Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ
Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
Σειρά: Παπισμός καί Ὀρθοδοξία

Υπάρχουν πλείστοι Ορθόδοξοι θεολόγοι, οι οποίοι θεωρούν, ότι η Ορθοδοξία έχει υποστεί βαθειά επίδραση από τη Δυτική θεολογία, οπότε η δυσκολία αρχίζει με την προσπάθεια του καθορισμού της επίδρασης αυτής και τελικά οδηγούμεθα στο ερώτημα, σε τι διαφέρει η Δυτική από την Ανατολική θεολογία και σε ποια σημεία και σε ποια έκταση έχει γίνει η εισβολή της δυτικής σκέψης στην Ορθόδοξη θεολογία και παράδοση;
Βέβαια, το πνεύμα της Δύσης και το πνεύμα της Ανατολής τελικά διαφέρουν μεταξύ τους πάρα πολύ και αυτή η διαφορά καθιστά αυτά τα δυο μεγέθη ασυμβίβαστα. Η εισβολή αυτή της Δυτικής σκέψης έγινε έγκαιρα αντιληπτή στη Ρωσική Ορθόδοξη Θεολογία, ενώ έμεινε και εν πολλοίς μένει ακόμη απαρατήρητη από την Ελληνική Ορθόδοξη Θεολογία. Η Ελληνική Ορθόδοξη Θεολογία, δυστυχώς, ακολούθησε αυτή τη Δυτική ομολογιακή θεολογία με εκφραστές κυρίως τος Ζήκο Ρώση, Χρ. Ανδρούτσο και άλλους, μεγάλης εμβέλειας ακαδημαϊκούς καθηγητές. Αυτοί, για να αντιπαρατεθούν στα ΡΚαθολικά επιχειρήματα, χρησιμοποίησαν τη Προτεσταντική θεολογία, στη δε αντιπαράθεσή τους με τους Προτεστάντες, χρησιμοποίησαν τα ΡΚαθολικά επιχειρήματα. Με αυτή τη πορεία αναπτύχθηκε η Ελληνική Ορθόδοξη Θεολογία, μέχρι την εμφάνιση του καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη, ο οποίος πρόσφερε και έκανε γνωστά στη θεολογία μας τα Πατερικά έργα σε τέτοιο βαθμό, που άλλαξε άρδην η θεολογική σκέψη και από δυτικοτραφής, άρχισε να στρέφεται στην καθ’ ημάς «άγνωστη» Ανατολή και όλη αυτή η προσπάθεια, γίνεται όχι χωρίς αντιδράσεις, κυρίως από το δυτικοτραφές καθηγητικό κατεστημένο. Πάντως η συμβολή του π. Ρωμανίδη ήταν τόσο καίρια, που σηματοδοτεί την ορθόδοξη θεολογική σκέψη και τη διαχωρίζει σε «προ» και «μετά» Ρωμανίδη εποχή.
Τι είναι όμως αυτά που διαχωρίζουν τη Δυτική από την Ανατολική θεολογία και ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους; Για να προσεγγιστούν οι διαφορές αυτές, πρέπει να πάμε πίσω στις ρίζες της Δυτική σκέψης. Είναι δε πολύ επιβοηθητική η παρατήρηση του π. Florovsky πάνω στις διαφορές αυτές. Υπήρχε ανέκαθεν μέσα στην αρχαία Εκκλησία, λέει, μια κατά κάποιο τρόπο νόμιμη διαφοροποίηση της Δυτικής και της Ανατολικής προσέγγισης. Για να έχουμε τη καθολικότητα της Εκκλησίας είναι απαραίτητη η συνύπαρξη και των δυο αυτών τρόπων προσέγγισης. Είναι χαρακτηριστική επίσης, η μαρτυρία του Επισκόπου Λουγδούνου Ειρηναίου. Η Εκκλησία, λέει, έχει δύο πνεύμονες, τον πνεύμονα της Ανατολής και τον πνεύμονα της Δύσης. Με αυτά λοιπόν τα χαρακτηριστικά της Δυτικής θεολογίας και τις διαφορές με την Ανατολή, μπορεί η πρώτη να ενσωματωθεί και να συνδεθεί με την καθόλου Εκκλησία και από ποια σημεία και πέρα η συνύπαρξη και η σύνθεση αυτών των δυο θεολογιών γίνεται αδύνατη;
Το φαινόμενο της Δυτικής σκέψης εμφανίζεται πολύ νωρίς στην Εκκλησία. Εμφανίζεται πολύ νωρίτερα από τη κάθοδο των Φράγκων στη Ρώμη τον 9ο αιώνα και οφείλεται στη διαφορετική Δυτική Ρωμαϊκή σκέψη, η οποία προτάσσει την πρακτική χρησιμότητα σε οποιοδήποτε θέμα, που την απασχολεί. Κλασσικό παράδειγμα είναι αυτό του τραπεζιού και το τι ερωτήματα δημιουργεί σε ένα σκεπτόμενο άνθρωπο η ύπαρξη ενός τραπεζιού. Ο Εβραίος πιστός θα αναρωτηθεί «ποιός δημιούργησε αυτό το τραπέζι;». Και αυτό σύμφωνα με το Βιβλικό: «Πας οίκος κατασκευάζεται υπό τινος ο δε τα πάντα κατασκευάσας Θεός». Ένας Ορθόδοξος πιστός θα διερωτηθεί «άραγε ποια είναι η φύση του τραπεζιού; τι είναι αυτό που το κάνει να είναι αυτό που είναι;». Είναι το περίφημο οντολογικό ερώτημα της Ανατολής. Η Ανατολή αναζήτησε μέσα και πίσω από τα όντα, τα φαινόμενα, το λόγο των όντων. Το λόγο των όντων τον βρήκε πίσω από τα όντα, μέσα στα όντα και έτσι έφτασε στην έννοια της ουσίας και της φύσεως. Οπότε το ερώτημά του καταλήγει στο ποια είναι η ουσία, η φύση του τραπεζιού; Ο Δυτικός πιστός θα ρωτήσει «ποια είναι η χρησιμότητα του τραπεζιού;». Δηλαδή ο Δυτικός, εάν ένα όν δεν έχει κάποια πρακτική σημασία, δεν τον απασχολεί, δεν τον ενδιαφέρει. Δεν θέτει το ερώτημα του όντος.
Αυτή η τοποθέτηση των τριών απαντήσεων ως προς το πρόβλημα του τραπεζιού μπορεί να μεταφερθεί και στη θεολογία. Στη προσέγγιση στο πρόβλημα του Θεού, ο Εβραίος θα καθορίσει ποιος είναι ο Θεός και θα απαντήσει, ότι είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος. Ο ανατολικός άνθρωπος θα διερευνήσει ποιο είναι το πρόσωπο και ποια είναι η φύση του Θεού. Ο δυτικός άνθρωπος θα προσεγγίσει το θέμα του Θεού με το ερώτημα της χρησιμότητάς του.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω δεδομένα, τρία είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της Δυτικής θεολογίας:
1/ Το νόημα της θεολογίας είναι στο πως θα μεταφραστεί η θρησκεία σε πράξη, σε ηθική.
2/ Ο δυτικός άνθρωπος ψάχνει στις ρίζες του να βρει την παρουσία του Θεού μέσα στην Ιστορία και τελικά αντί να κοιτάζει τη φύση για να βρει το Θεό, κοιτάζει τις ανθρώπινες πράξεις και
3/ Το δέσιμο του δυτικού ανθρώπου με τους θεσμούς και την οργάνωση της κοινωνίας, που αντανακλάται στην αυστηρή δομή της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Επακόλουθα αυτών των παραδοχών είναι η ανάπτυξη της ψυχολογίας, του ρομαντισμού και του υπαρξισμού στο δυτικό άνθρωπο.
Πως συνδέονται όμως αυτά με τη Θεολογία και τι συνέπειες επιφέρουν στη πίστη; Το χαρακτηριστικό του δυτικού ανθρώπου είναι η ενασχόληση με τη πράξη, την εμπειρία και την αποδοτικότητα στη πράξη. Τα έργα του ανθρώπου δημιουργούν προϋποθέσεις για τη σωτηρία ή όχι; Εδώ η Αυγουστινιάνεια θεολογία απαντάει, ότι τα έργα δεν κάνουν τη σωτηρία. Χρειάζονται για τη σωτηρία, αλλά το ποιος θα σωθεί έχει προκαθορισθεί άνωθεν. Ο Προτεσταντισμός απορρίπτει τα καλά έργα, ως προϋπόθεση για τη σωτηρία και αντίθετα παραδέχεται τη πίστη και μόνον αυτή σαν προϋπόθεση στη σωτηρία. Η Ορθοδοξία απαντάει, ότι ούτε εξασφαλίζουν, ούτε δεν εξασφαλίζουν τη σωτηρία τα έργα. Ο Παύλος είναι κατηγορηματικός: «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» (Γαλ. 5. 6). Βέβαια, χρειάζεται η συνέργεια Θεού και ανθρώπου για τη σωτηρία, αλλά όλα τελικά εναπόκεινται στο έλεος του Θεού.
Αλλά και οι θεσμοί παίζουν μεγάλο ρόλο στη Δύση. Αν καταρρεύσουν, καταρρέει η όλη δομή της Εκκλησίας. Ακόμη και το αλάθητο και το πρωτείο του Πάπα είναι ακριβώς το αποκορύφωμα της δυτικής αντίληψης, ότι ο θεσμός αυτός έχει μέσα του καθ’ εαυτόν την αυθεντία και δεν την παίρνει από πουθενά αλλού. Ακόμη και στα Μυστήρια είναι οι λόγοι του Χριστού, που μετατρέπουν το ψωμί και το κρασί σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Αυτοί οι λόγοι του Χριστού έχουν εγγενή τη σωστική δύναμη, τη δύναμη του μεταβολισμού. Στην Ανατολή γίνεται επίκληση του Αγίου Πνεύματος για τη μεταβολή. Στη Δύση χρειάζεται η καθαρότητα του λειτουργού, δηλ. του θεσμού για να γίνει η μεταβολή. Στην Ανατολή δεν χρειάζεται αυτή η καθαρότητα, γιατί την τελετουργία τελεί το Άγιο Πνεύμα. Η δυσκολία στο δυτικό άνθρωπο είναι λοιπόν, ότι πρέπει αυτός να δεχτεί οπωσδήποτε τη θέση, ότι ο θεσμός αυτός καθ’ εαυτόν έχει οντολογικό χαρακτήρα. Στην Ανατολή κάτι τέτοιο, απλά, δεν συμβαίνει.
Μια κάποια σύντομη παράθεση της Εκκλησιαστικής Ιστορίας στον Ελλαδικό χώρο δείχνει τις επιδράσεις του Παπισμού στο χώρο αυτό και δικαιολογεί ορισμένες παρεκτροπές από την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση της εν γένει Ανατολής.
Ο σημερινός Ελλαδικός χώρος (πλην Θράκης) υπήγετο στην δικαιοδοσία του Επισκόπου Ρώμης από το 67 μ. Χ., επί Πάπα Λίνου, μέχρι το 732 επί Πάπα Γρηγορίου Γ΄, οπότε ο Αυτοκράτορας των Ρωμαίων Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος απέσπασε με πραξικοπηματικό τρόπο τον Ελλαδικό χώρο από τη δικαιοδοσία του Επισκόπου Ρώμης και τον προσάρτησε στη δικαιοδοσία του Επισκόπου Κων/πόλεως, λόγω της εικονόφιλης πολιτικής του Επισκόπου Ρώμης. Έτσι ο Ελλαδικός χώρος υπήγετο στη δικαιοδοσία του Ρώμης επί 665 χρόνια, στη δε δικαιοδοσία του Κων/πόλεως επί 472 χρόνια (από το 732-1204) μέχρι την κατάληψη της Κων/πολης το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας επί Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ και την ίδρυση του Λατινικού κράτους. Από το 1204 και έπειτα και μέχρι και μετά το 1821, ο Ελλαδικός χώρος, ενώ τυπικά ανήκει στον Κων/πόλεως, ουσιαστικά τελούσε υπό Παπική κατοχή. Κατά την περίοδο αυτή και ειδικά εκείνη της Φραγκοκρατίας, όλος ο κλήρος υπήχθη υπό τον Πάπα Ρώμης, στις επαρχίες τοποθετήθηκαν Λατίνοι επίσκοποι ή Λατινίζοντες Ορθόδοξοι ενωτικοί (Ουνίτες) Επίσκοποι.
Ο Νότιος Ελλαδικός εκκλησιαστικός χώρος κατά τη Φραγκοκρατία διαιρέθηκε σε 4 αρχιεπισκοπές - Πατρών, Κορίνθου, Αθηνών και Θηβών - με επικεφαλής Λατίνους Αρχιεπισκόπους. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο πρώτος Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Πατρών είναι ο Anthelmus de Clugny to 1205, o δε Κορίνθου είναι ο Gauthier το 1212 και ο τελευταίος ο Januarius Verolino το 1951! Στην Αθήνα, ο πρώτος Λατίνος είναι ο Verardus, ο δε Επίσκοπος Χαλκίδος, υπό τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών, ο Θεόδωρος, παρέμεινε στην Επισκοπή του, καθότι ορκίστηκε πίστη στον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄, το 1206.
Στο Βορρά, ο πρώτος Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης εγκαθίσταται ο Neuelon to 1204 με 18 Επισκοπές, στο δε Άγιον Όρος οι μοναχοί της Ι.Μ. Ιβήρων υπήχθησαν τότε στην Αγία Έδρα. Βέβαια η διείσδυση του Παπισμού στο άγιο Όρος είχε ήδη γίνει από τον ια΄ αιώνα με την ίδρυση σ’ αυτό της Μονής Αμαλφινών. Επίσης και σε άλλες Μητροπόλεις του Ελλαδικού χώρου εγκατεστάθησαν Λατίνοι Επίσκοποι, όπως στη Μητρόπολη Λάρισας από το 1214.
Στη Νησιωτική Ελλάδα η κατάσταση δεν ήτανε διαφορετική: Στα Δωδεκάνησα εγκατεστάθησαν Λατίνοι Επίσκοποι στις Μητροπόλεις, Αρχιεπισκοπές και Επισκοπές. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι τελευταίοι Λατίνοι Επίσκοποι έφυγαν με την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα το 1947! Στα Ιόνια νησιά η ίδια κατάσταση, μέχρι τουλάχιστον την ενσωμάτωσή τους με την Ελλάδα το 1863, στη δε Κρήτη ήδη έχουμε Λατίνους Επισκόπους από το 1204, ο δε Αρχιεπίσκοπος Κρήτης εγκαθίσταται στο Χάνδακα. Στις Κυκλάδες εγκαθίστανται Λατίνοι Επίσκοποι ήδη από το 1207, οι δε πλείστοι των κατοίκων υπό την πίεση των Λατίνων εκλατινίζονται και προσχωρούν στον Παπισμό. Ο πρώτος Επίσκοπος Σύρου είναι ο Ορθόδοξος Επίσκοπος Μιχαήλ Ψυλλός, ο οποίος ομολόγησε υποταγή στον Πάπα και καθίσταται ο πρώτος Λατίνος Αρχιεπίσκοπος. Έκτοτε και μέχρι σήμερα έχουμε άνθηση του Παπισμού και ειδικά στη Σύρο, όπου ο πληθυσμός είναι μισός-μισός, Ορθόδοξος και Λατίνος, με συμπροσευχές, συλλείτουργα, εναλλάξ συμμετοχές στη Θεία Λατρεία, κοινωνία από το αυτό ποτήριο κ.λπ.
Σ’ όλη τη περίοδο της Φραγκοκρατίας, αλλά και της Τουρκοκρατίας, όσοι Ορθόδοξοι Ιεράρχες δεν υπετάγησαν στον Παπισμό, εγκατέλειψαν τις Επισκοπές τους και με λίγους κληρικούς εγκατεστάθηκαν σε άλλες περιοχές, χωρίς βέβαια το ποίμνιό τους. Στις εκλατινισμένες περιοχές οι Λατίνοι Επίσκοποι είχαν άμεσο βοηθό τους τον Μ. Πρωτοπρεσβύτερο ή Πρωτόπαπα, Ορθόδοξο κυρίως κληρικό, ο οποίος διοικούσε τους υπό τον Λατίνο Επίσκοπο Ορθόδοξους κληρικούς. Εξ άλλου, πλήθος Παπικών μοναχικών ταγμάτων εγκατεστάθηκαν στον Ελλαδικό χώρο: Τεκτόνων, Ιωαννιτών, Ναϊτών, Φραγκισκανών, Δομινικανών, Καρμηλιανών, Καπουτσίνων, Ιησουϊτών, Μαριανών κ.ά.
Επομένως κατά τη δισχιλιετή εκκλησιαστική μας Ιστορία, ο Ελλαδικός χώρος παρέμεινε άμεσα ή έμμεσα υπό Παπική κυριαρχία επί 1300 χρόνια, ενώ υπό Ορθόδοξη κυριαρχία επί 650 χρόνια, δηλ. στα 2/3 της όλης περιόδου υπήγετο στον Παπισμό και είναι όντως θαυμαστό το πώς ο χώρος αυτός δεν έχασε τελείως την πίστη του. Βέβαια, οι Παπικές επιδράσεις κατέστησαν έντονες, τα δε αποτελέσματά τους, τα διαπιστώνουμε σήμερα εύκολα στο δόγμα, στους κανόνες και τη καθημερινή πρακτική.
Από την ίδρυση της Πενταρχίας των Πατριαρχείων υπήρξε διαφοροποίηση της καθόλου Εκκλησίας σε δυο μέρη: της δυτικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο της Ρώμης και της Ανατολικής Εκκλησίας με τα Πατριαρχεία Κων/πόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, τους δυο πνεύμονες της Εκκλησίας, κατά τον άγιο Ειρηναίο Λουγδούνου. Αυτός ο διαχωρισμός έφερε και τη διαφοροποίηση της Δύσης, ως χώρος των Λατίνων και της Ανατολής, ως χώρος των Ελλήνων, στηριζόμενος κυρίως στη γλωσσική διαφοροποίηση, η Δύση με τη Λατινική γλώσσα και η Ανατολή με την Ελληνική.
Έκτοτε, ο διαχωρισμός Έλληνες και Λατίνοι παρέμεινε μέχρι σήμερα και δηλοποιεί την Ανατολή και τη Δύση. Μετά το Σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και εξ αιτίας των αιρετικών θέσεων της Δύσης και την απόκλιση από δόγματα και κανόνες, άρχισε να παρουσιάζονται διάφορες άλλες ονομασίες, που να διαχωρίζουν την Ορθόδοξη Ανατολή από την αιρετική Δύση. Έτσι στην Τοπική Σύνοδο της Κων/πολης του 1722, εκτός από τον πάγιο όρο Λατίνοι, εμφανίζονται οι όροι Παπίστες και Πάπιδες. Στη Σύνοδο της Κων/πολης του 1836 εμφανίζεται ο όρος Παπιστές, στη Σύνοδο δε της Κων/πολης του 1838 εμφανίζεται ο όρος Παπισμός. Με τον όρο Παπισμός για τη Δύση, σε αντιδιαστολή με τον όρο Ορθοδοξία για την Ανατολή, συγκεντρώνει όλες τις αλλοιώσεις που επέφερε η Δύση στο δόγμα, αλλά και στους κανόνες της Εκκλησίας και ειδικότερα της προώθησης από τη Δύση της αντίληψης περί του πρωτείου εξουσίας (και όχι τιμής) του Πάπα της Ρώμης έναντι της καθόλου Εκκλησίας και της υπερτέρας θέσης του έναντι των Συνόδων, καθώς και της αίρεσης του filioque, δηλ. της προσθήκη στο Σύμβολο Πίστης της φράσης «και εκ του υιού», που δηλώνει την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος όχι μόνον εκ του Πατρός, αλλά και εκ του Υιού.
Βέβαια, η Ορθόδοξη Ανατολή δεν υποψιαζόταν, ότι στη Δύση είχε από αιώνες κυριαρχήσει όχι μια αίρεση ή ένα σχίσμα, όπως αυτά που ήξερε η Εκκλησία από το ιστορικό της παρελθόν, αλλά κάτι ριζικά διαφορετικό, τη θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος, την αντιστροφή των όρων του Χριστιανικού Ευαγγελίου. Γι’ αυτό και ενώ μαχόταν ή Ανατολή για το filioque και το πρωτείο, υιοθετούσε ταυτόχρονα την κληρονόμιση του προπατορικού αμαρτήματος, την ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, τα συγχωροχάρτια ως ψυχοχάρτια, τους τιτουλάριους Επισκόπους, τις ενδημούσες Συνόδους, τις εθνοφυλετικές Εκκλησίες και πολλές άλλες δυτικές παρεκκλίσεις από Ορθόδοξες θέσεις. Επιπλέον, θαύμαζε σαν υψηλή και ζηλευτή θρησκευτική καλλιέργεια, τον ατομοκεντρικό ευσεβισμό, τη νοησιαρχική πειθαρχία, την ηθική και νομική συνέπεια της Δύσης και αποτύπωσε ορισμένα από αυτά στις διάφορες Ομολογίες Πίστης, που εμφανίστηκαν τον 17ο αιώνα. Δυο από αυτές, οι Ομολογίες Πέτρου Μογίλα, Μητροπολίτη Κιέβου και Δοσίθεου Νοταρά, Πατριάρχη Ιεροσολύμων, έχοντας στόχο να αναιρέσουν τις Καλβινικές θέσεις του Πατριάρχη Κων/πόλεως Κύριλλου Λούκαρι, παρασύρονται στην υιοθέτηση Ρωμαιοκαθολικών κριτηρίων, γλώσσας και προβληματισμού. Είναι τυπικά δείγματα Δυτικού τύπου «ορθόδοξων» Ομολογιών, δείγματα Ορθοδοξισμού, δηλ. μεταποίησης του εκκλησιαστικού ευαγγελίου σε ιδεολόγημα. Παρόμοιες Δυτικές επιδράσεις έχουμε στη «Φιλοκαλία» (θρησκευτικός ατομοκεντρισμός και σωτηρία μόνο δια της νοεράς προσευχής, με μόνο υποβοηθητικά μέσα, τα Μυστήρια της Εκκλησίας), καθώς και σε έργα του αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη, όπως το Πηδάλιο (συλλογή εκκλησιαστικών νόμων και δικανικών διατάξεων), τα Πνευματικά Γυμνάσματα (Ιγνάτιου Λοϊόλα του Τάγματος των Ιησουϊτών), Αόρατος Πόλεμος (του Lorenzo Scupoli, του τάγματος των Theatini), Χρηστοήθεια και Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον (αντιστροφή της εκκλησιαστικής οπτικής και αχρήστευση της πυξίδας που δείχνει τη διαφορά Εκκλησίας και θρησκείας).




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου