Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Περί τοῦ ὀνόματος τῆς Ὁσίας ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΗΣ τῆς Κλεισοῦρας, π. Δημ. Ἀθανασίου

Οσία Σοφία της Κλεισούρας, Oσία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα,
Οσία Σοφία Μοναχή ή Οσία Σοφία ;
Ένα σύγχρονο αγιολογικό θέμα. 

Έρευνα: Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.
 

Εισαγωγικά
Ένα θέμα, που αφορά τη νεοφανή Οσία, η οποία ασκήτεψε στη Μονή Κλεισούρας της Καστοριάς, είναι το τελικό όνομα με το οποίο  θα πρέπει να τη  μνημονεύουμε.
Η Οσία είναι Αγία, που την ευλαβούνται  και οι Γ.Ο.Χ και οι Νεοημερολογίτες .
Όμως το θέμα περιπλέκεται και μόνο από μια μικρή έρευνα στα επίσημα γραπτά κείμενα (επίσημη Συνοδική Πράξη Αγιοκατάταξης, Ακολουθίες, κ.α.), στα βιβλία που έχουν εκδοθεί και σε άλλα  στοιχεία που υπάρχουν.
Τα ονόματα: Η Οσία Σοφία της Κλεισούρας, Oσία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα, Οσία Σοφία Μοναχή και  Οσία Σοφία Χοτοκουρίδου είναι αυτά που καταγράφονται.
Επίσης στο μεγαλύτερο μέρος του σχετικού υλικού που κυκλοφορεί (κείμενα, εικόνες κλπ.), υπάρχει η επίμονος παρουσίαση της Αγίας ως απλής λαϊκής, ως Σοφίας, χωρίς να αναγνωρίζεται η Μοναχική ιδιότητα της Οσίας Γερόντισσας και χωρίς καμία απολύτως αναφορά στο μοναχικό όνομα αυτής, τ.ε. Μυρτιδιώτισσα.
Πρώτη φορά έμαθα  για τη σύγχρονη Αγία Γερόντισσα όταν κυκλοφόρησε η βιογραφία της από την Ιερά Μονή Αγ. Κυπριανού και Ιουστίνης Φυλής. Τότε υπηρετούσα τη στρατιωτική μου  θητεία  στην περιοχή της Κοζάνης. Εκεί είχα την ευκαιρία να γνωρίσω Ποντίους, που οι πρόγονοί τους ήλθαν στην Ελλάδα μετά τα γεγονότα της Ποντιακής γενοκτονίας και οι περισσότεροι ακολουθούσαν το Παλαιό Εορτολόγιο. Μάλιστα δε στην Πτολεμαΐδα υπάρχει και ενορία του Παλαιού Ημερολογίου της Συνόδου των Ενισταμένων. Η πνευματική σχέση της Οσίας με τον Επίσκοπο  Κυπριανό (τότε Αρχιμανδρίτη) φαίνεται και από τις φωτογραφίες που δημοσιεύονται.
Στο παρακάτω άρθρο γίνεται μια προσπάθεια καταγραφής των στοιχείων που υπάρχουν, ώστε τελικά να αποκατασταθεί η αλήθεια.

Καταγραφή των υπαρχόντων στοιχείων.
Α. Μαρτυρία από τον τάφο της.
Φωτογραφίες που υπάρχουν από τον τάφο της Οσίας, μαρτυρούν τη μοναχική της ιδιότητα, χωρίς να αναφέρεται το μοναχικό της όνομα. Όπως φαίνεται στην πλάκα που υπήρχε κάτω από τον Σταυρό του τάφου  γράφεται:
ΣΟΦΙΑ ΧΟΤΟΚΟΥΡΙΔΟΥ ΜΟΝΑΧΗ
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ. ΑΠΕΒΙΩΣΕ 6.5.74.
ΕΤΩΝ 78
Άξιο απορίας παραμένει το γεγονός ότι η Οσία τάφηκε πίσω από το Παρεκκλήσιο του Τιμίου Προδρόμου, που βρίσκεται σε αρκετή απόσταση από τη Μονή. Γραπτές πληροφορίες  λένε ότι αυτός ο χώρος ήταν το κοιμητήριο της Μονής, χωρίς όμως αυτό  να επιβεβαιώνεται.

β. Κείμενο επίσημης  Αγιοκατάταξης από το Οικουμενικό Πατρια-ρχείο.
Στο επίσημο κείμενο της Αγιοκατάταξης του Οικουμενικού Πατριαρχείου πουθενά δεν γίνεται αναφορά για τη μοναχική ιδιότητα της Οσίας.
Στην τελευταία παράγραφο διαβάζουμε: «Διο και θεσπίζομεν Συνοδικώς και εν Αγίω διακελευόμεθα Πνεύματι, όπως η ειρημένη Οσία Σοφία Χοτοκουρίδου συναριθμείται ταις Αγίαις της Εκκλησίας…».

Γ. Ακολουθία της Οσίας Σοφίας της Κλεισούρας – ποίημα Χαραλάμπους Μπούσια.
Πρόκειται για την Ακολουθία που χρησιμοποιείται κατά την εορτή της Οσίας. Δεν αναφέρεται πουθενά η μοναχική της ιδιότητα. Το Συναξάριο που γράφεται στην Ακολουθία είναι το παρακάτω:
Τῇ ΣΤ΄ τοῦ αὐτοῦ Μηνός Μαϊου, μνήμη τῆς Ὁσίας καὶ Θεοφόρου Μητρὸς ἡμῶν Σοφίας, τῆς ἐν τῇ Μονῇ τῆς Παναγίας τῆς Κλεισούρας θεοφιλῶς ἄρτι ἀσκησάσης.
Χάριτι σοφισθεῖσα, Σοφία θείᾳ, Σοφῶς ἤσκησας ἄρτι, ἐν τῇ Κλεισούρᾳ.
Ἡ Ὁσία καὶ θεοφόρος Μήτηρ ἡμῶν Σοφία, ἡ ῥακένδυτος, αλλὰ πνευματοφόρος Ἀσκήτρια τῆς Κλεισούρας, ἐγεννήθη ἐν Ἀρδάσσῃ τοῦ Πόντου τῷ 1883. Ἀκολουθήσασα τῶν προσφύγων τῷ δρόμῳ μετὰ τὴν ἐπὶ τῆς γενετείρας αὐτῆς κώμης ἐπιδρομῆς τῶν υἱῶν τῆς Ἄγαρ καὶ τὴν στέρησιν τοῦ αὐτῆς συζύγου καὶ τέκνου ἦλθεν εἰς Ἀναῤῥάχην Ἑορδαίας. Ποθοῦσα τὴν ἀσκητικὴν πολιτείαν, τὴν πρώτην αὐτῆς καλιὰν τῶν ἀγώνων ἔπηξεν ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Ἁγίου Μάρκου Φλωρίνης, ἔνθα παρέμεινεν ἐπὶ διετίαν. Τῇ προτροπῇ ὅμως τῆς Κυρίας Θεοτόκου, κατεστάθη ἐν τῇ Μονῇ Αὐτῆς, τῇ ἐν Κλεισούρᾳ τῆς Καστορίας κειμένῃ, ἔνθα ἐπὶ τεσσαράκοντα καὶ ἑπτὰ συναπτὰ ἔτη θεοφιλῶς ἠγωνίσατο. Οὐκ ἔχουσα κλίνη πρὸς ἀνάπαυσιν τοῦ χοϊκοῦ αὐτῆς σαρκίου, ὑπέμεινε τὸ ψῦχος τοῦ χειμῶνος καθημένη παρὰ τὴν ἑστίαν τοῦ αὐλείου χώρου τῆς Μονῆς, τὴν ἀπέναντι τῆς μεσημβρινῆς θύρας τοῦ Καθολικοῦ, ἀτενίζουσα τὴν ἱλαρὰν μορφὴν τῆς Θεοτόκου ἐν τῷ αὐτῆς ὑπερθύρῳ. Λιτοδίαιτος καὶ ῥακένδυτος καὶ ἐνίοτε χρησιμοποιοῦσα μωρὰς προσποιήσεις τῆς ἀρετῆς ἤνυσε τρίβον καὶ σχολάζουσα τῇ ἀδιαλείπτῳ καρδιακῇ προσευχῇ κατὰ μέθεξιν ἐθεώθη. Πλουσίαν εἵλκυσε τὴν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος καὶ ηξιώθη οὐ μόνον διορατικοῦ χαρίσματος ἀλλὰ καὶ ἰαματικοῦ. Προσηνὴς πάντοτε ὑπεδέχετο τοὺς τῆς Μονῆς ἐπισκέπτας διδάσκουσα αὐτοὺς τὴν μετάνοιαν και τὴν χρηστοήθειαν. Προϊδοῦσα τὴν τελευτην αὐτης ἐκοιμήθη τὸν ἐμπρέποντα Ὁσίοις ὕπνον τῇ ΣΤ΄ Μαϊου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1974. τὰ ἱερὰ αὐτῆς λείψανα, ἀνακομισθέντα και εὐωδιάζοντα ἀποθησαυρίζονται εἰς τὴν Ἱερὰν τῆς Κλεισούρας Μονήν, παρέχοντα τοῖς πιστοῖς ἰάματα».

Δ. Ακολουθία Αγίας Σοφίας. Ποίημα Πορφυρίου Μοναχού  2001.
Η Ακολουθία αυτή δημιουργήθηκε  το 2001, «κατ’  αίτησιν Αρχιμανδρίτου Παύλου Αποστολίδη, τότε μεν Ηγουμένου-Εφημερίου Μονής-Σωματείου Παναγίας Σουμελά, στο Βέρμιο, τώρα δε Μητροπολίτη Δράμας».
Στο Συναξάριο της Ακολουθίας αναγράφονται τα εξής:
Τῇ ς΄Μαΐου μηνός, κατά τό σωτήριον έτος 1974, ἐκοιμήθη εἰς τήν κατά Κλεισούραν Μονήν τοῦ Γενεσίου τῆς  Θεοτόκου, ἡ ὁσίας μνήμης καί  μεγάλης ἀσκήσεως Γερόντισσα Σοφία, ἡ διά τοῦ  μεγάλου καί  ἀγγελικοῦ σχήματος ἐπικληθεῖσα Μυρτιδιώτισσα μοναχή, ἡ ταφή δέ  τοῦ  σεπτοῦ αὐτῆς λειψάνου ἐγένετο κατά τήν ἑπομένην, τήν ἑβδόμην τοῦ  ἰδίου μηνός. ἡ ἀνακομιδή δέ  τῆς  ἁγίας αὐτῆς κάρας καί  τῶν λοιπῶν ὀστέων ἐγένετο κατά τήν 7ην Ἰουλίου μηνός, μετά παρέλευσιν ἐτῶν ἑπτά, κατά τό ἔτος 1981. Ἐπανεύρεσις δέ  καί  μετακομιδή κατά τό ἑσπέρας Τετάρτης πρό τῆς  Ἀναλήψεως,
Στην υπόλοιπη Ακολουθία η Οσία προσφωνείται ως Σοφία, χωρίς να αναφέρεται πουθενά το μοναχικό της όνομα.

Ε. Το βιβλίο «Σοφία η ασκήτισσα της Παναγία». Έκδοση Ιεράς Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας, 2002.
Στις σελίδες 158 και 159 του παραπάνω βιβλίου και στην ενότητα «Η κουρά της Σοφίας», γράφονται τα εξής:
«Σημασία πάντως έχει, ότι η ίδια, αν και φορούσε μαύρα, δεν θυμάται κανείς να την είδε με τα καλογερικά ενδύματα, ούτε με το σχήμα. Μόνο λόγο πριν ξεψυχήσει, φώναξε τον τυπικό Ηγούμενο της Παναγίας και του είπε: «Παιδί μου Νεκτάριε, ήρθαν ο Κυπριανός και με έκανε καλο-γριά και με είπαν Μυρτιδιώτισσα».
Επίσης στην σελίδα 92, του ίδιου βιβλίου και στην ενότητα «Επιστολή από τις Οινούσες», γράφονται τα εξής.
«..Μοναχές από το γυναικείο Κοινόβιο Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Οινουσών της Μητροπόλεως Χίου, με τις οποίες η Σοφία διατηρούσε πνευματικούς δεσμούς και παρεβρισκόταν στην  κουρά της, στέλνοντάς μας ένα σχέδιο του αγιογραφείου της μονής τους, με τη μορφή της Σοφίας περιγράφουν στιγμές από τη γνωριμία τους στο μοναστήρι της Παναγίας Κλεισούρας (Επιστολή 18-6-1998).
«Με τη μακαριστή Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα είχαμε ισχυρούς πνευματικούς δεσμούς. Αγαπούσε ιδιαίτερα και σεβόταν τη Σεβαστή Μητέρα μας Μαρία Μυρτιδιώτισσα ΜοναχήΠπροσκυνήτρια (κατά κόσμο Κατίγκω Πατέρα). Η σεβαστή Μητέρα μας την επισκέφτηκε τρείς φορές, κάθε φορά με διαφορετικές αδελφές. Σε κάθε αδελφή έλεγε κάτι από την προσωπική πνευματική της ζωή, που έδειχνε το διορατικό της χάρισμα…
Χαρακτηριστικό γεγονός ήταν το κόψιμο των μαλλιών της. Είχε μια τεράστια κοτσίδα, σχεδόν το ¼ του σώματός της. Ήταν μια συμπαγής μάζα από άλουστα κι αχτένιστα μαλλιά, αγκάθια, χώματα και ακαθαρσίες προβάτου. Ήταν ο κανόνας της για 40 περίπου χρόνια. Το ψαλίδι για τις μοναχικές κουρές ήταν τελείως άχρηστο, για να κόψει αυτό το φοβερό μπέρδεμα. Έτσι ο γερο – φύλακας έφερε ένα μεγάλο ψαλίδι που κούρευε τα πρόβατά του. Με κόπο πολύ και τεράστια υπομονή της έκοψε η σεβ. Μητέρα μας την κοτσίδα και εκείνη αθώα ψυχούλα της έδινε συνέχεια ευχές που ξαλάφρωσε το κεφαλάκι της. Τελευταία φορά την επισκεφτήκαμε την 22 Ιουνίου 1973….»
Επίσης  στη σελίδα 95 γράφονται και τα εξής. «…Έχουμε τα μαλλιά της κουράς της…».

Σχόλια – Συμπεράσματα.
Αποτελεί άξιο απορίας, γιατί αναφέρεται ότι μοναχές της κοινοβιακής Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Οινουσών απέστειλαν την επιστολή και όχι η Μονή (ηγουμενοσυμβούλιο).
Όταν Ηγουμένη της Μονής ήταν η Μαρία Μυρτιδιώτισσα, η Μονή ακολουθούσε το παλαιό Εορτολόγιο και ανήκε σε Σύνοδο των Γ.Ο.Χ.
Επαληθεύεται η κουρά της Οσίας, με ανάδοχο την ηγουμένη Μαρία Μυρτιδιώτισσα.
Να σημειώσουμε εδώ, ότι η ιερά μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Οινουσσών Χίου, που ίδρυσε η Γερόντισσα Μαρία Μυρτιδιώτισσα Πατέρα ακολουθεί το Παλαιό Ημερολόγιο, χωρίς εκκλησιαστική κοινωνία με την Εκκλησία της Ελλάδος. Αυτό ωστόσο δεν εμπόδισε το σεβασμό που χαίρει η Γερόντισσα (όπως και άλλοι Γέροντες του Παλαιού) από τους Ορθόδοξους Χριστιανούς του Νέου Ημερολογίου, σεβασμό που εκδηλώθηκε κατά την κοίμησή της.
Με χαρά είδαμε ότι το Ησυχαστήριο της Παναγίας αναγράφεται – για λόγους ιστορικούς, αλλά και σεβασμού – στον κατάλογο των ιερών μονών της μητρόπολης Χίου, Ψαρών και Οινουσσών ν.ημ. (, σελ. 82- https://docs.google.com/file/d/0B2BZaUpVes2oY1M0bUNOejF5VVU/edit).
Επισημαίνουμε επίσης, ότι εδώ φαίνεται η σχέση της οικογένειας Πατέρα με πνευματικούς ανθρώπους και του Παλαιού Ημερολογίου (π.χ. Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας, γιατρός Αλέξανδρος Καλόμοιρος) και του Νέου Ημερολογίου (π.χ. Φ. Κόντογλου, Δ. Παναγόπουλος, π. Θεόκλητος Διονυσιάτης). Βεβαίως και με το Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο, που ανήκε στην Εκκλησία του Νέου Ημερολογίου, αν και ήταν φίλος του Παλαιού.
ΣΤ. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.youtube.com/ watch?v=z2Zn2JDI6rg υπάρχει video με τίτλο ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ – Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ, όπου αναφέρονται τα εξής.
«Την 12η Οκτωβρίου 1971 έγινε η κουρά της. Ήταν 85 ετών. Ως Μυρτιδώτισσα μοναχή πλέον ομολογούσε την εμπειρία της κουράς της. Έλεγε. «Φως μέσα στο φως. Ήταν όλοι εκεί. Τι λόγια ήταν αυτά. Η Παναϊα  ηγάπησεν τόσον πολλά εμένα την αμαρτωλέσα».
Περιγραφή όσων θαυμαστών έλαβαν χώρα κατά την πλουσίως ευλογημένη εκείνη περίσταση, παρατίθεται στο βιβλίο του Μητροπολίτου κ. Κυπριανού, Η Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα, Η Ασκήτρια της Κλεισούρας, 1886-1974, Φυλή Αττικής 1998, σελ. 153-159.

Η Κανονικότητα της κουράς της Οσίας Σοφίας.
Η Οσία Γερόντισσα δέχθηκε το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα τον Οκτώβριο του 1971, μετονομασθείσα από Σοφία σε Μυρτιδιώτισσα Μοναχή, από τον τότε Αρχιμανδρίτη Κυπριανό, μετέπειτα Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής του Πατρίου Ημερολογίου, Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης Φυλής Αττικής. Ανάδοχος παρέστη η μακαριστή Γερόντισσα Μαρία Μυρτιδιώτισσα Μοναχή, Κτιτόρισσα και Καθηγουμένη της Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Οινουσσών Χίου.
Ένα σοβαρό εκκλησιαστικό θέμα που προέκυψε έχει σχέση με την κανονικότητα της κουράς της.
Στο βιβλίο «Σοφία, η Ασκήτισσα της Παναγίας» (Έκδοση Ι. Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου Κααστοριάς, 2002) και στις σελίδες 158 και 159, αμφισβητείται πλήρως η κανονικότητα της κουράς της Οσίας, επειδή έγινε χωρίς την άδεια του οικείου Μητροπολίτη. Χαρακτηριστικό είναι και το παρακάτω απόσπασμα.
«Οι Ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας, όταν γίνεται μια αντικανονική κουρά, επιβάλλουν ο μεν κληρικός να τιμωρείται, ο δε μοναχός να μεταφέρεται σε άλλο μοναστήρι, όπου τηρείται η εκκλησιαστική ευταξία. Στην περίπτωση της Σοφίας ποιοι Ιεροί Κανόνες να εφαρμοσθούν και ποιος να τους εφαρμόσει;» (σελ.159 του παραπάνω βιβλίου).
Όμως θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε και τα παρακάτω.
Η Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας, όσο ζούσε η Οσία ήταν ΔΙΑΛΥΜΕΝΗ ΑΝΔΡΙΚΗ ΜΟΝΗ, με τυπικά διορισμένο Ηγούμενο από την Μητρόπολη Καστοριάς. Τότε διοικούνταν από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου των απανταχού Κλεισορέων «Ο Άγιος Μάρκος», με έδρα τη Θεσ/νίκη. Αυτό πλήρωνε για τη γενική συντήρηση της Μονής, αλλά και τον Ηγούμενο αυτό τον προσκαλούσε. (σελ.158 ).
Η Οσία ήταν φιλοξενούμενη στη Μονή, χωρίς ποτέ να γίνει δόκιμη, μια και το μοναστήρι ήταν ανδρικό. Πολλές φορές διώχτηκε από εκεί, αλλά η Παναγία, με θαυματουργικό τρόπο την ξαναέφερνε πίσω. Επομένως με αυτές τις συνθήκες μπορούμε να θέτουμε θέματα κανονικότητας;
Η Οσία Γερόντισσα Σοφία-Μυρτιδιώτισσα, τυγχάνει πρόσωπο ΚΟΙΝΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ τόσο από τους πιστούς του Παλαιού Ημερολογίου, όσο και από τους Νεοημερολογίτες.
Το ότι ασκήτεψε σε Νεοημερολογιτικό μοναστήρι δεν είναι παράξενο. Και ο γέροντας Αββακούμ ο Ἀνυπόδητος, αν και ήτανε Ζηλωτής, ανήκε στην αδελφότητα της Μεγίστης Λαύρας, η οποία μνημόνευε και μνημονεύει κανονικά του Οικουμενικού Πατριάρχη.
Η ανάδοχός της, Γερόντισσα Μαρία Πατέρα, δεν πρέπει καθόλου να μας παραξενεύει το ότι ανήκε σε άλλη Παράταξη του Παλαιού Ημερολογίου, αφού όπως και ο Μητροπ. Κυπριανός, η Γερόντισσα ήταν γνωστή για την μετριοπαθή (μη ακραία δηλαδή) στάση της, καθώς είχε και πνευματικές σχέσεις με ανθρώπους του Νέου Ημερολογίου. Άρα, δεν πρέπει να μας φαίνεται παράξενο το ό,τι δέχθηκε να γίνει ανάδοχος της Οσίας Μυρτιδιώτισσας, ειδικά τη στιγμή που η πρόταση αυτή έγινε από πνευματικό της αδελφό (τόσο η Γερόντισσα Μαρία, όσο και ο Γέροντας Κυπριανός, ήτανε πνευματικά παιδιά του Γέροντα Φιλόθεου Ζερβάκου).
Τέλος πριν κλείσουμε, αξιοπρόσεκτο είναι να λάβουμε υπόψη μας ότι: Πρώτος ο Μητροπ. Κυπριανός και η δικαιοδοσία του (Ιερά Σύνοδος Ενισταμένων), διακήρυξαν τοπικώς την αγιότητα της μακαριστής Γεροντίσσης Μυρτιδιωτίσσης και αγιογράφησαν εικόνα της.
Τα παραπάνω ελπίζω να θεωρούνται αρκετά προς αποκατάσταση της αλήθειας.
Ο Αρχμ. Κυπριανός ήταν αρχικά Ιερεύς της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος το 1969 προσχώρησε στους Αυξεντιακούς Γ.Ο.Χ. Η προσχώρησή του αυτή είχε ως συνέπεια την καθαίρεσή του από τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος του Ν.Η.
Η Ιερωσύνη και η καθαίρεση.
Οι διάφορες υπηρεσίες στις τοπικές Εκκλησίες, δηλαδή οι Αρχιεπίσκοπος, Μητροπολίτες, Σύνοδος, επιβάλλουν κατά καιρούς πειθαρχικές ποινές σε κληρικούς που ανήκουν στην εκκλησιαστική τους δικαιοδοσία. Όπως π.χ. αργία, καθαίρεση, ακοινωνησία, στέρηση μισθού κ.λ.π. Καμμία όμως, από αυτές τις διοικητικές ποινές, δεν μπορεί να αφαιρεί από τον Ιερέα τη Χάρη της Ιερωσύνης, διότι η Ιερωσύνη παραμένει ανεξάλειπτη.
Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία, επειδή τη Χάρη της Ιερωσύνης την παρέχει ο Τριαδικός Θεός, δεν μπορεί να την αφαιρέσει άνθρωπος και επομένως είναι ανεξάλειπτη.
Επειδή η Ιερωσύνη είναι ανεξάλειπτη, αυτό σημαίνει, ότι και τα Ιερά Μυστήρια που τελούν Κληρικοί, που τυχόν έχουν (προσωρινά) διοικητικά καθαιρεθεί, είναι έγκυρα. Συνεπώς, αυτή η ποινή της καθαίρεσης, ουσιαστικά ταυτίζεται με μια διοικητική απαγόρευση τέλεσης ιεροπραξιών, την οποία επιβάλλει κάποια χρονική στιγμή η εκκλησιαστική Διοίκηση σε κάποιον κληρικό. Μπορεί όμως να έρθει η επόμενη διοίκηση και να κάνει άρση – ακύρωση της ποινής αυτής.
Μήπως όμως, έχει αποφασίσει, κάτι η Διοικούσα Εκκλησία Ελλάδος (κρατική Αρχή), για το θέμα του ανεξάλειπτου της Ιερωσύνης ή η Εκκλησία, γενικώς;
Σύμφωνα με τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου Παναγιώτη Μπούμη, «η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει αποφασίσει επισήμως για το θέμα αυτό».
Ο κ. Μπούμης αναφέρει: «Στο προκείμενο ζήτημα, δηλ. για το ανεξάλειπτο ή όχι της ιερωσύνης, μπορούμε να εφαρμόσουμε τους λόγους του Κυρίου: ‘’Όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν ουρανώ’’(Ματθ. 18, 18)».
Σύμφωνα πάλι με τον ίδιο καθηγητή, η καθαίρεση δεν μπορεί να καταργήσει τη Χάρη της Ιερωσύνης. Και λέει: «Καθαίρεση, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι είναι η αναστολή της ενεργείας του χαρίσματος της ιερωσύνης».
Ο ίδιος γράφει για την καθαίρεση, ότι δεν αφαιρεί τη Χάρη της Ιερωσύνης: «Επειδή ακριβώς η καθαίρεση είναι αναστολή της ενεργείας του χαρίσματος της Ιερωσύνης, και όχι αφαίρεση αυτού, γι’ αυτό, εάν τυχόν ένας καθηρημένος κληρικός αθωωθεί από άλλο δικαστήριο, επανέρχεται στην τάξη των κληρικών, χωρίς νέα χειροτονία». (Μπούμης Ι. Παναγιώτης, «Κανονικόν Δίκαιον», σελ.203-204).
Σχετικά με τη δυνατότητα αθώωσης του κληρικού από την ποινή της καθαιρέσεως από άλλο εκκλησιαστικό όργανο, ο Κανονολόγος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αμίλκας Αλιβιζάτος παραθέτει το παράδειγμα του μητροπολίτη Ευσταθίου, ο οποίος καθαιρέθηκε από τη Σύνοδο της Παμφυλίας όμως η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος (431), «απεκατέστησεν αυτόν εις την ιερατικήν του τιμήν, επιτρέψασα εις αυτόν την ιερουργίαν».
Σε μελέτη δε του ιδίου Καθηγητή, ο κ. Καθηγητής διδάσκει, ότι διά της καθαιρέσεως δεν αφαιρείται το θείον της Ιερωσύνης Χάρισμα (Βλ. Αμ. Αλιβιζάτου, «Περί χάριτος των ποινών των Κληρικών» σ.19).
Σύμφωνα με τη δογματική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η Ιερωσύνη ανήκει στα Μυστήρια που δεν επαναλαμβάνονται και είναι έργο της Θείας Χάριτος. Η καθαίρεση είναι πειθαρχικό μέσο της Εκκλησίας, μη δυνάμενο να άρει τη Χάρη του Μυστηρίου, αλλ’ απλώς αναστολή των εκδηλώσεων αυτής. (Βλ. σχετικά: Α. Χριστοφιλοπούλου, Η οργάνωσις της Εκκλησίας της Ελλάδος σ. 41. Χ. Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας σ. 314. Π.Τρεμπέλα, Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας τ. 3σ. Πρβλ. Πρωτ. Πατρών 467/1916. Π. Παναγιωτάκου, Η Ιερωσύνη…σ.113 επ. 121 επ. Η θεία Χάρις εν τω καθαιρεθέντι παραμένει. Πρβλ. και Ευγενίου Βουλγά-ρεως, Κανονικαί Επιστάσεις σ. 277 επ. Βασιλείου, Μητροπολίτου Σμύρνης, Περί του κύρους χειροτονίας υπό καθηρημένου Επισκόπου σ. 18. Δ. Πετρακάκου,Τινά περί του κύρους των χειροτονιών σ. 21. Πρβλ. ωσαύτως και τας Α.Π.222/1934, 359/1934, Εφετ.Αθηνών 1356/1949. Μελετίου Μητροπολίτου Κυθήρων, Γάμος κληρικών καταχθέντων εις την τάξιν των λαϊκών ανίερος εν: ΑΕΚΔ 1964 σ. 13.επ.).
Αυτά σημαίνουν, ότι όποτε και αν, ένας τιμωρημένος – καθηρημένος Επίσκοπος ή Ιερέας, τελέσει κάποιο Μυστήριο, μπορεί η Διοίκηση της Εκκλησίας, (Αρχιεπίσκοπος, Μητροπολίτες, Σύνοδος), να τον ξανά τιμωρήσουν, π.χ. διότι δεν υπάκουσε, διότι δεν εφάρμοσε την ποινή. Όμως το Μυστήριο που τελείται κάθε φορά, είναι Κανονικό Μυστήριο. Τελείται από το Άγιο Πνεύμα.
Από όσα έχουν εκτεθεί παραπάνω συμπεραίνουμε, ότι τελικά η Οσία εκάρη μοναχή και μάλιστα με το μοναχικό όνομα Μυρτιδώτισσα. Είχε δε εκκλησιαστική κοινωνία με όλους τους Χριστιανούς και κληρικούς Νέου και Παλαιού Ημερολογίου.
Το Μοναχικό Σχήμα είναι ανεξάλειπτη δωρεά της Χάριτος του Θεού, η οποία δεν αίρεται από κανέναν με κανένα τρόπο!

Ένα σύγχρονο θαύμα της Οσίας, επαληθεύει την μοναχική της ιδιότητα. (Αναδημοσίευση από http://www.hsir.org).
Το ακόλουθο θαύμα, αποδεικνύει και βεβαιώνει πασιφανώς, ότι η Αγία Γερόντισσα είχε πλήρη συνείδηση και συναίσθηση της Μοναχικής ιδιότητός της και του Μοναχικού ονόματός της, ώστε να απαιτήσει να δοθεί αυτό σε παιδί που θα γεννιόταν μετά την προς Κύριον εκδημία της…
Το αδιαμφισβήτητο αυτό γεγονός, το οποίο δεν είναι βεβαίως το μοναδικό, ομιλεί αφ’ εαυτού, αποτελεί δε τιμή προς την Αγία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα και θέτει προ των ευθυνών τους αυτούς, οι οποίοι πέφτουν στο ασυγχώρητο αμάρτημα της αρνήσεως των Δωρεών της Χάριτος του Θεού.
Η ευλαβής Ευθυμία Νικολαΐδου, κάτοικος Θεσσαλονίκης, πνευματικό τέκνο του τότε Αρχιμ. π. Κυπριανού, Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίου Κυπριανού Φυλής, επισκεπτόταν τακτικά την Αγία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα στη Μονή της Παναγίας στην Κλεισούρα και συνομιλούσε μαζί της.
Σε μία επίσκεψή της, λίγους μόλις μήνες πριν από την Κοίμηση της Οσίας, η Γερόντισσα της απεκάλυψε τα εξής:
«Τώρα που θα επιστρέψεις στην Θεσσαλονίκη, θα γνωρίσεις ένα αρραβωνιασμένο ζευγάρι, που ψάχνουν κουμπάρο για να τους παντρέψει. Να τους παντρέψεις εσύ και να βαφτίσεις το πρώτο παιδάκι που θα κάνουν, που θα είναι κορίτσι, και να του δώσεις το όνομά μου· να το πεις ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ»!…
Πράγματι, η γυναίκα όταν επέστρεψε, γνώρισε το ζεύγος, τον Νικόλαο Γράμπα, τέταρτο γιό του Αντωνίου Γράμπα (Γ.Ο.Χ + 1996), και τη Θεοδώρα Κλησσιάρη του Κωνσταντίνου, κατοίκους Κυμίνων Θεσσαλονίκης. Τους έκανε την πρόταση, σύμφωνα με τα λεχθέντα από την Αγία Γερόντισσα, αλλά δεν τους είπε τίποτε για το φύλο και για το όνομα του πρώτου παιδιού, παρά μόνο ότι είχε τάμα να δώσει εκείνη ένα όνομα στο πρώτο τους παιδί. Εκείνοι δέχθηκαν.
Ο Γάμος τελέστηκε στον Ιερό Ναό των Αγίων ΙΒ΄ Αποστόλων του Πατρίου Ημερολογίου, τον Νοέμβριο του 1974, ενώ η Αγία Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα είχε ήδη κοιμηθεί εν Κυρίω προ επτά περίπου μηνών. Η δε Βάπτιση του πρώτου παιδιού, το οποίο πράγματι ήταν κορίτσι, έγινε και πάλι στον Ιερό Ναό των Αγίων ΙΒ΄ Αποστόλων το 1976. Στις επίμονες ερωτήσεις του πατέρα Νικολάου Γράμπα, σχετικά με το όνομα που θα δινόταν στο παιδί, η νονά απαντούσε· Μην ανησυχείτε· το όνομα που θα δώσω στο παιδί θα σας αρέσει· είναι πολύ ωραίο όνομα!
Όταν οι συγγενείς άκουσαν το όνομα ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ, ξαφνιάστηκαν! Μάλιστα, η μία από τις δύο γιαγιάδες έλεγε μισοελληνικά-μισοβουλγάρικα: «Σιό (τι) όνουμα είνει αυτό, Ματσανιώτισσα»!! Σύντομα όμως το ξεπέρασαν, με τη βοήθεια μάλιστα και της νονάς, η οποία τους εξήγησε πλέον λεπτομερώς τα περί της προρρήσεως της Αγίας Γερόντισσας Μυρτιδιώτισσας της Κλεισούρας και τους είπε: Αν θέλετε, μπορείτε να την φωνάζετε ΜΥΡΤΩ, αλλά όταν θα κοινωνεί και όταν θα παντρευτεί, ο Ιερέας να την αποκαλεί κανονικά με το όνομά της: ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ.
Η Μυρτιδιώτισσα (Μυρτώ) Γράμπα είναι σήμερα παντρεμένη και ζει στα Νέα Μάλγαρα Θεσσαλονίκης, οι δε γονείς της Νικόλαος και Θεοδώρα κατοικούν στα Κύμινα και είναι ενορίτες του Ιερού Ναού  των Αγίων ΙΒ΄ Αποστόλων. Η ευσεβής νονά, Ευθυμία Νικολαΐδου, είχε κοιμηθεί εν Κυρίω περί το 1979-1980, όταν η αναδεκτή της ήταν ακόμη πολύ μικρή.

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΩΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ
Μία μεγάλη ευθύνη του Αγιογράφου. (Αναδημοσίευση από την σελίδα http://agiografikesmeletes.blogspot.gr/).
Στον σύνδεσμο http://hsir.org/p/jjc έχουν αναρτηθεί, από τον Επίσκοπο Γαρδικίου κ. Κλήμεντα, σημαντικές καταθέσεις  για ένα πολύ σοβαρό εκκλησιαστικό θέμα, το οποίο έχει προκύψει και αναπόφευκτα έχει εικονολογικές προεκτάσεις, εφόσον η Ορθόδοξη Εικονογραφία είναι ταγμένη στην υπηρεσία της Εκκλησίας, η οποία είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας», κατά τον Απόστολο Παύλο.
Διαβάζουμε λοιπόν στην οφειλομένη αυτή, όπως πιστεύουμε, και αναγκαία κατάθεση, η οποία τοποθετεί τα πράγματα στην ορθή τους βάση, και τα εξής:
«Στο σχετικό υλικό που κυκλοφορεί (κείμενα, εικόνες κλπ.), υπάρχει η επίμονος παρουσίασις της Αγίας ως απλής λαϊκής, ως Σοφίας, χωρίς να αναγνωρίζεται η Μοναχική Ιδιότης της Οσίας Γεροντίσσης και χωρίς καμμία απολύτως αναφορά στο Μοναχικό Όνομα Αυτής, τ.ε. Μυρτιδιώτισσα……Η Αγία Γερόντισσα είχε πλήρη συνείδησι και συναίσθησι της Μοναχικής ιδιότητός της και του Μοναχικού ονόματός της, ώστε να απαιτήση να δοθή αυτό σε παιδί που θα εγεννάτο μετά την προς Κύριον εκδημία της»…
Επειδή το θέμα μας έχει απασχολήσει στην Εικονολογική του διάσταση, εδώ και μερικά χρόνια (από τότε που για πρώτη φορά είδαμε, με δυσάρεστη, ομολογούμε, έκπληξη, σε Έκθεση Εικόνων την «Αγία Σοφία») , ας μας επιτραπεί να καταθέσουμε, για πρώτη φορά, ένα σημείο ευαρέσκειας της Οσίας για την Ιερά Εικόνα της ως Οσίας Μυρτιδιω-τίσσης, όχι ασφαλώς για την τεχνική της αρτιότητα, αλλά διότι την παρουσιάζει με Μοναχική ενδυμασία και με το Μοναχικό της όνομα…
Συνέχεια του άρθρου στους παρακάτω συνδέσμους
1.http://agiografikesmeletes.blogspot.gr/2012/07/blog-post_04.html
2.https://www.scribd.com/document/99128104/%CE%91%CE%93%CE%99%CE%91-%CE%A3%CE%9F%CE%A6%CE%99%CE%91-%CE%89-%CE%9F%CE%A3%CE%99%CE%91-%CE%9C%CE%A5%CE%A1%CE%A4%CE%99%CE%94%CE%99%CE%A9%CE%A4%CE%99%CE%A3%CE%A3%CE%91

 

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Τό Βάπτισμα τῶν Λατίνων, Ἰω. Καρδάση

         Είναι γνωστόν, ότι οι Λατίνοι έχουν χαρακτηρισθεί (εμμέσως) αιρετικοί από τη Σύνοδο του 879, μετά δε τη Σύνοδο του Τριδέντου (1545-1563), έχει χαθεί πλέον εξ ολοκλήρου το κανονικό βάπτισμα στη Δύση και έχει αντικατασταθεί με ράντισμα ή επίχυση. Αυτό είχε ξεκινήσει με τον Πάπα Στέφανο Α΄ (253-257), ολοκληρώθηκε δε με την ανωτέρω Σύνοδο. Οι Αποστολικοί κανόνες (μς΄, μζ΄, ν΄, ξη΄), α΄ της Καρχηδόνος, ζ΄, η΄ της Λαοδίκειας, α΄, ε΄, κ΄, μζ΄ του Μ. Βασιλείου, ενεργώντας «κατ’ ακρίβειαν» επιβάλουν τη βάπτιση κάθε αιρετικού αδιακρίτως. Αντίθετα, αργότερα, ο ζ΄ της Β΄ Οικουμενικής και ο ψε΄ της Πενθέκτης, εφαρμόζοντας «την οικονομίαν», άλλων αιρετικών επιβάλουν την βάπτιση και άλλων όχι, όταν αυτοί επιστρέφουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η οικονομία, καθώς είναι καρπός της ποιμαντικής και θεραπευτικής διακονίας της Εκκλησίας, εφαρμόστηκε για λόγους καιρικούς-ιστορικούς. Οι αιρετικοί ήταν τότε πολλοί στο πλήθος και πολιτικά ισχυροί (Πηδάλιο, σ. 53). Βέβαια, η οικονομία η οποία είναι πρόσκαιρη, ποτέ δεν μπορεί να καταστεί νόμος, ούτε να θεωρηθεί ως παράδειγμα.
            Τι γίνεται όμως με τους Λατίνους; Ο άγιος Νικόδημος τους αναφέρει ως αιρετικούς, οι οποίοι πρέπει να βαπτίζονται, όταν προσέρχονται στην Ορθοδοξία, επικαλείται δε τη μαρτυρία του Εφέσου Μάρκου, Ιεροσολύμων Δοσιθέου, Κερνίτσης και Καλαβρύτων Ηλία Μηνιάτη και άλλων. Αλλά και ο Αθανάσιος Πάριος και ο Κ. Οικονόμος τους αποκαλούν αιρετικούς και όχι μόνο σχισματικούς, διότι αρκεί μόνο το Φιλιόκβε για να χαρακτηρισθούν αιρετικοί (Ιακ. 2. 10), αλλά και η Η΄ Οικουμενική έχει χαρακτηρίσει το Φιλιόκβε ως αίρεση.
            Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα: Παρότι είναι αιρετικοί οι Λατίνοι, είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί και σ’ αυτούς η περί Αρειανών κ.λπ. κατ’ οικονομίαν διάκριση της Β΄ και της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων και να γίνουν δεκτοί δίχως βάπτισμα και μόνο με λίβελο και χρίσμα; Οι Σύνοδοι αυτές δέχτηκαν τους αιρετικούς αυτούς χωρίς βάπτισμα, διότι η αίρεσή τους διέσωζε τη μορφή του αποστολικού βαπτίσματος, δηλ. των τριών καταδύσεων, το οποίον είναι κατά κυριολεξία βάπτισμα (βούτημα). Είναι όμως το βάπτισμα των Λατίνων αποστολικό βάπτισμα; Οι Δυτικοί ισχυρίζονται ότι είναι. Ο Κ. Οικονόμος όμως απαντά, ότι ούτε η επίχυση είναι ποτέ δυνατόν να θεωρηθεί βάπτισμα, ούτε πολύ περισσότερο ο ραντισμός. Η μεν πρώτη είναι «νεωτερισμός ακανόνιστος», ο δε δεύτερος «άγραφος», στερούμενος του χαρακτήρος του «κυρίου και αληθινού βαπτίσματος». Κατά τον άγιο Νικόδημο το βάπτισμα των Λατίνων είναι «ψευδώνυμο» (Πηδάλιο, σ. 55-56), κατέκρινε δε τους «λατινόφρονες» ή «αμίσθους δεφένσορες του Λατινικού ψευδοβαπτίσματος», ως τους ωνόμαζε. Οι Λατίνοι, αθετώντας με την καινοτομία τους αυτή την παράδοση της Εκκλησίας είναι, κατά την η΄ πράξη της Ζ΄ Οικουμενικής, «αναθεματιστέοι».
            Βέβαια, θα διερωτηθεί κανείς, ότι η επίχυση πρωτοπαρουσιάσθηκε το 253 από τον πάπα Στέφανο Α΄ στη Δύση, που ανήκε τότε στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, μέχρι τουλάχιστον το 1054, που έγινε το Σχίσμα με την ΚΠολη και όχι με τα άλλα Πατριαρχεία. Μπορεί να πει κανείς, ότι η επίχυση είναι «νεωτερισμός ακανόνιστος», καθ’  ην στιγμήν εφαρμοζόταν, τουλάχιστον επί 800 χρόνια στη Δύση, μέσα σε μια ενιαία Εκκλησία; Δηλαδή, η επίχυση δεν αποτελούσε παράδοση στη Δύση; Βέβαια, η η΄ πράξη της Ζ΄ δεν αναφέρεται ονομαστικά στους Λατίνους, αλλά θεωρεί, ως «αναθεματιστέους», όλους εκείνους, που αθετούν κάθε εκκλησιαστική παράδοση γραπτή ή άγραφη. Το ερώτημα παραμένει. Μια παράδοση 530 ετών στη Δύση, μέχρι την Ζ΄ Οικουμενική είναι απορριπτέα; Από την άλλη έχουμε την περίπτωση του Μ. Φωτίου, που επέτρεψε την καταστρατήγηση Κανόνων από την Ρώμη:      Ο άγιος Φώτιος ελέγχεται, ότι ανέχθηκε τα αντικανονικά έθιμα της Ρώμης, εφ’ όσον δεν θα ίσχυαν για την Εκκλησία της ΚΠολης. Γνώριζε βέβαια, ότι «ουκ έστι πίστις το αθετούμενον» (Μ. Φωτίου, επιστολή Β΄) και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος σχίσματος. Τέτοια ήταν:
            - Νηστεία του Σαββάτου (νε΄ Πενθ.).
            - Κατάλυση αρτυσίμων την α΄ εβδομάδα Μ. Τεσσαρακοστής (κθ΄, πθ΄ Πενθ.).
            - Απαγόρευση γάμου Ιερέων (ε΄ Αποστ.).
            - Χρίσμα μόνον από Επίσκοπο (ουδείς κανών το επιβάλλει).
            - Κατάργηση απαγόρευσης πνικτού και αίματος (ξγ΄ Αποστ. ξζ΄ Πενθ.).
             Από την άλλη επιτρέπεται σε έναν Πατριάρχη να δέχεται ακύρωση Κανόνων, για μια άλλη Εκκλησία, επειδή δεν θα υπήρχε λόγος σχίσματος;
            Παρ’ όλα αυτά, η Ορθόδοξη Εκκλησία στην τοπική Σύνοδο της ΚΠολης του 1484, με τη συμμετοχή όλων των Πατριαρχών της Ανατολής και παρ’ όλον ότι υπήρχε ακόμη η ένταση στις σχέσεις Ορθοδόξων και Λατίνων μετά τη Σύνοδο Φλωρεντίας (1439), αποφάσισε να εφαρμόσει στους Λατίνους τους κανόνες της Β΄ και Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων και να τους δέχεται με λίβελλο και Χρίσμα, συνέταξε δε και ειδική Ακολουθία (Καρμίρη Ι. Τα Δογματικά….. σ. 981-989), οπότε οι περιπτώσεις βαπτίσματος ήταν εξαιρέσεις, που οφείλονταν «εις ατομική πρωτοβουλίαν» και «ουχί εις αυθεντικήν απόφασιν της Εκκλησίας».
            Η απόφαση αυτή όμως της Συνόδου του 1484 ανετράπη επί Πατριάρχου Κυρίλλου Ε΄ το 1755 στη Σύνοδο της ΚΠολης, με τη συμμετοχή και των Πατριαρχών Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, που την προσυπέγραψαν. Η απόφαση αυτή, η οποία είναι η τελευταία «επίσημη» απόφαση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επέβαλε το βάπτισμα των Λατίνων που επανέρχονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας του 1621 στη Μόσχα αποφάσισε το βάπτισμα των Λατίνων, η Σύνοδος όμως του 1667 πάλι στη Μόσχα, όπου έλαβαν μέρος και οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, επικύρωσε την απόφαση του 1484 και δεχόταν τους Λατίνους με λίβελο και Χρίσμα. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Γ΄ σε ερώτημα του Τσάρου Μ. Πέτρου το 1718 απαντά, ότι οι Λατίνοι γίνονται δεκτοί «δια μόνου χρίσματος». 
            Στο πρόβλημα του βαπτίσματος των Λατίνων, ο Εφέσου Μάρκος προτιμά την οικονομία, παρότι ακραιφνέστατος Ορθόδοξος στην πίστη, μαρτυρώντας «περί της καθολικής πράξεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας», ομολογεί ότι «χρίομεν τους εξ αυτών (δηλ. των Λατίνων) ημίν προσιόντας….. ως αιρετικούς όντας» (Καρμίρη Ι. Τα Δογματικά….. σ. 981), δηλ. εντάσσει τους Λατίνους ως αιρετικούς στην ομάδα των Αρειανών κ.λπ. της Β΄ Οικουμενικής, παρ’ όλον ότι γνωρίζει τον τύπον του ραντισμού, τον οποίον αποκηρύσσει. Έτσι, ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος εμφανίζεται αντίθετος προς τον Εφέσου Μάρκο, καθότι δεν δέχεται το βάπτισμα των Λατίνων. Ο Δοσίθεος λοιπόν το κατ’ ακρίβειαν και ο Μάρκος το κατ’ οικονομίαν. Μήπως, η πολιτική απειλή από τη Δύση είχε σαν συνέπεια την εφαρμογή της οικονομίας στην Ανατολή και μήπως η χρήση της οικονομίας στην Ανατολή είχε ως αναγκαία δογματοκανονική προϋπόθεση την μέχρι και τον 18ο αιώνα ύπαρξη στη λειτουργική πράξη και του κανονικού βαπτίσματος στη Δύση, δηλ. το φόβο «δευτερώσεώς» του;
            Η όλη λοιπόν ιστορία του βαπτίσματος των Λατίνων περνάει από πολλές φάσεις. Από τη φάση της ακρίβειας των Αποστολικών Κανόνων (μς΄), μετά την εφαρμογή των οποίων φαίνεται ότι εγίνοντο δεκτοί χωρίς βάπτισμα οι Λατίνοι, στο κατ’ οικονομίαν των Β΄ και Πενθέκτης Οικουμενικής, μετά την εφαρμογή των οποίων φαίνεται ότι γίνοντο Ορθόδοξοι σε πολλές περιπτώσεις Λατίνοι χωρίς βάπτισμα, στο κατ’ οικονομίαν της Συνόδου του 1484, μετά την οποίαν φαίνεται ότι γίνονταν σε πολλές περιπτώσεις δεκτοί Λατίνοι με βάπτισμα, στην ακρίβεια τελικά της Συνόδου του 1755. Ποια όμως είναι η πρακτική σήμερα; Τηρείται η απόφαση αυτή από τις Εκκλησίες; Δεν υπάρχει γενική γραμμή. Άλλες, όπως η Ρωσική Εκκλησία και η ΚΠολη δεν εφαρμόζουν την απόφαση αυτή. Άλλες, όπως η Ελλαδική Εκκλησία την εφαρμόζουν. Αυτή η διαφορετική στάση των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών ανάγκασε το 1875 το Οικουμενικό Πατριαρχείο να εκφράσει την ευχή «όπως δυνηθώσιν αι κατά τόπους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι συνελθείν επί το αυτό, (ίνα) τότε γενήσεται η ποθητή επίσημος συνεννόησις περί του ζητήματος τούτου». (Καρμίρη Ι. Τα Δογματικά….., σ. 978). Το σπουδαίο όμως στην υπόθεση αυτή είναι, ότι σ’ όλες αυτές τις παλινωδίες δεν δημιουργήθηκαν σχίσματα στην Ορθόδοξη Εκκλησία εκ του γεγονότος αυτού.

Ὁ Ρουμάνος Ἱερεύς Γεώργιος Κάλτσιου ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορος


Ο π. Γκεοργκε Κάλτσίου-Ντουμιτρεάσα γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1925. Ήταν ο μικρότερος από τα 11 παιδιά της οικογένειας Κάλτσιου και καταγόταν από το χωριό Μαχμουντία, νομού Tulcea. Από μικρό παιδί οι γονείς του, του εμφύσησαν την αγάπη για το Θεό. «Μεγάλωσα σε μια απλή, αλλά θρησκευόμενη οικογένεια, πάντα θυμάμαι τον εαυτό μου σε μια εκκλησία, κοντά σ’ έναν Ιερέα». Νέος είχε σκέψεις να γίνει μοναχός. Τελικά αποφάσισε να υπηρετήσει τους ανθρώπους με άλλον τρόπο. Το 1945 γράφτηκε στη Θεολογική Σχολή του Βουκουρεστίου. Το 1948 οι κομμουνιστές φυλάκισαν όλη την αφρόκρεμα της ρουμανικής διανόησης, αλλά και τους φοιτητές και όσους αντιτείνονταν ή νόμιζαν οι κομμουνιστές ότι αντιτείνοταν στην ιδεολογία τους, είτε για πολιτικούς είτε για θρησκευτικούς λόγους. Έτσι συνελήφθη και ο φοιτητής Γκεργκε Κάλτσιου με την κατηγορία της «υπονόμευσης της ασφάλειας του κράτους».
Για τον νεαρό Γκεοργκέ το στρατόπεδο εξόντωσης του Πιτέστι γίνεται ένα νέο «σχολείο». Από τον αφελή με τα γαλάζια μάτια μετατρέπεται σε «ατρόμητο μαχητή» για το Χριστό και την πατρίδα. Σ’ αυτή τη φυλακή έπεσε στην πιο μεγάλη αμαρτία της ζωής του (απαρνήθηκε το Χριστό), αλλά και τις πιο μεγάλες αρετές (αγάπη για τον εχθρό και το θάρρος της ομολογίας) που τον βοήθησε πολύ να ξαναναστηθεί ψυχικά.
Στο Πιτέστι ήταν οι πιο καθαροί κρατούμενοι. Αυτοί δε ήταν μπλεγμένοι σε πολιτικά ρεύματα και δράσεις. Η μεγάλη αντοχή που έδειξαν οφειλόταν στην προσευχή και την απόκτηση των αρετών. Στη φυλακή είχε δημιουργηθεί ένα μυστικιστικό ρεύμα, δύσκολα κατανοητό από τους δήμιους. Εκεί ήταν ένα κέντρο πνευματικότητας. «Έχοντας από μικρός μεγαλώσει με την προσευχή ενσωματώθηκα εύκολα σ’ αυτήν την πνευματική κίνηση».
Στο Πιτέστι η προσευχή δε σταμάτησε μέρα-νύχτα. Το κάθε κελί είχε ώρα προσευχής. Όταν το ένα κελί τελείωνε την προσευχή, χτυπούσε τοίχο και άρχιζε η προσευχή στο άλλο κελί. Όταν άρχισε η «επαναδιαπαιδαγώγηση» στο Πιτέστι, υπήρχε ήδη ένα κέντρο προσευχής & πνευματικότητας.
(Σημ π. Γεωργίου. Τη διετία 1949-1951 στις φυλακές του Πιτέστι, έλαβε μέρος το πιο φριχτό και σατανικό πείραμα των κομμουνιστικών φυλακών. Η προσπάθεια «επαναδιαπαιδαγώγησης» των κρατουμένων και η δημιουργία ενός νέου, κομμουνιστικού ανθρώπου, μέσα από απάνθρωπα βασανιστήρια).
 Ο πιο φοβερός βασανιστής ήταν ο Εουτζέν Τσουρκάνου. Αυτός, όπως διηγούνται όσοι κατάφεραν να επιζήσουν από τα χέρια του, ήταν γεμάτος από μανία και οργή, μια μανία δαιμονική. Στις ανακρίσεις όταν τελείωνε τα βασανιστήρια έλεγε: «Αν ο Χριστός ζούσε στον καιρό μου, δε θα έφτανε καν στο Σταυρό».
Λέει ο π. Γκεόργκε:  «Ο Τσουρκάνου είχε επάνω του κάτι το δαιμονικό. Αυτός ήταν ο ανώτατος δαίμονας της επιχείρησης Πιτέστι. Είχε μια δύναμη επιβολής φοβερή. Όταν έμπαινε στο κελί έσπερνε τον τρόμο. Όλη η φυλακή τον έτρεμε. Έπαιρνε τους καλύτερους από εμάς και τους κτυπούσε, τους βασάνιζε, τους άλλαζε κυριολεκτικά. Ακόμη κι αν δεν άλλαζε κάτι στη ψυχή τους, ο τρόμος ήταν τόσο μεγάλος που μερικοί γίνονταν από μόνοι τους καταδότες. Έτσι εισήγαγε την έλλειψη εμπιστοσύνης, τον τρόμο και την απελπισία σε πολλούς από εμάς.  Μερικοί άντεξαν, άλλοι όχι. Άλλοι πέθαναν την ώρα των βασανιστηρίων και άλλοι αυτοκτόνησαν. Λίγοι άντεξαν μέχρι τέλους. Κάποιοι απ’ αυτούς που έπεσαν, ξανασηκώθηκαν. Νωρίτερα ή αργότερα επειδή η επανόρθωση της ψυχής δεν είναι σαν την επανόρθωση του σώματος. Η ψυχή έχει πιο μυστηριακούς νόμους, επανέρχεται δυσκολότερα. 
Η δική μου επανόρθωση ήταν δυσκολότερη, γιατί το ρήγμα ήταν μεγαλύτερο. Ήμουν 25 ετών, αρκετά αφελής, ένα παιδί από χωριό με δυνατή πίστη και εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Ήθελα ν’ αυτοκτονήσω μαζί με τον Πούιου Ντόμπρε. Του έγραψα τη σκέψη μου σ’ ένα σαπούνι. Ο Τσουρκάνου με είδε όταν το πέταξα. Μ’ έλιωσε στο ξύλο. Δεν ήξερα πια να διαβάζω, δε γνώριζα τα γράμματα, ξέχασα ακόμη και το «Πάτερ ημών». Χωρίς καμιά διανοητική προσπάθεια αισθανόμουν από την καρδία να αχνοφέγγει η προσευχή του Ιησού. Σ’ εκείνη την απελπισία υποσχέθηκα στο Θεό όταν βγω από τη φυλακή να γίνω Ιερέας. Οι άλλοι κρατούμενοι με θεωρούσαν Άγγελο …..ναι, έναν Άγγελο. Ναι, αλλά ένας Άγγελος ξεπεσμένος. Συνήλθα τη στιγμή που βρέθηκα μπροστά σε κάποιες τρομαχτικές ενέργειες, οι οποίες αποσκοπούσαν στο να μετατραπούν τα θύματα σε θύτες. Τότε ξύπνησε μέσα μου το πνεύμα δικαιοσύνης και ο φύλακας Άγγελός μου με βοήθησε - ρισκάροντας τη ζωή μου - να λάβω θέση βάζοντας στοπ σ’ αυτά τα σχέδια. Μου ζήτησαν να πω ότι συνωμότησα μαζί με κάποιους άλλους σε πολιτικές υποθέσεις, αλλά εγώ ούτε καν τους γνώριζα».
 Αργότερα ο νεαρός Γκεόργκε Καλτσίου οδηγήθηκε σ’ άλλες τρομακτικές φυλακές, όπως η Ζίλαβα, στη Ζάρκα στο Αιούντ, και στη Γκέρλα. Το 1964 δόθηκε γενική αμνηστία. Μετά από 16 χρόνια ήταν ελεύθερος. «Το 1964 μας απελευθέρωσαν, μετά τις πιέσεις της Δύσης, αλλά και επειδή οι κομμουνιστές θεωρούσαν ότι τώρα πια ήταν κυρίαρχοι στη χώρα, αλλά και τις ψυχές μας.
Όταν βγήκα από τη φυλακή, θέλησα να συνεχίσω στην Ιατρική Σχολή, αλλά δε με δέχτηκαν. Έτσι σπούδασα Γαλλική Φιλολογία. Μετά θέλησα να γραφώ στη Θεολογική Σχολή, για να εκπληρώσω την υπόσχεση που έδωσα στο Θεό όταν ήμουν φυλακή. Αρχικά με απέρριψαν, λόγω του φακέλου μου. Πήγα στον Πατριάρχη Ιουστινιανό. Προς μεγάλη μου έκπληξη δέχτηκε, αν και του είπα για τα χρόνια της κράτησής μου. Μ’ έστειλε στον Γραμματέα της Σχολής, μοναχό Αντώνιο Πλαμαντεάλα (μετέπειτα Μητροπολίτης Τρανσυλβανίας), ο οποίος μου είπε να μη βάλω στο βιογραφικό μου τα χρόνια της φυλακής».
 Το 1971 τελείωσε την Θεολογική Σχολή και τον δέχτηκαν ως Καθηγητή Γαλλικής στο Εκκλησιαστικό λΛκειο. Εν τω μεταξύ παντρεύτηκε την κόρη ενός πρώην κρατουμένου και χειροτονήθηκε Ιερέας.
Όταν οι κομμουνιστές γκρέμισαν την εκκλησία Ένει, κτίσμα του 17ου αιώνα, η φωνή του π. Γκεοργκε αντήχησε σαν ένας κεραυνός στην έρημο της αδιαφορίας και του συμβιβασμού, αυτή τη φορά κάνοντας αντανάκλαση και στην οικογένειά του. Λειτουργώντας στην εκκλησία Ράντου Βόντα εκφώνησε 7 ομιλίες, τις περίφημες «7 ομιλίες για νέους». Αυτές οι ομιλίες, όπως και άλλα θαραλλέα άρθρα, καταδίκαζαν το γκρέμισμα εκκλησιών και τον αθεϊσμό και γινόταν μπρος σ’ έναν μεγάλο αριθμό θεολόγων φοιτητών, αλλά και φοιτητών από άλλες σχολές. «Τις εκφώνησα τη στιγμή που η Ρουμανική συνείδηση ήταν έτοιμη να τις ακούσει. Αυτές οι ομιλίες δημιούργησαν ένα υπόγειο ρεύμα αντίστασης, μεταξύ κυρίως των θεολόγων φοιτητών. Ζητούσα ελευθερία πίστεως και να σταματήσει η κατάχρηση εξουσίας. Από την πρώτη κιόλας ομιλία με παρακολουθούσαν, αλλά δε μπορούσαν να με συλλάβουν. Είχα προσευχηθεί στο Θεό να μη με συλλάβουν μέχρι να εκφωνήσω και τις επτά. Δεν κατάφερα να εκφωνήσω όγδοη επειδή με συνέλαβαν».
Καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλακή, αλλά εξέτισε τα 5. Συνολικά πλήρωσε την αντικομουνιστική του δράση με 21 χρόνια φυλάκιση. Παρόλα αυτά στη δίκη-παρωδία ξεσκέπασε τους πραγματικούς αυτουργούς των εγκλημάτων της «επαναδιαπαιδαγώγησης». Μετά τη δεύτερη σύλληψή του, οι εξόριστοι Ρουμάνοι μ’ επικεφαλής τον Μίρτσεα Ελιάντε και τον Εουτζέν Ιονέσκου, έκαναν εκκλησεις στη Δύση για την απελευθέρωση του. Πάντα το θέμα των πολιτικών κρατουμένων τίθονταν από τις δυτικές κυβερνήσεις στις συναντήσεις τους με τον Τσαουσέσκου. Μετά από έντονες πιέσεις κυρίως της Αμερικανικής κυβέρνησης τελικά απελευθερώθηκε το 1984. Το 1985 ζήτησε πολιτικό άσυλο στις Η.Π.Α. Εγκαταστάθηκε στην Ουάσινγκτον όπου δημιούργησε μια Ρουμανική Ορθόδοξη ενορία.
Το 1987 το FBI τον πληροφορεί ότι η Ρουμανική σεκιουριτάτε σχεδιάζει να τον δολοφονήσει. Ο π. Γκέοργκε έλεγε ότι αισθανόταν πάντοτε ότι τον παρακολουθούν, κυρίως όταν ερχόταν στην Ευρώπη, αλλά μετά το 1989 όταν ερχόταν στην Ρουμανία. Παρόλα αυτά δε φοβήθηκε και συνέχισε να έχει επαφή με τη Ρουμανία, να γράφει βιβλία και άρθρα, όπως και να μιλάει στους ραδιοφωνικούς σταθμούς
«Η φωνή της Αμερικής» και «Ελεύθερη Ευρώπη». Μετά το 1989 γνώρισε προσωπικά τον Λίβιου Τούρκου, τον αρχηγό της Ρουμανικής κατασκοπείας στις Η.Π.Α. « Ο Τούρκου μου είπε ότι πράγματι σχεδίαζαν την δολοφονία μου από έναν Κουβανό, αλλά παραιτήθηκαν από το σχέδιο εξαιτίας των συνεπειών που θα είχε στις Ρουμανο-Αμερικανικές σχέσεις».
Ο π. Γκεόργκε πέθανε στις 21 Νοεμβρίου 2007, αφού τον κοινώνησε στο κρεβάτι του νοσοκομείου ένας άλλος πρώην κρατούμενος των κομμουνιστικών φυλακών, ο Επίσκοπος Κλουζ Βαρθολομαίος Ανανία. Ενταφιάστηκε στη Μονή Πέτρου Βόδα. Με την συμπλήρωση έξη ετών από την κοίμησή του, έγινε η ανακομιδή του και το λείψανό του βρέθηκε αδιάφθορο, επιβεβαιώνοντας έτσι την αγιότητα του βίου του.
Από το Ιστολόγιο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ
 

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Μητροπολίτης Περιστερίου ΓΑΛΑΚΤΙΩΝ (Γκαμίλης, + 2016), Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου

Σημείωσις.
Κατά πάγια τακτική, στόν παρόντα Ἰστότοπο δέν δημοσιεύονται νεκρολογίες, διότι τό ἀντικείμενό του εἶναι ἀποκλειστικά ἁγιολογικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ὅμως ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος κυρός Γαλακτίων ἔχει ἄμεση σχέση μέ τήν Ἁγιολογία, ἐφ’ ὅσον ἀπό τό 1964 κ. ἑξ. ὑλοποίησε μέ ἐπιτυχία τήν ἰδέα πού ὁ ἴδιος συνέλαβε, τῆς ἁγιογραφήσεως δηλαδή καί ἐκδόσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων τῶν καθ’ ἡμέραν Ἁγίων καί Δεσποτικῶν καί Θεομητορικῶν ἑορτῶν, ἔργο πού ὁλοκλήρωσε τό 2000, μέ τήν κυκλοφορία 400 περίπου εἰκόνων καί τήν ἔκδοση τοῦ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΥ ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, σέ ἑλληνική καί ἀγγλική ἔκδοση. Γιά τόν λόγο αὐτό καταχωρεῖται στόν παρόντα Ἰστότοπο τόν παρόν ταπεινό ἀφιέρωμα στήν μνήμη καί τό ἔργο του.

Πλήρης ἡμερῶν, σέ ἡλικία 87 ἐτῶν, ἀλλά καί πλήρης ἔργων πού τίμησαν τήν ἰδιότητά του ὡς Χριστιανοῦ ἀνθρώπου καί Ὀρθοδόξου Κληρικοῦ, ἀπεδήμησε πρός Κύριον τό πρωΐ τῆς Τρίτης 17ης/30ης Αὐγούστου τ. ἔ. 2016, στό Κρατικό Νοσοκομεῖο Νικαίας ὅπου νοσηλεύονταν, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γ.Ο.Χ. Περιστερίου κυρός ΓΑΛΑΚΤΙΩΝ Γκαμίλης.
Ὁ μακαριστός γεννήθηκε στόν Ἀχλαδόκαμπο Ἄργους τό 1929, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς Ὀρθοδόξους. Κατά τό ἅγιο Βάπτισμα ὀνομάσθηκε Γεώργιος. Τό 1946, σέ ἡλικία 17 ἐτῶν, ἀσπάσθηκε τόν μοναχικό βίο στήν ἱστορική Ἱερά Μονή Μεταμ. Σωτῆρος Κρονίζης Κουβαρᾶ Ἀττικῆς, ὑπό τόν ἀοίδημο Ἐπίσκοπο Βρεσθένης κυρό Ματθαῖο Α’ (1949 κ. ἑξ. Ἀρχιεπίσκοπο, + 1950).
Ἡ μοναχική του ἀφιέρωσις καί στή συνέχεια ἡ ἀνάδειξίς του στήν Ἱερωσύνη, εἶχε προφητευθεῖ ἀπό τόν προορατικό Ἐπίσκοπο Ματθαῖο. Σύμφωνα μέ προφορική μαρτυρία τοῦ ἐπ. Γαλακτίωνος προς τον γράφοντα (1996),  τό  1924, κατά  τήν  ἡμερολογιακή  ἀλλαγή, ὁ  παππούς  του  Στυλιανός  ἦταν  ἐπίτροπος  στήν  ἐκκλησία  τοῦ  χωριοῦ του  καί  ὅταν    ἐφημέριος  ἀνακοίνωσε, ὅτι  θά  ἀκολουθήσει  τό  νέο  ἡμερολόγιο,  ἐκεῖνος  παρέδωσε  βιβλία, χρήματα  καί  κλειδιά  καί  παραιτήθηκε. Ἔκτοτε    οἰκογένεια  Γκαμίλη  ἀκολουθοῦσε  τό  παλαιό  ἡμερολόγιο  καί  δέν  πήγαινε  στήν  ἐκκλησία  τοῦ  χωριοῦ, παρά  μόνον  τό  Πάσχα.
Τό  1935  κυκλοφόρησε    φήμη, ὅτι  ἦταν  στό  Ἄργος  ἕνας  Ἁγιορείτης  Πνευματικός  καί  ὅτι  θά  ἔκανε  ἀγρυπνία. Ἐπρόκειτο περί τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου. Ὅλη    οἰκογένεια  ξεκίνησε  καί  μετά  ἀπό  8  ὤρες  πορείας μέ  τά ζῶα  ἔφθασαν. Στό  κήρυγμά  του  κατά τήν  Λειτουργία    π. Ματθαῖος  μίλησε  γιά  τήν  ἀνάγκη  νά  μήν  ἔχουν  οἱ  Ὀρθόδοξοι  ἐκκλησιαστική  κοινωνία  μέ  τούς  Νεοημ/τες.
«Καλά, ἀλλά  ὅταν  πεθάνω  ποιός  θά  μέ  θάψει;»  ρώτησε    παππούς  μετά  τήν  ἀγρυπνία.
«Αὐτός» εἶπα καί    ἅγ. Ματθαῖος  καί  ἔδειξε  τόν  ἡλικίας  6  ἐτῶν  Γεώργιο!
  πρόρρησις  αὐτή  ἀφοροῦσε  τόσο  τήν  κηδεία  τοῦ  γέροντος, ὅσο  καί  τήν  μετέπειτα  πορεία  τοῦ  Γεωργίου.   Ὅταν  πέθαναν    παππούς  καί    γιαγιά,  ἐνταφιάστηκαν  χωρίς  Ἱερέα  καί  κατά  τήν  ἐκφορά  τῆς  κηδείας  τους  μπροστά   πήγαινε    νεαρός  Γεώργιος,  κρατῶντας  μία  εἰκόνα!  Τό  1946, σέ  ἡλικία  17  ἐτῶν,    Γεώργιος  ἐντάχθηκε  στήν  ἀδελφότητα  τῆς  Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως  καί ἀργότερα  δέχτηκε  τήν  Ἱερωσύνη  καί  τήν  Ἀρχιερωσύνη, ὁπότε  ὡς  Κληρικός  ἐνταφίασε  πολλούς  Χριστιανούς.
Ὑπηρέτησε στήν μετάνοιά του σέ πολλές διακονίες, ὑπό τόν Πνευματικό αὐτῆς Προϊστάμενο, μακαριστό Ἐπίσκοπο Πατρῶν κυρό Ἀνδρέα (1972 κ. ἑξ. Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν, + 2005) καί τόν Ἡγούμενό της ἀρχιμ. Λάζαρο Ἀθανασίου (1973 κ. ἑξ. Ἐπίσκοπο Βρεσθένης, + 1989). Ὑπῆρξε ἰδιαίτερα ἀγαπητός μεταξύ τῶν τότε 170 πατέρων τῆς ἀδελφότητος, λόγῳ τοῦ εὐπροσήγορου χαρακτήρα του καί τῆς εὐγένειας πού τόν διέκρινε.
Ὡς δόκιμος μοναχός ὑπηρέτησε τήν στρατιωτική του θητεία, στίς  Διαβιβάσεις τοῦ Στρατοῦ. Διάκονος χειροτονήθηκε τό 1953 καί Πρεσβύτερος τό 1963, ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Πατρῶν Ἀνδρέα. Τό 1964 διορίσθηκε ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ν. Ζωοδ. Πηγῆς Νεαπόλεως Πειραιῶς. Παρέλαβε μία οὐσιαστικά ἀνύπαρκτη ἐνορία καί ἕναν ναό στήν πραγματικότητα ἐξωκκλήσιο καί μέ τήν ἐργασία του, ὑλική καί πνευματική, καί τήν ἐξαιρετική ποιμαντική του, δημιούργησε ἕναν Μητροπολιτικό Ναό μέ μεγάλες κτηριακές ἐγκαταστάσεις, πολυάριθμο ποίμνιο καί νομική ἐκπροσώπιση.
Τό 1995, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐξελέγη καί χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Περιστερίου, μέ ἕδρα τόν ἱστορικό Ναό Τιμίου Προδρόμου Περιστερίου. Ἀργότερα ὀνομάσθηκε Μητροπολίτης Περιστερίου καί Νεαπόλεως.
Ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος Γαλακτίων ἀγαποῦσε ἰδιαιτέρως τά παιδιά. Γι’ αὐτό ἦταν ὁ πρῶτος πού ξεκίνησε Κατηχητικά Σχολεῖα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος.
Κατά τήν δεκαετία τοῦ ’80 ἵδρυσε τό Ἱερό Ἡσυχαστήριο ἁγ. Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου, στήν Οἰνόη Βιλλίων Ἀττικῆς, ὅπου σταδιακά δημιουργήθηκαν ἐκτεταμένες ἐγκαταστάσεις (χῶροι φιλοξενίας 60 - 70 ἀτόμων, Τράπεζα, βοηθητικοί χώροι καί χῶροι ἀθλοπαιδιῶν, Καθολικό καί Παρεκκλήσια) καί στεγάσθηκαν οἱ Ἐκκλησιαστικές Κατασκηνώσεις. Κατά τήν 30ετία λειτουργίας τῶν Κατασκηνώσεων, φιλοξενήθηκαν ἐντελῶς δωρεάν ἑκατοντάδες παιδιά ὅλων τῶν ἡλικιῶν. Ὁ μακαριστός ἤθελε νά προσφέρει στά παιδιά σωματική ἀνάπαυση καί πνευματική καθοδήγηση, κάτι πού πέτυχε μέ τό πρόγραμμα τῶν Κατασκηνώσεων, τίς ἐκδρομές, τίς ἐκδηλώσεις κ.λ.π. δραστηριότητες.
Τό 1964 ξεκίνησε τό «ἐργόχειρό» του, ὅπως ἔλεγε, μέ τό ὁποῖο ἔζησε ἀξιοπρεπῶς καί χρηματοδότησε τά ἔργα του, χωρίς νά ἐπιβαρύνει κανέναν. Τό ἐργόχειρο αὐτό ἦταν ἡ ἁγιογράφηση καί ἔκδοση/ κυκλοφορία τῶν ἱερῶν Εἰκόνων τῶν καθ’ ἡμέραν Ἁγίων ὅλου τοῦ ἔτους, Δεσποτικῶν καί Θεομητορικῶν ἑορτῶν καί κινητῶν ἑορτῶν Τριωδίου καί Παντηκοσταρίου. Συνεργαζόμενος μέ διακεκριμένα ἁγιογραφικά ἐργαστήρια (ὅπως τοῦ Κελλίου Γενν. Χριστοῦ Κατουνακίων Ἁγίου Ὄρους καί τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναχράντου Μεγάρων)  καί τίς Ἐκδόσεις ΤΟΥΜΠΗ, ἁγιογράφησε καί κυκλοφόρησε 400 συνολικά εἰκόνες πού καλύπτουν ὅλο τόν ἑορτολογικό κύκλο και κοσμοῦν ἔκτοτε τά προσκυνητάρια τῶν περισσοτέρων ναῶν παγκοσμίως.
Τό 2000 ζήτησε ἀπό τόν γράφοντα τήν συνεργασία του στήν κυκλοφορία τῶν εἰκόνων του σέ ἐνιαῖο τόμο, μέ τήν μορφή εἰκονογραφημένου Συναξαριστοῦ. Ἔτσι προέκυψε τό Εἰκονογραφημένο Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο ἐκδόθηκε στήν ἑλληνική τό 2002 καί στήν ἀγγλική τό 2004, σέ δύο πολυτελεῖς τόμους 500 σελίδων, περιλαμβάνοντας τίς εἰκόνες τοῦ ἐπ. Γαλακτίωνος καί τά συνοδευτικά  κείμενα τοῦ γράφοντος.
Κατά κοινή ὁμολογία εἰδικῶν καί ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, ὁ μακαριστός μένει στήν Ἱστορία γι’ αὐτό του τό ἔργο, διότι κανείς ἄλλος δέν συνέλαβε καί δέν ἔφερε σέ ἐπιτυχές πέρας  ἕνα ἐγχείρημα τέτοιου μεγέθους καί μάλιστα κατά τήν δύσκολη δεκαετία τοῦ ’60.
Σέ συνεργασία μέ τόν γράφοντα ἐκδόθηκαν ἐπίσης ἡ Ἀκολουθία τῶν Ἁγίων Γαλακτίωνος καί Επιστήμης καί ὁ Παρακλητικός Κανών τῆς Ἁγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, μέ ἱστορικό τοῦ ὁμωνύμου Ἡσυχαστηρίου του.
Ἐξέδωσε ἀκόμη τό Ἱερό Προσευχητάριο, τό ὁποῖο γνώρισε πολλές ἐκδόσεις.
Ἡ ἐπίγεια πορεία τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Γαλακτίωνος τελείωσε τήν Τρίτη 17η/30η Αὐγούστου 2016, στό Νοσοκομεῖο Νικαίας ὅπου νοσηλεύονταν, μετά ἀπό πολυχρόνια ἀσθένεια πού τόν ταλαιπώρησε καί τήν ὁποία ἀντιμετώπισε μέ χριστιανική ὑπομονή καί μεγάλη ἀξιοπρέπεια. Ἡ ἐξόδιος Ἀκολουθία του ἐψάλλη τήν ἑπομένη στόν Ἱ. Ν. Ζωοδόχου Πηγῆς Νεαπόλεως, συμμετεχόντων Ἀρχιερέων, Ἱερέων καί ἑκατοντάδων πιστῶν πού εὐλαβοῦνταν τό πρόσωπό του. Ὁ ἐνταφιασμός του ἔγινε στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο ἁγ. Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου, ὅπου εἶχε ἑτοιμάσει ὁ ἴδιος ἀπό ἐτῶν τόν τάφο του.

Τοῦ ἀοιδήμου Ἀρχιερέως ΓΑΛΑΚΤΙΩΝΟΣ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη.

 

 

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Ἑλληνική Ἀσπίς κατά τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, Δασκάλου Νικολάου Μάννη.

          Ὁ λίαν ἀξιόλογος Συγγραφέας, Ἱεροψάλτης/Μουσικολόγος καί Δάσκαλος κ. Νικόλαος Μάννης, συνέγραψε καί ἐξέδωσε ἕνα ἀκόμη πόνημα (τό  δεύτερο) περί τοῦ Νέου/Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου καί τῆς ἀντιμετωπίσεώς του ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Στίς 278 σελίδες τοῦ νέου έργου, περιλανβάνονται  ἄγνωστες ἐν πολλοῖς μαρτυρίες περί τοῦ θέματος, τίς ὁποίες ὁ συγγραφέας εἶχε τήν ὑπομονή νά ἐρευνήσει καί νά παρουσιάσει. Κατωτέρω δημοσιεύουμε τά περιεχόμενα τοῦ ἐν λόγῳ ἔργου, τήν προμήθεια καί μελέτη τοῦ ὁποίου συνιστούμε στούς ἀναγνώστες μας.

Σημείωμα.
Πρόλογος ὑπὸ τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Γαρδικίου κ. Κλήμεντος.
Τὸ Ἡμερολογιακὸ Ζήτημα στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ κατὰ τὰ ἔτη 1581-1901.
Κείμενα:
1. Χριστοφόρος Ἄγγελος: Περὶ τοῦ πότε ἄγουσιν οἱ Ἕλληνες τὸ Πάσχα (1619).
2. Σεβαστὸς Κυμινήτης: Ἑορτολογίου Ζητήματα ΙΔ’ καὶ ΝΗ’  (1701).
3. Ἀδελφοὶ Λειχούδη: Περὶ τοῦ νέου Καλενταρίου (1690).
4. Ἱεροσολύμων Δοσίθεος: Περὶ τοῦ Ἁγίου Πάσχα καὶ τῆς εἰς αὐτὸ Καινοτομίας τῶν Λατίνων (τέλη ΙΖ’ αἰῶνος).
5. Νικόλαος Κεραμεύς: Περὶ τοῦ νέου Καλανταρίου, ἤτοι Πασχαλίου (ἐκ τοῦ «Ἀντεγκλήματος», 1656).
6. Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Γ’: Συνοδικὴ πρὸς Μησυναίους Ἐπιστολὴ περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ παλαιοῦ Πασχαλίου εἰς τὸ νέον (5-11-1720).
7. Διαμαντὴς Ρύσιος: Περὶ καινοτομίας τοῦ Θείου Πάσχα, τοῖς Λατίνοις ἀλαζόνως τετολμημένοις (ἔλεγχος ΚΒ’ ἐκ τοῦ «Λατίνων θρησκείας ἔλεγχος», 1741).
8. Κωνσταντῖνος Γορδᾶτος: Ἐπιστολὴ περὶ Ἡμερολογίου πρὸς Μακάριον Καλογερὰν (περ. 1735).
9. Κωνσταντινουπόλεως Καλλίνικος ὁ Γ’ ὁ ἐκ Ζαγορᾶς: Ἐπιστολὴ ἔμμετρος πρὸς Ἀνανίαν Ἀντιπάριον (δεύτερο ἥμισυ ΙΗ’ αἰῶνος).
10. Ἀγγελούδης ἐξ Αἴνου: 49η ἐρώτησις τῆς Διαλέξεως διὰ τὰς ἑβδομήκοντα τῶν Φράγγων αἱρέσεις (25-6-1792).
11. Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: Ὑποσημείωσις εἰς τὸν Ζ’ Ἀποστολικὸν Κανόνα (1800).
12. Ἰωάννης Εὐλάμπιος: Ἀπάντησις εἴς τινος ἀνωνύμου ἐκδότου φυλλάδιον περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πάσχα (1840).
13. Χαλὶλ Τζαούϊς: Σωτηρία τοῦ καταπιεζομένου καὶ ἀδικουμένου ἐκ τῶν καινοτομιῶν ἐθῶν καὶ κανόνων (1858).
14. Θεόδωρος Κυριακίδης: Διατριβὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς Μολδοβλαχικῆς Κυβερνήσεως περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἰς τὰς Παραδουναβίους Ἡγεμονίας (1864).
15. Ἰάκωβος Νεασκητιώτης: Περὶ τῆς νέας ἐφευρέσεως τῶν λεγομένων καλενδῶν (1844).
16. Κυριακὸς Λαμπρύλλος: Περὶ τοῦ νέου Ἡμερολογίου καὶ τοῦ τοῦ καταλλήλου ἢ μὴ τῆς παρ᾿ ἡμῖν ἐφαρμογῆς (1865).
17. Καλλίνικος Δεληκάνης: Ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου (1895).
18. Κερκύρας Εὐστάθιος Βουλισμᾶς: Τὸ Πάσχα τοῦ 1888 (1888).
19. Μελέτιος Χρυσοχοΐδης: Τὸ Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον - Ἡ καταδολίευσις τοῦ Πάσχα (15-3-1899).