτο πρόσωπο της Θεομήτορος. Γεγονός που η ίδια η Παναγία το επιβεβαίωσε και με το οσιακό τέλος του Αγίου κατὰ την 21η Ιανουναρίου του 1556. Την ημέρα αυτή η Εκκλησία τιμά τον ομώνυμο και προστάτη του Ἅγιο Μάξιμο τον Ὁμολογητή, και στην Ιερὰ Μονὴ της μετανοίας του στο Βατοπαίδι οι πατέρες και αδελφοί του τιμουν κατὰ το έθος την εορτὴ της Παναγίας της Παραμυθίας. Αυτή την ημέρα παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του ἀγαπημένου του Κυρίου, για να τον παραμυθήσει απὸ τους κόπους και πόνους του η Κυρία Θεοτόκος η Βατοπαιδινὴ Μήτηρ του και Παραμυθία.
          «Τὸ τῆς Πανάγνου θεοφρούρητον Ὄρος, πολλαπλῶς σωτήριον ἀναδειχθέν, ποικίλως τοῖς πᾶσι παρέχει ἀντίληψιν. Καὶ τοῖς μὲν ἐν μετανοίᾳ ζητοῦσι τὸ θεῖον ἔλεος, τὰ κρείττω χαρίζεται. Τοὺς δὲ ὑπερβαλλώντως ἀγωνιζομένους, πατέρας ὁσίους καὶ δικαίους, χάριτος θείας πεπληρωμένους ἀναδείκνυσι. Ὧν εἷς καὶ ὁ παρ᾿ ἡμῖν σήμερον τιμώμενος, ἐπὶ τῇ διπλῇ αὐτοῦ προσφορᾷ, Ὁσίου τε καὶ Διδασκάλου· διὸ εἰκότως αὐτῷ κράζομεν· Χαίροις, πάτερ ἱερώτατε.»
 
Χαρακτηρισμοί του Οσίου Μαξίμου από τον Γέροντα Ιωσήφ.
1. Πιστός και φρόνιμος οικονόμος του Χριστού - του Άθωνος φοιτητής  «ο αράμενος τον Σταυρόν του Κυρίου» - Δόκιμος Εργάτης του Ευαγγελίου της Χάριτος - Αρετής δοχείον - καλλιεργητής ανθρωπίνων καρδιών.
          Οὗτος γὰρ οἰκονομήσας ἀρίστως, τὸ δοθὲν αὐτῷ τάλαντον, ἐμέρισε πανσόφως ὡς πιστὸς οἰκονόμος. Πάντα γὰρ καταλιπών, τὸν τοῦ Κυρίου Σταυρὸν ἀράμενος, καὶ τῷ περιβλέπτῳ Ἄθωνι φοιτήσας, ἔξω σαρκὸς καὶ κόσμου ἐγένετο·
         Τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος, δόκιμος ἐργάτης ὤφθης, ὡς ἀρετῆς δοχεῖον, Ὅσιε Μάξιμε· τὸν τῆς πίστεως γὰρ σπόρον, κεχερσωμέναις καρ-δίαις καλλιεργήσας, προθέλυμνα ἐξέτεμες, ὀθνείων παραδόσεων ζιζάνια·….(Δοξαστικό Μικρού Εσπερινού)
2. «Μάρτυς τη ασκήσει, τη προθέσει, τη αθλήσει» – κόσμημα της Εκκλησίας - οδηγός μετανοίας των λαών.
          Ὡς γενναῖον ἐν μάρτυσι τῇ ἀσκήσει τὸ πρότερον, τῇ ἀθλήσει τὸ δεύτερον, τῇ προθέσει γέγονας μάρτυς Μάξιμε, ἐν διωγμοῖς ταπεινούμενος, βαστάζων ἐπ᾿ ὤμων σου, τὸν σταυρὸν καὶ ὁδηγῶν, τοὺς λαοὺς πρὸς μετάνοιαν καὶ εὐσέβειαν· τῆς σεπτῆς Ἐκκλησίας κόσμος ὤφθης, ἀπονέμων σαῖς πρεσβείαις, τὸν ἱλασμὸν τοῖς τιμῶσί σε.( Προσόμοιο μεγάλου Εσπερινού)
         Μάρτυς κλεινός, τῇ προαιρέσει γενόμενος, τῶν μισούντων, μάστιγας ὑπέμεινας, καὶ τὰ δεσμὰ φέρεις καρτερῶν, καὶ εἱρκτὴν ζοφώδη, ἐν ᾗ ἐκ φθόνου σε ᾤκιζων, δοκοῦντές σε κωλύειν, τοῦ κράζειν ἀνενδότως, τῇ δυνάμει σου δόξα Φιλάνθρωπε.
3. Φωτισμένος διδάσκαλος της ορθοδόξου θεολογίας, κανόνας, τύπος και οδηγός ευσεβείας.
         Τῇ τοῦ Πνεύματος χάριτι, ἐλλαμφθεὶς τὴν διάνοιαν, τα γεώδη ἅπαντα κατεφρόνησας, καὶ περιὼν ἐξεπαίδευσας, λαοὺς πρὸς εὐσέβειαν, θεολόγῳ διδαχῇ, καὶ τῷ ἔργῳ πατὴρ ἡμῶν, θείᾳ χάριτι, ποδηγῶν πρὸς Χριστὸν πιστῶν τὰ πλήθη, ὁδηγὸς κανὼν καὶ τύπος, καὶ πρεσβευτὴς ἐχρημάτισας.
4. Άνθρωπος γενναίου φρονήματος -Υπέρμαχος της αλήθειας και της ευσεβείας –Απόστολος και φωτιστής λαών
          Πλήρης γενναίου φρονήματος, τῆς σῆς Μονῆς ἀποστάς, τὸν πλησίον ἐζήτησας, ἄλλος ὡς ἀπόστολος, εὐσεβείας ὑπέρμαχος, θυμὸν μισούντων οὐκ ἐδειλίασας, εἰρκτῇ καὶ πόνοις οὐ κατενάρκησας· ὢ τῆς ἀνδρείας σου, Μάξιμε πανόλβιε!
          Τὸ τοῦ Ἄθωνος βλάστημα, καὶ Μονῆς σου ἐντρύφημα, συνελθόντες ἅπαντες σὲ γεραίρομεν, ὡς ἀριστέα πανθαύμαστον, ὡς ἄλλον ἀπόστολον ὡς φωτίσαντα λαούς, ἀληθείας ὑπέρμαχον, ὡς κρατύναντα, εὐσεβείας τὰ δόγματα σπουδῇ σου·
5. Υπόδειγμα πραότητας και υπομονής, «ως χρυσός εν καμίνω δοκιμασθείς…σύμμορφος των παθών του Σωτήρος γενόμενος»
        Πᾶσαν τοῦ ἐχθροῦ τὴν ἔφοδον, καὶ τῶν φθονούντων ποινάς, ὑπομείνας πραότατα, τὰ τῆς νίκης γέρα σοι, ἐκομίσω μακάριε, τῆς σῆς προθέσεως οὐ διήμαρτες, πεπλανημένους λαοὺς ἐφώτισας, θείαν ἐπίγνωσιν, βίου τὴν ὀρθότητα ποδηγετῶν, μάρτυς τὴν προαίρεσιν, Μάξιμε γέγονας.
         Τῆς κε­κρυμ­μέ­νης ἐν Χρι­στῷ ζω­ῆς, καρ­πο­φο­ρῶν τὴν λαμ­πρό­τη­τα τοὺς ποι­κί­λους πει­ρα­σμοὺς καὶ θλί­ψεις καὶ βα­σά­νους, ἀνεν­δό­τως ἤνεγ­κας, θε­ο­φό­ρε πά­τερ Μά­ξι­με· δι᾿ ὧν ὡς χρυ­σὸς ἐν κα­μί­νῳ δο­κι­μα­σθείς, ὑπὲρ ἥλι­ον ἔλαμ­ψας, καὶ τῶν πα­θῶν τοῦ Σω­τῆ­ρος, σύμ­μορ­φος γέ­γο­νας· καὶ νῦν τῆς δό­ξης αὐ­τοῦ κα­τα­τρυ­φῶν καὶ τῷ τῆς ὁμο­λο­γί­ας στε­φά­νῳ λαμ­πρῶς πε­ποι­κιλ­μέ­νος, ἀδι­α­λεί­πτως πρέ­σβευε, ὑπὲρ τῶν ψυ­χῶν ἡμῶν.(Από την Λιτή)
6. Υπόδειγμα Αγάπης- αμνησικακίας-συγχωρητικότητας και μακροθυμίας «εις τύπον του Δεσπότου Χριστού».
         Πᾶσαν ὑπερβὰς προσπάθειαν, διὰ τὴν μείζω πασῶν, ἀρετῶν καὶ ἀκρότητα, Μάξιμε μακάριε, ἐν δεσμοῖς ἐκαρτέρησας, ἀμνησικάκως ὡς ὁ Δεσπότης σου, τῶν διωκτῶν σου ὑπερευχόμενος, τούτων μετέβαλες, τὴν πρὸς σὲ διάθεσιν, μακροθυμῶν· ….
7. Θεοειδής διδάσκαλος της Εκκλησίας της Ρωσίας.
           "Ὡραῖός σου ὁ βίος καὶ ἡ σεπτή, ἣν ἐτέλεσας Μάξιμε ἔνθεος, ἀποστολή, ὡς ἱεροκῆρυξ καὶ φωτιστής, τῆς ἀχανοῦς Ῥωσσίδος γῆς….»
….. «καὶ σὺ σκίρ­τα καὶ χό­ρευε, ἡ ἐν Ῥωσ­σίᾳ Ἐκ­κλη­σία τοῦ Θε­οῦ, τοι­οῦ­τον ὁδη­γὸν πλου­τή­σα­σα, καὶ θε­ο­ει­δῆ δι­δά­σκα­λον, ἀσφα­λῶς σε ὁ­δη­­γοῦν­τα, πρὸς σω­τη­ρί­ους νο­μάς.
8. Μύστης της αληθινής σοφίας – ελεγκτής των αιρετικών δοξασιών-άριστος αθλητής στους ιερούς αγώνες.
….τῆς ἀλη­θοῦς γὰρ σο­φί­ας, μύ­στης γε­νό­με­νος, δο­κη­σι­σό­φων φλη­να­φή­μα­τα, καὶ αἱ­ρε­τι­κῶν γλωσ­σαλ­γί­ας, τῷ σῷ λό­γῳ δι­ή­λεγ­ξας καὶ πόῤ­ῥω ταῦ­τα ἀπέῤ­ῥι­ψας, τοῦ εὐ­σε­βοῦς πλη­ρώ­μα­τος. ……
         Τὸν ἐν σο­φίᾳ πε­ρι­φα­νῆ, καὶ ἐν ἱε­ροῖς ἀγῶ­σιν ἀρι­στεύ­σαν­τα, Μά­ξι­μον τὸν φε­ρω­νύ­μως μέ­γαν, πᾶς ὁ τοῦ Θε­οῦ λα­ὸς καὶ ἐξαι­ρέ­τως ὁ Ἄθως, ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς εὐ­φη­μή­σω­μεν·….
         Τῇ φιλοσόφῳ σπουδῇ σου, τὸν ἔξω ἄνθρωπον, ἐπλούτησας θεόφρον, καὶ ἀσκήσει τὴν χάριν, τῶν θείων ἀποστόλων ἔνδον λαβών, Ἐκκλησίας τὸ πλήρωμα, ταῖς διδαχαῖς σου, στηρίξας ἀθλητικῶς, ταύτας Μάξιμε ἐσφράγισας.
9. Μιμητής του ζήλου του Αποστόλου Παύλου στους κόπους και στις θλίψεις.
…..οὗ­τος γὰρ κα­τὰ Παῦ­λον, ὡς αὐ­τοῦ ζη­λω­τής, ἐν κό­ποις καὶ θλί­ψε­σιν ὑπερ­βαλ­λών­τως, καὶ ἐν φυ­λα­καῖς πε­ρισ­σο­τέ­ρως, ὑπὲρ τῆς εὐ­σε­βεί­ας δο­κι­μα­ζό­με­νος, τὴν ζω­ὴν δι­ε­λή­λυ­θε· …..
10. Μιμητής των πατέρων, αυστηρός τηρητής της πατερικής παραδόσεως και θεολογίας.
          Τὴν τῶν πατέρων ζηλώσας, θείαν παράδοσιν, πράξει καὶ θεωρίᾳ τὸν σὸν βίον τυπώσας, ἐσφράγισας ἀγάπῃ λαοὺς νουθετῶν, καὶ Ἐκκλησίας τὰ δόγματα, τῇ θεολόγῳ σου γλώσσῃ ἐπικροτῶν…….
11. Μιμητής του ζήλου του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή.
          Τοῦ Βαπτιστοῦ σὺ τὸν ζῆλον, ἐκμιμησάμενος, μετάνοιαν διδάσκεις τοῖς λαοῖς θεῖε πάτερ, πλὴν φθόνῳ τῶν κρατούντων διαβληθείς, τῇ εἰρκτῇ κατακέκλεισαι, χρόνοις τριάκοντα Μάξιμε καὶ εὐχαῖς, ἐπεσφράγησας τὸν βίον σου.
12. Ο «παιδαγωγήσας εαυτόν εν όρει του Άθωνος» νέος Ισαπόστολος.
          Ασκήσει τὸ πρότερον, παιδαγωγήσας σαυτόν, ἐν ὄρει τοῦ Ἄθωνος, καὶ νεκρωθεὶς τῷ Θεῷ, τὸν κόσμον κατέλαβες· μέγας φανεὶς παμμακαρ ἰσαπόστολος νέος, ἔστρεψας πλανωμένους εἰς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου, διὸ θεόφρον Μάξιμε, ἡμῶν μνημόνευε.( Ἀπολυτίκιον.Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.)
13. Ησυχαστής – ποιμένας και διδάσκαλος.
         Υπετάγης τῷ Θεῷ, καὶ ὑπετάγη σοι σοφέ, σαρκὸς τὰ πάθη καὶ ὁ νοῦς, τῆς ἀπαθείας τῷ φωτί, τῇ θεωρίᾳ τοῦ κρείτονος κατελάμθη· σοφίᾳ παιδευθείς, τὰ θεῖα πάσχων λαλεῖς, καὶ γέγονας ποιμήν, σώζων ἐκ πλάνης λαοὺς, πνεύματος θείου ὤφθης δοχεῖον, τοῦ ἀπροσίτου καὶ θείου φωτός. Μάξιμε θεῖε…
14. Πηγή υδάτων ζωής διψώντων και φτωχών λαών – Κοινωνός των άθλων των μαρτύρων και Αποστόλων-Ομολογητής.
           Όσιε πάτερ, τοῦ παρακλήτου φωτὶ ἐλαμφθείς, ποταμοὺς ὑδάτων ζωῆς ἀνέβλυσας, καὶ διψῶντας λαοὺς ἐνδείᾳ τηκομένους, εἰς λειμῶνας ζῶντας μετέβαλες· τὰ ἤθη δὲ τούτων ἀναπλάσας, λαὸν Κυρίου τούτους ἀπετέλεσας. Ἀποστόλων καὶ μαρτύρων κοινωνήσας τοῖς ἄθλοις, ὁμολογίᾳ τὸν βίον σου ἐσφράγισας….
15.Φύλακας και πρόβολος των ορθοδόξων δεσμών – κληρονόμος θεοφθόγγων ρητόρων – μιμητής των θεοφθόγγων Αγίων Αποστόλων.
          «Δεσμοῖς προ­σω­μί­λη­τα, καὶ φυ­λα­καῖς ζο­φε­ραῖς, ὡς φύ­λαξ καὶ πρό­βο­λος, τῶν ὀρ­θο­δό­ξων θε­σμῶν, θε­ό­σο­φε Μά­ξι­με· …»
          «Ρητόρων ἐδείχθης κληρονόμος, θεο­φθόγγων τῶν θείων Ἀποστόλων, τὴν τούτων ὁδὸν ἐβάδισας προθύμως, γράφων καὶ διδάσκων, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.(από τον κανόνα του Όρθρου)
16. Μυστικός θεολόγος, συγγραφέας και φιλόσοφος -Ιχνηλάτης των βημάτων των Ορθοδόξων Πατέρων και μιμητής – σοφός συγγραφέας διδαγμάτων – δοχείον αρετών.
         Ἀνακαθάρας σου τὸν νοῦν, ἐν πράξει καὶ θεωρίᾳ, θεολόγος ὄντως πάτερ ἐγένου, καὶ διδάγματα σοφά, συγγράφων διετέλεσας, καὶ ἐκκλησίας κόσμος, λαμπρὸς ἐδείχθης μακάριε.(Από κανόνα του Όρθρου).
         Ἰχνηλατῶν πάσῃ σπουδῇ, τοῖς βήμασι τῶν πατέρων, μιμητὴς τούτων ἐδείχθης θεόφρον, καὶ ἐπ᾿ ὤμων τὸν Σταυρόν, ὁδὸν στενὴν διήνυσας, καὶ νῦν γῆν τῶν πρᾳέων, σὺν τούτοις Μάξιμε εἴληφας.(Από τον κανόνα του όρθρου).
         Μετανοίας τοῖς πόνοις, πάθη καθηράμενος, ναὸς πανέντιμος, ὅλος τοῖς πατρᾶσι μιμητὴς ἐχρημάτισας ὅσιε, ἀρετῶν δοχεῖον, ὅλον σαυτὸν μεταμορφώσας, ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν τῇ χάριτι.
         Τῇ φιλοσόφῳ σπουδῇ σου, τὸν ἔξω ἄνθρωπον, ἐπλούτησας θεόφρον, καὶ ἀσκήσει τὴν χάριν, τῶν θείων ἀποστόλων ἔνδον λαβών, Ἐκκλησίας τὸ πλήρωμα, ταῖς διδαχαῖς σου, στη¬ρίξας ἀθλητικῶς, ταύτας Μάξιμε ἐσφράγησας.
17. Στεφάνι, έπαινος και καύχημα της Ιεράς Μονής (Βατοπαιδίου)-παραμυθία και δάσκαλος των μοναχών, κήρυκας των ευσεβών –στύλος Ορθοδοξίας.
         Χαίροις τῆς ἱερᾶς σου Μονῆς, στέφανος ὄντως ἔπαινός τε καὶ καύχημα, καὶ θεία παραμυθία, τῶν ἐν αὐτῇ μαθητῶν, οὓς διδάσκεις πάτερ ἐκ τοῦ βίου σου, συνέσει κοσμούμενος, ἀρετῶν καταγώγιον· πρᾷος τῷ ὄντι, καὶ εὐθὺς τὴν προαίρεσιν, τοῖς αἰτοῦσί σε, τὰ σωτήρια ἔλεγες. Μάξιμε καρτερώτατε, οὐράνιε ἄνθρωπε, ὀρθοδοξίας ὁ στῦλος, τῶν εὐσεβῶν κήρυξ γέγονας, παιδεύων διδάσκων, καὶ πρὸς θείαν πολιτείαν τούτους ὡδήγησας. (Από τους Αίνους)
18. Θεολόγος θεόληπτος – μύστης σοφότατος – «πύρινος γλώσσα τας αιρέσεις φλογίζουσα» – μάχαιρα οξυτάτη και δίστομος.
         Έχων τὸν εὐσεβῆ λογισμόν, διαφερόντως τῶν παθῶν αὐτοκράτορα, ἐπέβης ἀνεπιστρέπτῳ, τῇ προαιρέσει ὀρθῶς, θείᾳ θεωρίᾳ διὰ πράξεως, θεολόγος θεόληπτος, μυστογράφος σοφώτατος, πύρινος γλῶσσα, τὰς αἱρέσεις φλογίζουσα, ὥσπερ μάχαιρα ὀξυτάτη καὶ δίστομος, πλάνας τὰς ἐκ τῆς Δύσεως, ἀνέτρεψας λόγοις σου, Μάξιμε θείων δογμάτων, ἡ ἀκριβὴς ἀναστήλωσις· (προσόμοιο των Αίνων)
19. Αγνόν καταγώγιον (=τόπος φιλοξενίας) του Θείου Πνεύματος και της σοφίας – κλίμαξ των αρετών.
          Χαίροις τὸ τῆς σοφίας σεπτόν, καὶ Θείου Πνεύματος ἁγνὸν καταγώγιον, ἡ κλῖμαξ ἣν εἶδε τότε, ὁ Ἰακὼβ ἀρετῶν, ἃς ἐκτήσω πάτερ ἱερώτατε· Ἀγάπην τὴν κρείττονα, πρὸς Θεὸν συνεπλήρωσας, καὶ τὸν πλησίον, πρὸ σαυτοῦ σὺ τετίμηκας, τοῖς ποθοῦσι δὲ τὸν Χριστὸν πόθῳ ἔδειξας, Μάξιμε ἱερώτατε, φωτίζων τοῖς λόγοις σου, τὰς ἐκκλησίας στηρίζων, καὶ τῶν ἠθῶν τὴν ὀρθότητα, σφραγίσας τοῖς πόνοις, ὡς ἀπόστολός τις ἄλλος, τὴν μαρτυρίαν σου.(προσόμοιο Αίνων)
20. Διδάσκαλος και φωτιστής των πλανεμένων λαών.
          Τὸ κατ᾿ εἰκόνα τηρήσας ἀκέραιον, Μάξιμε πάτερ, πρὸς τὸ καθ᾿ ὁμοίωσιν, δ᾿ ὡς δυνατὸν προσπελάσας, υἱὸς Θεοῦ πρεπόντως κεκλήρωσαι. Τῆς γὰρ φωνῆς Κυρίου, τοῦ Θεοῦ ἐπακούσας· «στήριξον τὸν ἀδελφόν σου», οὐκ ἔδωκας ὕπνον σοῖς ὀφθαλμοῖς. Τῆς δὲ κρείττονος ὁδοῦ, τὸ πέρας ἐκπληρώσας, τοῖς βορείοις ἀπεδήμησας λαοῖς, σκότει ἀγνωσίας καὶ ἀχλύει αἱρέσεων πεπλανημένοις· οὓς διδάσκων καὶ φωτίζων ἐπέστρεψας, πρὸς νομὰς σωτηρίους· φθόνῳ δὲ τοῦ ἐχθροῦ διασυρείς, φυλακαῖς πολυετὴς ἐκαρτέρησας, σφραγίσας σου τὸ ἔργον δι᾿ ὁμολογίας· καὶ νῦν ἐν οὐρανοῖς, τῶν πόνων σου τὰ ἔπαθλα κομιζόμενος, μνήσθητι καὶ ἡμῶν, τῶν εὐφημούντων σε.
 

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΓΡΑΙΚΟΣ


Μορφές τῆς Κυριλλο-Μεθοδιανῆς Παράδοσης -
Ἡ περίπτωση τοῦ ἁγ. Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ.

Τῶν κ.κ. Ὄλγας Μιχαήλοβας  καί Ἀλίσα Νταβτιάν

Ἀπόσπασμα ἀπό τήν Εἰσήγηση, «Τό ἔργο τῶν Ἁγίων Κυρίλλου καί  Μεθοδίου,  στή  διαμόρφωση  τῆς  Γλώσσας  καί  τοῦ Πολιτισμοῦ τῆς Ρωσίας», πού παρουσιάσθηκε  στήν  Διημερίδα, «Δρώμενα καί Γράμματα  τοῦ Σλαβικοῦ Πολιτισμοῦ» (Θεσσαλονίκη, 2008).
Πηγή:
Ἀρχεῖο π. Δημητρίου Ἀθανασίου - www.fdathanasiou.wordpress.com

          Την άνοιξη του 1553 ο Tσάρος Ιβάν ο Δ΄(αργότερα γνωστός ως Τρομερός), άφησε την πρωτεύουσα του Μόσχα, για ένα προσκυνηματικό ταξίδι. Το ταξίδι, σε ένα μοναστήρι του μακρινού Βορρά, είχε το σκοπό της ευχαριστίας για την ανάρρωσή του από μ;iα πρόσφατη και παραλίγο μοιραία αρρώστια. Η βασιλική συνοδεία, περιλαμβανομένης της Tσαρίνας και του νεογέννητου παιδιού τους, σταμάτησε κατά τη διαδρομή στο  μοναστήρι της Αγίας Τριάδας - αγ. Σεργίου, του πιο ονομαστού της Ρωσίας. Εντός των τειχών του ζούσε ένας άνθρωπος σχεδόν θρυλικής φήμης.
          Ένας Έλληνας μοναχός από τον Άθωνα, πάνω από 80 χρονών, είχε περάσει τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια στη Ρωσία, τα περισσότερα από τα μισά σε μοναστικούς σκοπούς. Για τους μορφωμένους Ρώσους ήταν γνωστός ως ένας λόγιος ευρείας μόρφωσης, ένας γόνιμος συγγραφέας στη γλώσσα τους και ένας άνθρωπος μεγάλης σταθερότητας και θάρρους. Το όνομα του ήταν Μάξιμος-Μαξίμ για τους Ρώσους. O ηλικιωμένος μοναχός και ο νεαρός Ηγεμόνας συναντήθηκαν και συζήτησαν. Ο Μάξιμος παρότρυνε τον Τσάρο να εγκαταλείψει το προσκύνημα του και να επιστρέψει στη Μόσχα. Ακόμα του εξήγησε, ότι έπρεπε να ανακουφίσει τις οικογένειες των Ρώσων στρατιωτών που σκοτώθηκαν στους πρόσφατους πολέμους ενάντια στους Τάταρους, παρά να επιμείνει σε αυτό το ξεκάθαρα μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι. Και προειδοποίησε τον Ιβάν ότι αν τελικά επέμενε, ο νεογέννητος γιος του θα πέθαινε. Ο Τσάρος αρνήθηκε να αλλάξει τα σχέδια του και το παιδί πέθανε στη διαδρομή.
          Η ιστορία αυτής της σύντομης συνάντησης ανάμεσα στους - κατά πολλούς - δύο πιο σημαντικούς άντρες της Ρωσίας του 16ου αιώνα, έχει ειπωθεί, περίπου είκοσι χρόνια μετά, από έναν ένθερμο θαυμαστή του Μάξιμου, τον αντιφρονούντα Πρίγκιπα Αντρέι Κούρμπσκυ, που είχε διαφύγει στη Λιθουανία το 1564.
          Τό καλοκαίρι του 1993, ο τότε Πρόεδρος της Ρωσίας Μπόρις Γιέλτσιν, κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Ελλάδα, αναφέρθηκε στον άγ. Μάξιμο τόν Γραικό, χαρακτηρίζοντάς τον, "φωτιστή των Ρώσων". Αυτός ο Μάξιμος δεν είναι άλλος  από  τον  κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβόλη, έναν Έλληνα της Διασποράς, που σύχναζε στις Ουμανιστικές Σχολές της Ιταλίας στα τέλη του 15ου αι. Η ζωή του έχει το σχήμα διπτύχου, στο οποίο το Άγιο Όρος συνδέει τα δύο φύλλα, της Ιταλίας και της Μοσχοβίτικης Ρωσίας.
          Ο Μιχαήλ λοιπόν γεννήθηκε στη Άρτα, την πρωτεύουσα της Ελληνικής επαρχίας της Ηπείρου, γύρω στο 1470, από παλιά Βυζαντινή οικογένεια. Είκοσι περίπου χρόνια πριν, η ΚΠολη έπεσε στους Τούρκους και από καιρό η οικογένειά του είχε αποφασίσει να ξενιτευτεί. Το πλησιέστερο καταφύγιο ήταν το νησί της Κέρκυρας, που βρισκόταν τότε υπό την κυριαρχία της Βενετίας. Οι Ελληνικές οικογένειες από την κυρίως χώρα, συγκεντρώνονταν εκεί για κάποιο διάστημα, οδηγημένες εκεί όχι μόνο με την προοπτική της ασφάλειας, αλλά ακόμη και από την παρουσία στο νησί μιας ομάδας διακεκριμένων Ελλήνων λογίων.
          Ο Μιχαήλ ήταν πιθανώς γύρω στα δέκα, όταν η οικογένειά του μετακινήθηκε από την Άρτα στην Κέρκυρα. Στα είκοσί του, προσπάθησε ανεπιτυχώς να εκλεγεί στο Κυβερνόν Συμβούλιο του νησιού. Το 1492 πήγε στη Φλωρεντία, μετέπειτα πρωταγωνίστρια στις Ελληνικές σπουδές στην Ευρώπη. Στη Φλωρεντία, όπου έμεινε για τρία χρόνια, διαμορφώθηκε ως λόγιος από τη διδασκαλία του Έλληνα φιλόλογου Ιωάννη Λάσκαρη και από την επιρροή του σπουδαίου Πλατωνιστή Μαρσίλιο Φιτσίνο. Πολλά χρόνια μετά γράφοντας στη Μόσχα, ο Μάξιμος θυμόταν τη Φλωρεντία ως την πιο όμορφη από όλες τις Ιταλικές πόλεις που γνώρισε. Η επίδραση του Πλάτωνα και της «Πλατωνικής Ακαδημίας» της Φλωρεντίας θα έμενε, καλώς ή κακώς για αυτόν, σε όλη τη ζωή του.
          Μια άλλη πολλή διαφορετική επίδραση που δέχτηκε στη Φλωρεντία, ήταν αυτή του Δομηνικανού μοναχού Σαβοναρόλα. Αργότερα στη Μόσχα έγραψε για τους Ρώσους μια λεπτομερή αναφορά για τη ζωή του Σαβοναρόλα, περιγράφοντας τα ξακουστά κηρύγματα του, τη διαμάχη του με τον Πάπα και τη φρικιαστική του εκτέλεση στη Φλωρεντία. Αλλού περιγράφει το Πανεπιστήμιο των Παρισίων και αναγγέλει στους Ρώσους -πιθανότατα πρώτος - την ανακάλυψη της Αμερικής και ακριβέστερα ενός μεγάλου νησιού που ονομάζεται Κούβα. Το επόμενο στάδιο στη ζωή του Μιχαήλ στην Ιταλία, μετά από σύντομες επισκέψεις στη Μπολώνια, στην Πάδοβα και στο Μιλάνο, τον βρίσκει το 1496 στη Βενετία, όπου παρέμεινε τα επόμενα δύο χρόνια. Εκεί γνωρίζει και συνεργάζεται με τον Άλδο Μανούτσι, τον εκδότη αρχαιοελληνικών έργων και του Αριστοτέλη. Η μετέπειτα εργασία του ως Μάξιμου και μεταφραστή κειμένων από τα Ελληνικά στα Σλαβονικά, υπονοεί ότι εκπαιδεύτηκε στην έκδοση κειμένων. Μια ειδικότητα που όπως θα δούμε, δεν ήταν χωρίς κινδύνους στη Μοσχοβίτικη Ρωσία.
          Ήδη ο Μιχαήλ έχει αποκτήσει κάποια φήμη και σε ένα γράμμα του το 1498, αναφέρει διαφορετικές προσφορές επικερδούς απασχόλησης που έχει λάβει πρόσφατα. Την ίδια χρονιά τον βρίσκουμε να εργάζεται για έναν άλλο Ιταλό, τον διακεκριμένο Ελληνιστή Τζιανφραντσέσκο Πίκο της Μιραντόλα, ανηψιό του διάσημου Πλατωνιστή Τζιοβάννι Πίκο. Ο Τζιανφραντσέσκο Πίκο δεν ήταν μόνο ένας κλασσικιστής, ένας αληθινός «ελληνομανής», όπως έγραψε ο Μιχαήλ σε έναν φίλο του, το Μάρτιο του 1500. Ήταν επίσης ένας πεπεισμένος Χριστιανός, ένας σπουδαστής των Πατερικών κειμένων και μεγάλος θαυμαστής του Σαβοναρόλα. Η επίδραση του Σαβοναρόλα αποδεικνύεται πιο ισχυρή και στον Μιχαήλ που προσεγγίζει το μοναστικό τάγμα των Δομηνικανών. Τελικά απογοητεύεται και εγκαταλείπει τη Δύση.
          Το 1505 ή 1506, μετά από μια ακόμη αλλαγή που τα αίτια της παραμένουν μυστηριώδη, βρίσκουμε τον Μιχαήλ, τώρα ως μοναχό Μάξιμο, στη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους, πίσω στην Εκκλησία των πατέρων του. Τα δέκα και πλέον χρόνια που πέρασε ο Μάξιμος στο Άγιο Όρος, ήταν η πιο καθοριστική περίοδος της ζωής του. Αναμφίβολα εκεί καταδύθηκε στα άδυτα της Βυζαντινής λογοτεχνίας, θρησκευτικής και κοσμικής. Όπως γράφει ο ίδιος, η φιλοσοφία μοιάζει με το κυπαρίσσι που ανατείνεται όμορφο, αλλά άγονο προς τα ύψη, ενώ η χριστιανική αλήθεια μοιάζει με την ταπεινή συκιά που εκτείνει τα κλαδιά της χαμηλά, αλλά δίνει γλυκούς καρπούς.
     Ήταν το 1516 όταν η τελευταία περίοδος στη ζωή του Μάξιμου άρχιζε. Αυτό το έτος, μια πρεσβεία από τον Ηγεμόνα της Μόσχας Βασίλειο Γ’, που ήταν γιος της Ελληνίδας Πριγκίπισσας Σοφίας, αφίχθη στο Άγιο Όρος. Σκοπός της αντιπροσωπείας ήταν να προσκαλέσει στη Μόσχα έναν ικανό Έλληνα μεταφραστή. Η Ρωσική Εκκλησία, από τη γέννησή της τον 10ο αιώνα και μέχρι τα μέσα του 15ου, υπαγόταν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου και ιδιαίτερα μεταξύ του 1350 και του 1450, η Βασιλική Βιβλιοθήκη είχε εμπλουτιστεί με έναν μεγάλο αριθμό από Ελληνικά χειρόγραφα, φερμένα από το Βυζάντιο. Στις αρχές του 16ου αιώνα λίγοι Ρώσοι ήταν ικανοί να τα διαβάσουν. Υπήρχε ανάγκη ενός ειδικού να τα ξεδιαλύνει και να τα μεταφράσει στα Σλαβονικά. Ο Ηγούμενος πρότεινε τον Μάξιμο, εκθειάζοντας τα χαρίσματά του.
          Ταξιδεύοντας βόρεια ο Μάξιμος και οι συνοδοί του, σταμάτησαν για λίγο στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί πιθανότατα το Πατριαρχείο βρήκε την ευκαιρία να τον ενημερώσει για τα δύο ζωτικά θέματα που κυριαρχούσαν στις σχέσεις του με τη Ρωσία: Την επιθυμία να αποκαταστήσει τη δικαιοδοσία του στη Ρωσική Εκκλησία που είχε εκλείψει στα μέσα του 15ου αιώνα και την ελπίδα να λάβει από τη Μόσχα βοήθεια, υλική και πολιτική, για τους Ελληνορθόδοξους υπόδουλους του Σουλτάνου.
            Ο Μάξιμος – και τώρα πια Μαξίμ για τους Ρώσους – έφτασε στη Μόσχα το Μάρτιο του 1518. Εκεί θα γινόταν ένας πολύπλευρος συγγραφέας. Η πρώτη του αποστολή αφορούσε τη μετάφραση και το σχολιασμό στο βιβλίο των Ψαλμών, το Ψαλτήριο, που αποτελούσε και το πρώτο αναγνωστικό κάθε Ρώσου που ήθελε να μάθει να διαβάζει και να γράφει. Η ανάγκη διόρθωσής του ήταν άμεση, γιατί τα λάθη του είχαν καταστεί αιτία παρερμηνειών και στήριξης αιρετικών απόψεων. Ο Ηγούμενος του Βατοπεδίου είχε γράψει στον Τσάρο, ότι ο Μάξιμος δε γνώριζε Ρωσικά. Έτσι με την άφιξή του, αρχικά στην Κριμαία, ξεκίνησε να μαθαίνει, φθάνοντας μετά από καιρό να γνωρίζει Ρωσικά, αλλά και Σερβικά, Βουλγαρικά και την Εκκλησιαστική Σλαβονική. Σύμφωνα με το Ρώσο κορυφαίο Διπλωμάτη και κύριο συνεργάτη του Μάξιμου Dimitri Gerasimov, ο Μάξιμος μετέφραζε το συγκεκριμένο έργο από τα Ελληνικά στα Λατινικά και οι Ρώσοι συνεργάτες του απέδιδαν έπειτα στα Σλαβονικά. Ο Μάξιμος ολοκλήρωσε το έργο αυτό σε δεκαεπτά μήνες. Αυτό ήταν το πρώτο από τα πολλά λογοτεχνικά του έργα στη Ρωσία. Ο Σοβιετικός μελετητής Aleksey Ivanov το 1969, κατέγραψε και έδωσε τις περιλήψεις 365 έργων του Μάξιμου, τα μισά από τα οποία ήταν ανέκδοτα. Καλύπτουν μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων και έχουν χωριστεί από τον Jack Haney, το συγγραφέα του μοναδικού βιβλίου για το Μάξιμο στα Αγγλικά, σε τέσσερις γενικές κατηγορίες: Θεολογία, φιλοσοφία, κρατική διοίκηση και κοινωνικά προβλήματα.
          Η κατηγοριοποίηση είναι χρήσιμη παρόλο που αφήνει εκτός δύο σημαντικά είδη έργων: Μεταφράσεις από τα Ελληνικά (περισσότερες από 100) και έργα Γραμματικής και Λεξικογραφίας, πεδία στα οποία ο Μάξιμος ήταν πρωτοπόρος στη Ρωσία. Είναι επιτακτική η ανάγκη μιας κριτικής έκδοσης των γραπτών του Μάξιμου. Η μόνη υπάρχουσα έκδοση, δημοσιευμένη στο Καζάν από το 1859 ως το 1862, δεν ικανοποιεί αυτήν την απαίτηση.
          Ο Μάξιμος είχε κάθε λόγο να πιστεύει, ότι με τη συμπλήρωση της μετάφρασης των σχολίων στο Ψαλτήριο, θα του επιτρεπόταν να επιστρέψει στο Άγιο Όρος. Άλλωστε και ο Ηγούμενος του Βατοπεδίου είχε ζητήσει ο Μάξιμος και οι δύο άλλοι μοναχοί που τον συνόδευαν, να επιστρέψουν με καλή υγεία στον Άθωνα. Πάντως οι Μοσχοβίτικες Αρχές σαφώς και δεν βιάζονταν να του επιτρέψουν να γυρίσει στην πατρίδα του. Είχαν άλλα σχέδια για τον Μάξιμο. Σύντομα του ανέθεσαν και άλλες μεταφράσεις και την αναθεώρηση των υπαρχόντων Σλαβονικών κειμένων των Γραφών και των Λειτουργικών βιβλίων, τα οποία βρήκε ανεπαρκή, αφού οι προηγούμενοι Ρώσοι μεταφραστές είχαν ελλιπή γνώση της Ελληνικής. Αυτό, παρατήρησε ο Μάξιμος με συγκαταβατικότητα, δεν τον εξέπληξε. Επειδή η Ελληνική γλώσσα, σημειώνει, είναι δύσκολη και περίπλοκη και απαιτεί πολλά χρόνια μελέτης για την πλήρη εκμάθησή της, ειδικά όταν ο σπουδαστής δεν είναι Έλληνας, οξυδερκής και δεν έχει υψηλό κίνητρο. Έγινε προφανές σε αυτόν, ότι τα χονδροειδή λάθη που έγιναν από προηγούμενους μεταφραστές, συνδυασμένα με αβλεψίες, οδήγησαν σε παρανοήσεις που στην καλύτερη περίπτωση ήταν παράλογες και στη χειρότερη αιρετικές. Κάποιες από τις πιο φανερές, τις διόρθωσε αυτόβουλα, μην υπολογίζοντας τις μελλοντικές δυσάρεστες συνέπειες. Ο Ηγέτης των «Ακτημόνων» – δηλαδή αυτών που όπως και ο Μάξιμος πίστευαν ότι τα μοναστήρια δεν έπρεπε να κατέχουν χωριά και δουλοπάροικους – Βασιανός, σημείωνε: «Τώρα, μέσω του Μάξιμου, γνωρίσαμε το Θεό».
          Δυστυχώς οι διορθώσεις του, οι απόψεις του για το Μοναχισμό και την ορθή αντιμετώπιση των αιρετικών, η αντίθεση του σε δεισιδαιμονίες και στην αστρολογία, η προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό και το θάρρος της γνώμης του, οδήγησαν στην παραπομπή του σε δίκη, με αβάσιμες και ψευδείς κατηγορίες. Εκείνη την εποχή η Ρωσία από τη μια δεχόταν την επιρροή της Δύσης και τις προσπάθειες του Πάπα να προσεταιριστεί τον Μεγάλο Ηγεμόνα της Μόσχας. Είναι χαρακτηριστικό ότι είχαν εμφανιστεί θαυμαστές της Ισπανικής Ιεράς Εξέτασης. Από την άλλη, πλήθος αιρετικών και σκοταδιστικών βιβλίων, προερχόμενα κυρίως από τη Βουλγαρία, γινόταν άκριτα αποδεκτά ως ιερά από τον αμαθή λαό. Σε πολιτικό επίπεδο, η Ρωσία δεν επιθυμούσε να ανοίξει μέτωπο με τους Οθωμανούς, έχοντας ήδη προβλήματα στα δυτικά και ανατολικά της σύνορα. Μοιραία ο Μάξιμος, με μια μικρή ομάδα μορφωμένων ανθρώπων, συγκρούστηκαν με την καθεστηκυία τάξη.
          Το χειμώνα του 1524/1525 ο Μάξιμος συνελήφθη. Την σύλληψη του ακολούθησε το Φεβρουάριο η δίκη δύο από τους τακτικούς συνομιλητές του. Και οι δύο αυτοί Ρώσοι συνεργάτες του Μάξιμου βρέθηκαν ένοχοι για εσχάτη προδοσία. Ο ένας αποκεφαλίστηκε και ο άλλος καταδικάστηκε σε αποκοπή της γλώσσας του. Τον Μάιο του 1525 ο ίδιος ο Μάξιμος πέρασε από δίκη, όπου προέδρευε ο ίδιος ο Μεγάλος Ηγεμόνας Βασίλειος ο Γ΄  και ο Μητροπολίτης Δανιήλ της Μόσχας, που ενεργούσε και ως κύριος κατήγορος. Μετά από μια καταφανώς προκατειλημμένη δίκη, ο Μάξιμος καταδικάστηκε σε απομόνωση στο μοναστήρι του Βολοκολάμσκ (προπύργιο αυτών που υποστήριζαν ότι τα μοναστήρια μπορούν να κατέχουν ολόκληρα χωριά), αλυσοδέθηκε, του επιβλήθηκε ακοινωνησία και του απαγορεύτηκε να διαβάζει και να γράφει. Η φυλάκιση του θα διαρκούσε είκοσι τρία χρόνια. Το 1531 ξαναδικάστηκε, εν μέρει λόγω της άρνησής του να δηλώσει ένοχος στις παλιότερες κατηγορίες, και καταδικάστηκε σε φυλάκιση σε μοναστήρι στο Τβερ. Η σκληρή μεταχείριση του Μάξιμου σιγά-σιγά μειώθηκε την δεκαετία του 1530, χάρη στην ανθρωπιά του τοπικού Επισκόπου Ακακίου και ιδιαίτερα μετά την απομάκρυνση του Μητροπολίτη Δανιήλ – κύριου διώκτη του Μάξιμου – από τη θέση του, το 1539. Αν και ακόμα του απαγορευόταν να κοινωνήσει, του δόθηκαν πίσω τα βιβλία του και του επιτράπηκε να γράφει. Στα μέσα της δεκαετίας του 1540 οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας έγραψαν στον Ιβάν τον Δ΄ τον Τρομερό, ζητώντας την απελευθέρωσή του. Ο Μάξιμος επανειλημμένα εκλιπαρούσε τους δεσμοφύλακές του, να τον αφήσουν να επιστρέψει στο Άγιο Όρος. Οι άκαρδες Ρωσικές Αρχές αρνήθηκαν όλες τις αιτήσεις του, να του επιτραπεί να επιστρέψει στην πατρίδα του, επικαλούμενες το γεγονός ότι γνώριζε πολλά για τη χώρα τους.
          Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, τα μαρτύρια του έλαβαν τέλος. Απελευθερώθηκε, πιθανότατα το 1548, όταν ήρθη το επιτίμιο της ακοινωνησίας, και του επιτράπηκε να διαμείνει στο μοναστήρι του Αγίου Σεργίου - Αγίας Τριάδας κοντά στη Μόσχα (το σημερινό Ζαγκόρσκ). Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του διαβάζοντας, γράφοντας και διδάσκοντας. Παρά την εξασθένιση της όρασής του, δίδαξε Ελληνικά σε ένα Ρώσο μοναχό, ενώ λίγο νωρίτερα, είχε γράψει στον κύριο κατήγορό του Μητροπολίτη Δανιήλ, παρηγορώντας τον για την απώλεια της θέσης του και απλώνοντάς του χέρι συμφιλίωσης. Απεβίωσε στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, σε ηλικία ενενήντα ετών.
          Η μεταθανάτια μοίρα του Μάξιμου του Γραικού στη Ρωσία, ήταν πολύ παράξενη. Οι απόψεις του για πολλά ζητήματα μεγάλου ενδιαφέροντος για τη Ρωσική κοινωνία, διέφεραν κατά πολύ από την επίσημη πολιτική, ώστε να τον καταστήσουν πλήρως αποδεκτό, τουλάχιστον στις αμέσως επόμενες γενιές. Είναι αλήθεια, ότι η θαυμαστή υπομονή με την οποία άντεξε είκοσι τρία χρόνια σκληρών μαρτυρίων, προκάλεσε τον σεβασμό του ως Αγίου και Μάρτυρα, ιδιαίτερα από αυτούς τους Ρώσους που διαφοροποιούνταν από την επίσημη Εκκλησία. Αυτή την μακραίωνη ευλάβεια και τιμή επικύρωσε η Εκκλησία με την επίσημη ανακήρυξη του ως Αγίου, τόσο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όσο και από το Πατριαρχείο Μόσχας, μόλις το 1988!
          Ακόμα είχε κατά τη διάρκεια της ζωής του έναν μικρό κύκλο Ρώσων θαυμαστών, κάποιοι από τους οποίους ήταν διαπρεπείς προσωπικότητες. Είναι ίσως εκπληκτικό ότι βρίσκουμε ανάμεσα τους τον Τσάρο Ιβάν τον Τρομερό. Με δική του διαταγή αποφυλακίστηκε. Αλλά παραμένει το γεγονός, ότι η επιρροή του Μάξιμου ήταν πάντα περιορισμένη. Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτός ο Βυζαντινός λόγιος, ήταν αξιοσέβαστος περισσότερο για τις προτάσεις του, για το σωστό τρόπο που γίνεται το σημείο του Σταυρού, ενώ οι αναφορές του στην Ελληνική Κλασσική λογοτεχνία στην πλειοψηφία τους αγνοούνταν. Στον πρόλογο των έργων του από την Ακαδημία του Καζάν το 1859 αναφέρεται: « Οι σύγχρονοί του δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την αξία του Μάξιμου. Για μας όμως είναι ανεκτίμητα τα έργα του, στα οποία αντανακλά πλήρως η υψηλή και φωτεινή του προσωπικότητα και τα σκοτεινά γνωρίσματα της εποχής του». Πρέπει αλήθεια να υπάρχει κάτι συμβολικό στο Ρωσικό πεπρωμένο του Μάξιμου. Η απόρριψη ενός ανθρώπου που το βάθος της πνευματικότητάς του και της λογιοσύνης του, αντιπροσώπευε ότι καλύτερο υπήρχε στον πολιτισμό της μεταβυζαντινής Ελλάδας, σηματοδοτούσε κατά κάποιον τρόπο την απομάκρυνση της Ρωσίας από την αρχαία κληρονομιά του Βυζαντίου. Είναι αλήθεια, ότι τον καιρό που ήταν στη Μόσχα, οι Ρωσικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι ανέπτυσσαν την αυθαίρετη θεωρία της Μόσχας ως Τρίτης Ρώμης, που απέδιδε στην πρωτεύουσα τους το ρόλο της εστίας της διεθνούς ισχύος και του κεντρικού εγγυητή για την αληθινή Ορθόδοξη πίστη. Αλλά η στάση του Μάξιμου απέναντι σε αυτή τη θεωρία υπήρξε αμφίσημη. Ως Έλληνας πατριώτης, δέχτηκε ευχαρίστως την εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας του δέκατου έκτου αιώνα, της προοπτικής για μια νικηφόρα είσοδο της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, οδηγώντας στην απελευθέρωση του λαού του και την αναζωογόνηση του, κάτω από το σκήπτρο ενός Ορθόδοξου Τσάρου. Στην εισαγωγή του στην μετάφραση των σχολίων του Ψαλτηρίου, του πρώτου του έργου που ανέλαβε στη Ρωσία, ο Μάξιμος απευθυνόταν στο Μεγάλο Ηγεμόνα της Μόσχας, Βασίλειο τον Γ΄ ως εξής:
          «Αφήστε τους δυστυχείς Χριστιανούς που ζουν εκεί (στην Ελλάδα) να μάθουν από εμάς, ότι ακόμη έχουν Βασιλέα, που όχι μόνο κυβερνά σε αναρίθμητους ανθρώπους και κατέχει πλήθος από όλα τα υπόλοιπα που είναι βασιλικά και άξια θαυμασμού, αλλά και που έχει δοξαστεί πάνω από όλους λόγωτης δικαιοσύνης του και της Ορθοδοξίας του, τόσο που μπορεί να παρομοιαστεί με τους Κωνσταντίνο και Θεοδόσιο τους Μεγάλους, που η μεγαλειότητα σας διαδέχεται. Ω, αν μόνο μια μέρα μπορούσαμε να απελευθερωθούμε χάρη σε σας από την υποταγή στους απίστους και λαμβάνοντας το δικό μας βασίλειο…Ακόμη και τώρα, μπορεί ο Θεός να ευαρεστηθεί να ελευθερώσει τη Νέα Ρώμη (την Κωνσταντινούπολη), που βάναυσα βασανίζεται από τους άθεους Μουσουλμάνους, μέσω της ευσεβούς μεγαλειότητάς σας και να φέρει μπροστά από τον πατρικό σας θρόνο μια κληρονομιά και μπορεί εμείς οι δύστυχοι να λάβουμε διαμέσου σας το φως της ελευθερίας…».
          Ίσως ο Μάξιμος πραγματικά πίστευε, ότι αυτή η ρητορική θα προωθούσε την υπόθεση της απελευθέρωσης του λαού του. Έγραψε αυτά τα λόγια στις πρώτες του μέρες στη Ρωσία. Η πίστη του ότι η Μόσχα, ως διάδοχος της Κωνσταντινούπολης, ήταν η Τρίτη και τελευταία Ρώμη, αν ήταν ποτέ ειλικρινής, σύντομα βούλιαξε στην πραγματικότητα που έβλεπε γύρω του. Ήταν πολύ Βυζαντινός στην καρδιά, ώστε να δέχεται για πολύ αυτό το ευκαιριακό υποκατάστατο της Ανατολικής Ρωμαϊκής οικουμενικής ιδέας, που αναπτυσσόταν στη Ρωσία από τους ορκισμένους αντιπάλους του. Και ήταν πιθανώς πολύ ρεαλιστής, ώστε να μην παρατηρήσει πως, στη Ρωσία του δέκατου έκτου αιώνα, μέσα από τον περιορισμό των πολιτιστικών οριζόντων και την αφύπνιση της Realpolitik από τους κυβερνήτες της, η Χριστιανική παγκοσμιότητα του Βυζαντίου μεταμορφώνονταν και παραμορφώνονταν στα πιο στενά πλαίσια του Μοσχοβίτικου εθνικισμού. Αυτός ίσως είναι ο λόγος που το όραμα του Μάξιμου για την Χριστιανική Κοινοπολιτεία κατέληξε τελικά απαισιόδοξο. Σε ένα απόσπασμα εμφανώς αλληγορικό, γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1540, μας λέει ότι περπατώντας με κόπο σε έναν σκληρό και δύσβατο δρόμο, συνάντησε μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα, που καθόταν στην άκρη του δρόμου και έκλαιγε απαρηγόρητη. Γύρω της υπήρχαν άγρια ζώα, λιοντάρια και αρκούδες, λύκοι και αλεπούδες. «Ο δρόμος» είπε στο Μάξιμο «είναι ερημωμένος και προεικονίζει αυτούς τους έσχατους και καταραμένους καιρούς». Το όνομά της, του είπε, ήταν Βασιλεία.
         Δεν είναι εύκολο να εντοπίσουμε ακριβώς τη θέση που πρέπει να καταλάβει ο Μιχαήλ – Μάξιμος – Μαξίμ στην Ιστορία του Πολιτισμού, καθενός από τους τρεις κόσμους στους οποίους ανήκε. Έζησε σε ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον, όπου η Βυζαντινή κληρονομιά, οι υστερομεσαιωνικές Ιταλό Ελληνικές σχέσεις και οι παραδοσιακοί δεσμοί μεταξύ της Ρωσίας, του Αγίου Όρους και της Κωνσταντινούπολης, ήταν ακόμα σε κάποιο βαθμό ζωντανοί. Ήταν μια από τις τελευταίες προσωπικότητες αυτού του είδους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
D. Obolensky, Six Byzantine portraits, Oxford 1988.
E. M. Vereshagin - V.G. Kostomarov, Язык и культура (Language and culture), Moscow 2005.
Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους,  Άγιος Μάξιμος ο Γραικός ο Φωτιστής των Ρώσων,  1991.

 

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

ΤΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

ΑΙΡΕΣΙΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΑΔΟΣ
 
Τοῦ κ. Ἰωάννη Καρδάση, Χημικοῦ - Οἰκονομολόγου

            Δεν θα είμαστε τόσο κατηγορηματικοί στον τίτλο μας, που είναι βαρύς και οδυνηρός για τη Διοίκηση της Εκκλησίας μας, αν δεν βλέπαμε ετεροδιδασκαλίες του Παπισμού να διδάσκονται (και μάλιστα ως Κατήχηση) σε επίσημα βιβλία της Εκκλησία μας. Βέβαια, για να χαρακτηρίσει κάποιος μια διδασκαλία ως αιρετική, θα πρέπει πρώτα να έχει χαρακτηρίσει τον ΡΚαθολικισμό ως αίρεση και κάτι τέτοιο δεν έχει υπάρξει από την Διοίκηση της Εκκλησίας μας, άσχετα αν αυτός ο χαρακτηρισμός έχει δοθεί παλαιότερα επίσημα από Πανορθόδοξες Συνόδους.
Εδώ και πολύ καιρό ασκείται κριτική (και πολύ σωστά), σε εκπροσώπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Κληρικούς και Καθηγητές Πανεπιστημίου), για τα λεγόμενα οικουμενιστικά ανοίγματα προς τη Δύση και, ως επακόλουθο αυτών, τις συναντήσεις, συμπροσευχές και συλλείτουργα με τους αιρετικούς Παπικούς. Και ορθώς καυτηριάζονται πολλές τέτοιες ενέργειες, οι οποίες εν πολλοίς αποτελούν –προς το παρόν- αντικανονικές ενέργειες με παραβάσεις Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας μας. Δεν μπορείς πράγματι να συμπροσεύχεσαι με αιρετικούς, όταν π.χ. ο Μ. Βασίλειος εύχεται: «Τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη Αγία Σου, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», εκτός βέβαια και εάν δεν τους θεωρείς πεπλανημένους.
            Εκτός όμως από τα ανωτέρω, ήδη από πάρα πολλά χρόνια ασκείται μια αιρετική διδασκαλία στην Εκκλησία μας, για την οποίαν δεν υπάρχει καμία αντίδραση και μάλιστα σε ένα θέμα καθαρά δογματικής φύσεως, το οποίον διαπραγματεύεται το ερώτημα περί της προσφοράς του Χριστού με την σταύρωση και το θάνατό Του, το αποκαλούμενο: «ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης». 
            Ένα από τα κύρια δογματικά θέματα, που χωρίζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία από τον Παπισμό, είναι και αυτό της ικανοποίησης της θ. δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία πρεσβεύει, ότι ο θάνατος είναι δημιούργημα του Διαβόλου, ο δε Λόγος εσαρκώθη για να καταποντίσει το κράτος του θανάτου («θανάτω θάνατον πατήσας»), πράγμα που έγινε με την Σταύρωση και Ανάστασή Του, για τον Παπισμό, ο θάνατος είναι δημιούργημα του Θεού, ο δε Λόγος εσαρκώθη και εσταυρώθη προς ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης και για να δώσει το καλό παράδειγμα της αγάπης και της υπακοής, ως προϋπόθεση ένωσης με τον Θεό, αυτός δε ο θάνατος θα καταργηθεί με την β΄ Παρουσία.
            Η ανωτέρω Ορθόδοξη θέση τεκμηριώνεται από πάμπολλους Πατέρες της Εκκλησίας (Άγ. Ειρηναίο, Μ. Αθανάσιο, Κύριλλο Αλεξανδρείας, Γρηγόριο Θεολόγο, Ιωάννη Χρυσόστομο, Μάξιμο Ομολογητή, Νικόλαο Καβάσιλα, Γρηγόριο Παλαμά κ.ά.) και αποτελεί την επίσημη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ ο Παπισμός βασιζόμενος σε Δυτικούς πατέρες (Αυγουστίνο, Αβελάρδο, Άνσελμο κυρίως, Θωμά Ακινάτη κ.ά.) εκφράζει την εντελώς αντίθετη δογματική θέση, που εδράζεται στη διαφορετική της άποψη έναντι του προπατορικού αμαρτήματος και της δημιουργίας του Σατανά, τον οποίον θεωρεί ως όργανο και υπηρέτη του Θεού προς τιμωρία του ανθρώπου ένεκα της θείας οργής (με την Ορθόδοξη δογματική θέση να είναι βεβαίως εκ διαμέτρου αντίθετη).
            Η περί ικανοποιήσεως της θ. δικαιοσύνης διδασκαλία πρωτοεμφανίζεται σε έργα του Αρχιεπισκόπου του Canterbury Άνσελμου (1033-1109), ιδρυτή του Σχολαστικισμού στη Δύση και αγίου γιά τον Παπισμό. Συνέγραψε το έργο Cur Deus homo? (Γιατί ο Θεός (έγινε) άνθρωπος;), στο οποίο διαπραγματεύεται τη θεωρία της λύτρωσης. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, που στηρίζεται στη φεουδαλική διάρθρωση της κοινωνίας, ο πεπερασμένος άνθρωπος διέπραξε ένα έγκλημα (αμάρτημα) κατά του απείρου Θεού. Στη φεουδαλική κοινωνία, ο προσβάλλων αναγκαζόταν να παράσχει ικανοποίηση ή να καταβάλει αποζημίωση στον προσβληθέντα, που ήταν ανάλογη προς τη θέση του τελευταίου. Έτσι, ένα έγκλημα εναντίον ενός Βασιλιά, απαιτούσε μεγαλύτερη ικανοποίηση από ένα έγκλημα εναντίον ενός Βαρώνου κ.ο.κ. Σύμφωνα με αυτόν τον τρόπο σκέψης, ο πεπερασμένος άνθρωπος, αφού δεν μπορούσε ποτέ να παράσχει ικανοποίηση στον άπειρο Θεό, θα έπρεπε να περιμένει μόνο τον αιώνιο θάνατο. Το όργανο για την επαναφορά του ανθρώπου σε μια ορθή σχέση με τον Θεό θα έπρεπε να είναι ένας Θεάνθρωπος (Χριστός), με του οποίου την άπειρη αξία ο άνθρωπος εξαγνίστηκε σε μια πράξη συνεργασίας –αναδημιουργίας.
Αυτή η θεωρία επικυρώθηκε με τη Σύνοδο του Τριδέντου, η οποία καθόρισε ότι η αξιομισθία του ανθρώπου αδυνατεί να προσφέρει τη σωτηρία, εκτός αν συναφθεί με την αξιομισθία του Χριστού. Διέκρινε δε δυο είδη ποινών, την αιώνια και την πρόσκαιρη. Από την πρώτη απαλλάσσεται ο άνθρωπος μόνο δια του σταυρικού θανάτου του Χριστού, ενώ από τη δεύτερη με τα έργα της μετανοίας. Οι λυσίποινες αυτές αφέσεις αμαρτιών βάσει των αξιομισθιών του Χριστού και των Αγίων, προφανώς βασίζονται στην εκδοχή περί ικανοποιήσεως της θ. δικαιοσύνης. Εν προκειμένω εξαγοράζονται μόνον οι πρόσκαιρες ποινές και όχι οι αιώνιες, οι οποίες εξαλείφονται μόνο δια του σταυρικού θανάτου.
            Η Ορθόδοξη θέση επ’ αυτών εκφράζεται κυρίως από τον μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας, τον Γρηγόριο Θεολόγο, αλλά και από θεολόγους Καθηγητές. Έτσι:
            Α. Ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος αναφέρει: «Δεύτερον δε, τις ο λόγος, Μονογενούς αίμα τέρπειν Πατέρα, ως ουδέ τον Ισαάκ εδέξατο παρά του πατρός προσφερόμενον, αλλ’ αντηλλάξατο την θυσίαν, κριόν αντιδούς του λογικού θύματος; Ή δήλον, ότι λαμβάνει μεν ο Πατήρ, ουκ αιτήσας, ουδέ δεηθείς, αλλά δια την οικονομίαν, και το χρήναι αγιασθήναι τω ανθρωπίνω του Θεού τον άνθρωπον. ιν’ αυτός ημάς εξέληται, του τυράννου βία κρατήσας, και προς εαυτόν επαναγάγη δια του Υιού μεσιτεύσαντος, και εις τιμήν του Πατρός τούτο οικονομήσαντος, ώ τα πάντα παραχωρών φαίνεται. Τα μεν δη Χριστού τοιαύτα, και τα πλείω σιγή σεβέσθω. Ο δε χαλκούς όφις κρεμάται μεν κατά των δακνόντων όφεων, ουχ ως τύπος δε του υπέρ ημών παθόντος, αλλ’ ως αντίτυπος. και σώζει τους εις αυτόν ορώντας, ουχ ότι ζη πιστευόμενος, αλλ’ ότι νενέκρωται, και συννεκροί τας υπ’ αυτόν δυνάμεις, καταλυθείς, ώσπερ ην άξιος. Και τις ο πρέπων αυτών παρ’ ημών επιτάφιος; Που σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, άδη, το νίκος; Τω σταυρώ βέβλησαι, τω ζωοποιώ τεθανάτωσαι. Άπνους, νεκρός, ακίνητος, ανενέργητος, και, ει το σχήμα σώζεις όφεως, εν ύψει στηλιτευόμενος» (Λόγος με΄, Εις το Άγιον Πάσχα, 22, Migne, P.G., 36, 653).
B. Ο Καθηγητής Ι. Καρμίρης αναφέρει: «Ακόμη και ο όρος «ικανοποίησις» ή «Satisfactio» είναι ξένος προς τους Έλληνας Πατέρας» (Ετερόδοξοι επιδράσεις επί της ομολογίας του ΙΖ΄ αιώνος. Ιεροσόλυμα 1949, σελ. 64, σημ. 3).
Γ. Ο Καθηγητής π. Ι. Ρωμανίδης αναφέρει: «Η εν τη Δύσει επικρατούσα περί απολυτρώσεως διδασκαλία, είναι εν γενικαίς γραμμαίς η περί ικανοποιήσεως θεωρία του Ανσέλμου, η οποία δεν προϋποθέτει ως αναγκαίαν την συνεχή και αδιάκοπον κοινωνίαν και παρουσίαν του Χριστού εν τοις σώμασι των πεφωτισμένων. όπου δε η προϋπόθεσις αύτη δια Βιβλικούς λόγους απαντά, είναι δευτερευούσης σημασίας. Εφ’ όσον δια της σταυρικής θυσίας του Κυρίου ικανοποιείται η θεία δικαιοσύνη, δεν υπάρχει πλέον ουσιαστική ανάγκη της διαρκούς και πραγματικής εν τη Εκκλησία παρουσίας Αυτού, προς σωτηρίαν των πιστών» (Το προπατορικόν αμάρτημα. Αθήνα 1992, σελ. 2-3).
Δ. Ο Καθηγητής Ν. Ματσούκας κινείται παρομοίως αναφέροντας, ότι η θεωρία αυτή του Άνσελμου, ορμάται εκ προϋποθέσεων και σκέψεων ξένων προς την Βιβλική και την Ανατολική Πατερική διδασκαλία. Η θεωρία αυτή δεν μπορεί να στηριχθεί εις τας παραστάσεις περί «θυσίας» και «λύτρου» υπέρ των ανθρώπων, ως αναπτύσσεται εις την Ορθόδοξη Ανατολική παράδοση, όπου εξαίρεται η πράξη του Σταυρού ως προσφορά υπέρ του ανθρώπου και όπου δεν γίνεται λόγος περί της συνδιαλλαγής της αγάπης και της δικαιοσύνης στο Θεό. Η ερμηνεία αυτή του απολυτρωτικού έργου, μετατόπισε το πρόβλημα από την ανθρώπινη περιοχή στη θεία. Η Βιβλική διδασκαλία και η Ορθόδοξη Παράδοση δέχονται το απολυτρωτικό έργο, ως προελθόν εκ της αγάπης του Θεού, ο οποίος εισέβαλε στην ιστορία και ελευθέρωσε τον άνθρωπο από τα χέρια του Διαβόλου και από τη δύναμη της φθοράς και την άλωση από το κράτος του θανάτου (Θ.Η.Ε. τ. 6, σελ. 857-858). 
Πλην όμως υπάρχουν και αντίθετες θέσεις Καθηγητών, επηρεασμένων από τη σχολαστική θεολογία της Δύσης και κυρίως του Άνσελμου, αλλά και του Ακινάτη. Έτσι:
Α. Ο Καθηγητής Θεοδώρου Α.   στο έργο του «Η ουσία της Ορθοδοξίας» καταγράφει πως η ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης είναι διδασκαλία Ορθόδοξη!: «Επί του σταυρού ο Σωτήρ αναλαβών πάσας του κόσμου τας αμαρτίας και γενόμενος υπέρ ημών κατάρα, υπήνεγκεν ανθ’ ημών όλας τας εκ της αμαρτίας ποινάς και δη τον θάνατον, όσα πάντα έπρεπε να υποστή το αμαρτήσαν των ανθρώπων γένος. Δια του αίματός του ο Χριστός ικανοποίησε πλήρως την θείαν δικαιοσύνην, την απαιτούσαν την τιμωρίαν του παραβάτου». Ωστόσο κατά την Ορθόδοξη Θεολογία (και μάλιστα κατά την ουσία της), ούτε ο θάνατος (ως αρρώστια και φθορά), είναι ποινή, ούτε ο σκοπός της σωτηρίας είναι η ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης. Βιβλικά και Πατερικά κείμενα, που κάνουν λόγο για το θάνατο του Χριστού «ως λύτρον», απλώς αναφέρονται στις γνωστές εικόνες απελευθέρωσης των δούλων και φυσικά έχουν σκοπό να παρουσιάσουν τη σωτηρία ως απελευθέρωση από τον τύραννο Διάβολο και την αμαρτία και εν πάση περιπτώσει πουθενά δεν κάνουν λόγο για ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης.
Β. Ο Καθηγητής Τρεμπέλας Π. είναι και αυτός επηρεασμένος από τον σχολαστικισμό της Δύσης, τον Άνσελμο και τον Ακινάτη και όχι μόνον ενστερνίζεται τις θέσεις τους, αλλά και τις υπερασπίζεται ενθέρμως, όπου εκτός της ικανοποίησης της θ. δικαιοσύνης του Άνσελμου, έχουμε τα περί της κτιστής χάριτος στην Αγία Τριάδα (του Ακινάτη), ότι η Ουσία του Θεού είναι ο Νους (του Αυγουστίνου), ότι ο μόνος άκτιστος είναι ο αγέννητος Πατήρ (άρα ο Υιός που είναι γεννητός τι είναι;), ότι είναι βλασφημία η άρνηση του Actus purus (της καθαρής ενέργειας του Ακινάτη), ότι η θ. Ενέργεια είναι η θ. Ουσία, ότι η υπόσταση ταυτίζεται με την ουσία, ότι η αγιότητα του Χριστού είναι ελάσσονα του Πατέρα κ.ά. (Αλληλογραφία π. Ι. Ρωμανίδη και Π. Τρεμπέλα, εκδόσεις Αρμός, 2009).
Παρ’ όλο, λοιπόν, που οι δογματικές θέσεις Ορθοδοξίας και Παπισμού είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, καθότι εδράζονται σε διαφορετικές θεωρήσεις του θανάτου, του Σατανά, της πτώσης και της απολύτρωσης του ανθρώπου, παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν και επιζούν οι επιδράσεις από την ΡΚαθολική και Προτεσταντική κατήχηση, κατάλοιπα του σχολαστικισμού και διαφωτισμού, της προσπάθειας δυτικοποίησης της Ορθοδοξίας, της βλαπτικής επίδρασης των ιδεών του Α. Κοραή, ο οποίος αντικατέστησε: α/ την κάθαρση της καρδιάς με την φιλοσοφική ηθική, β/ τον φωτισμό του νου με τον μεταφυσικό φωτισμό της διάνοιας και γ/ την θέωση με το τίποτε και τέλος την εκρίζωση του μοναχισμού στην χώρα μας από την Βαυαροκρατία.
Έτσι φθάνουμε σήμερα να διαβάζουμε σε βιβλίο Ορθόδοξης Κατήχησης: «Και διατί ο θάνατος ούτος; Προς εξιλέωσιν της καθ’ ημών θείας οργής. Επ’ αληθείας, ημείς ήμεθα οι ένοχοι και ημείς έπρεπε να τιμωρηθώμεν, δια να αποκατασταθή η ηθική εν τω κόσμω τάξις, η δια της παραβάσεως ημών διαπραχθείσα. Αλλ’ επειδή, δια να εξιλεωθή ο άπειρος Θεός, απητείτο και Θύμα απείρων διαστάσεων, τοιούτον δε η γη δεν ηδύνατο να προσφέρη, παρ’ όλας τας μηδέποτε διακοπείσας αιματηράς της θυσίας, τας διαλαλούσας την παγκόσμιον ενοχήν, δια τούτο ο Θεάνθρωπος προσέφερεν εαυτόν επί του Σταυρού ως σφάγιον εξιλαστήριον, αντιπροσωπεύσας μεν δια της ανθρωπίνης φύσεώς του τον πταίσαντα, παρασχών δε δια της θείας τοιαύτην αμύθητον αξίαν εις τον θάνατόν του, ώστε να κάμψη τα σπλάχνα του Απείρου Θεού. Κατ’ αυτόν τον τρόπον ο υπέρ ημών Σταυρωθείς ικανοποίησε την θείαν δικαιοσύνην, ειρηνοποίησε τα πάντα εν εαυτώ και εδώρησεν εις ημάς την απολύτρωσιν «δια του αίματος αυτού» (Εφεσ. α΄ 7)».(Ιερά Κατήχησις π. Κ. Καλλίνικου. Έκδοση ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝIΑΣ, Αθήνα 1997, σελ. 55-56). Δηλ. με άλλα λόγια, ο Χριστός πρόσφερε τον εαυτό του στο Σταυρό, για να ξεθυμώσει ο Πατέρας του, λόγω της παρακοής του Αδάμ! Οποία διαστροφή της Πατερικής διδασκαλίας! Ο Χριστός να γίνεται όργανο εξευμενισμού του θείου, κάτι που η Ορθόδοξη Εκκλησία απορρίπτει γενικώς και χωρίς εξαιρέσεις. Παράδειγμα έχουμε την μη συμπερίληψη των Κανόνων του αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος στον β΄ Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής και τούτο διότι στον α΄ Κανόνα του αγίου Ιωάννου αναφέρεται ο εξευμενισμός του θείου: «Ου μην αλλά και ει συχναίς γονάτων κλίσεσι το θείον εξευμενίζειν αιρείται, ομοίως ποιείν, και μάλιστα ει φιλότιμον προς ελεημοσύνην και της δυνάμεως ουκ αποδέουσαν την προαίρεσιν επιδείκνυται».
            Δεν εκπλησσόμεθα βέβαια, για την παρείσφρηση τέτοιων ΡΚαθολικών δογμάτων σε Ορθόδοξη κατήχηση, γιατί δεν είναι τα μοναδικά, που έχουν εμφιλοχωρήσει, αλλά συγκλονιζόμεθα, όταν τέτοια κείμενα ακούγονται από αναγνώστες στις τράπεζες Μονών του Αγ. Όρους, που θεωρείται πλέον ο εναπομείνας Φάρος της Ορθοδοξίας, και από την πείσμονα άρνηση της αντικατάστασής των μετά από σχετικές υποδείξεις. Πρέπει όμως κάποτε να αρχίσουμε, έστω και αργά να αντικαθιστούμε τέτοια κείμενα με αντίστοιχα Ορθόδοξα, ώστε τουλάχιστον να σταματήσουμε σαν Ορθόδοξοι να κατηχούμεθα με θέσεις, που έχουν χαρακτηρισθεί αιρετικές από το ίδιο το Σώμα της Εκκλησίας μας, δηλ. το Σώμα του Χριστού, το Σώμα των Αγίων.
            Από τα ανωτέρω κατατεθέντα φαίνεται σαφώς, ότι η λεγομένη προσέγγιση μεταξύ Ορθοδόξων και ΡΚαθολικών, η πολυδιαφημιζόμενη «ένωση» είναι και θα παραμείνει ένα όνειρο απατηλό. Πως μπορεί να συγχρωτισθούν Ιουδαίοι με Σαμαρείτες; Πως μπορεί να συμπλεύσουν ένας Θεός τιμωρός, με ένα Θεό της Αγάπης, ένας Θεός δημιουργός του θανάτου, με ένα Θεό δημιουργό της ζωής, ένας Θεός, που έχει επιλέξει ποιοι θα σωθούν με ένα Θεό που καλεί τους πάντες σε σωτηρία, ένας Θεός γεννημένος από τη Φύση του (Αυγουστίνος) και όχι αυτογέννητος από το πρόσωπό του (Καππαδόκες), ένας Θεός που έστειλε τον Υιό του να σταυρωθεί για να εξευμενίσει την οργή Του, με ένα Θεό που έστειλε τον Υιό του να σταυρωθεί, ώστε με το θάνατό του να πατάξει το θάνατο; Πως μπορεί ένας Θεός που δεν είναι αποκλειστικά δημιουργός του αγίου Πνεύματος, αλλά έχει και συνδημιουργό, να ταυτίζεται με ένα Θεό, που είναι αποκλειστικά μοναδικός αίτιος της ύπαρξης του Τρίτου Προσώπου; Ένας Θεός, που έχει αντιπρόσωπό του στη γη, που είναι και αλάθητος, με έναν που δεν αντιπροσωπεύεται από έναν θεό των ειδώλων πάνω στη γη;
            Όλη αυτή η προσπάθεια «ένωσης» Ορθοδόξων και ΡΚαθολικών, μοιάζει με την προσπάθεια συνένωσης αστρονόμων και αστρολόγων σ’ ένα ενιαίο οργανισμό. Δηλαδή, είναι σαν να καλούνται οι επιστήμονες αστρονόμοι, που η επιστήμη τους βασίζεται στην εμπειρία και στην παρατήρηση με όργανα (όπως είναι και οι θεόπτες Ἀγιοι), να συνενωθούν με ανεπιστήμονες κομπογιαννίτες, που χρησιμοποιούν τον στοχασμό, τη δεισιδαιμονία και την παρατήρηση με γυμνό μάτι (όπως είναι οι στοχαστές και φιλοσοφούντες «άγιοι» της Δύσης). Το ίδιο συμβαίνει και με την προσέγγιση Ορθοδόξων και Ετεροδόξων. Καλούνται δηλ. να ενωθούν εκείνοι που γνωρίζουν τον τρόπο θεραπείας των ανθρώπων, με εκείνους που δεν γνωρίζουν καμία θεραπεία, αλλά το μόνο που γνωρίζουν άριστα είναι το πώς να αστυνομεύουν τους ανθρώπους. Πως μπορεί ένα Νοσοκομείο να συμπλεύσει με ένα Δικαστήριο; Τι κοινό μπορεί να έχουν αυτά τα δυο καθιδρύματα. Τι κοινό μπορεί να έχει ένας γιατρός με ένα δικαστή; Τέτοιος λοιπόν αβυσσαλέος διαχωρισμός υπάρχει μεταξύ Ανατολής και Δύσης, που δεν είναι απλώς σχήμα λόγου το ρηθέν, ότι οι διαφορές είναι τέτοιες «όσον απέχουσιν Ανατολαί από Δυσμών». Και έτσι Εκκλησία και Ειδωλολατρία θεωρείται αδύνατο να συμπλεύσουν, οπότε «εις μάτην κοπιάζουν οι οικοδομούντες», καθότι το αποτρέπει ο ίδιος ο ευαγγελικός λόγος: «Τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαλ;» (Κορ. Β΄ 6. 15).