Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2009

ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
Σειρά: Παπισμός καί Ὀρθοδοξία

Οι διαφορές ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τον Παπισμό είναι πολλές και μεγάλες, παλαιές και νεότερες και αφορούν τόσο σε δογματικά ζητήματα. όσο και σε θέματα εκκλησιολογίας και εκκλησιαστικής εμπειρίας, λατρείας, τέχνης και γενικότερα αντιλήψεων και βιοθεωρίας. Επιχειρείται εδώ μια συνοπτική παρουσίαση μέσα από τα κείμενα του Ευαγγελίου, των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, των Αγίων Πατέρων, καθώς και σύγχρονων μεγάλων θεολογικών μορφών των διαφόρων κακοδοξιών του Παπισμού.
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ
Η Ορθόδοξη Λατινική Εκκλησία της Δύσης, στην παλαιά Ρώμη, είχε πάντοτε κοινωνία με την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία της Ανατολής, κατά την 1η χιλιετία της ιστορίας της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, χωρίς να λείψουν βέβαια ποτέ τα μικροπροβλήματα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Το καταλυτικό γεγονός που ανέτρεψε την εν πολλοίς αρμονική κοινωνία Ανατολής και Δύσης είναι η κατάληψη της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους κατά τη διάρκεια του 5ου και 6ου αιώνα, όταν η Δύση ζει τον καταιγισμό των βαρβαρικών επιδρομών που μετέβαλαν ριζικά τα πολιτιστικά και θρησκευτικά δεδομένα της.
Οι Φράγκοι, λαός πρωτόγονος και απολίτιστος την εποχή εκείνη, από την πρώτη στιγμή του εκχριστιανισμού τους, εξέλαβαν και αφομοίωσαν με λανθασμένο τρόπο την χριστιανική διδασκαλία. Η Τριαδολογία και η Χριστολογία τους υπήρξε ανέκαθεν προβληματική, καθώς οι αντιλήψεις τους για την Αγία Τριάδα ήταν έντονα επηρεασμένες από τον Αρειανισμό. Στη Φράγκικη Σύνοδο του Τολέδο του 589, παρά τη φαινομενική καταδίκη του Αρειανισμού, υιοθετούν μια άλλη μορφή λανθασμένης Τριαδολογίας, την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, την οποίαν αργότερα προσέθεσαν και στο Σύμβολο της Πίστης.
Τον 8ο αιώνα, ο βασιλιάς των Φράγκων Κάρολος ο Μέγας (Καρλομάγνος) υποτάσσει τους άλλους λαούς και τους Ηγεμόνες της Ευρώπης και συγκροτεί την ενιαία Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο πολιτικός και θρησκευτικός προσανατολισμός της νέας Δυτικής Αυτοκρατορίας έχει έντονο το στίγμα της διαφοροποίησης και της αντίθεσης προς την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αυτή η αντίθεση λαμβάνει διαστάσεις περιφρόνησης και χλευασμού των Ρωμαίων της Ανατολής, που ήδη είχαν αρχίσει να αποκαλούνται υποτιμητικά από τους Φράγκους «αιρετικοί» και «Γραικοί» (=κλέφτες). Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον 9ο έως τον 13ο αιώνα συναντούμε επανειλημμένα στη Δύση συγγράμματα με τον τίτλο: «Contres errores Graecorum» (Ενάντια στις πλάνες των Γραικών). Ο πολιτισμός και η Ορθόδοξη Πίστη των Ελλήνων ήταν για τους απολίτιστους Φράγκους μέγεθος ακατανόητο και ασύλληπτο, αλλά και ταυτόχρονα απλησίαστο και ανέφικτο και για το λόγο αυτό προτίμησαν να το προβάλουν ως πλάνη και αίρεση!
Από τον 9ο αιώνα οι Φράγκοι, αφού εκδίωξαν τους Ρωμαίους Ορθόδοξους Επισκόπους, διόρισαν δικούς τους Επισκόπους και Ηγουμένους, αρχικά στη Γαλλία. Κατόπιν κατέλαβαν δια της βίας το Ορθόδοξο Λατινικό Πατριαρχείο της Ρώμης και από το 1009 έως το 1046 αντικατέστησαν τους Ορθόδοξους Πάπες της Ρώμης με Φραγκο-Λατίνους, ιδρύοντας ουσιαστικά τον σημερινό Παπισμό. Επομένως, το λεγόμενο Σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης δεν έγινε μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών Ορθοδόξων Ρωμαίων, αλλά μεταξύ των Ορθοδόξων Ρωμαίων της Ανατολής (Πατριαρχείο Κων/πόλεως) και των Φράγκων κατακτητών των Δυτικών Ορθοδόξων Ρωμαίων (Πατριαρχείο Ρώμης).
Με την εκφράγκευση του Ορθοδόξου Πατριαρχείου της Ρώμης εισάγονται σ’ αυτό οι κακοδοξίες και ο ανθελληνισμός των Φράγκων, στοιχεία που δεν έπαψαν έκτοτε να συνιστούν τα κύρια γνωρίσματα και την πεμπτουσία του Παπισμού.

ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

1. - Εκκλησία και Παπισμός
Εσφαλμένα μερικοί ομιλούν για Καθολική Εκκλησία, γιατί ο όρος καθολικός, που ταυτίζεται με το ορθόδοξος, ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς επίσης ο όρος Εκκλησία δεν αρμόζει στο Κράτος του Βατικανού. Ο Παπισμός βρίσκεται εκτός της Εκκλησίας και αυτό φαίνεται από δύο Συνόδους, που για μας τους Ορθοδόξους θεωρούνται Οικουμενικές, στις οποίες γίνεται λόγος για το Filioque και τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Στην Η΄ Οικουμενική Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία ήταν παρόντες και οι εκπρόσωποι του Ορθοδόξου τότε Πάπα της Ρώμης, καταδικάσθηκαν οι Φράγκοι Επίσκοποι, οι οποίοι είχαν προσθέσει στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, γιατί μια τέτοια προσθήκη «κατά γνώσιν εισάγει των ακαταγνώστων και ύβριν των Πατέρων αναπολόγητον», γι’ αυτό και λέγεται ότι «ει μεν των ιερωμένων είη τις παντελεί καθαιρέσει τούτον καθυποβάλλομεν, ει δε των λαϊκών, τω αναθέματι παραπέμπομεν» (όρος πίστεως Η΄ Οικουμενικής Συνόδου). Βέβαια, αυτή η ίδια καταδίκη ισχύει και για τους Πάπες της Ρώμης, από τότε που ο πρώτος Φράγκος Πάπας (Σέργιος Δ΄) κατέλαβε τον θρόνο της Ρώμης και εισήγαγε το Filioque στην ενθρονιστήρια επιστολή του (το 1009) και ο Βενέδικτος Η' το εισήγαγε επισήμως στο Σύμβολο της Πίστεως που αναγιγνωσκόταν στην Θεία Λειτουργία (το 1014). Είναι χαρακτηριστικό, ότι στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας λέγεται ότι όσοι αποξενώνουν «αυτόν τε τον Θεόν Λόγον και το ομοούσιον και ομόδοξον τούτου Παράκλητον Πνεύμα της θεοπρεπούς ομοτιμίας τε και αξίας, ανάθεμα».
Στη Σύνοδο του 1341 επί του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και μάλιστα στον Συνοδικό Τόμο λέγεται, ότι όσοι δέχονται ότι οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές και ιδιαιτέρως όσοι δέχονται ότι το φώς της θεότητος είναι κτιστό, όπως υπεστήριζε ο σχολαστικός Βαρλαάμ ο Καλαβρός και, βεβαίως, αυτό αποτελεί βασικό δόγμα του Παπισμού, όπως φαίνεται στα έργα του Θωμά του Ακινάτη, βρίσκονται εκτός της Εκκλησίας. Γράφεται ότι εάν κάποιος ισχυρίζεται τέτοιες απόψεις και δεν μετανοήσει «αποκήρυκτος έσται και αποτετμημένος της Αγίας του Χριστού Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και του Ορθοδόξου των Χριστιανών συστήματος».
Στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας αναθεματίζονται όσοι δέχονται την περί ιδεών διδασκαλία του Πλάτωνα, δηλαδή την μεταφυσική και την οντολογία και τις απόψεις της Analogia Entis, ότι υπάρχει αναλογία μεταξύ Θεού και κόσμου, και Analogia Fidei, ότι υπάρχει ομοιότητα μεταξύ του Θεού και της Αγίας Γραφής, καθώς επίσης αναθεματίζονται και όσοι δεν δέχονται τα δόγματα με πίστη καθαρά και απλή και ολόψυχη καρδία «αλλά πειρωμένοις αποδείξεσι και λόγοις σοφιστικοίς», δηλαδή εισάγουν την σχολαστική μέθοδο γνώσεως του Θεού. Αναλύοντας περισσότερο το θέμα αυτό μπορούμε να αναφερθούμε στο ότι δύο μεγάλοι θεολόγοι και Πατέρες του Παπισμού είναι ο Άνσελμος Καντερβουρίας και ο Θωμάς Ακινάτης, των οποίων την διδασκαλία αποδέχεται η Παπική θεολογία και η πρακτική του Παπισμού.
Ο Άνσελμος Καντερβουρίας επεξεργάσθηκε και εισήγαγε το θεολογικό δόγμα περί της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης, ότι δηλαδή η αμαρτία του Αδάμ προσέβαλε την δικαιοσύνη του Θεού και ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη και επανέφερε την τάξη στην δημιουργία. Πρόκειται για αλλοίωση της αλήθειας περί του Θεού, αφού παρουσιάζεται ο Θεός με τα ιδιώματα του εμπαθούς ανθρώπου, ο οποίος προσβάλλεται και θίγεται, αλλά και για αλλοίωση του μυστηρίου της θείας ενανθρωπήσεως και της σταυρικής θυσίας του Χριστού. Βέβαια, η θεολογία περί της εξιλεώσεως της θείας δικαιοσύνης υιοθετεί το φεουδαλιστικό σύστημα με όλες τις θεολογικές και κοινωνικές συνέπειες.
Ο Θωμάς ο Ακινάτης που είναι ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος του σχολαστικισμού προσπάθησε να συνδυάσει τις θεωρίες του Αυγουστίνου με τον Αριστοτέλη. Εκτός των άλλων, ταυτίζει την άκτιστη ενέργεια του Θεού με την άκτιστη ουσία Του, αφού ομιλεί για το λεγόμενο actus purus, και εισάγει την εσφαλμένη άποψη περί κτιστών ενεργειών στον Θεό, παρουσιάζει έναν ευδαίμονα Θεό που είναι στην πραγματικότητα απρόσιτος, άγνωστος, απρόσωπος και, βεβαίως, διδάσκει ότι ο άνθρωπος έρχεται σε κοινωνία με τις κτιστές ενέργειες του Θεού. Δηλαδή, η αγάπη, η θεία Χάρη, η ειρήνη του Θεού είναι κτιστές ενέργειες του Θεού. Από την άποψη αυτή προέρχεται η διδασκαλία ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού (Filioque), το καθαρτήριο πυρ, το αλάθητο κλπ. Οι θεωρίες αυτές καταδικάσθηκαν από την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και από την Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που θεωρείται ως Θ' Οικουμενική Σύνοδος, όπως παρουσιάζεται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας. Επίσης αναθεματίζονται όσοι δεν ομολογούν ότι υπάρχει «ουσίαν τε επί Θεού και ουσιώδη φυσικήν ενέργειαν». Για όλους αυτούς τους λόγους ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει: «Οι της του Χριστού Εκκλησίας της αληθείας εισί· και οι μη της αληθείας όντες ουδέ της του Χριστού Εκκλησίας εισί». Το ίδιο λέγει και ο άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λυώνος: Οι «εκτός της αληθείας» ευρίσκονται αυτομάτως «εκτός της Εκκλησίας», γιατί όσοι δεν δέχονται την παράδοση των Αποστόλων και την πίστη της Εκκλησίας τους θεωρούμε, κατά τον άγιο Ειρηναίο, «ως αιρετικούς και κακογνώμονας (κακοδόξους), ή ως σχίζοντας (την Εκκλησίαν) και υπερηφάνους και αυθάδεις».

2.- Αποστολική Διαδοχή και Παπισμός
Επειδή εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχουν Μυστήρια, γι’ αυτό και οι Κληρικοί των Παπικών και αυτός ο Πάπας, για μας τους Ορθοδόξους, δεν έχουν Ιερωσύνη, δηλαδή έχει διακοπεί σε αυτούς η Αποστολική Διαδοχή. Αυτό, βέβαια, μπορεί να ακούγεται λίγο παράξενα, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, βάσει της Ορθοδόξου Θεολογίας.
Η Αποστολική διαδοχή δεν είναι απλώς μια σειρά χειροτονιών, αλλά συγχρόνως και μετοχή στην αποκαλυπτική αλήθεια. Όταν μια Εκκλησία αποκόπτεται από τον κορμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, λόγω δογματικών διαφορών, αυτό σημαίνει ότι υπολείπεται και στο μυστήριο της Ιερωσύνης. Δηλαδή, όταν χάνεται η αποκαλυπτική αλήθεια και υιοθετούνται αιρετικές απόψεις, αυτό έχει συνέπειες και στην Αποστολική Διαδοχή. Διότι οι 'Αγιοι Απόστολοι μετέδιδαν το χάρισμα της Ιερωσύνης, αλλά ταυτόχρονα παρέδιδαν, δια της αναγεννήσεως, και όλη την αποκαλυπτική παράδοση. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε την διδασκαλία του αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λυώνος, στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία συνδέεται στενότατα με την Ορθοδοξία και την Θεία Ευχαριστία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όταν χάνεται η Ορθόδοξη Πίστη, τότε δεν υπάρχει ούτε Εκκλησία, ούτε και Θεία Ευχαριστία. Οπότε ο Κληρικός που χάνει την Ορθόδοξη Πίστη αποκόπτεται από την Εκκλησία και, βεβαίως, τότε δεν υφίσταται και η Αποστολική Παράδοση και Αποστολική Διαδοχή. Το ότι ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την Αποστολική Διαδοχή όχι μόνον με την χειροτονία, αλλά και με την διατήρηση της αληθούς πίστεως, φαίνεται από ένα χωρίο: «Δια τούτο τοις εν τη Εκκλησία πρεσβυτέροις υπακούειν δει, τοις την διαδοχήν έχουσιν από των αποστόλων, καθώς επεδείξαμεν, τοις συν τη επισκοπική διαδοχή το χάρισμα της αληθείας ασφαλές, κατά την ευδοκίαν του Πατρός ειληφόσι».
Επειδή, λοιπόν, δεν υπάρχει Ιερωσύνη στους Παπικούς, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν Μυστήρια, και όσα τελούνται δεν είναι αγιαστικά μυστήρια. Εάν όμως, όπως ισχυρίζονται μερικοί, ο Πάπας έχει Ιερωσύνη, τότε το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι έγκυρο και ο άρτος ο ευρισκόμενος στην Αγία Τράπεζα είναι ο Χριστός, οπότε περιπίπτουν σε δύο σφάλματα ή να κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων, παραβαίνοντας πληθώρα ιερών Κανόνων ή να αποστρέφονται τον Ίδιο τον Χριστό, ευρισκόμενον κατ’ αυτούς πάνω στην Αγία Τράπεζα.
Ο Μ. Βασίλειος αντιμετώπισε στην εποχή του διάφορα προβλήματα για το πώς θα δέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία στους κόλπους της τους αιρετικούς. Αφού κάνει την διάκριση μεταξύ αιρέσεως, σχίσματος και παρασυναγωγής, αναφερόμενος στους αιρετικούς που έχουν αποκλίνει, όπως λέγει ο Γεννάδιος Σχολάριος, «κατ’ ευθείαν ή πλαγίως», «περί τι των άρθρων της πίστεως», γράφει ότι «οι δε της Εκκλησίας αποστάντες, ουκ έτι έσχον την Χάριν του Αγίου Πνεύματος αφ’ εαυτούς· επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπήναι την ακολουθίαν». Δηλαδή, όσοι απομακρύνθηκαν από την Εκκλησία, λόγω διαφοράς πίστεως, έχασαν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορούν να την μεταδώσουν, γιατί διακόπηκε η Αποστολική Διαδοχή. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης παρατηρεί: «Καθώς εν μέλος κοπή από το σώμα, νεκρούται παρευθύς με το να μη μεταδίδεται πλέον εις αυτό ζωτική δύναμις· τοιουτοτρόπως και αυτοί αφ’ ου μίαν φοράν εσχίσθηκαν παρευθύς και την πνευματικήν χάριν και ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος έχασαν, μη μεταδιδομένης ταύτης εις αυτούς δια των αφών και συνδέσμων, ήτοι δια της κατά Πνεύμα ενώσεως».
Επομένως, εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν ενεργούν Μυστήρια, ούτε υπάρχει Ιερωσύνη, ούτε γίνεται αληθής θεία Λειτουργία. Σε αυτό το σημείο στηρίζονται και όλοι οι ιεροί Κανόνες για την απαγόρευση της συμπροσευχής με αιρετικούς. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τηρεί αυτήν την αρχή στην πράξη και αυτό φαίνεται από το εξής απλό γεγονός. Όταν ένας Παπικός «Ιερέας» ή «Επίσκοπος» θέλει να γίνει Ορθόδοξος, δεν δεχόμαστε την «Ιερωσύνη» που είχε, αλλά τον ξαναχειροτονούμε, αφου προηγουμένως τον βαπτίσουμε. Ακόμη δε αυτό γίνεται και με τους σχισματικούς, με τους οποίους δεν έχουμε διαφορά στο δόγμα, αλλά διαφορά «σε κάποια ζητήματα εκκλησιαστικά και ευκολοϊάτρευτα». Και σε αυτούς η Εκκλησία δεν δέχεται την «Ιερωσύνη» τους, όταν έρχονται στην Εκκλησία, αλλά τους ξαναχειροτονεί, επειδή πάσχει η κανονικότητα της Αρχιεροσύνης των «Αρχιερέων» που τους χειροτόνησαν. Αυτό σημαίνει ότι εάν ο Πάπας μετανοήσει και θελήσει να γίνει Ορθόδοξος, τότε, επανερχόμενος στην Εκκλησία, πρέπει να ξαναχειροτονηθεί, αφού κατά τον Αριστηνό «αιρετικός, ο κατά την πίστιν αλλότριος· ο δε κατά τι ιάσιμον ζήτημα, σχισματικός».
Αυτή είναι η βασική εκκλησιολογική θέση όπως την εκφράζει ο Μ. Βασίλειος και η όλη πρακτική της Εκκλησίας. Εφ’ όσον δεν δεχόμαστε την «Ιερωσύνη» των αιρετικών, δεν δεχόμαστε και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την «Ιερωσύνη» τους. Γι’ αυτόν τον λόγο και ο Πάπας δεν θεωρείται διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, έστω και αν στην σημαία του Βατικανού τίθενται τα κλειδιά της Βασιλείας των Ουρανών, με την παρερμηνεία που δίδουν οι Παπικοί στον σχετικό λόγο του Χριστού (Ματθ. 16. 13-20).
Γενικά, πρέπει να πούμε ότι το Βατικανό δεν είναι Εκκλησία, αλλά ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα, ευρισκόμενο εκτός της Εκκλησίας, και ο Πάπας, καθώς και όλοι οι «Κληρικοί» του Βατικανού δεν είναι διάδοχοι των Αποστόλων, δεν έχουν Αποστολική Παράδοση και Διαδοχή. Επομένως, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι και Ρωμαίοι - Ρωμηοί, δηλαδή απόγονοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και Καθολικοί, δηλαδή Ορθόδοξοι, διότι ο όρος Καθολικός δηλώνει το καθ’ όλου, το Ορθόδοξο. Οι Παπικοί είναι Φραγκολατίνοι, μετά την κατάληψη του Θρόνου της Ρώμης από τους Φράγκους, καθώς επίσης και αιρετικοί.
3.- Παπική εξουσία
Πως μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς την εξουσία του Πάπα; Δηλ. είναι εκκλησιαστικός ή πολιτικός ηγέτης; Κατ’ αρχάς, είναι γνωστόν ότι ο Πάπας είναι ο επικεφαλής όλης της «Καθολικής Εκκλησίας». Όμως δεν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε εκκλησιαστικό ηγέτη, ακριβώς γιατί με την αίρεση του Filioque και την αίρεση περί κτιστής Χάριτος του Θεού, έχει απομακρυνθεί από την Εκκλησία, μετά από τις αποφάσεις της Η΄ και Θ΄ Οικουμενικές Συνόδους. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν μπορεί να ονομασθεί εκκλησιαστικός ηγέτης, αλλά θρησκευτικός ή Χριστιανικός, από την άποψη ότι ηγείται μιας μεγάλης χριστιανικής ομάδας - ομολογίας. Εκείνο όμως που είναι βέβαιο και αποδεκτό από όλους είναι ότι ο Πάπας είναι σαφώς πολιτικός ηγέτης, αφού προΐσταται του Κράτους του Βατικανού, που είναι το μικρότερο κράτος στον κόσμο.
Ο Πιπίνος ο Βραχύς, πατέρας του Καρλομάγνου, έδωσε στον Πάπα Στέφανο Γ΄, ως ανταμοιβή για την βοήθειά του να γίνει Βασιλέας των Φράγκων, το Δουκάτο της Ρώμης, το εξαρχάτο της Ραβέννας και την Πεντάπολη. Μάλιστα με δύο εκστρατείες (754 και 756) που έκανε εξεδίωξε από τα μέρη αυτά τους Λογγοβάρδους, και κατ’ αυτόν τον τρόπο ιδρύθηκε το Παπικό Κράτος. Στα νεότερα χρόνια, το 1929, το Βατικανό (περιφέρεια διαμέτρου πέντε χιλιομέτρων) και το Λατερανό (περιφέρεια διαμέτρου ενός περίπου χιλιομέτρου) αναγνωρίσθηκε από την Κυβέρνηση της Ιταλίας ως ανεξάρτητο Παπικό Κράτος. Το ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ο Πάπας Πίος ΙΑ΄ δικαιολόγησε την πράξη αυτή, του να είναι αρχηγός Κράτους, με την άποψη ότι «ο επί της γης αντιπρόσωπος του Θεού δεν δύναται να είναι υπήκοος επιγείου κράτους».
Πρόκειται, λοιπόν, για ένα κοσμικό κράτος, για μια θεοκρατία, στην οποία διασώζονται τα απομεινάρια του Φράγκικου φεουδαλισμού, που βασάνισε την Ευρώπη πολλούς αιώνες, με τραγικές επιπτώσεις στον κοινωνικό τομέα. Και ενώ μερικοί πολεμούν την φεουδαλιστική αντίληψη με την φασιστική νοοτροπία της και ενώ βδελύσσονται την θεοκρατία, εν τούτοις δέχονται την νοοτροπία του Βατικανού και το κοσμικό κράτος του. Και φυσικά επιθυμούν την επίσκεψη του Πάπα ως αρχηγού Κράτους. Όμως ο Πάπας δεν επιθυμεί να εμφανίζεται μόνον ως πολιτικός ηγέτης, αλλά κυρίως και ως θρησκευτικός.
Πάντως, πρέπει να προσέξουμε την σκέψη για την ίδρυση του Παπικού Κράτους, ότι ο Πάπας, επειδή είναι αντιπρόσωπος του Χριστού στην γη, δεν μπορεί να είναι υπήκοος σε κανένα άλλο επίγειο κοσμικό κράτος. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία λέμε ότι ο κάθε Επίσκοπος δεν είναι αντιπρόσωπος του Χριστού, ωσάν ο Χριστός να έχει εκχωρήσει τα δικαιώματά του σε άλλους και Εκείνος κατοικεί στους ουρανούς, αλλά ότι είναι το μυστήριο της αισθητής παρουσίας του Χριστού στην γη. Επίσης, είναι φοβερή η σκέψη ότι, ενώ ο Χριστός υπήρξε κατ' άνθρωπον υπήκοος κάποιου κράτους, και μάλιστα δέχθηκε να απογραφεί και να τηρεί την σχετική νομοθεσία, και ενώ οι άγιοι Πατέρες υπήρξαν υπήκοοι σε κάποιο κράτος, πέρα του ότι είναι πολίτες της Βασιλείας του Θεού, αφού δεν αρνούντο την εγκόσμια υπηκοότητά τους, εν τούτοις ο Πάπας δεν μπορεί να είναι υπήκοος κάποιου επιγείου κράτους! Πως λοιπόν, ορισμένοι δέχονται όλες αυτές τις συνέπειες αυτής της νοοτροπίας, ήτοι την θεοκρατία, τον φεουδαλισμό και την αλαζονεία ενός ανθρώπου;
4.- Βασικές διαφορές
Τα βασικά σημεία διαφοράς μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού αναφέρονται και καταγράφονται σε γενικές γραμμές παρακάτω, ενώ τα επί μέρους στοιχεία θα αναλυθούν σε ξεχωριστή ενότητα.
1. Οι Επίσκοποι της Παλαιάς Ρώμης, παρά τις μικρές και μη ουσιαστικές διαφορές, είχαν πάντοτε κοινωνία με τους Επισκόπους της Νέας Ρώμης και τους Επισκόπους της Ανατολής μέχρι το 1009-1014, όταν για πρώτη φορά κατέλαβαν τον Θρόνο της Παλαιάς Ρώμης οι Φράγκοι Επίσκοποι. Μέχρι το 1009 οι Πάπες της Ρώμης και οι Πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως ήσαν ενωμένοι στον κοινό αγώνα εναντίον των Φράγκων Ηγεμόνων και Επισκόπων, αλλά και των κατά καιρούς αιρετικών.
2. Οι Φράγκοι στην Σύνοδο της Φραγκφούρτης το 794 καταδικάσαν τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων. Επίσης το 809 οι Φράγκοι εισήγαγαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, την διδασκαλία δηλαδή περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Αυτή την εισαγωγή καταδίκασε τότε και ο Ορθόδοξος Πάπας της Ρώμης Λέων Γ΄. Στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του Ορθοδόξου Πάπα της Ρώμης Ιωάννη Η΄, καταδίκασαν όσους είχαν καταδικάσει τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και όσους προσέθεσαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque. Όμως για πρώτη φορά ο Φράγκος Πάπας Σέργιος Δ΄ το 1009 στην ενθρονιστήρια επιστολή του προσέθεσε στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque και ο Πάπας Βενέδικτος Η΄ εισήγαγε το πιστεύω με το Filioque στην λατρεία της Εκκλησίας, οπότε ο Πάπας διεγράφη από τα δίπτυχα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
3. Η βασική διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού βρίσκεται στην διδασκαλία περί της ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας του Θεού. Ενώ οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι ο Θεός έχει άκτιστη ουσία και άκτιστη ενέργεια και ότι ο Θεός έρχεται σε κοινωνία με την κτίση και τον άνθρωπο με την άκτιστη ενέργειά Του, εν τούτοις οι Παπικοί πιστεύουν ότι στον Θεό η άκτιστη ουσία ταυτίζεται με την άκτιστη ενέργειά Του (actus purus) και ότι ο Θεός επικοινωνεί με την κτίση και τον άνθρωπο δια των κτιστών ενεργειών Του, δηλαδή ισχυρίζονται ότι στον Θεό υπάρχουν και κτιστές ενέργειες. Οπότε η Χάρη του Θεού δια της οποίας αγιάζεται ο άνθρωπος θεωρείται ως κτιστή ενέργεια. Αλλά έτσι δεν μπορεί να αγιασθεί. Από αυτήν την βασική διδασκαλία προέρχεται η διδασκαλία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού, το καθαρτήριο πυρ, το πρωτείο του Πάπα κ.λπ.
4. Εκτός από την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού στο θέμα της ουσίας και ενεργείας στο Θεό, υπάρχουν άλλες μεγάλες διαφορές, που έγιναν κατά καιρούς αντικείμενα θεολογικών διαλόγων, ήτοι:
- Το Filioque, ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό με αποτέλεσμα να μειώνεται η μοναρχία του Πατέρα, να καταργείται η τέλεια ισότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδας, να μειώνεται ο Υιός κατά την ιδιότητά Του να γεννά, εάν υπάρχει ενότητα μεταξύ Πατρός και Υιού, να υποτιμάται το Άγιο Πνεύμα ως μη ισοδύναμο και ομόδοξο με τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, αφού παρουσιάζεται ωσεί «πρόσωπο στείρο».
- Η χρησιμοποίηση άζυμου άρτου στην θεία Ευχαριστία που παραβαίνει τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός τέλεσε το μυστικό δείπνο.
– Ο καθαγιασμός των «τιμίων δώρων» που γίνεται όχι με την επίκληση, αλλά με την απαγγελία των ιδρυτικών λόγων του Χριστού «λάβετε φάγετε... πίετε εξ αυτού πάντες...», – Η θεωρία ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη, που παρουσιάζει τον Θεό Πατέρα ως φεουδάρχη και παραθεωρεί την Ανάσταση,
– Η θεωρία περί της “περισσευούσης αξιομισθίας” του Χριστού και των Αγίων που την διαχειρίζεται ο Πάπας,
– Ο χωρισμός και η διάσπαση μεταξύ των Μυστηρίων Βαπτίσματος, Χρίσματος, και Θείας Ευχαριστίας,
– Η διδασκαλία περί της κληρονομήσεως της ενοχής του προπατορικού αμαρτήματος,
– Οι λειτουργικές καινοτομίες σε όλα τα Μυστήρια της Εκκλησίας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Ιεροσύνη, Εξομολόγηση, Γάμος, Ευχέλαιον),
– Η μη μετάληψη των λαϊκών από το «Αίμα» του Χριστού,
– Το πρωτείο του Πάπα, κατά το οποίο ο Πάπας είναι ο «episcopus episcoporum» και η πηγή της ιερατικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας, είναι η αλάθητη κεφαλή και ο Καθηγεμόνας της Εκκλησίας, «κυβερνώντας αυτήν μοναρχικώς ως τοποτηρητής του Χριστού επί της γης» (Ι. Καρμίρης). Με αυτήν την έννοια ο Πάπας θεωρεί τον εαυτό του διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, στον οποίον υποτάσσονται οι άλλοι Απόστολοι, ακόμη και ο Απόστολος Παύλος,
– Η μη ύπαρξη συλλειτουργίας κατά τις λατρευτικές πράξεις,
– Το αλάθητο του Πάπα,
– Το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου και γενικά η Μαριολατρεία, κατά την οποία η Παναγία ανυψώνεται στην Τριαδική θεότητα και μάλιστα γίνεται λόγος και για Αγία Τετράδα,
– Οι θεωρίες της analogia entis και analogia fidei που επικράτησαν στον δυτικό χώρο, – Η συνεχής πρόοδος της Εκκλησίας στην ανακάλυψη των πτυχών της αποκαλυπτικής αλήθειας,
– Η διδασκαλία περί του απολύτου προορισμού,
– Η άποψη περί της ενιαίας μεθοδολογίας για την γνώση του Θεού και των κτισμάτων, η οποία οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης.
5. Επίσης, η μεγάλη διαφοροποίηση, η οποία δείχνει τον τρόπο της θεολογίας βρίσκεται και στην διαφορά μεταξύ σχολαστικής και ησυχαστικής θεολογίας. Στην Δύση αναπτύχθηκε ο Σχολαστικισμός, ως προσπάθεια διερεύνησης όλων των μυστηρίων της πίστης με την λογική (Άνσελμος Καντερβουρίας, Θωμάς Ακινάτης), ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία επικρατεί ο Ησυχασμός, δηλαδή η κάθαρση της καρδιάς και ο φωτισμός του νου, για την απόκτηση της γνώσης του Θεού. Ο διάλογος μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του σχολαστικού Βαρλαάμ είναι χαρακτηριστικός και δείχνει την διαφορά.
6. Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι, ότι στον Παπισμό έχουμε απόκλιση από την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στην θέωση που συνίσταται στην κοινωνία με τον Θεό, δια της οράσεως του ακτίστου Φωτός, οπότε οι θεούμενοι συνέρχονται σε Οικουμενική Σύνοδο και οριοθετούν ασφαλώς την αποκαλυπτική αλήθεια σε περιπτώσεις συγχύσεως, εν τούτοις στον Παπισμό δίνεται μεγάλη σημασία στον θεσμό του Πάπα, ο οποίος Πάπας υπέρκειται ακόμη και από αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα με την λατινική θεολογία «η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε μόνον όταν στηρίζεται και εναρμονίζεται με την θέληση του Πάπα. Σε αντίθετη περίπτωση εκμηδενίζεται». Οι Οικουμενικές Σύνοδοι θεωρούνται ως «συνέδρια του Χριστιανισμού που συγκαλούνται υπό την αυθεντία και την εξουσία και την προεδρία του Πάπα». Αρκεί να βγει ο Πάπας από την αίθουσα της Οικουμενικής Συνόδου, οπότε αυτή παύει να έχει κύρος. Ο Επίσκοπος Μαρέ έγραψε: «Θα ήταν πιο ακριβείς οι ΡΚαθολικοί αν εκφωνώντας το «Πιστεύω» έλεγαν: «καί εις έναν Πάπαν» παρά να λένε: «και εις μίαν..... Εκκλησίαν».
Επίσης, η σημασία και ο ρόλος των Επισκόπων μέσα στην Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι παρά απλή εκπροσώπηση της Παπικής εξουσίας, στην οποία και οι ίδιοι οι Επίσκοποι υποτάσσονται, όπως οι απλοί πιστοί. Στην Παπική εκκλησιολογία ουσιαστικά υποστηρίζεται ότι «η Αποστολική εξουσία εξέλιπε με τους Αποστόλους και δεν μετεδόθη στους διαδόχους τους Επισκόπους. Μονάχα η Παπική εξουσία του Πέτρου, υπό την οποίαν βρίσκονταν όλοι οι άλλοι, μετεδόθη στους διαδόχους του Πέτρου, δηλαδή στους Πάπες». Μέσα σε αυτήν την προοπτική υποστηρίζεται από την Παπική «Εκκλησία», ότι όλες οι Εκκλησίες της Ανατολής είναι διιστάμενες και έχουν ελλείψεις και κατά οικονομίαν μας δέχονται σε κοινωνία, και βέβαια κατ’ οικονομίαν μας δέχονται και ως αδελφές Εκκλησίας, επειδή αυτή αυτοθεωρείται ως μητέρα Εκκλησία και εμάς μας θεωρούν θυγατέρες Εκκλησίες.
7. Το Βατικανό είναι κράτος και ο εκάστοτε Πάπας είναι ο ηγέτης του Κράτους του Βατικανού. Πρόκειται για μια ανθρωποκεντρική οργάνωση, για μια εκκοσμίκευση και μάλιστα θεσμοποιημένη εκκοσμίκευση. Το Κράτος του Βατικανού ιδρύθηκε το 754 από τον Πεπίνο τον Βραχύ, πατέρα του Καρλομάγνου και στην εποχή μας αναγνωρίσθηκε το 1929 από το Μουσολίνι. Είναι σημαντική η αιτιολογία της ανακηρύξεως του Παπικού Κράτους, όπως το υποστήριξε ο Πίος ΙΑ΄: «Ο επί της γης αντιπρόσωπος του Θεού δεν δύναται να είναι υπήκοος επιγείου κράτους». Ο Χριστός ήταν υπήκοος επιγείου κράτους, ο Πάπας δεν μπορεί να είναι! Η παπική εξουσία συνιστά θεοκρατία, αφού η θεοκρατία ορίζεται ως ταύτιση κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας σε ένα πρόσωπο. Σήμερα θεοκρατικά κράτη στον κόσμο είναι δυο, το Βατικανό και το Ιράν.
Είναι χαρακτηριστικά τα όσα υποστήριξε στον ενθρονιστήριο λόγο του ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ (1198-1216): «Αυτός που έχει τη νύμφη είναι ο νυμφίος. Αλλά η νύμφη αυτή (η Εκκλησία) δε συνεζεύχθη με κενά τα χέρια, αλλά πρόσφερε σε μένα ασύγκριτη πολύτιμη προίκα, δηλ. την πληρότητα των πνευματικών αγαθών και την ευρύτητα των κοσμικών, το μεγαλείο και την αφθονία αμφοτέρων..... Σαν σύμβολα των κοσμικών αγαθών μου έδωσε το Στέμμα, τη Μίτρα υπέρ της Ιερωσύνης, το Στέμμα για τη βασιλεία και με κατέστησε αντιπρόσωπο Εκείνου, στο ένδυμα και στο μηρό του οποίου γράφτηκε: ο Βασιλεύς των βασιλέων και Κύριος των κυρίων!».
Επομένως, υπάρχουν μεγάλες θεολογικές διαφορές, οι οποίες καταδικάσθηκαν από την Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου και από την Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως φαίνεται και στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας. Επί πλέον και οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Τοπικές Σύνοδοι μέχρι τον 19ο αιώνα καταδίκαζαν όλες τις πλάνες του Παπισμού. Το πράγμα δεν θεραπεύεται, ούτε βελτιώνεται από κάποια τυπική συγγνώμη που θα δώσει ο Πάπας για ένα ιστορικό λάθος, όταν οι θεολογικές απόψεις του είναι εκτός της Αποκαλύψεως και η Εκκλησιολογία κινείται σε εσφαλμένο δρόμο, αφού μάλιστα ο Πάπας παρουσιάζεται ως ηγέτης του Χριστιανικού κόσμου, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και Βικάριος - αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στην γη, ωσάν ο Χριστός να έδωσε την εξουσία του στον Πάπα και Εκείνος να αναπαύεται ευδαίμων στους Ουρανούς!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου