Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Η ΑΓΙΑ Γ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Του κ. Ιω. Καρδάση, Χημικού - Οικονομολόγου

          Από τις 10 Απριλίου 428, όταν ο Αντιοχειανής θεολογική παιδείας και παραδόσεως Νεστόριος έγινε Αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως, η θεολογική δράση του Αλεξανδρείας Κυρίλλου επικεντρώθηκε στην καταπολέμηση της διδασκαλίας του Νεστορίου και έτσι έγινε το κεντρικό θεολογικό πρόσωπο στην Ιστορία της Εκκλησίας, έως την κοίμησή του (444) και μερικώς έως την Ε΄ Οικουμενική σύνοδο (553).
            Ο Νεστόριος, θαυμαστής του Μοψουεστίας Θεοδώρου, αρνήθηκε για την Παρθένο Μαρία τον χαρακτηρισμό – όρο Θεοτόκος και απέδιδε σ’ αυτήν μόνο τον όρο Χριστοτόκος, διότι θεωρούσε αδύνατη τη γέννηση του Θεού Λόγου από την (άνθρωπο) Μαρία.
            Τις αντιλήψεις αυτές του Νεστόριου, τις οποίες κήρυττε στην Κων/πολη, πληροφορήθηκε ο Αλεξανδρείας Κύριλλος και αντέδρασε ακαριαία, διότι διέγνωσε κακοδοξία. Το 429 στην πασχάλια Ομιλία του, αλλά και στις επιστολές προς μοναχούς και προς τον ίδιο το Νεστόριο, καταδικάζει την κακοδοξία και εκθέτει συνοπτικά την Ορθόδοξη πίστη. Ενημερώνει τον Ρώμης Κελεστίνο Α΄, ο οποίος απορρίπτει Συνοδικά (430) τις απόψεις του Νεστόριου και αναθέτει πάλι Συνοδικά τον χειρισμό του όλου θέματος στον Κύριλλο.
            Η ανάθεση αυτή έδωσε στον Κύριλλο το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει  το παπικό κάλυμμα (παπική τιάρα), πράγμα που κληρονόμησαν έκτοτε όλοι οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας μέχρι σήμερα (Ι. Φουντούλη: Τελετουργικά θέματα, τ. Β΄, σελ. 179).
            Ο Νεστόριος επέμεινε στην κακοδοξία του, έχοντας στήριγμα τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ (υιό του Αρκάδιου) (408-450), που θεωρούσε τον Κύριλλο επικίνδυνο για την ειρήνη και την κεντρική διοίκηση στην πρωτεύουσα. Το 430, στη πασχάλια Ομιλία του, ο Κύριλλος, επιχείρησε να πείσει τον Νεστόριο, εκθέτοντας και θεμελιώνοντας ευρύτερα την ορθή διδασκαλία περί των φύσεων του Χριστού, απέστειλε δε και ειδική διατριβή για το Χριστολογικό θέμα στον ίδιο τον Αυτοκράτορα.
            Με την κάλυψη του Ρώμης Κελεστίνου Α΄, ο Κύριλλος συνέταξε: Τα Δώδεκα Κεφάλαια (αναθεματισμούς), που όφειλε να υπογράψει ο Νεστόριος, για να μη καθαιρεθεί. Το κείμενο παραδόθηκε στο Νεστόριο, που αρνήθηκε τον διάλογο, αλλά και στους άλλους Επισκόπους της Ανατολής. Η Αντιόχεια συμβούλευσε τον Νεστόριο να δεχθεί τον όρο Θεοτόκος, αλλά αυτός επέμενε, ότι άλλος ο Ιησούς και άλλος ο Χριστός.
            Ο Νεστόριος έπεισε τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄, τον επικαλούμενο Μικρό, για την ανάγκη σύγκλισης Συνόδου, η οποία συγκλήθηκε τελικά στην Έφεσο στις 22 Ιουνίου του 431. Ο Νεστόριος είχε την ελπίδα να μην εξετασθούν όσα για τη διδασκαλία του περιλαμβάνονταν στα Δώδεκα Κεφάλαια του Κυρίλλου, αλλά μόνο τα κατά του Απολιναρισμού (12ο Κεφάλαιο – αναθεματισμός). Οι ανατολικοί (Αντιοχείας Ιωάννης, Ιεροσολύμων Ιουβενάλιος κ.ά.) ενημερώθηκαν σχετικά από τους Κύριλλο και Νεστόριο. Οι Αντιοχειανοί συμβούλευσαν στο δεύτερο την αποδοχή του όρου Θεοτόκος. Μάταια όμως, διότι ο Νεστόριος επέμενε ότι το Χριστοτόκος είναι συμβιβαστικό και αποκλείει τόσο την Αρειανική, όσο και την Απολιναριστική ερμηνεία.
            Το κύρος του Κυρίλλου ήταν αυξημένο, διότι οι Αιγύπτιοι, οι Μικρασιάτες, οι Παλαιστίνιοι και οι Δυτικοί Επίσκοποι βρίσκονταν στο πλευρό του. Εναντίον του ήταν ο Νεστόριος και η Αυτοκρατορική Αυλή, ενώ οι Αντιοχειανοί ήταν ουδέτεροι, ειδικά δε με τα Δώδεκα Κεφάλαια, που θεώρησαν ύποπτα για Απολιναρισμό και θεωρούσαν υπερβολικά υποτιμητική την απαίτηση να τα υπογράψει ο Νεστόριος για να μη καταδικασθεί.
            Στη Σύνοδο είχαν κληθεί μόνο Μητροπολίτες και «ολίγοι» μόνον Επίσκοποι από κάθε επαρχία - Μητρόπολη. Ο Κύριλλος, μόνος Μητροπολίτης με έξη επαρχίες και εκατό περίπου Επισκοπές, είχε στο πλευρό του 46 Επισκόπους, γεγονός που επικρίθηκε. Ως εκπρόσωπος του Αυτοκράτορα, για την τάξη, προσήλθε στην Έφεσο ο κόμης Κανδιδιανός, με εντολή όμως να μη λάβει μέρος σε συζητήσεις «περί των δογμάτων».
            Η Σύνοδος της Ρώμης έστειλε δυο εκπροσώπους και ο Ρώμης Κελεστίνος έναν, με εντολή να ακολουθούν τον Κύριλλο, που στη Σύνοδο επίσημα «διείπε» (κατείχε) και τον «τόπον» (θέση) του Επισκόπου Ρώμης. Οι Δυτικοί έφθασαν στις 10 Ιουλίου, αλλά και αυτών παρόντων, τα πρακτικά – αποφάσεις υπέγραφε πρώτος ο Κύριλλος. Ο Νεστόριος προσήλθε στην Έφεσο «συν πολλή δυνάμει όχλων», και μόνο με ομόφρονες Επισκόπους από την Κωνσταντινούπολη, αλλά και ο Κύριλλος δεν υστερούσε σε «δύναμη όχλων» (με δύναμη 500 Παραβάλανων – ροπαλοφόρων μοναχών).
            Στη Σύνοδο συμμετείχαν 200 θεοφόροι Πατέρες από τους οποίους διακρίνονται οι Αλεξανδρείας Κύριλλος, Αντιοχείας Ιωάννης, Ιεροσολύμων Ιουβενάλιος, οι εκπρόσωποι του Ρώμης Κελεστίνου, Επίσκοποι Αρκάδιος και Προϊεκτος, με τον Πρεσβύτερο Φίλιππο, Εφέσου Μέμνων, Κύπρου Ρηγίνος, Φιλίππων Φλαβιανός, Αγκύρας Θεόδοτος, Καισαρείας Φίρμος, Μελιτινής Ακάκιος, Κύρου Θεοδώρητος κ.ά.
            Η Σύνοδος πραγματοποίησε την πρώτη συνεδρία στις 22 Ιουνίου 431 στον Μητροπολιτικό Ναό της Μαρίας με πρόεδρο τον Κύριλλο. Για την εσπευσμένη έναρξη της Συνόδου αντέδρασε ο Νεστόριος, που ανέμενε τον Αντιοχείας Ιωάννη και τους «ανατολικούς» Επισκόπους (σύνολο 43), αλλά και ο εκπρόσωπος του Αυτοκράτορα, που προσήλθε στην πρώτη συνεδρία, κατέθεσε την ένστασή του και αποχώρησε. Επίσης δεν είχαν φθάσει και οι Δυτικοί Επίσκοποι.
            Ο Κύριλλος πιεζόταν από πολλούς εμπερίστατους Επισκόπους να αρχίσει η Σύνοδος, αλλά και ο ίδιος επιθυμούσε ίσως να τελειώσει γρήγορα το θεολογικό έργο της Συνόδου, πριν από την άφιξη των Ανατολικών, των οποίων την υποστήριξη ανέμενε ο Νεστόριος. Για τη βιασύνη του αυτή, όχι μόνο κατηγορήθηκε, αλλά και καθαιρέθηκε (με όλους τους Συνοδικούς) από τη σύναξη των περί τον Αντιοχείας Ιωάννη Επισκόπων, μόλις αυτοί έφθασαν στην Έφεσο στις 27 Ιουνίου.
            Στη διάρκεια της πρώτης συνεδρίας έγινε δεκτή, από τους παρόντες Επισκόπους, η θεολογία της Β΄ επιστολής Κυρίλλου προς Νεστόριο, όπου το δόγμα της καθ’ υπόστασιν ενώσεως (αληθινής δηλ. ενώσεως) των δυο φύσεων του Χριστού, η καταδίκη της διδασκαλίας του Νεστόριου και η καθαίρεσή του. Τις αποφάσεις αυτές υπέγραψαν τελικά 197 Επίσκοποι.
            Ο Κύριλλος προήδρευσε και στις επτά συνεδρίες της Συνόδου (μέχρι 31 Ιουλίου), διότι (μέχρις ότου φθάσουν οι Δυτικοί Επίσκοποι) «επείχε» και «τον τόπον» του Ρώμης, του πρώτου τη τάξει και διότι ο δεύτερος τη τάξει Νεστόριος και απείχε των συνεδριών και ήταν υπόδικος. Στην τετάρτη συνεδρία (16-17 Ιουλίου), ο Κύριλλος επέβαλε ακοινωνησία και αργία στον Αντιοχείας Ιωάννη και στους 34 Επισκόπους, που είχαν συγκροτήσει την αντικανονική («ακανονίστως») εναντίον του συνέλευση.
            Για τα συμβάντα στην Έφεσο ενημέρωσαν τον Αυτοκράτορα ο Κανδιδιανός, ο Κύριλλος και ο Ιωάννης. Ο Αυτοκράτορας κήρυξε άκυρες τις αποφάσεις και των μεν και των δε και διέταξε κοινή συνεδρία. Ο Κύριλλος δεν υπάκουσε και συνέχισε με τους περί αυτόν τις συνεδρίες, την 1η Ιουλίου. Στις 22 Ιουλίου διάταγμα του Αυτοκράτορα κηρύσσει έκπτωτο τους Κύριλλο, Νεστόριο και Εφέσου Μέμνονα και διατάσσεται αυστηρός κατ’ οίκον περιορισμός τους.
            Μετά από 3 μήνες εγκλεισμού, στις 31 Οκτωβρίου, χωρίς την άδεια των Αρχών, ο Κύριλλος διέφυγε από τη φυλακή και αναχώρησε για την Αλεξάνδρεια, χωρίς βέβαια τη λήξη της Συνόδου και χωρίς επικύρωση του έργου της Συνόδου από τον Αυτοκράτορα, ο οποίος, σύμφωνα με τις εισηγήσεις, έκανε δεκτή μόνο την καθαίρεση του Νεστόριου, που αποτραβήχτηκε στη μονή της μετανοίας του στην Αντιόχεια (μονή Ευπρεπίου), όπου έμεινε ως το 435, όταν διατάχθηκε η εξορία του.
            Καταγράφεται, ότι ο Κύριλλος, προκειμένου να προσεταιρισθεί τους αξιωματούχους της Αυλής και τον ίδιο τον Αυτοκράτορα χρησιμοποίησε αφειδώς χρήματα. Διαβάζουμε στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: «Οι περισσότεροι (περί τους διακόσιους) Επίσκοποι, τρομοκρατημένοι από τους ρωμαλέους μοναχούς, που συνόδευαν τον Κύριλλο, καταδίκασαν, καθήρεσαν και αφόρισαν ερήμην τον Νεστόριο, χωρίς να περιμένουν την άφιξη των Επισκόπων της Συρίας. Μετά την προσέλευση των τελευταίων, ο Νεστόριος, με την υποστήριξη του εκπροσώπου του Αυτοκράτορος Κόμητος των Δομεστίκων Κανδιδιανού, πέρασε στην αντεπίθεση. Οργάνωσε και αυτός σώμα ροπαλοφόρων και σε αντισύνοδο καθήρεσε και αφόρισε τον Κύριλλο και τον Επίσκοπο Εφέσου Μέμνονα. Αλλά ήταν ήδη αργά. Οι απεσταλμένοι του Πάπα, που κατέφθασαν στο μεταξύ, συντάχθηκαν με τον Κύριλλο και, το σπουδαιότερο, τα τεράστια ποσά, που αφειδώς μοίρασε ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας σε αξιωματούχους της Αυλής είχαν ως αποτέλεσμα τη μεταστροφή και του Αυτοκρατορικού ζεύγους» (τ. Ζ΄, σελ. 113). «Έμαθε (ο Κύριλλος) την τέχνη της δολοπλοκίας, κολακείας, δωροδοκίας, ραδιουργίας και εμπάθειας κοντά στο θείο του Θεόφιλο, Επίσκοπο Αλεξανδρείας» (385-412) (σελ. 409). «Οπωσδήποτε ο Νεστόριος δεν διέθετε τα μέσα επιβολής (υπερβολικό πλούτο, δόλο, εμπάθεια) που διέθετε ο αντίπαλος του Κύριλλος» (σελ. 410). Διερωτάται κανείς, πως τέτοιος πλούτος στα χέρια του Αλεξανδρείας. Η απάντηση: Ο Αλεξανδρείας διέθετε μεγάλο εμπορικό στόλο, που διενεργούσε εμπόριο στη Μεσόγειο: «Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας (5ο αι.) διαθέτει αξιόλογο εμπορικό στόλο. Για ένα ταξίδι στην Αδριατική διαθέτει πλοίο 20.000 μοδίων (600 περίπου τόννων) φορτωμένο με εμπορεύματα και ρευστό χρήμα αξίας 25.000 χρυσών νομισμάτων» (σελ. 296).
            Είναι γεγονός, ότι όλη αυτή η έκρυθμη κατάσταση δημιούργησε σχίσμα μεταξύ των Αλεξανδρινών και των Ανατολικών (Αντιοχειανών κλπ.), για την άρση του οποίου έγιναν πολλές διαβουλεύσεις, που διήρκεσαν περίπου δυο χρόνια. Ο Κύριλλος ζητούσε από τον Ιωάννη να ομολογήσει τον όρο Θεοτόκος και να καταδικάσει τον Νεστόριο, ενώ ο Ιωάννης ζητούσε από τον Κύριλλο να παραμερίσει τα 12 Κεφάλαια (αναθεματισμούς) ή τουλάχιστον να ανακαλέσει σημεία τους. Τη διαμεσολάβηση ανέλαβαν ο Εμέσης Παύλος, ο Βεροίας Ακάκιος και άλλοι, με ταυτόχρονη πίεση του Αυτοκράτορα προς τον Ιωάννη για ειρήνευση της Εκκλησίας, το δε κείμενο – ομολογία συντάχθηκε από τον Κύρου Θεοδώρητο. Ο Κύριλλος συντάχθηκε με το κείμενο, που περιελάμβανε βασικές θέσεις του, το δε κείμενο έμεινε στην ιστορία με το όνομα Έκθεσις Πίστεως των Διαλλαγών ή Όρος των Διαλαγών και αποτελεί τον Όρο – απόφαση της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (Πισιδίας Μεθόδιου: «Το πρόσωπο του Ιησού Χριστού…..», σελ.100-101).  
            Ο Ιωάννης έστειλε το κείμενο στον Κύριλλο, που τελικά το δέχθηκε και το κυκλοφόρησε (Απρίλιο 433) με δική του Επιστολή (με τίτλο: «Ευφραινέσθωσαν οι ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη») προς τον Ιωάννη, ενώ δεν έπαυσαν οι ακραίοι Αλεξανδρινοί να εκτιμούν τη στάση του ως υπαναχώρηση σε βάρος της αυστηρής Ορθοδοξίας. Τόσον ο Κύριλλος, όσον και ο Ιωάννης διατύπωναν την άποψη, ότι αυτών η διδασκαλία είχε επικυρωθεί, πρέπει δε να τονισθεί ότι έγιναν αμοιβαίες υποχωρήσεις για να γεφυρωθεί το χάσμα και να εκλείψει το σχίσμα που είχε δημιουργηθεί. Τελικά βέβαια, ο κάθε ένας θεωρούσε τον συμφωνηθέντα Όρο της Συνόδου σύμφωνο με τις δικές του απόψεις και θέσεις και έτσι όλοι έμειναν ευχαριστημένοι με την ειρήνευση που επιτεύχθηκε στην Εκκλησία.
            Παρενθετικά αναφέρεται, ότι  ο Κύριλλος, στη Σύνοδο Ιεροσολύμων του 439, έκρινε μη αναγκαία τη Συνοδική καταδίκη των Ταρσού Διόδωρου (+394) και του μαθητή του, του Μοψουεστίας Θεόδωρου (+428), δεδομένου ότι και οι δυο είχαν πεθάνει σε κοινωνία με την Εκκλησία. (Στ. Παπαδόπουλου, Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, σελ. 23-40 και 181-202).
            Έτσι, εκτός από την Έκθεση Πίστεως των Διαλλαγών, που υπεγράφη δια περιφοράς, δυο χρόνια μετά τη λήξη της Συνόδου, κανένας άλλος Όρος, του τύπου των Α΄ και Β΄ Συνόδων υπεγράφη και τούτο διατυπώνεται στην παρακάτω δήλωση:
«Τούτων τοίνυν αναγνωσθέντων, ώρισεν η αγία Σύνοδος, ετέραν πίστιν μηδενί εξείναι προφέρειν ή γουν συγγράφειν ή συντιθέναι, παρά την ορισθείσαν παρά των αγίων Πατέρων των εν τη Νικαέων συναχθέντων πόλει συν αγίω Πνεύματι. Τους δε τολμώντας ή συντιθέναι πίστιν ετέραν, ή γουν προκομίζειν ή προφέρειν τοις εθέλουσιν επιστρέφειν εις επίγνωσιν της αληθείας, ή εξ Ελληνισμού ή εξ Ιουδαϊσμού ή γουν εξ αιρέσεως οιασδηποτούν, τούτους, ει μεν είεν Επίσκοποι ή κληρικοί, αλλοτρίους είναι τους Επισκόπους της Επισκοπής, και τους κληρικούς του κλήρου, ει δε λαϊκοί είεν, αναθεματίζεσθαι. Κατά τον ίσον δε τρόπον, ει φωραθείεν τινες, είτε Επίσκοποι, είτε κληρικοί, είτε λαϊκοί, ή φρονούντες ή διδάσκοντες τα εν τη προσκομισθείση εκθέσει παρά Χαρισίου του Πρεσβυτέρου περί της ενανθρωπήσεως του μονογενούς Υιού του Θεού, ήγουν τα μιαρά και διεστραμμένα του Νεστόριου δόγματα, υποκείσθωσαν τη αποφάσει της Αγίας ταύτης και Οικουμενικής Συνόδου, ώστε δηλονότι τον μεν Επίσκοπον αλλοτριούσθαι της Επισκοπής και είναι καθηρημένον, τον δε κληρικόν ομοίως εκπίπτειν του κλήρου, ει δε λαϊκός τις είη, και ούτος αναθεματιζέσθω, καθώς προείρηται» (Δ. Κοντοστεργίου, καθ. ΑΠΘ, «Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι», σελ. 77).  
Η Γ΄ Σύνοδος, εκτός του μείζονος εκκλησιαστικού ζητήματος και ουσιαστικού λόγου συγκλήσεως, που ήταν ο Νεστοριανισμός, αντιμετώπισε και το ζήτημα του Πελαγιανισμού. Η Επίσκοποι έτσι καταδίκασαν τους οπαδούς των Πελάγιου και Κελεστίου, οι οποίοι θεολογούσαν, πως ο άνθρωπος δύναται να σωθεί χωρίς τη συνέργεια της θείας χάριτος. Πατέρες μάλιστα της Εκκλησίας, όπως ο Ιωάννης Κασσιανός, μαθητής του Ιωάννη Χρυσοστόμου, διείδε και συγγένεια αυτής της αιρέσεως με το Νεστοριανισμό, άποψη που ενστερνιζόταν και ο Κύριλλος Αλεξανδρείας. O Πελαγιανισμός άλλωστε είχε ήδη καταδικαστεί από τοπικές Συνόδους που έλαβαν χώρα στην Καρχηδόνα το 411 και 418, με αποτέλεσμα η Συνοδική, υπό της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου καταδίκη, να αποτελεί απλώς την επικύρωσή τους.
            Στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο δηλώθηκε πανηγυρικά (de facto) το πρωτείο εξουσίας του Πάπα Ρώμης, στο πρόσωπο του Ρώμης Κελεστίνου: Πιθανότατα, ο Κύριλλος για να κλείσει τα μάτια των Ρώμης Κελεστίνου Α΄ και του διαδόχου του Σίξτου Γ΄ (θεολογικά ασήμαντων), παραδέχθηκε τις υπερφίαλες απόψεις τους, για το πρωτείο και ειδικά του πρώτου στην Γ΄ Σύνοδο που κατετέθηκαν στη Σύνοδο, χωρίς ίχνος αντίδρασης: «Ουδενί αμφίβολόν εστι, μάλλον δε πάσιν τοις αιώσιν εγνώσθη, ότι ο άγιος και μακαριώτατος Πέτρος, ο έξαρχος και κεφαλή των Αποστόλων, ο κίων της πίστεως, ο θεμέλιος της Καθολικής Εκκλησίας, από του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Σωτήρος και Λυτρωτού του γένους του ανθρωπίνου, τας κλεις της βασιλείας εδέξατο. και αυτώ δέδοται η εξουσία του δεσμείν και λύειν τας αμαρτίας, όστις έως του νυν και αεί εν τοις αυτού διαδόχοις και ζη και δικάζει. τούτου τοιγαρούν κατά τάξιν ο διάδοχος και τοποτηρητής, ο άγιος και μακαριώτατος Πάπας ημών Κελεστίνος, ο Επίσκοπος, εις ταύτην την αγίαν Σύνοδον διαδόχους ημάς της αυτού παρουσίας απέστειλεν…..» (αγίου Νεκταρίου: Τα αίτια του Σχίσματος, τ. Α΄, σελ. 143-144). Και όλα αυτά για να επιβεβαιωθεί η ασκούμενη (και όχι απλώς ρητορική) πρωτοκαθεδρία του θρόνου της Αλεξάνδρειας έναντι της Κων/πολης, στο πρόσωπο του Νεστόριου, αλλά και έναντι της Ρώμης στα πρόσωπα των μέτριων αυτών Παπών. Βέβαια στη Δ΄ Οικουμενική οι ρόλοι αντεστράφησαν, η Ρώμη θριάμβευσε στο πρόσωπο του Λέοντα Α΄ έναντι της Αλεξάνδρειας, στο πρόσωπο του Διόσκορου, που αφορίσθηκε και έναντι της Κων/πολης με την άρνηση υπογραφής από τη Ρώμη του κη΄ κανόνα περί των ίσων πρεσβείων τιμής Ρώμης και Κων/πολης. Αλλά γιατί ανέχθηκαν οι Πατέρες της Συνόδου την καταφανή άσκηση της εξουσίας από τον Πάπα; Ο άγιος Νεκτάριος απαντά: «Η τοιαύτη γλώσσα του πρεσβυτέρου (Φιλίππου) απήρεσε λίαν προς τους αγίους Πατέρας, αλλ’ η προς την ειρήνην της Εκκλησίας στοργή έθετο κατά την στιγμήν εκείνην φυλακήν τοις χείλεσιν αυτών, διότι τοις αντιπροσώποις περί εν μάλλον έμελλε, περί της αρχής του Πάπα και εάν αυτή προσεβάλλετο, αμ’ έπος ο της Συνόδου σκοπός ηδύνατο να ματαιωθή». Προφανώς βέβαια πρόκειται περί της αρχής του Πάπα, όχι ως primus inter pares (πρώτος μεταξύ ίσων), αλλά ως primus sine paribus (πρώτος άνευ ίσων).
            Η Σύνοδος συνέταξε και εξέδωσε 8 Ιερούς Κανόνες, που αφορούν κυρίως διάφορα θέματα κληρικών και τις σχέσεις τους με τον Νεστόριο. Ειδικά όμως, ο η΄ Κανόνας της Συνόδου αναγνωρίζει στην Εκκλησία της Κύπρου το αυτοκέφαλον. Η Κύπρος διατελούσε πολιτικά υπό τον Δούκα της Αντιόχειας, ο οποίος έστελλε Στρατηγόν για την άσκηση της διοίκησης. Τούτο εκμεταλλεύτηκε ο Αντιοχείας και θέλησε να υπαγάγει, υπό την δική του εκκλησιαστική εξουσία και την Κύπρο. Οι Κύπριοι Επίσκοποι αντέδρασαν, προσέφυγαν στη Σύνοδο, η οποία τους δικαίωσε και διακήρυξε την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Κύπρου.
            Ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, εκτός της εκκλησιαστικής εξουσίας κατέχει και την πολιτική εξουσία με διάταγμα του Αυτοκράτορα Ζήνωνα: Έτσι, και παρά την απαγόρευση από την Δ΄ Οικουμενική (ζ΄ κανόνας) της ταυτόχρονης ύπαρξης κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας στο αυτό πρόσωπο, όμως με το διάταγμα του Αυτοκράτορα Ζήνωνα, του 488, ο Κύπρου αποκτούσε de jure και κοσμική εξουσία και ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος ήταν και ο τοποτηρητής του Αυτοκράτορα στην Κύπρο και τούτο διήρκεσε επί 8 αιώνες! Σε επίρρωση αυτού, ο Κύπρου απέκτησε το προνόμιο να φέρει πορφυρό αυτοκρατορικό μανδύα, να κρατεί αυτοκρατορικό σκήπτρο αντί ποιμαντορικής ράβδου και να υπογράφει με κόκκινο μελάνη, προνόμια τα οποία διατηρούνται μέχρι και σήμερα. Η Πενθέκτη Οικουμενική δεν επικύρωσε το διάταγμα, καθότι αυτοκρατορικό, αλλά και δεν απαγόρευσε την διπλή αυτή ιδιότητα του Κύπρου, παρά τη σαφή παράβαση του ζ΄ Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Η΄, σελ. 358). Το 1204 οι Φράγκοι κατέλυσαν την αυτοκεφαλία της Κύπρου, η οποία εδόθη πάλι το 1572, επί Σελίμ Β΄, στον Αρχιεπίσκοπο Τιμόθεο, το δε 1660 εδόθη στον Κύπρου και πάλιν η κοσμική εξουσία, επί Μεχμέτ Δ΄, στον Αρχιεπίσκοπο Νικηφόρο.
            Η Κύπρος, κατασταθείσα αυτοκέφαλος με απόφαση της Γ΄ Οικουμενικής, καθίσταται η 6η Εκκλησία, η οποία έχει ιδρυθεί από Οικουμενική Σύνοδο, πέραν των 5 Εκκλησιών (Ρώμης, ΚΠόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων), οι οποίες αναγνωρίστηκαν από Οικουμενικές Συνόδους (β΄ και γ΄ κανόνες της Β΄ και κη΄ της Δ΄). Όλες οι μετέπειτα δημιουργηθείσες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες, είτε ονομάζονται Πατριαρχεία, είτε Αρχιεπισκοπές (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Σερβίας, Ρουμανίας, Γεωργίας, Ελλάδας, Αλβανίας, Πολωνίας, Τσεχίας-Σλοβακίας, έχουν εκκρεμότητα, ως προς την αναγνώριση τους, γιατί δεν έχουν καταστεί αυτοκέφαλες Εκκλησίες, από Οικουμενική Σύνοδο, αλλά μόνο με πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου ΚΠόλεως (Συνοδικό Τόμο αυτοκεφαλίας).
            Οι καταδικασθέντες Νεστοριανοί εξεδιώχθησαν από την αυτοκρατορία και ειδικώς από τον Αυτοκράτορα Ζήνωνα (489) και κατέφυγαν στην Περσία, όπου δημιουργήθηκε δική τους αιρετική Νεστοριανική Εκκλησία, η οποία απεσχίσθη από το σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, για δογματικούς, αλλά και πολιτικούς λόγους, μετά από απόφαση που έλαβαν κατά τη Σύνοδο, που συγκλήθηκε από τον πρώτο Νεστοριανό Πατριάρχη Βαβαίο, το 498.

            Συμπεράσματα
            Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος αποτελεί τη Σύνοδο κατά την οποία «εμφαίνει ούτω την πρώτη βαθμίδα εις την Οικουμενικήν διαμόρφωσην του Χριστολογικού δόγματος, καθ’ ήν απεκρούετο η υπό εμπειρικοορθολογιστικού πνεύματος κυριαρχούμενη προσπάθεια επίλυσης του χριστολογικού ζητήματος». Σκοπός της συνόδου υπήρξε η επίλυση του αναφυέντος Χριστολογικού ζητήματος και σαν στόχο είχε «να περισώσει και να αναδείξει την πίστη της Νίκαιας, ότι αυτός ο Θεός Λόγος είναι ο ενανθρωπήσας και επιτελέσας ούτω την πραγματική λύτρωση και σωτηρία». Ταυτόχρονα όμως, με την κοινή συμφωνία και πίστη της «Εκθέσεως πίστεως των διαλλαγών», επήλθε και ουσιαστική δογματική σύγκλιση, ανάμεσα στις δύο μεγάλες θεολογικές σχολές της Αντιοχείας και της Αλεξανδρείας. Μία πίστη στηριγμένη σε ένα δογματικό όρο ο οποίος «δετυπούτο εν αριστοτεχνική συνθέσει των υγιών αρχών» (Ι. Καλογήρου, Ιστορία των Δογμάτων, τ. Α΄, σελ. 189-198) των δύο θεολογικών τάσεων.
Γι' αυτούς τους λόγους η επωνομαζόμενη και «Πρώτη Σύνοδος της Εφέσου» «υπήρξε χωρίς αμφιβολία σταθμός στην ιστορία της Ορθόδοξης θεολογίας» αφού «όχι απλώς καταδίκασε δύο γνωστούς της εποχής αιρετικούς, αλλά κυρίως διότι με τη διδασκαλία της δόθηκε απάντηση σ’ ένα ερώτημα το οποίο είχε τεθεί μερικές δεκαετίες πριν», ενώ «απετέλεσε την απάντηση στο ερώτημα και την αραγή βάση πάνω στη οποία η εκκλησία θεμελίωσε τη Χριστολογία και τη σωτηριολογία της» (Κ. Σκουτέρη, Ιστορία των Δογμάτων, τ. Β΄, σελ. 748-749).                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             Παρατηρήσεις
1.- Η Σύνοδος ξεκίνησε με παρουσία μόνον της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας και απουσία των άλλων Εκκλησιών, αλλά και του εκπροσώπου του Αυτοκράτορα.

2.- Η Σύνοδος δεν περάτωσε τις εργασίες της, δεδομένου, ότι ο Πρόεδρός της Κύριλλος φυλακίστηκε από την Πολιτεία για 3 μήνες, καθαιρέθηκε δε από τη σύναξη των Ανατολικών και τελικά διέφυγε στην Αλεξάνδρεια.

3.- Τα αποτελέσματα της Συνόδου, μετά από δραματικές διαβουλεύσεις δυο περίπου ετών και αμοιβαίες υποχωρήσεις των αντιθέτων μερών εγκρίθηκαν τελικά με τη σύνταξη του Όρου.

4.- Ο Αυτοκράτορας ούτε κήρυξε την έναρξη της Συνόδου, αφού η έναρξη υπήρξε μονομερής ενέργεια του Κυρίλλου, ούτε τη λήξη, αφού επίσημη λήξη δεν υπήρξε.

5.- Ο Ρώμης Κελεστίνος, είχε εξουσιοδοτήσει τον Κύριλλο να χειριστεί εν λευκώ το θέμα με το Νεστόριο, γι’ αυτό δεν υπήρξε καμία αντίδραση ή διαφορετική θεώρηση από τη Ρώμη.

6.- Η κάθε πλευρά (Αλεξάνδρεια και Αντιόχεια) διατυμπάνιζε, ότι αυτής η θέση είχε πρυτανεύσει τελικά και μετά από πιέσεις του αυτοκράτορα αποφεύχθηκε μεγάλο σχίσμα στην Εκκλησία.

7.- Για πρώτη φορά εκδηλώνεται σε Οικουμενική Σύνοδο πανηγυρικά και χωρίς αντίδραση των Πατέρων το πρωτείο εξουσίας του Αρχιεπισκόπου Ρώμης. Αυτό θα εκδηλωθεί εντονότατα στην επόμενη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο με την άσκηση εξουσίας από τον πανίσχυρο πάπα Λέοντα Α΄.

8.- Η Εκκλησία της Κύπρου αναγνωρίζεται από τη Σύνοδο, ως αυτοκέφαλη και ο Αρχιεπίσκοπός καθίσταται αργότερα ταυτοχρόνως και φορέας της πολιτικής εξουσίας.

 

           

 

 

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Η ΑΓΙΑ Β' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Του κ. Ιω. Καρδάση, Χημικού - Οικονομολόγου
 
            Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τον Αυτοκράτορα Μ. Θεοδόσιο στην ΚΠολη, από τις 22 Μαΐου έως τις 30 Ιουλίου 381. Στην αρχή ήταν κυρίως μια Γενική Σύνοδος, μόνο της Ανατολής, αργότερα όμως αναγνωρίσθηκε ως Οικουμενική και από τη Δύση και από την Δ΄ Οικουμενική, όπως και από την καθόλου εκκλησιαστική συνείδηση. Στη Σύνοδο μετείχαν 150 Επίσκοποι της Ανατολής και ουδείς από τη Δύση (εκτός των Επισκόπων του Ιλλυρικού, που υπήγοντο στη Ρώμη). Διακρίθηκαν οι: Αντιοχείας Μελέτιος, ΚΠόλεως Γρηγόριος Θεολόγος, ΚΠόλεως Νεκτάριος, Αλεξανδρείας Τιμόθεος, Ιεροσολύμων Κύριλλος, Ικονίου Αμφιλόχιος, Νύσσης Γρηγόριος, Καισαρείας Παλαιστίνης Γελάσιος, Θεσσαλονίκης Ασχόλιος, Καισαρείας Καππαδοκίας Ελλάδιος, Ταρσού Διόδωρος, Σεβαστείας Πέτρος, Λαοδικείας Πελάγιος, Εδέσσης Ευλόγιος και άλλοι.
            Πρόεδροι της Συνόδου κατά σειράν ήταν: ο Αντιοχείας Μελέτιος, κατόπιν ο ΚΠόλεως Γρηγόριος και τέλος ο ΚΠόλεως Νεκτάριος. Και τούτο, διότι κατά τη διάρκεια των εργασιών απεβίωσεν ο Αντιοχείας Μελέτιος και κατόπιν ο ΚΠόλεως Γρηγόριος παρητήθη, καθότι οι Επίσκοποι Αλεξανδρείας και Ιλλυρικού αντέδρασαν, για τη μετάθεσή του από την επαρχία Σασίμων στην ΚΠολη.
            Αιτία της σύγκλισης της Συνόδου ήταν η αναταραχή στους κόλπους της Εκκλησίας, όπου οι καταδικασθέντες Αρειανοί έκαναν συνεχώς σκληρούς αγώνες, για την επικράτησή τους. Παράλληλα εμφανίσθηκαν και νέοι αιρετικοί Πνευματομάχοι, Ημιαρειανοί και Μακεδονιανοί, από τον ΚΠόλεως Μακεδόνιο, ο Λαοδικείας Απολλινάριο,ς ο Πτολεμαϊδος Σαβέλλιος, ο Αγκύρας Μάρκελλος, ο Σιρμίου Φωτεινός, ο Κυζίκου Ευνόμιος με το δάσκαλό του Αέτιο, ο ΚΠόλεως Ευδόξιος, ο Παύλος Σαμοσατέας και άλλοι.
            Στην Αρειανική παράταξη υπήρχαν τρεις ομάδες: Οι ανόμοιοι, οι όμοιοι και οι ομοιούσιοι. Η Σύνοδος της Αλεξάνδρειας του 362 είχε δεχθεί τους ομοιουσιανούς, που είχαν υπογράψει το σύμβολο Νικαίας. Οι μη υπογράψαντες ονομάστηκαν Πνευματομάχοι και είχαν καταδικαστεί από τη Σύνοδο της Αντιόχειας του 379 υπό τον Αντιοχείας Μελέτιο.
            Ο Σιρμίου Φωτεινός υποστήριζε, ότι ο Λόγος είναι αιώνια δύναμη του Θεού, ο δε Υιός ήταν άνθρωπος που γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, με τον οποίον ενώθηκε ο Λόγος, ο οποίος μετά τη συντέλεια θα απέβαλε την ισχύ και τη βασιλεία. Ο Λαοδικείας Απολλινάριος υποστήριζε, ότι ο Χριστός με τη σάρκωσή του πήρε σώμα και ψυχή, αλλά όχι τον νου, ο δε ΚΠόλεως Μακεδόνιος, ότι το άγιο Πνεύμα είναι κτίσμα του Θεού.
            Η Σύνοδος εξάλειψε αυτές τις κακοδοξίες, που ήταν λείψανα του Αρειανισμού και συμπλήρωσε το σύμβολο της Α΄ Οικουμενικής.
            Οι Αρειανοί Επίσκοποι δεν προσήλθαν στη Σύνοδο, αν και προσκλήθηκαν, ενώ οι Μακεδονιανοί ήταν παρόντες. Η Σύνοδος αναγνώρισε επίσης τους Επισκόπους ΚΠόλεως, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, ως κανονικούς. Οι Πατέρες συνέταξαν Τόμο με την Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία περί Αγίας Τριάδος και τον απέστειλαν στη Δύση. Πρακτικά ίσως δεν κρατήθηκαν. Με τη δογματική απόφαση της Β΄ Οικουμενικής ολοκληρώθηκε και έληξε το όλο Τριαδολογικό δόγμα και συμπληρώθηκε το θεμέλιο που έθεσε η Α΄ Οικουμενική, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε όλο το δογματικό οικοδόμημα της Εκκλησίας.
            Η Σύνοδος αυτή καταδίκασε όλες τις μέχρι τότε αιρέσεις, δηλ. τους Ευνομοιανούς, Ανόμοιους, Αρειανούς, Ευδοξιανούς, Ημιαρείους, Πνευματομάχους, Σαβελλιανούς, Μαρκελλιανούς, Φωτεινιανούς και Απολλιναριστές.
            Ασχολήθηκε με την κανονική πλήρωση των θρόνων ΚΠόλεως, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων και την αποκατάσταση της ομόνοιας στην Εκκλησία. Η Σύνοδος ξεκίνησε με την προεδρία του Αντιοχείας Μελέτιου. Κατά την πορεία απεβίωσε ο Μελέτιος και η Σύνοδος εξέλεξε τον Γρηγόριο Θεολόγο, ως Αρχιεπίσκοπο ΚΠόλεως και πρόεδρο της Συνόδου. Ο Γρηγόριος πρότεινε για το θρόνο της Αντιόχειας τον Παυλίνο, πλην όμως δεν το δέχτηκαν οι Αιγύπτιοι Επίσκοποι (του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας) και οι Μακεδόνες Επίσκοποι του Ιλλυρικού (του Πατριαρχείου Ρώμης), οι οποίοι έφθασαν αργότερα στη Σύνοδο και επί πλέον κατηγόρησαν τον Γρηγόριο, ότι κέρδισε το θρόνο με νοθεία και ότι μετετέθη από Επισκοπή σε Επισκοπή. Κατόπιν τούτων ο Γρηγόριος παρητήθη της προεδρίας της Συνόδου και του θρόνου της ΚΠόλεως και επέστρεψε στην Επισκοπή Νανζιανζού. Η Σύνοδος εξέλεξε τον Νεκτάριο, ως Αρχιεπίσκοπο ΚΠόλεως και πρόεδρο της Συνόδου.
            Μεταξύ των επτά Κανόνων, που εξέδωσε έχουμε τον γ΄ Κανόνα, που προσδιορίζει την θέση του Επισκόπου ΚΠόλεως και αναβιβάζει τον θρόνο της ΚΠόλεως μετά τον θρόνο της Ρώμης: «Τον μεν τοι Κωνσταντινουπόλεως Επίσκοπον έχειν τα πρεσβεία της τιμής μετά τον της Ρώμης Επίσκοπον, δια το είναι αυτήν Νέαν Ρώμην». Πριν από τον προβιβασμό αυτό, ο Επίσκοπος του Βυζαντίου υπήγετο στη Μητρόπολη Ηρακλείας της Θράκης.
            Η Σύνοδος διασκεύασε, συμπλήρωσε, αλλά και αφαίρεσε τμήματα του όρου της Α΄ Συνόδου, ως εξής:
1/ «ποιητήν ουρανού και γης» (κατά Μαρκιωνιτών και Μανιχαίων)
2/ «προ πάντων των αιώνων» (κατά Φωτεινιανών).
3/ «κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα» (κατά Απολλιναριστών)
4/ «σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα».
5/ «και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός….. ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος» (κατά Φωτεινιανών).
6/ «Και εις το Πνεύμα το άγιον το Κύριον το ζωοποιόν, το εκ του πατρός εκπορευόμενον…..» (κατά των Πνευματομάχων).
7/ «τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός» αφαιρέθηκε με τη συνέργεια των Καππαδοκών Πατέρων, καθότι υπήρξε λανθασμένη δογματική διατύπωση. Ο Υιός εγεννήθη εκ του προσώπου του Πατρός και όχι εκ της ουσίας του, καθότι έτσι η ουσία τίθεται προ του προσώπου και καθιστά ακόμη και τον Πατέρα δέσμιο αυτής.  
8/ Ο τελικός αφορισμός αφαιρέθηκε εξ ολοκλήρου, καθότι υπήρχε λανθασμένη δογματική διατύπωση, διότι ταύτιζε την υπόσταση με την ουσία, ενώ είναι δυο τελείως διαφορετικές έννοιες.      
            Η αναιμική δήλωση της Α΄ Συνόδου, περί του αγίου Πνεύματος μετετράπη σε μια  υποβαθμισμένη δήλωση στην Β΄ Οικουμενική, όπου το άγιο Πνεύμα ουδαμού αναφέρεται, ως φως εκ φωτός, ως Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού και ως ομοούσιον τω Πατρί. Έπρεπε να περάσουν πολλοί αιώνες για να τολμήσει η Εκκλησία να χαρακτηρίσει το άγιο Πνεύμα με αυτές τις εκφράσεις, λόγω της συνεχιζόμενης πολεμικής κατ’ Αυτού. Πρέπει να φθάσουμε στην ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο, το 680, όπου στη Συνοδική επιστολή του Ιεροσολύμων Σωφρόνιου, που απεδέχθη και κατακύρωσε η Σύνοδος, αναγράφεται: «Εις εν Πνεύμα άγιον, το εκ Θεού Πατρός εκπορευόμενον, το φως και Θεόν και αυτώ γνωριζόμενον, και ον αληθώς Πατρί και Υιώ συναϊδιον, ομοούσιόν τε και ομόφυλον, και της αυτής ουσίας και φύσεως, και ωσαύτως δε και θεότητος».  
            Το τελικό κείμενο του Συμβόλου της Πίστεως έχει ως εξής:
            «Πιστεύομεν εις ένα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων.
            Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι’ ου τα πάντα εγένετο.
            Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα.
            Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα.
            Και αναστάντα τη Τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς.
            Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός.
            Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος.
            Και εις το Πνεύμα το άγιον, το κύριον, το ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν δια των προφητών.
            Εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν.
            Ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών.
            Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών.
            Και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν».
            Μετά το τέλος των εργασιών, ο Μ. Θεοδόσιος κύρωσε τις αποφάσεις της Συνόδου και τους 7 Κανόνες της με νόμο και έλαβε μέτρα κατά των αιρετικών.
            Η Εκκλησία εορτάζει την Β΄ Οικουμενική στις 22 Μαΐου.
            Παρατηρήσεις
1/ Η Σύνοδος ξεκίνησε ως γενική και κατέληξε Οικουμενική.
2/ Είχε τρεις προέδρους, εξ ων ένας απεβίωσε και έτερος παρητήθη.
3/ Καταδίκασε πλήθος αιρέσεων και αιρετικών.
4/ Αναβίβασε τον θρόνο της ΚΠόλεως από την ανυπαρξία στη 2η θέση μετά τον θρόνο του Ρώμης.
5/ Πρόσθεσε όρους, που έλειπαν από το Σύμβολο της Α΄ Συνόδου
6/ Αφαίρεσε όρους, που υπήρχαν στο Σύμβολο της Α΄ Συνόδου, οι οποίοι θεωρήθηκαν, ότι δεν ανταποκρίνονται στις ορθές έννοιες των όρων «ουσία», «φύση» και «υπόσταση».
7/ Η δήλωση για το άγιο Πνεύμα το παρουσιάζει ως υποβιβασμένο, ως προς τα άλλα δυο πρόσωπα της αγίας Τριάδος.
8/ Το Σύμβολο ΚΠόλεως αναφέρεται, ως σύμβολο Νικαίας – ΚΠόλεως και έτσι γεφυρώνει και τα δυο σύμβολα.

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΑΓΙΟΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Κ. ΤΣΙΛΙΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΓΡΑΙΚΟ

Πρωτ. Δημητρίου Αθανασίου
          "Ουκ έστι, Κύριε, τοις δούλοις σου θάνατος, εκδημούντων ημών από του σώματος και προς σε τον Θεόν ενδημούντων, αλλά μετάστασις από των λυπηροτέρων επί τα χρηστότερα και θυμηδέστερα, και ανάπαυσις και χαρά».(Β Ευχή της Πεντηκοστής).
          Το Σάββατο 24 Μαϊου 2014, η Θριαμβεύουσα Εκκλησία υποδέχτηκε ένα νέο μέλος της. Τον  εξ Άρτης δικηγόρο, συγγραφέα και ιστορικό ερευνητή Κωνσταντίνο Τσιλιγιάννη, γνωστό στην Aρτινή  κοινωνία αλλά και γνωστότερο στο Πανελλήνιο για την ενασχόλησή του με τον Άγιο Μάξιμο τον Γραικό. 
          Περιγράφοντας  επιγραμματικά το ερευνητικό  έργο του μακαριστού μπορούμε να πούμε  ότι «… ο Κώστας  Τσιλιγιάννης μάζευε  υπομονετικά και με αφοσίωση τα τρίμματα των αιώνων  και τα έφτιαχνε παλίμψηστο. Χάρη σ’  αυτόν ανοίξαμε παράθυρα στη μνήμη και ανακαλέσαμε εικόνες που νομίζαμε ότι είναι ξεθωριασμένες και όμως ευτυχώς είναι ακόμη εδώ, ζούνε με μας, μέσα από μας». (Από την ανακοίνωση του Μ/Φ συλλόγου Σκουφάς)
          Ο Άγιος Μάξιμος, η εκπληκτική αυτή φυσιογνωμία των ρωσικών γραμμάτων, που σημάδευσε τις ελληνορωσικές πνευματικές σχέσεις και «κυρίως το ύφος της ελληνικής επιδράσεως στην ανάπτυξη της εν γένει ρωσικής γραμματείας» αποτέλεσε αντικείμενο των ερευνών του μακαριστού ιστορικού ερευνητή. Ως συμπατριώτης του Αγίου ο Κ. Τσιλιγιάννης  ερεύνησε και μελέτησε το έργο του εξ Άρτης Βατοπαιδινού μοναχού και φωτιστού των Ρώσων. Οι έρευνές του στο Άγιο Όρος και στις μεγάλες ελληνικές βιβλιοθήκες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό είχαν εκπληκτικά αποτελέσματα, που αποτυπώθηκαν σε ένα μεγάλο   αγιολογικό έργο, που περιλαμβάνει τις εξής ενότητες.
Α. Πρωτοβουλίες και ενέργειες που σχετίζονται με τον Άγιο Μάξιμο.
Β. Συγγραφικό έργο.
Για το έργο του αυτό τιμήθηκε ιδιαίτερα από την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου σε ειδική εκδήλωση την 28η Ιανουαρίου 2011  και τον περασμένο Ιανουάριο 2014 και  από την Μητρόπολη Άρτας. Κατά την διάρκεια της εκδήλωσης σε σχετική  ομιλία  ο Μητροπολίτης Άρτας Ιγνάτιος Δ΄ μεταξύ των άλλων είπε.
«..Από τους παλιούς Αρτινούς που ασχολήθηκαν με τα γράμματα  και τον Άγιο Μάξιμο είναι και ο αγαπητός μας κ. Τσιλιγιάννης. Ο λεβέντης αυτός Αρτινός μας , με τα όλα του, που μετά τον χωρισμό από το γυναίκα του, που τον άφησε να φύγει γρήγορα στους ουρανούς, εκείνος έδωσε τον εαυτό του στον Άγιο Μάξιμο. Πάλεψε, διάβασε, ερεύνησε, έτρεξε, ξόδεψε χρήματα, παρακίνησε ανθρώπους σε αυτόν τον αγώνα και έκανε πάρα πολλά. Έγραψε  πολλά, έβγαλε στο φως πολλές μαρτυρίες, μαζί πήγαμε στην Ρωσία, πολλές φορές στο Άγιο Όρος.  …εκεί κόντεψε να γίνει Αγιορείτης ….εκεί πάντα στον αγώνα του ακούραστος  και πραγματικά αισθανόμουν και  κάποια ενοχή όταν τον έβλεπα έτσι να τρέχει, να προσπαθεί  και να καλύπτει χώρο, που θα μπορούσαμε να τον καλύψουν άλλοι ιστορικοί και θεολόγοι.
Κύριε Τσιλιγιάννη, γι’ αυτό τον λόγο ακριβώς αισθανόμαστε μεγάλη ευγνωμοσύνη για την προσπάθειά σας, για την τον αγώνα σας, για την προσφορά σας στην  Άρτα μας, γιατί ο Άγιος Μάξιμος   ήταν παιδί της Άρτας. …και χαιρόμαστε που βρέθηκε ένας Αρτινός που τόσο πολύ τον αγάπησε ….(21/01/2014).
Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Γέροντας Εφραίμ έχει γράψει και τα εξής για το έργο του Κώστα Τσιλιγιάννη.
«Ο Κ.Τσιλιγιάννης  είναι  διακεκριμένος ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας, αλλά και σύγχρονος ερευνητής του βίου και του έργου του Αγίου Μαξίμου, στον οποίο οφείλεται η ανάδειξη του Αγίου στον ελληνικό χώρο με την συγγραφή τουλάχιστον 16 βιβλίων και με τις λοιπές δραστηριότητες -…»
Α. Πρωτοβουλίες και ενέργειες του Κ.Τσιλιγιάννη για τον Άγιο Μάξιμο τον Γραικό.
Αυτές είναι:
-Αγιοκατάταξη Οσίου Μαξίμου
-Σύνταξη Ιεράς Ακολουθίας του Αγίου.
-Ανακάλυψη και δημοσιοποίηση του Τάφου 
-Επίτευξη της ανακομιδής των ιερών λειψάνων του Οσίου.
Η συμβολή του στην επίσημη αναγνώριση ως Αγίου του Μαξίμου του Γραικού.
Με πρωτοβουλία του Κ.Τσιλιγιάννη αναγνωρίστηκε επίσημα το 1988 ο Μάξιμος ο Γραικός ως Άγιος και μάλιστα πριν από τους Ρώσους, οι οποίοι τον ίδιο χρόνο, στην χιλιετηρίδα της Ορθοδοξίας στην Μόσχα, τον αναγνώρισαν και αυτοί επίσημα.
Στην έκδοση του Μ/Φ ΣΚΟΥΦΑΣ (Άρτα 1989) διαβάζουμε
«Ο Μητροπολίτης Άρτης Ιγνάτιος Γ΄ με το από 15-1-1998 γράμμα του προς τον κ.Κ.Τσιλιγιάννη, του ανεκοίνωσε χαρμόσυνα την αποδοχή από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος του αιτήματός του για την αναγνώριση ως Αγίου του Μαξίμου του Γραικού προσθέτοντας: «Σας συγχαίρω δια τας ευλαβείς και αξιεπαίνους πρωτοβουλίας σας δια την επίσημον αναγνώριση του Αγίου Μαξίμου του Γραικού…».
Εξάλου, στην μνήμη του Αγίου στις 21-1-1988 ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, μακαριστός Σεραφείμ (Τίκας) του απέστειλε γράμμα, όπου μεταξύ των άλλων γράφει: «εν διαπύρω πατρική υπερηφανεία δ΄επαινούντες δια τους φιλοχρίστους αγώνας σας και την λίαν θεάρεστον συγγραφικήν προσφοράν σας προς την Εκκλησίαν, πρωτεύουσα μεταξύ των οποίων θέσιν κατέχει η πρωτοβουλία σας δια την ανακήρυξιν ως Αγίου του Μαξίμου του Γραικού, σας εξουσιοδοτούμεν και δια την έκδοσιν της Ιεράς Ακολουθίας παρά του ελλογιμωτάτου υμνογράφου Γερασίμου του Μικραγιαννανίτου».
Αναγνωρίζοντας τις παραπάνω πρωτοβουλίες του Κ.Τσιλιγιάννη ο Οικουμενικός Πατριάρχης του εξέφρασε με το από 22 Αυγούστου 1988 γράμμα «την Ευαρέσκειαν της Μητρός Εκκλησίας».
Με γραπτό αίτημα του Κ.Τσιλιγιάννη ο αείμνηστος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης συνέθεσε ωραιότατη ακολουθία για τον εξ Άρτης Άγιο Μάξιμο. Σε επιστολή του ο υμνογράφος έγραψε: «Σας συγχαίρω δια τον προς τον Άγιον Μάξιμον Γραικόν ένθερμον ζήλον σας και τας ευλαβείς προσπαθείας σας προς ανάδειξιν και προβολήν αυτού εν τη καθόλου Αγία του Χριστού Εκκλησία…».
Επίσης σε άλλη επιστολή του, ο μεγάλος της του Χριστού Εκκλησίας σημείωσε: «..ημείς επράξαμεν το καθήκον μας εν προκειμένω και Σεις, πολύ περισσότερον εμού, εκοπιάσατε και κοπιάζετε δια την αξίαν προβολήν και τιμήν του Αγίου Πατρός, όστις τυγχάνει σχεδόν άγνωστος εν πολλοίς, δια τούτο ο Άγιος θα σας είναι οφειλέτης. (επιστολή 10 Ιανουαρίου 1989).
Η συμμετοχή του στην ανακομιδή των χαριτόβρυτων λειψάνων του Αγίου Μαξίμου.
…Το αίτημα της ανευρέσεως του Τάφου του Αγίου Μαξίμου του Γραικού με ανασκαφές για την ανακομιδή των λειψάνων του, διατυπώθηκε από τον Κ.Τσιλιγιάννη το πρώτον το 1991 στον Ρώσο Πατριάρχη διά του φίλου του και συνεργάτη μου Ρώσου αρχαιολόγου και ιστορικού κ. Σεργκέϊ Μπελάεφ. ………….
Στο βιβλίο του «Χρονικό της ανακαλύψεως του τάφου, της ανακομιδής στη Ρωσσία και της μετακομιδής στην Ελλάδα των ιερών λειψάνων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού, ως και η Ιερά Ακολουθία της Μετακομιδής, Άγιον Όρος 2009» μεταξύ των άλλων σημειώνει και τα εξής:
«Κατά τα τέλη του 1994, μετά από επισταμένες μελέτες και πολλές έρευνες, συγκέντρωσα πολλά στοιχεία για τον τάφο του Μαξίμου του Γραικού και εξέδωσα στο Άγιο Όρος την πρωτότυπη και βραβευθείσα μελέτη μου με τίτλο «Περί του τάφου του Αγίου Μαξίμου του Γραικού». Η εργασία μου αυτή, περιελάμβανε με ιστορική τεκμηρίωση τα εξής θέματα: α) περί του κενοταφίου, β) περί του θανάτου, της εορτής, της αγιοποιήσεως και της Ιεράς Ακολουθίας, γ) περί του σηκού και του παρεκκλησίου, δ) περί του τάφου του Αγίου Μαξίμου του Γραικού.
 ..Σκοπός δε της εκδόσεώς  αυτής, ήταν να ενημερώσω τους εν Ελλάδι επισήμους εκκλησιαστικούς φορείς να παρέμβουν στο Πατριαρχείο της Μόσχας, ώστε να ευδοκήσει τούτο να αποφασίσει την έναρξη των ανασκαφών για την ανεύρεση και ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού, αφού αποδείκνυα με αδιάσειστα ιστορικά ντοκουμέντα, επίσημα έγγραφα και παλιές φωτογραφίες την ακριβή θέση του τάφου, στη βορειοδυτική γωνία του μικρού ναού του Αγίου Πνεύματος, στη Λαύρα του Αγίου Σεργίου, στο Μοναστήρι της Αγίας Τριάδος».
Η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, με ιδιαίτερη και ευλαβή ευαισθησία, ανταποκρίθηκε αμέσως και απέστειλε επιστολές στον Πατριάρχη της Μόσχας για το θέμα της άνακομιδής. Στα πλαίσια αυτής της αλληλογραφίας είναι δυνατόν να ενταχθεί και η εκ μέρους της ίδιας Μονής χορηγηθείσα στον Κ.Τσιλιγιάννη  συστατική επιστολή προς τον Πατριάρχη της Μόσχας, για συνεργασία στο θέμα των ανασκαφών. Στην συστατική επιστολή μεταξύ των άλλων γραφόταν και τα εξής:
 «…Νυν ότε χάριτι Θεού, προάγεσθε εις την ανακομιδήν των ιερών λειψάνων του οσίου Μαξίμου του Βατοπαιδινού, του μεγάλου αυτού Φωστήρος και Αγίου της Αγιωτάτης Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, προαγόμεθα διά του παρόντος ίεροσφραγίστου και ενυπόγραφου Μοναστηριακού ημών Γράμματος, ίνα συστήσωμεν τη Υμετέρα Άγιότητι τον κ. Κωνσταντίνον Τσιλιγιάννην, έρχόμενον αύτόσε, ίνα συμβάλη εις το θεάρεστον αυτό έργον. Ό έν λόγω κύριος διακρίνεται διά την φιλόχριστον βιοτήν του και ιδιαιτέρως διά την άγάπην και την εύλάβειαν, την οποίαν τρέφει προς τον Άγιον Μάξιμον, καθότι κατάγεται έκ της ιδιαιτέρας πατρίδος του Όσίου, της Άρτης Ηπείρου. “Εχει δε συμβάλει τα μέγιστα εις την προβολήν των έργων του και της βιογραφίας του ανά τον Ελλαδικόν χώρον. Επιθυμεί δε να προσφέρει την έκ της καρδίας προσφοράν του, παρευρισκόμενος εις την άνακομιδήν των ιερών λειψάνων του Αγίου. Όθεν, παρακαλούμεν θερμώς όπως έναγκαλισθήτε αυτόν μετά πατρικής στοργής, ώς γνήσιον υϊόν».(Απόσπασμα της συστατικής επιστολής)
Περισσότερα 
http://fdathanasiou.wordpress.com/2014/05/27/
Η συμμετοχή του στην μετακομιδή  των χαριτόβρυτων λειψάνων του Αγίου Μαξίμου στο Άγιο Όρος και στην Άρτα.
Ήταν μέλος  της ελληνικής  αντιπροσωπίας  που επισκέφθηκε την Ρωσία τον  Ιούλιο  1997 για την μετακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου  Μαξίμου στο Βατοπαίδι μετά από 481 χρόνια.
Συμμετείχε στην τιμητική συνοδεία του ιερού λειψάνου του Αγίου κατά την μετακομιδή του στην Άρτα την 11η Οκτωβρίου 1997.
Β.Συγγραφικό έργο.
Περιλαμβάνει σχετικά  άρθρα σε περιοδικά και εκδόσεις βιβλίων.
Προλογίζοντας το βιβλίο -Τα ηρωελεγειακά έπη του Αγίου Μαξίμου του Γραικού, ο καθηγητής Ευάγγελος Θεοδώρου το 1997 έγραψε μεταξύ των άλλων και τα εξής για το έργο του Κ.Τσιλιγιάννη.
«….με μεγάλη χαρά διαπιστώνω ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες όχι μόνο μερικοί διακεκριμένοι Έλληνες ερευνητές και συγγραφείς (λ.χ.οι Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, Βλάσιος Φειδάς, Χρ.Λασκαρίδης..) έγραψαν αξιόλογες μελέτες αναφερόμενες στον επιφανή Βατοπαιδινό μοναχό, αλλά και αναδύθηκε στον πνευματικό ορίζοντα της πατρίδος μας ο κ.Κ.Τσιλιγιάννης. Δικηγόρος και ιστορικός συγγραφεύς, απεφάσιασε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στην επιστημονική διαλεύκανση και διαφώτιση ποικίλων βιογραφικών, ιστορικών, φιλολογικών και πολιτισμικών στοιχείων και την ικανοποίηση του αιτήματος της εξαντλητικής γνώσεως παντός, ό,τι συνδέεται με τον Άγιο Μάξιμο τον Γραικό. Εξαίρετα δείγματα επιτυχών συλλήψεων, διαπιστώσεων και επισημάνσεων του ευαίσθητου ερευνητικού και επιστημονικού περισκοπίου του Κ.Τσιλιγιάννη  είναι πλήθος ευσυνόπτων, αλλά πλήρως τεκμηριωμένων, μελετών, όπως λ.χ. οι αναφερόμενες στην μόρφωση του μεγάλου Έλληνος φωτιστού, στις σχέσεις του με τον ουμανισμό της Δύσεως και με τους Ρωμαιοκαθολικούς (ιδίως τους Δομινικανούς).
Στην παρουσίαση πρωτοδημοσιευμένων αγνώστων ιστορικών δεδομένων για τον θάνατο, την ακριβή τοποθεσία του ενταφιασμού και την ανακομιδή των λειψάνων του και για έργα του Μαξίμου που έχουν σχέση με την Ελλάδα, ως και η συμβολή του στον εμπλουτισμό της Παγκόσμιας Ιστορίας της Λογοτεχνίας με νέες σελίδες όπως η δημοσίευση για πρώτη φορά υπ΄αυτού του αγνώστου επιγράμματος του Μαξίμου του Γραικού προς τιμήν του Αγίου Δημητρίου …..Σε όλο του το έργο είναι ευδιάκριτα εξαίρετα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όπως λ.χ.είναι, εκτός των άλλων, η θερμή αγάπη προς την Ορθοδοξία και την Ελλάδα, το γνήσιο και ακμαίο ελληνορθόδοξο φρόνημα,…η ευωδία του λιβανωτού του Αγίου Όρους και των ευλογιών διακεκριμένων προσωπικοτήτων της Αθωνικής πολιτείας…ο δυναμισμός εκ της συνεργασίας και φιλίας με ξένους ,ιδίως Ρώσους επιστήμονες με τους οποίους βρίσκεται σε συνεχή και προσωπική επαφή…. η αξιοποίησις του πλούτου της σχετικής διεθνούς βιβλιογραφίας ….η εύστοχος διόρθωσις εσφαλμένων ισχυρισμών άλλων ερευνητών,… η τεκμηρίωσις των προβαλλομένων απόψεων κατά τρόπο μαρτυρούντα την νομική παιδεία και σκέψη του ερευνητού συγγραφέως, η εναργής, ακριβής, γλαφυρά και κρυσταλλίνης διαυγείας διατύπωσις των γραφομένων ….αυτά και πολλά άλλα ειδοποιά στοιχεία συνθέτουν την εκλεκτή ποιότητα των μελετών του Κ.Τσιλιγιάννη….»
Η εργογραφία του Κ.Τσιλιγιάννη για τον Άγιο Μάξιμο τον Γραικό.
1. Μάξιμος Γραικός. Το πρώτο μέρος της ζωής του .Άρτα-Ιταλία-Άγιο Όρος. (Ανάτυπο από το «Ήπειρος», έκδοση Ηπειρωτικής Εστίας Θες/νίκης Τόμος Θ.Ιαν,-Δεκ.1986)
2. Μάξιμος Γραικός, Β΄Μέρος της ζωής του. Από το Άγιο Όρος εις την Ρωσία». (περιοδικό Ήπειρος,Τόμος 10ος .Θεσ/νίκη 1987).
3. Το μεταφραστικό, διορθωτικό και ερμηνευτικό έργο του Αγίου Μαξίμου του Γραικού.(Ανάτυπο από το περιοδικό Σκουφάς .Τόμ.Η τχ.72-73.Άρτα 1989).
4. Ό Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, ο Βατοπαιδινός μοναχός. (περιοδ.Γρηγόριος Παλαμάς .Ι.Μ.Θεσσαλονίκης , τχ 737).
5. Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, ο εθναπόστολος των Ελλήνων. Άρτα 1991.
6. Παρακλητικός Κανόνας εις τον Τίμιο Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη ποιηθείς υπό Μαξίμου Βατοπαιδινού μοναχού του επονομαζομένου Γραικού. Έκδοση Ι.Μ.Θεσ/νίκης 1991.
7. Τα έξι γνωστά επιγράμματα του Αγίου Μαξίμου του Γραικού. Άγιο Όρος 1994.
8. Περί του τάφου του Αγίου Μαξίμου του Γραικού. Άγιο Όρος 1994.
9. Ένα άγνωστο ποίημα του Αγίου Μαξίμου του Γραικού. Άγιο Όρος 1995.
10. Η μόρφωση του Μαξίμου του Γραικού. Άγιο Όρος 1997.
11.Τ α ηρωελεγειακά έπη του Αγίου Μαξίμου του Γραικού. Άγιο Όρος 1997.
12. Μαξίμου Γραικού. Διήγηση για κάποιο νεομάρτυρα. Άρτα 1996.
13. Μαξίμου του Γραικού. Λόγος περί Πλάτωνος. Άγιο Όρος 1999.
14. Ο Άγιος Μάξιμος και το ράσο του Δομινικανού μοναχού. Άγιο Όρος 1992.
15. Ο τάφος του Αγίου Μαξίμου του Γραικού. Άγιο Όρος 1998.
16. Το ποιητικό έργο του Αγίου Μαξίμου του Γραικού. Άγιο Όρος 2002.
17. Η ιερά Ακολουθία του Αγίου Εράσμου, ποιηθείσα από τον Άγιο Μάξιμο τον Γραικό. Άγιο Όρος 2006.
18. Κωνσταντίνου Α. Τσιλιγιάννη, Χρονικό της ανακαλύψεως του τάφου, της ανακομιδής στη Ρωσία και της μετακομιδής στην Ελλάδα των ιερών λειψάνων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού, ως και η Ιερά Ακολουθία της Μετακομιδής. Άγιον Όρος 2009.
19.Η Δίκη του Μαξίμου του Γραικού. Αθήνα 2011.
Αξιόλογα ερευνητικά συμπεράσματα του Κ.Τσιλιγιάννη για τον Άγιο Μάξιμο τον Γραικό.
1.Η Καρτουσιανή εμπειρία.
Η είσοδος του Μιχαήλ Τριβώλη εις την μονή  των Καρτουσιανών του αγίου Μάρκου της Φλωρεντίας κατεγράφη σ το «Χρονικόν» (Chronica) της μονής ως ακολούθως: «Frater Michael Emmanuellis de civitate Arta, eodem nomino prius in seculo dictus, accepit habitum a venerabili Fratre Mattheo Marci, die quartadecima lunii circa horam primam noctis anno Domini 1502.» Η μαρτυρία αυτή σχολιάστηκε ότι δηλώνει την ένταξη του Μιχαήλ ως μοναχού  στην μονή  των Καρτουσιανών του αγίου Μάρκου του τάγματος των Δομινικανών.
Για  το  ζήτηµα  εάν  ο  Mιχαήλ Τριβώλης (Μάξιµος Γραικός)  είχε  καρεί  καθολικός  µοναχός,  ο Παπαµιχαήλ  (σ.406)  και  ο  Κανελλόπουλος  (σ.86)  θεωρούν  ότι  ο  Μάξιµος ντύθηκε  το  µοναχικό  ράσο  του  δοµινικανού  για  δύο  έτη  περίπου.
Ο Κωνσταντίνος Τσιλιγιάννης θεωρεί ότι η καταγραφή του Μιχαήλ στο Χρονικό της Μονής ως μοναχού είναι «ψευδής και υστερόβουλος» και οφείλεται στην «παπική προπαγάνδα».
Πώς έγινε ο Μιχαήλ μοναχός, χωρίς προηγουμένως να δοκιμαστεί ως δόκιμος τουλάχιστον δύο χρόνια; Και γιατί δεν άλλαξε το κοσμικό του όνομα, όπως συνηθιζόταν; Και γιατί οι εχθροί του δεν χρησιμοποίησαν το επιχείρημα της προδοσίας της ορθόδοξης πίστεως εναντίον του και δεν τον κάλεσαν να απολογηθεί; Εάν έκανε τέτοια παραχώρηση, δεν θα φανερωνόταν αυτή στο προπύργιο της Ορθοδοξίας, στο Άγιον Όρος; «Προσχώρησίς του άλλως τε στον λατινισμό δεν συνεβιβάζετο ούτε με τον γνωστόν αντιλατινισμό του ούτε με το φιλοπατερικό του πνεύμα». Ο ίδιος σε έναν λόγο του ομολογεί: «Εσύ όμως, φιλάνθρωπε Δέσποτα, ικετεύω την άρρητη αγαθότητά Σου, μην στείλεις εναντίον μου κάτι τέτοιο, αλλά, όπως ευδόκησες να προφυλάσσεις μέχρι τώρα εμένα, το αχάριστο δημιούργημα των χειρών Σου, εντός της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως, έτσι ευδόκησε, πανάγαθε Δέσποτα, και μέχρι το τέλος να με προφυλάξεις ακλόνητο έχοντας μέσα μου το μέγα της ευσεβείας μυστήριον. Ξέρεις, Δέσποτα, ότι το αγάπησα από την νεότητά μου και το αγαπώ με όλη την ψυχή μου και δεν έσφαλα στην επιθυμία μου, αλλά με την μεγάλη φιλανθρωπία και την Χάρη Σου αξιώθηκα, να ενταχθώ στην θεάρεστη σύναξη των μοναχών».
Εάν γινόταν πράγματι δομηνικανός μοναχός, θα έγραφε κάποιο έργο για να εξηγήσει τις αιτίες της πράξεώς του και θα ζητούσε συγχώρηση μετανοώντας για το ατόπημά του, κάτι που δεν βλέπουμε να γίνεται. Ούτε οι Ρωμαιοκαθολικοί, οι οποίοι βρίσκονταν τότε στην Μόσχα, κατηγόρησαν τον Μάξιμο στον μεγάλο ηγεμόνα και τον πατριάρχη ότι ήταν κάποτε μοναχός δικός τους, πράγμα το οποίο θα έδινε όπλα στους εχθρούς του. Ούτε στις δύο Συνόδους του 1525 και του 1531 αναφέρθηκε αυτή η κατηγορία για τον άγιο Μάξιμο, ενώ ασύστολα ειπώθηκαν τόσες άλλες ψευδείς κατηγορίες εναντίον του.
Κάποιοι μάλιστα επιχειρηματολογούν ότι η αιτία που ο άγιος Μάξιμος δεν έλαβε εκκλησιαστικά αξιώματα στο Άγιον Όρος ήταν η προσχώρησή του στο ρωμαιοκαθολικό δόγμα. Δεν γνωρίζουν όμως όσοι κάνουν αυτούς τους συλλογισμούς την Αγιορειτική Παράδοση, και ειδικά εκείνη την εποχή, ότι σε μία αγιορειτική Μονή υπήρχαν μόνο ένας ή το πολύ δύο ιερομόναχοι για τις λειτουργικές ανάγκες της. Ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, παρόλο που ήταν ηγούμενος, δεν ήταν ιερομόναχος, αλλά είχε μόνο έναν ιερομόναχο στην Μονή του για τα χρέη του εφημερίου. Στις Μονές του Αγίου Όρους μόλις μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 άρχισε να εμφανίζεται το φαινόμενο της ταυτίσεως του αξιώματος του ηγουμένου με αυτό του ιερομονάχου, αλλά και της «εις πρεσβύτερον» χειροτονίας μοναχών περισσοτέρων του ενός. Ως προς το αξίωμα του προϊσταμένου, υπάρχει η παράδοση η οποία ισχύει ακόμη και σήμερα, ότι κάποιος, για να λάβει το ισόβιο διοικητικό αξίωμα του προϊσταμένου, πρέπει να έχει κάνει στην Μονή τουλάχιστον 10 χρόνια. Ο άγιος Μάξιμος έμεινε στο Βατοπαίδι για 10 χρόνια, και βέβαια δεν ξέρουμε τί θα γινόταν στην συνέχεια. Αν υπήρχε κενή θέση προϊσταμένου, νομίζουμε ότι σίγουρα θα την λάμβανε. Επίσης νομίζουμε ότι, αν τελικά η υπακοή του το επέβαλλε, ο ταπεινός Μάξιμος θα αποδεχόταν και το λειτούργημα της ιερωσύνης, αφού χάριν της υπακοής προς τους πατέρες της Συνάξεως της Μονής, όπως λέγει και ο ίδιος, πήγαινε και έκανε περιοδείες και εράνους στην τότε Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα.
Τα πράγματα λοιπόν είναι πολύ απλά. Ο Μιχαήλ ήταν φιλοξενούμενος και εργαζόταν αμειβόμενος για την εργασία της μεταφράσεως των κειμένων στην Μονή του Αγίου Μάρκου. Παρέμεινε στην Μονή για έναν περίπου χρόνο, «χωρίς όμως να αρνηθεί επ’ ουδενί την Ορθοδοξία. Την εποχή εκείνη, παρά την αποτυχία στις απόπειρες για ένωση των Εκκλησιών (Σύνοδος Φερράρας Φλωρεντίας, 1439), μαρτυρούνται ορισμένες περιπτώσεις επί μέρους εκκλησιαστικής κοινωνίας». Όταν έφυγε, έγραφε σε επιστολή προς τον φίλο του Σκιπίωνα Καρτερομάχο: «Απεταξάμην τω μονήρει βίω» και εννοούσε την έξοδό του από την Μονή, χωρίς καμία άλλη διαδικασία. Η παραμονή του στην Μονή έληξε με την περάτωση του έργου που του είχε ανατεθεί. Έμεινε ελεύθερος και σκεφτόταν τί θα κάνει στην συνέχεια.(14)
2. Ο Χαρακτήρας του Μαξίμου.
Ο Μάξιμος από την νεανική του ηλικία, έζησε εις ελευθέραν χώραν, την Ιταλίαν, ήτο εκ φύσεως φιλελεύθερος και ανήκεν εις την κατηγορίαν εκείνων, οι οποίοι είχον συνείδησιν της ανθρωπίνης αξίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεν ημπορούσε να συμβιβασθή προς ωμήν, αυταρχικήν και δεσποτικήν εξουσίαν.
Επίσης ο Μάξιμος, ενάρετος μοναχός και σοφός, ήτο αδέκαστος κριτής των κοινωνικών αδικιών, παρατυπιών και ανομιών, αλλά και φύσει αγωνιστής. Το Άγιο Όρος πολλάκις τον έστελεν εις περιοδείας εις το δούλον γένος, δια να διδάξη την πίστιν και την ελευθερίαν στους Έλληνας. Ήτο ο προπομπός του Κοσμά του Αιτωλού και του Ρήγα Φεραίου….(3)
3. Ο Μάξιμος ως μεταφραστής και διορθωτής 
…πρέπει να σημειώσω ότι ο Μάξιμος εφήρμοσε την φιλολογικήν κριτικήν μέθοδον, όχι μόνο εις το συγγραφικό του, αλλά και εις το μεταφραστικόν και διορθωτικόν του έργον και υπήρξε ο πρώτος εισηγητής της φιλολογικής κριτικής εις τα ρωσικά γράμματα. Ο Μάξιμος επειδή διεπίστωσεν ότι οι παλαιοί ρώσοι αντιφραφείς είχον γράψει στεγνά και λανθασμένα κείμενα, υπέβαλεν τα πάντα εις την βάσανον της ιδικής του κριτικής και των ιδικών του σπουδαίων γραμματολογικών γνώσεων, έχων ασφαλώς ως πολύτιμον εφόδιον τας πλουσίας φιλολογικάς του γνώσεις. Εχρησιμοποίει κριτικάς μεθόδους και αρχάς, δια να αποδεικνύη το ασύστατον των κρινομένων κειμένων.
Έκαμνε, συγκεκριμένως, ορθοτέραν  μετάφρασιν των λειτουργικών βιβλίων και θεωρητικήν διόρθωσιν των εκκλησιαστικών. Η δε φιλολογική αυτού ερμηνεία και ο πλατύς σχολιασμός των κειμένων ήτο το λαμπρόν απαύγασμα της σοφίας του. Τους κριτικούς κανόνας όμως δεν εφήρμοζεν εις μερικάς θρησκευτικάς παραδόσεις, λόγω της συντηριτικότητας του και ευλαβείας προς αυτάς…Είναι επίσης αναγκαίον εν προκειμένω να τονίσω ότι ο Μάξιμος παραδεχόμενος βεβαίως τας θύραθεν επιστήμας, παραμένει πιστός εις την Αγίαν Γραφήν και τα Πατερικά κείμενα και ιδίως είναι σχολαστικός τηρητής του πνεύματος και των διδαχών δύο μεγάλων σοφών διδασκάλων της Ορθοδοξίας: του Γρηγορίου του Παλαμά και του Ιωάννου του Δαμασκηνού. Ούτως εξηγείται το ότι  αι διατυπώσεις του εκφράζουν την συνέπειαν της ορθοδόξου πίστεώς του και τον πλούτον των βαθέων γνώσεών του εις τρόπον ώστε όλαι αυτού αι εργασίαι να ακτινοβολούν από την αγιορείτικη τελειότητα…(3)
Ως ερμηνευτής ο Μάξιμος αρέσκεται εις την αλληγορικήν ερμηνείαν και ενίοτε συγγράφει δια το αυτό ερμηνευόμενον κείμενον περισσοτέρας της μιάς ερμηνείας. Εισηγείται ορθοτέρας αναγνώσεις και στίξεις δια γραμματικών και συντακτικών παρατηρήσεων παρέχει ερμηνείας ελληνικών λέξεων και όρων και αφθόνους ιστορικάς, γεωγραφικάς και μυθολογικάς πληροφορίας και επεξηγήσεις και ενώ ορισμένας ερμηνείας τας χαρακτηρίζει «παιδαριώδεις» και   «γελοίας», δέχεται ότι ο κόσμος εδημιουργήθη έτοιμος, ως έχει, αποκηρύσσει το εβραϊκόν κείμενον της Παλαιάς Διαθήκης και θεωρεί ως αξιόπιστον μόνο την μετάφρασιν των Ο΄…(3).
Το μεταφραστικό και διορθωτικό έργο του Μαξίμου περιλαμβάνει:
-Μετάφραση του Ψαλτήρα από την ελληνική γλώσσα στην Ρωσική.
-Μετάφραση των Πράξεων.
-Μετάφραση εξ ολοκλήρου των Αποστολικών Κανόνων και των Κανόνων των Οικουμενικών Συνόδων εκ του Συντάγματος του Βλαστάρεως.
-Περάτωση της μετάφρασης των ομιλιών Ιωάννου του Χρυσοστόμου στα 
Ευαγγέλια Ματθαίου και Ιωάννου.
-Μετάφραση του βίου της Θεομήτορος του Συμεώνος του Μεταφραστού, του Λόγου περί θαύματος του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, περί του Αποστόλου Θωμά, του βίου του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, της ομιλίας του Μ.Βασιλείου εις Βαρλαάμ μάρτυρα, περικοπών από διάφορες προφητείες και ερμηνείες, των κεφαλαίων γ΄και δ΄του Β΄Έσδρα,των οράσεων Δανιήλ γ΄ και ή ,των περί της Σωσάνης και της Εσθήρ.
Τέλος μεταξύ των μεταφρασθέντων από τον Μάξιμο έργων περιλαμβάνεται και ένα δικό του ποίημα με αρχαία ελληνική διατύπωση το οποίο μετέφρασε στην ρωσική γλώσσα με τον τίτλο «Πως δει εισέρχεσθαι εις τους ιερούς ναούς του Θεού».
Υπάρχουν όμως και ορισμένα μεταφραστικά και ερμηνευτικά έργα που συμπεριέχονται στα χειρόγραφα του Μαξίμου για τα οποία η ρωσική γραμματεία αμφιβάλλει ότι είναι έργα δικά του. Τέτοια αμφίβολα έργα είναι:
-Η μετάφραση  ερμηνειών του Μ. Βασιλείου  στους Ψαλμούς.
-η επιτομή ερμηνειών στις προφητείες
-η μετάφραση μερικών τμημάτων της Α΄Βασιλειών,
-η μετάφραση του Δ΄Μακκαβαίων και μικρότερες ερμηνείες αγιογραφικών κειμένων, όπως της προσευχής της Σωσσάνης, του τρίτου και οδγόου οραμάτων του Δανιήλ και του κειμένου της Εσθήρ.
4. Η Ορθόδοξη θεολογική ωριμότητα του Μαξίμου
Στο επίγραμμα προς τον Άγιο Δημήτριο ο Μάξιμος Γραικός «εκτός από την ποιητική του δεινότητα  αποδεικνύει και την θεολογική του ωριμότητα, επειδή:
Α. Διατρανώνει με ορθόδοξη δογματική συνέπεια και αγιορείτικη ταπεινότητα και ευλάβεια ότι το μαρτύριο του Μεγαλομάρτυρα Δημητρίου έχει Χριστοκεντρικό χαρακτήρα..
Β. Περικλείει στο μικρό επίγραμμα ολόκληρη την θεολογία του Σταυρού και της Σταυρώσεως του Χριστού.
Γ. Διδάσκει την ταπείνωση και τον δρόμο του μαρτυρίου.
Δ. Υπαινίσσεται ο βαθυστόχαστος θεολόγος δια της ταπεινώσεως αυτής του Αγίου και την αλαζονεία των παπικών, στρεφομένη κατά του παπικού δόγματος της λεγομένης αξιομισθίας των Αγίων και κατά των συγχωροχαρτίων του Πάπα της  Ρώμης.
5. Ο Μάξιμος ως ποιητής και υμνογράφος.
Ο Άγιος Μάξιμος  κατά την περίοδο που ήταν μοναχός στην Μονή Βατοπαιδίου είχε συνθέσει:
-Παρακλητικό Κανόνα προς τον Τίμιο Πρόδρομο
-Πέντε επιγράμματα. (προς τον Πατριάρχη Ιωακείμ Α -προς τον μεγάλο Ρήτορα Μανουήλ -επιτάφιο στον Νήφωνα Β΄(δύο) -και επιτάφιο προς τον Νήφωνα Β΄με αναφορά στον ηγεμόνα της Βλαχίας Νεάγκο)
-Επίγραμμα στον Άγιο Δημήτριο που ο Κ.Τσιλιγιάννης δημοσίευσε το 1995.
Κορύφωση της λαμπρής ερευνητικής προσφοράς του Κ.Τσιλιγιάννη είναι και η δημοσίευση των ελληνόγλωσσων ηρωελεγειακών ποιημάτων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού με πλούσιο, εύστοχο φιλολογικό και θεολογικό σχολιασμό. Έτσι γίνεται γνωστό ότι ο μεγάλος Έλληνας φωτιστής των Ρώσων γράφει στην Ρωσία μόνο ελληνικά ποιήματα.
«Το παρόν έργο», σημειώνει ο καθηγητής Ευάγγελος Θεοδώρου «είναι αξιόλογη συμβολή στην Ιστορία της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας, διότι αποδεικνύει ότι «αν ανεξάρτητα και ορθά, οι Ρώσοι τον θεωρούν ως δικό τους μέγα συγγραφέα και τον περιλαμβάνουν στην Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας, για μας τους Έλληνες ο Μάξιμος ο Γραικός είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής της διασποράς του 16ου αιώνος.»
6. Ο Μάξιμος ως φιλόσοφος.
«Όπως ο Πλάτων έτσι και ο Μάξιμος ο Γραικός ξεκίνησε ως ποιητής και κατέληξε φιλόσοφος. Δεν ήταν φιλόσοφος με την βυζαντινή ή την σύγχρονη έννοια, αλλά φιλόσοφος με την ύπατη έννοια του φιλοσόφου της Ορθοδόξου Θεολογίας. Δεν έχουμε δική του θεωρία, γιατί ως Μέγας Απολογητής και συνεπής δογματικός, υπηρέτησε την Ορθόδοξη Πίστη με την φιλοσοφία…Είναι αληθές ότι ο Μάξιμος ο Γραικός διακρίνεται περισσότερο ως δημιουργικό πνεύμα παρά ως σχεδιαστής ενός συγκεκριμένου φιλοσοφικού συστήματος.
…Σε μερικά σημεία των συγγραφών του ο Μάξιμος αντιμετώπιζε την φιλοσοφία με απροκάλυπτη δυσμένεια. Την απέρριπτε συνολικά.  Μάλιστα κατηγορούσε όλους, όσοι, αποξενωθέντες από την Αλήθεια του Θεού, εδόθησαν απόλυτα στους Έληνες φιλοσόφους. …Θεωρούσε περιττή και ανόητη την μάθηση της φιλοσοφίας από κάποιον, ο οποίος αγνοούσε το γνήσιο χριστιανικό δόγμα, το ορθόδοξο. Θεολόγος μεγάλης κλάσεως ο Αγιορείτης μοναχός επεσήμανε με πειστικούς λόγους ότι η πλήρης αποδοχή της αρχαίας φιλοσοφίας σημαίνει πλήρη αποδοχή της αθεϊας. Μάλιστα για να προλάβει έστω και μία μικρή και άκριτη αποδοχή της ιταλικής Αναγεννήσεως στην Ρωσία, από ανήσυχους πνευματικούς Ρώσους, γράφει αμέσως τον «Λόγο ελεγκτικό κατά της (αρχαίας) ελληνικής (θρησκευτικής) πλάνης.
7. Ο  Μάξιμος ο Γραικός και ο Πλάτωνας.
Ο Μάξιμος ο Γραικός, περισσότερο από κάθε σύγχρονό του υστεροβυζαντινό θεολόγο, υπήρξε βαθύς μελετητής του Πλάτωνα.
Προτιμούσε τον Πλάτωνα  από τον Αριστοτέλη. Τον αποκαλούσε «ύπατον των θύραθεν φιλοσόφων» αλλά προσέθετε ότι ο Πλάτων και οι αρχαιοέλληνες φιλόσοφοι αντικαταστάθηκαν με επάρκεια και για πάντα από τον Ιησού Χριστό. Η ιδιαίτερη προτίμηση του Μάξιμου για τον Πλάτωνα οφείλεται κυρίως στο ότι ο Πλάτωνας «νοεί» τον Θεόν όχι ως κοινή αλλά ως  βαθύτερη έννοια. Ο Θεός είναι δημιουργός και η αιτία κάθε καλού.
«Επόμενος τοις πατράσι ο Μάξιμος ασχολήθηκε με τον Πλάτωνα για να δείξει στους Ρώσους την μυστική θεολογία του Χριστιανισμού. Δεν ακολούθησε βεβαίως και καταλεπτώς τον Πλάτωνα, αλλά βοηθούμενος από αυτόν ανέβηκε την πορεία που οδηγεί στην αναζήτηση της αλήθειας, άλλωστε  ο ίδιος ο Μάξιμος εδίδασκε ότι «η φιλοσοφία είναι ένα πολύ ιερό πράγμα και με λίγη επιφύλαξη είναι αληθινά θεϊκή, γιατί διδάσκει επιμελώς περί Θεού και για την αλήθεια Του…». Γι΄αυτό ακριβώς επισημαίνει ο Κ.Τσιλιγιάννης, ότι η αρχή και το τέλος όλων των λογικών μεθόδων αποσκοπούν στην γνώση του Θεού. Ο Μάξιμος κάμει ό,τι ακριβώς και οι πατέρες και δη οι Καππαδόκες πατέρες, που χρησιμοποιούν τους αρχαίους φιλοσόφους για να διατυπώσουν τις αρχές και τα δόγματα της Χριστιανικής πίστεως. (Αθανάσιος Καραθανάσης –καθηγητής Α.Π.Θ).
«…Ο Αγιορείτης μοναχός στο έργο του –ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΠΛΑΤΩΝΟΣ, εκτός από την διατύπωση σαφών χριστιανικών διδαγμάτων παράληλα, διδάσκει τεκμηριωμένα ότι το θείο και ανυπέρβλητο Χριστιανικό δόγμα  το ενισχύει ο μεγαλύτερος φιλόσοφος της Αρχαίας Ελλάδος, ο οποίος καίτοι γεννήθηκε πριν από τον Ιησού εν τούτοις εκφράζει καθαρά στην ηθική, ακόμα και στην πολιτική φιλοσοφία του την «υπερβατικότητα» ως ουσιαστικό γνώρισμα του προσανατολισμού στην ζωή  και δίνει στην ζωή ένα τόσον υπερβατικό στόχο, ώστε μπροστά του όλες οι ηδονές και τα αγαθά της μετατρέπονται σε σκιές, όλες οι γνήσιες αξίες φαίνονται μηδαμινές δίχως νόημα. Το ιδανικό του δεν έχει σχέση με καμιάν  επίγεια ευτυχία, υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη παράσταση μέτρου. Είναι η απόλυτη τελειότητα «η ομοίωσις τω Θεώ».(13)
8.Ο Μάξιμος Γραικός και Δυτικός ουμανισμός.
Μία αξιόλογη έκδοση του Κ.Τσιλιγιάννη είναι το βιβλίο του με ένα άγνωστο ποίημα του Μαξίμου του Γραικού στον Άγιο Δημήτριο. Την σημασία της έκδοσης,την τονίζει ως εξής ο Αρχιμανδρίτης π.Γεώργιος Καψάνης στον πρόλογο του βιβλίου.
«Εξέχοντες μελετητές της προσωπικότητας του Μαξίμου ..με θαυμασμό και ικανοποίηση του απονέμουν τον ¨τιμητικό¨τίτλο του γνήσιου εκπροσώπου του δυτικού ουμανισμού.Στο πλαίσιο αυτό αδικούν τον ιερό άνδρα.Μάλλον καλοπροαίρετα,ίσως ενίοτε και ηθελημένα,τον ερμήνευσαν χωρίς να λάβουν σοβαρά υπ΄όψιν το πλαίσιο της αγιορειτικής και γενικώς Ορθοδόξου Παραδόσεως,στην οποία ήταν οργανικά ενσωματωμένος ο Άγιος Μάξιμος.
Όσοι αντίθετα,τον εμελέτησαν κάτω από τις προυποθέσεις αυτής της Παραδόσεως ,την οποία αφομοίωσε,εσυνέχισε και επλούτισε,βεβαιώνουν ότι ουδέποτε ο Άγιος Μάξιμος υπήρξε ουμανιστήςή εξήλθε των περιβόλων της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Αυτής της Ορθοδόξου Παραδόσεως λάτρης είναι και ο εκλεκτός και ακάματος μελετητής του Αγίου Κ.Τσιλιγιάννης.Με το ορθόδοξο αισθητήριό του αντελήφθη ότι δεν είναι δυνατόν ένας αληθής μάρτυς του Χριστού να μη αφήση σαφή ίχνη της μαρτυρίας του.Δεν περιορίσθηκε στα όσα μέχρι σήμερα γνωρίζουμε για την πατερική αυτή φυσιογνωμία του 16ου αιώνος.Ερεύνησε βιβλιοθήκες,εμελέτησε χειρόγραφα και δεν διεψεύσθη της ελπίδος.Ήδη παραδίδει στην δημοσιότητα ανέκδοτο μέχρι σήμερα επίγραμμα του Αγίου Μαξίμου στον Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλήτη.
Με την άριστη ιστορικοφιλολογική τεκμηρίωση της γνησιότητας του επιγράμματος,ο συγγραφεύς φανερώνει όχι μόνο την έξοχη παιδεία του αγίου Μαξίμου, αλλά δίνει για μια ακόμη φορά την ευκαιρία να τονισθούν οι ακραιφνώς Ορθόδοξες θεολογικές προϋποθέσεις του συνολικού έργου του Αγίου. Η αληθινή Ορθόδοξη σχέση του αγίου Μαξίμου με τον Άγιο Δημήτριο και τον Χριστό, όπως εκφράζεται στο παρόν επίγραμμα,δεν μπορεί να δικαιολογηθή σε «ένα ουμανιστή Μάξιμο Τριβόλη.(9)
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, όπως απέδειξε και  ο Κ.Τσιλιγιάννης πρέπει να θεωρείται ως ένας από τους θεμελιωτές του νεώτερου ευρωπαϊκου πολιτισμού και είναι μεγάλος  Έλληνας Θεολόγος, ισαπόστολος και ποιητής.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, όπως απέδειξε ο Κ.Τσιλιγιάννης πρέπει να θεωρείται ως ένας από τους θεμελιωτές του νεώτερου ευρωπαϊκού πολιτισμού και είναι μεγάλος  Έλληνας Θεολόγος, ισαπόστολος και ποιητής.
Κλείνοντας το παρόν αφιέρωμα  ευχόμεθα ο Θεός δια των πρεσβειών του Αγίου Μαξίμου να αναπαύσει  τον μακαριστο Κ.Τσιλιγιάννη «εν σκηναίς δικαίων», ημείς δε να συντασσώμεθα νοερώς και να ψελλίζουμε προς τον Άγιο Μάξιμο τον Γραικό τους λόγους του τροπαρίου του.
«Τη του Πνεύματος καταλαμπρυνθείς αίγλη, της σοφίας των θεοσόφως ρητορευόντων ηξίωσαι. Τω φωτί δε της ευσεβείας καταυγάζων τας εν σκότει της αγνοίας τελούσας καρδίας των ανθρώπων, πάμφωτος εφάνης της Ορθοδοξίας φωστήρ, Μάξιμε Όσιε. Εκ ζήλου δ΄ενθέου αποξενωθείς της πατρίδος, μέτοικος εγένου εις τας χώρας τας ρωσικάς, ένθα η του Υψίστου δεξιά εστεφάνωσε σε εν βασάνοις δεσμών και φυλακής και εδόξασέ σε εν θαύμασι. Πρέσβευε απαύστως υπέρ ημών, των εν αγάπη τιμώντων την μνήμην σου.»(9)