Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

 
Η παράδοση που αφορά στις αχειροποίητες εικόνες της Παναγίας ξεκινά να αναπτύσσεται μετά την Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου. Στα πλαίσια της καταπολέμησης του Νεστοριανισμού, αναγνωρίζεται πλέον η Παναγία ως Θεοτόκος, ενώ απορρίπτεται ο όρος Χριστοτόκος που της απέδιδε ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νεστόριος (428‐431). Η εικόνα της Θεοτόκου έχει κατά κύριο λόγο δογματική σημασία, διότι υποδεικνύει και βεβαιώνει την Ενανθρώπηση του Λόγου. Αποτελεί σιωπηλό κήρυγμα που μορφώνει τους πιστούς για την πραγματικότητα της Θείας Ενσάρκωσης.
Μετά την παράδοση που θέλει τον Λουκά ως τον πρώτο αγιογράφο της Χριστιανοσύνης, υπάρχουν και σχετικές παραδόσεις που αναφέρονται στις αχειροποίητες εικόνες της Παναγίας.
 

Η Παναγία της Λύδδας
Η παλαιότερη αχειροποίητος εικόνα της Παναγίας, που θεωρείται δηλαδή ότι δεν ημιουργήθηκε από ανθρώπινο χέρι, προέρχεται από την πόλη Λύδδα της Παλαιστίνης (5ος αι.). Η αρχαιότερη γραπτή πηγή περί αυτής της εικόνας απαντά το 726 σε κείμενο του Επισκόπου Κρήτης Ανδρέα (690‐740), ο οποίος την ονομάζει ʹʹαχειρόγραφονʹʹ. Το 839 γίνεται μία εκτενής αναφορά στην ιστορία που συνοδεύει την εικόνα της Λύδδας και στη Συνοδική επιστολή των τριών Πατριαρχών το 836 (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) προς τον Εικονομάχο Αυτοκράτορα Θεόφιλο (829‐842)428. Σύμφωνα με την επιστολή οι Απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης κατά τη διάρκεια του ευαγγελισμού των κατοίκων στην πόλη Λύδδα, χτίζουν ναό προς τιμή της Παναγίας και την παρακαλούν να τον επισκεφθεί. Εκείνη τους υπόσχεται ότι θα βρίσκεται σε εκείνο τον τόπο μαζί τους: ʹʹΚαί ατόθι μεθ΄μν εμίʹʹ. Τότε αποτυπώνεται με θαυματουργικό τρόπο η εικόνα της Παναγίας σ΄ ένα κίονα του ναού: ʹʹΚαί δή θείᾳ τινί καί οράτνεργείᾳ χαρακτήρ ατς κίονι νίνίδρυστο∙ʹʹ. Δύο αιώνες περίπου αργότερα, όταν ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης (361‐ 363), πληροφορείται για την αχειροποίητο εικόνα της Παναγίας, στέλνει στη Λύδδα Εβραίους ζωγράφους για να την εξετάσουν και να διαπιστώσουν τι συνέβη. Οι ζωγράφοι προσπαθούν να καταστρέψουν την εικόνα, εκείνη όμως γίνεται όλο και πιο λαμπρή και παραμένει ανέπαφη από τις παρεμβάσεις των βέβηλων: ʹʹτι μλλον λαμπροτέραν καίπαράλλακτον ν τ βάθει το κίονος φεύρισκονʹ. Εν συνεχεία σημειώνονται και διάφορα θαύματα που συνέβησαν από την εικόνα, όπως καθαρισμοί λεπρών και θεραπείες ασθενειών: ʹʹδι΄ς καί δαίμονες λαύνονται, νόσοι θεραπεύονται, λεπροί καθαρίζονται, δυνάμεις, πσα μαλακία και ασθένεια ῥώννυταιʹʹ.
Στη συγκεκριμένη εικόνα αναφέρεται και ο Γεώργιος Μοναχός ( 9ος αι.) ως εξής: ʹʹτό προσκυνούμενον καί τιμώμενον χειρότευκτον πεικόνισμα… ʹʹ.
Στο ελληνικό χειρόγραφο Venetus Marcianus Graegus 573 (774) απαντά επίσης η παράδοση για την εικόνα της Λύδδας, αλλά σε διαφορετική συνάφεια σε σχέση με τις παραπάνω πηγές. Σύμφωνα με το κείμενο αυτού του χειρογράφου οι Χριστιανοί και οι Ιουδαίοι φιλονικούν στην περιοχή της Λύδδας για την ιδιοκτησία ενός ναού. Ο άρχοντας της πόλης αφήνει την υπόθεση να λυθεί από τη Θεία Πρόνοια. Ο άρχοντας ανακοινώνει ότι, αν μετά από προσευχή σαράντα ημερών δεν εμφανιστεί κάποιο θεϊκό σημάδι στον ναό, τότε ο ναός δεν θα ανήκει σε καμία από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Πάνω σ΄ ένα πορφυρό κίονα όμως, στη δυτική πλευρά του ναού, τυπώνεται θαυματουργικώς το ομοίωμα της Παναγίας: (ʹʹ…τς δέ Ὑπεραγίας Δεσποίνης μν το χαρακτρος χειρογράφως ν τ κεκλσθαι κτυπωθέντος ν τ πρός δυσμάς τς κκλησίας τοίχ πρός τγράψαντες τ βασιλε τάς εράς εκόνας ξυβρικότι.ʹʹ, Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Διήγησις, PG 113, 441A.) Μετά απʹ αυτό το γεγονός οι Εβραίοι εγκαταλείπουν τον ναό αποδεχόμενοι το θαύμα: ʹʹ…Φύγωμεν, λέγοντες, τς γάρ μητρός το Θεο ατν, ς φασίν, τόκτύπωμα, δού, πέφανται.ʹʹ (436). Έτσι ο ναός, έπειτα από τη θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου, περνά στην ιδιοκτησία  των Χριστιανών.
Από τον 7ο αι. η εικόνα της Λύδδας ονομάζεται και Παναγία της Ρώμης διότι, κατά την παράδοση, ο Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, περνώντας από τη Λύδδα αφού ζήτησε να αντιγραφεί η εικόνα, την έστειλε στη Ρώμη. Δυστυχώςόμως δεν υπάρχουν περαιτέρω πληροφορίες για την τύχη της εικόνας. Η εικόνα της Λύδδας δεν σώζεται, φαίνεται όμως να σχετίζεται με την Παλαιστινιακής προέλευσης εικόνα της Παναγίας Santa Maria Nova (6ος αι.), την οποία όπως είδαμε ακολουθεί αποστολική παράδοση.
- Όταν στο Βυζάντιο ήταν Αυτοκράτορας ο Μιχαήλ ο ΙΙΙ μαζί με την μητέρα του την Αγία Θεοδώρα την Αυγούστα, η οποία αναστήλωσε τις εικόνες και επέτρεψε την λατρεία τους και στην Ρώμη Πάπας ήταν ο Σέργιος ο ΙΙ, η εικόνα της Παναγίας άρχισε να κινείται «κύριως κατά τον Ὀρθρο και το Ἐσπερινό, κάποιες φορές και κατά την Θεία Λειτουργία». Μία φόρα άρχισε να αιωρείται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, σαν να την κρατούσαν χέρια Αγγέλων και σιγά-σιγά βγήκε έξω από την εκκλησία, ενώ την επόμενη ημέρα βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η Αγία Θεοδώρα την τοποθέτησε στον Ναό της Χαλκοπράτειας. Χάρη σε αυτό το θαύμα οι Βυζαντινοί άρχισαν να τιμούν αυτήν την εικόνα-την οποία τώρα ονόμαζαν Ρωμαία-στις 8 Σεπτεμβρίου.
Η εικόνα έμεινε στην Κωνσταντινούπολη μέχρι τον 15ο αιώνα κι αυτό επειδή στις 31 Μαρτίου 1401 ο Αυτοκράτορας Ιωάννης ο VII ο Παλαιολόγος την έστειλε ως δώρο στον Ηγεμόνα Αλέξανδρο το Αγαθό, σφραγίζοντας έτσι την συμφιλίωση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με την Μολδαβία, στις σχέσεις των οποίων είχε επέλθει ρήξη. Αρχικά η εικόνα τοποθετήθηκε στο Μιραούτσι της Σουτσεάβα και λίγο αργότερα ο υίος του Αλεξάνδρου του Αγαθού, ο Στέφανος ο ΙΙ την δώρησε στην Μονή Νεαμτς
Παρότι η εικόνα πέρασε πολλές περιπέτειες-κάποια περίοδο την είχαν θάψει μάλιστα για να την προφυλάξουν από τους Τουρκους-η εικόνα διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Της έχει δοθεί και το όνομα ”Προσκυνήτρια”,επειδή πολλές φορές έχει φύγει από τα χέρια των Αρχιερέων ή των Ιερέων που την κρατούσαν και άρχισε να αιώρείται στον αέρα.Πήρε λοιπόν την ονομασία επειδή τότε ο λαός ταπεινά γονάτιζε για να την προσκυνήσει. Τιμάται στις 26 Ιουνίου.
 
Παναγία η Αβραμιώτισσα
Αχειροποίητος θεωρείται και η φορητή εικόνα της Παναγίας, που βρισκόταν στη Μονή Αχειροποιήτου ή Αβραμιτών στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στη Χρυσή ή Μεγάλη Πύλη, γνωστή με το όνομα Αβραμιώτισσα. Η παράδοση αποδίδει την ίδρυση της μονής στον Μέγα Κωνσταντίνο (324‐337) και στον μοναχό Αβράμιο. Είναι βέβαιο πάντως ότι η μονή υπήρχε τον 5ο αι., άρα και η θαυματουργή εικόνα, διότι στον βίο της αγίας Ματρώνας (5ος αι.) από τον Συμεώνα τον Μεταφραστή, αναφέρεται ότι ο μοναχός Ακάκιος υπήρξε ποιμένας στη μονή Αβραμιτών: ʹʹκαίκάκιος τίς νήρ, ς καίπʹ ελαβείᾳ περιφανής ,ς καί τς ες τό τρίτον μονς το θεοφόρου βραμίου ποιμήν τύγχανενʹʹ. Η μονή μέχρι και τον 11ο αι. αναφέρεται με δύο ονομασίες εκείνες των Αβραμιτών και της Αχειροποιήτου. Ο βιογράφος του Αγίου Βασιλείου του Νέου (περίπου 866‐944) Γρηγόριος αναφέρει, ότι το όνομα της μονής, ως Αχειροποίητης, οφείλεται στο γεγονός ότι φυλάσσεται σ΄ αυτήν εικόνα της Θεοτόκου, η οποία δεν δημιουργήθηκε από ανθρώπινο χέρι, αλλά από την ίδια την Θεοτόκο: ʹʹοδείς τεχνούργησεν λλʹ ατή Θεοτόκος πιστσα, ς λόγος, τ χειρί τόν αυτς χαρακτήρα τύπωσε, μέχρι καί σήμερον συνιστάμενονʹʹ.
Η εικόνα της Παναγίας Αχειροποιήτου της Κωνσταντινούπολης δεν σώζεται. Κατά τη λατινική κατοχή (1204‐1261) η μονή των Αβραμιτών καταστρέφεται και μαζί της χάνονται και τα ίχνη της αχειροποιήτου εικόνας.
 
Παναγία της Santa Maria Trastevere
Σε κείμενα προσκυνητών της δεκαετίας του 640 γίνεται λόγος για μία άλλη φορητή αχειροποίητο εικόνα της Παναγίας, η οποία βρίσκεται στο ναό της Santa Maria Trastevere, στη Ρώμη. Η Παναγία παριστάνεται ως ένθρονη βρεφοκρατούσα. Η εικόνα αυτή αναφέρεται ως per se facta est, που σημαίνει αχειροποίητη. Ακολούθως απαντά η εν λόγω εικόνα και στο χειρόγραφο Venetus Marcianus Graegus 573 (774). Σύμφωνα με την πληροφορία που μας παραδίδει το παραπάνω χειρόγραφο, η Παναγία επιθυμεί να αφιερωθεί στην ίδια ο ναός των Μαρτύρων στη Ρώμη. Εμφανίζεται λοιπόν η εικόνα της στον ναό, αχειρογράφως, ως ένθρονη βρεφοκρατούσα. Μετά από αυτό το γεγονός ο ναός αφιερώνεται στο όνομά της: ʹʹν τ τς Τραστιβέρεως κκλησίᾳν Ρώμ προσκυνουμένη καί σεβομένη χειροποίητος ληθς (fol.24v)… ʹʹ.
Η εικόνα της Παναγίας Trastevere που είναι γνωστή στους νεώτερους χρόνους ως Madonna della Clemenza, ετιμάτο ιδιαιτέρως κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Μάλιστα ο Πάπας Γρηγόριος ο IV (827‐844) έχτισε ορατόριο (a praesepium) προς τιμή της. Η εικόνα σώζεται και εξακολουθεί να βρίσκεται στον ίδιο ναό.
 
Παναγία της Κυζίκου.
Αχειροποίητος θεωρείται και η εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης της Μητρόπολης Κυζίκου στη Μικρά Ασία (12ος αι.). Κατά την παράδοση η εικόνα προέρχεται από τη μονή του Μεγάλου Αγρού, ο οποίος καταστράφηκε την πρώτη δεκαετία του 14ου αι.. Αφού χάθηκε, φανερώθηκε ξανά, μετά από υπόδειξη της ίδιας της Θεοτόκου και τοποθετήθηκε στη μονή της Θεοτόκου Φανερωμένης και Αχειροποιήτου της Μητρόπολης Κυζίκου. Πλήθος πιστών προσέρχονταν στη μονή για να προσκυνήσει την εικόνα, μέχρι την πρώτη δεκαετία του 20ου αι., οπότε και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η Θεοτόκος παριστάνεται στον τύπο της Οδηγήτριας. Σήμερα βρίσκεται στον Πατριαρχικό Ναό στο Φανάρι και κοσμεί το προσκυνητάρι του αριστερού κλίτους.
Η Παναγία Φανερωμένη αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης λατρείας στα χρόνια των Παλαιολόγων (1261‐1453). Αρκετά καθολικά μονών αφιερώθηκαν στην ʹʹΑχειροποίητοʹʹ ή ʹʹΦανερωμένηʹʹ. Ο ναός της Αχειροποιήτου στη Θεσσαλονίκη (περίπου 1270‐1274), η μονή του Μεγάλου Αγρού στη Βιθυνία (περίπου 1278), η μονή της Φανερωμένης στα Φραγκουλιάνικα της Μέσα Μάνης (1322‐1323), η μονή της Φανερωμένης στην Κωνσταντινούπολη (πριν το 1341), η μονή της Φανερωμένης στη Λευκωσία (δεύτερο μισό του 14ου αι.), η μονή της Φανερωμένης στην Καστοριά (τέλη 14ου αρχές 15ου αι. χρονολόγηση των τοιχογραφιών). Μάλιστα ο εικονογραφικός τύπος της Παναγίας Φανερωμένης απαντά σε μεγάλο αριθμό φορητών εικόνων της Παλαιολόγειας εποχής.
Χαρακτηριστικά η εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης στον ομώνυμο ναό στη Βέροια (τέλη 13ου αι.) λατρεύεται ως αχειροποίητη και αποδίδεται σε εργαστήρι της Πρωτεύουσας.
 
Η Αχειροποίητος Παναγία της Θεσσαλονίκης.
 
 
Περιώνυμος αχειροποίητος είναι και η εικόνα της Παναγίας (13ος αι) που συνδέεται με τον ομώνυμο ναό στη Θεσσαλονίκη (μέσα 5ου αι.). Ο ναός αποτελεί τυπικό δείγμα τρίκλιτης, ξυλόστεγης, ελληνιστικής βασιλικής με υπερώα. Το 1430 η Αχειροποίητος ήταν ο πρώτος ναός της Θεσσαλονίκης, μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους, που κατέλαβε ο Σουλτάνος Μουράτ και τον μετέτρεψε σε τζαμί (Eski cuma camii). Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, υπήρξε πρόταση να χρησιμοποιηθεί ο ναός ως Βυζαντινό Μουσείο της πόλης. Αυτό όμως δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή χρησιμοποιείται ως καταυλισμός προσφύγων. Τελικά η Αχειροποίητος χρησιμοποιείται ξανά ως χριστιανική εκκλησία το 1930.
Τα σχετικά με την αχειροποίητη εφέστια εικόνα του ναού πληροφορούμαστε από τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο, νομοφύλακα και κριτή στη Θεσσαλονίκη από το 1347, σε λόγο που εκφωνεί κατά την παραμονή της εορτής του Αγίου Δημητρίου, στον ναό της Αχειροποιήτου. Σύμφωνα με το κείμενο αυτό η λατρευτική εικόνα της Θεοτόκου, της οποίας ο εικονογραφικός τύπος δεν προσδιορίζεται, μεταβάλλεται κατά τρόπο θαυματουργικό σε όρθια δεομένη χωρίς το βρέφος, εξαιτίας του αμαρτήματος του κτήτορα. Επειδή αυτή η μεταβολή έγινε χωρίς την επέμβαση κάποιου ζωγράφου, η εικόνα ονομάζεται Αχειροποίητος, όπως και ο ναός στον οποίο έλαβε χώρα το θαυματουργό γεγονός.
Η πρώτη ως τότε γνωστή ονομασία του ναού ήταν ʹʹτς γίας χράντου Θεοτόκουʹʹ, σύμφωνα με το κείμενο της ομιλίας του Λέοντα του Μαθηματικού και Φιλοσόφου, που εκφωνήθηκε στις 25 Μαρτίου του 842 εντός του ναού. Η ονομασία από το 842 ως το 1115 είναι ουσιαστικά όμοια. ʹʹτῆς ἀχράντου Θεοτόκουʹʹ, ʹʹὙπεραγίας Θεοτόκουʹʹ, ʹʹΠαναγίας Θεοτόκουʹʹ, ʹʹἉγίας Θεοτόκουʹʹ, ʹʹτῆς Ἀειπάρθενου Πανάγνου και Θεομήτοροςʹʹ. Η χρονική στιγμή που αποκτά ο ναός το όνομα Αχειροποίητος, τοποθετείται γύρω στο 1270, όπως μαρτυρεί η ύπαρξη ενός μολυβδόβουλου με την παράσταση της Παναγίας αχειροποιήτου.
Η αχειροποίητος της Παναγίας στη Θεσσαλονίκη προβάλλεται από τον Κ.Αρμενόπουλο ως εικόνα εξίσου σημαντική με τις αχειροποίητες εικόνες του Χριστού, το Ιερό Μανδήλιο και Ιερό Κεράμιο. Το σχετικό κείμενο έχει ως εξής : ʹʹΠρός τ θείᾳ τς νταθα θεομήτορος εκόνι, τντι θεόθεν, οκ ξ πινοίας χειρός νθρωπίνης, οτως ρθιος, κέσιος σχημάτισται, διά τό το κτήτορος, ς ληθής αρε λόγος, νταθα γεγενημένον μπλάκημα, ο χάριν καί τήν χειροποιήτος, κατά τάς ῥάκει πρην καί κεράμ δεσποτικάς ντυπωθείσας μορφάς… μέν πάναγνος το Θεο Μήτηρ κέσιος σταμένη φαίνηται…λας χερας νατείνουσαν κεσίους, πρός τίνα δέ καίπέρ τίνος, πρός ν άρρήτως ατή Θεόν τεκε ʹʹ.
Όπως αναφέρει ο ομιλητής, η εικόνα του ναού σχηματίστηκε εξαιτίας του αμαρτήματος, στο οποίο περιέπεσε ο κτήτορας του ναού. Ο Αρμενόπουλος δεν αναφέρει ούτε το όνομα, αλλά ούτε και το αμάρτημα του κτήτορα επειδή, όπως σημειώνει, είναι γνωστά από την παράδοση. Ο Ξυγγόπουλος τοποθετεί πάντως χρονικά τη μεταλλαγή της εικόνας μετά το τέλος της Λατινοκρατίας (1222).
Ακολούθως συνδέει τον ναό της Θεσσαλονίκης με τη μονή των Αβραμιτών στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα λοιπόν με τον ερευνητή, ο ναός της Αχειροποιήτου περιέρχεται τον 13ο αι. στους μοναχούς της μονής Αβραμιτών, οι οποίοι τον χρησιμοποιούν ως καθολικό της μονής που πιθανόν ίδρυσαν στην Θεσσαλονίκη, σε ανάμνηση της κατεστραμμένης μονής τους στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τον Ξυγγόπουλο οι Αβραμίτες μοναχοί ονομάζουν τον παλιό ναό της Οδηγήτριας σε Αχειροποίητο προς τιμή της παλιάς μονής τους. Kατά τον Ξυγγόπουλο η παλιά εικόνα που βρισκόταν στον ναό της Θεσσαλονίκης και ακολουθούσε τον τύπο της Οδηγήτριας, πρέπει να είχε καταστραφεί από τους Λατίνους. Με αυτή την πράξη βεβήλωσης πιθανόν έχει σχέση το αμπλάκημα που αναφέρει ο Αρμενόπουλος. Ο Ξυγγόπουλος δηλαδή υποστηρίζει ότι πίσω από το αμπλάκημα του κτήτορος βρίσκεται η Λατινική Εκκλησία. Μετά λοιπόν την αποχώρηση των Λατίνων οι Αβραμίτες μοναχοί ονομάζουν τον ναό της Θεσσαλονίκης Αχειροποίητο και τότε ίσως, σύμφωνα με τον Ξυγγόπουλο, επαναζωγραφίστηκε η βεβηλωμένη εικόνα ή κατασκευάστηκε νέα, σε άλλο εικονογραφικό τύπο από την παλιά εικόνα της Οδηγήτριας. Είναι όμως λίγο δύσκολο να δεχτεί κανείς, ότι ένας από τους τέσσερις καθολικούς ναούς της μητρόπολης Θεσσαλονίκης θα παραχωρούνταν εύκολα σε κάποιους άλλους έστω και αν επρόκειτο για μοναχούς που προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον αναρωτιέται κανείς για ποιό λόγο οι Λατίνοι θα κατέστρεφαν εικόνα της Παναγίας και μάλιστα σ΄ έναν ναό, ο οποίος μάλλον δεν πρέπει να πέρασε στην κατοχή τους.
Σύμφωνα με νεώτερη άποψη το θαύμα της μεταλλαγής της εικόνας της Παναγίας και άρα και το όνομα του ναού συσχετίζονται με τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο (1258‐1282). Το αμάρτημα του κτήτορα είναι ο σφετερισμός του θρόνου και η τύφλωση του νόμιμου διαδόχου, του ανήλικου Ιωάννη Δʹ Λάσκαρη, από τον Μιχαήλ Ηʹ για τα οποία και αφορίζεται από τον Πατριάρχη Αρσένιο. Επιπλέον ο Αυτοκράτορας αποδοκιμάζεται και για τη φιλενωτική του στάση στο θέμα της ένωσης Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας. Αποτέλεσμα μάλιστα της πολιτικής του ήταν να μην τύχει Νεκρώσιμης Ακολουθίας από την πλευρά της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Όσον αφορά στη σχέση του Μιχαήλ Η΄ με τη Θεσσαλονίκη φαίνεται να είναι ιδιαίτερα στενή, όπως μας πληροφορεί ο σύγχρονος ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης. Ο Αυτοκράτορας θεωρεί την πόλη της Θεσσαλονίκης ιδιαίτερη πατρίδα του, υπάγεται στην εξουσία του, αφού ο πατέρας του, ο Μέγας Δομέστικος Ανδρόνικος Παλαιολόγος, υπήρξε Ηγεμόνας της και μάλιστα πέθανε και τάφηκε εκεί: Υπάρχουν ενδείξεις, ότι ο ίδιος Αυτοκράτορας καθιέρωσε την τιμή της Θεοτόκου Αχειροποιήτου και σε άλλες μονές της Μικράς Ασίας. Διατηρεί για παράδειγμα ιδιαίτερες σχέσεις με τη Μητρόπολη Κυζίκου, στην οποία, όπως σημειώθηκε παραπάνω, υπήρχε αχειροποίητος εικόνα της Παναγίας. Κατά τη θριαμβευτική του είσοδο στην Κωνσταντινούπολη το 1261 ο Μητροπολίτης Κυζίκου Γεώργιος Κλειδάς, είναι εκείνος που ʹʹπεστόμισε τάς εχάςʹʹ στη Χρυσή Πύλη. Μάλιστα αν και η Πρωτεύουσα είχε απελευθερωθεί ήδη από την 25ηΙουλίου, η πανηγυρική επάνοδος του Μιχαήλ Η΄ έγινε την 15η Αυγούστου, με σκοπό να συμπέσει με την εορτή της Θεοτόκου.
Επιπλέον ο Μιχαήλ ονομάζει Αχειροποίητο και τη μονή της Θεοτόκου των Κελλιβάρων, στο όρος Λάτρος της Μικράς Ασίας και την συνενώνει με εκείνη του Αγίου Δημητρίου, προστάτη αγίου των Παλαιολόγων. Επίσης στον ναό της Θεοτόκου στη Θεσσαλονίκη υπήρχε από παλιά παράδοση συλλατρείας Παναγίας και Αγίου Δημητρίου, ως προστατών της πόλης. Ο Μιχαήλ, όπως αναφέρεται παραπάνω, συνενώνει την λατρεία της Θεοτόκου με εκείνη του Αγίου Δημητρίου στο Λάτρο, ακολουθώντας ίσως το παράδειγμα του ναού της Αχειροποιήτου.
Ο Μιχαήλ πρόβαλε, με το ξεκίνημα της βασιλείας του, τη Θεοτόκο, ως προστάτιδα της Πόλης. Ο κτήτορας λοιπόν δεν αποκλείεται να είναι ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, ο οποίος προσπαθεί να καθιερώσει μία σημαντική λατρεία, κύριος στόχος της οποίας είναι η αποκατάσταση και η συνέχιση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κατά την Κωνσταντινίδη αιτία για την ανανέωση της τιμής της Παναγίας Αχειροποιήτου από τον Μιχαήλ, στάθηκε το γεγονός της επανάκτησης της Πόλης μετά από μισό αιώνα Λατινικής κατοχής, σε συνδυασμό με την καταστροφή της μονής Αχειροποιήτου στην Πρωτεύουσα αλλά και της μεταφοράς του Ιερού Μανδηλίου στη Δύση. (Πηγή.Ευτυχία Κουρκουτίδου Νικολαΐδου, Αχειροποίητος ο μεγάλος ναός της Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη 1989).
 
Παναγία η Πλατανιώτισσα.
 
 
Η παράδοση που αφορά στην Παναγία Πλατανιώτισσα έχει τις ρίζες της στον 4ο αι. και θεωρείται ότι αναπαράγει πιστά την παράδοση περί της Παναγίας Μεγαλοσπηλαιώτισσας. Απαντούν δύο εκδοχές που αφορούν στην εμφάνιση της εικόνας. Κατά την πρώτη, που είναι και η πιθανότερη, το 840, κατά τη διάρκεια της βʹ φάσης της Εικονομαχίας (815‐843), το σπήλαιο της Μεγάλης Μονής πυρπολείται, η εικόνα όμως σώζεται και οι πιστοί την περιφέρουν σε πόλεις και χωριά για να οικοδομηθεί η πίστη των Χριστιανών. Σε μία τέτοια περιφορά οι Ιερομόναχοι της μονής διανυκτερεύουν στον ίδιο τόπο που είχαν διανυκτερεύσει τα δύο αδέρφια, ο Συμεών και ο Θεόδωρος όταν αναζητούσαν την εικόνα του Ευαγγελιστή Λουκά, ανάμεσα δηλαδή στα τρία πλατάνια. Στο κοίλο εσωτερικό του ενός πλατάνου, όπου κρέμασαν την εικόνα, χαράκτηκε με θαυμαστό τρόπο, αχειροποιήτως το ομοίωμά της.
Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, την ώρα που οι Πατέρες Συμεών και Θεόδωρος βλέπουν στο όνειρό τους τον Ανδρέα και τον Λουκά, ο δεύτερος δείχνει προς τα δυτικά, δηλαδή προς το ένα από τα τρία πλατάνια και τους παρακινεί να δουν την εικόνα της Παναγίας που αποτυπωνόταν εκείνη τη στιγμή στην κουφάλα του δέντρου. Οι Άγιοι Πατέρες ξυπνούν τρομαγμένοι και κοιτώντας ανατολικά βλέπουν λαμπρό φως να χτυπά τον κορμό του πλατάνου. Κοιτούν και βλέπουν το ιερό εκτύπωμα της εικόνας της Παναγίας. Σύμφωναλοιπόν μʹ αυτή την εκδοχή, το θαύμα της αποτύπωσης συνέβη τον 4ο αι. Η Παναγία Πλατανιώτισσα γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου, ημέρα της Γεννήσεως της Θεοτόκου και πλήθος πιστών προσέρχεται κάθε χρόνο για να την προσκυνήσει.
Στην κοίλη και λεία επιφάνεια λοιπόν της κουφάλας του πλατάνου είναι αποτυπωμένη, ανάγλυφη, αμετάβλητη στους αιώνες η εικόνα της Παναγίας Πλατανιώτισσας. Ανήκει στον τύπο της δεξιοκρατούσας. Το κεφάλι της γέρνει προς τα δεξιά. Η εικόνα είναι πανομοιότυπη με την ανάγλυφη εικόνα του Μεγάλου Σπηλαίου. Στο σημείο του Ιερού αποτυπώματος της Θεοτόκου ο φλοιός του πλατάνου είναι νεκρός και αμετάβλητος. Το πάχος του είναι ιδιαίτερα μικρό. Γύρω όμως από το σημείο του πλατάνου που είναι αποτυπωμένη η εικόνα, ο πλάτανος βλασταίνει και αναπτύσσεται κανονικά ακόμα και μέσα στην κουφάλα του δέντρου.
 
Παναγία Εικοσιφοίνισσα
 
 
Αχειροποίητος θεωρείται και η εικόνα της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, η οποία βρίσκεται στην ομώνυμη μονή στο όρος Παγγαίο, σε υψόμετρο 780 μέτρων. Η ίδρυση της μονής συνδέεται, χωρίς όμως να μπορεί να αποδειχθεί, με τον Επίσκοπο Φιλίππων Σώζοντα, ο οποίος φαίνεται να υπογράφει τα Πρακτικά της ληστρικής λεγομένης Συνόδου στην Έφεσο (449) και της Συνόδου της Χαλκηδόνας (451). Ο Σώζων ιδρύει, περίπου το 450, ναό και μοναστικό οικισμό στη θέση Βίγλα, κοντά στη σημερινή μονή. Ο οικισμός όμως με την πάροδο των χρόνων εγκαταλείπεται σταδιακά. Κτήτορας ουσιαστικά της μονής είναι ο Όσιος Γερμανός (βʹ μισό 9ου ή αρχές 10ου αι.), του οποίου ο βίος αποτελεί τη μοναδική πηγή για την ίδρυση της μονής. H αρχαιότερη γραπτή μνεία περί της μονής απαντά σε επιστολή του Βασιλείου Μοδηνού, το Φεβρουάριο του 1320, με την οποία ο Μοδηνός και η οικογένειά του παραχωρούν τη μισή πατρική περιουσία στη μονή Χιλανδαρίου. Η επιστολή συντάχθηκε ανάμεσα σε άλλους και στον σεβάσμιο Ιερομόναχο Συμεών ʹʹτς σεβασμίας μονς Κοσνίτζιςʹʹ (Εικοσιφοίνισσας). Ο Γερμανός μονάζει στη μονή του Αγίου Ιωάνννη του Βαπτιστή στην Παλαιστίνη, μέχρι τη στιγμή που βλέπει την Παναγία σε όραμα η οποία του ζητά να κτίσει μία μονή στο όνομά της. Ο Γερμανός ξεκινά από την Παλαιστίνη έχοντας για οδηγό την Παναγία. Τελικά φτάνει στο όρος Παγγαίο σύμφωνα με τις υποδείξεις της Παρθένου. Εκεί παίρνει ένα κομμάτι ξύλο για να αγιογραφήσει την Παναγία. Προτού ολοκληρώσει όμως την αγιογραφία, το ξύλο σπάει στη μέση. Τότε, προς μεγάλη έκπληξη του μοναχού, βλέπει την εικόνα της Παναγίας να σχηματίζεται πάνω στο ξύλο, αχειροποιήτως, μέσα σε λαμπρό φως φοινικούν. Αυτή είναι μία από τις τρεις εκδοχές, μάλλον η επικρατέστερη, σχετικά με την εμφάνιση της αχειροποιήτου εικόνας της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας. Η ονομασία της μονής Εικοσιφοίνισσα είναι η πλέον πρόσφατη που έχει επικρατήσει και προφανώς συνδέεται με την Αχειροποίητη εικόνα της Παναγίας. Ο τύπος της Παναγίας είναι αυτός της αριστεροκρατούσας. Σήμερα η εικόνα εξακολουθεί να βρίσκεται στο καθολικό (1837‐1847) της μονής, το οποίο είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου και πλήθος πιστών την επισκέπτεται για να προσκυνήσει την εικόνα, η οποία συνεχίζει να θαυματουργεί.
 
Αχειροποίητη Παναγία του Καραβά.
Η προφορική παράδοση που αναφέρεται στις αχειροποίητες εικόνες της Παναγίας, διασώζει μία μοναδική περίπτωση που αφορά στη μονή της Αχειροποιήτου στον Καραβά, στην περιοχή Λάμπουσα της Κύπρου. Πρόκειται για ένα από τα πιο αξιόλογα Βυζαντινά μνημεία της Μεγαλονήσου. Κατά την ευσεβή παράδοση ο ναός ονομάζεται Αχειροποίητος, διότι δεν τον ίδρυσε ανθρώπινο χέρι στο σημείο που βρίσκεται. Πριν από αιώνες, όταν οι Τούρκοι επρόκειτο να κάψουν την Μικρά Ασία η Παναγία, που είχε τον ναό της στ΄ αντικρινά παράλια, τον σήκωσε από εκεί που ήταν και τον μετέφερε μαζί με το μοναστήρι στην Κύπρο, στις ακτές της Λάμπουσας, για να τον σώσει από τους Τούρκους.
Από τις εικόνες ξεχωρίζει η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας, μέσα στην οποία μάλιστα θεωρείται ότι βρίσκεται μέρος του Ιερού Μανδηλίου. Στο κάτω μέρος της εικόνας σώζεται επιγραφή η οποία αναφέρει ότι ο Ιερομόναχος Φιλόθεος το 1765 κατασκεύασε νέα εικόνα της Παναγίας, μέσα στην οποία τοποθέτησε ʹʹμέρος λινού πανιούʹʹ, το οποίο βρήκε στην παλιά εικόνα που έσπασαν οι Τούρκοι κατά την λεηλασία έναντι της μονής, το 1765. Διότι, σύμφωνα με μια άλλη τοπική παράδοση, ο Άγιος Ευλάλιος (περίπου 3ος αι.), ο πρώτος Επίσκοπος της Λάμπουσας, συνδέεται με τη μεταφορά του Ιερού Μανδηλίου, από την Έδεσσα στην περιοχή της Λάμπουσας. Μετά τον θάνατο του Άβγαρου το Μανδήλιο, που παρέμεινε στην πόλη της Έδεσσας, θέλησε να το καταστρέψει ο γιος του Άβγαρου που ήταν ειδωλολάτρης. Τότε ο Ευλάλιος πήρε το Μανδήλιο κρυφά για να το προστατέψει. Έφτασε στην ακρογιαλιά και επιβιβάστηκε σ’ ένα πλοίο που ταξίδευε για την Κύπρο. Βρέθηκε στην Λάμπουσα, όπου έκτισε μονή την οποία αφιέρωσε στην αχειροποίητη εικόνα του Χριστού. Σύμφωνα λοιπόν μ΄ αυτήν την παράδοση, η μονή που κτίστηκε στην περιοχή ονομάστηκε Αχειροποίητος, διότι σʹ αυτή βρισκόταν η Αχειροποίητος εικόνα του Χριστού. Το καθολικό της μονής γιορτάζει στις 15 Αυγούστου επέτειο της κοίμησης της Θεοτόκου και στις 16 Αυγούστου ημέρα του Ιερού Μανδηλίου.
 
Παναγία η Προδρομίτισσα.
 
 
Άλλη αχειροποίητη εικόνα θεωρείται η εικόνα της Παναγίας Προδρομίτισσας (19ος αι.), που βρίσκεται στη Ρουμάνικη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, στο Άγιο Όρος. Η σκήτη έχει μορφή κοινοβιακού συγκροτήματος και ανήκει στην κυρίαρχη μονή της Μεγίστης Λαύρας (963). Μέχρι το 1854 στη θέση της ήταν το κελί του Τιμίου Προδρόμου, με μοναχούς καταγόμενους από τη Χίο. Η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας επέτρεψε τη μετατροπή του κελιού σε Σκήτη. Με Πατριαρχικό Σιγίλιο το 1856, επί Πατριάρχη Κυρίλλου Ζʹ (1855‐1860), επικυρώθηκε η ίδρυση και η κοινοβιακή οργάνωση της Σκήτης. .
Τις πληροφορίες που αφορούν στην αχειροποίητο εικόνα παραδίδει ο Ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνάκης (1862‐1935). Κατά τον Ιερομόναχο ο αγιογράφος Γιωργάκης Νικολάου ξεκίνησε να ζωγραφίσει, έπειτα από επιθυμία του Ιερομόναχου Νήφωνα (1857‐1870), την Παναγία βρεφοκρατούσα. Καθώς κόντευε όμως να ολοκληρώσει την αγιογράφηση της εικόνας, είδε ότι τα πρόσωπα του Χριστού και της Παναγίας ήταν αλλοιωμένα. Ο αγιογράφος πίστεψε ότι δεν ήταν άξιος να τελειώσει την εικόνα. Άφησε λοιπόν την εργασία με σκοπό να την συνεχίσει την επόμενη μέρα. Το πρωί έκανε τρεις μετάνοιες και προσευχήθηκε ώστε να μπορέσει τελειώσει το έργο του. Όταν πήγε να συνεχίσει την εργασία του είδε έκπληκτος τα πρόσωπα στην εικόνα να είναι τέλεια ζωγραφισμένα και να λάμπουν.
Για την Αχειροποίητο Εικόνα της Θεοτόκου ο Γερ. Σμυρνάκης (σελ. 423) αναφέρει: Εν τω Κυριακώ εύρηται ανηρτημένη επί του κατ’ ανατολάς αριστερού κίονος αχειροποίητος εικών της Θεομήτορος μόνον κατά την μορφήν, ην ο εν Ιασίω ζωγράφος Γιωργάκης Νικολάου ονόματι πολλά μοχθήσας και μη δυνηθείς να ιστορήση κατά την θέλησιν του τότε Δικαίου της σκήτης Νήφωνος Ιερομονάχου (1857-1870) και κατά την ιδίαν αυτού τέχνην παρήτησεν ανεπιμέλητον εν ερμαρίω, ίνα παραλάβη αυτήν ο ειρημένος Δικαίος. Ημέραν τινά όμως, ως αφηγήθη ημίν ο μέχρι του Δεκεμβρίου 1899 ζων Ιερομόναχος Νήφων, λαβών αυτήν ο ρηθείς ζωγράφος εκ του ερμαρίου προς δυνατήν αποπεράτωσιν εύρε λαμπράν και ωραίαν την μορφήν, ως σήμερον δείκνυται. Τότε δε ούτος εξέδωκε τη 29η Ιουνίου 1863 εν Ιασίω πιστοποιητικόν, δι΄ου δηλοποιεί: «Αφού κατά την τέχνην μου επέρασα το πρώτον και δεύτερον χέρι επί των ενδυμάτων και του προσώπου της εικόνος , κατά το τρίτον χέρι είδον την Παναγίαν και τον Χριστόν ηλλοιωμένους την μορφήν. Διό εξοργισθείς ενόμισα ότι επιλαθόμενος της τέχνης μου δεν ηδυνάμην να τελειοποιήσω την εικόνα. Και επειδή ήτο εσπέρα, κατεκλίθην, ίνα την επαύριον μετά ζέσεως επαναλάβω την εργασίαν. Την δε πρωίαν ποιήσας τρεις μετανοίας προς έναρξιν της εργασίας, ω του θαύματος! Εύρον τα πρόσωπα της Θεομήτορος και του Χριστού υπερφυώς συντετελεσμένα.
Από τότε η εικόνα της Παναγίας που παριστάνεται στον τύπο της Οδηγήτριας ονομάζεται Παναγία Προδρομίτισσα η αχειροποίητος και βρίσκεται αναρτημένη στον αριστερό ανατολικό κίονα του Κυριακού μπροστά από το Τέμπλο.
 
Παναγία η Ιεροσολυμίτισσα.
 
 
Περίφημη αχειροποίητος εικόνα της Παναγίας των νεώτερων χρόνων είναι και η Ιεροσολυμίτισσα (1870). Η παράδοση που συνοδεύει την εικόνα έγινε ευρέως γνωστή από διηγήσεις Γερόντων, όπως εκείνη του Γέροντα Παΐσιου του Αγιορείτη. Η δημιουργία της εικόνας συνδέεται με τη μοναχή αγιογράφο Τατιανή, η οποία μόνασε στη Ρώσικη Ιερά μονή της Μυροφόρου Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής στην Ιερουσαλήμ. Σύμφωνα με την παράδοση, η Τατιανή βλέπει σε όραμα ότι την επισκέπτεται στο κελί της μία άγνωστη μοναχή, η οποία της ζητά να την ζωγραφίσει. Η Τατιανή απαντά ότι δεν είναι ζωγράφος, αλλά αγιογράφος. Τότε η άγνωστη μοναχή της λέει να την αγιογραφήσει. Η Τατιανή απορεί με το θάρρος της ξένης και της αποκρίνεται ότι δεν έχει ξύλο (σανίδι) για να την αγιογραφήσει. Έπειτα η άγνωστη μοναχή της δίνει ένα σανίδι και της λέει να την ζωγραφίσει. Ενώ τελικά αρχίζει η Τατιανή να την αγιογραφεί βλέπειτα άμφια της μοναχής να γίνονται χρυσά, το πρόσωπό της να λάμπει και ναλέει: ʹʹΩ μακαρία Τατιανή, μετά τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Λουκά, θα με αγιογραφήσεις πάλι εσύʹʹ. Τότε η Τατιανή καταλαβαίνει ότι αγιογραφεί την Παναγία. Ταράζεται και σπεύδει στην Ηγουμένη για να της διηγηθεί το όραμα. Η Ηγουμένη δυσπιστεί και της λέει να πάει να κοιμηθεί και την επόμενη μέρα να αγιογραφήσει μία εικόνα της Παναγίας. Καθώς όμως επιστρέφει στο κελί της βλέπει να βγαίνει φως και αισθάνεται ευωδία. Τότε ειδοποιεί την Ηγουμένη και μαζί αντικρίζουν το θαύμα. Η εικόνα του οράματος της Τατιανής βρίσκεται εκεί στο κελί αχειροποιήτως.Έπειτα παρουσιάζεται πάλι η Παναγία στην Τατιανή και της λέει να την μεταφέρουν στο σπίτι της, στη Γεσθημανή. Έτσι και έγινε. Η εικόνα παριστάνει την Θεοτόκο να κρατάει το Βρέφος στο αριστερό της χέρι. Η αχειροποίητος εικόνα της Ιεροσολυμίτισσας εξακολουθεί να βρίσκεται στο Ιερό προσκύνημα του Θεομητορικού Μνήματος στη Γεσθημανή (περίπου379‐386). Όσον αφορά στην παράδοση που συνοδεύει την Παναγία Ιεροσολυμίτισσα, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι είναι πολύ νεότερη και δεν καταγράφεται ούτε στα Οδοιπορικά προσκυνητών στους Αγίους Τόπους, ούτε όμως και στη σχετική βιβλιογραφία. Εδώ θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι εσκεμμένα συνδέθηκε η εν λόγω εικόνα με αχειροποίητη παράδοση. Δεν μπορούμε όμως να αποκλείσουμε την περίπτωση να υπάρχουν ψήγματα ιστορικής πραγματικότητας, τα οποία με το πέρασμα των χρόνων χάθηκαν ή ακόμα και παραμερίστηκαν προκειμένου να τονιστεί η αχειροποίητος προέλευση της εικόνας.
 
 

ΟΙ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
A.Tο Ιερό Μανδήλιο
 
 
Η διδασκαλία της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία οι εικόνες αποτελούν ένα αδιάσπαστο στοιχείο του Χριστιανικού Ευαγγελίου αμέσως με την έναρξή του, εκφράζεται επίσης στην παράδοση, η οποία βεβαιώνει ότι η πρώτη εικόνα του Χριστού εμφανίσθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής Του στη γη. Στη Δύση, αυτή η εικόνα εκαλείτο «το Άγιο Μανδήλιο». Στην Ανατολή καλείται «Αχειροποίητος», η εικόνα που δεν έγινε από χέρι άνθρωπου. Σύμφωνα με αυτήν την παράδοση, ο ίδιος ο Χριστός έστειλε την εικόνα Του στον Άβγαρο τον Ε’ Ukhama, Πρίγκηπα της Οσροηνής, μιας μικρής χώρας ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη, που βρισκόταν την εποχή εκείνη ανάμεσα στη Ρωμαϊκή και την Παρθική Αυτοκρατορία. Πρωτεύουσά της ήταν η πόλη Εδεσσα, η σημερινή Orfu ή Rogais. Πρέπει να αναφερθεί ότι το χρονικό της πόλης αυτής αναφέρει την ύπαρξη Χριστιανικού ναού ο οποίος εθεωρείτο αρχαίος το έτος 201, όταν καταστράφηκε από πλημμύρα. Το βασίλειο της Έδεσσας ήταν η πρώτη πολιτεία στον κόσμο που έγινε Χριστιανική πολιτεία (μεταξύ 170 και 214, υπό την ηγεμονία του Αβγάρου του Θ’( Ουσπένσκυ Λεωνίδας).
Διαβάζουμε λοιπόν στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του Ευσεβίου Καισαρείας τα εξής για τον Άβγαρο(ή Αυγαρο):
«στορία περ το τν δεσσηνν δυνάστου»:
«βγαρος Οχαμα τοπάρχης ησο σωτρι γαθναφανέντι ν τόπεροσολύμων χαίρειν. κουσταί μοι τ περ σο κα τν σν αμάτων, ς νευ φαρμάκων κα βοτανν π σο γινομένων. ς γρ λόγος, τυφλος ναβλέπειν ποιες, χωλος περιπατεν, κα λεπρος καθαρίζεις, κακάθαρτα πνεύματα κα δαίμονας κβάλλεις, κα τος ν μακρονοσί βασανιζομένους θεραπεύεις, κα νεκρος γείρεις. κα τατα πάντα κούσας περ σο, κατ νον θέμην ττερον τν δύο, τι σ ε θες κα καταβς π το ορανο ποιες τατα, υἱὸς ε το θεο ποιν τατα. δι τοτο τοίνυν γράψας δεήθην σου σκυλναι πρός με κα τ πάθος, χω, θεραπεσαι. κα γρ κουσα τι καουδαοι καταγογγύζουσί σου κα βούλονται κακσαί σε. πόλις δ μικροτάτη μοί στι κα σεμνή, τις ξαρκεμφοτέροις».
Μετάφραση: «Ο Άβγαρος του Ουχάμα, τοπάρχης, προς τον Ιησού, τον αγαθό σωτήρα, που εμφανίστηκε στην Ιερουσαλήμ, χαίρε. Άκουσα σχετικά με σένα και με τις θεραπείες σου, πως πραγματοποιούνται δίχως φάρμακα και βότανα. Όπως λένε, κάνεις τυφλούς να βλέπουν, χωλούς να περπατούν, καθαρίζεις λεπρούς, βγάζεις ακάθαρτα πνεύματα και δαίμονες, θεραπεύεις όσους βασανίζονται από ανίατες αρρώστιες, ανασταίνεις νεκρούς. Έχοντας λοιπόν ακούσει όλα αυτά για σένα, σκέφτηκα ότι ένα από τα δύο συμβαίνει: ή είσαι εσύ ο ίδιος Θεός που κατέβηκες από του ουρανό και πράττεις αυτά ή είσαι ο υιός του Θεού. Γι’ αυτό λοιπόν σου έγραψα, για να σε παρακαλέσω να ‘ρθεις σε μένα και να θεραπεύσεις το βάσανο που έχω. Άκουσα άλλωστε ότι οι Ιουδαίοι αγανακτούν εναντίον σου και θέλουν να σε κατηγορήσουν. Έχω μια πολύ μικρή, αλλά σεμνή πόλη, που είναι αρκετή και για τους δυο μας».
Ο Ιησούς στην απαντητική του επιστολή συγχαίρει τον Άβγαρο για την πίστη του:
ʹʹβγαρε, μακάριος ε πιστεύσας ν εμοί, μήἑώρακώς μεʹ και του υπόσχεται ότι θα στείλει κάποιον για να τον θεραπεύσει και να τον διδάξει.
«Μακάριος ε πιστεύσας ν μοί, μωρακώς με. γέγραπται γρ περμο τος ωρακότας με μ πιστεύσειν ν μοί, κανα ο μωρακότες με ατο πιστεύσωσι κα ζήσονται. περ δ ογραψάς μοι λθεν πρς σέ, δέον στ πάντα δι᾿πεστάλην νταθα, πληρσαι κα μετ τ πληρσαι οτως ναληφθναι πρς τν ποστείλαντά με. καπειδν ναληφθ, ποστελ σοί τινα τν μαθητν μου, να άσηταί σου τ πάθος κα ζωήν σοι κα τος σν σο παράσχηται».
Μετάφραση: «Μακάριος είσαι, γιατί πίστεψες σε μένα χωρίς να με έχεις δει. Γιατί έχει γραφτεί για μένα ότι «όσοι μ’ έχουν δει δε θα πιστέψουν σε μένα» και «ώστε εκείνοι που δε θα μ’ έχουν δει, αυτοί να πιστέψουν και θα ζήσουν». Όσον αφορά αυτά που γράφεις, το να ‘ρθω κοντά σου δηλαδή, πρέπει να ολοκληρώσω όλα εκείνα για τα οποία έχω σταλεί εδώ και μετά την ολοκλήρωση να αναληφθώ προς Εκείνον που μ’ έστειλε. Και αφού αναληφθώ, θα σου στείλω κάποιον από τους μαθητές μου για να σε θεραπεύσει και να δώσει ζωή σ’ εσένα και στους δικούς σου».
 
 
Στο «Μηναῖο τοῦ Αὐγούστου» γράφονται τα εξής:
«Ο βασιλιάς της Έδεσσας, Άβγαρος, ήταν λεπρός. Άκουσε για τα θαύματα του Χριστού και έστειλε προς Αυτόν τον αρχειοφύλακά του, Ανανία, με επιστολές στις οποίες παρακαλούσε τον Χριστό να πάει στην Έδεσσα να τον θεραπεύσει. Ο Ανανίας ήταν ζωγράφος, γι’ αυτό ο Άβγαρος τον επιφόρτισε να φτιάξει το πορτραίτο του Σωτήρα σε περίπτωση που ο Χριστός αρνείτο να πάει. Ο Ανανίας βρήκε τον Χριστό περιστοιχισμένο από ένα μεγάλο πλήθος και δεν μπορούσε να τον πλησιάσει. Γι’ αυτό ανέβηκε σ’ ένα βράχο από όπου μπορούσε να τον βλέπει καλύτερα. Προσπάθησε να φτιάξει ένα πορτραίτο του Σωτήρα, αλλά δεν μπορούσε «εξ αιτίας της απερίγραπτης δόξας του προσώπου Του, το οποίο άλλαζε δια της χάριτος». Βλέποντας ότι ο Ανανίας ήθελε να φτιάξει το πορτραίτο Του, ο Χριστός ζήτησε νερό, νίφτηκε, σκούπισε το πρόσωπο Του σ’ ένα κομμάτι λινό ύφασμα, και τα χαρακτηριστικά του έμειναν αποτυπωμένα σ’ αυτό το λινό ύφασμα. Είναι γι’ αυτό που η εικόνα αυτή είναι επίσης γνωστή με το όνομα Μανδήλιον. ( Η Ελληνική λέξη μανδήλιον προέρχεται από τη σημιτική λέξη mindil). Ο Χριστός το έδωσε στον Ανανία, και του είπε να το πάρει, με μία επιστολή, στο πρόσωπο που τον είχε στείλει. Στην επιστολή, ο Χριστός αρνείτο να πάει ο ίδιος στην Έδεσσα, επειδή είχε μια αποστολή να εκπληρώσει. Υπόσχετο στον Άβγαρο ότι, όταν θα εκπληρώνετο αυτή η αποστολή, θα έστελλε ένα από τους μαθητές Του προς αυτόν.
Όταν ο Άβγαρος πήρε το πορτραίτο, θεραπεύθηκε ΑΆγιος Θαδδαίος, ένας από τους εβδομήκοντα, πήγε στην Έδεσσα και θεράπευσε το βασιλιά πλήρως, προσηλυτίζοντάς τον στο Χριστιανισμό. Πάνω στο θαυματουργό πορτραίτο του Χριστού, ο Άβγαρος έγραψε αυτά τα λόγια: «Ω Χριστέ Θεέ, αυτός που ελπίζει σε Σένα δεν θα πεθάνει». Αφαίρεσε ένα είδωλο από το κοίλωμά του πάνω από μία πύλη της πόλης και το αντικατέστησε με την αγία εικόνα. Ο Άβγαρος έκανε πολλά για τη διάδοση του Χριστιανισμού στους υπηκόους του. Αλλά ο δισέγγονός του επέστρεψε στην ειδωλολατρεία και ήθελε να καταστρέψει την εικόνα του Αγίου Μανδηλίου. Γι’ αυτό ο Επίσκοπος της πόλης την εντείχισε στο κοίλωμα, αφού προηγουμένως τοποθέτησε μία αναμμένη κανδήλα μπροστά της. Έτσι η εικόνα διασώθηκε.
Πριν τον πέμπτο αιώνα, οι αρχαίοι συγγραφείς δεν κάμνουν καμιά αναφορά στην εικόνα του αγίου Μανδηλίου. Η πρώτη φορά που γίνεται αναφορά σ’ αυτό είναι στον πέμπτο αιώνα, σ’ ένα κείμενο γνωστό σαν «Το Δόγμα του Addai». Ο Addai ήτο Επίσκοπος της Έδεσσας (†541) που, στο έργο του (εάν αυτό το έργο είναι αυθεντικό), αναμφίβολα χρησιμοποίησε είτε κάποια τοπική παράδοση είτε κείμενα τα οποία εμείς δεν γνωρίζουμε.
Ο πιο παλαιός αδιαμφισβήτητος συγγραφέας που αναφέρει την εικόνα που στάληκε στον Άβγαρο είναι ο Ευάγριος (έκτος αιώνας)• στο έργο του « Εκκλησιαστική Ιστορία» ονομάζει το πορτραίτο «η εικόνα που κατασκευάσθηκε από το Θεό» «Θεότευχτος εικών». Όταν ο Πέρσης βασιληάς Χοσρόης πολιόρκησε την Έδεσσα, ο Επίσκοπος Ευλάλιος δι’ οράματος ανακάλυψε το μέρος του κοιλώματος όπου είχε κρυβεί η εικόνα. Την απεκάλυψε και είδε την κανδήλα να καίει ακόμη μπροστά της. Με τη χάρη της εικόνας, η πόλη σώθηκε. Η εικόνα όχι μόνο ήταν ανέπαφη, αλλά είχε επίσης εκτυπωθεί στην εσωτερική πλευρά της πλάκας που την απέκρυβε.
Η αρχική εικόνα, δηλ. το λινό ύφασμα πάνω στο οποίο το πρόσωπο του Κυρίου αποτυπώθηκε, διατηρήθηκε στην Έδεσσα για πολύ καιρό, σαν ο πιο πολύτιμος θησαυρός της πόλης. Το 630 οι Άραβες κατέλαβαν την Έδεσσα, αλλά δεν απαγόρευσαν την προσκύνηση του Αγίου Μανδηλίου, το οποίο ήτο πολύ γνωστό στη Δύση και προς τιμή του οποίου, τον όγδοο αιώνα, οι Χριστιανοί σε πολλές χώρες καθιέρωσαν εορτή, ακολουθώντας το παράδειγμα της Εκκλησίας της Εδεσσας. Κατά την περίοδο της Εικονομαχίας, ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει τη θαυματουργό εικόνα και το 787 οι Πατέρες της Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου αναφέρονται σ’ αυτήν πολλές φορές. Ο Λέων, αναγνώστης στον καθεδρικό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, που ήταν παρών στην Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο, διηγείται πως ο ίδιος προσκύνησε το Άγιο Μανδήλιο κατά την παραμονή του στην Εδεσσα. (2)
Το 944 οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες Κωνσταντίνος Πορφυρογένητος και Ρωμανός ο Α’ αγόρασαν την αγία εικόνα από την Έδεσσα αντί 200 Σαρακηνών αιχμαλώτων και 12.000 αργυρών δηναρίων και με την υπόσχεση ότι τα αυτοκρατορικά στρατεύματα ουδέποτε θα ενοχλούσαν την Έδεσσα και τις γύρω περιοχές. Ακολούθησε λαϊκή εξέγερση. Εν τούτοις το Άγιο Μανδήλιο μεταφέρθηκε με πομπή στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκε στην εκκλησία της Παρθένου του Φάρου. Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Πορφυρογένητος την εξύμνησε σε κήρυγμά του σαν την προστάτιδα της Αυτοκρατορίας.
Το «γεγονός», τιμάται από την Εκκλησία στις 16 Αυγούστου, ως «ανάμνηση τής εισόδου της αχειροτεύκτου μορφής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (δηλαδή το άγιο Μανδήλιο) εκ της Εδεσσηνών πόλεως, εις ταύτην την θεοφύλακτον Βασιλίδα (Κωνσταντινούπολη) ανακομισθείσης».
Η εικόνα η «αχειροποίητος» είναι πρωτίστως ο ίδιος ο Χριστός, ο σαρκωθείς Λόγος αποκαλυφθείς δια «του ναού του σώματος αυτού» (Ιωάν. 2:21). Είναι γι’ αυτό που η εικόνα του Χριστού αποτελεί μία αδιάψευστη μαρτυρία της θείας ενσαρκώσεως. Δεν είναι μία εικόνα που δημιουργήθηκε σύμφωνα με μια ανθρώπινη επινόηση• αντιπροσωπεύει το αληθινό πρόσωπο του Υιού του Θεού που έγινε άνθρωπος, και προέρχεται, σύμφωνα με την παράδοση, από μία άμεση επαφή με το πρόσωπά Του. Είναι αυτή την πρώτη εικόνα του Θεού που έγινε άνθρωπος που τιμά η Εκκλησία την ημέρα του Αγίου Μανδηλίου.( Ουσπένσκυ Λ.)
 
Β.Το Άγιο Κεράμιο
Πρόκειται για μοναδικό παράδειγμα όπου από μία αχειροποίητη εικόνα (Μανδήλιο) προέρχεται μία δεύτερη (Κεράμιον).
Το Άγιο Κεράμιο λέγεται έτσι για τον εξής λόγο. Ο εγγονός του Αυγάρου εξέκλινε απ’ την ευσέβεια των προγόνων του και έγινε ασεβής και ως τέτοιος θέλησε να αφαιρέσει το Άγιο Μανδήλιο από την πύλη της πόλης, όπου το είχε βάλει ο ευσεβής παππούς του, για να το προσκυνεί ο κάθε εισερχόμενος στην πόλη και να στήσει κάποιο άγαλμα στη θέση του. Ο δε Επίσκοπος της πόλης, γνωρίζοντας από θεία αποκάλυψη την κακή πρόθεση του βασιλιά, έκρυψε την εικόνα μέσα σ’ ένα θόλο που υπήρχε πάνω απ’ την εικόνα, ανάβοντας και λύχνο μπροστά της, και, αφού σκέπασε το Άγιο Μανδήλιο με μια κεραμίδα, έχτισε τον τοίχο με πλίνθους. Μετά από πολλά χρόνια, τον καιρό που ο βασιλιάς Χοσρόης πολιόρκησε την Έδεσσα, ο Επίσκοπος Ευλάβιος είδε στον ύπνο του μια γυναίκα επίσημη, η οποία του είπε να σκάψει για να βρει την αχειροποίητο εικόνα του Κυρίου, όπως και έγινε. Αλλά μαζί με το Άγιο Μανδήλιο είδε την εικόνα τυπωμένη και στην κεραμίδα, και αυτή ονομάστηκε Άγιο Κεράμιο.
Σύμφωνα με διάφορες παραδόσεις το Κεράμιον μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη πιθανόν από τον Νικηφόρο Φωκά (963‐969), το 966. Φυλασσόταν στο παρεκκλήσι της Παναγίας του Φάρου μαζί με το Μανδήλιο. Μετά όμως την Ἀλωση της Πρωτεύουσας από τους Σταυροφόρους, το Κεράμιο έχει την ίδια τύχη με το Ιερό Μανδήλιο. Μεταφέρεται στη Γαλλία από τον Βασιλιά Λουδοβίκο τον Θ΄(1226‐1270) και τοποθετείται στο παρεκκλήσι του Αγίου Στεφάνου, το οποίο λεηλατείται κατά τη Γαλλική Επανάσταση (1789) και το Ιερό Κεράμιο εξαφανίζεται.
 
3.Η Αχειροποίητος Εικόνα του Χριστου της Καμουλιάνα.
Μία ακόμα παράδοση που παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με την ιστορία του Μανδηλίου είναι και αυτή που αναφέρεται στην αχειροποίητο εικόνα του Χριστού, γνωστή ως εικόνα της Καμουλιάνα. Εμφανίζεται το 550 στην Καππαδοκία της Μικράς Ασίας.
Η παράδοση αναφέρει ότι η εικόνα βρέθηκε από μία ειδωλολάτρισσα, ονόματι Υπατία, η οποία αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν να πιστέψει στον Χριστό εφόσον δεν τον έχει δει. Μία μέρα όμως ανακάλυψε στο πηγάδι του σπιτιού της μία εικόνα που ήταν αποτυπωμένη σε ύφασμα. Σ΄ αυτήν αναγνώρισε το πρόσωπο του Χριστού. Η Εικόνα βγήκε με θαυματουργικό τρόπο στεγνή από το νερό και αποτυπώθηκε στο φόρεμα της γυναίκας, το οποίο θεωρήθηκε έκτοτε και αυτό αχειροποίητο. Το αντίγραφο της Εικόνας αυτής, από το 544 ως το 560, μεταφέρεται με πομπή σε διάφορες πόλεις της Μικρός Ασίας με τελευταία την Καισάρεια. Οι πιστοί ήταν μάλιστα διατεθειμένοι να πληρώσουν για να το δουν. Η Υπατία, που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, έκτισε ναό στην Καμουλιάνα προς τιμήν της πρωτότυπης εικόνας, η οποία και παρέμεινε στην ομώνυμη πόλη. Κάποια γυναίκα από την εν λόγω επαρχία, όταν έμαθε όσα συνέβησαν στην Καμουλιάνα σχετικά με την αχειροποίητο εικόνα του Χριστού, κυριεύθηκε από φθόνο και ήθελε να την αποκτήσει. Επισκέφθηκε την Καμουλιάνα και άγνωστο με ποιό τρόπο, κατάφερε να πάρει αντίγραφο της εικόνας, το οποίο και μετέφερε στο χωριό της. Η άγνωστη γυναίκα έκτισε και εκείνη ναό προς τιμήν της εικόνας, ακολουθώντας το παράδειγμα της Υπατίας. Το 554‐555 ο ναός κάηκε έπειτα από επίθεση βαρβάρων, η εικόνα όμως γλίτωσε. Ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ (527‐565) απέκτησε την εικόνα και την μετέφερε με πανηγυρική πομπή σε πολλές πόλεις της Μικράς Ασίας με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για την επανοικοδόμηση του κατεστραμμένου ναού .
Άλλη παράδοση αναφέρει ότι ο Χριστός εμφανίστηκε θαυματουργικά, στα χρόνια του Αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284‐305), στην Bassa Aquilina, σύζυγο του τοπάρχη της Καμουλιάνα. Σύμφωνα με τη διήγηση, η Bassa Aquilina αφού βαπτίσθηκε Χριστιανή, παρακαλούσε τον Χριστό με δάκρυα και αδιάλειπτη προσευχή να της φανερώσει το θέλημά Του. Εκείνος εισάκουσε τις προσευχές της και εμφανίστηκε μπροστά της. Έβρεξε το πρόσωπό Του και το σκούπισε με μία πετσέτα. Έπειτα εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω Του την πετσέτα στην οποία είχε αποτυπωθεί το πρόσωπό Του.
 
4.Το πέπλο της Βερόνικα.
 
 
Ένα ακόμη Ιερό Κειμήλιο, συναφές με το Μανδήλιο, είναι το γνωστό ως « πέπλο της Βερόνικᨻ. Πρόκειται για παράδοση η οποία άρχισε να αναπτύσσεται στη Δύση από το 1200 περίπου και εξής.
Σύμφωνα λοιπόν με τη δυτική παράδοση, ο Χριστός στο δρόμο προς τον Γολγοθά σκούπισε τον ιδρώτα του πάνω στο ρούχο που φορούσε η Βερόνικα, με αποτέλεσμα να αποτυπωθεί θαυματουργικά η μορφή Του σ΄ αυτό. Όταν αρρώστησε ο Τιβέριος (14‐37 μ.Χ.), ο Αυτοκράτορας της Ρώμης, έστειλε τον Βολούσιο (Volusian), να συναντήσει τον Χριστό και να Του ζητήσει να πάει στη Ρώμη για να τον θεραπεύσει. Όταν έφτασε όμως ο Βολούσιος στην Ιερουσαλήμ ήταν αργά διότι ο Χριστός είχε ήδη σταυρωθεί. Συνάντησε όμως τυχαία τη Βερόνικα, η οποία είχε στην κατοχή της το ρούχο με τη μορφή του Χριστού. Οι δυο τους ταξίδεψαν στη Ρώμη και ο Τιβέριος θεραπεύτηκε μόλις αντίκρισε τη μορφή του Χριστού. Το ένδυμα αυτό καθιερώθηκε στη σχετική γραμματεία ως το «πέπλο της Βερόνικα».
 
 
Η επίσημη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία υποστηρίζει ότι έχει στην κατοχή της το ύφασμα, δηλαδή το πέπλο της Βερόνικα, το οποίο έχει αναγνωριστεί ως αυθεντικό από τον Πάπα Ιννοκέντιο τον Γ΄(1198‐1216) και φυλάσσεται στο θησαυροφυλάκιο, στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου. Μάλιστα από την εποχή του ίδιου Πάπα οι προσκυνητές της Βασιλικής έπαιρναν ως αναμνηστικά μικρά μετάλλια που αναπαριστούσαν το πέπλο της Βερόνικα. Αυτά μπορούσε να τα προμηθευτεί κανείς μόνο από τη Βασιλική του Αγίου Πέτρου. Αυτό διήρκεσε ως τον 15ο αι. Χαρακτηριστικό του μεγάλου σεβασμού που έτρεφαν στη Δύση προς τη συγκεκριμένη εικόνα είναι ότι ο Πάπας Νικόλαος ο Δ΄ (1288‐1292) έδινε άφεση αμαρτιών σε όσους επισκέπτονταν τη βασιλική για να προσκυνήσουν το Ιερό Κειμήλιο.

ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
 
Άκρως ενδιαφέρουσα η αναφορά του Αρχιμανδρίτη π. Νικόδημου Μπαρούση στο τεύχος της 6.02.04 του αγαπητού «Ο.Τ.», σχετικά με την αιμοδοσία εκείνων που κοινωνούν και όπως αναφέρεται, τούτο δεν επιτρέπεται εκτός της περίπτωσης επείγουσας ανάγκης για τη σωτηρία ασθενούς, ενώ αντιθέτως στο περιοδικό “Εφημέριος” (τ. 11/2003) αναφέρεται, ότι γενικά επιτρέπεται η αιμοδοσία μετά τη Θ. Κοινωνία “χάριν των συνανθρώπων μας”. Επί των ανωτέρω αναφερομένων, αλλά και όσων γενικά γνωρίζουμε από την Πατερική Θεολογία, θα θέλαμε να παρουσιάσουμε τις εξής παρατηρήσεις:

1.- Ο άγιος Ιω. Χρυσόστομος στην Θ΄ ομιλία του περί Μετανοίας αναφέρει (Ε.Π.Ε. 30. 314 – 316): “Μη θαρρείς πως είναι ψωμί και κρασί. Δεν αποβάλλονται, όπως οι άλλες τροφές. Λέγει χαρακτηριστικά: Μακριά από σένα τέτοιος λόγος, μακριά από σένα τέτοια σκέψη. Όπως το κερί, στην επαφή με τη φωτιά, γίνεται όλο ένα μαζί της, έτσι κι εδώ, ενώνονται τα μυστήρια μ’ όλη την ύπαρξή μας. Δεν μεταλαμβάνετε από άνθρωπο, αλλ’ από τη λαβίδα των Σεραφείμ. Τα χείλη μας ρουφάνε το σωτήριο Αίμα από την άχραντη πλευρά Του”.
2.- Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στην Ε΄ Μυσταγωγική Κατήχηση καταγράφει: “Αλλ’ αυτός ο άρτος του Μυστηρίου, ο άγιος, είναι επιούσιος, οπού θέλει να ειπή ότι αποκαθίσταται και διορίζεται εις την ουσίαν της ψυχής. Αυτός ο άρτος δεν πηγαίνει εις την κοιλίαν, μήτε ευγαίνει εις τον αφεδρώνα, αλλά διαμερίζεται εις όλην σου την σύστασιν προς ωφέλειαν ψυχής τε και σώματος” (έκδοση Αποστολικής Διακονίας, σελ. 209, 211).
3.- Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός στο έργο του “Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως” καταγράφει: “Είναι σώμα και αίμα Χριστού που συντελεί στη συγκρότηση της ψυχής και του σώματός μας, χωρίς να ξοδεύεται, ούτε να φθείρεται, ούτε να αποβάλλεται ως άχρηστη ύλη – μη γένοιτο – αλλά υπάρχει για την ουσία και τη συντήρησή μας, αμυντικό μέσο εναντίον κάθε βλάβης, καθαρτήρια δύναμη κάθε αμαυρώσεως – αν πάρει κίβδηλο χρυσάφι, με τη δοκιμαστική πύρωση το καθαίρει – για να μη κατακριθούμε στο μέλλον μαζί με τον κόσμο” (Δ΄ 13).
4.- Σύμφωνα με τα ανωτέρω η Θ. Κοινωνία ενούμενη με το σώμα μας αναλώνεται αμέσως. Δεν αναφέρεται, ότι το αίμα του Κυρίου ενώνεται με το αίμα του ανθρώπου, διότι αυτό θα προϋπέθετε διαδικασία μέσω της πεπτικής οδού, κάτι που το αποκλείουν οι ανωτέρω ‘Αγιοι. Τέτοια διαδικασία μέσω της πεπτικής οδού δεν οδηγεί μόνο στο κυκλοφοριακό σύστημα, αλλά και στο αναπνευστικό, λεμφικό, ουροποιητικό, απεκκριτικό κ.ά. Εξ άλλου εκτός του καθαρού αρτηριακού αίματος υπάρχει και το ακάθαρτο φλεβικό.
5.- Εάν συνειρμικά το τίμιο αίμα του Κυρίου διοχετεύεται αμέσως στο αίμα του ανθρώπου, πράγμα λανθασμένο, τότε πως μπορεί το τίμιο σώμα του Κυρίου να διοχετευθεί στο αίμα του ανθρώπου, χωρίς να περάσει από το πεπτικό σύστημα (κάτι που αποκλείουν τόσον ο Ιερός Χρυσόστομος, όσον και οι άγιοι Κύριλλος Ιεροσολύμων και Ιωάννης Δαμασκηνός). Στην αντίθετη περίπτωση θα είχαμε τα Τίμια Δώρα στην εκπνοή, στα δάκρυα, στις βλέννες, στο πτέρνισμα, στην απόχρεψη, στον ιδρώτα, στα ούρα κ.ά. πράγμα απαράδεκτο. Τι γίνεται δε στην περίπτωση τραυματισμού και ρεύσης αίματος μετά τη λήψη της Θ. Κοινωνίας; Βέβαια η περίπτωση εμετού μετά τη Θ. Κοινωνία επιτιμάται (ΛΕ΄ κανόνας αγ. Ιω. Νηστευτή), που εμμέσως πλην σαφώς υπονοεί διέλευση δια της πεπτικής οδού.
6.- Συναφή με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο είναι τα γραφόμενα από τον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων στις μυσταγωγικές κατηχήσεις του (Ε΄ 22. Αποστολική Διακονία, σελ. 227, 229): “Έπειτα, αφού κοινωνήσης το σώμα του Χριστού, πρόσελθε, πλησίασε και εις το ποτήριον του αίματος. Όχι όμως με απλωμένας τας χείρας, αλλά σκύπτοντας εις τρόπον προσκυνήσεως με άκρον σέβας και ευλάβειαν, λέγε το “Αμην” και μεταλαμβάνοντας από το αίμα του Χριστού, αγιάζου. Και εις όσον καιρόν μένει ακόμη εις τα χείλη σου η από μεταλήψεως του αίματος υγρασία, προσεγγίζοντας τα χέρια σου εις τα χείλη σου, αγίαζε και τους οφθαλμούς και το μέτωπον και τα λοιπά αισθητήρια. Τέλος πάντων ανάμεινον την ευχήν και ευχαρίστει τον Θεόν οπού σε ηξίωσε να μεταλάβης τα τέτοια μεγάλα Μυστήρια”. Είναι εύλογη εδώ η απορία, όπου το αίμα του Κυρίου διασκορπίζεται σε εξωτερικά σημεία του σώματος, χωρίς να αναφέρεται σφούγγισμα.
7.- Ουδείς Κανόνας της Εκκλησίας υπάρχει που να αποκλείει την αιμοδοσία κατά την ημέρα της Θ. Κοινωνίας. Και γιατί μόνο την ίδια την ημέρα και όχι την επομένη; Το ανωτέρω σχόλιο στον ΙΣΤ΄ Κανόνα του αγίου Τιμοθέου είναι του αγίου Νικοδήμου και ελέγχεται δια την ορθότητά του. Και τούτο διότι σε άλλο σχόλιό του για την Θ. Κοινωνία στον ΚΗ΄ κανόνα της Πενθέκτης Οικ. Συνόδου, ο άγιος Νικόδημος αναφέρει εσφαλμένως, ότι οι ασθενείς από πανώλη κοινωνούν από ξεχωριστό αγγείο, το οποίο πλένεται με ξύδι.
8.- Ποιος, κατά την αιμοδοσία δύναται να γνωρίζει, εάν το αίμα του θα χρησιμοποιηθεί ή όχι για περίπτωση επείγουσας ανάγκης για σωτηρία ασθενούς, μιας και η έλλειψη αίματος είναι πανθομολογούμενη. Πως θα μπορούσε να διερευνήσει αυτή την περίπτωση;
9.- Ποιος μπορεί να διαβεβαιώσει, ότι αυτός που κοινωνεί λαμβάνει πράγματι το τίμιο σώμα και το τίμιο αίμα του Κυρίου; Αναφέρει ο Μ. Αθανάσιος στο έργο του περί του Μυστικού Δείπνου: “Ως έλαβεν ο Ιούδας το ψωμίον, εισήλθεν ο Σατανάς εις αυτόν, διότι εύρε το καταγώγιον της ψυχής έτοιμον”. Ο δε Απ. Παύλος είναι σαφής: “ο γαρ εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει” (Κορ. Α΄ 11. 29), στη δε καλλύτερη περίπτωση, ένας μη άξιος, δεν κοινωνεί του τιμίου σώματος και αίματος, αλλά ψωμί και κρασί. Από τη άλλη πλευρά επειδή ο Κύριος “την πρόθεσιν επαινεί”, δια τούτο θεωρείται, ότι μετέλαβε της Θ. Κοινωνίας, ένας ο οποίος αξίως μεν θα κοινωνούσε, αλλά όμως δεν πρόλαβε, λόγω αιφνιδίου θανάτου.
Συμπερασματικά λοιπόν, θεωρούμε ότι η ερμηνεία που δίδουν ο Ιερός Χρυσόστομος και οι άγιοι Κύριλλος και Δαμασκηνός ευρίσκεται κοντά στην αλήθεια, δηλ. η αφομοίωση της Θ. Κοινωνίας γίνεται ακαριαία χωρίς να αφήσει υπολείμματα και δεν ανευρίσκεται σε κανένα συγκεκριμένο σημείο του σώματος, αλλά διαχέεται σ’ ολόκληρο το σώμα. Ως εκ τούτου θεωρείται ορθή η επισήμανση του περιοδικού “Εφημέριος”, ότι είναι επιτρεπτή η αιμοδοσία μετά τη Θ. Κοινωνία.
 

ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ

 

Στο μοναστήρι της Αγίας Σκέπης στο Κίεβο έγινε-χοροστατούντος του Μητροπολίτου Κιέβου Βλαδιμήρου-η αγιοκατάταξη της Ηγουμένης Σοφίας Γκρίνιεβα. Εκοιμήθη το 1941 και η μνήμη της θα τιμάται στις 24 Μαρτίου και στις 28 Απριλίου ημερομηνία ευρέσεως των αγίων λειψάνων της.
Η μοναχή Σοφία γεννήθηκε στη Μόσχα το 1873. Όταν ήταν παιδί ένας Στάρετς της είχε προφητέψει ότι κάποτε θα γίνει Ηγουμένη. Σπούδασε στο Ωδείο μετά όμως αρρώστησε βαριά. Ενώ ήταν ετοιμοθάνατη την κοινώνησαν και κοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε την επόμενη μέρα αισθάνθηκε καλύτερα και τελικά έγινε καλά. Μετά από αυτό το θαύμα - στα 22 της χρόνια - αποφάσισε να μπει σε μοναστήρι. Πήγε στο μοναστήρι της Παναγίας στην Καλουγκα, όπου έγινε Ηγουμένη.
Όταν ήρθαν στην εξουσία οι Μπολσεβίκοι, την συνέλαβαν τρεις φορές. Ομολόγησε την πίστη της στον Χριστό και χαρακτηρίσε τους άθεους κομμουνιστές ως αντίχριστους. Κατά την φυλάκισή της η υγεία της υπέστη σοβαρές βλάβες. Μετά την αποφυλάκιση της το 1932 την εξόρισαν. Φτωχή, πεινασμένη και άρρωστη παρέδωσε την ψυχή της στον Χριστό το 1941.

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Ο ΕΥΑΓΓ. ΛΟΥΚΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ

O Eυαγγελιστής Λουκας  ως  Θεομητορικός  αγιογραφος  και  οι  εικόνες  του

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς ήταν ο πρώτος ζωγράφος της Παναγίας.
Ο Λουκάς δεν ήταν Ιουδαίος, αλλά εθνικός, σύμφωνα δε με την παράδοση καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας,Υπήρξε ένας από τους στενότερους και προσφιλέστερους συνεργούς του Αποστόλου Παύλου. Ο Μουσειολόγος και ερευνητής Μιχ. Δουλγερίδης σε σχετικό άρθρο του σημειώνει τα εξής:
«Από την εισαγωγή του Ευαγγελίου του μπορούμε να προβούμε σε ορισμένες εκτιμήσεις….. Είναι εύλογο ο «κράτιστος Θεόφιλος», για τον οποίο ο Λουκάς έγραψε το Ευαγγέλιο και στην συνέχεια και τις Πράξεις των Αποστόλων, κατά παραγγελία να έλαβε την υποχρέωση να στείλει και δύο πορτραίτα εικόνων των ηρώων της πίστης που γράφει, της Παναγίας και του Ιησού. Για να έχει και οπτική εικόνα το πώς ήταν η Παναγία και ο Ιησούς που ευαγγελίζεται στο κείμενό του, ή ακόμα να έχει ως σύμβολο πίστης. Κατά μια άλλη εκδοχή, να αναθέσει την εικονογράφηση σε κάποιον επαγγελματία ζωγράφο που πολύ πιθανόν να είχε δει ή ακούσει περιγραφές για την Παναγία και τον Ιησού ή πάλι να περιέγραψε τα χαρακτηριστικά αυτός ο ίδιος ο Λουκάς και να παρίστατο την στιγμή της εκτέλεσης της ζωγραφικής για την πιστή απόδοση της μορφής και των χαρακτηριστικών της Παναγίας και του Ιησού.Υπάρχει και η άλλη άποψη ότι ο Λουκάς αναφέρεται στα θεολογικά κείμενα ως ιατρός στο επάγγελμα και πουθενά ότι είχε ζωγραφικές ικανότητες. Πολλοί πιστεύουν ότι πιθανόν εξ αιτίας της γλαφυρότητας που παρουσίασε και περιέγραψε μέσα στο Ευαγγέλιό του την μορφή και την ζωή της Παναγίας, επειδή πράγματι είναι ο μόνος από τους τέσσερις Ευαγγελιστές για τον οποίο έχουμε τις σημαντικότερες πληροφορίες για την Παναγία, που κυριολεκτικά την περιγράφει τόσο έντονα και δηλώνει ότι είναι γνώστης πολλών πληροφοριών για την μορφή της, είναι σαν να ζωγραφίζει την φυσιογνωμία της. Είναι μια άποψη που υποστηρίζεται από μεγάλη μερίδα θεολόγων και μελετητών και η οποία έχει μια επιστημονική θέση».
Γραπτές μαρτυρίες που έρχονται να στηρίξουν την άποψη αυτή είναι περίπου πέντε αιώνες αργότερα από την εποχή που έζησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Η πρώτη καταγεγραμμένη πληροφορία που υπάρχει σε κείμενο είναι του Θεοδώρου Αναγνώστου ο οποίος στο έργο του «Εκλογαί εκ της Εκκλησιαστικής Ιστορίας Α΄", μας πληροφορεί ότι: «…η Ευδοκία Πουλχερία την εικόνα της Θεομήτορος, ην ο απόστολος Λουκάς καθιστόρησεν, εξ Ιεροσολύμων απέστειλε….».Σύμφωνα με αυτή την πληροφορία η Ευδοκία, η σύζυγος του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β, ενώ βρισκόταν στους Αγίους Τόπους, πιθανόν για προσκύνημα, αγόρασε την εικόνα της Θεομήτορος και την έστειλε στην Κωνσταντινούπολη, ως δώρο προς την Αυτοκράτειρα Πουλχερία, την σύζυγο του Αυτοκράτορα Μαρκιανού. Μαρτυρίες για την ύπαρξη της εικόνας της Παναγίας από τον Απόστολο Λουκά μας παρέχει και ο Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας της Κρήτης, ο οποίος στο έργο του «Περί της των αγίων εικόνων προσκυνήσεως»¨γράφει: «..Τρίτον υπόδειγμα Λουκάν τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν άπαντες οι τότε ειρήκασιν οικείαις ζωγραφήσαι χερσί αυτόν τε τον Σαρκωθέντα Χριστόν και την αυτού Άχραντον Μητέρα και τούτων τας εικόνας έχειν εις την Ρώμην εις οικίαν εύκλειαν. Και εν Ιεροσολύμοις δ΄επ΄ακριβείας κείσθαι ταύτας φασίν». Επίσης στην Συνοδική επιστολή (836μ.Χ) των Αγιοτάτων Πατριαρχών Χριστοφόρου Αλεξανδρείας, Ιώβ Αντιοχείας και Βασιλείου Ιεροσολύμων προς Θεόφιλον Αυτοκράτορα Κων/πόλεως, αναφέρεται η εξής διήγηση. Όταν η Παναγία είδε το "Πορτραίτο"  με τον Ιησού στην αγκαλιά της, τόσο ευχαριστήθηκε που ευλόγησε τον ίδιο τον Ευαγγελιστή –ζωγράφο, καθώς και την εικόνα στην οποία απεικονίστηκε και του είπε: «Η Χάρις μου μετ΄αυτής έσται».
Το 10ο αιώνα για τον Ευαγγελιστή Λουκά ως ζωγράφο αναφέρεται και ο Συμεών ο Μεταφραστής. Αυτός χαρακτηρίζει τις εικόνες του Ευαγγελιστή Λουκά «φιλίας θερμοτάτης τεκμήριον» μετά της Θεοτόκου. Ο Καθηγητής Μάρκος Σιώτης σημειώνει τα εξής: «Ο χαρακτηρισμός αυτός σημαίνει ότι η μακραίωνη παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας αναγνώριζε την μετά της Θεοτόκου σύναψη στενών προσωπικών σχέσεων σεβασμού, τιμής και αγάπης του Ευαγγελιστή Λουκά με την Θεοτόκο …..Οι στενές προσωπικές σχέσεις του Ευαγγελιστή Λουκά με την Θεοτόκο αναπτύχθηκαν κατά την συνεχή και πάνω από δύο χρόνια παραμονή του Ευαγγελιστή στην Παλαιστίνη, όταν ο διδάσκαλος και συνεργάτης του Απ.Παύλος ήταν φυλακισμένος στην Καισάρεια της Παλαιστίνης (58-60) μ.Χ . Κατά το διάστημα αυτό ο Ευαγγελιστής είχε την δυνατότητα να κινείται συχνότερα μεταξύ Καισαρείας και Ιεροσολύμων".
Μία άλλη μαρτυρία είναι και αυτή του Νικηφόρου Κάλλιστου, ο οποίος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία (ΙΕ΄,14) γράφει: «Ενώ την σταλείσαν εξ Αντιοχείας εικόνα του Λόγου Μητρός ανετίθει, ην ο Λουκάς, ο Θείος Απόστολος χερσί καθιστόρει, ζώσης έτι και τον τύπον ορώσης και την χάριν τη μορφή ενιείσης». Η Αυτοκράτειρα Πουλχερία δώρισε την εικόνα του Ευαγγελιστή Λουκά στην ιδρυθείσα από αυτήν Μονή των Οδηγών, από την οποία έλαβε και η εικόνα αυτή του Αποστόλου Λουκά το όνομα ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ και θεωρείται προστάτης της Κων/πόλεως.
Ο Ι. Δαμασκηνός σε επιστολή του προς τον Αυτοκράτορα Θεόφιλο γράφει τα εξής. «Βλέπε μοι και τον Ευαγγελιστήν και Απόστολον Λουκάν, ουχί της Παναχράντου και Αειπαρθένου Μαρίας την τιμίαν εικόνα ανιστόρησε και προς Θεόφιλον έπεμψε;». Και πάλι : «Και γαρ ο θεσπέσιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς τον θείον και σεβάσμιον χαρακτήρα της πανάγνου Θεομήτορος Μαρίας, έτι εν σαρκί αυτής ζώσης εν Ιερουσαλήμ και τας διατριβάς ποιουμένης εν τη αγία Σιών, ζωγραφικαίς μίξεσι την της πανάγνου στήλην εν πίναξι διεχάραξεν, ως εν κατόπτρω τη μετέπειτα γενεά καταλελοιπως».(P.G τομ .95 σελ.321 και 349 .Ι.Δαμασκηνού . Λόγος αποδεικτικός περί των Αγίων και Σεπτών Εικονων)
Οι εικονογραφικές μαρτυρίες για τον Ευαγγελιστή Λουκά ως Θεομητορικό Αγιογράφο.
Η παλιότερη απεικόνιση του Ευαγγελιστού Λουκά να ζωγραφίζει την Παναγία προέρχεται από εικονογραφημένο Ευαγγέλιο που υπάρχει στην βιβλιοθήκη του Harvard (Cambridge Mass cod.gr.25,φ.52ν ).Το χειρόγραφο είναι του 11ου αιώνα, αλλά οι μικρογραφίες του 12ου. Παρόμοιες απεικονίσεις υπάρχουν:
-Σε Ευαγγέλιο της Μονής Αγ.Αικατερίνης Σινά (13ος αιώνας), καθώς και σε φορητή εικόνα (1788).
-Σε τετραευαγγέλιο του 15ου αιώνα στο Βατικανό.
-Σε φορητή Κρητική εικόνα του 15ου που βρίσκεται στο Μουσείο εικόνων Recklinghaysen στη Γερμανία.
-Σε φορητή εικόνα του του 14ου αιώνα στην Μονή Χρυσαλινιώτισσας στην Κύπρο.
-Σε φορητή εικόνα του 1560/1567 στο Μουσείο Μπενάκη.
-Σε αγιογραφία στην Μονή Φιλανθρωπινών στο Νησί των Ιωαννίνων (1542).
-Σε φορητή εικόνα του 16ου αιώνα της Εθνικής Πινακοθήκης –Συλλογή Αλ.Σούτσου.
-Σε φορητή εικόνα του 17ου αιώνα στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών – Συλλογή Λοβέρδου.
-Σε αγιογραφίες στο Ναό του Αγίου Νικολάου Βίτσας (1618/9), στον ναό του Αγ.Μηνά (1619/20) στο Μονοδένδρι, καθώς και στο ναό των Ταξιαρχών, στο Καπέσοβο της Ηπείρου.
-Στη Μονή Χιλανδαρίου σε αγιογραφία (1683/4), στον ναό του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου.
-Σε αγιογραφία (1735) στην Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνας.
-Σε φορητές εικόνες στο Βυζαντινό Μουσείο Βενετίας, στο Παλαιό Μουσείο Ζακύνθου, στο Μουσείο Μπενάκη και στο ναό της Παναγίας Δεξιάς στη Θεσσαλονίκη κ.α.
Αξιομνημόνευτη είναι η αγιογραφία που υπάρχει στην Μονή Κύκκου στην Κύπρο, όπου εικονίζεται ο Ευαγγελιστής Λουκάς να προσφέρει στην Παναγία την εικόνα που έφτιαξε, στον τύπο της Κυκκώτισσας.
 
Οι  εικόνες  που  αποδίδονται  στον  Ευαγγ. Λουκά.
Η ευσεβής παράδοση κάνει λόγο για 70 ή 72 εικόνες με αποστολική προέλευση , αριθμός που είναι περισσότερο συμβολικός και αντιστοιχεί στον ευρύτερο κύκλο των Αποστόλων κατά την Ανάληψη. Τρείς είναι οι εικονογραφικοί Θεομητορικοί τύποι που θεωρούνται ότι προέρχονται από τον Ευαγγελιστή Λουκά.
Α. Η Παναγία η Οδηγήτρια,
Β. Η Κυκκώτισα ή Ελεούσα.
Γ. Η Παναγία η Αγιοσορίτισσα.
Ο Φώτης Κόντογλου στο΄έργο του «Έκφρασις» γράφει τα εξής: «Εις τον χρωστήρα του Αγίου Ευαγγελιστού Λουκά απεδόθησαν έκπαλαι ολίγαι άγιαι εικόνες της Θεοτόκου ως η Πορταίτισσα εν τη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, η της Μονής του Σουμελά εν Τραπεζούντι, η της Μονής του Προυσσού εν Ακαρνανία και τινες άλλαι».(Τόμος Α σελ.4160-έκδοση 1960).
Στον Ευαγγελιστή Λουκά αποδίδονται ακόμα και οι εικόνες της Παναγίας του Μαχαιρά, της Παναγίας της Χρυσορροιάτισσας στην Κύπρο, καθώς και ορισμένες που βρίσκονται στην Ρώμη.
Εικόνες της Παναγίας που βρίσκονται στην Ρώμη-Ιταλία  και αποδίδονται στον Ευαγγ. Λουκά.
Στην Ρώμη θεωρούνται ότι υπάρχουν οκτώ εικόνες που ακολουθούν Αποστολική παράδοση και αυτές είναι:
-Η Παναγία δεομένη από de Monastiro Rossario.
-H εικόνα Santa Maria Nova , που συνδέεται με την αχειροποίητη εικόνα της Παναγίας της Λυδδας.
-Η εικόνα Santa Maria ad Martures που βρίσκεται στο Πάνθεο της Ρώμης.
-Η εικόνα Salus Populi Romani που βρίσκεται στην Βασιλική της Santa Maria Maggiore.
-Η Παναγία η Παρηγορίτισσα που βρίσκεται στο ναό της Αγίας Μαρίας της Νέας .
-Η Παναγία Συνήγορος που βρίσκεται στο Πεδίο του Άρεως στην Ρώμη.
-Η Παναγία του Αγίου Λουκά στην Μπολώνια.
-Η Παναγία η Παρηγορίτισσα του Τορίνου.
Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ.
Θεωρείται η πρώτη απεικόνιση της Παναγίας. Η ονομασία ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ δόθηκε στην εικόνα από την Μονή των Οδηγών στην Κων/πολη όπου φυλαγόταν. Η μονή κατασκευάστηκε από τον Μιχαήλ τον Γ΄στην περιοχή των Μαγγάνων, κοντά στην Αγία Σοφία, δίπλα στην ιαματική πηγή, όπου οδηγήθηκαν από την Παναγία δύο τυφλοί και με θαυματουργικό τρόπο ανέβλεψαν.
Η εικόνα αποτέλεσε το παλλάδιο της Πρωτεύουσας και έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από τους Αυτοκράτορες όλων των δυναστειών και κυρίως των Κομνηνών (1059-1185) και των Παλαιολόγων.Τα ίχνη της όμως χάνονται το 1453 με την Άλωση της Πόλης από τους Τούρκους. Διασώθηκαν όμως πολλά αντίγραφα της εικόνας, γι'αυτό είναι γνωστός ο εικονογραφικός αυτός τύπος της εικόνας.
Η Παναγία η Οδηγήτρια απεικονίζεται ολόσωμη ή σε προτομή, μετωπικήνα κρατά στο αριστερό χέρι τον Χριστό-Εμμανουήλ και με το δεξί χέρι, μπροστά στο στήθος να δείχνει προς Αυτόν.
Η επωνυμία Οδηγήτρια έχει και συμβολική σημασία, καθώς  η κίνηση του χεριού της Παναγίας που δείχνει τον Χριστό, μας οδηγεί, μας δείχνει τον δρόμο της σωτηρίας .Παράλληλα είναι και μία χειρονομία ΜΕΣΙΤΕΙΑΣ και ΔΕΗΣΗΣ. Ο Χριστός ευλογεί με το δεξί χέρι και με το αριστερό κρατάει κλειστό ειλητάριο. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εικόνας είναι η απόσταση ανάμεσα στην Παναγία και στον Χριστό.Τα βλέμματά τους δεν συναντιώνται, αλλά ούτε και τα πρόσωπά τους εφάπτονται.

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Η ΜΥΡΟΒΛΥΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟ 1987

Τοῦ π. Χρήστου Κότιου
 

Ήταν 26 Οκτωβρίου 1987. Ώρα περασμένες δέκα το βράδυ. Η Θεσσαλονίκη γιόρταζε την μνήμη της αθλήσεως του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου, καθώς και τα ελευθέριά της από την περίπου πεντακοσίων ετών (1430-1912) καταδυναστεία των Οθωμανών. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου με ανοιχτές τις πόρτες δεχόταν τους νυχτερινούς προσκυνητές, που γονάτιζαν μπροστά στην ασημένια λάρνακα με τα άγια λείψανα του Μυροβλύτου.
Την ώρα εκείνη δεν θα ήταν περισσότεροι από τριάντα με σαράντα άνθρωποι στον ναό. Μια ομήγυρις περίπου δέκα γυναικών, μπροστά στην λάρνακα, έψελνε την Παράκληση του Αγίου. Μοναδικός κληρικός που παρευρισκόταν, ο νεαρός και νεοχειροτονηθείς Διάκονος του ιερού ναού μαζί με την Διακόνισσα - σύζυγό του. Ο τότε προϊστάμενος του ναού και νυν Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. αντελεήμων, τους είχε παραγγείλει να βρίσκονται εκεί και να τον περιμένουν.
Ξαφνικά, οι γυναίκες που έψελναν την Παράκληση άρχισαν να φωνάζουν! Ο Διάκονος έτρεξε κοντά τους και αυτές, με ανάμικτα συναισθήματα, του έδειξαν την λάρνακα! Ήταν λουσμένη κυριολεκτικά με ένα ελαιώδους συστάσεως μύρο (λέω μύρο γιατί η ευωδία του ήταν ασύγκριτη). Θα έλεγε κανείς με σιγουριά, ότι κάποιος άδειασε επάνω της τουλάχιστον δυο "κουβάδες" αρωματικό υγρό (χρησιμοποιώ την λέξη "κουβάδες" για να γίνει κατανοητό, ότι η ποσότητα του μύρου που γλυστρούσε στα συμπαγή τοιχώματα της αργυρής λάρνακας με τις ανάγλυφες παραστάσεις, ήταν μεγάλη).
Ο Διάκονος για μια στιγμή σάστισε: ο Άγιος μυροβλύζει! Χωρίς να αμφιβάλει καθόλου για το θαύμα, και ευρισκόμενος σε μια κατάσταση χαράς, έκπληξης και ενθουσιασμού, έτρεξε να φέρει βαμβάκι από κάποιο έπιπλο του Ιερού Βήματος. Επέστεψε τρέχοντας και άρχισε να σκουπίζει με το βαμβάκι το μύρο από τα εξωτερικά τοιχώματα της λάρνακας και να δίνει τμήματα από μυρωμένο αυτό βαμβάκι στους προσκυνητές.
Σκούπιζε και το μύρο δεν τελείωνε, αλλά συνέχισε να αναβλύζει μυστικά, χωρίς να υπάρχει κάποια ορατή πηγή. Χαρακτηριστικά, του έκανε πολύ εντύπωση ένα γεγονός: Με ένα μεγάλο κομμάτι βαμβάκι σκούπισε το μύρο από μια λεία περιοχή της λάρνακας. Το βαμβάκι σκούπισε καλά όλο το μύρο, όπως όταν σκουπίζουμε ένα τζάμι με ένα στεγνό πανί πιέζοντάς το καλά και αφαιρούμε την υγρασία που μπορεί να υπάρχει επάνω. Μια γυναίκα έσυρε την παλάμη του χεριού της πάνω στο τμήμα της λάρνακας που μόλις είχε σπογγιστεί. Ο Διάκονος, με θαυμασμό, είδε το χέρι της βρεγμένο από το ελαιώδες κιτρινοπράσινο μύρο!!!
Εν τω μεταξύ η ευωδία είχε πλημμυρίσει όλο τον ναό και ξεχείλιζε από τις ανοιχτές πόρτες προς την οδό Αγίου Δημητρίου, προσελκύοντας τους περαστικούς, που έσπευδαν να δουν τι συμβαίνει και από που προέρχεται η ευωδία αυτή. Όλοι κατευθύνονταν προς την λάρνακα με τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου, που ήταν τοποθετημένη όχι στο κιβώριό της (ακόμα δεν είχε κατασκευαστεί), αλλά μπροστά στο τέμπλο του ναού.
Οι ευχάριστες όμως εκπλήξεις δεν σταμάτησαν εκεί! Οι προσκυνητές διαπίστωσαν ότι όλες οι εικόνες του ναού, οπουδήποτε κι αν βρίσκονταν, σε προσκυνητάρια ή στο τέμπλο, ανέβλυζαν μύρο. Μάλιστα ο Διάκονος είδε προσκυνητές να βγάζουν χαρτομάντηλα και να σκουπίζουν τα τζάμια τα προστατευτικά των εικόνων του τέμπλου και τα χαρτομάντηλα να κιτρινίζουν από το μύρο το οποίο "έτρεχε" και από τις δύο πλευρές του τζαμιού, εσωτερική και εξωτερική. Το μέγεθος του θαύματος ήταν τέτοιο που δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο για αμφισβήτηση. Δεν καταλαβαίναμε τί ζούσαμε, ήταν κάτι σαν όνειρο μέσα στην ομίχλη, αλλά το ζούσαμε!!! Το ψηλάφιζαν τα χέρια μας, το έβλεπαν τα μάτια μας, το μύριζαν τα αισθητήρια της όσφρησής μας!!!
Σε λίγο χρόνο δημιουργήθηκε μια "ουρά" από ανθρώπους που με δάκρυα στα μάτια προσκυνούσαν την λάρνακα του Μυροβλύτη και συνειδητοποιούσαν γιατί του δόθηκε το προσωνύμιο αυτό. Εν τω μεταξύ έφθασε στον ναό και ο προϊστάμενος Ιερεύς με άλλους κληρικούς. Ξεκλείδωσαν τα ανοίγματα της λάρνακας και αποκαλύφθηκαν τα άγια λείψανα του Πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Ευωδίαζαν μεν, αλλά ήταν η ευωδία των Ιερών Λειψάνων. Η ευωδία του μύρου ήταν διαφορετική και χαρακτηριστική.
Ο μακαριστός Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρός Παντελεήμων ο Β΄, ο Χρυσοφάκης, απέδωσε το θαύμα της μυρόβλυσης του Αγίου Δημητρίου στο εξής γεγονός: Εκείνο το βράδυ, στην εορταστική τελετή του Πανεπιστημίου για τα ελευθέρια της Θεσσαλονίκης, ο κεντρικός ομιλητής αγνόησε στην ομιλία του παντελώς τον Άγιο, και δεν αναφέρθηκε καθόλου σ’ αυτόν. Ο Άγιος Δημήτριος όμως δήλωσε με την μυρόβλυσή του ότι, όπως ποτέ δεν εγκατέλειψε την πόλη του Θεσσαλονίκη, έτσι και τώρα είναι πάντοτε παρών και αυτός είναι που την έσωσε και από την σκλαβιά και από τους σεισμούς, αλλά και διαμαρτύρεται όταν οι Θεσσαλονικείς αποδεικνύονται αχάριστοι και απομακρύνονται από τον Χριστό και τους Αγίους Του.
Πέρασαν 24 χρόνια από τότε. Είμαι ο τότε Διάκονος του ναού, τώρα Ιερεύς στην Θεσσαλονίκη και σας γράφω τα γεγονότα όπως τα θυμάμαι. Την ώρα εκείνη ήταν σαν να ζούσα ένα μυστήριο. Δεν μπορώ να περιγράψω τί αισθανόμουν! Χαρά, έκπληξη, συγκίνηση, ενθουσιασμό... δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς. Πάντως είναι από τα γεγονότα που ενισχύουν την πίστη, που μας γεμίζουν χαρά, ελπίδα και αίσθηση της παρουσίας του Χριστού και των Αγίων. Η πίστη μας είναι "ζωντανή".

π. Χρήστος Κότιος,
Εφημέριος ιερού ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου,
Σαράντα Εκκλησιές Θεσσαλονίκης.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ Νεομ. ΠΛΑΤΩΝΟΣ & Νεομ. ΕΣΘΟΝΙΑΣ


ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΕΝ Τῌ ΕΣΘΟΝΙᾼ ΑΓΙΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

Ψαλλομένη τῇ 14ῃ μηνὸς Ἰανουαρίου

Ποίημα τοῦ Μητροπολίτου Ἐδέσσης Ἰωήλ

 ΕΝ ΤΩ ΜΙΚΡΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ 
Ἱστῶμεν στίχους δ΄ καὶ ψάλλομεν τὰ ἑξῆς Προσόμοια.
Ἦχος α΄. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων.
          Τῆς Ἐσθονίας ἁπάσης, τὸ ἐγκαλλώπισμα, τὸν ἄριστον ποιμένα, τῶν πιστῶν Ὀρθοδόξων, τὸν Πλάτωνα τιμήσωμεν εὐλαβῶς, Ἀρχιθύτην καὶ Μάρτυρα, ὑπὲρ ἡμῶν ἐκζητοῦντες εὐχὰς αὐτοῦ, πρὸς Χριστὸν τὸν Ἀρχιποίμενα.

          Τῇ βιοτῇ καὶ τοῖς λόγοις, τὸν εὐσεβόφρονα, λαὸν τῆς Ἐσθονίας, καθωδήγησας Πλάτων, πρὸς τρίβους εὐσεβείας καὶ ἀρετῶν, καὶ πολλοὺς διεφώτισας, καταλιμπάνειν τὰ ἔργα τὰ πονηρά, καὶ τηρεῖν τὸ Εὐαγγέλιον.

          ν παῤῥησίᾳ μεγίστῃ, τὸ θεῖον ὄνομα, Χριστοῦ τοῦ Φιλανθρώπου, διεκήρυξας Πλάτων, ἐνώπιον Βημάτων δικαστικῶν, καὶ ἀνδρῶν ἀθεότητος, μὴ δειλανδρήσας οὐδόλως πρὸ ἀπειλῶν, καὶ ποικίλων καταστάσεων.

           ν τῇ εἱρκτῇ ὡς κακοῦργος, Πλάτων ὑπέμεινας, τοὺς αἰκισμοὺς ἀτρέμα, καὶ βασάνους ποικίλας, καὶ ὕστερον ἐπλήγης ὅπλοις πυρός, ἐν τῷ στόματι Ἅγιε, καταταγεὶς ἐν χορείᾳ τῶν ἀθλητῶν, Ἱεράρχα ἀξιάγαστε.

Δόξα. Ἦχος πλ. δ΄.
          Σήμερον πάντες οἱ πιστοί, ἐν πάσῃ τῇ Ἐσθονίᾳ, τὸν πολυθαύμαστον Ἱεράρχην, τοῦ Χριστοῦ Πλάτωνα, τὸν ἐπ' ἐσχάτων τῶν χρόνων, μαρτυρικῶς τελειωθέντα, καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ ἐν διαφόροις ἔτεσιν, ὑπὸ ἀθέων ἀνδρῶν ἀθλήσαντας, εὐφημήσωμεν λέγοντες· Χαίρετε Ἅγιοι θεόφιλοι, τῶν Ὀρθοδόξων ἐγκαυχήματα, καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἄνθη, ἀειθαλῆ καὶ πάγκαλα, οἱ διηνεκῶς πρεσβεύοντες, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Καὶ νῦν. Τὸ Θεοτοκίον.
          Τ οὐράνια ὑμνεῖ σε, Κεχαριτωμένη Μήτηρ ἀνύμφευτε, καὶ ἡμεῖς δοξολογοῦμεν, τὴν ἀνεξιχνίαστόν σου γέννησιν, Θεοτόκε πρέσβευε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἀπόστιχα. Ἦχος β΄. Οἶκος τοῦ Ἐφραθᾶ. 
          χων ὡς θησαυρόν, τὴν πίστιν Ἱεράρχα, ἀθέων τὰ ὀνείδη, ἀπέκρουσας ὦ Πλάτων, γενναίως καρτερόψυχε.

Στίχ.  Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ.
          Ξέσεις καὶ τοὺς δαρμούς, εἱρκτὴν καὶ πάντα μῶμον, τυράννων τῶν ἀθέων, ὑπέστης πάτερ Πλάτων, ὡς νεομάρτυς ἄτρωτος.

Στίχ. Πεφυτευμένοι ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐξανθήσουσι.
          Πάντες οἱ ἀθληταί, ἐν Ἐσθονίᾳ πάσῃ, οἱ κοσμικοὶ καὶ θύται, σὺν Πλάτωνι τῷ θείῳ, Χριστὸν καθωμολόγησαν.

Δόξα. Τριαδικόν.
         Δόγμα τὸ σωστικόν, Τριάδος τῆς Ἁγίας, ἐκήρυξαν συντόνως, ἐν γῇ τῆς Ἐσθονίας, Μαρτύρων νέον σύνταγμα.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
         Μέμνησο σαῖς εὐχαῖς, Πανάχραντε Μαρία, λαοῦ τῆς Ἐσθονίας, καὶ δὸς τὰ σὰ ἐλέη, τοῖς ἐπικαλουμένοις σε.

Νῦν ἀπολύεις, τὸ Τρισάγιον, τὸ Ἀπολυτίκιον ἐκ τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ, καὶ Ἀπόλυσις.
 

ΕΝ Τῼ ΜΕΓΑΛῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ
 
Ἦχος δ΄. Ὡς γενναῖον ἐν μάρτυσι.
          Λοιδορήμασιν ἅγιε, ἀθεΐας οἱ κήρυκες, τῆς ψυχῆς σου σθένος τὸ κραταιότατον, καταπεσεῖν οἱ παμμίαροι, ψευδῶς Πλάτων ἤλπιζον, ὡς τοῦ πλάνου ὑπουργοί, καὶ κακίας οἱ πρόμαχοι, οἱ ἀναίσχυντοι, ἀλλὰ θείᾳ ῥοπῇ τοῦ Παρακλήτου, τὰς παγίδας διεξῆλθες, τούτων συντρίψας τὰ ἔνεδρα.
 
          Τὴν χορείαν τιμήσωμεν, Ἐσθονῶν ἁγιόφιλοι, τῶν θυσιασθέντων ὑπὲρ τῆς πίστεως, σεμνῶν Θυτῶν Διακόνων τε, ἀνδρῶν καὶ γυναίων τε, κοσμικῶν θεοσεβῶν, κηρυξάντων ἐν χάριτι τὰ σωτήρια, τοῖς ἀνθρώποις διδάγματα ἐσχάτως, διὰ τοῦτο καὶ τὸ στέφος, τοῦ μαρτυρίου εἰλήφασι.
 
          Τὸ σὸν θεῖον Ἐγκόλπιον, ἐν τοῖς κόλποις σου ἔκρυψας, καὶ ἐτάφης Πλάτων, σὺν τούτῳ ἅγιε, ἀλλ' ὁ Θεὸς ἐμερίμνησε, σημεῖον περίδοξον, τοῦ προσώπου σου αὐτό, γεγονέναι μακάριε, Ἱερόαθλε, διὸ πάντες τὰ θεῖά σου ὀστέα, ὡς πηγὴν θησαυρισμάτων, τῶν οὐρανίων κατέχομεν.
 
Δόξα Πατρί. Ἦχος πλ. β΄.
         περμαχήσας τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως, τῇ συμμαχίᾳ τοῦ Πνεύματος, Πλάτων μακάριε, Ἐσθονίας τὸ μέγα θησαύρισμα, γέγονας τῶν πιστῶν τὸ πρότυπον, διὸ καὶ ὑπὸ πάντων ἀκούεις, χαίροις Ἱεραρχῶν ἀγλάϊσμα, ὁ κοσμήσας τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, χαίροις Ἱερομάρτυς, τῆς Ὀρθοδοξίας θεῖος συνήγορος, ὁ ἀμβλύνας τῆς ἀθεΐας, τὸ ἀπεχθὲς γαυρίωμα, χαίροις τῶν ἀθλοφόρων προσθήκη, ὁ εὑρὼν ἐπώδυνον θάνατον τοῖς τυφεκίοις, σήμερον οὖν τὴν σεπτήν σου τελοῦντες πανήγυριν, ἐκτενῶς σοῦ δεόμεθα, μὴ παύσῃ δεόμενος, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
 
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. Ἦχος πλ. β΄.
          Τίς μὴ μακαρίσει σε, Παναγία Παρθένε; Τίς μὴ ἀνυμνήσει σου τὸν ἀλόχευτον τόκον;  γὰρ ἀχρόνως ἐκ Πατρὸς ἐκλάμψας Υἱὸς μονογενής, ὁ αὐτὸς ἐκ σοῦ τῆς Ἁγνῆς προῆλθεν, ἀφράστως σαρκωθείς, φύσει Θεὸς ὑπάρχων, καὶ φύσει γενόμενος ἄνθρωπος δι' ἡμᾶς, οὐκ εἰς δυάδα προσώπων τεμνόμενος, ἀλλ' ἐν δυάδι φύσεων, ἀσυγχύτως γνωριζόμενος. Αὐτὸν ἱκέτευε, σεμνὴ Παμμακάριστε, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
 
Εἴσοδος, τό, Φῶς ἱλαρόν. Μετὰ δὲ τὸ Προκείμενον τῆς ἡμέρας τὰ Ἀναγνώσματα.
Προφητείας Ἡσαΐου τὸ Ἀνάγνωσμα (Κεφ. 43, 9-14)
Τάδε λέγει Κύριος· Πάντα τὰ ἔθνη συνήχθησαν ἅμα καὶ συναχθήσονται ἄρχοντες ἐξ αὐτῶν· τίς ἀναγγελεῖ ταῦτα ἐν αὐτοῖς; ἢ τὰ ἐξ ἀρχῆς τίς ἀκουστὰ ποιήσει ἡμῖν; Ἀγαγέτωσαν τοὺς μάρτυρας αὐτῶν, καὶ δικαιωθήτωσαν, καὶ ἀκουσάτωσαν, καὶ εἰπάτωσαν ἀληθῆ. Γίνεσθέ μοι μάρτυρες, καὶ ἐγὼ μάρτυς, Κύριος ὁ Θεός, καὶ ὁ παῖς μου ὃν ἐξελεξάμην· ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητέ μοι, καὶ συνῆτε ὅτι ἐγώ εἰμι. Ἔμπροσθέν μου οὐκ ἐγένετο ἄλλος Θεός, καὶ μετ΄ ἐμὲ οὐκ ἔσται. Ἐγώ εἰμι ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστι πάρεξ ἐμοῦ ὁ σῴζων. Ἐγὼ ἀνήγγειλα καὶ ἔσωσα· ὠνείδισα, καὶ οὐκ ἦν ἐν ἡμῖν ἀλλότριος. Ὑμεῖς ἐμοὶ μάρτυρες, καὶ ἐγὼ μάρτυς, λέγει Κύριος ὁ Θεός. Ἔτι ἀπ' ἀρχῆς ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἐκ τῶν χειρῶν μου ἐξαιρούμενος· ποιήσω, καὶ τίς ἀποστρέψει αὐτό; Οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ λυτρούμενος ἡμᾶς, ὁ Ἅγιος Ἰσραήλ.
 
Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα (Κεφ. 3, 1-9)
Δικαίων ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος. Ἔδοξαν ἐν ὀφθαλμοῖς ἀφρόνων τεθνάναι, καὶ ἑλογίσθη κάκωσις ἡ ἔξοδος αὐτῶν, καὶ ἡ ἀφ' ἡμῶν πορεία σύντριμμα· οἱ δέ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ. Καὶ γὰρ ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθῶσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης· καὶ ὀλίγα παιδευθέντες, μεγάλα εὐεργετηθήσονται· ὅτι ὁ Θεὸς ἐπείρασεν αὐτούς, καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἀξίους ἑαυτοῦ. Ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν αὐτούς, καὶ ὡς ὁλοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αὐτούς· καὶ ἐν καιρῷ ἐπισκοπῆς αὐτῶν ἀναλάμψουσι, καὶ ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμῃ διαδραμοῦνται. Κρινοῦσιν ἔθνη, καὶ κρατήσουσι λαῶν καὶ βασιλεύσει αὐτῶν Κύριος εἰς τούς αἰῶνας. Οἱ πεποιθότες ἐπ' αὐτόν, συνήσουσιν ἀλήθειαν, καὶ οἱ πιστοὶ ἐν ἀγάπῃ προσμενοῦσιν αὐτῷ· ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ.
 
Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα (Κεφ. 5, 15- 23 & 6, 1-3)
Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ Ὑψίστῳ· διὰ τοῦτο λήψονται τὸ βασίλειον τῆς εὐπρεπείας, καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρὸς Κυρίου· ὅτι τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ σκεπάσει αὐτούς, καὶ τῷ βραχίονι ὑπερασπιεῖ αὐτῶν. Λήψεται πανοπλίαν, τὸν ζῆλον αὐτοῦ, καὶ ὁπλοποιήσει τὴν κτίσιν εἰς ἄμυναν ἐχθρῶν. Ἐνδύσεται θώρακα, δικαιοσύνην, καὶ περιθήσεται κόρυθα, κρίσιν ἀνυπόκριτον. Λήψεται ἀσπίδα ἀκαταμάχητον, ὁσιότητα, ὀξυνεῖ δὲ ἀπότομον ὀργήν, εἰς ῥομφαίαν· συνεκπολεμήσει αὐτῷ ὁ κόσμος ἐπὶ τοὺς παράφρονας. Πορεύσονται εὔστοχοι βολίδες ἀστραπῶν, καὶ ὡς ἀπὸ εὐκύκλου τόξου, τῶν νεφῶν, ἐπὶ σκοπὸν ἁλοῦνται, καὶ ἐκ πετροβόλου θυμοῦ πλήρεις ῥιφήσονται χάλαζαι. Ἀγανακτήσει κατ' αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης, ποταμοὶ δὲ συγκλύσουσιν ἀποτόμως. Ἀντιστήσεται αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως, καὶ ὡς λαῖλαψ ἐκλικμήσει αὐτούς, καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία, καὶ ἡ κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστῶν. Ἀκούσατε οὖν, Βασιλεῖς, καὶ σύνετε· μάθετε δικασταὶ περάτων γῆς· ἐνωτίσασθε οἱ κρατοῦντες πλήθους, καὶ γεγαυρωμένοι ἐπὶ ὄχλοις ἐθνῶν· ὅτι ἐδόθη παρὰ Κυρίου ἡ κράτησις ὑμῖν, καὶ ἡ δυναστεία παρὰ Ὑψίστου.
 
Εἰς τὴν Λιτὴν, τὰ παρόντα Ἰδιόμελα τῶν Ἁγίων.
Ἦχος α΄.
          γάλλου καὶ χόρευε, ἡ Ἐσθονία πᾶσα, ὅτι ἐν τοῖς ἐσχάτοις χρόνοις, ὡς οὐρανόφωτον ἄστρον, ἐν σοὶ ἀνατέταλκεν, ὁ ἅγιος Ἱερομάρτυς Πλάτων, καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Νεομάρτυρες. Οὗτοι γὰρ ἐνώπιον τῶν ἀθέων, ὤφθησαν ἱστάμενοι, καὶ ἀνδροπρεπῶς τούτους διήλεγξαν, καὶ τοὺς πιστοὺς ἐστερέωσαν, ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ πίστει. Μαρτυρήσαντες δέ, ὑπὲρ Χριστοῦ αὐτῷ πρεσβεύουσιν, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Ἦχος β΄.
          ν τῇ φυλακῇ ἐφάνης, Ἱερόαθλε Πλάτων, τῆς πίστεως πύργος ἄσειστος, εὐσεβῶν περιτείχισμα, τῆς ἀληθείας στήλη ἀκλόνητος, κανὼν ἀκριβέστατος, Ἱεραρχῶν τοῦ Χριστοῦ, ὅθεν ἐχρημάτισας ἅγιε, πατὴρ Πατέρων, ἀθλοφόρων ὁμότιμος, λαοῦ ὁ συνήγορος, καὶ πρεσβευτὴς πρὸς τὸν Σωτῆρα πάντων, ὃν ἀεὶ καθικέτευε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
 
Ἦχος γ΄.
          χει μὲν ὁ οὐρανὸς τὸ σὸν πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ οὖσα ἐν Ἐσθονία, ὡς πολυτίμητον θησαυρόν, τὰ σὰ λείψανα κατέχει, ἐξ ὧν ἀρυόμεθα οἱ πιστοί, δύναμιν καὶ ῥῶσιν, ἐν ταῖς ποικίλαις ἡμῶν ἀσθενείαις, ἐν ταῖς ἐπιδρομαῖς τοῦ ἀντικειμένου, καὶ ἐν πάσαις ταῖς ἐπὶ γῆς συμβάσεσι, Πλάτων μακάριε, Ἱεράρχα ἅγιε. Διὸ καὶ τανῦν, υἱοπρεπῶς καθικετεύομεν, σὲ τὸν προστάτην ἡμῶν, ἵνα ταῖς σαῖς πρεσβείαις, τύχωμεν τοῦ ἐλέους, τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ.
Ἦχος δ΄.
          Βαβαὶ τῆς σῆς καρτερίας σοφέ, Ἱεράρχα Πλάτων, Ἀρχιερέων καύχημα, πῶς μετὰ σώματος κατεπολέμησας, τὰς ἀοράτους δυνάμεις, τὰ σκώμματα τῶν ἀθέων, τοὺς αἰκισμοὺς τοῦ σώματος, τὴν ἐπώδυνον θανήν, καὶ πάντα τὰ λυπηρά, καὶ ἀνύποιστα, διὸ καὶ εἴληφας, τὴν χάριν τῶν θαυμάτων, καὶ παῤῥησίαν μεγίστην, τοῦ πρεσβεύειν ὑπὲρ ἡμῶν.
Δόξα Πατρί. Ἦχος πλ. δ΄.
          γιοι τῆς Ἐσθονίας Νεομάρτυρες, πεῖραν τῶν δεινῶν καὶ μαστίγων εἰληφότες, καὶ οἰκήσαντες τὴν εἱρκτήν, ἐν οὐρανῷ μετετέθητε, συναριθμηθέντες τοῖς ἁγίων ἀθλοφόροις, καὶ τοῖς δήμοις τῶν Ἁγίων, μεθ' ὧν διηνεκῶς πρεσβεύετε, Χριστῷ τῷ Θεῷ, δοθῆναι ἡμῖν ἄφεσιν, ἁμαρτιῶν καὶ τὸ μέγα ἔλεος.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. Ἦχος πλ. δ΄.
          νύμφευτε Παρθένε, ἡ τὸν Θεὸν ἀφράστως συλλαβοῦσα σαρκί,  Μήτηρ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, σῶν οἰκετῶν παρακλήσεις δέχου Πανάμωμε, ἡ πᾶσι χορηγοῦσα καθαρισμὸν τῶν πταισμάτων, νῦν τὰς ἡμῶν ἱκεσίας προσδεχομένη, δυσώπει σωθῆναι πάντας ἡμᾶς.
Εἰς τὰ Ἀπόστιχα. Ἦχος πλ. α΄. Χαίροις ἀσκητικῶν.
          Χαίροις τῆς Ἐσθονίας ποιμήν, Ὀρθοδοξίας τῆς ἁπάσης Ἐπίσκοπε, τοῦ Τάρτου ὁ Ποιμενάρχης, Νεομαρτύρων ἀνδρῶν, ἡ λαμπρὰ προσθήκη, Ἱερώτατε, βαλὼν γὰρ τὸν Κύριον, ἐν μυχοῖς τῆς καρδίας σου, πρὸ τῶν ἀθέων, σταθηρῶς διεκήρυξας, τὰ σωτήρια Ἐκκλησίας διδάγματα, ὅθεν καὶ ὤφθης ἄριστος, τῆς πίστεως πρόμαχος, μαρτυρικῶς περατώσας, ἐπὶ τῆς γῆς θεοτίμητε, τοῦ βίου τὸ μῆκος, διὸ πάντες τὴν σὴν μνήμην, τιμῶμεν ᾄσμασι.
Στίχος. Τοῖς Ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ Αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος.
          Χαίροις Νεομαρτύρων πληθύς, ἐν Ἐσθονίᾳ, μαρτυρήσαντες ἅπαντες, Διάκονοι τοῦ Ὑψίστου, σὺν πρεσβυτέροις ὁμοῦ, Ἱεράρχα Πλάτων ἀξιάγαστε, γυναίων ὁμήγυρις, κοσμικοὶ θεοτίμητοι, οἱ ἐπ' ἐσχάτων, ὑποστάντες τὰ πάνδεινα, ἤγουν ποικίλα τραύματα, εἱρκτὴν καὶ μαστίγωσιν, πολυειδεῖς λοιδορίας, ὑπὸ ἀνδρῶν ἀθεότητος, διὸ καὶ τὴν μνήμην, ἐκτελοῦμεν ἐτησίως, ὑμῶν μακάριοι.
Στίχος. Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν.
          Πάτερ τῆς Ἐκκλησίας φωστήρ, ὁ διαυγάζων ταῖς λιταῖς σου τὰ πέρατα, πατρίδος σου Ἐσθονίας, καθοδηγῶν ἀσφαλῶς, τοὺς πιστοὺς πρὸς τρίβον τὴν σωτήριον, ἐκχέας γὰρ ἅγιε, τὸ σὸν αἷμα γεγένησαι, πρότυπον πάντων, πολιτείας καὶ πίστεως, διὸ σήμερον, τὰ πολλά σου παλαίσματα, Πλάτων ἐν πλάτει ᾄδωμεν, Χριστὸν τὸν ὑψώσαντα, ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις, σὲ τὸν ἀλείπτην τῆς χάριτος, δοξάζομεν πάντες, ἐξαιτοῦντες σωρηρίαν, ψυχῶν καὶ δύναμιν.
Δόξα. Ἦχος πλ. β΄.
          Τὸ ἱερόν σου ἐγκόλπιον ἅγιε πάτερ, γέγονεν ἡμῖν ἀσφαλὲς γνώρισμα, τοῦ τιμίου προσώπου σου. Ὥσπερ γὰρ πολύτιμον μάργαρον, ἐν τοῖς κόλποις σου τοῦτο ἀποκρύψας, ἐπὶ τῆς γῆς πρὸς καιρὸν μετὰ σοῦ ἐκρύβη, ἀλλ' ὕστερον ὡσεὶ δείκτης, τοῖς πιστοῖς σὲ ἐφανέρωσε, χαροποιήσας τῶν πιστῶν τὰ ἀθροίσματα· ὑπὲρ ὧν ἱκέτευε, Πλάτων παμμακάριστε, Χριστὸν τὸν Θεόν, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. Ἦχος πλ. β΄.
           ποιητὴς καὶ λυτρωτής μου Πάναγνε, Χριστὸς  Κύριος, ἐκ τῆς σῆς νηδύος προελθών, ἐμὲ ἐνδυσάμενος, τῆς πρῴην κατάρας τὸν Ἀδὰμ ἠλευθέρωσε· διό σοι Πάναγνε ὡς τοῦ Θεοῦ Μητρί τε, καὶ Παρθένῳ ἀληθῶς βοῶμεν ἀσιγήτως, τὸ Χαῖρε τοῦ Ἀγγέλου, Χαῖρε Δέσποινα, προστασία καὶ σκέπη, καὶ σωτηρία τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
 
Νῦν ἀπολύεις, τὸ Τρισάγιον καὶ τὰ ἑξῆς Ἀπολυτίκια.
Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Πλάτωνος. Ἦχος α'. Τῆς ἐρήμου πολίτης 
          Τὸν λαμπρὸν Ἱεράρχην, καὶ σεμνὸν ἱερόαθλον, καὶ τῆς Ἐσθονίας ἁπάσης, θεοτίμητον πρόεδρον, τὸν Πλάτωνα τιμῶμεν οἱ πιστοί, ἐν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, προσπορεῖται γὰρ δωρήματα τοῖς πιστοῖς, τοῖς πρὸς αὐτὸν κραυγάζουσι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.
 
Ἀπολυτίκιον καὶ τῶν ἄλλων Νεομαρτύρων. Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.  
         Γόνοι κάλλιστοι τῆς Ἐσθονίας, Ἱερόαθλοι Χριστοῦ γενναῖοι, Ἱερεῖς σὺν Διακόνοις καὶ ἄλλοις τε, ἐν φυλακαῖς καὶ βασάνοις τὸ ὄνομα, ἀνδροπρεπῶς τοῦ Σωτῆρος κηρύξαντες, στέφος ἄφθαρτον, καὶ δόξαν λαμπρὰν εἰλήφατε, ὡς νέοι ἀθληταὶ περιφανέστατοι.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετὰ τὴν α΄ Στιχολογίαν, Καθίσμα. Ἦχος α'. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
          Σοφὸς ὑφηγητής, σωτηρίων δογμάτων, Ἐπίσκοπος σεμνός, Ἐσθονίας ἁπάσης, καὶ Μάρτυς κραταιότατος, ἀνεδείχθης μακάριε, Πλάτων ἅγιε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ κόσμος, ἐν τοῖς ἔτεσι τῆς πονηρᾶς ἀθεΐας, τοῦ πλάνου ἀλάστορος.

Θεοτοκίον. Ὅμοιον.
          Τοῦ κόσμου τὴν χαράν, τετοκυῖα Παρθένε, τῆς Εὔας τὴν ἀράν, διεσκέδασας ὄντως, καὶ ὤφθης κοσμοσώτειρα, καὶ βροτείου φυράματος, ἀναμόρφωσις, καὶ τῆς σκηνῆς τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἀνόρθωσις, καὶ ἀνακαίνισις Μῆτερ, ἁγνὴ Θεονύμφευτε.

Εἰς τὴν β΄ Στιχολογίαν. Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
          σεὶ ἰσαπόστολος, τῆς Ἐσθονίας τὴν γῆν, διέδραμες Ἅγιε, διαφωτίζων λαόν, Χριστοῦ περιούσιον, ὅθεν ὡς Ἱεράρχης, τῶν πιστῶν τὰς χορείας, ἔθρεψας τοῖς σιτίοις, σωτηρίων δογμάτων, διὸ τὴν Ὀρθοδοξίαν, σοφῶς ὑπεστήριξας.

Θεοτοκίον. Ὅμοιον.
          Παρθένος θηλάζουσα, ἀλλὰ καὶ Μήτηρ ἁγνή, θυγάτηρ Προπάτορος, ἀλλὰ Χριστοῦ ἡ τοκεύς, ἐδείχθης Πανάμωμε, ὅθεν τὰ τῶν ἀνθρώπων, πολυάριθμα πλήθη, μέλπουσι Θεοτόκε, τῶν χαρίτων σου πλοῦτον, καὶ δύναμιν καὶ πρεσβείαν, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

Μετὰ τὸν Πολυέλεον. Ἦχος πλ. α΄. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.
          Παιδιόθεν ἐδέχθης τὰ θεῖα σπέρματα, Εὐαγγελίου ἁγίου καλλιεργήσας καλῶς, ἐν ταῖς αὔλαξι σοφὲ Πλάτων καρδίας σου, καὶ καρποὺς εἰς ἑκατόν, οὐρανίων ἀρετῶν, ἐκόμισας Ἱεράρχα, διὸ καὶ ὤφθης τοῖς πᾶσι, ὁ τροφοδότης θείας πίστεως.
Θεοτοκίον. Ὅμοιον.
          Θεοδόχον χωρίον ὑπάρχεις Ἄχραντε, ἐν ᾧ Πατὴρ τῶν ἁπάντων, γηπόνος ὤφθη λαμπρός, καὶ τὸ Πνεῦμα ἀληθῶς, Δέσποινα γέγονε, φυτουργὸς τοῦ σοῦ Υἱοῦ, ἀφράστως καὶ παραδόξως, διὸ καὶ ἡμεῖς λατρείαν, Αὐτῷ καὶ δόξαν ἀναπέμπομεν.

Τὸ α΄ ἀ­ντί­φω­νον τοῦ δ΄ ἤ­χου καὶ τὸ Προ­κεί­με­νον.
Τί­μι­ος ἐ­να­ντί­ον Κυ­ρί­ου ὁ θά­να­τος τοῦ ὁ­σί­ου αὐ­τοῦ.
Στίχ. Μα­κά­ρι­ος ἀ­νὴρ ὁ φο­βού­με­νος τὸν Κύ­ρι­ον.
Εὐ­αγ­γέ­λι­ον τοῦ ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου.

Ὁ Ν΄. Δό­ξα. Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων...

Καὶ νῦν. Ταῖς τῆς Θε­ο­τό­κου...

Ἰ­δι­ό­με­λον. Ἦ­χος πλ. β΄.
          γιε Πλάτων Ἱεράρχα, ὡς ἄνθος ἠρινόν, ἐν μέσῳ τοῦ χειμῶνος τῆς ἀθεΐας, ἐν τῇ Ἐσθονίᾳ ἐξήνθησας, καταμυρίσας τῷ βίῳ σου, τοῖς τρόποις καὶ τῷ μαρτυρίῳ σου, τὰς πνευματικὰς αἰσθήσεις, τῶν πιστῶν τοῦ ποιμνίου σου· ὅθεν οὖν σήμερον, τὴν κατ' ἔτος τελοῦντες ἑορτήν σου, ἐκτενῶς σοῦ δεόμεθα, μὴ παύῃ καθικετεύων Χριστὸν τὸν Θεόν, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κανὼν τῶν Ἁγίων, οὗ ἡ ἀκροστιχίς,
«Τὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ ὑμνῶ. Ἰωήλ».

ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
          Τὸν Πλάτωνα Δέσποτα Ἰησοῦ, ὑμνῆσαι ἐθέλω, καὶ τοὺς Μάρτυρας σὺν αὐτῷ, διὸ δός μοι χάριν οὐρανόθεν, ἐγκωμιάσαι αὐτῶν τὰ ἀθλήματα.

          ρθότητα Πλάτων τῶν διδαχῶν, ἁγίων δογμάτων, καθ' ἑκάστην ἐν τῷ λαῷ, ὡς ἱεροκήρυξ Ἐσθονίας, μετὰ χαρᾶς διελάλεις μακάριε.

          Νοήσας παγίδας τοῦ πονηροῦ, ὡς Ἄγγελος Πλάτων, τὸν λαόν σου τὸν εὐσεβῆ, ἐδίδαξας μένειν ἐν τῇ πίστει, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ἱερώτατε.

Θεοτοκίον.
          Παρθένε τὸ φάρμακον σωστικόν, τοῦ γένους ἀνθρώπων, ἐπεγνώσθης καὶ ἰατρός, τῶν νόσων παθῶν τῶν δυσιάτων, τοῦ ἀντιδίκου ἐχθροῦ ἀειπάρθενε.

ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
          Λίαν εὔφρανας Πλάτον, τοὺς Ἐσθονοὺς ἅπαντας, ὅτε ἐν καθέδρᾳ ἀξίως, ἀνῆλθες ἅγιε, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ἀναδειχθεὶς ποιμενάρχης, καὶ φρουρὸς τῆς πίστεως, τοῦ σοῦ πληρώματος.

          γνοῶν τοὺς κινδύνους, τῶν σῶν ἐχθρῶν Ἅγιε, ὡς ἀνδροπρεπὴς Ἱεράρχης, ἐκθύμως ἔδραμες, ἐπιστηρίξαι πιστούς, ἐν πάσῃ γῇ Ἐσθονίας, ταῖς παραμυθίαις σου, καὶ ταῖς δεήσεσι.

         Τῶν ἐχθρῶν τὰς ἐνέδρας, καὶ πονηροῦ δράκοντος, τὰς ἐπισφαλεῖς ἐπινοίας, Πλάτων διέλυσας, ταῖς ἱεραῖς σου εὐχαῖς, καὶ καρτερίᾳ μεγίστῃ, ὡς ἀνὴρ φιλόθεος, καὶ βεβαιόπιστος.

Θεοτοκίον.
         σπερ πύλη ἁγία, ἐν ᾗ Χριστὸς Πάναγνε, μόνος εἰσελήλυθεν ὄντως, μὴ λυμηνάμενος, τῆς παρθενίας τῆς σῆς, κλεῖθρα ἐφάνης Μαρία, ὅθεν οὖν ὑπάνοιξον, θύραν σωτήριον.

Κάθισμα. Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
         Κλεινοὶ Νεομάρτυρες, τῆς Ἐσθονίας λιταῖς, μὴ παύσητε ἅπαντες, ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς Χριστόν, ἀεὶ ἱκετεύοντες, ὅπως ἐκ τῶν παγίδων, τοῦ ἐχθροῦ λυτρωθῶμεν, Πλάτων Ἱερομάρτυς, Πρεσβυτέρων τὸ πλῆθος, Διάκονοι τοῦ Ὑψίστου, καὶ ἄλλοι ἐπίλοιποι.

Θεοτοκίον.
          ς βάτον ἑώρακε, τὸν τοκετόν σου Ἁγνή, Μωσῆς ὁ θεόληπτος, ἐν τῇ ἐρήμῳ ποτέ, Παρθένε Πανάμωμε, σὺ γὰρ τὸν Θεὸν Λόγον, ὥσπερ πῦρ ἐν νηδύϊ, ἔφερες μὴ φλεχθεῖσα, Ἀειπάρθενε Κόρη, διὸ καὶ ἐπευφημοῦμεν, τὸν βίον σου ᾄσμασι.
ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
         Νῦν ἡ ποίμνη σου Ἅγιε, Πλάτων Ἱεράρχα, τὴν θείαν μνήμην σου, εὐφροσύνως ἄγει σήμερον, ἀνυμνολογοῦσα τὴν σὴν ἄθλησιν.

          ριστεὺς ἐννομώτατος, ἐν τοῖς μαρτυρίοις ἐδείχθης ἔνδοξε, καταπλήξας τοὺς  διώκτας σου, τῇ θαρσαλεότητι τῆς γνώμης σου.

          Κραταιῶς τὸν ἀντίπαλον, καὶ ἀρχαῖον ὄφιν τῇ ἀντιστάσει σου, κατεῤῥάκωσας ἀοίδιμε, Πλάτων Ἀρχιθύτα ἀξιάγαστε.

Θεοτοκίον.
          γιάσασα Δεσποίνα, ἅπαντα τὸν κόσμον τῇ σῇ κυήσει σου, τῶν ἀνθρώπων κλῖμαξ γέγονας, ὁδηγοῦσα τούτους πρὸς τὰ κρείττονα.

ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
          να τὴν ζωήν, τὴν αἰώνιον κερδήσητε, Νεομάρτυρες Κυρίου Ἐσθονοί, ὑπεβλήθητε προσκαίρως εἰς παλαίσματα.


           Τάρτου καὶ Ταλλίν, τὰ ὀστέα ὑμῶν ἔχοντες, Ἐσθονοὶ Μεγαλομάρτυρες Χριστοῦ, παραμύθιον λαμβάνουσιν ἐν θλίψεσιν.

           λως τὸν Χριστόν, ἐν καρδίᾳ ὑμῶν φέροντες, οὐκ ἠσχύνθητε ἐνώπιον ἀνδρῶν, ἀθεΐας ἀνυμνῆσαι τὸν θεάνθρωπον.


Θεοτοκίον.
         ψωσον Ἁγνή, τοὺς χαμαὶ πεσόντας δούλους σου, ταῖς ὀξείαις σου πρεσβείαις πρὸς Χριστόν, πρὸς ὃν ἔχεις παῤῥησίαν ἀκαταίσχυντον.


ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν.
          Στρατείαν, τοῦ πονηροῦ νικήσαντες, Ἐσθονίας ἀθλοφόροι οἱ νέοι, τῶν Πρεσβυτέρων ὁμὰς ἡ ἁγία, καὶ Διακόνων δυὰς ἡ περίδοξος, ὁμοῦ καὶ λαϊκοὶ σεμνοί, στεφανῖται Κυρίου ἐδείχθητε.

           Σοφίαν, ἐκδιδαχθεὶς τὴν ἄνωθεν, ἀντετάχθης ἱερώτατε Πλάτων, τοῖς δυσσεβέσιν ἀνδράσι γενναίως, κατεδαφίσας αὐτῶν τὸ γαυρίαμα, ταῖς σαῖς θεόφρον διδαχαῖς, εἰς οὐδὲν τὰ δεινὰ λογισάμενος.

          πήνεγκας, τὰς αἰκίας σώματος, τὰ ὀνείδη καὶ τὰ θράση ἀθέων, τὴν κακουργίαν ἀτάκτων πνευμάτων, καὶ μηχανήματα τούτων τὰ κάκιστα, θανὴν ἐπώδυνον εἱρκτήν, καὶ τὰ βάσανα πάντα ὡς ἄσαρκος.

Θεοτοκίον.
            Νενίκηνται, Θεοτόκε Ἄχραντε, τῇ λοχείᾳ σου τῆς φύσεως ὅροι, σὺ γὰρ ἀσπόρως Υἱὸν τοῦ Ἀνάρχου, ἐν τῇ γαστρί σου ἐδέχθης καὶ τέτοκας, καὶ ὤφθης πάντων γηγενῶν, εὐεργέτις καὶ σώτειρα Πάναγνε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
            ορτάζει σήμερον, ἡ Ἐσθονία, Ἱεράρχην Πλάτωνα, καὶ σὺν αὐτῷ τοὺς εὐσεβεῖς, καὶ κραταιοὺς Νεομάρτυρας, δι' ὧν δοξάζει, Χριστὸν τὸν Φιλάνθρωπον.
Οἶκος
           Τῶν Ἐσθονῶν τὰ Ὀρθόδοξα πληρώματα, πρὸς σὲ Ἐπίσκοπε ἅγιε βλέποντες, καὶ ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν, τῆς ἐπὶ γῆς ἀναστροφῆς σου, τὸν θεοφιλῆ ἅγιον βίον σου, τὴν κατὰ Θεὸν καὶ τὴν θύραθεν πλουσίαν γνῶσίν σου, τὰς σωστικὰς διὰ τὰς ἐνορίας τῆς Ἐκκλησίας σου περιοδείας, τὴν ἰσχὺν τῶν λόγων σου, τὴν ἀπτόητον θέλησίν σου, τὸν ἐγκλεισμόν σου ἐν τῇ εἱρκτῇ, τὰ ὀνείδη καὶ τὰ σκώμματα, καὶ τὸν ἐπώδυνον διὰ τυφεκισμοῦ θάνατόν σου, δοξάζουσι τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν, τὸν δόντα τοῖς πιστοῖς ποιμενάρχας ἀξίους, βαστάσαι τὸ ὄνομα Αὐτοῦ, δι' ὧν ὁ λαὸς δοξάζει, Χριστὸν τὸν Φιλάνθρωπον.
Συναξάριον.
           Τῇ δεκάτῃ τετάρτῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Ἱερομάρτυρος Πλάτωνος, Ἐπισκόπου Ἐσθονίας, ἀθλήσαντος ἐν ἔτει, χιλιοστῷ ἐνακοσιοστῷ Δεκάτῳ καὶ Ἐνάτῳ (͵αϡιθ΄), καὶ τυφεκισμῷ τελειωθέντος.

Στίχοι.
            Ἱερόαθλε Πλάτων τῆς Ἐσθονίας, τυφεκισμῷ ἐπεράτωσας τὸν βίον.
Δεκάτῃ μηνὸς τετάρτῃ, τὸ ζῆν ἐξεμέτρησε Πλάτων.

ἅγιος Ἱερομάρτυς Πλάτων ἐγεννήθη εἰς τὰς δέκα τρεῖς (13) Ἰουλίου τοῦ 1869,εἰς  τήν  ἐπαρχίαν Pätnu τῆς Ἐσθονίας. Ἐφοίτησε ἐν διαφόροις θεολογικαῖς σχολαῖς χειροτονηθεὶς Ἱερεύς. Περιώδευε κηρύττων τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ εἰς πάσας τὰς Ὀρθοδόξους ἐνορίας τῆς Ἐσθονίας. Ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Ἐσθονίας εἰς τὰς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1917, ἐπιδείξας μεγάλην δραστηριότητα καὶ ἀγῶνα διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐνοριῶν. Τὸ 1919 συνελήφθη ὑπὸ τοῦ ἀθέου καθεστῶτος τῆς Μόσχας καὶ βασανισθεὶς ποικιλοτρόπως ἐτελεύτησε τυφεκισθεὶς ὑπὸ τῶν κομμουνιστῶν, τὴν 14ην ἡμέραν Ἰανουαρίου μηνός.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμην τελοῦμεν καὶ τῶν ἁγίων ἐπιλοίπων Νεομαρτύρων Πρεσβυτέρων, Διακόνων, Πρεσβυτερῶν καὶ κοσμικῶν Ἐσθονῶν ποικίλοις τρόποις βασανισθέντων καὶ τελειωθέντων. Ἡ μνήμη αὐτῶν ἐστιν ἡ 14η Ἰουνίου, ἀλλὰ διά τε τὴν ὁμοήθειαν καὶ τὸ κοινὸν γένος τῷ ἁγίῳ Πλάτωνι ἑορτάζεται μετ' αὐτοῦ ἐν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ.

Ἅγιοι Νεομάρτυρες Ἐσθονίας καλῶς ἠθλήσατε ἐν τῷ βίῳ τούτῳ.
Τὰ ἐπίλοιπα ἐκ τοῦ Μηναίου.
Ταῖς αὐτῶν πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
         σμένως Ἱεράρχα, καθυπέστης τὸν μῶμον, καὶ τὰ ὀνείδη ὁμοῦ, τὰς ὕβρεις τῶν ἀθέων, καὶ τὰς προπηλακίσεις, μὴ ἐκστὰς Πλάτων ἅγιε, τῆς Ὀρθοδόξου ζωῆς, καὶ πίστεως οὐδόλως.

         πὸ τὰς ἀλγηδόνας, τοῦ σοῦ σώματος Πλάτων, ἐν φυλακῇ τῇ φρικτῇ, οὐκ ἔπαυες κηρύττων, Χριστοῦ τοῦ σοῦ Σωτῆρος, τὰ ἐντάλματα Ἅγιε, τοῖς Ὀρθοδόξοις πιστοῖς, καὶ πᾶσι τοῖς ἀθέοις.

          Τὸν βίον σου περάνας, τυφεκίοις θεόφρον, τοῖς οὐρανίοις χοροῖς, Μαρτύρων τῶν Ἁγίων, σοφὲ συνηριθμήθης, σὺν αὐτοῖς πρὸς τὸν Κύριον, καθικετεύων ἀεί, ὑπὲρ τῶν σὲ ὑμνούντων.

Θεοτοκίον.
         σεὶ ἀπηλπισμένος, ἐκ πολλῶν ἁμαρτάδων, καὶ ψυχοφθόρων παθῶν, πρὸς σὲ τὰς χεῖρας τείνων, Παρθένε Θεοτόκε, καὶ ζητῶν ὑποστήριξιν, ἵνα ἐκφύγω τὸ πῦρ, τὸ ἄστεκτον γεέννης.


ᾨδὴ η΄. Τὸν βασιλέα.
          μνῶ τὰ πάθη, τοῦ μαρτυρίου σου Πλάτων, καὶ θαυμάζω καρτερίας σου τὸν τρόπον, πῶς τὰ ἄλγη Πάτερ, ὑπήνεγκας ἀσμένως.

          Μνήμης σου Πλάτων, τῆς ἱερᾶς ἐτησίως, ἐκτελοῦμεν ἐν τῇ χώρᾳ Ἐσθονίας, ἀνυμνολογοῦντες, τοὺς ἄθλους σου ἐν πόθῳ.

          Νῦν Ἐσθονία, ἡ σὴ πατρὶς θεοφόρε, σὺν ἑτέροις τοῖς ἀθλήσασιν ὁμοίως, νέοις στεφανίταις, τιμᾷ σε ἐπαξίως.

Θεοτοκίον.
          πὸ τὴν σκέπην, τῆς ἐποπτείας σου Μῆτερ, τὸν ἀντίδικον ἐχθρὸν τῆς σωτηρίας, πάντες προσδοκῶμεν, καταβαλεῖν τελέως.


ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
          άματα παρέχει, τῶν ὀστῶν σου Πλάτων, ἡ μυροβλύζουσα λάρναξ τοῖς σπεύδουσι, κατασπασθῆναι ἐν πίστει, αὐτὰ πανόλβιε.


           ς ὄρθρος προμηνύων, ἐν τῇ σκοτοδίνῃ, τῆς σωτηρίας Χριστὸν μέγαν ἥλιον, ἐν τοῖς ἐσχάτοις ὦ Πλάτων, ἐφάνης ἔτεσιν.

           χώρα Ἐσθονίας, καὶ ἡ Ἐκκλησία, εὐγνωμονοῦσαι τὰ θεῖα μνημόσυνα, τῆς ἐπετείου σου ἄγουσι, φαιδρυνόμεναι.

Θεοτοκίον.
          Λιμὴν τῶν Ὀρθοδόξων, καὶ τῆς Οἰκουμένης, τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ καύχημα γέγονας, Ὑπεραγία Παρθένε, Θεοχαρίτωτε.


Ἐξαποστειλάριον. Γυναῖκες ἀκουτίσθητε.
         τρόμητε Ἐπίσκοπε, τῆς Ἐσθονίας ἅγιε, Πλάτων πανεύφημε Πάτερ, Νεομαρτύρων τὸ κλέος, καὶ οἱ περιφανέστατοι, σὺν σοὶ Ἱερομάρτυρες, καὶ κοσμικοὶ θεόφιλοι, ὑμῶν ἐν ὕμνοις τιμῶμεν, τοὺς σεβασμίους ἀγῶνας.

Θεοτοκίον.
          Μαρία θεονύμφευτε, κοινὸν διαλλακτήριον, Θεοῦ τε καὶ τῶν ἀνθρώπων, ταῖς σαῖς λιταῖς πρὸς Υἱόν σου, εἰρήνην δὸς τοῖς δούλοις σου, τὴν ἀταξίαν σκέψεων, καὶ τῆς καρδίας τάραχον, ἀπομακρύνουσα Μῆτερ, ἐκ τῶν πιστῶν Ὀρθοδόξων.
Εἰς τοὺς Αἴνους.
Ἦχος πλ. δ΄. Ὦ τοῦ παραδόξου θαύματος.
          Πλάτων Ἐσθονίας καύχημα, τῇ θερμουργῷ σου πνοῇ, ἀθεΐας τὸν ἄνεμον, ἔσβεσας Πανεύφημε, καὶ τοῦ Πνεύματος ἤνεγκας, ζωὴν ἁγίαν καὶ τὴν ἀνάψυξιν, τοῖς Ὀρθοδόξοις πιστοῖς τῆς χώρας σου, ὦ τῶν χαρίτων σου, Ἱεράρχα ἅγιε, δι' ὧν πολλούς, πρὸς τὴν πίστιν ἤγρευσας, θεοχαρίτωτε.


          ρχιθύτα ἔνδοξε, ἐπιδρομὴν κατὰ σοῦ, τοῦ ἀρχαίου ἀλάστορος, ἀνδρικῶς ἀπέκρουσας, πτερωθεὶς τὴν διάνοιαν, ῥοπῇ τῇ θείᾳ τοῦ Παντοκράτορος, καὶ πρὸς ἀγῶνας χαίρων ἐχώρησας, τοῦ μαρτυρίου σου, τὰς αἰκίας σώματος, ὀνειδισμούς, καὶ θανὴν ἐπώδυνον, ὑποστησάμενος.

          Πλάτων ποιμενάρχα ἄριστε, τύπος ἐγένου πιστῶν, τῇ λαμπρᾷ πολιτείᾳ σου, πράξεσι καὶ ῥήμασι, καὶ σεπτῷ μαρτυρίῳ σου, σὺ γὰρ παρεῖδες, ὡς παρερχόμενα, τοῦ βίου πάντα, τὰ μὴ αἰώνια, καὶ πρὸς τὰ κρείττονα, τοῦ Χριστοῦ καὶ μένοντα, διηνεκῶς, ἔδραμες καὶ εἴληφας, τὰ μὴ φθειρόμενα.

          γιε Πλάτων μακάριε, καὶ σὺ χορεία ὁμοῦ, ἀθλητῶν ὁμοφρόνων σοι, οἱ πατρίδα ἔχοντες, Ἐσθονίαν τὴν εὔανδρον, πρὸ τῶν βασάνων, μὴ δειλανδρήσαντες, ἀλλὰ σταθέντες, ὀρθοὶ ἐπλήξατε, τὸν πολυμήχανον, καὶ τὰ τούτου ὄργανα, διὸ ἡμᾶς, ὡς προστάτας ἔχομεν, ἀξιοτίμητοι.

Δόξα Πατρί. Ἦχος πλ. α΄.
          Τὴν ἀρχιερατικήν σου τιμήν, ἄμωμον Πάτερ ἐφύλαξας, διὰ σοῦ γὰρ ὁ Παράκλητος, ἐν τοῖς ἐσχάτοις τῆς ἀθεΐας χρόνοις, τοῖς Ὀρθοδόξοις πιστοῖς ἐλάλησε, καὶ τὸν Χριστὸν ἐφανέρωσεν. Εἶτα δὲ τὴν ψυχὴν νευρώσας, ἐν εὐφροσύνῃ ἐβάδισας, τὴν ὁδὸν τοῦ μαρτυρίου, καταλιπὼν τοῖς Ἐσθονοῖς, ὑπόδειγμα καλοῦ ποιμένος, καὶ περιφανεστάτου στεφανίτου, ζηλώσαντος τὴν δόξαν, τῶν ἀρχαίων Ἱεροάθλων, μεθ' ὧν ἱκέτευε, Πλάτων μακάριε, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Καί  νῦν.
          Μακαρίζομέν  σε, Θεοτόκε  Παρθένε, καί  δοξαζομέν  σε οἱ  πιστοί  κατά  χρέος, τήν  πόλιν  τήν  ἄσειστον, τό  τεῖχος  τό  ἔρρηκτον, τήν  ἀρραγῆ  προστασίαν, καί  καταφυγήν  τῶν  ψυχῶν ἡμῶν.
 
Δοξολογία Μεγάλη καὶ Ἀπόλυσις.
 
ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
 
Τὰ Τυ­πι­κὰ καὶ οἱ Μα­κα­ρι­σμοί. Ἀναστάσιμοι δ΄ καὶ ἐκ τῶν Ἁγίων ἡ γ΄ καὶ στ΄ ᾠδή. Ἀπόστολος καὶ Εὐ­αγ­γέ­λι­ον τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου.

Κοι­νω­νι­κόν.
Εἰς μνη­μό­συ­νον αἰ­ώ­νι­ον...     
 
Με­γα­λυ­νά­ρι­ον.

          Τάρτου τῆς εὐάνδρου καὶ τοῦ Ταλλίν, Πλάτων ἀνεδείχθης, ὁ προστάτης καὶ βοηθός, ὅθεν σὲ γεραίρει, ἡ Ἐσθονία πᾶσα, ἣν ταῖς εὐχαῖς σου Πάτερ, ἀεὶ περίσκεπε.