Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Ἀρχική δημοσίευση στό Περιοδικό «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία» Λευκωσίας (φ. 51/1997, σελ. 95 - 98), μέ τόν τίτλο «Βυζαντινές Εἰκόνες πού τιμήθηκαν στή Ρωσία».

Ἡ Παναγία τοῦ Σμολένσκ
Βυζαντινή εἰκόνα τῆς Ὁδηγητρίας μέ τήν ὁποία - κατά τήν παράδοση - ὁ Αὐτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’ ὁ Μονομάχος, εὐλόγησε τούς γάμους τῆς κόρης του Πριγκίπισσας Ἀναστασίας μέ τόν τότε Ἡγεμόνα τοῦ Τσερνίκωφ καί ἔπειτα Μεγ. Ἡγεμόνα τοῦ Κιέβου Βζέβολοντ Α’ Γιαροσλάβιτς (1078 – 1093), τό 1046. (Ὁ Βζέβολοντ ἦταν τέταρτος γιός τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα Γιαροσλάβου τοῦ Σοφοῦ (1019 – 1054) καί τῆς Σουηδῆς Πριγκίπισσας Εἰρήνης (ἁγ. Ἄννας, + 1050). Ἀργότερα, ὁ γιός τοῦ Βζέβολοντ καί τῆς Ἀναστασίας Βλαδίμηρος Β’ ὁ Μονομάχος, Μεγ. Ἡγεμόνας τοῦ Κιέβου, κατέθεσε τήν εἰκόνα στόν Καθεδρικό Ναό Κοιμ. Θεοτόκου στό Σμολένσκ, ἀπ’ ὅπου πῆρε τό ὄνομά της.
Ἡ Παναγία τοῦ Σμολένσκ συνδέθηκε μέ πολλές ἐθνικές περιπέτειες τῆς Ρωσίας καί σ’ αὐτήν ἀποδόθηκαν κατά καιρούς σημαντικές νίκες τῶν Ρώσων. Τό 1239, ἡ διάσωση τοῦ Σμολένσκ ἀπό τίς ὀρδές τῶν Τατάρων, ἔγινε μετά ἀπό θαυματουργική ἐπέμβαση τῆς Παναγίας. Κατά τήν παράδοση, ὅταν ἡ στρατιά τοῦ Χάν Μπατοῦ εἶχε στρατοπευδεύσει 16 μόλις μίλια ἀπό τήν πόλη καί ἑτοίμαζε τήν ἐπίθεσή της, μία ὑπερκόσμια φωνή ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας διέταξε τόν φύλακα τοῦ ναοῦ νά καλέσει τόν εὐσεβή πολεμιστή Μερκούριο. Ἡ ἴδια φωνή ἔδωσε στή συνέχεια ἐντολή στόν Μερκούριο νά σκοτώσει τόν Τάταρο πολέμαρχο μέσα στή σκηνή του, ἀποκομίζοντας γιά τόν ἑαυτό του τόν μαρτυρικό στέφανο. Ὁ Μερκούριος πράγματι ἐκτέλεσε τήν Θεομητορική ἐντολή καί ἔτσι ὁ ἐχθρός ἀποσύρθηκε.
Στίς ἀρχές τοῦ 16ου αἰ. ἡ εἰκόνα μεταφέρθηκε στή Μόσχα, πενήντα χρόνια ὅμως ἀργότερα ὁ λαός τοῦ Σμολένσκ ζήτησε δυναμικά τήν ἐπιστροφή της. Ἡ εἰκόνα πράγματι ἐπιστράφηκε καί στή θέση της, στόν Καθεδρικό Ναό Εὐαγγ. Θεοτόκου Κρεμλίνου, τοποθετήθηκε τό πλέον γνωστό ἀντίγραφό της.
Στίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰ. ὁ Τσάρος Βασίλειος Δ’ Σουϊσκυ (1606 – 1610), τιμῶντας τήν ἕνωση τοῦ Σμολένσκ μέ τό Ρωσικό κράτος, ἵδρυσε στή Μόσχα τήν Μονή Νοβοντεβίτσυ. Στό καθολικό τῆς μονῆς αὐτῆς πού τιμᾶται στό ὄνομα τῆς Παναγίας τοῦ Σμολένσκ, κατατέθηκε καί σώζεται μέχρι σήμερα τό ἀντίγραφο τοῦ Κρεμλίνου.
Τό πρωτότυπο μεταφέρθηκε καί πάλι στή Μόσχα τό 1812, κατά τήν εἰσβολή τῶν Γάλλων. Ἡ καταστροφή τοῦ Ναπολέοντα στή Μάχη τοῦ Μποροντῖνο ἀποδόθηκε καί πάλι στή Θεομήτορα.
Ἡ Παναγία τοῦ Σμολένσκ τιμᾶται τήν 28η Ἰουλίου. Τά πλέον γνωστά ἀντίγραφά της εἶναι ἐκεῖνα τοῦ Οὔστιουγκ (1290), τοῦ Ἰγκρίτς (1624), τοῦ Γιαροσλάβ (1642), τοῦ Σουϊσκ (1654), τῆς Κοστρόμας (1672), τῆς Λαύρας τοῦ ἁγ. Σεργίου (1730), τοῦ Σουπράζλ Πολωνίας (16ος αἰ.) καί τά λεγόμενα «τοῦ Χριστοφόρου» (16ος αἰ.) καί «τοῦ Νότου».

Ἡ Τσεστοχόβα τῆς Πολωνίας
Εἶναι ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος ἡ λεπτομέρεια, ὅτι τό πιο σημαντικό θρησκευτικό κειμήλιο τῆς Παπικῆς Πολωνίας, ἡ λεγόμενη «Μαύρη Μαντόνα» ἤ Τσεστοχόβα, εἶναι μία ἀρχαία Βυζαντινή εἰκόνα τῆς Παναγίας.
Δέν εἶναι γνωστή ἡ ἐποχή, οὔτε οἱ συνθῆκες κάτω ἀπό τίς ὁποίες ἡ εἰκόνα ἔφθασε ἀπό τό Βυζάντιο στήν Ἡγεμονία τῆς Γαλικίας, γιά μεγάλο πάντως διάστημα ἦταν κατατεθειμένη στό ναό τοῦ φρουρίου τοῦ Μπέλτζ, στήν περιοχή τοῦ Χόλμ τῆς Δυτικῆς Ρωσίας, ὅπου τήν τιμοῦσαν σάν ἰδιαίτερα θαυματουργή. Ὅταν στά μέσα τοῦ 14ου αἰ. ὁ Πολωνός Βασιλιᾶς Καζιμίρ προσάρτησε τήν Γαλικία στό κράτος του καί ἄρχισαν οἱ ἐπιγαμίες μεταξύ τῶν Ἡγεμονικῶν Οἴκων τῶν δύο χωρῶν, ἡ εἰκόνα μεταφέρθηκε στήν Πολωνία ἀπό μία Ρωσίδα Πριγκίπισσα καί κατατέθηκε στήν περίφημη Θεομητορική Μονή τοῦ Λαμπροῦ Ὄρους («Γιάσνα Γκόρα»), ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται.
Ἡ εἰκόνα ἔγινε γνωστή στόν Ρωμαιοκαθολικό κόσμο τόν 17ο αἰ., κατά τήν εἰσβολή τῶν Σουηδῶν στήν Πολωνία. Τότε, κατά τήν πολιορκία τῆς Μονῆς τοῦ Λαμπροῦ Ὄρους ἀπό σημαντικές δυνάμεις τῶν Σουηδοῦ Βασιλιᾶ Καρόλου 10ου , ὁ Ἡγούμενος μέ τούς μοναχούς καί ἐλάχιστους στρατιώτες, κατάφερε νά ἀποκρούσει τούς εἰσβολεῖς καί νά ἀνατρέψει τήν πορεία τοῦ πολέμου. Ἡ νίκη αὐτή, τό ἔτος 1656, ἀποδόθηκε στήν προστασία τῆς Θεοτόκου καί οἱ βαθύτατα θρησκευόμενοι Πολωνοί μέ ἐπικεφαλῆς τόν Βασιλιά τους Ἰωάννη, σέ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης, ἀνακήρυξαν τήν Θεοτόκο Βασίλισσα τῆς Πολωνίας.
Ἡ Παναγία τῆς Τσεστοχόβας τιμᾶται τήν 6η Μαρτίου καί τήν 27η Αὐγούστου.

Ἡ Παναγία τοῦ Κόνεβιτς
Βυζαντινή εἰκόνα, μεταφέρθηκε στή Ρωσία ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος Ἄθω τό 1393, ἀπό τόν ὅσ. Ἀρσένιο τοῦ Βαλαάμ. Ὁ Ὅσιος εἶχε λάβει τήν εἰκόνα εὐλογία ἀπό τόν Γέροντά του Μοναχό Ἰωάννη, ὅταν ἀποφάσισε νά γυρίσει στήν πατρίδα του καί νά ἱδρύσει μονή πρός τιμήν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Κατά τήν ἐπιστροφή του στή Ρωσία καί ἐνῶ ἔπλεε στή Λίμνη Λαντόγκα, ἀναζητῶντας τόπο κατάλληλο γιά ἵδρυση μονῆς, ὁ ὅσ. Ἀρσένιος ὁδηγήθηκε ἀπό θύελλα στό νησί Κόνεβιτς. Ἑρμηνεύοντας τό γεγονός σάν ἔκφραση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ καί ὕψωσε ἕνα ξύλινο παρεκκλήσιο πρός τιμήν τῆς Θεοτόκου - ὅπου κατέθεσε τήν εἰκόνα – καί ἕνα κελλί γιά τόν ἑαυτό του.
Διά μέσου τῶν αἰώνων, πολλά θαύματα (κυρίως θεραπεῖες ἀσθενῶν), καταχωρήθηκαν στό Χρονικό τῆς Μονῆς πού δημιουργήθηκε γύρω ἀπό τόν ἀρχικό ναϊσκο τοῦ ὁσ. Ἀρσενίου. Ἀνάμεσα στά πρῶτα μαρτυρεῖται ἡ ἐκδίωξη ἀπό τόν Ὅσιο πονηρῶν πνευμάτων πού κατοικοῦσαν σέ μεγάλο βράχο τοῦ νησιοῦ, τόπο λατρείας τῶν παγανιστῶν Καρελίων κατοίκων τῆς περιοχῆς.
Ἡ εἰκόνα σήμερα φυλάσσεται στή Νέα Μονή Βαλαάμ στή Φινλανδία καί τιμᾶται τήν 10η Ἰουλίου.

Βιβλιογραφία:
Dr. Anne Jaasking, “The Icon of the Virgin of Konevitsa”, 1971
V. Purmongin, “Orthodoxy in Finland – past and present”, 1984.

Ἡ Παναγία τοῦ Ποτσάεφ
Βυζαντινή εἰκόνα, μεταφέρθηκε τόν 16ο αἰ. ἀπό Ἕλληνα Μητροπολίτη πού περιόδευε στή Ρωσία χάριν ἐλεημοσυνῶν καί τό 1559 τήν ἄφησε εὐλογία στήν Ἄννα Γκοϊσκαγια, τήν εὐσεβή γυναῖκα πού τόν φιλοξένησε. Ὅταν τό 1597 ὁ ἀδελφός τῆς Ἄννας Φίλιππος θεραπεύθηκε θαυματουργικά ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ οἰκογένεια ἔκρινε σκόπιμο νά δωρήσει τήν εἰκόνα στήν παρακείμενη Λαύρα τοῦ Ποτσάεφ.
Ἡ τρίτη κατά σειρά Λαύρα τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας (προηγοῦνται ἐκεῖνες τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου καί τῆς Ἁγίας Τριάδος - ἁγ. Σεργίου καί ἕπεται ἐκείνη τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι στήν Ἁγία Πετρούπολη), βρίσκεται στή Βολυνία τῆς σημερινῆς δυτικῆς Οὐκρανίας. Στήν περιοχή αὐτή τόν 10ο αἰ. ὁ Μέγας Βλαδίμηρος ἵδρυσε τήν Ἐπισκοπή Βλαδιμήρ Βολυνίας καί ἔκτισε στήν πόλη τόν Καθεδρικό Ναό τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ὁ μικρός λόφος τοῦ Ποτσάεφ ἀναδείχθηκε πολύ νωρίς μοναστικό κέντρο στήν περιοχή, ἐπειδή στά πολλά σπήλαιά του ἔζησαν κατά καιρούς πολλοί ἀσκητές. Τόν 13ο αἰ. μέ τήν εἰσβολή τῶν Τατάρων καί τήν καταστροφή τῶν μοναστικῶν κέντρων τοῦ Κιέβου, πολλοί μοναχοί τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων βρῆκαν καταφύγιο στά σπήλαια τοῦ Ποτσάεβ. Τότε τοποθετεῖται χρονικά καί ἡ ἐμφάνιση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου σέ δύο ἐρημίτες, στό βράχο ὅπου καί σήμερα σώζεται τό ἀποτύπωμα τοῦ ποδός Της! Πρόκειται γιά τό μεγαλύτερο Θεομητορικό σέβασμα τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας. Τό ἁγίασμα πού μέ τρόπο θαυμαστό ρέει ἀπό τήν ἄνυδρη πέτρα, ἔχει κατά καιρούς ἐπιτελέσει ἐξαίσια θαύματα. Τό 1832 μαρτυρεῖται θεραπεία τυφλοῦ κοριτσιοῦ πού ἔφθασε στή Λαύρα μετά ἀπό πορεία 100 περίπου μιλίων! Σέ παλαιότερη ἐποχή μαρτυρεῖται ἡ περίπτωση ἀδελφοῦ τῆς Λαύρας ὁ ὁποῖος εἶχε αἰχμαλωτιστεῖ ἀπό τούς Τατάρους καί βρέθηκε μέ τρόπο θαυμαστό μέσα στό Καθολικό, κατά τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως.
Ἡ Λαύρα τοῦ Ποτσάεφ ἔγινε μεγάλο ἱεραποστολικό κέντρο στίς ἡμέρες τοῦ Ἡγουμένου της ὁσ. Ἰώβ (+ 1651), μετά τήν ἑνωτική «Σύνοδο» τῆς Βρέστης (1596), μέ τήν ὁποία δημιουργήθηκε ἡ Οὐνία.
Ὁ ὅσ. Ἰώβ μόνασε σέ ἡλικία 12 ἐτῶν καί τό 1597 ἀναδείχθηκε Ἡγούμενος τῆς Λαύρας. Μέ τό τεράστιο γιά τήν ἐποχή του ἱεραποστολικό καί ἐκδοτικό του ἔργο, στήριξε τήν Ὀρθοδοξία στήν Βολυνία (τήν μεγάλη γεωγραφική περιοχή τῆς δυτικῆς Οὐκρανίας, ἡ ὁποία διεκδικήθηκε τόσο ἀπό τούς Ὀρθοδόξους Ρώσους, ὅσο καί ἀπό τούς Παπικούς Πολωνούς). Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1651. Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε Συνοδικά τό 1660, ὁπότε μᾶλλον ἀνακομίσθηκε τό ἀδιάφθορο Λείψανό του, τό ὁποῖο σήμερα φυλάσσεται στήν Λαύρα . (Ἀ. Μοσκώφ, "Ὅσιος Ἰώβ τοῦ Ποτσάεφ"· Περιοδικό "Orthodox Russia", τ. 1990). Ἡ μνήμη του εἶναι εὑρύτατα διαδεδομένη καί τιμᾶται τήν 6η Μαϊου, τήν 28η Αὐγούστου καί τήν 10η καί 28η Ὀκτωβρίου.
Ἡ Λαύρα παρέμεινε κέντρο ἀγωνιζομένης Ὀρθοδοξίας στήν εὐαίσθητη αὐτή περιοχή μέχρι τό 1720, ὁπότε τήν κατέλαβαν οἱ Οὐνίτες. Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 οἱ μοναχοί της γνώρισαν διωγμούς, ἐξορίες καί φυλακίσεις καί ἡ προσέλευση προσκυνητῶν εἶχε ἀπαγορευθεῖ. Ἔμεινε ὅμως πάντοτε ἀνοικτή, καταφύγιο τοῦ δοκιμαζόμενου Ὀρθοδόξου λαοῦ.
Μετά τήν πτώση τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος (1989), ἄρχισε ἡ ἀστήλωση τῆς Λαύρας (ἔχει λαμπρά καί ἐκτεταμένα κτίρια, δύο Καθεδρικούς Ναούς – τῆς Κοιμήσεως καί τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ πρῶτος σέ ρυθμό μπαρόκ, κατάλοιπο τῆς οὐνιτικῆς κατοχῆς – κ.ἄ.), ἐνῶ ἡ ἀδελφότητα ἐνισχύθηκε μέ τήν προσέλευση δεκάδων νέων μοναχῶν.
Ἡ εἰκόνα τοῦ Ποτσάεφ εἶναι μικρῶν διαστάσεων καί εἰκονίζει τήν Θεοτόκο βρεφοκρατοῦσα. Γύρω ἀπό τήν Θεοτόκο εἰκονίζονται ἑπτά Ἅγιοι, προσθήκη πιθανῶς τῶν προστατῶν τῆς οἰκογενείας πού πρώτη δέχθηκε τήν εὐλογία της. Ἕνα ἀπό τά περισσότερο γνωστά ἀντίγραφά της φυλάσσεται στή Ρωσική Μονή Ἁγίας Τριάδος Τζόρντανβιλ Νέας Ὑόρκης.
Τιμᾶται τήν 23η Ἰουλίου καί τήν 8η Σεπτεμβρίου.

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

ΤΟ ΓΕΩΡΓΙΑΝΟ ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ
Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Ἡ μελέτη μας περί τοῦ Γεωργιανοῦ Ἁγιολογίου δημοσιεύθηκε ἀρχικά στό Περιοδικό «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ» Λευκωσίας (φ. 41/1993, σελ. 38 – 42), μέ τόν τίτλο «Σημείωμα Γεωργιανῆς Ἁγιολογίας" , καί σέ ἀγγλική μετάφραση στό Περιοδικό “ORTHODOX TRADITION” (φ. 2/1993, σελ. 4 - 8), τοῦ Κέντρου Παραδοσιακῶν Ὀρθοδόξων Σπουδῶν Ἔτνας Καλιφορνίας, μέ τόν τίτλο “Saints of the Georgian Orthodox Church”.
Τά ἀναφερόμενα στοιχεῖα εἶναι τοῦ ἔτους 1993.

Εἰσαγωγή
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας ἤ Ἰβηρίας, τῆς μικρῆς ὀρεινῆς χώρας τοῦ Καυκάσου, μία μικρή μέν τοπική Ἐκκλησία, ἀπό τίς ἀρχαιότερες ὅμως ἐθνικές Ἐκκλησίες, ἔχει νά παρουσιάσει ἀξιόλογη πνευματική καί ἁγιολογική κίνηση. Ἄν καί οἱ Γεωργιανοί πιστεύουν, ὅτι πρῶτος κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου στή χώρα τους ὑπῆρξε ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Ἀνδρέας, εἶναι ἱστορικά ἀποδεκτό (χωρίς νά ἀποκλείεται ἡ διέλευση τοῦ Πρωτοκλήτου ἀπό τήν περιοχή), ὅτι ὁ ἐκχριστιανισμός ἔγινε τόν 4ο αἰ., ἐπί Αὐτοκράτορος τῶν Ρωμαίων Μεγάλου Κωνσταντίνου καί Βασιλέως τῆς Γεωργίας Μιριάν. Ἡ θαυματουργή πάντως εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γενάτης (ἤ Γελάτης), ἡ ὁποία κατά τήν παράδοση εἶναι ζωγραφισμένη σέ μία ἀπό τίς σανίδες τῆς φάτνης τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, πιστεύεται ὅτι ἀφιερώθηκε στό Ναό τῆς Ἀτσχούρ ἀπό τόν Ἀπόστολο.
Μέ τήν Γεωργιανή Ἐκκλησία συνδέεται ἡ παράδοση περί τοῦ Χιτῶνος τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία μάλιστα ἀποτελεῖ βασικό τμῆμα τῶν συναξαρίων τῆς ἁγ. Ἰσαποστόλου Νίνας καί τῶν ἁγίων Βασιλέων Μιριάν καί Νάνας. Οἱ Ὀρθόδοξοι Γεωργιανοί σεμνύνονται γιά τήν ἐπί σειρά αἰώνων φύλαξη τῶν πολυτίμων δώρων τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου πρός τήν νεοφώτιστη χώρα τους, ἑνός - δηλαδή – τῶν Τιμίων Ἥλων καί τμήματος τοῦ Ὑποποδίου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Τόν Τίμιο Ἦλο τοποθέτησε στήν Ἀρχιερατική Μίτρα τοῦ Καθολικοῦ (Ἀρχιεπισκόπου - Πατριάρχου) τῆς Γεωργίας, ὁ Βασιλεύς Δαβίδ Θ’, τόν 13ο αἰ. Τό 1681 ἡ μίτρα αὐτή μεταφέρθηκε στή Ρωσία ἀπό τόν Γεωργιανό Βασιλέα Ἀρτσιλ καί κατατέθηκε στόν Καθεδρικό Ναό Κοιμ. Θεοτόκου Κρεμλίνου. Σήμερα δέν εἶναι γνωστό πού βρίσκεται).
Ἀκόμη, κατά τόν Ἀρχιμανδρίτη Τιμόθεο Σακκᾶ, «σώζονται μέχρι σήμερα ἡ μαρμάρινη κολυμβήθρα στήν ὁποία βαπτίσθηκε ὁ Βασιλεύς Μιριάν καί ἡ σύζυγός του Νάνα, ὁ σταυρός τῆς ἁγ. Νίνας, ἡ μηλωτή τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ καί ὁ ἄρραφος Χιτών τοῦ Κυρίου» (Ἀρχιμ. Τιμοθέου Σακκᾶ, «Ἅγιοι τῆς Γεωργίας», σελ. 19).
Κατά τήν Γεωργιανή παράδοση, ὁ Χιτών τοῦ Κυρίου, φυλαγμένος μέσα στή γῆ (στή ρίζα τοῦ λεγόμενου «Ἱεροῦ Στύλου»), βγῆκε στήν ἐπιφάνεια τό 1228 ἀπό κάποιο πιστό, κατά τήν ἐπιδρομή τῶν Μογγόλων. Τόν 15ο αἰ. κατατέθηκε ἀπό τόν Βασιλέα Ἀλέξανδρο Α’ (1414 – 1442), στό μέχρι σήμερα σωζόμενο ναό τοῦ Ἁγίου Στύλου. Τόν 17ο αἰ. ὁ Πέρσης Σάχης Ἀμπάς, κατακτητής τῆς Γεωργίας, «δώρησε» τόν Χιτῶνα - γιά λόγους σαφῶς πολιτικούς – στόν Πατριάρχη Μόσχας Φιλάρετο, ὁ ὁποῖος καί τόν κατέθεσε στόν Καθεδρικό Ναό Κοιμ. Θεοτόκου Κρεμλίνου, θεσπίζοντας καί τήν σχετική ἑορτή τῆς 10ος Ἰουλίου. Γιά τήν τύχη τοῦ κειμηλίου δέν ὑπάρχουν κάποιες πληροφορίες.
Ἡ ἁγιολογική κίνηση τῆς Γεωργιανῆς Ἐκκλησίας - λαμβανομένων ὑπ’ ὄψη τοῦ μικροῦ μεγέθους (γεωγραφικοῦ καί πληθυσμιακοῦ) τῆς χώρας καί τῶν ἱστορικῶν της περιπετειῶν – εἶναι σημαντική. Τιμῶνται ἰδιαιτέρως οἱ Ἅγιοι Βασιλεῖς (Μάρτυρες οἱ περισσότεροι), ἀλλά καί τά θύματα τῶν ἐθνικῶν περιπετειῶν (μέ τό σκεπτικό, ὅτι θά μποροῦσαν νά ἔχουν ἀποφύγει τόν θάνατο, ἀσπαζόμενοι τόν Μωαμεθανισμό ἤ τήν Πυρολατρεία).
Ἀπό τό Οἰκουμενικό Ἁγιολόγιο στή Γεωργία τιμῶνται ἰδιαιτέρως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολος Ἀνδρέας, Σάββας ὁ Ἡγιασμένος, Συμεών ὁ Στυλίτης καί ἡ μητέρα του ὁσ. Μάρθα, Ἱλαρίων ὁ Μέγας καί Ἀλέξιος ὁ Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης εὐρύτατα εἶναι διαδεδομένη καί ἡ μνήμη τοῦ Μεγαλομ. Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, ἀφοῦ κατά τήν τοπική συναξαριστική παράδοση ἦταν συγγενής τῆς ἁγ. Νίνας.
Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ἀπουσία ἀπό τό Γεωργιανό Ἁγιολόγιο ἀνακομιδῶν ἁγίων Λειψάνων. Τοῦτο συμβαίνει ἐπειδή στή χώρα ἔχει ἐπικρατήσει ἡ συνήθεια νά μήν γίνονται ἀνακομιδές, ἀφοῦ - κατά τίς συναξαριστικές μαρτυρίες – «ὁ Πανάγαθος Θεός δόξασε μέν τήν ἁγ. Νίνα, διατηρώντας τό σῶμα της ἄφθαρτο, τό διατήρησε ὅμως κρυμμένο «ὑπό τόν μόδιον», ὅπως εἶχε ἡ ἴδια ζητήσει».
Στό κείμενο πού ἀκολουθεῖ παρουσιάζονται οἱ Ἅγιοι τοῦ Γεωργιανοῦ Ἁγιολογίου κατά ἡμερολογιακή σειρά, μέ βάση τόν σχετικό κατάλογο πού ἔθεσε στή διάθεσή μας τό Πατριαρχεῖο Γεωργίας, μέ ἐντολή τοῦ Μακαριωτάτου Καθολικοῦ καί Πατριάρχου κ. Ἠλία. Παράλληλα λάβανε ὑπ’ ὄψη τό ἔργο τοῦ ἀρχιμ. Τιμοθέου Σακκᾶ «Ἅγιοι τῆς Γεωργίας», τό ἔργο τοῦ Μοναχοῦ Μωϋσέως Ἁγιορείτου «Ἅγιοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους», τό ἐτήσιο ἡμερολόγιο τῆς Ἀδελφότητας τοῦ ἁγ. Γερμανοῦ τῆς Ἀλάσκας καί τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο (ἔκδοση 1936. Σημειώνουμε ὅτι ἡ ἁγ. Νίνα στή Δύση εἶναι γνωστή μέ τό ὄνομα Χριστιᾶνα καί τιμᾶται τήν 15η Δεκεμβρίου).
Εἶναι ἄξιο σημειώσεως, ὅτι ἀπό τόν ἐπίσημο ἁγιολογικό κατάλογο τοῦ Πατριαρχείου Γεωργίας, ἀπουσιάζει ἡ μνήμη τόσο τοῦ Ἴβηρος Νεομάρτυρος Γεωργίου (Μυτιλήνη, + 1770), τήν ὁποία ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς ΚΠόλεως τιμᾶ τήν 2α Ἰανουαρίου, ὅσο καί ἡ μνήμη τῶν Ἁγίων πού συνδέονται μέ τήν Ἁγιορειτική Μονή τῶν Ἰβήρων καί τήν Ἰβηριτική Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Τούς Ἁγίους αὐτούς θέσαμε στήν ἀγγλική ἔκδοση τοῦ κειμένου, μέ τό σκεπτικό ὅτι ἡ ἀναφορά τους στό τοπικό Ἁγιορειτικό Ἁγιολόγιο, ἀλλά καί στό εὐρύτερο τῆς Ἐκκλησίας τῆς ΚΠόλεως, δέν τούς ἀποσυνδέει ἀπό τήν Γεωργιανή Ἐκκλησία. Στήν ἑλληνική ἔκδοση πού φιλοξένησε ἡ «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία» οἱ Ἅγιοι αὐτοί παραλήφθηκαν, διότι στό ἴδιο περιοδικό δημοσιεύθηκε κατάλογος τῶν Ἁγιορειτῶν Ἁγίων τοῦ Ὑμνογράφου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας Μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου (τόν ὁποῖο εἶχε τήν τιμή νά ἐπιμεληθεῖ καί νά παρουσιάσει τό Κέντρο μας). Στήν παροῦσα δημοσίευση περιλαμβάνονται καί οἱ Ἅγιοι τῆς Μονῆς Ἰβήρων καί τῆς Σκήτεως Τιμίου Προδρόμου, γιά νά ἔχει ὁ ἀναγνώστης μία συνολική εἰκόνα τοῦ θέματος.
Στό Γραμματέα τοῦ Πατριαρχείου Γεωργίας Sh. Tetrashvilli ἐκφράζονται εὐχαριστίες καί ἀπό τήν θέση αὐτή.


Οἱ Ἅγιοι τοῦ Γεωργιανοῦ Ἁγιολογίου κατά ἡμερολογιακή σειρά

Ἰανουάριος
2α. Νεομάρτυρας Γεώργιος ὁ Ἴβηρας (Μυτιλήνη, + 1770).
4η. Ὁσιομάρτυρας Ὀνούφριος ὁ Ἰβηροσκητιώτης (+ 1818).
8η. Μάρτυρας Ἀβό τῆς Τιφλίδας (+ 786).
14η. Ἰσαπόστολος Νίνα, ἡ Φωτίστρια τῆς Γεωργίας (4ος αἰ.).
18η. Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Φιλόσοφος (+ 1101).
19η. Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Ἐρημίτης, τοῦ Μαρτκοπί (6ος αἰ.).
20η. Ἅγιος Βασιλεύς Δαβίδ Δ’ ὁ Ἀνακαινιστής (+ 1125).
29η. Μάρτυρας Ἀσώτ ὁ Κουροπαλάτης.

Φεβρουάριος
4η. Ἅγιος Εὐαγριος, ὁ τοῦ Μεγάλου Φρουρίου.
6η. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Φιλόσοφος (13ος αἰ.).
12η. Ὅσιος Πρόχορος, ὁ ἀνακαινιστής τῆς Γεωργιανῆς Μονῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ
Ἱεροσολύμων.
Μάρτυρας Λουκᾶς τῶν Ἱεροσολύμων (+ 1273).
22α. Παιδομάρτυρες (Γουράμ, Ἀδαρνάζ, Βακάρ, Βάχ, Βαρδζίμ, Δασί, Δουανσέρ, Ραμάζ καί
Παρσμάν τῆς Κολά (6ος αἰ.).

Μάρτιος
10η Ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Khakhuly, ὁ νέος Χρυσόστομος.
12η. Ἅγιος Βασιλεύς Δημήτριος ὁ Γενναῖος.
17η. Ἱερομάρτυς Γαβριήλ τοῦ Mtsiri (+ 1802).
22α. Ὁσιομάρτυρας Εὐθύμιος ὁ Ἰβηροσκητιώτης (+ 1814).
26η. Μνήμη τῶν 6.000 Πατέρων τῆς Μονῆς Γκαρετζύ.
28η. Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Μανγκλίς (+ 1751).

Ἀπρίλιος
1η. Ὅσιοι Ἰωάννης Shavtely καί Εὐλόγιος ὁ προορατικός, οἱ διά Χριστόν Σαλοί.
2α. Ὅσιος Γεώργιος τῆς Ματσκβερύ ( 9ος – 10ος αἰ.).
10η. Μνήμη τῶν Ὁσιομαρτύρων Μοναζουςῶν τῆς Μονῆς Κβαμπταχεβί (ὑπό Ταμερλάνου).
17η. Ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Μέγας (9ος αἰ.).
18η. Ἅγιος Βασίλειος Ρατισβίλι (8ος αἰ.).
23η. Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος ὁ Τροπαιοφόρος.

Μάϊος
1η. Ἁγία Βασίλισσα Ταμάρα ἡ Μεγάλη.
Ὁσιομάρτυρας Ἀκάκιος ὁ Ἰβηροσκητιώτης (+ 1814).
3η. Ἅγιος Μαμμίας ὁ Καθολικός (+ 744).
Ὅσιοι Μιχαήλ καί Ἀρσένιος οἱ Γεωργιανοί.
4η. Ὅσιος Ἰωάννης Ζενταζνίσκυ καί οἱ 12 μαθητές του:
Ἱερομάρτυρας Ἄβιβος, Ἐπίσκοπος Νερκάσι.
Ὅσιος Ἰσέ, Ἐπίσκοπος Τσιλκάν.
Ὅσιος Ἀντώνιος τοῦ Μαρτκοπύ.
Ὅσιος Δαβίδ τοῦ Γκαρεντζύ.
Ὅσιος Ζήνων τοῦ Ἰκαϊτοῦ.
Ὅσιος Θαδδαῖος τοῦ Στεπαντσμίντ.
Ὅσιος Ἰωσήφ τοῦ Ἀλαβερντύ.
Ὅσιος Ἰσίδωρος τοῦ Σαμπτάβ.
Ὅσιος Μιχαήλ τοῦ Ὀλύμπου.
Ὅσιος Πύρρος τῆς Βρέττας.
Ὅσιος Ἠλίας ὁ Διάκονος, τῆς συνοδείας τῶν προηγουμένων 13 Σύρων Πατέρων.
8η. Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Μέγας (+ 449).
11η. Ὅσιος Χριστόφορος, τῆς ἐρήμου τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
13η. Ὅσιος Εὐθύμιος τῆς Μτατσμίνδας, ὁ Ἀθωνίτης (+ 1028).
Ὅσιος Γεώργιος ὁ Ἰβηρίτης.
Μνήμη τῶν Ὁσιομαρτύρων τῆς Μονῆς Ἰβήρων, τῶν ὑπό Λατινοφρόνων ἀναιρεθέντων.
23η. Ὅσιος Δαμιανός τοῦ Γκαρεντζύ (Βασιλεύς Δημήτριος, υἱός τοῦ ἁγ. Βασιλέως Δαβίδ τοῦ Ἀνακαινιστοῦ).
27η. Ὅσιος Βασίλειος ὁ ἀπό Πριγκίπων (ἐγγονός τοῦ Βασιλέως Βαγράτ).
28η. Ὅσιος Δόδος τοῦ Γκαρεντζύ.
29η. Ὅσιος Δαβίδ τοῦ Γκαρεντζύ, ἕνας τῶν 13 Σύρων Πατέρων.

Ἰούνιος
1η. Ὁσιομάρτυρες Δόδος τοῦ Γκαρεντζύ, Σίω ὁ Νέος, Δαβίδ, Γαβριήλ καί Παῦλος (+ 1696 – 1700, ὑπό Μουσουλμάνων).
2α. Ὅσιος Σοτᾶ Rastavely, ἀνακαινιστής τῆς Γεωργιανῆς Μονῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Ἱεροσολύμων.
6η. Ὅσιοι Βησσαρίων (4ος – 5ος αἰ.) καί Ἰλαρίων ὁ Νέος (+ 845).
9η. Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Γενάτης (3ος αἰ.).
16η. Ἅγιος Καϊκχοσρό (+ 1558).
17η. Μάρτυρας Σάλβιος.
21η. Μάρτυρες Ἀρχίλ (+ 784) καί Λουαρσάδ (+ 1622), οἱ Βασιλεῖς.
24η. Μάρτυρες Ὀρέντιος, Φαρμάκιος, Ἔρως, Φῖρμος, Φιρμῖνος, Κυριακός καί Λογγῖνος.
25η. Ὁσιομάρτυρας Προκόπιος ὁ Ἰβηροσκητιώτης (+ 1810).
27η. Ὅσιος Γεώργιος τῆς Μπατσμίνδας (+ 1065).
29η. Μάρτυρας Εὐστάθιος τῆς Μετσχέτης (+ 569).

Ἰούλιος
3η. Ὅσιος Γεώργιος, ὁ διδάσκαλος τοῦ ὁσ. Γεωργίου τῆς Μτατσμίνδας (10ος αἰ.).
12η. Ὅσιοι Εὐθύμιος καί Γαβριήλ οἱ Ἰβηρίτες (10ος αἰ.).
20η. Νεομάρτυρας Σαλώμη (18ος αἰ., ὑπό Περσῶν).
24η. Ὅσιος Ἱλαρίων Tulashvili, ἄλλος διδάσκαλος τοῦ ὁσ. Γεωργίου τῆς Μτατσμίνδας (10ος αἰ.).
31η. Ἅγιος Ἀρσένιος Ἐπίσκοπος Μτατσμίνδας (+ 1032).

Αὔγουστος
3η. Μάρτυρας Ραζντέν τοῦ Τσρομί (+ 457).
Μνήμη τῶν 9 ἀδελφῶν Χερκχεουλίζδ, τῶν ἀδελφῶν καί τῆς μητέρας τους καί τῶν 9.000 Γεωργιανῶν πού φονεύθηκαν στή Μάχη τῆς Μαραβδᾶ (+ 1625).
8η. Ὅσιος Εὐθύμιος (+ 1804).
12η. Ὁσιομάρτυρες Γερόντιος, Σεραπίων, Γερμανός, Βησσαρίων, Μιχαήλ καί Σίμων τῆς Μονῆ Γκαρεντζύ (+ 1851, ὑπό Μουσουλμάνων).
16η. Ὅσιος Χριστόφορος τῆς Γουρίας.
21η. Ἅγιος Σερμιανός ὁ Καθολικός (+ 779).
24η. Ὅσιος Σεραπίων τοῦ Προντιγκύ (+ 1749).
28η. Μάρτυρας Σουσανίκη ἡ Βασίλισσα (+ 475).

Σεπτέμβριος
1η Ὅσιος Συμεών ὁ Στυλίτης καί ὁσ. Μάρθα ἡ μητέρα του (5ος αἰ.).
4η. Ὅσιος Συμεών τοῦ Γκαρεντζύ.
13η. Μεγαλομάρτυρας Κατεβάν ἡ Βασίλισσα (+ 1624).
Ὅσιος Ἱερόθεος ὁ Ἰβηρίτης.
15η. Ὅσιος Ἰωσήφ τοῦ Ἀλαβερντύ (+ 570), ἕνας τῶν 13 Σύρων Πατέρων.
16η. Μάρτυρες Ἰσαάκ καί Ἰωσήφ τοῦ Καρνοῦ (+ 808).
18η. Νεομάρτυρες Μπιζινί, Ἐλιζαμπάρ καί Σαλβί οἱ αὐτάδελφοι (+ 1661).
29η. Ὅσιος Ὀνούφριος τοῦ Γκαρεντζύ (18ος αἰ.).

Ὀκτώβριος
1η. Ἅγιοι Ἰσαπόστολοι Μιριάν καί Νάνα, οἱ Βασιλεῖς (4ος αἰ.).
Ἅγιος Ἀνδρέας (+ 936).
2α. Μεγαλομάρτυρες Δαβίδ καί Κωνσταντῖνος (+ 741).
3η. Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Ἀρχιμανδρίτης, ἱδρυτής τῆς Μονῆς Κλαρεντζύ.
7η. Ὅσιος Ἰωσήφ ὁ Πρεσβύτερος (+ 1763).
8η. Ὁσιομάρτυρας Ἰγνάτιος ὁ Ἰβηροσκητιώτης (+ 1814).
13η. Ἅγιος Ἀντώνιος Μητροπ. Χονδίδης (+ 1815).
28η. Ἱερομάρτυρας Νεόφυτος Ἀρχιεπίσκοπος Οὐρβανισύ.
29η. Ὅσιος Σεραπίων τοῦ Ζαρζμᾶ (+ 900).
30η. Ὅσιος Ἰωράμ Zedgeyidze (+ 1465).
31η. Μνήμη τῶν 100.000 Ὀρθοδόξων Γεωργιανῶν, τῶν σφαγιασθέντων κατά τήν κατάληψη τῆς Τιφλίδος ἀπό τόν Τζελαλεντίν.

Νοέμβριος
1η. Ὁσιομάρτυρες Ἰάκωβος, Διονύσιος καί Ἰάκωβος οἱ Ἰβηροσκητιώτες.
3η. Ἅγιος Νικόλαος ὁ Χρονικογράφος (+ 1308).
19η. Ὅσιος Ἱλαρίων τοῦ Προντιγκύ (+ 875).
30η. Ἅγιος Ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος.
Ἅγιος Βακχταούγκ ὁ Βασιλεύς (+ 502).

Δεκέμβριος
2α. Ὅσιος Ἰσέ Ἐπίσκοπος Τσιλκάν, ἕνας τῶν 13 Σύρων Πατέρων.
5η Ὅσιος Σάββας ὁ Ἡγιασμένος.
12η. Ὁσιομάρτυρας Ἰωάννης Ζενταζενύ (9ος αἰ.).

Βιβλιογραφία:
Βλασίου Φειδᾶ, «Τό αὐτοκέφαλον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας», 1980.
St. Herman Calendar 1991.
Lang, D. M., “Lives and Legends of the Georgian Saints”, 1976.
Manveilischvili, A., “History of Georgia”, 1951.
Sabinin, M., “Complete Lives of the Saints of the Georgian Church”, 1871.
Ἀρχιμ. Τιμοθέου Σακκᾶ, «Ἅγιοι τῆς Γεωργίας», ἔκδοσις Μονῆς Παρακλήτου, 1986.
Μοναχοῦ Μωϋσέως Ἁγιορείτου «Ἅγιοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους», 2008.
Η ΕΥΡΕΣΙΣ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Δημοσίευμα στό Περιοδικό «ΚΗΡΥΞ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» (τ. 1991, σελ. 267 – 271). Στή συνέχεια καταχωρεῖται βελτιωμένο.

Μέ τόν μεγάλο Ἅγιο τῆς Ὀρθοδοξίας, τόν Ὅσιο Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, ἔχουμε ἀσχοληθεῖ καί κατά τό παρελθόν. Τό 1984 δημοσιεύσαμε στόν «ΚΗΡΥΚΑ» ἄρθρο μέ τόν τίτλο «Ὁ ἅγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ» (τ. 1984, σελ. 154 – 156). Ἐκεῖ, αναφερόμενοι στό θέμα τῶν ἁγίων Λειψάνων τοῦ Ὁσίου Πατρός, εἴχαμε γράψει τά ἀκόλουθα:
«Ἡ περίφημος Μονή τοῦ Σάρωφ, καταστάσα μετά τήν ἀνακήρυξιν τοῦ ἁγ. Σεραφείμ πανρωσικόν προσκύνημα καί ὡς θησαυρόν κατέχουσα τό τίμιον αὐτοῦ Λείψανον καί τά προσωπικά του ἀντικείμενα, προεκάλεσεν μετά τήν Ἐπανάστασιν τοῦ 1917 τήν μῆνιν τῶν ἀθεϊστῶν, οἱ ὁποῖοι καί κατέστρεψαν αὐτήν δι’ ἐκρηκτικῶν καί ἐκσκαφέων. Οὕτω ἐχάθη λαμπρόν μνημεῖον Χριστιανικῆς Τέχνης, τό σπουδαιότερον δέ κατεστράφησαν αἱ καλύβαι τοῦ Ὁσίου, ὡς καί τό θαυματουργόν Ἁγίασμά του, τό δέ τίμιον αὐτοῦ Λείψανον «ἐχάθη».
Τό 1989, μέ τήν εὐκαιρία τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Χιλιετηρίδος τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας, ἐπανήλθαμε στό θέμα μέ τήν δημοσίευση στόν «ΚΗΡΥΚΑ» ἄρθρου μέ τόν τίτλο «Ἡ καταστροφή τῶν μεγάλων Μονῶν Σάρωφ καί Ντιβίγιεβο» (τ. 1989, σελ. 115 –117). Ἐκεῖ παρουσιάσαμε τά σχετικά μέ τήν τύχη τῶν Ἱερῶν Λειψάνων στοιχεῖα, ὅπως αὐτά εἶδαν ἀρχικά τό φῶς τῆς δημοσιότητος στό Ρωσικό περιοδικό τῆς Διασπορᾶς “Messager of the Russ” (τ. 1934, φ. Μαϊου - Ἰουνίου, σελ. 20).
Ἀπό τά στοιχεῖα αὐτά προέκυπτε, ὅτι μετά τήν καταστροφή τοῦ Σάρωφ, «τά Λείψανα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ μετεφέρθησαν εἰς τήν Μόσχαν, εἰς τό Ἀντιθρησκευτικόν Μουσεῖον Ronyantsev καί μέςῳ τῶν ἐφημερίδων ἀνακοινώθηκε, ὅτι ὅποιος ἐπιθυμῆ νά τά ἐπισκεφθῆ εἶναι ἐλεύθερος. Ὁ πιστός λαός, παρά τό γεγονός ὅτι τό εἰσητήριο στοίχιζε τρία ρούβλια, ἄρχισε νά συρρέη, νά τιμᾶ τά Λείψανα, νά προσεύχεται, νά γονατίζει. Ἀναφέρονται μάλιστα ἰάσεις τήν περίοδο ἐκείνη. Τότε οἱ ἀθεϊστές, βλέποντας ὅτι ὄχι μόνον δέν διακωμωδοῦνται τά Λείψανα, ἀλλά τιμῶνται, ἀποφάσισαν νά τά μεταφέρουν εἰς τήν πόλι Πέζνα. Πολλοί πού πῆγαν εἰς τήν Πέζνα πληροφορήθηκαν, ὅτι τά Λείψανα δέν εὐρίσκοντο ἐκεῖ. Ἔτσι τά Λείψανα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ «ἐκρύβησαν» καί κανείς δέν γνωρίζη πλέον τι ἀπέγιναν».
Στό δημοσίευμά μας ἐκεῖνο - ἀλλά προηγουμένως στή διάλεξη καί προβολή μέ θέμα τόν βίο καί τό μήνυμα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ, πού ἔγινε στό Ἐκκλησιαστικό Πνευματικό Κέντρο Περιστερίου, τήν 2α Ἰανουαρίου 1989 (ἐκδήλωση πού ἐπαναλήφθηκε τήν 15. 3. 1989 στόν Ἱ. Ν. Εὐαγγ. Ματθαίου Μάνδρας, τήν 18. 7. 1989 στίς Ἐκκλησιαστικές Κατασκηνώσεις Οἰνόης, τήν 1. 1. 1990 στόν Ἱ. Ν. ἁγ. Δημητρίου Μενιδίου καί τήν 11. 2. 1991 στόν Ἱ. Ν. Εὐαγγελιστρίας Μεγάρων) - ὑποστηρίξαμε τήν «εὑρύτατα γνωστή καί εἰς τήν Ρωσία καί τήν τήν Δύσι ἄποψη, ὅτι τά Λείψανα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ ἐκλάπησαν καί ἐκρύβησαν ἀπό μέλη τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν», βασιζόμενοι στήν προσωπική μαρτυρία Ρώσων φυγάδων («Κ.Γ.Ο.», τ. 1989, σελ. 116).
Στίς ἀρχές αὐτοῦ τοῦ χρόνου, μέ ἰδιαίτερη συγκίνηση πληροφορηθήκαμε ἀπό τούς Ρώσους αὐταδέλφους Μοναχούς π. Γκλέμπ καί π. Ἰάκωβο (οἱ ὁποῖοι σπουδάζουν στήν Ἀθήνα), τό θαυμαστό γεγονός τῆς εὑρέσεως τῶν ἁγίων Λειψάνων τοῦ ὁσ. Σεραφείμ, στό κάποτε Λένινγκραντ καί ἤδη Ἁγία Πετρούπολι. Τόν Μάρτιο, οἱ πράγματι συγκλονιστικές πληροφορίες τῆς εὑρέσεως, ἐπισημοποιήθηκαν μέ δημοσίευμα τοῦ Γενναδίου Μπελοβόλωφ (ἐπιστημονικοῦ συνεργάτη τοῦ Μουσείου Ντοστογιέφσκυ), στό Περιοδικό «Ρωσική Σκέψις» (φ. 3871, 22. 3. 1991). Τό κείμενο αὐτό - πού ἀπέδωσε στήν ἑλληνική ὁ Ἀρχιμανδρίτης Τιμόθεος Σακκᾶς, Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Παρακλήτου – δημοσίευσαν τά Περιοδικά «Ἁγιορειτική Μαρτυρία» τῆς Μονῆς Ξηροποτάμου Ἁγίου Ὄρους (φ. 11, 1991, σελ. 108, μέ τόν τίτλο «Πάσχα μέσα στό Ρωσικό χειμῶνα») καί «Πειραϊκή Ἐκκλησία» τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς (φ. Ἰουνίου 1991, σελ. 10 – 14, μέ τόν τίτλο «Χειμωνιάτικο Πάσχα στή Ρωσία»).
Κατά τόν Γ. μπελοβόλωφ, τό 1920 οἱ Σοβιετικοί ἔκλεισαν τό μοναστήρι τοῦ Σάρωφ. Οἱ κομισσάριοι πῆραν τά ἅγια Λείψανα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ καί τά μετέφεραν ἄγνωστο ποῦ. Ἀπό τότε τίποτα δέν ἔγινε γνωστό γι’αὐτά πέρα ἀπό τήν προφητεία τοῦ ἰδίου τοῦ Ὁσίου, ὅτι «σωματικά δέν θά ἐπανέλθει στό Σάρωφ, ἀλλά τό Ντιβίγιεβο θά δοξαστεῖ»!
Ἤδη ὅμως, στά χρόνια τῆς «γκλάσνοστ – διαφάνειας», κατωρθώθηκε νά βρεθοῦν κάποια ντοκουμέντα, σύμφωνα μέ τά ὁποῖα τά ἅγια Λείψανα μετά τήν ἀφαίρεσή τους ἀπό τήν μονή τοῦ Σάρωφ, παραδόθηκαν στό Ἀντιθρησκευτικό Μουσεῖο Τεχνῶν τῆς Μόσχας, πού στεγάζοταν στή Μονή Ντόνσκοϊ. Τό μουσεῖο αὐτό ἔκλεισε γύρω στό 1930, ὁπότε τά Λείψανα παραδόθηλαν στό Κεντρικό Ἀθεϊστικό Μουσεῖο τῆς Μόσχας. Ἀλλά καί αὐτό τοῦ μουσεῖο ἔκλεισε τό 1946. Ἀπό τό ἔτος αὐτό τά ἴχνη τῶν Λειψάνων χάθηκαν.
Ἀπό τό κείμενό του ὁ Γ. Μπελοβόλωφ φαίνεται νά ἀγνοεῖ σειρά στοιχείων σχετικῶν μέ τήν καταστροφή τοῦ Σάρωφ, στοιχείων δημοσιευμένων ἀπό ἐτῶν σέ ἐφημερίδες καί περιοδικά τῆς Δύσεως (ὄχι ἀποκλειστικά τοῦ χώρου τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς), ἀλλά καί τῆς Ἑλλάδος. Δικαιολογεῖται ὅμως λόγῳ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν στήν διακίνηση ἰδεῶν καί εἰδήσεων πού ἐπικρατοῦσαν μέχρι πρότινος στή χώρα του. Δέν ἔχει ἄλλωστε ἰδιαίτερη σημασία ἄν τό Σάρωφ ἔκλεισε τό 1920 ἤ τό 1927. Κατά τήν περίοδο πάντως τῆς ἀφάνειας τῶν ἁγίων Λειψάνων (1946 – 1990), ἴσως κάπου ἐμφανίζεται στό προσκήνιο τῆς ὑποθέσεως ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν, στό πρόσωπο κάποιου πιστοῦ Της πού «ἔκλεψε» κάποια στιγμή τά Λείψανα - γιά νά τά πάρουν στή συνέχεια καί πάλι οἱ Σοβιετικοί, μέ ἄγνωστο σέ μᾶς τρόπο - ἤ στό πρόσωπο κάποιου μέλους Της, ὑπαλλήλου ἑνός τῶν τόσων μουσείων στά ὁποῖα ἐκτέθηκαν τά Λείψανα ἤ δημοσίου λειτουργοῦ πού κάποια στιγμή προστάτευσε τόν θησαυρό αὐτό. Ἡ συσκευασία πάντως τῶν Λειψάνων πού βρέθηκαν ἀποδεικνύει, ὅτι κάποιος προσπάθησε νά τά διαφυλλάξει καί ὄχι νά τά διαπομπεύσει.
Ἡ εὕρεση – πάντως – τῶν Ἁγίων Λειψάνων, κάτω ἀπό τι συνθῆκες μέ τίς ὁποίες ἔγινε, ἀποτελεῖ γεγονός θαυμαστό καί βεβαίως ὄχι τυχαῖο. Κατά τόν Γ. Μπελοβόλωφ στίς ἀρχές Νοεμβρίου 1990, κάποιοι ὑπάλληλοι τοῦ Μουσείου Θρησκειῶν καί Ἀθεϊας τῆς Πετρουπόλεως (τό ὁποῖο στεγάζεται στόν περίφημο Καθεδρικό Ναό τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν), ἀνακάλυψαν στό τμῆμα ταπήτων ἕνα ἄγνωστο ἀντικείμενο, στό ὁποῖο κανείς μέχρι τότε δέν εἶχε δόσει σημασία. Τό ἀντικείμενο ἐκεῖνο εἶχε σχῆμα ὀρθογώνιο καί ἦταν τυλιγμένο σέ πανί, ραμμένο καλά. Στά χέρια ὑπῆρχαν γάντια καί στά πόδια μπότες.
Ὅταν οἱ ὑπάλληλοι ἀφαίρεσαν τό πανί, εἶδαν μία μικρή ξύλινη βάση κι ἐπάνω της – καλυμμένο μέ βαμβάκι καί τυλιγμένο μέ ἐπιδέσμους – τό Λείψανο ἑνός, ἀγνώστου ἀκόμη, Ἁγίου. Ὅλα τά ὀστά ἦσαν στή θέση τους, ἀλλά ἕνα πλευρό καί ἡ λεκάνη ἦταν σπασμένα. Ἡ κάρα εἶχε τά μαλλιά καί τά γένεια. Ὁ ὑπάλληλος τοῦ μουσείου Σέργιος Νικολάγιεβιτς Παύλωφ, παρών κατά τήν εὕρεση τῶν Λειψάνων, διηγεῖται πῶς ὅταν ἔβγαλαν ἀπό τά χέρια τά δύο λευκά ἐπιμάνικα ἀπό ἀτλάζι, διάβασαν τήν χρυσοκεντημένη φράση «Ἅγιε Πάτερ Σεραφείμ, πρέσβευε τῶ Θεῶ ὑπέρ ἡμῶν» (στά Ρωσικά). «Ὅταν εἶδα τό ὄνομα Σεραφείμ –συμπλήρωσε ὁ Σ. Ν. Παύλωφ – κατάλαβα ἀμέσως ποιόν βρήκαμε. Διότι ἐμεῖς ἔχουμε ἕναν μόνο Σεραφείμ». Ἀκόμη, στό στῆθος τοῦ Λειψάνου ὑπῆρχε ὁ σταυρός πού εἶχε δώσει εὐλογία στό νεαρό Πρόχορο ἡ μητέρα του, ὅταν ἔφυγε γιά τό μοναστήρι!
Σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τῶν Μοναχῶν Γκλέμπ καί Ἰακώβου κατά τήν εὕρεση βρέθηκε ἕνα ἀκόμη ἀποδεικτικό τῆς ταυτότητος τῶν Λειψάνων, μία πινακίδα πού ἔγραφε: «Αὐτό εἶναι τό πτῶμα τοῦ δῆθεν ἁγ. Σεραφείμ». Πρόκειται μᾶλλον γιά συνοδευτικό τῶν πολλαπλῶν ἐκθέσεων τῶν Λειψάνων σέ ἀντιθρησκευτικά μουσεῖα.
Ἡ ἐπίσημη παράδοση τῶν Λειψάνων στό Πατριαρχεῖο Μόσχας ἔγινε τήν 4η μ.μ. τῆς 11ης Ἰανουαρίου 1991, στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν Ἁγίας Πετρουπόλεως. Τό παρέλαβε ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ἀλέξιος Β’. Προηγουμένως, τά μεσάνυκτα τῆς 10ος πρός 11η Ἰανουαρίου, «μία φοβερή βροντή ἀνκούστηκε στίς χιονισμένες ἐκτάσεις πού διασχίζει ὁ ποταμός Νέβας κι ἕνας κεραυνός φώτισε ἀστραπιαῖα ὅλη τήν Πετρούπολη. Ἡ βροντή ἦταν τόσο δυνατή, ὥστε πολλοί πετάχθηκαν τρομαγμένοι ἀπό τόν ὕπνο καί ἔτρεξαν νά κοιτάξουν ἀπό τά παράθυρα. Ἡ πρώτη σκέψη πού γεννήθηκε ἦταν ὅτι ἐπρόκειτο γιά κάποια ἔκρηξη ἤ καταστροφή».
Τήν ἴδια ἡμέρα ἄρχισε ἀπροσδόκητα νά ἀνεβαίνει ἡ στάθμη τοῦ Νέβα. «Τά νερά του, κυριολεκτικά μπροστά στά μάτια τους – γράφει ὁ Γ. Μπελοβόλωφ - ἀνέβηκαν δύο μέτρα ψηλότερα…Μ’ ἕνα τέτοιο σημεῖο ἀνήγγειλε ὁ ὅσ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ τήν ἐπανεύρεση τῶν Ἁγίων Λειψάνων του στήν παλαιά πρωτεύουσα τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας».
Ὁ Ρωσικός λαός ὑποδέχθηκε τό γεγονός μέ ἰδιαίτερα θερμές ἐκδηλώσεις τιμῆς. «Ἡ χαρά τῆς εὑρέσεως τῶν Λειψάνων τοῦ ὁσ. Σεραφείμ – συνεχίζει ὁ Γ. Μπελοβόλωφ - μπορεῖ νά συγκριθεῖ μόνο μέ τήν Πασχαλινή χαρά. Μόνο πού τώρα δέν ἦταν καλοκαιρινό, ἀλλά χειμωνιάτικο «Πάσχα»… Μπροστά στά Ἅγια Λείψανα – πού τοποθετήθηκαν στόν Καθεδρικό Ναό τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι, στήν ὁμώνυμη Λαύρα – διαβάζονταν καθημερινά ὁ Ἀκάθιστος στόν Ὅσιο. Ἐπίσης μπορούσατε νά ἀκούσετε τούς χαρμόσυνους χαιρετισμούς «Χριστός Ἀνέστη, Ἀληθῶς Ἀνέστη». Εἶναι οἱ ἴδιοι χαιρετισμοί μέ τούς ὁποίους ὁ Μπάτουσκα Σεραφείμ χαιρετοῦσε ὅλους ὅσοι τόν πλησίαζαν, σέ κάθε ἐποχή τοῦ ἔτους».
Μέ ἰδιαίτερες ἐπίσης τιμές τά Λείψανα τοῦ Ὁσίου ἔφθασαν τήν 9η Φεβρουαρίου στή Μόσχα, στό Ναό τοῦ Ἐλέχοβο. Οἱ μεγαλύτερες ὅμως τελετές ἔγιναν τόν παρελθόντα Ἰούλιο (1991), ὅταν ἡ λιτανευτική πομπή διήνυσε 800 χιλιόμετρα γιά νά φθάσει στή Μονή τοῦ Ντιβίγιεβο, γιά νά ἑορτασθεῖ ἐπίσημα ἡ Ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων τοῦ ὁσ. Σεραφείμ (1903), τήν 19η Ἰουλίου.
Σχετικά μέ τό γεγονός ὁ Ὅσιος εἶχε προφητεύσει, ὅτι «ὁ ταπεινός Σεραφείμ θά ἐπανέλθει στό Ντιβίγιεβο καί τότε θά τελειώσουν τά βάσανα τῆς Ρωσίας».
Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι τότε (1991) ὑπῆρχε στό Ντιβίγιεβο μία μοναχή πού ἔζησε τόν Ἅγιο, ἡ αἰωνόβια ἀδελφή Μαργαρίτα (κοιμήθηκε τό 1997). Ὁ ὅσ. Σεραφείμ πρίν τήν κοίμησή του, εἶχε δώσει στίς μοναχές ἕνα κερί λέγοντας: «Μέ αὐτό θά μέ ὑποδεχθεῖτε κάποτε»! Οἱ μοναχές κράτησαν τό κερί καί κάθε μία φύλακας τό παρέδειδε στήν ἑπομένη. Ἔτσι τό κερί ἔφθασε στήν μ. Μαργαρίτα καί μέ αὐτό ὑποδέχθηκαν τό Λείψανο τό 1991!
Σήμερα τά χαριτόβρυτα Λείψανα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ φυλάσσονται στή γυναικεία Μονή τοῦ Ντιβίγιεβο, ὅπου τιμῶνται ἀπό τούς πιστούς Ὀρθοδόξους, ὄχι μόνο τῆς Ρωσίας, ἀλλά τῆς ἀνά τήν οἰκουμένη Ἐκκλησίας. Στήν Ἑλλάδα ἀποτμήματα τῶν Λειψάνων του φυλάσσονται στή Μονή ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου Πενταλόφου Κιλκίς καί στό Ναό ἁγ. Αἰκατερίνης Στρογγύλης Κορωπίου Ἀττικῆς. Ἀκόμη, στό Παρεκκλήσιο τῆς ὁσ. Ξένης τῆς διά Χριστόν Σαλῆς Μάνδρας Ἀττικῆς, φυλάσσεται μικρό μέρος ἀπό τό δερμάτινο κομποσχοῖνι τοῦ Ὁσίου. Τέλος εἶναι ἄξιο σημειώσεως, ὅτι τό 2009 ἀπότμημα τῶν Λειψάνων τοῦ ὁσ. Σεραφείμ μεταφέρθηκε ἀπό τήν Μονή Ντιβίγιεβο στήν Ἑλλάδα καί ἐκτέθηκε στό Ναό Παναγίας Σουμελᾶ Ἀχαρνῶν, ὅπου ἔσπευσαν νά τό προσκυνήσουν χιλιάδες πιστῶν ἀπό ὅλη τήν χώρα, ἀλλά καί τό ἐξωτερικό.
Ὁ Γ. Μπελοβόλωφ κλείνει τό δημοσίευμά του μέ τά ἐξῆς χαρακτηριστικά: «Μπροστά στά Ἅγια Λείψανα θέλω κι ἐγώ νά φωνάξω πρός ὅλους: «Χριστός Ἀνέστη μητέρα Ρωσία. Χριστός Ἀνέστη πολύπαθη Ρωσία. Ἀνέστη ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ πού πόνεσε γιά σένα. Θά ἀναστηθεῖς κι ἐσύ, ἀγαπημένη μου πατρίδα, ἔστω κι ἄν ὁ χειμῶνας δέν πέρασε».
Οἱ προφητείες τοῦ ἁγ. Σεραφείμ ἔχουν ἐκπληρωθεῖ σχεδόν ὅλες μέ χαρακτηριστική ἀκρίβεια. Στό Σαρώφ σωματικά πράγματι δέν ἐπέστρεψε ποτέ, διότι τό περίφημο μοναστήρι μετατράπηκε – τελικά - ἀπό τούς Σοβιετικούς σέ πυρηνικό ἐργοστάσιο καί συνεχίζει νά εἶναι ἀπαγορευμένη ζώνη. Ἐπέστρεψε ὅμως στό Ντιβίγιεβο, τήν Σεραφείμια γυναικεία μονή – τό ὁποῖο κατά τήν προφητεία του δοξάσθηκε καί σήμερα (2009) ἀριθμεῖ πλέον τῶν 200 μοναζουσῶν (τό 1995 ἀριθμοῦσε 210 μοναχές ὑπό τήν Ἡγουμένη Σεργία).
Μετά τήν μεταφορά τοῦ Λειψάνου του στό Ντιβίγιεβο ὁ ὅσ. Σεραφείμ προφήτευσε, ὅτι «θά ἀρχίσει τό κήρυγμα τῆς παγκοσμίου μετανοίας». Ἡ προφητεία αὐτή δέν ἔχει ἀκόμη ἐκπληρωθεῖ. Τά γεγονότα στήν τέως Σοβιετική Ἕνωση μποροῦν νά θεωρηθοῦν σάν Ρωσική ἐθνική μετάνοια, ἀλλά ὄχι παγκόσμια. Τήν 19η Ἰουλίου 1991 τά Λείψανα μεταφέρθηκαν στό Ντιβίγιεβο. Τήν 6η Αὐγούστου ἕνα πραξηκόπημα ἀνέτρεψε τόν Σοβιετικό Ἡγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσώφ. Λίγες ἡμέρες μετά τήν ἀποτυχία τοῦ κινήματος, ἄρχισαν ραγδαῖες πολιτικό – κοινωνικές ἐξελίξεις. Καταργήθηκε ὁ Κομμουνισμός, κατέρρευσε τό ἀθεϊστικό καθεστώς πού εἶχε ὀνομάσει τήν θρησκεία ὄπιο τοῦ λαοῦ, ἔπεσαν οἱ «θεοί» τοῦ Ἐρυθροῦ «παραδείσου», ἀπομυθοποιήθηκαν ἰδέες καί πρόσωπα, ἔγιναν τόσα πού συνθέτουν ὄχι ἁπλᾶ μία πολιτική ἀλλαγή, ἀλλά μία μεταστροφή τῶν τέως Σοβιετικῶν λαῶν (Ρώσων, Οὐκρανῶν, Γεωργιανῶν, κ.λ.π.) πρός τήν ἱστορικά Ὀρθόδοξη ταυτότητά τους, τήν ὁποία ὁ ἀθεϊσμός προσπάθησε βίαια νά μεταβάλλει.
«Ὁ Κομμουνισμός ξεπεράσθηκε - ἔγραψε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ὡς Μητροπολίτης Δημητριάδος - ἔμεινε ὅμως ἡ θρησκεία. Καί ἔμεινε ἀφοῦ ἐπεβίωσε μακρῶν περιόδων διωγμῶν, πού σέ περιπτώσεις ξεπέρασαν σέ ὀξύτυτα καί αὐτούς τούς Νερώνειους. Ἀπέδειξε ὁ Χριστιανισμός, ὅτι ἔχει ἀπό Θεοῦ τήν προέλευση, γιατί κατ’ ἄνθρωπον, μέ τά ἀνθρώπινα μέτρα, δέν θά ἔπρεπε νά ζῆ. Κι ὅμως σήμερα εἶναι ὁ θριαμβευτής» (Περιοδικό «Πειραϊκή Ἐκκλησία», φ. Ἰουλίου – Αὐγούστου 1991, σελ. 51).
Νικητής, λοιπόν, ὁ Χριστιανικός λαός στήν τέως Σοβιετική Ἕνωση, φαίνεται νά μετανοεῖ. Κατακλύζει τούς ναούς, ἀναστηλώνει ναούς καί μοναστήρια, θέλει τούς ἡγέτες του στήν Ἐκκλησία (καί τούς εἶδε στό πρόσωπο τῶν Γιέλτσιν καί Ποπώφ – παλαιότερα – καί τῶν Πούτιν καί Μεντβέντεφ σήμερα). Μένει ἔγκαιρα νά ἀντιληφθεῖ, ὅτι «ὁ κόσμος αὐτός (ὁ Δυτικός) τῆς ἀφθονίας καί τῆς καταναλώσεως, τελικά δέν εἶναι ἰδεώδης, οὐτε προσφέρεται νά ἀποτελέσει μοντέλο γιά τήν δημιουργία μιᾶς ἀνθρώπινης κοινωνίας, γιατί κι αὐτός πλήττεται ἀπό πελώρια ἠθική κρίση καί οἱ ἀξίες τοῦ πολιτισμοῦ του εἶναι ἐξευτελισμένες ἀπό καιρό» (Περιοδικό «Πειραϊκή Ἐκκλησία», αὐτ. σελ. 52).
Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΜΟΝΩΝ ΣΑΡΩΦ ΚΑΙ ΝΤΙΒΙΓΙΕΒΟ

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό «ΚΗΡΥΞ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» (τ. 1989, σελ. 115 – 117). Πρόκειται γιά ἀπόσπασμα ὁμιλίας σέ εἰδική Ἐκδήλωση - Ἀφιέρωμα στόν ὅσ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, πού πραγματοποιήθηκε τό ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς 2. 1. 1989, στό Ἐκκλησιαστικό Πνευματικό Κέντρο Περιστερίου, καί ἡ ὁποία συνοδεύτηκε μέ προβολή διαφανειῶν.

Ἡ μονή τῆς μετανοίας τοῦ ὁσ. Σεραφείμ, τό ἀνά τόν κόσμο γνωστό Σάρωφ, καθώς ἐπίσης καί ἡ γυναικεία Μονή Ντιβίγιεβο πού ἱδρύθηκε ἀπ’ αὐτόν, ἐπιβίωσαν κατά τήν πρώτη δεκαετία τῆς Μπολσεβικικῆς Ἐπαναστάσεως (1917 – 1927) καί τελικά κλείστηκαν ἀπό τούς ἀθεϊστές τό 1927. Οἱ μοναχοί καί οἱ μοναχές τῶν δύο ἱστορικῶν μονῶν ἀντέδρασαν σθεναρά τό 1922, κατά τῆς προσπάθειας δημιουργίας τῆς πρώτης Σοβιετικῆς «Ἐκκλησίας», τῆς λεγόμενης «Ζωντανῆς Ἐκκλησίας».

Ἡ καταστροφή τῆς Μονῆς Σάρωφ (Φεβρουάριος 1927).
Ὅπως γράφει ὁ Ἡγούμενος Μεθόδιος, στό ἔργο του περί τοῦ Ἱερομονάχου τοῦ Σάρωφ Γεωργίου, «κατά τήν περίοδο τῆς καταστροφῆς τοῦ Σάρωφ, οἱ μοναχοί σκέφθηκαν νά φυγαδεύσουν τά τίμια Λείψανα καί γιά τοῦτο κλειδώθηκαν στό Ναό τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου διακηρύσσοντας, ὅτι προτιμοῦν τόν θάνατο ἀπό τήν παράδοση τῶν Λειψάνων. Ἐπί τρεῖς ἡμέρες οἱ μοναχοί ἔμειναν κλειδωμένοι στό ναό, νηστεύοντες καί προσευχόμενοι. Ζοῦσε τότε στό Σαρώφ ἕνας ἀσκητής, ὁ π. Ἰσαάκ, μαθητής καί διάδοχος τοῦ Στάρετς Ἀνατολίου (+ 1922). Ὁ Γέρων Ἰσαάκ μετά ἀπό τριήμερη προσευχή καί νηστεία, πῆρε ἀπό τόν ὅσ. Σεραφείμ τήν ἀκόλουθη ἐντολή: «Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι τά Λείψανά μου νά φύγουν ἀπό ἐδῶ καί τό νομαστήρι νά καταστραφεῖ. Μή γίνεσθε ἐμπόδιο». Μετά τό ὅραμα τοῦ Γέροντος οἱ μοναχοί ἄνοιξαν τήν ἐκκλησία καί παραδόθηκαν. Τά Λείψανα τοποθετήθηκαν σ’ ἕνα ξύλινο κιβώτιο καί φυγαδεύθηκαν (βλ. σχετικά ἐπώνυμο ἄρθρο μας) καί οἱ μοναχοί ἐξορίστηκαν. Ὅλα αὐτά ἔγιναν τό ἀπόγευμα τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1917» (“Messager of the Rus”, φ. Μαϊου - Ἰουνίου 1934, σελ. 20).
Ὅταν οἱ Μπολσεβίκοι ἔκλεισαν τήν Μονή Σάρωφ, ἄναψαν μία μεγάλη φωτιά στή αὐλή τοῦ συγκροτήματος καί ἔκαψαν ὅλα τά ἐκκλησιαστικά βιβλία, ἄμφια, ἱερές εἰκόνες, ἔπιπλα καί σκεύη. Τότε κάηκε καί τό δρύϊνο φέρετρο πού εἶχε σκαλίσει ὁ ἴδιος ὁ ὅσ. Σεραφείμ καί στό ὁποῖο ἀναπαύθηκαν τά Λείψανά του γιά 70 χρόνια (1833 – 1903). Στή συνέχεια ἀνατίναξαν τίς δύο καλύβες τοῦ Ὁσίου, τήν «κοντινή» καί «μακρυνή ἔρημο» καί ἔχωσαν μέ μπολντόζα τήν «θεολογική πηγή» του. Τά κτήρια τῆς μονῆς χρησιμοποιήθηκαν σταδιακά γιά διάφορους σκοπούς (στρατόπεδο συγκεντρώσεως, ἵδρυμα γιά παιδιά κρατουμένων, κ.ἄ.) καί τελικά στέγασαν ἕνα πυρηνικό ἐργοστάσιο, μέ ἀποτέλεσμα νά μήν εἶναι σήμερα (2009) δυνατή ἡ ἐγκατάσταση ἤ παραμονή ἀνθρώπων καί νά εἶναι ἀπαγορευμένη ζώνη. Οἱ πιστοί μποροῦν μόνον ἀπό μακρυά νά δοῦν τό ψηλό του καμπαναριό, πού δέν καταστράφηκε ἀπό τούς ἀθεϊστές.
Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι τό 1930 ὁ ὅσ. Σεραφείμ μέ ἐμφάνισή του ἀποκατέστησε μέ τρόπο θαυμαστό τήν θαυματουργή πηγή του. «Ἡ ἱστορία τῆς πηγῆς - λέει ἡ Μοναχή Μαρία τοῦ Ντιβίγιεβο – εἶναι σχετικά πρόσφατη. Τό 1930 κάποιος στρατιώτης εἶδε ἕνα γέροντα μοναχό. Τόν ρώτησε, λοιπόν, πῶς βρέθηκε ἐκεῖ, σέ μία ζώνη ἀπαγορευμένη. Ὁ γέροντας αὐτός δέν ἦταν ἄλλος ἀπό τόν ἅγ. Σεραφείμ. Χτύπησε στό ἔδαφος μέ τό μπαστούνι του καί ἀμέσως ἔτρεξε ἁγίασμα, πού μέχρι σήμερα τρέχει. Ὁ στρατιώτης τά ‘χασε. Ἡ ἔκπληξή του μεγάλωσε ὅταν εἶδε πώς ὁ γέροντας αὐτός ἐξαφανίσθηκε, χάθηκε ἀπό τά μάτια του. Ἡ πηγή αὐτή εἶναι θαυματουργική. Πάρα πολλά θαύματα ἔχουν γίνει ἐδῶ, πολλοί ἄρρωστοι ἔχουν θεραπευθεῖ» (Κέντρου Νεότητος Θηβῶν, «Ρωσία – Φινλανδία», 2004, σελ. 274).
Στό σημεῖο τῆς πηγῆς ἔχει δημιουργηθεῖ μία μικρή λίμνη, ὅπου οἱ πιστοί «βαπτίζονται» καί κατά τήν πίστη τους λαμβάνουν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, διά πρεσβειῶν τοῦ ὁσ. Σεραφείμ.
Κάποιες ἀποσπασματικές πληροφορίες ἔχουν διασωθεῖ σχετικά μέ Νεομάρτυρες Μοναχούς τοῦ Σάρωφ.
Ὁ Ἡγούμενος Ρουφῖνος. Τό Σάρωφ κλείσθηκε ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Ἡγουμένου Ρουφίνου. Ἡ μονή κλείσθηκε γιά πολλούς λόγους καί κυρίως λόγῳ τῶν στενῶν σχέσεων τῶν μοναχῶν μέ τήν Ρωσική Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν, μέ τούς Ἀρχιερεῖς – δηλαδή – Κληρικούς καί λαϊκούς πού δέν ἀναγνώρισαν τήν Σοβιετική ἐξουσία. Ὁ Ἡγούμενος Ρουφῖνος φυλακίστηκε στή φυλακή τοῦ Ἀρζαμᾶς, ὅπου - σύμφωνα μέ πληροφορίες συγκρατουμένων του – βασανίστηκε ἄγρια μέχρι θανάτου (Πρωθιερέως Μιχαήλ Polsky, «Οἱ Νεομάρτυρες τῆς Ρωσίας», 1957, σελ. 228).
Ὁ Προηγούμενος Ἱερόθεος. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων τοῦ ὁσ. Σεραφείμ καί ἡ διακήρυξη τῆς ἁγιότητος του (τό 1903). Ζοῦσε ἀσκητικά στή μονή μέχρι τήν σύλληψή του καί τόν ἐγκλεισμό του στή φυλακή Τεμνίκωφ (πρώην Μονή Σαναξάρ), ὅπου ἀπεβίωσε μαρτυρικά μετά ἀπό βασανιστήρια καί πολλές κακουχίες.
Ὁ Μοναχός Βασίλειος. Ἀσκητής – Διακονητής στή «θεολογική πηγή» τοῦ ὁσ. Σεραφείμ, κατέλειπε μνήμη ἁγίου μοναχοῦ. Γνήσιος συνεχιστής καί ἐκφραστής τοῦ πνεύματος τοῦ Ὁσίου, μαρτύρησε στήν ὑπακοή καί διακονία του. Ἐκτελέστηκε στήν πηγή.
Ὁ Μοναχός Ἰσαάκ. Σημειοφόρος Γέροντας, μαθητής καί διάδοχος τοῦ Στάρετς Ἀνατολίου, ἦταν γνωστός σέ ὅλη τήν Ρωσία γιά τό προορατικό του χάρισμα. Αὐτός μετέφερε στούς μοναχούς τοῦ Σάρωφ τό θέλημα τοῦ ὁσ. Σεραφείμ, σχετικά μέ τήν τύχη τῶν τιμίων του Λειψάνων. Μετά τήν καταστροφή τῆς μονῆς δέν εἶναι γνωστή ἡ τύχη του, ἀλλά μᾶλλον ἐξορίστηκε, ὅπως καί οἱ ἄλλοι μοναχοί.
Παρά τήν καταστροφή τοῦ Σάρωφ ἡ πνευματική παρουσία τοῦ ὁσ. Σεραφείμ ἦταν συνεχής, ὅπως ἀναφέρει στά ἀπομνημονευματά της ἡ Μοναχή Βερόνικα, κρατούμενη στό νοσοκομεῖο ἑνός στρατοπέδου συγκεντρώσεως τῆς περιοχῆς. «Γύρω ἀπό τά παραπήγματα – γράφει - ὑψώνονταν ἕνας πράσινος τοῖχος, τόν δάσος τῶν αἰωνόβιων πεύκων… Ὁ Ἅγιος ἐμφανίστηκε προσωπικά σ’ ἕνα δρόμο τοῦ Σάρωφ, σέ ἕναν ἄρρωστο κρατούμενο μοναχό, ὅταν αὐτός εἶχε καταρρεύσει κάτω ἀπό τό βάρος πού μετέφερε καί δέν μποροῦσε νά συνεχίσει. Σχεδόν ὅλοι οἱ πιστοί καρτούμενοι εἶχαν ἐμπειρία τῆς βοηθείας τοῦ Ὁσίου στή ζωή τους. Εἶχαν αἰσθανθεῖ τήν προστασία καί τήν ὑπεράσπιση τοῦ Ὁσίου, στό μέσο τῶν πλέον δύσκολων στιγμῶν.
Ἀρχικά στό χῶρο τοῦ μοναστηρίου δημιουργήθηκε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Μετά τήν μεταφορά τοῦ στρατοπέδου ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ ἵδρυμα γιά τά παιδιά τῶν κρατουμένων. Εἶναι βεβαιωμένο, ὅτι συχνά τά παιδιά ἔβλεπαν ἕνα γέροντα μέ ἄσπρη κάπα καί μαῦρο ἐπανωκαλύμαυχο
» (“St. Vladimir’s Russian National Calendar”, 1973, σελ. 119).
Σήμερα ἡ Μονή Σαρώφ παραμένει ἀκατοίκητη, ἀφοῦ τήν τελευταῖα περίοδο τῆς Σοβιετικῆς ἐξουσίας εἶχε μετατραπεῖ σέ πυρηνικό ἐργοστάσιο καί συνεχίζει νά εἶναι ἀπαγορευμένη ζώνη.

Ἡ καταστροφή τῆς Μονῆς Ντιβίγιεβο (Σεπτέμβριος 1927).
Ὁ ὅσ. Σεραφείμ εἶχε προφητεύσει σχετικά μέ τήν καταστροφή τῆς Μονῆς Ντιβίγιεβο, ὅτι «οἱ ὀρφανές» του (οἱ μοναχές), «θά φύγουν ἀπό τήν πόρτα τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου καί θά σκορπιστοῦν σάν τά ρεβύθια»! Ἡ προφητεία ἐκπληρώθηκε μέ ἐκπληκτική ἀκρίβεια, ὅταν ἡ μονή ἔκλεισε τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1927, κατά τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου!
Ἀκολουθεῖ τό δραματικό τέλος τῆς μονῆς, ὅπως τό περιέγραψε ἡ Ἡγουμένη Ἀλεξάνδρα στόν Δόκτορα A. P. Timothievich:
«Γιά μερικούς μῆνες πρίν τό κλείσιμο, ὑπῆρχαν σημεῖα στή μονή. Μερικές φορές οἱ καμπάνες κτυποῦσαν μόνες τους. Μερικές φορές τό Καθολικό φωτιζόταν ἐσωτερικά τήν νύκτα, ὥστε ὅλοι νόμιζαν ὅτι πρόκειται γιά πυρκαγιά, ἀλλά σύντομα ὅλαν γίνονταν ἥσυχα καί σκοτεινά. Αὐτό ἔγινε ἀρκετές φορές. Ἀλλά, ὅταν ἡ εὐλογημένη διά Χριστόν Σαλή Μαρία ἄρχισε νά θρηνεῖ καί νά προφητεύει καθαρά τήν καταστροφή πού πλησίαζε, τότε οἱ μεγάλης ἡλικίας μοναχές ἀποφάσισαν νά κρύψουν ὅλα τά ἅγια ἀντικείμενα τοῦ Ὁσίου, δίδοντας αὐτά σέ ἔμπιστους ἀνθρώπους». (Σημ. δική μας: Ἕνα ἀπό τά ἀντικείμενα πού σώθηκαν ἦταν καί μία ἀπό τίς πρῶτες εἰκόνες τοῦ ὁσ. Σεραφείμ, ἡ ὁποῖα σήμερα φυλάσσεται στή Μονή τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς Νέο Ντιβίγιεβο, στήν περιοχή τῆς Νέας Ὑόρκης, καθώς καί ἕνα δερμάτινο κομποσχοῖνι τό ὁποῖο διασώθηκε στήν οἰκογένεια τοῦ Πρίγκιπα Γιουσούπωφ στό Παρίσι).
Ἡ Ἡγουμένη Ἀλεξάνδρα δήλωσε ἐπίσης, ὅτι διασώθηκε καί ἡ θαυματουργή εἰκόνα τῆς Παναγίας, χωρίς νά ἀναφέρει πού. (“Guests at St. Seraphim’s”, 1953).
Ἡ Γερόντισσα Σεργία, Ἡγουμένη τῆς Μονῆς Ντιβίγιεβο στή νέα περίοδο τῆς ζωῆς της, διηγήθηκε τό 1995: «Ἦταν ἡ γιορτή τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ Γερόντισσα Μαργαρίτα πῆγε νά χτυπήσει τίς καμπάνες γιά τόν Ἑσπερινό, ἀλλά βρῆκε τόν ναό κλειδωμένο. Ἕνας ἀστυνομικός ἦταν ἐκεῖ καί τῆς εἶπε αὐστηρά ὅτι ἀπαγορεύεται νά χτυπήσει τίς καμπάνες. Οἱ μοναχές παρακαλοῦσαν νά τίς ἀφήσουν νά τίς χτυπήσουν γιά τελευταία φορά, ἀλλά μάταια. Τη νύχτα ἔγινε ἡ τελευταία Λειτουργία μέσα σέ ἰδιαίτερα φορτισμένη καί συγκινητική ἀτμόσφαιρα. Τήν ἄλλη μέρα ἄρχισαν οἱ συλλήψεις. Πρότειναν στίς μοναχές νά βγάλουν τά ράσα, ἀλλά αὐτές ἀρνήθηκαν. Ἄλλες ἔμειναν ἐδῶ κοντά, ἄλλες μακρύτερα καί ἄλλες στήν ἐξορία. Ὅλες ὅμως ζοῦσαν σάν μοναχές, τηρῶντας τόν μοναχικό τους κανόνα» (Κέντρου Νεότητος Θηβῶν, «Ρωσία – Φινλανδία», 2004, σελ. 206).
Μετά τήν κατάρρευση τοῦ Σοβιετικοῦ καθεστώτος (1989), ἡ Μονή Ντιβίγιεβο ἐπιστράφηκε ἀπό τό κράτος στό Πατριαρχεῖο Μόσχας, ἀναστυλώθηκε καί σήμερα λειτουργεῖ σάν κοινόβιο πλέον τῶν 200 μοναζουσῶν, οἱ ὁποῖες διακονοῦν τούς χιλιάδες προσκυνητές τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ ὁσ. Σεραφείμ.
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΡΤΕΜΙΟΣ ΤΟΥ ΒΕΡΚΟΛΑ ΚΑΙ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΠΙΝΕΓΚΑ, ΟΙ ΑΥΤΑΔΕΛΦΟΙ
(16ος αἰ.)
Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Τό κείμενο δημοσιεύθηκε ἀρχικῶς στό Περιοδικό «ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ» (φ.Ἰουλίου – Δεκεμβρίου 1993, σελ. 189 - 192), ὑπογραφόμενο μέ τά ἀρχικά Α.Μ.

Οἱ αὐτάδελφοι Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ Ἀρτέμιος ὁ παῖς καί Παρασκευή ἡ παρθένος, γόνοι εὐσεβεῖς τῆς Ρωσικῆς γῆς, ἀνήκουν στίς χαρακτηριστικές περιπτώσεις κρυμμένης ἁγιότητος. Ἀφανεῖς στά μάτια τῶν ἀνθρώπων (ὁ ἅγ. Ἀρτέμιος μάλιστα βαρύτατα παρεξηγημένος ἀπό τούς συγχωριανούς του, ἴσως καί τούς γονεῖς του), γνωστοί μόνο στόν Παντεπόπτη Κύριο, τιμήθηκαν μεταθανατίως ἀπό Αὐτόν μέ σειρά θαυμασίων σημείων καί ἐξαιρετικῶν γεγονότων, μέσῳ τῶν ὁποίων δοξάσθηκε ὁ πράγματι «θαυμαστός ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ» Θεός.
Ὁ ἅγ. Ἀρτέμιος.
Γεννήθηκε τό 1532 στό χωριό Βέρκολα, στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Ντβίνα, στή βόρεια Ρωσία, ἀπό γονεῖς χωρικούς. Ἀπό τήν ἡλικία τῶν πέντε ἐτῶν ἡ συμπεριφορά του δέν ἦταν παιδική. Τοῦ ἄρεσε ἡ σιωπή, ἦταν ἰδιαίτερα ὑπάκουος, ταπεινός καί ἁγνός καί τόν διέκρινε ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Στίς 23 Ἰουνίου τοῦ 1545, σέ ἡλικία 12 ἐτῶν καί ἐνῶ βοηθοῦσε τόν πατέρα του στίς γεωργικές ἐργασίες, χτυπήθηκε ἀπό κεραυνό καί ἔπεσε νεκρός. Τό Συναξάριό του σημειώνει, ὅτι "ἔτσι ὁ Ἐλεήμων καί Πάνσοφος Κύριος ὁ Θεός, σχεδίασε νά λάβει στά σκηνώματα τῆς Οὐρανίου Βασιλείας Του τήν ψυχή τοῦ δικαίου δούλου Του". Τόν τρόπο τοῦ θανάτου του οἱ ἁπλοϊκοί καί δεισιδαίμονες χωρικοί, τόν ἑρμήνευσαν σάν θεία τιμωρία, σάν σημεῖο ὅτι ὁ Θεός ἦταν θυμωμένος μέ τόν Ἀρτέμιο. Ἔτσι τόν ἄφησαν ἄταφο στό δάσος καί σκέπασαν τό σῶμα του μέ κλαδιά!
Τό 1577, 32 χρόνια μετά τό γεγονός αὐτό, μία συνταρακτική ἀποκάλυψη ἦρθε νά ἀνατρέψει τήν γνώμη τοῦ κόσμου γιά τόν δοῦλο τοῦ Θεοῦ Ἀρτέμιο. Ὁ Ἀναγνώστης τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγ. Νικολάου Καλλίνικος, πῆγε στό δάσος νά μαζέψει μανιτάρια. Ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς πάνω ἀπό τό σημεῖο πού "ἀναπαύονταν" τό σῶμα τοῦ παιδιοῦ, τόν ὤθησε νά πλησιάσει καί ἔκπληκτος νά διαπιστώσει, ὅτι τό Λείψανο εἶχε διατηρηθεῖ ἀδιάφθορο! Οἱ δεισιδαίμονες χωρικοί ὑποδέχθηκαν τό γεγονός χωρίς ἰδιαίτερη προσοχή (ἁπλᾶ ἔβαλαν τό Λείψανο σέ ἕνα φέρετρο καί τό τοποθέτησαν σέ μία στοά τοῦ ἐνοριακοῦ Ναοῦ), ὁ Κύριος ὅμως ἐπιφύλαξε στήν περιοχή μία μεγάλη καί θλιβερή περιπέτεια, γιά νά ὁδηγήσει στή διαπίστωση καί διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τοῦ δούλου Του.
Τόν ἴδιο χρόνο μία λοιμική νόσος ἔπληξε τήν εὑρύτερη περιοχή τοῦ ποταμοῦ Ντβίνα καί σημειώθηκαν πολλοί θάνατοι, κυρίως σέ γυναικόπεδα. Τότε ὁ ἀπελπισμένος πατέρας ἑνός ἄρρωστου ἀγοριοῦ ἔσπευσε στήν ἐκκλησία, προσκύνησε τό Λείψανο τοῦ ἁγ. Ἀρτεμίου καί φεύγοντας πῆρε μαζί του φύλλα ἀπό τά κλαδιά πού τό σκέπαζαν. Μέ τήν εὐλογία τῶν φύλλων αὐτῶν τό παιδί ἔγινε καλά καί σταμάτησε ἡ ἐπιδημία!
Ἡ ἀποκάλυψις τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγ. Ἀρτεμίου ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, ἔφερε στρατιές πασχόντων ἐμπρός στό σανιδένιο του φέρετρο, στόν ταπεινό ἐνοριακό ναό τοῦ χωριοῦ. Νέα θαύματα - ὅπως ἐκεῖνο τοῦ χωρικοῦ Παύλου, τοῦ ὁποίου τό πρόσωπο εἶχε στραφεῖ πρός τά πίσω - ἀνάγκασαν τούς κατοίκους νά τοποθετήσουν τό Λείψανο σέ λάρνακα καί νά κτίσουν εἰδική πτέρυγα στό Ναό τους (τό 1584).
Βλέποντας τίς ἀλλεπάλληλες θεραπεῖες οἱ Ἱερεῖς Ἰωάννης καί Θωμᾶς, ἀποφάσισαν νά ἁγιογραφήσουν εἰκόνες τοῦ Ἁγίου πάνω στίς σανίδες τοῦ παλαιοῦ του φερέτρου. Μάλιστα ὁ Ἱερεύς Ἰωάννης συγκέντρωσε μέ πολλή προσοχή τά ὑπολείμματα τῶν κλαδιῶν πού κάποτε σκέπαζαν τό ἱερό Λείψανο. Τό 1601 ὁ εὐσεβής Παγκράτιος μετέφερε μία ἀπό τίς εἰκόνες αὐτές στό Μεγάλο Οὔστιουγκ, ὅπου ἀναδείχθηκε θαυματουργή. Μεταξύ τῶν ἰάσεων τῆς περιόδου ἐκείνης ἀναφέρονται θεραπεία παραλύτου παιδιοῦ, ἀποκατάσταση τῆς ὀράσεως τῶν χωρικῶν Ἀνδρέου καί Εἰρήνης καί θεραπεία τῆς πάσχουσας χωρικῆς Μαρίας.
Τό 1619 τό Λείψανο ἐξετάσθηκε ἀπό τόν Μητροπ. Νόβγκοροντ Μακάριο, ὁ ὁποῖος ἔδωσε εὐλογία γιά τήν μεταφορά του μέσα στό ναό, κατά τήν πανήγυρη τῆς 6ης Δεκεμβρίου 1620. Ἀπό τότε ἄρχισε νά τηρεῖται κατάλογος θαυμάτων, γιά τοῦτο καί τά στοιχεῖα τῶν θεραπειῶν εἶναι μᾶλλον ἱκανοποιητικά. Ἀπό τά ἐπώνυμα θαύματα τοῦ Ἁγίου τά ἀκόλουθα εἶναι χαρακτηριστικά:
Ὁ Ἱλαρίων Ἀρτέμιεφ ἀπό τό Χολμογκόρ διηγήθηκε στούς ὑπευθύνους τοῦ ναοῦ τοῦ Βέρκολα, ὅτι εἶχε χάσει τό φῶς του καί προσευχήθηκε γιά τήν ἀποκατάστασή του στόν Ἅγιο. «Τήν ἴδια ὥρα – εἶπε – βρῆκα τό φῶς μου καί εἶδα σέ ὅραμα τόν ἅγ. Ἀρτέμιο μέ λευκά ἐνδύματα, ἕνα σταυρό στό δεξί χέρι καί ἕνα μικρό ραβδί στό ἀριστερό. «Γέροντα, μοῦ εἶπε, γιατί ὑποφέρεις; Σήκω. Ὁ Χριστός σέ θεραπεύει. Πήγαινε στή λάρνακά μου καί πληροφόρησε τούς Ἱερεῖς καί τούς χωρικούς γι’ αὐτό». Μέ αὐτά τά λόγια μέ ἔπιασε ἀπό τό χέρι, σάν νά μέ πίεζε νά τό κάνω, κι ἔγινε ἄφαντος»!
Ὁ Πατρίκιος Ἰγνάτιεφ ἀπό τό χωριό Κιβοκουρία, ἔπασχε ἀπό παιδί ἀπό χρόνιο νόσημα. Ἀκούγοντας γιά τήν δύναμη τῶν πρεσβειῶν τοῦ ἁγ. Ἀρτεμίου, προσευχήθηκε σ’ αὐτόν, ὑποσχόμενος νά προσκυνήσει στή λάρνακά του, καί ἀμέσως θεραπεύθηκε. Ἀπό διαβολική ἀμέλεια ὅμως δέν ἐκπλήρωσε τήν ὑπόσχεσή του. Ἔτσι, μετά ἀπό χρόνια, ἡ νόσος ἐπέστρεψε δριμύτερη. Καί πάλι ὁ Ἰγνάτιεφ ἐπικαλέσθηκε τόν ἅγ. Ἀρτέμιο καί ὁ Ἅγιος τόν θεράπευσε καί πάλι. Ὁ ἀτυχής ἀγνώμων καί ἀμελής Πατρίκιος, γιά τρίτη φορά δέν ἐκπλήρωσε τήν ὑπόσχεσή του καί τιμωρήθηκε αὐστηρά μέ τήν ἴδια ἐπώδυνη ἀσθένεια καί ἀπώλεια τῆς ὁράσεως του. Μετανοημένος πῆγε στό Βέρκολα, τίμησε τό Ἱερό Λείψανο καί θεραπεύθηκε.
Τόν Μάρτιο τοῦ 1636 ὁ διοικητής τῆς περιοχῆς Ἀθανάσιος Πάσκωφ, πέρασε ἀπό τό Βέρκολα χωρίς νά σταματήσει στό Λείψανο τοῦ Ἁγίου. Ἀμέσως ὁ γιός του Ἱερεμίας κινδύνευσε σέ θάνατο. Ἔντρομος ὁ κρατικός ἀξιωματοῦχος ἔφερε ἀμέσως τό παιδί στό ναό καί αὐτό ἀμέσως θεραπεύθηκε. Σέ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης καί εὐχαριστίας ὕψωσε ἕναν ξύλινο ναό πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Μεγαλομάρτυρος Ἀρτεμίου, στό ξέφωτο τοῦ δάσους ὅπου εἶχε βρεθεῖ τό τίμιό του Λείψανο.
Ὁ Συμεών Καζαρίνωφ ταξιδεύοντας ἀπό τήν Μανγκάζεα πρός τόν Ἀρχάγγελο, σώθηκε ἀπό βέβαιο πνιγμό, ἐπικαλούμενος τίς πρεσβείες τοῦ ἁγ. Ἀρτεμίου.
Στά μέσα τοῦ 17ου αἰ. ὁ Μητροπ. Νόβγκοροντ Κυπριανός ἐξέτασε γιά δεύτερη φορά τό Λείψανο, ὑπέγραψε στόν κατάλογο τῶν θαυμάτων καί δώρησε στό Ναό μία Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου (δέν εἶναι γνωστό ἄν τήν συνέταξε ὁ ἴδιος).
Τό 1648 ὁ Τσάρος Ἀλέξιος Μιχαήλοβιτς ζήτησε ἀπό τόν Διοικητή τῆς περιοχῆς Ἀνίσκωφ, νά τοποθετηθεῖ τό Λείψανο σέ νέα λάρνακα καί ἐπέτρεψε τήν ἵδρυση μονῆς στό σημεῖο τῆς εὑρέσεως (ἀπό χαλκογραφία τοῦ 19ου αἰ. φαίνεται, ὅτι ἡ μονή εἶχε ἀξιόλογες κτηριακές ἐγκαταστάσεις).
Τό 1649 τό Λείψανο κατατέθηκε στό Ναό τοῦ Μεγαλομ. Ἀρτεμίου (πού εἶχε κτίσει ὁ Διοικητής Ἀθανάσιος Πάσκωφ, μετά τήν διάσωση τοῦ γιοῦ του Ἱερεμία). Ἐκεῖ τό Λείψανο κινδύνευσε τρεῖς φορές ἀπό πυρκαγιά, ἕως ὅτου τό 1793 κτίσθηκε πέτρινος ναός πρός τιμήν του, ὅπου καί κατατέθηκε τό Λείψανο.
Ἀπό τίς εἰκόνες τοῦ Ἁγίου πού διασώθηκαν ὡς τίς μέρες μας, χαρακτηριστική εἶναι μία μεγάλη λαϊκότροπη εἰκόνα τοῦ 19ου αἰ., μέ ὀκτώ σκηνές ἀπό τόν βίο καί τά θαύματά του. Διασώθηκε ἐπίσης καί η λεγόμενη εἰκόνα τοῦ Στρογκάνωφ (17ος αἰ.), ἐξαιρετικῆς τέχνης, στήν ὁποία ὁ ἅγ. Ἀρτέμιος εἰκονίζεται μαζί μέ τόν ἅγ. Βασίλειο τῆς Μόσχας, τόν διά Χριστόν Σαλό.
Ὁ ἅγ. Ἀρτέμιος "μαρτύρησε" μετά θάνατο, κατά τόν διωγμό τῶν ἀθεϊστῶν κατά τῆς Ἐκκλησίας. Τό 1918 οἱ Μπολσεβίκοι κατέστρεψαν τήν Μονή καί τό Λείψανό του, ἀφοῦ τεμαχίσθηκε μέ ξίφος, ρίχθηκε σέ κάποιο πηγάδι τῆς περιοχῆς!
Ἡ ἁγ. Παρασκευή.
Δέν σώθηκε τό ἔτος γεννήσεως τῆς ἀδελφῆς τοῦ ἁγ. Ἀρτεμίου Παρασκευῆς. «Εὔκολα μπορεῖ κανείς νά φανταστεῖ - γράφει ὁ Βίος της – πόσο ἐπηρέασε ἡ γνώμη τοῦ χωριοῦ τήν ἤδη θεοφοβούμενη καί ἐξαιρετικά εὐσεβῆ οἰκογένεια (τῶν Ἁγίων). Σ’ αὐτή τήν ἀτμόσφαιρα τοῦ δέους καί τῆς σιωπῆς, τρέμοντας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀδελφή τοῦ ἁγ. Ἀρτεμίου ἔφθασε σέ μέτρα ἁγιότητος χωρίς νά τό γνωρίζει. Ἀπομονωμένη ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά τριγυρισμένη ἀπό τίς ὀμορφιές τίς ἀνθησμένης ἄνοιξης τοῦ βορρᾶ καί διατηρημένη ἀπό τίς παγωνιές τοῦ χειμῶνα, ἔγινε Ἁγία καί Θαυματουργή γιατί - ὅπως ὁ ἀδελφός της - ἦταν ἐκλεκτό σκεῦος τοῦ Θεοῦ».
Μετά τήν εὕρεση τοῦ ἀδιαφθόρου Λειψάνου τοῦ ἀδελφοῦ της ἁγ. Ἀρτεμίου, ἡ Παρασκευή ἀποσύρθηκε στήν ἡσυχία τοῦ μοναχικοῦ βίου. Δέν εἶναι γνωστό ἄν μπῆκε σέ κάποιο μοναστήρι ἤ ἄν ἀκολούθησε τόν ἐρημητικό βίο. Δεν εἶναι ἐπίσης γνωστός καί ὁ χρόνος κοιμήσεώς της, στίς πηγές πάντως μνημονεύεται ὅτι κοιμήθηκε «ὁσία παρθένος».
Τό 1619, ἔτος ἐξετάσεως τοῦ Λειψάνου τοῦ ἁγ. Ἀρτεμίου ἀπό τόν Μητροπ. Νόβγκοροντ Μακάριο, ἕνα φέρετρο μέ τά εὐωδιαστά Λείψανα μιᾶς παρθένου, ἀνακαλύφθηκε στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγ. Γεωργίου στό Πίριμιν καί κάποιος πιστός εἶδε τό ἑξῆς ὅραμα: Ἐμφανίσθηκε μία ὡραία παρθένος καί τόν πληροφόρησε, ὅτι τό ὄνομά της ἦταν Παρασκευή, ὅτι οἱ ἄρρωστοι ἄνθρωποι ἔπρεπε νά ἔρθουν σ’ αὐτή τήν ἐκκλησία καί νά προσευχηθοῦν στόν ἅγ. Γεώργιο καί στή νέα θαυματουργή ἁγ. Παρασκευή καί ὅτι ἀπό ἐκεῖ θά λάβουν βοήθεια. Πράγματι ἡ ἁγ. Παρασκευή ἀναδείχθηκε Θαυματουργός, τά δέ Λείψανά της τοποθετήθηκαν ἀργότερα σέ εἰδικό παρεκκλήσιο. Γιά τήν περίοδο μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 δέν ὑπάρχουν πληροφορίες γιά τήν τύχη τους.

Ἡ μνήμη τοῦ ἁγ. Ἀρτεμίου τιμᾶται τήν 23η Ἰουνίου καί κοινῶς καί τῶν δύο ἁγίων αὐταδέλφων Ἀρτεμίου καί Παρασκευῆς τήν 10η Ὀκτωβρίου.

Πηγές καί Βοηθήματα:
Περιοδικό “The Orthodox Word”, τ. 10ος, φ. 2 (55), Μαρτίου - Ἀπριλίου 1974, σελ. 44 – 51.
«Ἡ Θηβαϊδα τοῦ Βορρᾶ», μετάφραση - ἔκδοση Π. Μπότση, 1985, σελ. 286 – 289.
Ἀντ. Μάρκου, «Τό Ρωσικό Ἁγιολόγιο», 2005.
Ο ΤΟΠΟΣ ΒΑΠΤΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ
Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Ἀρχική δημοσίευση στό Περιοδικό «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου (φ. Ἰανουαρίου 1993, σελ. 14 – 17).

Ὁ τόπος βαπτίσεως τοῦ Μεγάλου Βλαδιμήρου ὑπῆρξε κατά τό παρελθόν σημεῖο τριβῆς μεταξύ τῶν εἰδικῶν. Ὁμάδα Ρώσων ἱστορικῶν μέ ἐπικεφαλῆς τόν E. E. Golubinskii, βασιζόμενη στή μαρτυρία τοῦ ἔργου τοῦ Ρώσου Χρονογράφου Μοναχοῦ Ἰακώβου «Μνήμη καί Ἐγκώμιον» (τοῦ 12ου αἰ.), ἀμφισβήτησε τίς μαρτυρίες τῶν ἄλλων πηγῶν (τίς ὁποίες μάλιστα χαρακτήρισε «νοθεία τῶν Βυζαντινῶν», ἀναγόμενη στόν 12ο αἰ.) καί δέχθηκε, ὅτι ὁ Μεγάλος Βλαδίμηρος βαπτίσθηκε στό Κίεβο ἤ ἀλλοῦ, τρία ἔτη μετά τήν κατάληψη τῆς Χερσῶνος.
Τόν Golubinskii ὑποστήριξαν ὁ N. Zernov (“Vladimir and the origine of the Russian Church”, βλ. “Slavonic and East European Review», τ. 28, 1949 – 1950, σελ. 123 – 138), ὁ A.V. Kartasev (“Dcerki po Istorii Russkoi Tserkvi”, τ. 1ος, 1959, σελ. 114), ὁ G. Vernadsky (“Kievan Russia”, 1948, σελ. 63) καί ὁ N. Boumgarten (“St. Vladimir et la conversion de la Russie”, βλ. “Orientalia Christiana”, τ. 27ος, σελ. 60 – 65), στά πλαίσια τῆς γενικότερης προσπάθειας τῶν Πανσλαβιστῶν τοῦ 19ου καί 20ου αἰ. γιά τήν μείωση τοῦ Ἑλληνικοῦ ρόλου ἀκόμα καί στά μεγάλα γεγονότα τῆς Ἱστορίας τῶν Σλαβικῶν χωρῶν.
Τήν ἀξιοπιστία τοῦ «Ρωσικοῦ Χρονικοῦ» τοῦ ὁσ. Νέστορος τοῦ Χρονικογράφου τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου (+ 1014), ἀποκατέστησε τό 1966 ὁ Ἕλληνας Καθηγητής Βλάσιος Φειδᾶς, ὁ ὁποῖος ἦρε τίς ἀντιθέσεις μεταξύ τῶν πηγῶν μέ ἐμπεριστατωμένη μελέτη του Ἡ πρώτη ἐν Ρωσσίᾳ Ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία καί αἱ Ρωσικαί πηγαί», 1966, σελ. 58 – 75).
Παράλληλα, ἡ ἄποψη περί βαπτίσεως τοῦ Μεγάλου Βλαδιμήρου στή Χερσῶνα, ὑποστηρίχθηκε ἐνωρίτατα ἀπό διαπρεπεῖς ἐκπροσώπους τῆς ἱστορικῆς ἐπιστήμης. Βασιζόμενη στό σύνολο σχεδόν τῶν Ρωσικῶν Χρονικῶν - ἰδιαίτερα στό ἀξιόπιστο τοῦ ὁσ. Νέστορος, καθώς καί στή μαρτυρία τοῦ Ἄραβα Yahya ἀπό τήν Ἀντιόχεια (“Patrologia Orientalis”, τ. 23ος, 1932, σελ. 423 – 424) - ἔγινε στό τέλος τοῦ 18ου αἰ. ὁδηγός τῶν ἀρχαιολογικῶν ἐρευνῶν στή Χερσῶνα, ὅπως δέχεται καί ὁ Σοβιετικός Ἀκαδημαϊκός S. A. Belyaev, κατά τόν ὁποῖο «ἡ ἐπισήμανση τοῦ τόπου τῆς βαπτίσεως ἔπαιξε καθοριστικό ρόλο στό σχεδιασμό τῆς ἀρχαιολογικῆς ἀνασκαφῆς τῆς πόλεως» (S. A. Belyaev, “The Uvarov Basilica ensemble in Cheronese – The place of the baptism and the marriage of Prince Vladimir”, στό Περιοδικό “The Orthodox Word”, φ. 4/1988, σελ. 28 – 48). Μέ ὁδηγό τό «Ρωσικό Χρονικό», τό γνωστό σάν “Primary Chronical”, οἱ πρῶτοι ἐρευνητές προσπάθησαν νά ἐπισημάνουν τό σημεῖο τῆς βαπτίσεως στό τοπογραφικό κέντρο τῆς Βυζαντινῆς πόλεως. Ἡ ἀρχική ἰδέα ἦταν τοῦ Cablitz, ὁ ὁποῖος – κατά τόν Καθηγητή D. V. Ainalov – «τήν διατύπωσε ἤδη ἀπό τό 1786 καί σημείωσε τό ὑποτιθέμενο σημεῖο στήν ἀρχαιολογικό χάρτη» (D. V. Ainalov, “The ruins of a church”, βλ. “Monuments of ancient Chersonese”, τ. 1ος, 1905, σελ. 46 – 48).
Τήν ἀνασκαφή στό σημεῖο πού ὑπέδειξε ὁ Cablitz πραγματοποίησε ὁ Καθηγητής Ν. Ν. Μuzarkevich. Ἡ εὕρεση ἀρχαίου ναοῦ ἔκανε τήν ἄποψη τοῦ Cablitz εὑρύτατα ἀποδεκτή, ἀπό εἰδικούς καί κοινή γνώμη, ἀκόμη καί ἀπό τήν ἄμεσα ἐνδιαφερόμενη Ρωσική Ἐκκλησία. Ἔτσι, μετά ἀπό πρόταση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ὀδησσοῦ καί Χερσῶνος Ἰννοκεντίου (Borisov), κτίσθηκε τό 1861 στό σημεῖο μεγάλος ναός, σέ σχέδια τοῦ, ὁ ὁποῖος περιέλαβε καί τά ἐρείπια τῆς Βυζαντινῆς βασιλικῆς (N. N. Muzarkevich, “A trip to the Crimea”, βλ. «JURNAL OF THE MINISTRY FOR PEOPLE’S EDUCATION», τ. 3ος, σελ. 647 – 648).
Ἡ αὐθεντικότητα τοῦ σημείου πού ἀνέσκαψε ὁ Muzarkevich ἀμφισβητήθηκε ἀρχικά ἀπό τόν A. L. Berthie - Belagarde, ὁ ὁποῖος πρότεινε νά ζητηθεῖ ὁ τόπος τῆς βαπτίσεως στή Βασιλική Uvarov (A. L. Bertie – Belagrade, “Excavations in Chersone”, τ. 1ος, 1982, σελ. 45). Μαζί του συμφώνησαν ὁ Καθηγητής Ainalov καί ὁ ἐπίσης Καθηγητής στό Πανεπιστήμιο τοῦ Καζάν S. P. Shestakov, ἐπειδή ὅμως ὁ Belagrade ἦταν μηχανικός τοῦ Στρατοῦ καί ὄχι ἀρχαιολόγος, ἡ ἄποψή του δἐν ἔτυχε εὑρύτερης ἀποδοχῆς.
Τό θέμα ἐπανέφερε στήν ἐπικαιρότητα ὁ Ἀκαδημαϊκός Belyaev, ἐπικεφαλῆς τῆς ἀποστολῆς στή Χερσῶνα τοῦ Ἰνστιτούτου Ἀρχαιολογίας τῆς Ἀκαδημίας τῶν Ἐπιστημῶν τῆς (τότε) Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, μέ μία διαφορετική ἑρμηνεία τῶν πληροφοριῶν τοῦ Χρονικοῦ τοῦ ἁγ. Νέστορος. Δέχθηκε, δηλαδή, ὅτι ἡ ἔκφραση «στό μέσο τῆς πόλεως» ἔχει περισσότερες πιθανότητες νά σημαίνει «μέσα στήν πόλη», ἀπ’ ὅτι τό τοπογραφικό της κέντρο, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἔκφραση «μέσα στή θάλασσα» σημαίνει περισσότερο «πάνω» καί ὄχι «μέσα» στή θάλασσα. Ὁ ἴδιος ἀρχαιολόγος στήριξε τήν πρότασή του καί στίς ἀκόλουθες ἀξιοσημείωτες παρατηρήσεις:
α. Σύμφωνα μέ τήν λειτουργική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τόν 4ο ἤδη αἰ., τό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος τελοῦσε ὁ Ἐπίσκοπος. Ἕνας Πρεσβύτερος μποροῦσε νά βαπτίσει σέ ἐξαιρετικές μόνον περιπτώσεις, κατ’ ἐντολή τοῦ Ἐπισκόπου. Γιά τόν λόγο αὐτό συνήθως τό μυστήριο τελοῦνταν στήν καθέδρα τοῦ Ἐπισκόπου (A. Almazov, “History of the Service Order and Chrismation”, 1984, σελ. 499 - 522). Ἡ λειτουργική αὐτή πρακτική τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας ἴσχυε καί στή Ρωσική Ἐκκλησία, ὅπως φαίνεται ἀπό τόν 79ο Κανόνα τοῦ Μητροπ. Κιέβου Γεωργίου, ὁ ὁποῖος λέγει: «Ἐάν κάποιος ἔχει στό σπίτι του ναό, ἐπιτρέπεται νά τελεῖται ἐκεῖ ἡ Θεία Λειτουργία. Ἐν τούτοις παιδιά δέν πρέπει νά βαπτίζονται, παρά μόνο στόν Καθεδρικό Ναό» (Ε. Ε. Golubinskii, “History of the Russian Church”, τ. 10ος, 1904, σελ. 421).
β. Σύμφωνα καί πάλι μέ τήν λειτουργική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἀβάπτιστοι δέν εἶχαν δικαίωμα εἰσόδου στούς ναούς. Γιά τοῦτο ἦταν ἀπαραίτητη ἡ ὕπαρξη βαπτιστηρίων, εἰδικῶν – δηλαδή – κτισμάτων, ἀνεξαρτήτητων τῶν ναῶν. Τήν λειτουργική αὐτή πρακτική παρέλαβε καί ἡ Ρωσική Ἐκκλησία, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ ὕπαρξη βαπτιστηρίων σέ ἀρχαίους Ρωσικούς ναούς (λ.χ. ἐκείνου τῆς Ἁγίας Σοφίας τοῦ Κιέβου. Βλ. N. Okunev, “Baptistery of Sophia Cathedral in Kiev”, 1915, σελ. 113 – 137).
Μετά τίς δύο οὐσιώδεις αὐτές ἐπισημάνσεις, ἔπρεπε νά ἀναζητηθεῖ σέ ὁποιοδήποτε σημεῖο καί ὄχι ἀπαραίτητα στό τοπογραφικό κέντρο τῆς Χερσῶνος, ἕνα μνημεῖο πού νά πληρεῖ τά προηγούμενα. Καί τό μοναδικό – τελικά – τέτοιο μνημεῖο ἦταν τό γνωστό στήν ἀρχαιολογική βιβλιογραφία σάν Βασιλική Uvarov.
Ἡ Βασιλική αὐτή εἶναι κατ’ ἀρχήν τό μεγαλύτερο ἀνεσκαμμένο μνημεῖο στή Χερσῶνα, μέ διαστάσεις 96 Χ 38.5 μ. Ἀκόμη, στό κτηριακό της συγκρότημα περιλαμβάνονται Βαπτιστήριο, μία δεύτερη μικρότερη Βασιλική καί ἕνα ἀνεξάρτητο κτήριο, πιθανῶς Ἐπισκοπεῖο. Μάλιστα τό συγκρότημα αὐτό, πού καταλαμβάνει χῶρο δύο οἰκοδομικῶν τετραγώνων, διέθετε ἰδιαίτερο περιτείχισμα.
Ἡ ὕπαρξη τῆς μικρῆς Βασιλικῆς προσφέρει μία ἄριστη ἐξήγηση στήν ἀναφορά κειμένου τοῦ 9ου αἰ. πού ἀναφέρεται στή «μεγάλη Βασιλική» («Vita cum translations S. Clementis”). Τό δέ σύνολο τῆς ΒασιλικῆςUvarov (ἡ μεγαλύτερη ἀπό τίς 12 ἀνασκαμμένες Βασιλικές τῆς Χερσῶνος, προσκείμενα κτίρια καί βαπτιστήριο, τό μοναδικό στήν πόλη), πάντα κατά τόν Ἀκαδημαϊκό Belyaev, ταυτίζεται μέ τόν Καθεδρικό Ναό τοῦ 10ου αἰ. καί κατ’ ἐπέκταση μέ τόν τόπο βαπτίσεως τοῦ Μεγάλου Βλαδιμήρου.
Σχετικά μέ τό ὄνομα τῆς Βασιλικῆς, ἔγιναν ἀπό διαφόρους προσπάθειες πρός δύο βασικές κατευθύνσεις. Ἡ πρώτη προσπαθοῦσε νά δικαιολογήσει τήν ἀσυμφωνία τῶν Χρονικῶν, εἰσάγοντας τήν θεωρία ὅτι ἀλλοῦ βαπτίστηκε ὁ Ἡγεμόνας καί ἀλλοῦ οἱ Βογιάροι του. Ἡ δεύτερη ἀπέδιδε τά μνημονευόμενα ὀνόματα στά διάφορα κτίσματα τοῦ χώρου τῆς Βασιλικῆς Uvarov.
Γιά τά περισσότερα Χρονικά ἡ βάπτιση ἔγινε στό Ναό τοῦ ἁγ. Ἀποστόλου Ἰακώβου, ναός ὅμως μέ τέτοιο ὄνομα (σύμφωνα μέ τό ἔργο, «Περί τῆς μεταφορᾶς τῆς Θαυματουργοῦ Εἰκόνος τοῦ ἁγ. Νικολάου ἀπό τήν Χερσῶνα στό Ζαράϊσκ») ὑπῆρχε στό κέντρο τῆς πόλεως. Οἱ Shakhmatov καί Shestakov δέχονται Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων (βασιζόμενοι στό ἔργο, «Ὁμιλία στήν εὕρεση τῶν Λειψάνων τοῦ Πάπα Κλήμεντος»). Μία Τρίτη τέλος πηγή, ὁ «Βίος τῶν Ἁγίων Ἱεραρχῶν τῆς Χερσῶνος», ἀναφέρει ναό τοῦ ἁγ. Ἀποστόλου Πέτρου (τό ὄνομα αὐτό ὁ V.V. Latyshev ἀπέδωσε ἀρχικά στό Βαπτιστήριο καί στή συνέχεια στή μεγάλη Βασιλική).
Κατά τόν Ἀκαδημαϊκό Belyaev ὑπάρχει μία συνεχής παράδοση ἀπό τόν 4ο αἰ. πού συνδέει τήν μεγάλη Βασιλική μέ Ἀποστολικά ὀνόματα. Ὁ ἴδιος ὑποθέτει, ὅτι ἴσως ὁ ἅγ. Πέτρος εἶναι ὁ μικρός ναός ἀνατολικά, ὁ ἅγ. Ἰάκωβος τό Βαπτιστήριο καί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἡ Βασιλική.
Ἡ θεωρία τοῦ Belyaev πού ταυτίζει τήν Βασιλική Uvarov μέ τόν τόπο βαπτίσεως τοῦ Μεγάλου Βλαδιμήρου, ἔδωσε νέα ὤθηση στήν ἀρχαιολογική ἔρευνα καί μελέτη τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ Βυζαντινοῦ μνημείου τῆς Χερσῶνος. Τό 1984 ὁλοκληρώθηκαν οἱ μελέτες πού εἶχαν ἀρχίσει τό 1979 καί μέ βάση τίς νέες ἀνασκαφές πού ἔγιναν οἱ
N. V. Churkanova καί I.V. Martseniuk προχώρησαν στίς χαρτογραφήσεις καί ἀναπαραστάσεις τῶν μνημείων.
Εἶναι σημαντικό γιά τούς Ὀρθοδόξους Ρώσους τό γεγονός τῆς βαπτίσεως τοῦ πρώτου Χριστιανοῦ Ἡγεμόνα τους, τοῦ Ἰσαποστόλου ἁγ. Βλαδιμήρου τοῦ Μεγάλου, καί δικαιολογημένο κατ’ ἐπέκταση τό ἐνδιαφέρον τους γιά τήν ἐπισήμανση τοῦ τόπου τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ γεγονότος. Ἡ δέ τοποθέτησή του στή Βυζαντινή Χερσῶνα εἶναι γεγονός σημαντικό καί γιά τούς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες, ἀφοῦ ὁ ἐκχριστιανισμός τῶν Ρώσων ὑπῆρξε καρπός τοῦ οἰκουμενικοῦ πνεύματος τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ ὁποίου θεματοφύλακες καί φορεῖς ὑπῆρξαν ἡ Βυζαντινή Αὐτοκρατορία καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἀργότερα δυστυχῶς, ὅπως δέχεται ὁ γνωστός Ρῶσος διανοούμενος Παῦλος Εὐδοκίμωφ, «ἡ οἰκουμενικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας πνίγηκε στά ὕδατα τοῦ Ρωσικοῦ σωβινισμοῦ» (καί ὄχι μόνο τοῦ Ρωσικοῦ, ὅπως διδάσκει ἡ Ἱστορία).

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

Η ΟΣΙΑ ΑΝΝΑ ΤΟΥ ΚΑΣΙΝ,
ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΤΟΥ ΤΒΕΡ (+ 1368)

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Ἀρχική δημοσίευση τοῦ κειμένου στό Περιοδικό «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ»Λευκωσίας, (φ. 39, 1993, σελ. 33 – 38) καί στό Περιοδικό "Ο ΠΟΙΜΗΝ"τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μυτιλήνης (τ. 1993). Κατωτέρω δημοσιεύεται βελτιωμένο.

Λέγεται, ὅτι ὁ ἅγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ βοήθησε τόν Τσάρο Ἀλέξανδρο Β’ «νά δεῖ τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου ἀπό τό ὕψος τοῦ Θρόνου του» (ὅταν ὁ Ἡγεμόνας τόν ἐπισκέφθηκε μυστικά στή μονή του). Ἔτσι ὁ Τσάρος «πέθανε» γιά τόν κόσμο καί ἔζησε τήν κατά Θεόν ἀσκητική ζωή ὡς λαϊκός Στάρετς Θεόδωρος Κούσμιτς τῆς Σιβηρίας. Ἡ Ὁσία Ἄννα τοῦ Κασίν κατά τήν διάρκεια τῆς πολυτάραχης ζωῆς της, ὄχι ἁπλῶς εἶδε, ἀλλά βίωσε τήν ματαιότητα τοῦ παρόντος κόσμου καί γι’ αὐτό ἀντάλλαξε τόν κόσμο καί τά τοῦ κόσμου μέ τήν Ἀγγελική Μοναχική πολιτεία. Ὁ βίος της - ὁ κοσμικός, ἀλλά καί ὁ μοναχικός - ἄν καί ἄγνωστος στίς λεπτομέρειές του, περιεῖχε φαίνεται μεγάλους πνευματικούς ἀγῶνες, τόσους καί τέτοιους ὥστε νά τιμηθεῖ ἀπό τόν δωρεοοδότη Κύριο μέ τήν ἀφθαρσία τοῦ Λειψάνου της καί τό χάρισμα τῶν ἰαμάτων.
Ἡ ἁγ. Ἄννα γεννήθηκε ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς, τό 1278. Ἦταν συγγενής τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Μιχαήλ Ἡγεμόνα τοῦ Τσερνίκωφ (20η Σεπτεμβρίου) καί Βασιλείου Ἡγεμόνα τοῦ Ροστώφ (4η Μαρτίου). Τό 1294 συζεύθηκε τόν Ἡγεμόνα τοῦ Τβέρ Μιχαήλ Γ' Γιαρολάβιτς. Εἶχε τήν ἀτυχία νά ἐμπλακεῖ ἡ οἰκογένειά της στήν ἐμφύλια διαμάχη γιά τόν τίτλο τοῦ Μεγάλου Ἡγεμόνα, μέ τόν Ἡγεμόνα Γεώργιο τῆς Μόσχας.

Τό ἱστορικό-κοινωνικό ὑπόβαθρο τοῦ βίου τῆς ἁγ. Ἄννας
Ἀπό τά μέσα ἤδη τοῦ 11ου αί. ἡ ἐμφάνιση στίς στέππες τοῦ Ρωσικοῦ νότου τοῦ ληστρικοῦ λαοῦ τῶν Πολόβτσων, ὑποχρέωσε μεγάλο τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ νά μετακινηθεῖ πρός τά βορειοανατολικά. Ἀκόμη ἡ διαίρεση τῆς Κιεβινῆς Ρωσίας σέ πολλές μ ικρές καί μεταξύ τους ἀντιμαχόμενες ἡγεμονίες, ἡ προϊοῦσα ἀνεξαρτητοποίηση τῆς ἐμπορικῆς δημοκρατίας τοῦ Νόβγκοροντ καί ἡ ταχύτατη ἀνάπτυξη τῆς Ἡγεμονίας τοῦ Σούζνταλ, συντέλεσαν στήν παρακμή τοῦ Κιέβου. Τό 1169 ὁ Ἡγεμόνας τοῦ Βλαδιμήρ Ἀνδρέας Μπογκολιούμπσκυ κατέλαβε καί λεηλάτησε τό Κίεβο καί μετέφερε τήν ἕδρα τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα στό Βλαδιμήρ. Μεταξύ τῶν νέων πόλεων πού ἱδρύθηκαν τότε ἦταν τό Τβέρ, τό Νίζνι Νόβγκοροντ καί ἡ Μόσχα.
Τό Κίεβο κατέρρευσε ὁριστικά τό 1240, μέ τήν κατάληψη καί καταστροφή του ἀπό τούς Τατάρους, ἀπό τούς ἴδιους εἰσβολεῖς ὅμως καταλύθηκε καί ἡ Ἡγεμονία τοῦ Σούζνταλ – Βλαδιμήρ. Οἱ Ἡγεμόνες – Πρίγκιπες τῶν μικρῶν ἡγεμονιῶν κατανάλωσαν τίς ἐλάχιστες – πλέον – δυνάμεις τοῦ Ρωσικοῦ Ἔθνους στίς μεταξύ τους ἐμφύλιες διαμάχες γιά τήν ἀπόκτηση τοῦ τίτλου τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα, τόν ὁποῖο – κατά τόν Καθηγητή Βλ. Φειδᾶ - ὁ Τάταρος Χάν παραχωροῦσε «είς τόν πλουσιώτερον καί ταπεινότερον τούτων».
«Οἱ Ρῶσσοι Ἡγεμόνες - γράφει - ἔδει νά ἀναγνωρισθοῦν ὑπό τῶν Χάν κατά τήν ὑποχρεωτικήν μετάβασίν των εἰς τήν διαμονήν τῶν Χάν, τό Σαράϊ, ὅπου μετέβαινον συνήθως μετά πολλῶν δώρων. Αἱ ἀπαιτήσεις τῶν Χάν ἦσαν ἡ ὑποταγή τῶν Ρώσσων Ἡγεμόνων καί ἡ τακτική συλλογή τοῦ καταβαλλομένου ὑπό τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ φόρου, τοῦ λεγομένου «βυχόντ». (Βλ. Φειδᾶ, «Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τῆς Ρωσίας, 988 – 1988», σελ. 140 – 141).
Κατά τήν περίοδο 1304 – 1319 τόν τίτλο τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα διεκδικοῦσαν ὁ σύζυγος τῆς ἁγ. Ἄννας Ἡγεμόνας τοῦ Τβέρ Μιχαήλ Γιαροσλάβιτς - δευτερότοκος γιός τοῦ Γιαροσλάβου Γ’ Βσεβολόντοβιτς, Μεγ. Ἡγεμόνα τοῦ Βλαδιμήρ (1238 – 1240) καί πατέρα τοῦ Ἐθνικοῦ Ἥρωα τῆς Ρωσίας Ἁγίου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας Ἀλεξάνδρου Νέβσκι – καί ὁ Ἡγεμόνας τῆς Μόσχας Γεώργιος Δανίλοβιτς, ἐγγονός τοῦ Ἀλεξάνδρου Νέβσκι. Στόν μεταξύ τῶν δύο Ἡγεμόνων ἐμφύλιο ἀγῶνα ἀτυχῶς ἀναμείχθηκε καί ἡ Ρωσική Ἐκκλησία, στό πρόσωπο τοῦ Μητροπολιτῶν Ρωσίας Πέτρου καί Θεογνώστου. Αἰτία ἦταν ἡ μεταφορά τῆς Μητροπολιτικῆς Ἕδρας ἀπό τό Κίεβο ἀρχικά στό Βλαδιμήρ καί τελικά στή Μόσχα καί οἱ προσωπικές ἀπόψεις πάνω στό θέμα Ἱεραρχῶν καί Ἡγεμόνων.
Τό πρόβλημα δημιουργήθηκε μέ τήν ἐξαφάνιση τό 1240 τοῦ Βυζαντινῆς προελεύσεως Μητροπ. Ρωσίας Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἴσως θανατώθηκε ἀπό τούς Τατάρους ἤ ἐπέστρεψε στήν ΚΠολη. Ὁ διάδοχός του ἅγ. Κύριλλος Β’ (1242 - 1281), ὁ ὁποῖος ἐξελέγη χάρις στήν ὑποστήριξη τοῦ Ἡγεμόνα τῆς Γαλικίας Δανιήλ Ρωμανόβιτς, ἦρθε ἀπό τήν Νίκαια (τότε πολιτικό-θρησκευτική ἕδρα τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας) στή Ρωσία τό 1248. Ὁ Κύριλλος στά 33 χρόνια τῆς ἀρχιερατίας του ἀπέφυγε τήν μόνιμη ἐγκατάσταση σέ κάποια πόλη. Ὁ διάδοχός του Μητροπολίτης ἅγ. Μάξιμος (1282 - 1305), μέχρι τό 1299 ἀκολούθησε τήν τακτική τοῦ προκατόχου του, τό 1299 ὅμως ἐγκαταστάθηκε στό Βλαδιμήρ. Τήν μεταφορά τῆς ἕδρας ἐπικύρωσε καί τό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως. (Miklosich - Muller, “Acta et Diplomata Graeca Medii Aevi, Sacra et Profana”, 1860, σελ. 351 - 353).
Μετά τόν θάνατο τοῦ Μητροπ. Μαξίμου τόν Θρόνο διεκδίκησαν δύο ὑποψήφιοι. Ὁ Μοναχός Γερόντιος (ὑποστηριζόμενος ἀπό τόν Ἡγεμόνα τοῦ Τβέρ Μιχαήλ) καί ὁ Ἱερομόναχος Πέτρος (ὑποστηριζόμενος ἀπό τόν Ἡγεμόνα τῆς Γαλικίας Γεώργιο Λβόβιχ). Σημειώνεται, ὅτι ἡ πλευρά τοῦ Γεωργίου ἐξέφραζε τούς ἀντιτιθεμένους στή μεταφορά τῆς Μητροπολιτικῆς Ἕδρας ἀπό τό Κίεβο, ἐνῶ ἐκείνη τοῦ Μιχαήλ τήν ἀντίθετη. Βεβαίως καί οἱ δύο πλευρές εἶχαν πολιτικά κίνητρα καί συμφέροντα στίς τοποθετήσεις τους.
Τό 1308 ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως Ἀθανάσιος Α’ χειροτόνησε Μητροπ. Ρωσίας τόν Ἱερομόναχο Πέτρο, ἡ ἐκλογή καί χειροτονία του ὅμως δυσαρέστησε τόν Ἡγεμόνα Μιχαήλ καί τό 1310 ὁ Μητροπ. Πέτρος ἀντιμετώπισε τίς κατηγορίες τοῦ Ἐπισκόπου Τβέρ Ἀνδρέα, σέ Σύνοδο πού συκλήθηκε στό Περεγιασλάβλ. Παρά τό γεγονός, ὅτι στό βίο τοῦ ἁγ. Πέτρου ἀναφέρεται ὅτι «τό περιεχόμενο τῶν κατηγοριῶν τοῦ Ἐπισκόπου Ἀνδρέα ἐναντίον του ἦταν γνωστό στόν ἅγιο Πρίγκιπα Μιχαήλ, ἀλλά αὐτός δέν θεώρησε σκόπιμο νά ἀναμιχθεῖ στήν ὑπόθεση», οἱ γιοί τοῦ Μιχαήλ Πρίγκιπες Ἀλέξανδρος καί Δημήτριος παραυρέθηκαν στή Σύνοδο (Περιοδικό «ΘΥΜΙΑΜΑ», φ. 2, 1985, σελ. 12).
Ὁ Μητροπολίτης ἅγ. Πέτρος, παρά τήν ἀθώωσή του στή Σύνοδο τοῦ 1310, ἀρνήθηκε τήν ὑποστηριξή του στό Τβέρ καί τόν Ἡγεμόνα Μιχαήλ καί ὑποστήριξε ἐνεργά τήν Μόσχα καί τόν Ἡγεμόνα Γεώργιο, ὅπου μετέφερε τήν Μητροπολιτική Ἕδρα, χωρίς ὅμως νά ἀλλάξει τόν τίτλο τοῦ Μητροπολίτη Ρωσίας. Τό γεγονός αὐτό ἐνίσχυσε τήν θέση τῆς Ἡγεμονίας τῆς Μόσχας ἀπέναντι στίς ἄλλες. Ἐξόχως ὀξυδερκής ὁ Πέτρος ὑποστήριξε τήν Μόσχα, διότι διέβλεπε τήν ἀνάγκη ἑνώσεως τῶν μικρῶν Ρωσικῶν Ἡγεμονιῶν κάτω ἀπό μία πολιτική ἕδρα καί ἕνα Ἡγεμόνα πανρωσικῆς ἐμβελείας καί ἀποδοχῆς.
Ὁ σύζυγος τῆς ἁγ. Ἄννας Μιχαήλ γεννήθηκε τό 1271 καί ἦταν - ὅπως προαναφέρθηκε - δευτερότοκος γιός τοῦ Γιαροσλάβου Γ’ Βσεβολόντοβιτς, Μεγ. Ἡγεμόνα τοῦ Βλαδιμήρ (1238 – 1240) καί πατέρα τοῦ Ἐθνικοῦ Ἥρωα τῆς Ρωσίας Ἁγίου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας Ἀλεξάνδρου Νέβσκι , γεννάρχη τόσο τῆς Ἡγεμονικῆς Δυναστείας τῆς Μόσχας, ὅσο καί ἐκείνης τοῦ Τβέρ.
Ὁ Μιχαήλ διαδέχτηκε τό 1285 τόν πατέρα του στήν Ἡγεμονία τοῦ Τβέρ. Κατά τήν πρώτη φάση τῆς συγκρούσεως μεταξύ Τβέρ καί Μόσχας οἱ Τάταροι ἀπένειμαν τό 1305 τόν τίτλο τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα στόν Μιχαήλ. Σέ μία προσπάθεια νά ἐνισχύσει τήν θέση του ὁ Ἡγεμόνας Γεώργιος τῆς Μόσχας, ἐκτέλεσε τόν κρατούμενο ἀπό τό 1300 στή Μόσχα Ἡγεμόνα τοῦ Ριαζάν Κωνσταντῖνο καί προσάρτησε τό Ριαζάν στήν Ἡγεμονία του. Στή συνέχεια κατέλαβε τό Μοζάϊσκ καί μέ τήν συμπαράσταση τοῦ Μητροπ. Ρωσίας ἁγ. Πέτρου, συνεργάστηκε μέ τήν ἀνεξάρτητη Ἡγεμονία τοῦ Νόβγκοροντ κατά τοῦ Τβέρ. Ἐνισχυμένος μέ τούς τρόπους αὐτούς ὁ Γεώργιος πῆγε τό 1315 στό Στρατόπεδο τῆς Χρυσῆς Ὀρδῆς, γιά νά διεκδικήσει τόν τίτλο τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα ἀπό τόν Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος καί καθαιρέθηκε ἀπό τούς Τατάρους, ὅταν ὁ Γεώργιος νυμφεύθηκε τήν κόρη τοῦ Χάν Οὐζμπέκ Πριγκίπισσα Κοντσάκα. Ἐνισχυμένος καί ἀπό Ταταρικά στρατεύματα ὁ Γεώργιος ἐπιτέθηκε τότε κατά τοῦ Τβέρ, ἀλλά νικήθηκε καί ὁ ἀδελφός του Βόρις, ὅπως καί ἡ σύζυγός του Κοντσάκα συνελήφθησαν αἰχμάλωτοι. Ὅταν ἡ κρατούμενη στό Τβέρ σύζυγός του ἀπεβίωσε ξαφνικά κάτω ἀπό ἀδιευκρίνιστες συνθῆκες, ὁ Γεώργιος ἰσχυρίστηκε ὅτι δηλητηριάστηκε καί κατηγόρησε στόν πεθερό του Χάν Οὐζμπέκ τόν Ἡγεμόνα Μιχαήλ. Τελικά ὁ Οὐζμπέκ κάλεσε καί τούς δύο διεκδικητές στήν Ὀρδή. Ἡ Ἡγεμονίδα Ἄννα συνόδευσε τόν σύζυγό της μέχρι τό χωριό Μαλίνικ, στόν ποταμό Νέρλα καί ἔκτοτε δέν τόν ξαναεῖδε ζωντανό (1318). Τελικά ὁ Χάν ἐκτέλεσε τόν Μιχαήλ πρίν ἀρχίσει ἡ δίκη του.
Ὁ Ρωσικός λαός θεώρησε τόν θάνατο τοῦ Ἡγεμόνα Μιχαήλ μαρτύριο, δεχόμενος ὅτι τά αἴτια τοῦ θανάτου του ἦσαν ἐκτός ἀπό πολιτικά καί θρησκευτικά, ἀφοῦ μποροῦσε νά ἐξωμώσει γιά νά σώσει τήν ζωή του (ὅπως λ.χ. οἱ ἐπί Τουρκοκρατίας Ἅγιοι Νεομάρτυρες).
Ὁ Γεώργιος τῆς Μόσχας ἀντίθετα ἐπέστρεψε στή Ρωσία τό 1319, μισούμενος ἀπό τόν λαό καί τούς ἄλλους Ἡγεμόνες, σάν συνεργάτης τῶν κατακτητῶν, γιά λογαριασμό τῶν ὁποίων εἶχε ἀναλάβει τήν εἴσπραξη τῶν φόρων.
Τό 1322, ὁ γιός τοῦ Μιχαήλ Δημήτριος, ζητῶντας ἐκδίκηση γιά τόν θάνατο τοῦ πατέρα του, κατήγγειλε στούς Τατάρους ὅτι ὁ Γεώργιος κρατοῦσε γιά λογαρισμό του μέρος τῶν φόρων. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ Γεώργιος κλήθηκε νά δικαστεῖ ἀπό τόν Χάν, καθαιρέθηκε καί ὁ τίτλος ἀπονεμήθηκε στόν Δημήτριο. Τό 1325, ἐνῶ οἱ δύο ἀντίπαλοι συναντήθηκαν στό Στρατόπεδο τῆς Χρυσῆς Ὀρδῆς, ὁ Δημήτριος σκότωσε τόν Γεώργιο μπροστά στόν Χάν Οὐζμπέκ, μέ ἀποτέλεσμα νά ἐκτελεστεῖ καί ὁ ἴδιος ἀπό τούς Τατάρους ὀκτώ μῆνες ἀργότερα (1326).
Τήν ἄποψη περί μαρτυρικοῦ θανάτου τοῦ Μιχαήλ ἐνίσχυσε καί τό γεγονός, ὅτι τό λείψανό του, ἄν καί παρέμεινε ἄταφο ἐπί διετία, βρέθηκε ἀδιάφθορο καί ἐνταφιάστηκε μέ μεγάλες τιμές τό 1320 στόν Καθεδρικό Ναό τοῦ Τβέρ, κοντά στούς τάφους τῶν γονέων του καί τοῦ πρώτου Ἐπισκόπου τῆς πόλεως ἁγ. Συμεών (ἡ μνήμη του τήν 4η Φεβρουαρίου).
Ἡ μνήμη τοῦ ἁγ. Μιχαήλ εἶναι εὑρύτατα διαδεδομένη στή Ρωσική Ἐκκλησία καί τιμᾶται τήν 24η Ἰουνίου, τήν 30η Σεπτεμβρίου καί τήν 22α Νοεμβρίου.

Ἡ Πριγκίπισσα Ἄννα ὡς Μοναχή καί Ἁγία
Ἡ Ἡγεμονίδα Ἄννα, ἄν καί ἔζησε σέ μία ἐξαιρετικά ταραγμένη ἐποχή (κοινωνικά ἐκρηκτική, πολιτικά ρευστή καί σέ πολλά σημεῖα βάρβαρη καί ἀπάνθρωπη), διατήρησε τήν πίστη της καί ἀναλώθηκε σέ ἔργα φιλανθρωπίας καί εὐποιϊας, στηρίζοντας τόν χειμαζόμενο ἀπό τά δεινά τοῦ ἐμφυλίου πολέμου καί τῆς Ταταρικῆς κατοχῆς Ρωσικό λαό. Ἀπό τό ὕψος τοῦ Θρόνου οἱ πειρασμοί τῆς ἡγεμονικῆς ζωῆς καί οἱ κοσμικές περιπέτειες, τῆς ἔδειξαν τό μέγεθος τῆς ἀνθρώπινης ματαιότητας. Ἔτσι μετά τήν ἐκτέλεση τοῦ συζύγου της (1318), ἀποσύρθηκε στή Μονή τῆς Ἁγίας Σοφίας τοῦ Τβέρ, ὅπου μόνασε 30 χρόνια.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1368 στή Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου - Ὑπαπαντῆς, στό Κασίν, ὅπου τήν εἶχε μεταφέρει ὁ νεώτερος γιός της Ἡγεμόνας Βασίλειος, γιά νά τήν προφυλάξη ἀπό κάποια ἐπιδημία.
Ὁ τάφος παρέμεινε στήν ἀφάνεια γιά διάστημα δύο περίπου αἰώνων. Τό Λείψανό της ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο τό 1611 (242 χρόνια μετά τήν κοίμησή της), μετά ἀπό ἐμφάνισή της στόν ἀσθενή Γεώργιο, νεωκόρο τοῦ Ναοῦ. Τοῦ εἶπε τό ὄνομά της, τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά τόν θεραπεύσει καί ἔκανε παρατηρήσεις γιά τήν κατάσταση τοῦ τάφου της. «Κανείς δέν τόν σέβεται – εἶπε - ἄλλοι κάθονται πάνω του καί ἄλλοι ἀκουμποῦν ἐκεῖ τά καπέλα τους». Ζήτησε νά τοποθετήσουν πάνω του τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου καί νά ἀνάβουν καντήλι, βεβαίωσε δέ ὅτι αὐτή προσεύχεται στήν Ὑπεραγία Θεοτόκου γιά τήν πόλη.
Ἀναδείχθηκε θαυματουργός, διότι σύντομα –μετά τήν θεραπεία τοῦ νεωκόρου - καταγράφηκαν ἄλλες 26 θεραπείες καί τό Κασίν τήν ἀνάδειξε πολιοῦχο του. Κατά τόν 18ο αἰ. καταγράφηκαν ἄλλες 39 περιπτώσεις ἰάσεων καί κατά τήν περίοδο 1899 – 1909 ἄλλες 31. Σέ 20 περίπου περιπτώσεις οἱ εὐεργετηθέντες τήν περιέγραψαν σάν μοναχή, ἡλικίας 50 περίπου ἐτῶν, ἡ ὁποία συστήθηκε σάν «Ἄννα, ἡ ὁρθῶς πιστεύουσα».
Κατά τήν Περίοδο τῶν Ταραχῶν (πρώτη δεκαετία τοῦ 17ου αἰ.), πυρπολήθηκε ἀπό τούς Πολωνούς εἰσβολεῖς ἡ Μονή τῆς Ὑπαπαντῆς – Κοιμ. Θεοτόκου στό Κασίν, ὅπου ὁ τάφος τῆς Ἁγίας. Ἡ νέα περίοδος ἀκμῆς τῆς μονῆς ἐγκαινιάζεται μέ τήν παρουσία ἀνάμεσα στά ἐρείπια μιᾶς ἄλλης Πριγκίπισσας, τῆς Ὁσίας Δωροθέας τοῦ Κασίν.
Ἡ ὁσ. Δωροθέα γεννήθηκε τό 1549 (κατά τήν βασιλεία Ἰβάν Δ’ τοῦ Τρομεροῦ) καί κατάγοταν ἀπό τήν Πριγκιπική οἰκογένεια τῶν Κορκοντίνωφ. Γιά τό κοσμικό της ὄνομα καί τήν προηγούμενη ζωή της δέν σώζονται πληροφορίες. Εἶναι γνωστό μόνο ὅτι ἦταν νυμφευμένη μέ τόν Θεόδωρο Λαντίγκιν, ὁ ὁποῖος φονεύθηκε ὑπερασπιζόμενος τήν πόλη.
Ὁ θάνατος τοῦ συζύγου της, ἡ καταστροφή τῆς πατρίδας της, ἡ πεῖνα καί οἱ κακουχίες τοῦ λαοῦ, ἔδειξαν στή Δωροθέα τήν ἐγκόσμια ματαιότητα καί τήν ὁδήγησαν στήν ἀπόφαση νά μονάσει. Ἐγκαταστάθηκε στήν πυρπολημένη μονή τῆς Ὑπαπαντῆς καί μέ πολύ κόπο ἔφτιαξε ἕνα κελλί στή μέση τῶν ἐρειπίων. Στήν προσπάθειά της νά ἀνοικοδομήσει τήν μονή, βρῆκε τήν θαυματουργό εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Κόρσουμ. Σύντομα ἡ φήμη τῆς ἀνώτερης πνευματικῆς της ζωῆς ἔφερε κοντά της καί ἄλλες φιλομόναχες ψυχές καί ἔτσι ἡ μονή ἐπανιδρύθηκε.
Ἡ ὁσ. Δωροθέα ἔλαβε τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα τό 1615 καί κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1629, κατά τήν βασιλεία Μιχαήλ Ρωμανώφ, χωρίς ποτέ νά ἀναλάβει τήν ἡγουμενία τῆς μονῆς. Ἐνταφιάσθηκε στό βόρειο μέρος τοῦ ναοῦ. Μέχρι τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 ἡ ἀδελφότητα τηροῦσε χρονικό τῶν θαυμάτων της. Κατά θεία οἰκονομία καί ἡ δική της μνήμη ἄρχισε νά διαδίδεται μετά πάροδο δύο περίπου αἰώνων (ὅπως καί τῆς ἁγ. Ἄννας), ὅταν ἄρχισαν ἐμφανίσεις της στήν Ἡγουμένη Ἀντωνία.
Ἡ Ἡγουμένη Ἀντωνία (Μεζέντσοβα, + 1875), πνευματική θυγατέρα τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ Ἱερέως Πέτρου τοῦ Ἄγκιλιχ, ἦταν ἄνθρωπος μεγάλης ἀρετῆς. Μόναζε σέ μονή τοῦ Σούζνταλ - ὅπου τά Λείψανα τῆς θαυματουργοῦ ὁσ. Σοφίας (Πριγκίπισσας Σολωμονίας, συζύγου τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα Βασιλείου Γ', + 1542, 16η Δεκεμβρίου) – καί ἦρθε στή Μονή Ὑπαπαντῆς, μετά ἀπό ἐμφάνιση τῆς ὁσ. Δωροθέας. Ἐπί τῶν ἡμερῶν της ἡ ἁγ. Ἄννα ἐμφανιζόταν καί ὑπεδείκνυε ποιες δόκιμες ἦσαν ἕτοιμες γιά τήν μοναχική κουρά καί πού βρίσκονταν θαμμένα παλαιά μοναχικά σχήματα. Τό 1857, πεπεισμένη γιά τήν ἁγιότητα τῆς ὁσ. Δωροθέας, ὕψωσε πάνω ἀπό τόν τάφο της ἕνα παρεκκλήσιο ἀπό λαμαρῖνα (φοβούμενη τήν ἀντίδραση τῶν τοπικῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν), ὁ Ἐπίσκοπος ὅμως τῆς περιοχῆς ἐπευλόγησε τήν πράξη της καί ἔτσι τό 1870 ἕνα πέτρινο παρεκκλήσιο κάλυψε τόν τάφο.
Ἡ ἁγιότητά τῆς ἁγ. Ἄννας διακηρύχθηκε Συνοδικά τό 1909, κατά τήν βασιλεία τοῦ Τσάρου Νικολάου Β’. Στίς μεγαλειώδεις τελετές πού πραγματοποιήθηκαν τότε συμμετεῖχαν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας Μητροπ. Μόσχας Βαδίμηρος (ἔπειτα Κιέβου, Νεομάρτυρας, + 1918), 12 Ἀρχιεπίσκοποι καί Ἐπίσκοποι, ὁ Βασιλικός Ἐπίτροπος τῆς Συνόδου Λουκιάνωφ, ἡ Μεγ. Δούκισσα Ἐλισάβετ Θεοδώροβνα (Νεομάρτυρας + 1918) καί περίπου 100.000 πιστοί. Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917, δέν ὑπάρχουν πληροφορίες γιά τήν τύχη τοῦ Λειψάνου της.
Ἡ ἁγ. Ἄννα τοῦ Κασίν εἶναι προστάτης ὅσων ὑποφέρουν ἀπό τήν στέρηση συγγενικῶν τους προσώπων.
Ἡ μνήμη της τιμᾶται τήν 12η Ἰουνίου καί τήν 2α Ὀκτωβρίου καί ἡ Ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου της τήν 21η Ἰουλίου.
Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 δέν εἶναι γνωστή ἡ τύχη τῆς Μονῆς Ὑπαπαντῆς καί τῶν τιμίων Λειψάνων τῶν Ὁσίων Ἄννας καί Δωροθέας. Ὅμως, «μεταξύ ἐκείνων πού ἀγαποῦν τούς δούλους τοῦ Θεοῦ - σημειώνεται στή «Θηβαϊδα τοῦ Βορρᾶ» - ἡ μνήμη τῆς ὁσ. Ἄννης δέν πρόκειται νά ξεχαστεῖ καί ἐκείνη συνεχίζει νά προσεύχεται στόν οὐρανό γιά τη Ρωσική γῆ καί γιά ὅλους ἐκείνους πού τήν τιμοῦν μέ πίστη καί ἀγάπη».
Ο ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΗΤΡΟΠ. ΤΟΜΠΟΛΣΚ (+ 1715)

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Ἀρχική δημοσίευση στό Περιοδικό «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ» Λευκωσίας (φ. 37/1992, σελ. 47 - 51).

Ἡ σπουδαία ἐκκλησιαστική καί πνευματική προσωπικότητα τοῦ ἁγ. Ἰωάννη Μητροπ. Τομπόλσκ τῆς Σιβηρίας, καλύπτει τήν τελευταῖα περίοδο τῆς Πατριαρχικῆς (δεύτερο μισό τοῦ 17ου αἰ.) καί τήν πρώτη περίοδο τῆς Συνοδικῆς (πρῶτο μισό τοῦ 18ου αἰ.) ζωῆς τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησιαστική, συγγραφική, ἱεροποστολική, κ. ἄ. Διακονία του τοποθετεῖται στή δύσκολη γιά τήν Ἐκκλησία περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ Μεγάλου Πέτρου.
Ὁ Αὐτοκράτορας Πέτρος Α’ (1672 – 1725) ἐφάρμοσε εὐρύτατες ἐσωτερικές μεταρρυθμίσεις. Κατά τόν Μητροπ. Νικοπόλεως Μελέτιο, «εἶχε κάνει πρόγραμμά του νά κάνει τήν Ρωσία χώρα «εὐρωπαϊκή». Ἀνάμεσα στά ἄλλα πού ἤθελε νά ἐξευρωπαϊσει ἦταν καί ἡ Ἐκκλησία. Ἔτσι ἄρχισε νά προωθεῖ κάθε τι δυτικό στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία σιγά – σιγά ὑποδουλωνόνταν σέ ξένες, μή ὀρθόδοξες, ἐπιδράσεις. Ἡ Ἐκκλησία ἔγινε ὑπόθεση κρατική. Τό Πατριαρχικό σύστημα καταργήθηκε. Τήν Ἐκκλησία κυβερνοῦσαν μερικοί ἔμπιστοι τοῦ Τσάρου, ὑπό τήν ἡγεσία τοῦ «Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου». Γιά τόν τύπο ὑπῆρχε καί μία «Ἁγιωτάτη Διοικοῦσα Σύνοδος».Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, ἀποκεφαλισμένη, ἁλώθηκε» (Νικοπόλεως Μελετίου, «Στάρετς Βαρσανούφιος», σελ. 7 – 8).
Ὅμως, παρά τήν κατευθυνόμενη δυτικοποίηση τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας καί Ἐκκλησίας μέ τίς θλιβερές συνέπειές της καί στήν ἐκκλησιαστική ζωή, ὁ Μητροπολίτης Ἰωάννης, βαθύτατα βιωματικός Ὀρθόδοξος, ἐπιτυγχάνει στή διακονία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀναδεικνύεται γόνιμος ἐκκλησιαστικός συγγραφέας καί προωθεῖ τήν ἱεραποστολή στήν τεραστίας ἐκτάσεως ἐπισκοπική του περιφέρεια.
Ὁ κατά κόσμον Ἰωάννης Μαξίμοβιτς Βαστικόβσκυ γεννήθηκε τόν Δεκέμβριο τοῦ 1651 στήν πόλη Μεζχίν τῆς περιφέρειας τοῦ Τσερνίκωφ, σέ οἰκογένεια Οὐκρανικῆς καταγωγῆς. Ὁ πατέρας του Μάξιμος ἀπέκτησε ἑπτά παιδιά, ἀπό τά ὁποῖα ὁ πρῶτος Ἰωάννης καί ὁ πέμπτος Γρηγόριος ἀκολούθησαν τό Ἱερατικό στάδιο, ἐνῶ οἱ λοιποί κατετάγησαν στό Ρωσικό Στρατό (ὁ Γρηγόριος ἀναφέρεται ἀρχιμανδρίτης τῆς Μονῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Περεγιασλάβλ).
Τά παιδικά χρόνια τοῦ μετέπειτα Ποιμενάρχη τῆς Σιβηρίας παραμένουν ἄγνωστα. Οἱ σχετικές μέ τά νεανικά του χρόνια πληροφορίες ἀντλοῦνται ἀπό τά ἀρχεῖα τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Κιέβου, ὅπου σπούδασε Θεολογία καί δίδαξε Λατινικά. Ὁ νεαρός θεολόγος καί καθηγητής τῶν Λατινικῶν ἀσπάσθηκε τόν μοναχικό βίο σέ ἡλικία 25 ἐτῶν, μέ τήν ἔνταξή του στήν ἀδελφότητα τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ὑπό τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰννοκέντιο Gizel. Ἐκεῖ χειροτονήθηκε Διάκονος καί Πρεσβύτερος ἀπό τόν Τοποτηρητή τῆς Μητροπόλεως Κιέβου Ἀρχιεπίσκοπο Τσερνίκωφ Λάζαρο Baranovich. Ὑπηρέτησε σέ ὑπεύθυνες θέσεις τῆς περίφημης Μονῆς καί τό 1677 βρέθηκε μέ εἰδική ἀποστολή στή Μόσχα.
Τό 1678 διορίστηκε Προϊστάμενος τῆς Μονῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Σβένης, στό Μπριάνσκ. Τό 1695, μετά ἀπό πρόσκληση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Τσερνίκωφ Θεοδοσίου Oglitsky, ἀνέλαβε ἀρχιμανδρίτης τῆς Μονῆς Κοιμ. Θεοτόκου Γελέτσκυ, ὅπου διέπρεψε. Ὁ προστάτης του Ἀρχιεπίσκοπος Θεοδόσιος κοιμήθηκε τήν 5η Φεβρουαρίου 1696. Τήν 24η Νοεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους ἡ Οὐκρανική Συνέλευση (RADA) ἐξέλεξε νέο Ἀρχιεπίσκοπο Τσερνίκωφ τόν Ἀρχιμανδρίτη Ἰωάννη, παρά τό γεγονός ὅτι ὁ Μητροπολίτης Κιέβου Βαρλαάμ προωθοῦσε γιά τήν θέση τόν Ἀρχιμανδρίτη Μιχαήλ Lezhaisky. Ἡ ἐπισκοπική χειροτονία τοῦ Ἰωάννη ἔγινε τήν 10η Ἰανουαρίου 1697 ἀπό τόν Πατριάρχη Μόσχας Ἀδριανό (τελευταῖο Πατριάρχη τῆς πρώτης Πατριαρχικῆς περιόδου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, 1690 - 1700), στή Μητρόπολη τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας, τόν Καθεδρικό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Κρεμλίνου.
Ἀπό τίς πρῶτες ἐνέργειες τοῦ νέου Ἀρχιερέως ἦταν ὁ διορισμός στήν προηγούμενη θέση του, ἐκείνη τοῦ Ἀρχιμανδρίτη τῆς Μονῆς Γελέτσκυ, τοῦ λογίου κληρικοῦ Δημητρίου, ἔπειτα Ἐπισκόπου Ροστώφ (τιμᾶται ὡς Ἅγιος τήν 21ηΣεπτεμβρίου καί τήν 28ηὈκτωβρίου). Στή Μονή Γελέτσκυ ὁ Δημήτριος ἐργάστηκε πάνω στό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας καί ὁλοκλήρωσε τήν σειρά τῶν Μηναίων του, ἐνισχυόμενος ἀπό τόν λόγιο Ἐπίσκοπό του Ἰωάννη.
Ἡ ἄσκηση τῶν ἐπισκοπικῶν καθηκόντων ἀπέδειξε τήν πολυτάλαντη προσωπικότητα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἰωάννη. Ὑπῆρξε πολύ κοντά στό λαό του, ἡγήθηκε ἔργων μεγάλης φιλανθρωπίας καί ἀφιέρωσε σημαντικό μέρος τοῦ χρόνου καί τῆς δραστηριότητάς του στό ἱερό του «πάθος», τά Γράμματα, ζῶντας ἀσκητικώτατα. Ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς, κατέφευγε συχνά στήν προστασία τῶν προκατόχων του, τοῦ ἀδιαφθόρου ἁγ. Θεοδοσίου Ἀρχιεπισκόπου Τσερνίκωφ καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Θεοδοσίου Baranovich, ἐπικαλούμενος τίς πρεσβείες τους.
Ἵδρυσε στό Τσερνίκωφ παρόμοια σχολή τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Κιέβου, τήν ἀργότερα γνωστή ὡς Θεολογικό Σεμινάριο τοῦ Τσερνίκωφ. Πρέπει νά τονισθεῖ ὅτι τόσο τό Σεμινάριο, ὅσο καί τό συγγραφικό του ἔργο, ἦταν ἐπηρεασμένα ἀπό τήν Δυτική θεολογία. Ἡ δυτικοποίηση πού βίαια ἐπιχειρήθηκε ἀπό τόν Μεγάλο Πέτρο, εἶχε σάν ἀποτέλεσμα μεταξύ ἄλλων τόν ἐπηρεασμό τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τόν Ρωμαιοκαθολικό σχολαστικισμό. Τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἰωάννη ὅμως διέκρινε ἕνα βαθύ Ὀρθόδοξο βίωμα. Ἔτσι ἀναζήτησε μέσα στή Λατινική γραμματεία ἔργα σύμφωνα μέ τό Ὀρθόδοξο πνεῦμα, τά μετέφρασε στά Ρωσικά, τά σχολίασε καί τά ἐξέδωσε. Τά σημαντικότερα ἀπό αὐτά εἶναι ἡ «Βασιλική Ὀδός τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου», τό «Ἡλιοτρόπιο ἤ ἡ προσαρμογή τοῦ θελήματος τοῦ ἀνθρώπου στό θέλημα τοῦ Θεοῦ», τό «Θέατρο», τό «Ἀλφάβητο», ὁ «51ος Ψαλμός», τό «Πάτερ ἡμῶν» καί οἱ «Ὀκτώ Μακαρισμοί τοῦ Εὐαγγελίου».
Τόν Μάρτιο τοῦ 1711, μετά ἀπό 15ετῆ εὐδόκιμη ὑπηρεσία στήν ἕδρα τοῦ Τσερνίκωφ, μετατέθηκε ἀπό τόν Τοποτηρητή τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Μητροπ. Ρυαζάν Στέφανο Ἰαβόρσκυ καί τήν Σύνοδο στήν ἕδρα τοῦ Τομπόλσκ. (Ὁ Στέφανος Ἰαβόρσκυ ἦταν διορισμένος Τοποτηρητής ἀπό τόν Μεγάλο Πέτρο. Τό 1721 εἶχε ἐκδόσει μέ τόν προτεσταντίζοντα εὐνούμενο τοῦ Αὐτοκράτορα Ἀρχιεπίσκοπο Πσκώφ Θεοφάνη Προκόποβιτς {1681 – 1738} τόν «Ἐκκλησιαστικό Κανόνα», «ἔγγραφο πού ἄλλαξε ἐντελῶς τήν θέση τῆς Ἐκκλησίας καί δημιούργησε μία κατάσταση πού δέν εἶχε προηγούμενο στήν Ἀνατολική Χριστιανοσύνη» {Ν. Ζέρνωφ, «Οἱ Ρῶσοι καί ἡ Ἐκκλησία τους», σελ. 128}. Ἀπεβίωσε τό 1722).
Ἡ νέα ἐπισκοπική περιφέρεια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἰωάννη ἦταν ἡ ἀχανής καί πολυεθνική Σιβηρία. Ὁ ἐκχριστιανισμός τῆς τεράστιας αὐτῆς γεωγραφικῆς περιοχῆς βρίσκονταν ἤδη στίς πρῶτες δεκαετίες, ὅταν ὁ Ἰωάννης ἔφθασε στό Τομπόλσκ. Ἡ πρώτη ἀνδρική μονή, ἡ Νέα Κόζα, εἶχε ἱδρυθεῖ τό 1593 στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Γενεσέϋ, ἀπό μοναχούς τῆς Μονῆς Κόζα (τοῦ ἁγ. Νικοδήμου), ἐνῶ ἡ πρώτη γυναικεία τό 1664 στή Μανγκάζεα, ἀπό τήν Ἡγουμένη Στεφανίδα. Τό 1765 ὁ ὅσ. Τύχων τοῦ Γενισέϊ ἵδρυσε στό Τομπόλσκ τήν Μονή τῆς Ἁγίας Τριάδος, μέ εὐλογία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Συμεών. Ὁ ὅσ. Ἑρμογένης τοῦ Λένα (+ 1690, 19η Δεκεμβρίου), ἔγκλειστος ἀρχικά ἀσκητής, ἵδρυσε τό 1665 τήν Μονή Κιρένσκ καί ἀργότερα - τό 1671 – αἰχμάλωτος βαρβαρικῆς φυλῆς, δύο μονές στό Ἀλμαζίν. Ὁ ὅσ. Γεράσιμος ὁ Θαυματουργός ἵδρυσε τήν Μονή τῆς Ἀναλήψεως στό Ἰρκούτσκ. Θά τόν ἀκολουθήσουν ὁ Ἱερομόναχος Μακάριος (πού ἵδρυσε τήν Μονή Μεταμορφώσεως, τό 1681) καί ὁ Ἡγούμενος Θεοδόσιος (ἱδρυτής τῆς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος, τό 1672). Τό 1644 ἔγινε ἡ ἀρχή τῆς μετέπειτα γνωστῆς μονῆς τοῦ ἁγ. Δαλματίου τῆς Σιβηρίας (+ 1697, 15η Φεβρουαρίου).
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Τομπόλσκ Γεράσιμος (+ 1650), «σοφός καί δραστήριος Ἐπίσκοπος», κατά τούς χρονογράφους, «ἦταν Ἱεράρχης κατά τήν διάρκεια τῆς θητείας τοῦ ὁποίου ἱδρύθηκαν ἐπίσημα τά περισσότερα μοναστήρια στή Σιβηρία» («Ἡ Θηβαϊδα τοῦ Βορρᾶ», μεταφρ. Π. Μπότση, σελ. 314), «μεγάλος πατέρας ὅμως τοῦ Μοναχισμοῦ στή Σιβηρία» ἦταν ὁ Μητροπ. Τομπόλσκ Φιλόθεος.
Ὁ Φιλόθεος Leshcinsky ἦταν κορυφαία προσωπικότητα τῆς Ρωσικῆς Ἱεραρχίας καί Ἱεραποστολῆς. Μέ τήν παραίτησή του τό 1710 ἄνοιξε τόν δρόμο γιά τήν ἀρχιερατεία τοῦ ἁγ. Ἰωάννη. Μετά ἀπό μεγάλες ἱεραποστολικές ἐπιτυχίες μεταξύ τῶν Ὀστυάκων, τῶν Βογούλων καί τῶν Τατάρων, ἐφησύχασε στή Μονή Ἁγίας Τριάδος στό Τιοῦμεν, ὅπου κοιμήθηκε τό 1727 (31η Μαρτίου) ὡς Μεγαλόσχημος Θεόδωρος. Ἡγήθηκε μιᾶς λαμπρῆς σειρᾶς Ἱεραρχῶν καί Μοναστικῶν Πατέρων, ὅπως τῶν Μητροπολιτῶν Τομπόλσκ ἁγίων Ἰωάννη (10η Ἰουνίου 1715) καί Παύλου (4η Νοεμβρίου 1768), τῶν Ἀρχιεπισκόπων Ἰρκούτσκ Ἰννοκεντίου (27η Νοεμβρίου 1731) καί Σοφρωνίου (3η Ἰουνίου 1771), τῶν ὁσίων Γερασίμου καί Συνεσίου τοῦ Ἰρκούτσκ κ.ἄ., οἱ ὁποῖοι προήγαγαν τόν Μοναχισμό καί τήν Ἱεραποστολή.
Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ἔφθασε στή νέα του ἕδρα φέρνοντας μαζί του ἀπό τό Τσερνίκωφ μία εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τήν ἔπειτα θαυματοργή εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Τομπόλσκ. Ὡς Μητροπολίτης Σιβηρίας - ἄν καί ἐργάσθηκε μόνος, χωρίς βοηθούς Ἐπισκόπους - εἶχε ἐπιτυχία στό ἔργο του, κυρίως διότι συνέχισε τό ἔργο τοῦ προκατόχου του Μητροπ. Φιλοθέου, ὁ ὁποῖος μάλιστα τόν Ἰούνιο τοῦ 1712 ἄφησε τήν ἡσυχία τῆς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Τιοῦμεν γιά νά ἀφιερωθεῖ στήν Ἱεραποστολή καί νά γίνει ὁ πλέον στενός συνεργάτης τοῦ διαδόχου του ἁγ. Ἰωάννη!
Κύρια κατεύθυνση στό ἔργο τοῦ λόγιου Ἱεράρχη ἦταν ἡ ἐπιμόρφωση τῶν Ἱερέων. Μέ τήν οὐσιαστική συμμετοχή του τό Σλαβολατινικό σχολεῖο πού εἶχε ἱδρύσει τό 1708 ὁ Μητροπ. Φιλόθεος ἐξελίχθηκε σέ Ἱερατικό Σεμινάριο, ὅπου γίνονταν δεκτά παιδιά ὄχι μόνο Ρώσων, ἀλλά καί ἰθαγενῶν (λειτούργησε μέχρι τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917). Ἀκόμη προκάλεσε διάταγμα τοῦ Μεγάλου Πέτρου, μέ τό ὁποῖο τοῦ ἀνατέθηκε ἡ διοργάνωση τῆς ἱεραποστολῆς πρός τήν Κίνα. Ἡ πρώτη ἀποστολή ὑπό τόν Ἀρχιμανδρίτη Ἱλαρίωνα Lezhaisky ἀναχώρησε γιά τό Πεκῖνο τήν 16η Ἰανουαρίου 1714.
Ὁ Μητροπ. Ἰωάννης ὑπῆρξε ὑποδειγματικός στή διακονία τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ του. Διακρίθηκε στήν πρόνοια ὑπέρ τῶν κρατουμένων καί τήν γενική φιλανθρωπία, ἐκκλησιαστική, ἀλλά καί προσωπική του. Ἀναφέρεται, ὅτι μιμούμενος τό παράδειγμα τοῦ ἁγ. νικολάου Ἐπισκόπου Μύρων καί ἄλλων Ἁγίων, ἄφηνε τήν νύκτα τήν βοήθειά του (χρήματα, τρόφιμα ἤ ἐνδύματα) ἔξω ἀπό τίς πόρτες τῶν πτωχῶν, καλύπτοντας τήν ἀγαθοεργεία του ἀπό τόν ἀνθρώπινο ἔπαινο. Ἰδιαίτεροι ἦταν ἐπίσης καί οἱ δεσμοί του μέ τό Ἅγιο Ὄρος, ὅπως ἀποδεικνύουν οἱ ποιμαντικές ἐπιστολές του πρός τήν Ρωσική Μονή τοῦ ἁγ. Παντελεήμονος. Ἀκόμη - ἐνδεικτικό αὐτό τῆς ποιμαντικῆς προσοχῆς του - ἀπέφευγε τίς ἐπαφές (ἀκόμη καί τίς κοινωνικές) μέ τά πολιτικά πρόσωπα τῆς ταραγμένης ἐποχῆς του. Παρέμεινε ἀσκητής καί προσέφερε στή Ρωσική Ἐκκλησιαστική Γραμματεία 12 σημαντικές μεταφραστικές ἐργασίες.
Ὁ ἅγ. Ἰωάννης κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 10η Ἰουλίου 1715, σέ ἡλικία μόλις 64 ἐτῶν. Προηγουμένως εἶχε τελέσει τήν Θεία Λειτουργία καί εἶχε ὁ ἴδιος διακονήσει στήν τράπεζα τούς κληρικούς του. Μετά εἶχε ἀποσυρθεῖ κατά τήν συνήθειά του στό κελλί του γιά μελέτη καί προσευχή. Ἐκεῖ βρέθηκε τό ἑπόμενο πρωϊ - ὅταν παραβιάσθηκε ἡ πόρτα μέ διαταγή τοῦ Κυβερνήτη τῆς πόλεως – νεκρός, γονατιστός μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου (τό 1833 μέ τόν ἴδιο τρόπο κοιμήθηκε ὁ ἅγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ. Καί τό 1966 ἐπίσης μέ τόν ἴδιο τρόπο κοιμήθηκε ὁ ἀπόγονος τοῦ ἁγ. Ἰωάννη Ἀρχιεπίσκοπος Σαγκάης καί ἁγ. Φραγκίσκου ἅγ. Ἰωάννης Μαξίμοβιτς). Τόν κήδευσε ὁ προκάτοχός του Μητροπ. Φιλόθεος. Ἐνταφιάστηκε, σύμφωνα μέ ἐπιθυμία του, στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας, στό Παρεκκλήσιο τῶν ἁγίων Ἀντωνίου καί Θεοδοσίου τοῦ Κιέβου.
Τό 1741, ἐπί Μητροπ. Ἀντωνίου, τό Παρεκκλήσιο κατεδαφίσθηκε καί ὁ τάφος ἔμεινε ἀκάλυπτος. Μεταξύ τῶν ἐτῶν 1751 – 1753, ἐπί Μητροπ. Σιλβέστρου, διαμορφώθηκε Παρεκκλήσιο πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, προστάτη Ἁγίου τοῦ μακαρίου Ἱεράρχη. Τό 1826, ἐπί Ἀρχιεπισκόπου Εὐγενίου, κατά τήν διάρκεια ἀναστηλωτικῶν ἐργασιῶν, διαμορφώθηκε νέα κρύπτη κοντά στήν πρόθεση τοῦ ναοῦ. Τό 1868 νέα διαμόρφωση τοῦ χώρου, ἔφερε τήν κρύπτη πίσω ἀπό τόν ἀριστερό χορό. Τό 1900 μία λάρνακα ὑψώθηκε στό χῶρο τῆς ταφῆς καί τό 1914 τό τίμιο Λείψανο τοῦ Ἁγίου κατατέθηκε ἐκεῖ.
Ὁ Μητροπ. Ἰωάννης τιμήθηκε ὡς Ἅγιος ἀπό τό πλήρωμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἤδη ἀπό τῆς κοιμήσεώς του, λόγῳ τῶν θαυμάτων του - τά ὁποῖα μέχρι τό 1798 κατεγράφοντο στό Χρονικό τοῦ Ναοῦ - τά ὁποῖα τοῦ προσέδωσαν τήν προσωνυμία τοῦ Θαυματουργοῦ. Ὅταν ἡ Σύνοδος ἀσχολήθηκε ἐπίσημα μέ τό θέμα, ἀνατέθηκε στόν Ἀρχιεπίσκοπο Λιθουανίας Τύχωνα (τόν ἔπειτα Πατριάρχη καί Νεομάρτυρα, + 1925, 25η Μαρτίου) ἡ προκαταρκτική ἐξέταση. Κατά τήν ἀνακομιδή πού διενήργησε ὁ Τύχων, τό Λείψανο τοῦ ἁγ. Ἰωάννη βρέθηκε ἀδιάφθορο. Ἡ ἐπίσημη πράξη διακηρύξεως τῆς ἁγιότητάς του ἔγινε τήν 10η Ἰουλίου 1916, ἡμέρα μνήμης του.
Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 τό ἀδιάφθορο Λείψανο τοῦ ἁγ. Ἰωάννη μεταφέρθηκε στό τοπικό μουσεῖο. Ἀπό ἐκεῖ τό ἐπανέφρε ἀμέσως μετά τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο καί μετά ἀπό μεγάλες προσπάθειες ὁ Ἀρχιεπίσκοπος (καί ἔπειτα Μητροπολίτης) Νοβοσιμπίρσκ Βαρθολομαῖος (Gorodtsov, + 19153). Ὁ ἴδιος ἐπανέκδωσε τήν Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου τό 1947. Τό 1952 ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ὄμσκ Ἰουβενάλιος (+ 1958), μετέφερε τό Λείψανο σέ νέα λάρνακα, μέ εὐλογία τοῦ Πατριάρχη Μόσχας Ἀλεξίου Α’.
Σήμερα τό τίμιο Λείψανο τοῦ ἁγ. Ἰωάννη φυλάσσεται στό κεντρικό κλίτος τοῦ Ναοῦ Ἁγίας Σκέπης Τομπόλσκ. Ἔτσι ἡ Σιβηριανή πόλη (παλαιά πρωτεύουσα τῆς Σιβηρίας), πατρίδα τοῦ Χημικοῦ D. Mendeleev, τοῦ Ζωγράφου V. Perov, τοῦ Ποιητή P. Yershov καί τοῦ Μουσουργοῦ A. Alyabiev, ἔγινε τόπος προσκυνήματος ἀπό ὅλη τήν Σιβηρία, τά Οὐράλια, ἀκόμη καί τό Καζαξτάν, ὥστε νά λέγεται ὅτι «τό μονοπάτι πρός τό Λείψανο τοῦ ἁγ. Ἰωάννη δέν θά χορταριάσει ποτέ»!

Βιβλιογραφία:
Πρωθιερέως A. Sulotsky, «Βίος Ἰωάννη Μητροπολίτη Τομπόλσκ καί πάσης Σιβηρίας», ANTHOLOGY, Ἰανουάριος 1864, 26 (στή Ρωσική).
Τοῦ ἰδίου, «Προσθήκη στή βιογραφία τοῦ Μητροπολίτη Ἰωάννη τοῦ Τομπόλσκ», ANTHOLOGY τ. 2, 1870, 326 (στή Ρωσική).
G. Nouitsky, «Σύντομη περιγραφή τῶν Ὀστυάκων», 1715 (στή Ρωσική).
Ἀπό τήν Πράξη Διακηρήξεως, «Θαύματα τοῦ Ἁγίου Λειψάνου…», RUSSKY PALOMNIK τ. 25, 1916 (στή Ρωσική).
Ἀρχιεπισκόπου Βαρθολομαίου Gorodtsov, «Σιβηριανοί Ἅγιοι», THE JURNAL OF THE MOSCOW PATRIARCHATE, φ. 3, 1948, 33 (στή Ρωσική).
Πρωθιερέως V. Semenov, «Ὁ οὐράνιος προστάτης τοῦ Τομπόλσκ», THE JURNAL OF THE MOSCOW PATRIARCHATE, φ. 11, 1990, 67 -72 (στή Ρωσική).
Ἐπισκόπου Μπέλγκοροντ Νικοδήμου, «Ρῶσοι ἀσκητές τοῦ 18ου καί 19ου αἰ.», τ. 13, 1912 (στή Ρωσική).
Περιοδικό THE ORTHODOX WORD, t. 1968, 118 (στήν Ἀγγλική).
Ἀδελφότητος Ἁγίου Γερμανοῦ τῆς Ἀλάσκας, «Ἡ Θηβαϊδα τοῦ Βορρᾶ», Ἑλληνική μετάφραση - ἔκδοση Π. Μπότση, 307 – 320, 326.
ΟΣΙΑ ΑΝΝΑ Η ΣΟΥΗΔΗ (+ 1050)

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Ἀρχική δημοσίευσις στό Περιοδικό «Ὁ Ἐφημέριος» (φ. 6/1991, σελ. 104 – 106). Στή συνέχεια καταχωρεῖται μέ κάποιες βελτιώσεις.

Ἡ Ὁσία Ἄννα ἡ Σουηδή, Μεγάλη Πριγκίπισσα Νόβγκοροντ καί Κιέβου, ἦταν θυγατέρα τῶν Βασιλέων τῆς Σουηδίας Ὄλαφ (τοῦ Οἴκου τῶν Sketkonung) καί Ἐστρίδης. Στή γενέτειρά της ἦταν γνωστή μέ τό ὄνομα παγανιστικό ὄνομα Ἰνγεγέρδη, παρά τό γεγονός ὅτι κατά τό Ἅγιο Βάπτισμα ὀνομάσθηκε Εἰρήνη (κατά τό ἔθος τῶν βόρειων λαῶν). Μέ τό ὄνομα Εἰρήνη ἔγινε γνωστή στήν Κιεβινή Ρωσία, μετά τόν γάμο της μέ τόν Γιαροσλάβο τόν Σοφό. Τό ὄνομα Ἄννα μέ τό ὁποῖο τιμᾶται ἀπό τήν Ρωσική Ἐκκλησία, εἶναι τό μοναχικό της ὄνομα.
Ὁ χρόνος καί οἱ συνθῆκες τοῦ βαπτίσματος τῆς Πριγκίπισσας Ἰνγεγέρδης, δέν εἶναι ἀπαρκῶς γνωστές. Ὁ πατέρας της Ὄλαφ ἀναφέρεται στό Βίο της σάν πρῶτος Χριστιανός Ἡγεμόνας τῆς Σουηδίας. Βαπτίσθηκε πρίν τό ἔτος 1000, στίς πηγές Husaby, κοντά στήν πόλη Skara (ὅπου ἦταν ἡ Ἐπισκοπική Ἕδρα), ἀπό τόν Ἄγγλο Ἐπίσκοπο Σιγφρῖδο. Μέρος τῶν πηγῶν δέχεται, ὅτι τότε βαπτίσθηκε καί ἡ λοιπή Βασιλική Οἰκογένεια, ἄλλοι ὅμως τοποθετοῦν τό βάπτισμα τῆς Πριγκίπισσας μετά τό ἔτος 1000, ἀπό τόν Τουργόθο, πρῶτο Ἐπίσκοπο Σουηδίας, τόν ὁποῖο εἶχε καλέσει ὁ Ὄλαφ ἀπό τήν Βρέμη τῆς Γερμανίας.
Ἄλλες ἁγιολογικές πηγές (ὅπως οἱ Boudot καί Holwesky), μνημονεύουν τήν 30ή Ἰουλίου τήν μνήμη τοῦ «ἁγίου Ὄλαφ τῆς Σουηδίας, Βασιλέως καί Μάρτυρος», μέ ἔτος θανάτου τό 950. Τό συναξάριο τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ ἀναφέρει, ὅτι θανατώθηκε ἀπό τούς ἐχθρούς του ἐπειδή ἀρνήθηκε νά θυσιάσει στά εἴδωλα, στή θέση τῆς σημερινῆς Στοκχόλμης. Ἄν δέν πρόκειται περί χρονολογικοῦ λάθους, πρόκειται περί διαφορετικοῦ προσώπου ἀπό τόν πατέρα τῆς Εἰρήνης.
Ἡ Πριγκίπισσα Εἰρήνη, παρά τό ἔθιμο τῆς ἐποχῆς της πού ἐπέβαλε νά ἀνατρέφονται οἱ βασιλικοί γόνοι μακρυά ἀπό τούς γονεῖς τους, ἀνατράφηκε στά ἀνάκτορα τῆς Οὐψάλας ἀρχικά καί τῆς Σιγκτοῦνα στή συνέχεια (πόλεως πού ἵδρυσε ὁ πατέρας της). Γιά τήν ἐποχή της μορφώθηκε ἱκανοποιητικά καί συνδέθηκε μέ λογίους καί ποιητές, τῶν ὁποίων ὁ πατέρας της ὑπῆρξε προστάτης. Στή Σκανδιναβική Ἱστορία τό ὄνομά της ἀναφέρεται στά σχετικά μέ τήν σύναψη εἰρήνης μεταξύ Σουηδίας καί Νορβηγίας, περί τό 1014 ἤ 1015. (Πρόκειται γιά τό τέλος μιᾶς συνοριακῆς διαμάχης πού ἄρχισε περί τό ἔτος 1000, ὅταν μέ τόν θάνατο τοῦ Βασιλέως τῆς Νορβηγίας Ὄλαφ Trygeyeson, ὁ πατέρας τῆς Εἰρήνης Ὄλαφ Sketkonung κατέκτησε Νορβηγικά ἐδάφη, τά ὁποῖα διεκδίκησε δυναμικά ὁ Ὄλαφ Haraldson).
Τό θέρος τοῦ 1015, πρέσβεις τοῦ Ἡγεμόνα τοῦ Ρωσικοῦ Νόβγκοροντ Γιαροσλάβου τοῦ Σοφοῦ, ζήτησαν σέ γάμο τήν Πριγκίπισσα Εἰρήνη. Ὁ Ὄλαφ δέχθηκε τούς πρέσβεις μέ ἐξαιρετική εὐχαρίστηση. Οἱ λόγοι τῆς ἀποδοχῆς ἀπό πλευρᾶς του τῆς προτάσεως αὐτῆς, δέν εἶναι γνωστοί, ἀπό πλευρᾶς τοῦ Γιαροσλάβου πάντως ὁ γάμος αὐτός εἶχε πολιτικά κίνητρα.
Ὁ Γιαροσλάβος ἦταν γιός τοῦ Μεγάλου Ἡγεμόνα τοῦ Κιέβου Βλαδιμήρου (Ἁγίου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας καί Ἱσαποστόλου, Φωτιστοῦ τῶν Ρώσων) καί πιθανῶς τῆς Πριγκίπισσας Ρογκέντας τοῦ Πολότσκ, ἀπό τόν ὁποῖο τοῦ εἶχε δοθεῖ ἡ Ἡγεμονία τοῦ Νόβγκοροντ. Τό 1014 ὁ Γιαροσλάβος εἶχε ἀρνηθεῖ τήν πληρωμή φόρων στόν πατέρα του καί ὁ Βλαδίμηρος ἀποφάσισε νά ἐκστρατεύσει ἐναντίον του. Τό 1015 ὁ Γιαροσλάβος ζήτησε τήν βοήθεια τῶν Βίκιγκς καί τό ἴδιο ἔτος, σέ μία προσπάθεια νά συμμαχήσει μέ τήν Σουηδία, ζήτησε σέ γάμο τήν Πριγκίπισσα Εἰρήνη. Τελικά ὁ Ρωσικός ἐμφύλιος ἀποφεύχθηκε μέ τόν θάνατο τοῦ Μεγ. Βλαδιμήρου (1015).
Ὁ γάμος τοῦ Γιαροσλάβου καί τῆς Εἰρήνης ἔγινε τό 1016. Προηγουμένως ἡ περιοχή τῆς Λαντόγκας ἀναγνωρίσθηκε σάν προσωπική κτήση τῆς Πριγκίπισσας. Τό ἴδιο ἔτος ὁ Γιαροσλάβος νικήθηκε ἀπό τόν ἀδελφό του Σβιατοπόλκ - διεκδικητή τοῦ Θρόνου τοῦ Κιέβου – καί μεταφέρθηκε μαζί μέ τήν σύζυγό του αἰχμάλωτος στό Κίεβο, ἀπ’ ὅπου δραπέτευσε τό 1018.
Ὁ Σβιατοπόλκ, πρωτότοκος γιός τοῦ Μεγ. Βλαδιμήρου καί διάδοχός του στό Θρόνο τοῦ Κιέβου, γιά νά διατηρηθεῖ στήν ἐξουσία σκότωσε τούς ἀδελφούς του Βόριδα καί Γκλέμπ (+ 1015), τούς ὁποίους ὅμως ἀμέσως ὁ νεοφώτιστος Ρωσικός λαός τίμησε σάν Ἁγίους – Παθοφόρους. Πέθανε ἐξόριστος στή Βοημία τό 1019, μετά τήν ἦττα του ἀπό τόν Γιαροσλάβο.
Ὁ Γιαροσλάβος κατέκτησε τόν Θρόνο τοῦ Κιέβου καί τόν τίτλο τοῦ Μεγάλου Ἡγεμόνα τό 1019 καί τόν κράτησε μέχρι τό θάνατό του, τό 1054. Διεξήγαγε ἐπιτυχεῖς πολέμους κατά τῶν Πετσενέγων, τούς ὁποίους νίκησε τό 1036. Σέ ἀνάμνηση τῆς νίκης αὐτῆς θεμελίωσε τό 1037 τόν Καθεδρικό Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας Κιέβου. Κατά τόν Νικ. Ζέρνωφ ἀναθεώρησε τήν ἐκκλησιαστική πολιτική τοῦ πατέρα του (ὁ ὁποῖος «εὐνοοῦσε τήν ἰδέα μιᾶς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία θά περιλάμβανε ἐξ ἴσου ἀνατολικά καί δυτικά χαρακτηριστικά καί θά παρέμενε αὐτοκυβέρνητη») καί ὑπήγαγε τήν νεοφώτιστη Ρωσική Ἐκκλησία στό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως. Τό γεγονός ἐπισφράγισαν τά ἐγκαίνια τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, τό 1039, ἀπό τόν Ἑλληνικῆς καταγωγῆς Μητροπολίτης Ρωσίας Θεόγνωστο.
Τό γεγονός μαρτυρεῖται ἀπό τόν ἅγ. Νέστορα τόν Χρονικογράφο καί τήν πλειονότητα τῶν Ρωσικῶν Χρονικῶν, ὅμως ὁ Jugie ἀποδίδει τό γεγονός σέ «ἔμπνευση νοθευτῶν», δεχόμενος ὅτι ὁ Γιαροσλάβος «οὐδέποτε ἐπιδείξας συμπάθειαν πρός τό Βυζάντιον, καθ’ οὑ ἐκήρυξεν πόλεμον μετ’ οὐ πολύ, δέν ἠδύνατο νά δεχθῆ τήν ἀπό τοῦ Βυζαντίου ἐξάρτησιν τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας» (βλ. γενικά Βλασίου Φειδᾶ, «Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τῆς Ρωσίας», σελ. 107 – 110 καί 375).
Εἶναι γεγονός, ὅτι γιά πολιτικούς λόγους ὁ Γιαροσλάβος ἦρθε σέ σύγκρουση μέ τό Βυζάντιο (τό 1043 μάλιστα ἐπιτέθηκε κατά τῆς ΚΠόλεως), μέ ἀποτέλεσμα τό 1051 νά ἀναδείξει ἀντικανονικά Μητροπ. Ρωσίας τόν ἐφημέριο τοῦ Ἡγεμονικοῦ Παρεκκλησίου τοῦ Μπερόστοβο Ἰλλαρίωνα, τόν πρῶτο Ρωσικῆς καταγωγῆς Μητροπολίτη Ρωσίας (1051 – 1054). Τό 1054, ἔτος τοῦ θανάτου του, ὁ Γιαροσλάβος ἀποκατέστησε τίς σχέσεις του μέ τό Βυζάντιο καί τό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως καί ὁ Μητροπολίτης Ἰλαρίων ἐξαφανίσθηκε ἀπό τό ἱστορικό προσκήνιο.
Ἐκτός ἄλλων ἵδρυσε τήν πόλη Γιαροσλάβ στόν ποταμό Βόλγα καί ἀναδείχθηκε προστάτης τῶν Γραμμάτων, τῆς Παιδείας καί τῶν Τεχνῶν.
Ἡ Μεγάλη Πριγκίπισσα Εἰρήνη ἔζησε σέ μία ἐποχή μεγάλων πολιτικῶν καί κοινωνικῶν ἀναστατώσεων, ἐμφυλίων πολέμων καί συνεχῶν ταραχῶν, βίωσε ὅμως τό Εὐαγγέλιο καί ἀγωνίστηκε γιά τήν ἐπικράτηση τῶν Χριστιανικῶν ἀρχῶν, τόσο στήν προσωπική καί οἰκογενειακή της ζωή, ὅσο καί στή ζωή τῆς ἡγεμονίας. Δημιούργησε μέ τόν Γιαροσλάβο μεγάλη χριστιανική οἰκογένεια (ἀπέκτησαν 10 παιδιά!), ἀνέθρεψε μαζί μέ τά δικά της παιδιά πολλά ὀρφανά, καθώς τούς ἐξορίστους Πρίγκιπες Edwin καί Edward (γιῶν τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας Edmund) καί Magnus (γιοῦ τοῦ Βασιλέως τῆς Νορβηγίας Ὄλαφ Haraldson). Ἡ εὐσέβειά της ἀποτέλεσαν παράδειγμα γιά τόν λαό καί προκάλεσαν τόν δημόσιο ἔπαινο τοῦ Μητροπ. Ρωσίας Ἰλαρίωνος.
Τό 1037 ἔκτισε στό Κίεβο τήν Μονή τῆς ἁγ. Εἰρήνης, πρός τιμήν τῆς προστάτιδος Ἁγίας της, ἡ ὁποία κατά τά Βυζαντινά πρότυπα ἦταν Βασιλική. Ἀκόμη συνέδεσε τό ὄνομά της μέ τήν ἀνέγερση τοῦ περίφημου Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, στό Νόβγκοροντ (1045 – 1052). Οἱ ἐργασίες ἀνεγέρσεως ἄρχισαν παρουσία της καί ὁλοκληρώθηκαν μετά τόν θανατό της ἀπό τόν γιό της Ἡγεμόνα τοῦ Νόβγκοροντ ἅγ. Βλαδίμηρο Γιαροσλάβιτς.
Ἡ Πριγκίπισσα Εἰρήνη κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 10ή Φβρουαρίου 1050 στό Νόβγκοροντ, μετά ἀπό μία βιοτή πλήρη ἔργων φιλανθρωπίας καί ἀγάπης. Προηγουμένως ἔλαβε τό Ἀγγελικό Σχῆμα καί ὀνομάσθηκε Ἄννα. Μετά τήν ἀποπεράτωση τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας (1052), τό Λείψανό της ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο καί μεταφέρθηκε ἐκεῖ, γιά νά κατατεθεῖ δίπλα στό Λείψανο τοῦ γιοῦ της Βλαδιμήρου.
Ὁ Βλαδίμηρος ἦταν πρεσβύτερος γιός τοῦ Γιαροσλάβου τοῦ Σοφοῦ καί τῆς Πριγκίπισσας Εἰρήνης. Γεννήθηκε τό 1020 καί τό 1034, σέ ἡλικία μόλις 14 ἐτῶν, ἀνέλαβε τήν Ἡγεμονία τοῦ Νόβγκοροντ. Ἦταν καλοῦ χαρακτῆρα καί στή διοίκηση βοηθήθηκε ἀπό τόν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως ἁγ. Λουκᾶ καί τήν ἐνάρετη σύζυγό του Πριγκίπισσα Ἀλεξάνδρα. Ἐκτός ἄλλων ἔργων περιτείχισε τήν πόλη καί ἔκτισε τόν Καθεδρικό Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας (1045 - 1052). Κοιμήθηκε αἰφνίδια τό 1052, σέ ἡλικία 32 ἐτῶν, εἴκοσι μόλις ἡμέρες μετά τά ἐγκαίνια τῆς Ἁγίας Σοφίας (ἐγκαινιάσθηκε ἀπό τόν ἅγ. Λουκᾶ, τήν 14η Σεπτεμβρίου 1052) καί ἐνταφιάσθηκε στόν Καθεδρικό Ναό. Ἡ μνήμη του τιμᾶται κατά τήν εὕρεση τοῦ ἀδιαφθόρου Λειψάνου του τήν 4η Ὀκτωβρίου, κοινῶς μέ ἐκείνη τῆς μητέρας του ἁγ. Ἄννας.
Τό 1439, μετά ἀπό ἐμφάνισή του στόν Ἀρχιεπίσκοπο Νόβγκοροντ ἅγ. Εὐθύμιο Γ', τά Λείψανα ἀνακομίσθηκαν ἀδιάφθορα. Τότε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Εὐθύμιος τά κατέθεσε σέ λάρνακες, τίς ὁποίες κάλυψε μέ πολύτιμα ὑφάσματα. Μία περιγραφή τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας (τοῦ 17ου αἰ.), ἀναφέρει καί τήν θέση τῶν Ἱερῶν Λειψάνων, στή δυτική πλευρά τοῦ νάρθηκα, κοντά στήν πύλη τοῦ Κόρσουμ.
Τό 1556 ὁ Τσάρος Ἰβάν Δ’ ὁ Τρομερός μέ διάταγμά του θέσπισε νά τελεῖται ἀγρυπνία καί Θεία Λειτουργία πρός τιμήν τῶν δύο Ἁγίων, γιά τήν εἰρήνευση τῆς Ρωσίας. Χειρόγραφο τυπικό τοῦ ναοῦ (τοῦ 17ου αἰ.) προβλέπει ἀγρυπνία καί τήν 5η Σεπτεμβρίου.
Τό 1653, μέ διαταγή τοῦ Τσάρου Ἀλεξίου Μιχαήλοβιτς καί εὐλογία τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Νίκωνος καί τοῦ Μητροπ. Νόβγκοροντ Μακαρίου, τά Λείψανα μεταφέρθηκαν μέσα στό ναό καί κατατέθηκαν στήν ἀριστερή πλευρά του, κοντά στίς βόρεια θύρα τοῦ Ἱεροῦ, σέ νέες λάρνακες ἀπό ἐπισμαλτωμένο ὀρείχαλκο.
Τά Λείψανα βρίσκονταν ἐκεῖ μέχρι τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917. Ἔκτοτε δέν ὑπάρχουν πληροφορίες γιά τήν τύχη τους.
Ἀπό τίς πανηγύρεις τῶν Ἁγίων ἡ πλέον μεγαλοπρεπής ἦταν ἐκείνη τῆς Ἀνακομιδῆς τῶν Λειψάνων τους, τήν 4η Ὀκτωβρίου, ὁ ὁποία τελοῦνταν παρουσία τοῦ Θησυροφύλακα τοῦ Τσάρου καί τῶν Ἡγουμένων τῶν πλησίων Μονῶν. Κατά τήν παράδοση ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου χοροστατοῦσε στό μνημόσυνο ἐπί τῶν τάφων τῶν Ἁγίων, ἐνῶ ἐκεῖνος τῆς Μονῆς Ὀτένσκ στό μνημόσυνο ἐπί τῶν λειψανοθηκῶν. Κατά τήν ἴδια παράδοση τό ἑορταστικό γεῦμα πρός τούς πολιτικούς καί ἐκκλησιαστικούς τοπικούς ἀξιωματούχους ἦταν προσφορά τοῦ Τσάρου, ὅπως καί τό μέλι γιά τά κόλλυβα τῶν μνημοσύνων.
Ἡ κοίμηση τῆς ἁγ. Ἄννας τιμᾶται τήν 10η Ὀκτωβρίου καί ἡ ἀνακομιδή τοῦ ἀδιαφθόρου Λειψάνου της τήν 4η Ὀκτωβρίου, κοινῶς μέ ἐκείνη τοῦ γιοῦ της ἁγ. Βλαδιμήρου.

Βιβλιογραφία:
The Life of the Holy Princes Anna of Novgorod”. Ἔκδοσις “The St. John of Krostand Press”, Liberty, U.S.A.
Lives of the Russian Saints”, τ. Ἰαν. Ἀπρ.,σελ. 241 – 255.
Menology of St. Dimitry of Rostov”, τ. 2ος.
D. J. Raudol, “Dictiomaire d’ Hagiographie…”, 1925.
F. G. Holweek, “A biographical Dictionary of the Saints”, 1924.