Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Η ΑΓΙΑ Β' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Του κ. Ιω. Καρδάση, Χημικού - Οικονομολόγου
 
            Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τον Αυτοκράτορα Μ. Θεοδόσιο στην ΚΠολη, από τις 22 Μαΐου έως τις 30 Ιουλίου 381. Στην αρχή ήταν κυρίως μια Γενική Σύνοδος, μόνο της Ανατολής, αργότερα όμως αναγνωρίσθηκε ως Οικουμενική και από τη Δύση και από την Δ΄ Οικουμενική, όπως και από την καθόλου εκκλησιαστική συνείδηση. Στη Σύνοδο μετείχαν 150 Επίσκοποι της Ανατολής και ουδείς από τη Δύση (εκτός των Επισκόπων του Ιλλυρικού, που υπήγοντο στη Ρώμη). Διακρίθηκαν οι: Αντιοχείας Μελέτιος, ΚΠόλεως Γρηγόριος Θεολόγος, ΚΠόλεως Νεκτάριος, Αλεξανδρείας Τιμόθεος, Ιεροσολύμων Κύριλλος, Ικονίου Αμφιλόχιος, Νύσσης Γρηγόριος, Καισαρείας Παλαιστίνης Γελάσιος, Θεσσαλονίκης Ασχόλιος, Καισαρείας Καππαδοκίας Ελλάδιος, Ταρσού Διόδωρος, Σεβαστείας Πέτρος, Λαοδικείας Πελάγιος, Εδέσσης Ευλόγιος και άλλοι.
            Πρόεδροι της Συνόδου κατά σειράν ήταν: ο Αντιοχείας Μελέτιος, κατόπιν ο ΚΠόλεως Γρηγόριος και τέλος ο ΚΠόλεως Νεκτάριος. Και τούτο, διότι κατά τη διάρκεια των εργασιών απεβίωσεν ο Αντιοχείας Μελέτιος και κατόπιν ο ΚΠόλεως Γρηγόριος παρητήθη, καθότι οι Επίσκοποι Αλεξανδρείας και Ιλλυρικού αντέδρασαν, για τη μετάθεσή του από την επαρχία Σασίμων στην ΚΠολη.
            Αιτία της σύγκλισης της Συνόδου ήταν η αναταραχή στους κόλπους της Εκκλησίας, όπου οι καταδικασθέντες Αρειανοί έκαναν συνεχώς σκληρούς αγώνες, για την επικράτησή τους. Παράλληλα εμφανίσθηκαν και νέοι αιρετικοί Πνευματομάχοι, Ημιαρειανοί και Μακεδονιανοί, από τον ΚΠόλεως Μακεδόνιο, ο Λαοδικείας Απολλινάριο,ς ο Πτολεμαϊδος Σαβέλλιος, ο Αγκύρας Μάρκελλος, ο Σιρμίου Φωτεινός, ο Κυζίκου Ευνόμιος με το δάσκαλό του Αέτιο, ο ΚΠόλεως Ευδόξιος, ο Παύλος Σαμοσατέας και άλλοι.
            Στην Αρειανική παράταξη υπήρχαν τρεις ομάδες: Οι ανόμοιοι, οι όμοιοι και οι ομοιούσιοι. Η Σύνοδος της Αλεξάνδρειας του 362 είχε δεχθεί τους ομοιουσιανούς, που είχαν υπογράψει το σύμβολο Νικαίας. Οι μη υπογράψαντες ονομάστηκαν Πνευματομάχοι και είχαν καταδικαστεί από τη Σύνοδο της Αντιόχειας του 379 υπό τον Αντιοχείας Μελέτιο.
            Ο Σιρμίου Φωτεινός υποστήριζε, ότι ο Λόγος είναι αιώνια δύναμη του Θεού, ο δε Υιός ήταν άνθρωπος που γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, με τον οποίον ενώθηκε ο Λόγος, ο οποίος μετά τη συντέλεια θα απέβαλε την ισχύ και τη βασιλεία. Ο Λαοδικείας Απολλινάριος υποστήριζε, ότι ο Χριστός με τη σάρκωσή του πήρε σώμα και ψυχή, αλλά όχι τον νου, ο δε ΚΠόλεως Μακεδόνιος, ότι το άγιο Πνεύμα είναι κτίσμα του Θεού.
            Η Σύνοδος εξάλειψε αυτές τις κακοδοξίες, που ήταν λείψανα του Αρειανισμού και συμπλήρωσε το σύμβολο της Α΄ Οικουμενικής.
            Οι Αρειανοί Επίσκοποι δεν προσήλθαν στη Σύνοδο, αν και προσκλήθηκαν, ενώ οι Μακεδονιανοί ήταν παρόντες. Η Σύνοδος αναγνώρισε επίσης τους Επισκόπους ΚΠόλεως, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, ως κανονικούς. Οι Πατέρες συνέταξαν Τόμο με την Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία περί Αγίας Τριάδος και τον απέστειλαν στη Δύση. Πρακτικά ίσως δεν κρατήθηκαν. Με τη δογματική απόφαση της Β΄ Οικουμενικής ολοκληρώθηκε και έληξε το όλο Τριαδολογικό δόγμα και συμπληρώθηκε το θεμέλιο που έθεσε η Α΄ Οικουμενική, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε όλο το δογματικό οικοδόμημα της Εκκλησίας.
            Η Σύνοδος αυτή καταδίκασε όλες τις μέχρι τότε αιρέσεις, δηλ. τους Ευνομοιανούς, Ανόμοιους, Αρειανούς, Ευδοξιανούς, Ημιαρείους, Πνευματομάχους, Σαβελλιανούς, Μαρκελλιανούς, Φωτεινιανούς και Απολλιναριστές.
            Ασχολήθηκε με την κανονική πλήρωση των θρόνων ΚΠόλεως, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων και την αποκατάσταση της ομόνοιας στην Εκκλησία. Η Σύνοδος ξεκίνησε με την προεδρία του Αντιοχείας Μελέτιου. Κατά την πορεία απεβίωσε ο Μελέτιος και η Σύνοδος εξέλεξε τον Γρηγόριο Θεολόγο, ως Αρχιεπίσκοπο ΚΠόλεως και πρόεδρο της Συνόδου. Ο Γρηγόριος πρότεινε για το θρόνο της Αντιόχειας τον Παυλίνο, πλην όμως δεν το δέχτηκαν οι Αιγύπτιοι Επίσκοποι (του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας) και οι Μακεδόνες Επίσκοποι του Ιλλυρικού (του Πατριαρχείου Ρώμης), οι οποίοι έφθασαν αργότερα στη Σύνοδο και επί πλέον κατηγόρησαν τον Γρηγόριο, ότι κέρδισε το θρόνο με νοθεία και ότι μετετέθη από Επισκοπή σε Επισκοπή. Κατόπιν τούτων ο Γρηγόριος παρητήθη της προεδρίας της Συνόδου και του θρόνου της ΚΠόλεως και επέστρεψε στην Επισκοπή Νανζιανζού. Η Σύνοδος εξέλεξε τον Νεκτάριο, ως Αρχιεπίσκοπο ΚΠόλεως και πρόεδρο της Συνόδου.
            Μεταξύ των επτά Κανόνων, που εξέδωσε έχουμε τον γ΄ Κανόνα, που προσδιορίζει την θέση του Επισκόπου ΚΠόλεως και αναβιβάζει τον θρόνο της ΚΠόλεως μετά τον θρόνο της Ρώμης: «Τον μεν τοι Κωνσταντινουπόλεως Επίσκοπον έχειν τα πρεσβεία της τιμής μετά τον της Ρώμης Επίσκοπον, δια το είναι αυτήν Νέαν Ρώμην». Πριν από τον προβιβασμό αυτό, ο Επίσκοπος του Βυζαντίου υπήγετο στη Μητρόπολη Ηρακλείας της Θράκης.
            Η Σύνοδος διασκεύασε, συμπλήρωσε, αλλά και αφαίρεσε τμήματα του όρου της Α΄ Συνόδου, ως εξής:
1/ «ποιητήν ουρανού και γης» (κατά Μαρκιωνιτών και Μανιχαίων)
2/ «προ πάντων των αιώνων» (κατά Φωτεινιανών).
3/ «κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα» (κατά Απολλιναριστών)
4/ «σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα».
5/ «και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός….. ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος» (κατά Φωτεινιανών).
6/ «Και εις το Πνεύμα το άγιον το Κύριον το ζωοποιόν, το εκ του πατρός εκπορευόμενον…..» (κατά των Πνευματομάχων).
7/ «τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός» αφαιρέθηκε με τη συνέργεια των Καππαδοκών Πατέρων, καθότι υπήρξε λανθασμένη δογματική διατύπωση. Ο Υιός εγεννήθη εκ του προσώπου του Πατρός και όχι εκ της ουσίας του, καθότι έτσι η ουσία τίθεται προ του προσώπου και καθιστά ακόμη και τον Πατέρα δέσμιο αυτής.  
8/ Ο τελικός αφορισμός αφαιρέθηκε εξ ολοκλήρου, καθότι υπήρχε λανθασμένη δογματική διατύπωση, διότι ταύτιζε την υπόσταση με την ουσία, ενώ είναι δυο τελείως διαφορετικές έννοιες.      
            Η αναιμική δήλωση της Α΄ Συνόδου, περί του αγίου Πνεύματος μετετράπη σε μια  υποβαθμισμένη δήλωση στην Β΄ Οικουμενική, όπου το άγιο Πνεύμα ουδαμού αναφέρεται, ως φως εκ φωτός, ως Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού και ως ομοούσιον τω Πατρί. Έπρεπε να περάσουν πολλοί αιώνες για να τολμήσει η Εκκλησία να χαρακτηρίσει το άγιο Πνεύμα με αυτές τις εκφράσεις, λόγω της συνεχιζόμενης πολεμικής κατ’ Αυτού. Πρέπει να φθάσουμε στην ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο, το 680, όπου στη Συνοδική επιστολή του Ιεροσολύμων Σωφρόνιου, που απεδέχθη και κατακύρωσε η Σύνοδος, αναγράφεται: «Εις εν Πνεύμα άγιον, το εκ Θεού Πατρός εκπορευόμενον, το φως και Θεόν και αυτώ γνωριζόμενον, και ον αληθώς Πατρί και Υιώ συναϊδιον, ομοούσιόν τε και ομόφυλον, και της αυτής ουσίας και φύσεως, και ωσαύτως δε και θεότητος».  
            Το τελικό κείμενο του Συμβόλου της Πίστεως έχει ως εξής:
            «Πιστεύομεν εις ένα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων.
            Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι’ ου τα πάντα εγένετο.
            Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα.
            Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα.
            Και αναστάντα τη Τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς.
            Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός.
            Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος.
            Και εις το Πνεύμα το άγιον, το κύριον, το ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν δια των προφητών.
            Εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν.
            Ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών.
            Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών.
            Και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν».
            Μετά το τέλος των εργασιών, ο Μ. Θεοδόσιος κύρωσε τις αποφάσεις της Συνόδου και τους 7 Κανόνες της με νόμο και έλαβε μέτρα κατά των αιρετικών.
            Η Εκκλησία εορτάζει την Β΄ Οικουμενική στις 22 Μαΐου.
            Παρατηρήσεις
1/ Η Σύνοδος ξεκίνησε ως γενική και κατέληξε Οικουμενική.
2/ Είχε τρεις προέδρους, εξ ων ένας απεβίωσε και έτερος παρητήθη.
3/ Καταδίκασε πλήθος αιρέσεων και αιρετικών.
4/ Αναβίβασε τον θρόνο της ΚΠόλεως από την ανυπαρξία στη 2η θέση μετά τον θρόνο του Ρώμης.
5/ Πρόσθεσε όρους, που έλειπαν από το Σύμβολο της Α΄ Συνόδου
6/ Αφαίρεσε όρους, που υπήρχαν στο Σύμβολο της Α΄ Συνόδου, οι οποίοι θεωρήθηκαν, ότι δεν ανταποκρίνονται στις ορθές έννοιες των όρων «ουσία», «φύση» και «υπόσταση».
7/ Η δήλωση για το άγιο Πνεύμα το παρουσιάζει ως υποβιβασμένο, ως προς τα άλλα δυο πρόσωπα της αγίας Τριάδος.
8/ Το Σύμβολο ΚΠόλεως αναφέρεται, ως σύμβολο Νικαίας – ΚΠόλεως και έτσι γεφυρώνει και τα δυο σύμβολα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου