Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Τό Βάπτισμα τῶν Λατίνων, Ἰω. Καρδάση

         Είναι γνωστόν, ότι οι Λατίνοι έχουν χαρακτηρισθεί (εμμέσως) αιρετικοί από τη Σύνοδο του 879, μετά δε τη Σύνοδο του Τριδέντου (1545-1563), έχει χαθεί πλέον εξ ολοκλήρου το κανονικό βάπτισμα στη Δύση και έχει αντικατασταθεί με ράντισμα ή επίχυση. Αυτό είχε ξεκινήσει με τον Πάπα Στέφανο Α΄ (253-257), ολοκληρώθηκε δε με την ανωτέρω Σύνοδο. Οι Αποστολικοί κανόνες (μς΄, μζ΄, ν΄, ξη΄), α΄ της Καρχηδόνος, ζ΄, η΄ της Λαοδίκειας, α΄, ε΄, κ΄, μζ΄ του Μ. Βασιλείου, ενεργώντας «κατ’ ακρίβειαν» επιβάλουν τη βάπτιση κάθε αιρετικού αδιακρίτως. Αντίθετα, αργότερα, ο ζ΄ της Β΄ Οικουμενικής και ο ψε΄ της Πενθέκτης, εφαρμόζοντας «την οικονομίαν», άλλων αιρετικών επιβάλουν την βάπτιση και άλλων όχι, όταν αυτοί επιστρέφουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η οικονομία, καθώς είναι καρπός της ποιμαντικής και θεραπευτικής διακονίας της Εκκλησίας, εφαρμόστηκε για λόγους καιρικούς-ιστορικούς. Οι αιρετικοί ήταν τότε πολλοί στο πλήθος και πολιτικά ισχυροί (Πηδάλιο, σ. 53). Βέβαια, η οικονομία η οποία είναι πρόσκαιρη, ποτέ δεν μπορεί να καταστεί νόμος, ούτε να θεωρηθεί ως παράδειγμα.
            Τι γίνεται όμως με τους Λατίνους; Ο άγιος Νικόδημος τους αναφέρει ως αιρετικούς, οι οποίοι πρέπει να βαπτίζονται, όταν προσέρχονται στην Ορθοδοξία, επικαλείται δε τη μαρτυρία του Εφέσου Μάρκου, Ιεροσολύμων Δοσιθέου, Κερνίτσης και Καλαβρύτων Ηλία Μηνιάτη και άλλων. Αλλά και ο Αθανάσιος Πάριος και ο Κ. Οικονόμος τους αποκαλούν αιρετικούς και όχι μόνο σχισματικούς, διότι αρκεί μόνο το Φιλιόκβε για να χαρακτηρισθούν αιρετικοί (Ιακ. 2. 10), αλλά και η Η΄ Οικουμενική έχει χαρακτηρίσει το Φιλιόκβε ως αίρεση.
            Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα: Παρότι είναι αιρετικοί οι Λατίνοι, είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί και σ’ αυτούς η περί Αρειανών κ.λπ. κατ’ οικονομίαν διάκριση της Β΄ και της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων και να γίνουν δεκτοί δίχως βάπτισμα και μόνο με λίβελο και χρίσμα; Οι Σύνοδοι αυτές δέχτηκαν τους αιρετικούς αυτούς χωρίς βάπτισμα, διότι η αίρεσή τους διέσωζε τη μορφή του αποστολικού βαπτίσματος, δηλ. των τριών καταδύσεων, το οποίον είναι κατά κυριολεξία βάπτισμα (βούτημα). Είναι όμως το βάπτισμα των Λατίνων αποστολικό βάπτισμα; Οι Δυτικοί ισχυρίζονται ότι είναι. Ο Κ. Οικονόμος όμως απαντά, ότι ούτε η επίχυση είναι ποτέ δυνατόν να θεωρηθεί βάπτισμα, ούτε πολύ περισσότερο ο ραντισμός. Η μεν πρώτη είναι «νεωτερισμός ακανόνιστος», ο δε δεύτερος «άγραφος», στερούμενος του χαρακτήρος του «κυρίου και αληθινού βαπτίσματος». Κατά τον άγιο Νικόδημο το βάπτισμα των Λατίνων είναι «ψευδώνυμο» (Πηδάλιο, σ. 55-56), κατέκρινε δε τους «λατινόφρονες» ή «αμίσθους δεφένσορες του Λατινικού ψευδοβαπτίσματος», ως τους ωνόμαζε. Οι Λατίνοι, αθετώντας με την καινοτομία τους αυτή την παράδοση της Εκκλησίας είναι, κατά την η΄ πράξη της Ζ΄ Οικουμενικής, «αναθεματιστέοι».
            Βέβαια, θα διερωτηθεί κανείς, ότι η επίχυση πρωτοπαρουσιάσθηκε το 253 από τον πάπα Στέφανο Α΄ στη Δύση, που ανήκε τότε στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, μέχρι τουλάχιστον το 1054, που έγινε το Σχίσμα με την ΚΠολη και όχι με τα άλλα Πατριαρχεία. Μπορεί να πει κανείς, ότι η επίχυση είναι «νεωτερισμός ακανόνιστος», καθ’  ην στιγμήν εφαρμοζόταν, τουλάχιστον επί 800 χρόνια στη Δύση, μέσα σε μια ενιαία Εκκλησία; Δηλαδή, η επίχυση δεν αποτελούσε παράδοση στη Δύση; Βέβαια, η η΄ πράξη της Ζ΄ δεν αναφέρεται ονομαστικά στους Λατίνους, αλλά θεωρεί, ως «αναθεματιστέους», όλους εκείνους, που αθετούν κάθε εκκλησιαστική παράδοση γραπτή ή άγραφη. Το ερώτημα παραμένει. Μια παράδοση 530 ετών στη Δύση, μέχρι την Ζ΄ Οικουμενική είναι απορριπτέα; Από την άλλη έχουμε την περίπτωση του Μ. Φωτίου, που επέτρεψε την καταστρατήγηση Κανόνων από την Ρώμη:      Ο άγιος Φώτιος ελέγχεται, ότι ανέχθηκε τα αντικανονικά έθιμα της Ρώμης, εφ’ όσον δεν θα ίσχυαν για την Εκκλησία της ΚΠολης. Γνώριζε βέβαια, ότι «ουκ έστι πίστις το αθετούμενον» (Μ. Φωτίου, επιστολή Β΄) και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος σχίσματος. Τέτοια ήταν:
            - Νηστεία του Σαββάτου (νε΄ Πενθ.).
            - Κατάλυση αρτυσίμων την α΄ εβδομάδα Μ. Τεσσαρακοστής (κθ΄, πθ΄ Πενθ.).
            - Απαγόρευση γάμου Ιερέων (ε΄ Αποστ.).
            - Χρίσμα μόνον από Επίσκοπο (ουδείς κανών το επιβάλλει).
            - Κατάργηση απαγόρευσης πνικτού και αίματος (ξγ΄ Αποστ. ξζ΄ Πενθ.).
             Από την άλλη επιτρέπεται σε έναν Πατριάρχη να δέχεται ακύρωση Κανόνων, για μια άλλη Εκκλησία, επειδή δεν θα υπήρχε λόγος σχίσματος;
            Παρ’ όλα αυτά, η Ορθόδοξη Εκκλησία στην τοπική Σύνοδο της ΚΠολης του 1484, με τη συμμετοχή όλων των Πατριαρχών της Ανατολής και παρ’ όλον ότι υπήρχε ακόμη η ένταση στις σχέσεις Ορθοδόξων και Λατίνων μετά τη Σύνοδο Φλωρεντίας (1439), αποφάσισε να εφαρμόσει στους Λατίνους τους κανόνες της Β΄ και Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων και να τους δέχεται με λίβελλο και Χρίσμα, συνέταξε δε και ειδική Ακολουθία (Καρμίρη Ι. Τα Δογματικά….. σ. 981-989), οπότε οι περιπτώσεις βαπτίσματος ήταν εξαιρέσεις, που οφείλονταν «εις ατομική πρωτοβουλίαν» και «ουχί εις αυθεντικήν απόφασιν της Εκκλησίας».
            Η απόφαση αυτή όμως της Συνόδου του 1484 ανετράπη επί Πατριάρχου Κυρίλλου Ε΄ το 1755 στη Σύνοδο της ΚΠολης, με τη συμμετοχή και των Πατριαρχών Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, που την προσυπέγραψαν. Η απόφαση αυτή, η οποία είναι η τελευταία «επίσημη» απόφαση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επέβαλε το βάπτισμα των Λατίνων που επανέρχονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας του 1621 στη Μόσχα αποφάσισε το βάπτισμα των Λατίνων, η Σύνοδος όμως του 1667 πάλι στη Μόσχα, όπου έλαβαν μέρος και οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, επικύρωσε την απόφαση του 1484 και δεχόταν τους Λατίνους με λίβελο και Χρίσμα. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Γ΄ σε ερώτημα του Τσάρου Μ. Πέτρου το 1718 απαντά, ότι οι Λατίνοι γίνονται δεκτοί «δια μόνου χρίσματος». 
            Στο πρόβλημα του βαπτίσματος των Λατίνων, ο Εφέσου Μάρκος προτιμά την οικονομία, παρότι ακραιφνέστατος Ορθόδοξος στην πίστη, μαρτυρώντας «περί της καθολικής πράξεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας», ομολογεί ότι «χρίομεν τους εξ αυτών (δηλ. των Λατίνων) ημίν προσιόντας….. ως αιρετικούς όντας» (Καρμίρη Ι. Τα Δογματικά….. σ. 981), δηλ. εντάσσει τους Λατίνους ως αιρετικούς στην ομάδα των Αρειανών κ.λπ. της Β΄ Οικουμενικής, παρ’ όλον ότι γνωρίζει τον τύπον του ραντισμού, τον οποίον αποκηρύσσει. Έτσι, ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος εμφανίζεται αντίθετος προς τον Εφέσου Μάρκο, καθότι δεν δέχεται το βάπτισμα των Λατίνων. Ο Δοσίθεος λοιπόν το κατ’ ακρίβειαν και ο Μάρκος το κατ’ οικονομίαν. Μήπως, η πολιτική απειλή από τη Δύση είχε σαν συνέπεια την εφαρμογή της οικονομίας στην Ανατολή και μήπως η χρήση της οικονομίας στην Ανατολή είχε ως αναγκαία δογματοκανονική προϋπόθεση την μέχρι και τον 18ο αιώνα ύπαρξη στη λειτουργική πράξη και του κανονικού βαπτίσματος στη Δύση, δηλ. το φόβο «δευτερώσεώς» του;
            Η όλη λοιπόν ιστορία του βαπτίσματος των Λατίνων περνάει από πολλές φάσεις. Από τη φάση της ακρίβειας των Αποστολικών Κανόνων (μς΄), μετά την εφαρμογή των οποίων φαίνεται ότι εγίνοντο δεκτοί χωρίς βάπτισμα οι Λατίνοι, στο κατ’ οικονομίαν των Β΄ και Πενθέκτης Οικουμενικής, μετά την εφαρμογή των οποίων φαίνεται ότι γίνοντο Ορθόδοξοι σε πολλές περιπτώσεις Λατίνοι χωρίς βάπτισμα, στο κατ’ οικονομίαν της Συνόδου του 1484, μετά την οποίαν φαίνεται ότι γίνονταν σε πολλές περιπτώσεις δεκτοί Λατίνοι με βάπτισμα, στην ακρίβεια τελικά της Συνόδου του 1755. Ποια όμως είναι η πρακτική σήμερα; Τηρείται η απόφαση αυτή από τις Εκκλησίες; Δεν υπάρχει γενική γραμμή. Άλλες, όπως η Ρωσική Εκκλησία και η ΚΠολη δεν εφαρμόζουν την απόφαση αυτή. Άλλες, όπως η Ελλαδική Εκκλησία την εφαρμόζουν. Αυτή η διαφορετική στάση των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών ανάγκασε το 1875 το Οικουμενικό Πατριαρχείο να εκφράσει την ευχή «όπως δυνηθώσιν αι κατά τόπους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι συνελθείν επί το αυτό, (ίνα) τότε γενήσεται η ποθητή επίσημος συνεννόησις περί του ζητήματος τούτου». (Καρμίρη Ι. Τα Δογματικά….., σ. 978). Το σπουδαίο όμως στην υπόθεση αυτή είναι, ότι σ’ όλες αυτές τις παλινωδίες δεν δημιουργήθηκαν σχίσματα στην Ορθόδοξη Εκκλησία εκ του γεγονότος αυτού.

Ὁ Ρουμάνος Ἱερεύς Γεώργιος Κάλτσιου ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορος


Ο π. Γκεοργκε Κάλτσίου-Ντουμιτρεάσα γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1925. Ήταν ο μικρότερος από τα 11 παιδιά της οικογένειας Κάλτσιου και καταγόταν από το χωριό Μαχμουντία, νομού Tulcea. Από μικρό παιδί οι γονείς του, του εμφύσησαν την αγάπη για το Θεό. «Μεγάλωσα σε μια απλή, αλλά θρησκευόμενη οικογένεια, πάντα θυμάμαι τον εαυτό μου σε μια εκκλησία, κοντά σ’ έναν Ιερέα». Νέος είχε σκέψεις να γίνει μοναχός. Τελικά αποφάσισε να υπηρετήσει τους ανθρώπους με άλλον τρόπο. Το 1945 γράφτηκε στη Θεολογική Σχολή του Βουκουρεστίου. Το 1948 οι κομμουνιστές φυλάκισαν όλη την αφρόκρεμα της ρουμανικής διανόησης, αλλά και τους φοιτητές και όσους αντιτείνονταν ή νόμιζαν οι κομμουνιστές ότι αντιτείνοταν στην ιδεολογία τους, είτε για πολιτικούς είτε για θρησκευτικούς λόγους. Έτσι συνελήφθη και ο φοιτητής Γκεργκε Κάλτσιου με την κατηγορία της «υπονόμευσης της ασφάλειας του κράτους».
Για τον νεαρό Γκεοργκέ το στρατόπεδο εξόντωσης του Πιτέστι γίνεται ένα νέο «σχολείο». Από τον αφελή με τα γαλάζια μάτια μετατρέπεται σε «ατρόμητο μαχητή» για το Χριστό και την πατρίδα. Σ’ αυτή τη φυλακή έπεσε στην πιο μεγάλη αμαρτία της ζωής του (απαρνήθηκε το Χριστό), αλλά και τις πιο μεγάλες αρετές (αγάπη για τον εχθρό και το θάρρος της ομολογίας) που τον βοήθησε πολύ να ξαναναστηθεί ψυχικά.
Στο Πιτέστι ήταν οι πιο καθαροί κρατούμενοι. Αυτοί δε ήταν μπλεγμένοι σε πολιτικά ρεύματα και δράσεις. Η μεγάλη αντοχή που έδειξαν οφειλόταν στην προσευχή και την απόκτηση των αρετών. Στη φυλακή είχε δημιουργηθεί ένα μυστικιστικό ρεύμα, δύσκολα κατανοητό από τους δήμιους. Εκεί ήταν ένα κέντρο πνευματικότητας. «Έχοντας από μικρός μεγαλώσει με την προσευχή ενσωματώθηκα εύκολα σ’ αυτήν την πνευματική κίνηση».
Στο Πιτέστι η προσευχή δε σταμάτησε μέρα-νύχτα. Το κάθε κελί είχε ώρα προσευχής. Όταν το ένα κελί τελείωνε την προσευχή, χτυπούσε τοίχο και άρχιζε η προσευχή στο άλλο κελί. Όταν άρχισε η «επαναδιαπαιδαγώγηση» στο Πιτέστι, υπήρχε ήδη ένα κέντρο προσευχής & πνευματικότητας.
(Σημ π. Γεωργίου. Τη διετία 1949-1951 στις φυλακές του Πιτέστι, έλαβε μέρος το πιο φριχτό και σατανικό πείραμα των κομμουνιστικών φυλακών. Η προσπάθεια «επαναδιαπαιδαγώγησης» των κρατουμένων και η δημιουργία ενός νέου, κομμουνιστικού ανθρώπου, μέσα από απάνθρωπα βασανιστήρια).
 Ο πιο φοβερός βασανιστής ήταν ο Εουτζέν Τσουρκάνου. Αυτός, όπως διηγούνται όσοι κατάφεραν να επιζήσουν από τα χέρια του, ήταν γεμάτος από μανία και οργή, μια μανία δαιμονική. Στις ανακρίσεις όταν τελείωνε τα βασανιστήρια έλεγε: «Αν ο Χριστός ζούσε στον καιρό μου, δε θα έφτανε καν στο Σταυρό».
Λέει ο π. Γκεόργκε:  «Ο Τσουρκάνου είχε επάνω του κάτι το δαιμονικό. Αυτός ήταν ο ανώτατος δαίμονας της επιχείρησης Πιτέστι. Είχε μια δύναμη επιβολής φοβερή. Όταν έμπαινε στο κελί έσπερνε τον τρόμο. Όλη η φυλακή τον έτρεμε. Έπαιρνε τους καλύτερους από εμάς και τους κτυπούσε, τους βασάνιζε, τους άλλαζε κυριολεκτικά. Ακόμη κι αν δεν άλλαζε κάτι στη ψυχή τους, ο τρόμος ήταν τόσο μεγάλος που μερικοί γίνονταν από μόνοι τους καταδότες. Έτσι εισήγαγε την έλλειψη εμπιστοσύνης, τον τρόμο και την απελπισία σε πολλούς από εμάς.  Μερικοί άντεξαν, άλλοι όχι. Άλλοι πέθαναν την ώρα των βασανιστηρίων και άλλοι αυτοκτόνησαν. Λίγοι άντεξαν μέχρι τέλους. Κάποιοι απ’ αυτούς που έπεσαν, ξανασηκώθηκαν. Νωρίτερα ή αργότερα επειδή η επανόρθωση της ψυχής δεν είναι σαν την επανόρθωση του σώματος. Η ψυχή έχει πιο μυστηριακούς νόμους, επανέρχεται δυσκολότερα. 
Η δική μου επανόρθωση ήταν δυσκολότερη, γιατί το ρήγμα ήταν μεγαλύτερο. Ήμουν 25 ετών, αρκετά αφελής, ένα παιδί από χωριό με δυνατή πίστη και εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Ήθελα ν’ αυτοκτονήσω μαζί με τον Πούιου Ντόμπρε. Του έγραψα τη σκέψη μου σ’ ένα σαπούνι. Ο Τσουρκάνου με είδε όταν το πέταξα. Μ’ έλιωσε στο ξύλο. Δεν ήξερα πια να διαβάζω, δε γνώριζα τα γράμματα, ξέχασα ακόμη και το «Πάτερ ημών». Χωρίς καμιά διανοητική προσπάθεια αισθανόμουν από την καρδία να αχνοφέγγει η προσευχή του Ιησού. Σ’ εκείνη την απελπισία υποσχέθηκα στο Θεό όταν βγω από τη φυλακή να γίνω Ιερέας. Οι άλλοι κρατούμενοι με θεωρούσαν Άγγελο …..ναι, έναν Άγγελο. Ναι, αλλά ένας Άγγελος ξεπεσμένος. Συνήλθα τη στιγμή που βρέθηκα μπροστά σε κάποιες τρομαχτικές ενέργειες, οι οποίες αποσκοπούσαν στο να μετατραπούν τα θύματα σε θύτες. Τότε ξύπνησε μέσα μου το πνεύμα δικαιοσύνης και ο φύλακας Άγγελός μου με βοήθησε - ρισκάροντας τη ζωή μου - να λάβω θέση βάζοντας στοπ σ’ αυτά τα σχέδια. Μου ζήτησαν να πω ότι συνωμότησα μαζί με κάποιους άλλους σε πολιτικές υποθέσεις, αλλά εγώ ούτε καν τους γνώριζα».
 Αργότερα ο νεαρός Γκεόργκε Καλτσίου οδηγήθηκε σ’ άλλες τρομακτικές φυλακές, όπως η Ζίλαβα, στη Ζάρκα στο Αιούντ, και στη Γκέρλα. Το 1964 δόθηκε γενική αμνηστία. Μετά από 16 χρόνια ήταν ελεύθερος. «Το 1964 μας απελευθέρωσαν, μετά τις πιέσεις της Δύσης, αλλά και επειδή οι κομμουνιστές θεωρούσαν ότι τώρα πια ήταν κυρίαρχοι στη χώρα, αλλά και τις ψυχές μας.
Όταν βγήκα από τη φυλακή, θέλησα να συνεχίσω στην Ιατρική Σχολή, αλλά δε με δέχτηκαν. Έτσι σπούδασα Γαλλική Φιλολογία. Μετά θέλησα να γραφώ στη Θεολογική Σχολή, για να εκπληρώσω την υπόσχεση που έδωσα στο Θεό όταν ήμουν φυλακή. Αρχικά με απέρριψαν, λόγω του φακέλου μου. Πήγα στον Πατριάρχη Ιουστινιανό. Προς μεγάλη μου έκπληξη δέχτηκε, αν και του είπα για τα χρόνια της κράτησής μου. Μ’ έστειλε στον Γραμματέα της Σχολής, μοναχό Αντώνιο Πλαμαντεάλα (μετέπειτα Μητροπολίτης Τρανσυλβανίας), ο οποίος μου είπε να μη βάλω στο βιογραφικό μου τα χρόνια της φυλακής».
 Το 1971 τελείωσε την Θεολογική Σχολή και τον δέχτηκαν ως Καθηγητή Γαλλικής στο Εκκλησιαστικό λΛκειο. Εν τω μεταξύ παντρεύτηκε την κόρη ενός πρώην κρατουμένου και χειροτονήθηκε Ιερέας.
Όταν οι κομμουνιστές γκρέμισαν την εκκλησία Ένει, κτίσμα του 17ου αιώνα, η φωνή του π. Γκεοργκε αντήχησε σαν ένας κεραυνός στην έρημο της αδιαφορίας και του συμβιβασμού, αυτή τη φορά κάνοντας αντανάκλαση και στην οικογένειά του. Λειτουργώντας στην εκκλησία Ράντου Βόντα εκφώνησε 7 ομιλίες, τις περίφημες «7 ομιλίες για νέους». Αυτές οι ομιλίες, όπως και άλλα θαραλλέα άρθρα, καταδίκαζαν το γκρέμισμα εκκλησιών και τον αθεϊσμό και γινόταν μπρος σ’ έναν μεγάλο αριθμό θεολόγων φοιτητών, αλλά και φοιτητών από άλλες σχολές. «Τις εκφώνησα τη στιγμή που η Ρουμανική συνείδηση ήταν έτοιμη να τις ακούσει. Αυτές οι ομιλίες δημιούργησαν ένα υπόγειο ρεύμα αντίστασης, μεταξύ κυρίως των θεολόγων φοιτητών. Ζητούσα ελευθερία πίστεως και να σταματήσει η κατάχρηση εξουσίας. Από την πρώτη κιόλας ομιλία με παρακολουθούσαν, αλλά δε μπορούσαν να με συλλάβουν. Είχα προσευχηθεί στο Θεό να μη με συλλάβουν μέχρι να εκφωνήσω και τις επτά. Δεν κατάφερα να εκφωνήσω όγδοη επειδή με συνέλαβαν».
Καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλακή, αλλά εξέτισε τα 5. Συνολικά πλήρωσε την αντικομουνιστική του δράση με 21 χρόνια φυλάκιση. Παρόλα αυτά στη δίκη-παρωδία ξεσκέπασε τους πραγματικούς αυτουργούς των εγκλημάτων της «επαναδιαπαιδαγώγησης». Μετά τη δεύτερη σύλληψή του, οι εξόριστοι Ρουμάνοι μ’ επικεφαλής τον Μίρτσεα Ελιάντε και τον Εουτζέν Ιονέσκου, έκαναν εκκλησεις στη Δύση για την απελευθέρωση του. Πάντα το θέμα των πολιτικών κρατουμένων τίθονταν από τις δυτικές κυβερνήσεις στις συναντήσεις τους με τον Τσαουσέσκου. Μετά από έντονες πιέσεις κυρίως της Αμερικανικής κυβέρνησης τελικά απελευθερώθηκε το 1984. Το 1985 ζήτησε πολιτικό άσυλο στις Η.Π.Α. Εγκαταστάθηκε στην Ουάσινγκτον όπου δημιούργησε μια Ρουμανική Ορθόδοξη ενορία.
Το 1987 το FBI τον πληροφορεί ότι η Ρουμανική σεκιουριτάτε σχεδιάζει να τον δολοφονήσει. Ο π. Γκέοργκε έλεγε ότι αισθανόταν πάντοτε ότι τον παρακολουθούν, κυρίως όταν ερχόταν στην Ευρώπη, αλλά μετά το 1989 όταν ερχόταν στην Ρουμανία. Παρόλα αυτά δε φοβήθηκε και συνέχισε να έχει επαφή με τη Ρουμανία, να γράφει βιβλία και άρθρα, όπως και να μιλάει στους ραδιοφωνικούς σταθμούς
«Η φωνή της Αμερικής» και «Ελεύθερη Ευρώπη». Μετά το 1989 γνώρισε προσωπικά τον Λίβιου Τούρκου, τον αρχηγό της Ρουμανικής κατασκοπείας στις Η.Π.Α. « Ο Τούρκου μου είπε ότι πράγματι σχεδίαζαν την δολοφονία μου από έναν Κουβανό, αλλά παραιτήθηκαν από το σχέδιο εξαιτίας των συνεπειών που θα είχε στις Ρουμανο-Αμερικανικές σχέσεις».
Ο π. Γκεόργκε πέθανε στις 21 Νοεμβρίου 2007, αφού τον κοινώνησε στο κρεβάτι του νοσοκομείου ένας άλλος πρώην κρατούμενος των κομμουνιστικών φυλακών, ο Επίσκοπος Κλουζ Βαρθολομαίος Ανανία. Ενταφιάστηκε στη Μονή Πέτρου Βόδα. Με την συμπλήρωση έξη ετών από την κοίμησή του, έγινε η ανακομιδή του και το λείψανό του βρέθηκε αδιάφθορο, επιβεβαιώνοντας έτσι την αγιότητα του βίου του.
Από το Ιστολόγιο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ
 

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Μητροπολίτης Περιστερίου ΓΑΛΑΚΤΙΩΝ (Γκαμίλης, + 2016), Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου

Σημείωσις.
Κατά πάγια τακτική, στόν παρόντα Ἰστότοπο δέν δημοσιεύονται νεκρολογίες, διότι τό ἀντικείμενό του εἶναι ἀποκλειστικά ἁγιολογικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ὅμως ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος κυρός Γαλακτίων ἔχει ἄμεση σχέση μέ τήν Ἁγιολογία, ἐφ’ ὅσον ἀπό τό 1964 κ. ἑξ. ὑλοποίησε μέ ἐπιτυχία τήν ἰδέα πού ὁ ἴδιος συνέλαβε, τῆς ἁγιογραφήσεως δηλαδή καί ἐκδόσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων τῶν καθ’ ἡμέραν Ἁγίων καί Δεσποτικῶν καί Θεομητορικῶν ἑορτῶν, ἔργο πού ὁλοκλήρωσε τό 2000, μέ τήν κυκλοφορία 400 περίπου εἰκόνων καί τήν ἔκδοση τοῦ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΥ ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, σέ ἑλληνική καί ἀγγλική ἔκδοση. Γιά τόν λόγο αὐτό καταχωρεῖται στόν παρόντα Ἰστότοπο τόν παρόν ταπεινό ἀφιέρωμα στήν μνήμη καί τό ἔργο του.

Πλήρης ἡμερῶν, σέ ἡλικία 87 ἐτῶν, ἀλλά καί πλήρης ἔργων πού τίμησαν τήν ἰδιότητά του ὡς Χριστιανοῦ ἀνθρώπου καί Ὀρθοδόξου Κληρικοῦ, ἀπεδήμησε πρός Κύριον τό πρωΐ τῆς Τρίτης 17ης/30ης Αὐγούστου τ. ἔ. 2016, στό Κρατικό Νοσοκομεῖο Νικαίας ὅπου νοσηλεύονταν, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γ.Ο.Χ. Περιστερίου κυρός ΓΑΛΑΚΤΙΩΝ Γκαμίλης.
Ὁ μακαριστός γεννήθηκε στόν Ἀχλαδόκαμπο Ἄργους τό 1929, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς Ὀρθοδόξους. Κατά τό ἅγιο Βάπτισμα ὀνομάσθηκε Γεώργιος. Τό 1946, σέ ἡλικία 17 ἐτῶν, ἀσπάσθηκε τόν μοναχικό βίο στήν ἱστορική Ἱερά Μονή Μεταμ. Σωτῆρος Κρονίζης Κουβαρᾶ Ἀττικῆς, ὑπό τόν ἀοίδημο Ἐπίσκοπο Βρεσθένης κυρό Ματθαῖο Α’ (1949 κ. ἑξ. Ἀρχιεπίσκοπο, + 1950).
Ἡ μοναχική του ἀφιέρωσις καί στή συνέχεια ἡ ἀνάδειξίς του στήν Ἱερωσύνη, εἶχε προφητευθεῖ ἀπό τόν προορατικό Ἐπίσκοπο Ματθαῖο. Σύμφωνα μέ προφορική μαρτυρία τοῦ ἐπ. Γαλακτίωνος προς τον γράφοντα (1996),  τό  1924, κατά  τήν  ἡμερολογιακή  ἀλλαγή, ὁ  παππούς  του  Στυλιανός  ἦταν  ἐπίτροπος  στήν  ἐκκλησία  τοῦ  χωριοῦ του  καί  ὅταν    ἐφημέριος  ἀνακοίνωσε, ὅτι  θά  ἀκολουθήσει  τό  νέο  ἡμερολόγιο,  ἐκεῖνος  παρέδωσε  βιβλία, χρήματα  καί  κλειδιά  καί  παραιτήθηκε. Ἔκτοτε    οἰκογένεια  Γκαμίλη  ἀκολουθοῦσε  τό  παλαιό  ἡμερολόγιο  καί  δέν  πήγαινε  στήν  ἐκκλησία  τοῦ  χωριοῦ, παρά  μόνον  τό  Πάσχα.
Τό  1935  κυκλοφόρησε    φήμη, ὅτι  ἦταν  στό  Ἄργος  ἕνας  Ἁγιορείτης  Πνευματικός  καί  ὅτι  θά  ἔκανε  ἀγρυπνία. Ἐπρόκειτο περί τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου. Ὅλη    οἰκογένεια  ξεκίνησε  καί  μετά  ἀπό  8  ὤρες  πορείας μέ  τά ζῶα  ἔφθασαν. Στό  κήρυγμά  του  κατά τήν  Λειτουργία    π. Ματθαῖος  μίλησε  γιά  τήν  ἀνάγκη  νά  μήν  ἔχουν  οἱ  Ὀρθόδοξοι  ἐκκλησιαστική  κοινωνία  μέ  τούς  Νεοημ/τες.
«Καλά, ἀλλά  ὅταν  πεθάνω  ποιός  θά  μέ  θάψει;»  ρώτησε    παππούς  μετά  τήν  ἀγρυπνία.
«Αὐτός» εἶπα καί    ἅγ. Ματθαῖος  καί  ἔδειξε  τόν  ἡλικίας  6  ἐτῶν  Γεώργιο!
  πρόρρησις  αὐτή  ἀφοροῦσε  τόσο  τήν  κηδεία  τοῦ  γέροντος, ὅσο  καί  τήν  μετέπειτα  πορεία  τοῦ  Γεωργίου.   Ὅταν  πέθαναν    παππούς  καί    γιαγιά,  ἐνταφιάστηκαν  χωρίς  Ἱερέα  καί  κατά  τήν  ἐκφορά  τῆς  κηδείας  τους  μπροστά   πήγαινε    νεαρός  Γεώργιος,  κρατῶντας  μία  εἰκόνα!  Τό  1946, σέ  ἡλικία  17  ἐτῶν,    Γεώργιος  ἐντάχθηκε  στήν  ἀδελφότητα  τῆς  Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως  καί ἀργότερα  δέχτηκε  τήν  Ἱερωσύνη  καί  τήν  Ἀρχιερωσύνη, ὁπότε  ὡς  Κληρικός  ἐνταφίασε  πολλούς  Χριστιανούς.
Ὑπηρέτησε στήν μετάνοιά του σέ πολλές διακονίες, ὑπό τόν Πνευματικό αὐτῆς Προϊστάμενο, μακαριστό Ἐπίσκοπο Πατρῶν κυρό Ἀνδρέα (1972 κ. ἑξ. Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν, + 2005) καί τόν Ἡγούμενό της ἀρχιμ. Λάζαρο Ἀθανασίου (1973 κ. ἑξ. Ἐπίσκοπο Βρεσθένης, + 1989). Ὑπῆρξε ἰδιαίτερα ἀγαπητός μεταξύ τῶν τότε 170 πατέρων τῆς ἀδελφότητος, λόγῳ τοῦ εὐπροσήγορου χαρακτήρα του καί τῆς εὐγένειας πού τόν διέκρινε.
Ὡς δόκιμος μοναχός ὑπηρέτησε τήν στρατιωτική του θητεία, στίς  Διαβιβάσεις τοῦ Στρατοῦ. Διάκονος χειροτονήθηκε τό 1953 καί Πρεσβύτερος τό 1963, ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Πατρῶν Ἀνδρέα. Τό 1964 διορίσθηκε ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ν. Ζωοδ. Πηγῆς Νεαπόλεως Πειραιῶς. Παρέλαβε μία οὐσιαστικά ἀνύπαρκτη ἐνορία καί ἕναν ναό στήν πραγματικότητα ἐξωκκλήσιο καί μέ τήν ἐργασία του, ὑλική καί πνευματική, καί τήν ἐξαιρετική ποιμαντική του, δημιούργησε ἕναν Μητροπολιτικό Ναό μέ μεγάλες κτηριακές ἐγκαταστάσεις, πολυάριθμο ποίμνιο καί νομική ἐκπροσώπιση.
Τό 1995, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐξελέγη καί χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Περιστερίου, μέ ἕδρα τόν ἱστορικό Ναό Τιμίου Προδρόμου Περιστερίου. Ἀργότερα ὀνομάσθηκε Μητροπολίτης Περιστερίου καί Νεαπόλεως.
Ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος Γαλακτίων ἀγαποῦσε ἰδιαιτέρως τά παιδιά. Γι’ αὐτό ἦταν ὁ πρῶτος πού ξεκίνησε Κατηχητικά Σχολεῖα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος.
Κατά τήν δεκαετία τοῦ ’80 ἵδρυσε τό Ἱερό Ἡσυχαστήριο ἁγ. Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου, στήν Οἰνόη Βιλλίων Ἀττικῆς, ὅπου σταδιακά δημιουργήθηκαν ἐκτεταμένες ἐγκαταστάσεις (χῶροι φιλοξενίας 60 - 70 ἀτόμων, Τράπεζα, βοηθητικοί χώροι καί χῶροι ἀθλοπαιδιῶν, Καθολικό καί Παρεκκλήσια) καί στεγάσθηκαν οἱ Ἐκκλησιαστικές Κατασκηνώσεις. Κατά τήν 30ετία λειτουργίας τῶν Κατασκηνώσεων, φιλοξενήθηκαν ἐντελῶς δωρεάν ἑκατοντάδες παιδιά ὅλων τῶν ἡλικιῶν. Ὁ μακαριστός ἤθελε νά προσφέρει στά παιδιά σωματική ἀνάπαυση καί πνευματική καθοδήγηση, κάτι πού πέτυχε μέ τό πρόγραμμα τῶν Κατασκηνώσεων, τίς ἐκδρομές, τίς ἐκδηλώσεις κ.λ.π. δραστηριότητες.
Τό 1964 ξεκίνησε τό «ἐργόχειρό» του, ὅπως ἔλεγε, μέ τό ὁποῖο ἔζησε ἀξιοπρεπῶς καί χρηματοδότησε τά ἔργα του, χωρίς νά ἐπιβαρύνει κανέναν. Τό ἐργόχειρο αὐτό ἦταν ἡ ἁγιογράφηση καί ἔκδοση/ κυκλοφορία τῶν ἱερῶν Εἰκόνων τῶν καθ’ ἡμέραν Ἁγίων ὅλου τοῦ ἔτους, Δεσποτικῶν καί Θεομητορικῶν ἑορτῶν καί κινητῶν ἑορτῶν Τριωδίου καί Παντηκοσταρίου. Συνεργαζόμενος μέ διακεκριμένα ἁγιογραφικά ἐργαστήρια (ὅπως τοῦ Κελλίου Γενν. Χριστοῦ Κατουνακίων Ἁγίου Ὄρους καί τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναχράντου Μεγάρων)  καί τίς Ἐκδόσεις ΤΟΥΜΠΗ, ἁγιογράφησε καί κυκλοφόρησε 400 συνολικά εἰκόνες πού καλύπτουν ὅλο τόν ἑορτολογικό κύκλο και κοσμοῦν ἔκτοτε τά προσκυνητάρια τῶν περισσοτέρων ναῶν παγκοσμίως.
Τό 2000 ζήτησε ἀπό τόν γράφοντα τήν συνεργασία του στήν κυκλοφορία τῶν εἰκόνων του σέ ἐνιαῖο τόμο, μέ τήν μορφή εἰκονογραφημένου Συναξαριστοῦ. Ἔτσι προέκυψε τό Εἰκονογραφημένο Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο ἐκδόθηκε στήν ἑλληνική τό 2002 καί στήν ἀγγλική τό 2004, σέ δύο πολυτελεῖς τόμους 500 σελίδων, περιλαμβάνοντας τίς εἰκόνες τοῦ ἐπ. Γαλακτίωνος καί τά συνοδευτικά  κείμενα τοῦ γράφοντος.
Κατά κοινή ὁμολογία εἰδικῶν καί ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, ὁ μακαριστός μένει στήν Ἱστορία γι’ αὐτό του τό ἔργο, διότι κανείς ἄλλος δέν συνέλαβε καί δέν ἔφερε σέ ἐπιτυχές πέρας  ἕνα ἐγχείρημα τέτοιου μεγέθους καί μάλιστα κατά τήν δύσκολη δεκαετία τοῦ ’60.
Σέ συνεργασία μέ τόν γράφοντα ἐκδόθηκαν ἐπίσης ἡ Ἀκολουθία τῶν Ἁγίων Γαλακτίωνος καί Επιστήμης καί ὁ Παρακλητικός Κανών τῆς Ἁγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, μέ ἱστορικό τοῦ ὁμωνύμου Ἡσυχαστηρίου του.
Ἐξέδωσε ἀκόμη τό Ἱερό Προσευχητάριο, τό ὁποῖο γνώρισε πολλές ἐκδόσεις.
Ἡ ἐπίγεια πορεία τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Γαλακτίωνος τελείωσε τήν Τρίτη 17η/30η Αὐγούστου 2016, στό Νοσοκομεῖο Νικαίας ὅπου νοσηλεύονταν, μετά ἀπό πολυχρόνια ἀσθένεια πού τόν ταλαιπώρησε καί τήν ὁποία ἀντιμετώπισε μέ χριστιανική ὑπομονή καί μεγάλη ἀξιοπρέπεια. Ἡ ἐξόδιος Ἀκολουθία του ἐψάλλη τήν ἑπομένη στόν Ἱ. Ν. Ζωοδόχου Πηγῆς Νεαπόλεως, συμμετεχόντων Ἀρχιερέων, Ἱερέων καί ἑκατοντάδων πιστῶν πού εὐλαβοῦνταν τό πρόσωπό του. Ὁ ἐνταφιασμός του ἔγινε στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο ἁγ. Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου, ὅπου εἶχε ἑτοιμάσει ὁ ἴδιος ἀπό ἐτῶν τόν τάφο του.

Τοῦ ἀοιδήμου Ἀρχιερέως ΓΑΛΑΚΤΙΩΝΟΣ εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη.

 

 

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Ἑλληνική Ἀσπίς κατά τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, Δασκάλου Νικολάου Μάννη.

          Ὁ λίαν ἀξιόλογος Συγγραφέας, Ἱεροψάλτης/Μουσικολόγος καί Δάσκαλος κ. Νικόλαος Μάννης, συνέγραψε καί ἐξέδωσε ἕνα ἀκόμη πόνημα (τό  δεύτερο) περί τοῦ Νέου/Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου καί τῆς ἀντιμετωπίσεώς του ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Στίς 278 σελίδες τοῦ νέου έργου, περιλανβάνονται  ἄγνωστες ἐν πολλοῖς μαρτυρίες περί τοῦ θέματος, τίς ὁποίες ὁ συγγραφέας εἶχε τήν ὑπομονή νά ἐρευνήσει καί νά παρουσιάσει. Κατωτέρω δημοσιεύουμε τά περιεχόμενα τοῦ ἐν λόγῳ ἔργου, τήν προμήθεια καί μελέτη τοῦ ὁποίου συνιστούμε στούς ἀναγνώστες μας.

Σημείωμα.
Πρόλογος ὑπὸ τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Γαρδικίου κ. Κλήμεντος.
Τὸ Ἡμερολογιακὸ Ζήτημα στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ κατὰ τὰ ἔτη 1581-1901.
Κείμενα:
1. Χριστοφόρος Ἄγγελος: Περὶ τοῦ πότε ἄγουσιν οἱ Ἕλληνες τὸ Πάσχα (1619).
2. Σεβαστὸς Κυμινήτης: Ἑορτολογίου Ζητήματα ΙΔ’ καὶ ΝΗ’  (1701).
3. Ἀδελφοὶ Λειχούδη: Περὶ τοῦ νέου Καλενταρίου (1690).
4. Ἱεροσολύμων Δοσίθεος: Περὶ τοῦ Ἁγίου Πάσχα καὶ τῆς εἰς αὐτὸ Καινοτομίας τῶν Λατίνων (τέλη ΙΖ’ αἰῶνος).
5. Νικόλαος Κεραμεύς: Περὶ τοῦ νέου Καλανταρίου, ἤτοι Πασχαλίου (ἐκ τοῦ «Ἀντεγκλήματος», 1656).
6. Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Γ’: Συνοδικὴ πρὸς Μησυναίους Ἐπιστολὴ περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ παλαιοῦ Πασχαλίου εἰς τὸ νέον (5-11-1720).
7. Διαμαντὴς Ρύσιος: Περὶ καινοτομίας τοῦ Θείου Πάσχα, τοῖς Λατίνοις ἀλαζόνως τετολμημένοις (ἔλεγχος ΚΒ’ ἐκ τοῦ «Λατίνων θρησκείας ἔλεγχος», 1741).
8. Κωνσταντῖνος Γορδᾶτος: Ἐπιστολὴ περὶ Ἡμερολογίου πρὸς Μακάριον Καλογερὰν (περ. 1735).
9. Κωνσταντινουπόλεως Καλλίνικος ὁ Γ’ ὁ ἐκ Ζαγορᾶς: Ἐπιστολὴ ἔμμετρος πρὸς Ἀνανίαν Ἀντιπάριον (δεύτερο ἥμισυ ΙΗ’ αἰῶνος).
10. Ἀγγελούδης ἐξ Αἴνου: 49η ἐρώτησις τῆς Διαλέξεως διὰ τὰς ἑβδομήκοντα τῶν Φράγγων αἱρέσεις (25-6-1792).
11. Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: Ὑποσημείωσις εἰς τὸν Ζ’ Ἀποστολικὸν Κανόνα (1800).
12. Ἰωάννης Εὐλάμπιος: Ἀπάντησις εἴς τινος ἀνωνύμου ἐκδότου φυλλάδιον περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πάσχα (1840).
13. Χαλὶλ Τζαούϊς: Σωτηρία τοῦ καταπιεζομένου καὶ ἀδικουμένου ἐκ τῶν καινοτομιῶν ἐθῶν καὶ κανόνων (1858).
14. Θεόδωρος Κυριακίδης: Διατριβὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς Μολδοβλαχικῆς Κυβερνήσεως περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἰς τὰς Παραδουναβίους Ἡγεμονίας (1864).
15. Ἰάκωβος Νεασκητιώτης: Περὶ τῆς νέας ἐφευρέσεως τῶν λεγομένων καλενδῶν (1844).
16. Κυριακὸς Λαμπρύλλος: Περὶ τοῦ νέου Ἡμερολογίου καὶ τοῦ τοῦ καταλλήλου ἢ μὴ τῆς παρ᾿ ἡμῖν ἐφαρμογῆς (1865).
17. Καλλίνικος Δεληκάνης: Ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου (1895).
18. Κερκύρας Εὐστάθιος Βουλισμᾶς: Τὸ Πάσχα τοῦ 1888 (1888).
19. Μελέτιος Χρυσοχοΐδης: Τὸ Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον - Ἡ καταδολίευσις τοῦ Πάσχα (15-3-1899).

 

 
 
 
 
 
 

    



 

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, Ἀρχιμ. Νικηφόρου Νάσσου

          Ὀρθά ἔχει γραφεῖ ὅτι, στό Ἅγιον Ὄρος µαθαίνει κανείς πώς τά πάντα συλλειτουργοῦν δοξάζοντας τόν Τριαδικό Θεό καί τήν Κυρία Θεοτόκο. Ἐκεῖ, ἡ ποικιλία τῶν µορφῶν τῆς µοναχικῆς ζωῆς, ἡ πλούσια βλάστηση, ἡ ἑτερότητα τοῦ κάθε µοναχοῦ, τό µέγεθος τῆς ἱστορικής κληρονοµιάς πού φυλλάγεται, ὅλα κατορθώνουν καί συνυπάρχουν ἁρµονικά. Ἡ ἑτερότητα καί διαφορά δέν συνιστοῦν διαίρεση, φθορά καί ἀποτυχία τῆς ζωῆς ὡς κοινωνίας.
          Αὐτό θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ὡς μιά μικρή Εἰσαγωγή στά ὅσα θά κατατεθοῦν στή συνέχεια, σχετικά μέ τόν πνευματικό πλοῦτο τῆς Ἀθωνικῆς κοινωνίας, τῆς Ἀθωνικῆς Πολιτείας, τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ, πού ἐπαγγέλεται διαχρονικῶς τήν «ὄντως ζωήν».
         Τό Ἅγιον Ὄρος ἔχει ἀποκλιθεῖ ὡς τό «Περιβόλι τῆς Παναγίας», ὅπως γνωρίζουν ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, καί εἰδικά ὅσοι τό ἐπισκέπτονται κατά καιρούς. Διαθέτει ἕνα μεγάλο πλοῦτο, ὄχι μόνο στό ἐπίπεδο τῆς φυσικῆς καλλονῆς, ἀλλά κυρίως στό ἐπίπεδο τῆς ἐν Χριστῷ ἁγιοπνευματικῆς βιοτῆς. Τό ἔκπαγλο φυσικό κάλλος συνδυαζόμενο μέ τήν πνευματική ὡραιότητα τοῦ ἰδιομόρφου αὐτοῦ τμήματος τῆς ἑλληνικῆς γῆς, συνθέτουν ἕνα μοναδικό μεγαλεῖο, τό ὁποῖο προσεγγίζεται καλύτερα διά τῆς σιωπῆς, ἡ ὁποῖα εἶναι ὄντως ἡ γλώσσα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
          Στήν Ἀθωνική Πολιτεία βιώνεται ἡ ἁγιοπνευματική ζωή, μᾶλλον ἀναζητεῖται τό «περισσόν τῆς ζωῆς» (Ἰω. 10, 10), δηλαδή ἡ θέωση. Ἐκεῖ καλλιεργεῖται συστηματικῶς ἡ ἀρετή καί ἐπιτυγχάνεται ἡ θεία ἕνωση διά τῆς «ἀλήστου μνήμης τοῦ Θεοῦ», ἀφοῦ ἀνακαινίζεται τό «κατ᾿ εἰκόνα» καί πραγματοποιεῖται (ὅσο εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν) τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» Θεοῦ. Μέσα ἀπό τήν καθημερινή ἄσκηση, τήν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν – μέ πρώτη τήν ὑπακοή -  σέ συνδυασμό μέ τήν ἀδιάλειπτη μετοχή στή θεία Λατρεία, οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί ἀπαρνοῦνται ὅσο γίνεται τόν «παλαιόν ἄνθρωπον» καί «ἐνδύονται τόν νέον», τόν κατά Θεόν. Ἡ Χάρη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, Μητρός τοῦ Θεοῦ καί Ἐφόρου τοῦ Ὄρους εἶναι ἔκδηλη στόν εὐλογημένο αὐτό τόπο, ὅπως μαρτυρεῖται πάνω ἀπό μία χιλιετία τώρα, μέ τίς ἀμέτρητες διηγήσεις καί καταθέσεις Μοναχῶν γιά θαυμαστά γεγονότα, στό ἐπίπεδο τοῦ ὁρατοῦ, καί τοῦ ἀοράτου, ὅπως λ.χ. ἐμφανίσεις τῆς Κυρίας τοῦ Ὄρους, ἰάσεις ἀσθενῶν, ἐμπνεύσεις, ἐπιβραβεύσεις καί ἐνίοτε ἐπιπλήξεις σέ τυχόν ἐπιλήσμονες τῶν καθηκόντων τους, κυρίως ὅμως ἐσωτερικές περιπτύξεις, παραμυθίες καί δροσισμό καρδίας, πνευματικές ἐλλάμψεις καί φωτισμούς, πού προσφέρει στούς ἀγωνιστάς ἡ Μητέρα τοῦ Φωτός. Ἡ Παναγία θεᾶται, εἴτε ὀφθαλμοφανῶς, ὅπως τήν εἶδε ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Κτίτωρ τῆς Μ. Λαύρας, εἴτε ἔσωθεν, πνευματικῶς, προκειμένου νά ἐνισχύσει δαψιλῶς καί μητρικῶς τούς ἀγωνιστάς Μοναχούς, τούς οὐρανοδρόμους καί οὐρανοπολῖτας, οἱ ὁποῖοι «ἠγήσαντο τά πάντα ὡς σκύμβαλα ἵνα Χριστόν κερδίσωσι, τό ἄκρον τῶν ἐφετῶν» (Φιλιππ. 3, 8).
         Ἡ Ἀθωνική πολιτεία, ὡς τρόπος ζωῆς, ἀποτελεῖ τά «Ἅγια τῶν Ἁγίων» τῆς μυστικῆς, Ὀρθοδόξου Θεολογίας. Καί εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ Χαρισματική Θεολογία τῆς  Ἐκκλησίας δέν εἶναι στοχασμοί περί Θεοῦ καί διανοητικές ἐνασχολήσεις, ἀλλά ἐμπειρία τῆς ἁγιοπνευματικῆς δωρεᾶς πού προχέεται χαρισματικῶς μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅταν ζητηθεῖ ἀπό τά τέκνα της μέσῳ καθαρᾶς προσευχῆς. Θεολόγος πραγματικός εἶναι αὐτός πού προσεύχεται ἀληθινά, ὅπως ἔχει διατυπωθεῖ στήν πατερική μας Γραμματεία: «Εἰ θεολόγος εἶ, προσεύξῃ ἀληθῶς, καί εἴ ἀληθῶς προσεύξῃ, θεολόγος εἶ» (Εὐαγρίου Ποντικοῦ, Λόγος Περί Προσευχῆς Ξ΄, MPG. 79, 1180 B).
           Ἡ προσευχή τοῦ Ἁγίου Ὄρους συνιστᾶ καί ἀποδεικνύει τήν πραγματική Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, πέραν τῆς Ἀκαδημαϊκῆς, πού καί αὐτή ὑπάρχει στό Ἅγιον Ὄρος, καί  λίαν καλῶς. Ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος «φλέγεται» καθημερινά ἀπό τίς συνεχεῖς καί ἀκατάπαυστες προσευχές καί ἱκεσίες τῶν Μοναχῶν, αὐτές  τίς προσευχές πού γίνονται κατά τίς Εὐχαριστιακές Συνάξεις ἐντός τῶν Ναῶν, ἀλλά καί τίς ἰδιωτικές, «κατά μόνας» πραγματοποιούμενες προσευχές, ὅπου οἱ πατέρες ἀναφέρονται «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» στόν Ζῶντα Θεό, μέ ταπεινό φρόνημα, μέ «συντετριμμένη καρδιά», μέ καθαρή διάνοια μέ πόνο ψυχῆς καί ἀνύστακτη ἀγωνία γιά τήν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου καί τήν δική τους. Εἰδικά  στήν «Ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους», ὅπως λέγεται ἡ περιοχή μετά τήν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης μέχρι τά ὅρια τῆς ἱερᾶς Μονῆς Μ. Λαύρας, ἐκεῖ καλλιεργεῖται περισσότερο ἡ Νοερά προσευχή, ὡς ἀκοίμητη καί ἀσίγαστη ἔκφραση ἀληθοῦς Λατρείας τοῦ Θεοῦ. Καί εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ φέρνει ἐντός τῆς καρδίας τήν ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν μοναδική ἱκανότητα νά ἀποκτήσει ἐμπειρία τῆς θείας ζωῆς, μέθεξη τοῦ ἀκτίστου, γεύση τῶν ἐπικήρων καί ἀφθάρτων ἀγαθῶν τῆς ἐπουρανίου ζωῆς ἀπό τόν κόσμο αὐτόν. Γιά τό λόγο αὐτόν, ἡ προσευχή ὡς «ἀπόθεσις νοημάτων» (βλ. Εὐαγρίου Ποντικοῦ, Λόγος Περί Προσευχῆς, Ο΄, MPG. 79, 1181 CD) εἶναι τό πρώτιστο πνευματικό μέλημα τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων. Καί τά ἀποτελέσματά της θεαματικά, ἀφοῦ,  «ἰσάγγελος γίνεται μοναχός διά τῆς ἀληθοῦς προσευχῆς» (Εὐαγρ. Περί Προσευχῆς, 79, MPG. 1192 D). Οἱ Μοναχοί προσεύχονται τή νύχτα, ὅταν οἱ ἐν τῷ κόσμῳ κοιμοῦνται. «Νυκτός μετά καρδίας μου ἠδολέσχουν καί ἔσκαλλε τό πνεῦμα μου», γράφει ὁ προφητάναξ Δυΐδ (Ψαλμ. 76,7). Γενικῶς, ἡ νυκτερινή προσευχή ὠφελεῖ πολύ τόν πιστό. Τή νύχτα, εὐκολώτερα κινεῖται ἡ καρδιά καί «σκαλίζει» τό πνεῦμα. Ἡ νύχτα, ὅπως ὀρθά ἔχει εἰπωθεῖ, φανερώνει κόσμους πού κρύβει τό φῶς. Γι᾿ αὐτό καί οἱ Μοναχοί κατά τή διάρκεια τῆς νύκτας, μέ ἀδολεσχία καί θεία δίψα μελετοῦν τίς λεπτομέρειες τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου καί ἀφήνουν τό πνεῦμα τους νά «σκαλίζει», νά ἐρευνᾶ τούς κόσμους τοῦ πνευματικοῦ στερεώματος. Τό «χρυσοῦν» στόμα τῆς Ἐκκλησίας θά πεῖ σχετικά: «Ἐννόησον ἡλίκον ἐστίν ἐν νυκτί βαθείᾳ, τῶν ἀνθρώπων καθευδόντων ἁπάντων καί  θηρίων καί κτηνῶν, βαθυτάτης ἡσυχίας οὔσης, μόνον σέ ἐγερθέντα παρρησίᾳ διαλλέγεσθαι τῷ κοινῷ πάντων Δεσπότῃ. Γλυκύς ὁ ὔπνος; Ἀλλ᾿ οὐδέν γλυκύτερον τῆς προσευχῆς. Ἄν κατ᾿ ἰδίαν αὐτῷ διαλεχθῇς, πολλά ἀνύσαι δυνήσῃ, μηδενός ἐνοχλοῦντος σε, μηδέ ἐκκρούοντός σε τῆς δεήσεως· ἔχεις καί τόν καιρόν σύμμαχον πρός τό ἐπιτυχεῖν ὧν θέλεις» (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἐγκώμιον εἰς τούς Ἁγίους Πάντας, ΕΠΕ, 36, 618-620).
          Ἡ λεγομένη «μονολόγιστη εὐχή», δηλαδή τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με», πού προφέρεται ἀκατάπαυστα ἀπό τούς εὐλογημένους Ἀσκητές, τά «πτηνά» τοῦ  Ἄθωνος, συνιστᾶ τόν μεγαλύτερο πνευματικό πλοῦτο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἕναν πλοῦτο ἀστείρευτο καί ἀνεξάντλητο. Αὐτός ὁ πλοῦτος τῆς προσευχῆς διαχέεται καί στόν κόσμο, διότι ἡ προσευχή τῶν Μοναχῶν σώζει τον κόσμο, ἐπισπᾶ ταχύτερα τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
          Στό Ἅγιον Ὄρος, κυρίως στίς Μονές, τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία σέ καθημερινή βάση, διότι στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας (πολύ περισσότερο καί τῶν Μοναχῶν), ἡ θεία Λειτουργία  συνιστᾶ μιά «συνοδοιπορία» ἐγκοσμίων  τῶν ἐπουρανίων, μιά ἕνωση τῶν κάτω καί τῶν ἄνω, μιά κοινωνία ἀνθρώπων καί Ἀγγέλων, κεκοιμημένων καί ζώντων. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερο, ὑψηλότερο καί ἱερότερο ἔργο στόν κόσμο ἀπό τήν θεία Εὐχαριστία πού τελεῖται στούς Ὀρθοδόξους Ναούς! Αὐτή συνιστᾶ τό κέντρο τῆς θείας Λατρείας, πού ἀποτελεῖ τήν πρώτη καί κύρια προτεραιότητα τῶν Ὀρθοδόξων Μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ζοῦν τήν ἀγγελομίμητη πολιτεία, διά τῆς ἀεννάου δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Στό Ἅγιον Ὄρος, ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται καθημερινά, ὅπως ἐλέχθη, σέ Μονές καί Σκῆτες, ὅπου ὑπάρχουν βεβαίως ἱερεῖς - ἱερομόναχοι. Οἱ μοναχοί περισσότερο ἀπό ὅλους γνωρίζουν ὅτι ὅλες οἱ προσευχές καί οἱ ἀκολουθίες τοῦ ἡμερησίου καί ἑβδομαδιαίου κύκλου εἶναι μιά προπαρασκευή γιά τόν ἑορτασμό τῆς Ἡμέρας τοῦ Κυρίου, τῆς Κυριακῆς, γιά τή συμμετοχή στό Δεῖπνο Του. Γνωρίζουν ἐπίσης ὅτι ἡ θεία λειτουργία καλεῖται ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο «Σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς», «Εὐχαριστία», διότι, κατά τόν αὐτόν Πατέρα καί Οἰκουμενικό Διδάσκαλο, αὐτή ἀποτελεῖ ἀνάμνηση πολλῶν εὐεργεσιῶν καί δείχνει τό ἀποκορύφωμα τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς καί γενικά μᾶς προετοιμάζει ἀπό κάθε ἄποψη νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό. «Εὐχαριστία καλεῖται ὅτι πολλῶν ἐστιν εὐεργετημάτων ἀνάμνησις, καί τό κεφάλαιον τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας ἐνδείκνυται καί διά πάντων παρασκευάζει εὐχαριστεῖν». (Εἰς Ματθαῖον Ὁμιλία ΚΕ, 3, MPG. 57, 331). Αὐτή, λοιπόν, ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἡ μεγάλη τρυφή καί διασκέδαση τῶν Ἁγιορειτῶν Μοναχῶν. Μέσα σ᾿ αὐτήν, διά τῆς θείας Μεταλήψεως, ἔχουν τήν εὐκαιρία, «κατατρυφῶντες τά θεῖα Μυστήρια» νά ἑνωθοῦν  μέ τόν Θυσιαζόμενο Δεσπότη, τόν «προσφέροντα καί προσφερόμενον καί προσδεχόμενον καί διαδιδόμενον», ἀλλά καί μέ τούς ἀδελφούς, τούς συγκροτοῦντας τό Εὐχαριστιακόν σῶμα, καί ἔτσι νά προγευθοῦν τήν ἐσχατολογική πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Δέν ὑφίσταται νῆψη καί ἄσκηση, ἀγῶνας καί πάλη πνευματική ἐντός τῶν μοναστικῶν πλαισίων χωρίς θεία Εὐχαριστία, χωρίς θεία Κοινωνία! Ὅλα ἀπό ἐκεῖ ἀρχίζουν καί ἐκεῖ καταλήγουν.
         Σέ καθημερινό ἐπίπεδο, στόν εὐλογημένο καί περίπυστο Ἄθωνα, διά τῆς ἐμπόνου καί ἐυτόνου ἀσκήσεως γίνεται συνεχῆς καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν, ἐκκοπή τῶν ψεκτῶν (=κατηγορημένων) παθῶν (ἤ μᾶλλον «μεταστοιχείωσις» αὐτῶν), σταδιακή ἀνάβαση πρός τά ἄνω, διαρκῆς «λήθη τῶν κάτω», ἀπόρριψη τῶν κακῶν λογισμῶν. Εἶναι μιά συνεχῆς πορεία ἐν μέσῳ ὠδίνων καί ὀδυνῶν, ἀπό τήν κάθαρση, στό φωτισμό καί τήν χαρισματική θέωση, τήν «ἐν πᾶσι αἰσθήσει» γεύση τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ οἰ ἐργασίες, οἱ τέχνες καί τά διάφορα ἐργόχειρα γιά τή συντήρηση τῶν Μονῶν καί τῶν Μοναχῶν θεωροῦνται «πάρεργα», ἀφοῦ τό κυρίως ἔργο εἶναι ἡ πνευματική ἀνάβαση στό Θαβώρ τῆς θεωρίας. Στό Ἅγιον Ὄρος βιώνεται ὁ πραγματικός χριστιανισμός, ὁ ὁποῖος, κατά τήν πατερική ἐμπειρία εἶναι «ζωή, μετοχή καί γνώση ἀκόρεστη. Ὅποιος γεύεται τή γλυκύτητά του, ἡ ἐπιθυμία τῆς μετοχῆς γίνεται ἀκατάσχετη». (Βλ. Μ. Καράμπελια, Ἐμπειρική βίωση τῆς θείας γνώσης, ἐκδ. Σταμούλη, σελ. 395). Οἱ Μοναχοί ὀνομάζονται «μονότροποι», ὅπως ἔγραφε ὁ Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης, σχολιάζοντας Κείμενα τοῦ Ἁγίου Διαδόχου Φωτικῆς. «Μονότροποι λέγονται οἱ μοναχοί, πρός διάκρισιν ἀπό τούς πολυτρόπους καί πολυμερίστους λαϊκούς».  (Διαδ.  Φωτικῆς, Τά Ἑκατόν γνωστικά Κεφάλαια, Κείμενο, Μετάφραση, Σχόλια Θεοκλ. Μοναχοῦ, Διονυσιάτου, σελ. 118). Οἱ Μοναχοί στήν ἐπίγειο παροικία τους, «νήφωντες ἐν πᾶσι» (Β΄Τμ. 4, 5) ἕνα στόχο ἔχουν, τήν ἀπό τά ἐνταῦθα πραγματοποιούμενη θεία ἕνωση, τήν χαρισματική κοινωνία τους μέ τόν ὑπερούσιο «Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης» διά τῶν μεθεκτῶν ἀκτίνων Του, τόν ἀκόρεστο κορεσμό τῆς «ὑπερκάλλου ἀγλαΐας» (Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ). Γι᾿ αὐτό ἀναζητοῦν ἀποκλειστικῶς καί μόνο τήν εὐκαιρία γιά τήν μέθεξη στή θεία ζωή, τήν μετοχή στά οὐράνια, τήν περιχώρηση στά ἄφθαρτα. Γι᾿ αὐτό ἀγωνίζονται ἀδιαλείπτως καί καθημερινῶς, μέσα στήν ἡσυχία, ἀφοῦ ὁ φυσικός χῶρος τους τό προσφέρει μέ ἄνεση,  βιώνοντας ὅμως παράλληλα τήν ἐσωτερική ἡσυχία, πού κατά τούς Πατέρες εἶναι «ἐπιστήμη τῶν λογισμῶν». Οἱ Ἁγιορεῖτες Μοναχοί, ζῶντες «ἐν τῇ στρατείᾳ τῆς ἀγγελοειδοῦς ζωῆς ἐν τῷ ὕψει τῆς οὐρανομιμήτου πολιτείας» (Βλ. Ἀκολουθία τοῦ Μ. Σχήματος), ἀγωνίζονται νυχθημερόν, γιά νά κατασβέσουν μέ τήν προσευχή τήν ὑπαρξιακή δίψα τοῦ θείου ἔρωτος τόν ὁποῖον ζοῦν καθημερινά. Καί μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ εἰσέλθουν στό «θεῖο, ὑπέρφωτο γνόφο», γιά τόν ὁποῖον κάνουν λόγο τά Ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα (Περί Μυστικῆς Θεολογίας 5, MPG. 3, 1045 D), «δι᾿ ἀβλεψίας καί ἀγνωσίας ἰδεῖν καί γνῶναι καταξιοῦνται τόν ὑπέρ θέαν»… Εἶναι χαρακτηριστό ἕνα Τροπάριο τῆς Λιτῆς ἀπό τήν Ἀκολουθία τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, τό ὀποῖο συνέταξε ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καί τό ὁποῖο ἐκφράζει αὐτήν τήν πραγματικότητα. Ἐκεῖ, μεταξύ ἄλλων γράφει: «Πατέρες Πανόσιοι…εἰς τόν ὑπέρφωτον γνόφον καί τήν λεπτήν αὔραν τῆς ἐν τῷ Πνεύματι θεωρίας εἰσήλθετε, τό παχύ νέφος διασχίσαντες τῆς ὕλης˙ καί δι᾿  ἀγνωσίας καί ἀβλεψίας, ἰδεῖν καί γνῶναι, τόν ἀθεώρητον καί ἄγνωστον, ὡς δυνατόν ἀνθρώπῳ κατηξιώθητε».
          Πράγματι, ὅπως εὔστοχα ἔχει λεχθεῖ, οἱ Μοναχοί εἶναι οἱ πλέον ἔξυπνοι ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, ἀφοῦ κατορθώνουν νά δίνουν στή ζωή τους αἰώνιες διαστάσεις καί νά ζοῦν -  μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ πάντα – τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στά ὅρια τῆς παρούσας ζωῆς.
          Ὁ Ἁγιορείτικος Μοναχισμός κατεξοχήν ζεῖ τόν Ὀρθόδοξο Ἡσυχασμό. Τί σημαίνει ὅμως «Ἡσυχασμός» καί τί εἶναι θεολογικά ἡ ἡσυχία, σύμφωνα μέ τήν πατερική Παράδοση καί ἐμπειρία;  Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ καθηγητής τῆς Δογματικῆς τοῦ ΑΠΘ  Δ. Τσελεγγίδης, ἡ «ἡσυχία» ὡς  ἀσκητικός ὅρος ἔχει κατεξοχήν ὑπαρξιακό καί βιωματικό περιεχόμενο. Σημαίνει τήν εἰρήνη τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, πού ἐγκαθίσταται σ᾿  αὐτόν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δεῖ, βδελιχθεῖ καί ἀφαιρέσει τό «εἰδεχθές προσωπεῖον» (τήν ἀπαίσια μάσκα) του, πού συστάθηκε ἀπό τήν περιπλάνηση τοῦ νοῦ, ὅπως γράφει ὁ μεγάλος θεωρητικός διδάσκαλος τῆς ἡσυχίας, Ἁγιορείτης Πατήρ, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. (Βλ. Εἰς τόν βίον τοῦ Ὁσίου Πέτρου τοῦ ἐν Ἄθω, ΕΠΕ, 8, 298).    ἡσυχία συνδέεται ἄρρηκτα μέ τή νήψη τοῦ νοῦ, τήν πνευματική ἐγρήγορση, καί τήν βιωματική ἐμπειρία ὅλων ἐκείνων τῶν καταστάσεων, πού πραγματώνονται στή νήψη κατά πνευματικό καί ἀνέκφραστο τρόπο.  Κατά συνέπεια, ἔργο τοῦ ἠσυχαστῆ εἶναι «ἡ φυλακή τῆς καρδίας» μέ τήν ἀγαπητική τήρηση τῶν ἐντολῶν, τήν πνευματική καθαρότητα καί τήν μυστηριακή ζωή. Μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν ἀποβάλλει ὁ ἡσυχαστής τόν νόμο τῆς ἁμαρτίας καί εἰσάγει στόν ἑαυτό του τήν ἐποπτεία τοῦ νοῦ. Οἱ αἰσθήσεις του ἐλέγχονται μέ τήν ἐγκράτεια, ἐνῶ τό παθητικό τῆς ψυχῆς κυριαρχεῖται ἀπό τήν ἀγάπη καί τό λογιστικό ἀπό τήν νήψη, θά πεῖ καί πάλι ὁ θεωρητικός διδάσκαλος τῆς ἡσυχίας, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. (Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1, 2, 2.)
          Ὁ ἡσυχαστικός βίος παρέχει τήν λειτουργική δυνατότητα στήν θεία Χάρη νά «ἐπισκευάσει» τόν ἔσω ἄνθρωπο καί νά τόν διαμορφώσει πρός τό πρωτότυπο, παρέχοντάς του «ἀνθισμένο» τό ἀρχαῖο καί ἀπερίγραπτο κάλλος του. Ὅπως κατανοοῦμε, πρόκειται για την ὑψίστη ἐμπειρία τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς τήν ὁποία καλεῖται ὁ χριστιανός  νά ζήσει, καί τήν ζεῖ κατεξοχήν ὁ Μοναχός, μέσα στό περιρρέον κλίμα, τό ἡσυχαστικό.
         Ὅλα τά ἀνωτέρω, βιούμενα στόν ἱερό τόπο τοῦ Ἄθωνος, δικαιολογοῦν τήν ἐπωνυμία του ὡς «Κιβωτοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας». Αὐτός εἶναι ὁ πνευματικός πλοῦτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, γιά τόν ὁποῖο χαίρεται ἡ  Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Δικαίως, ὁ  Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Ἁγιορείτης Πατήρ καί μεγάλος Θεολόγος τοῦ 14ου αἰ.  χαρακτηρίζει τό Ἅγιον Ὄρος «ἐπώνυμον τῆς ἁγιωσύνης, μεθόριον μεταξύ κόσμου καί ὑπερκοσμίων καί ἐστία ἀρετῆς». (ΕΠΕ, 2, 350). Δικαίως ὁ μεγάλος  Ἅγιος τοῦ 20ου αἰῶνος, Νεκτάριος ὁ ἐν Αἰγίνῃ ἐπεσκέπτετο συχνά τό  Ἅγιον  Ὄρος χάριν ὠφελείας, παρακινώντας πρός τοῦτο καί πνευματικά του τέκνα, ὅπως βλέπουμε  στήν ἀλληλογραφία του μέ τόν Γέροντα Δανιήλ τόν Κατουνακιώτη (+1929) καί σέ ἄλλα κείμενά του. Δικαίως καί πολλοί πνευματικοί πατέρες παρακινοῦν τούς πιστούς νά ἐπιδιώκουν τήν πνευματική τους ἄνωση, προερχομένη ἐκ τῶν προσκυνημάτων στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἔχουν την εὐκαιρία νά συνομιλήσουν μέ τούς «παθόντας καί εἴτα μαθόντας τά θεῖα» ἐκλεκτούς καί σεβασμίους Πατέρες καί νά λάβουν πνευματικές συμβουλές, ὄντως «ὑποθῆκες ζωῆς». Δικαίως τόσοι κατ᾿ ἔτος εὐλαβεῖς προσκυνητές ἐκ τοῦ κόσμου προστρέχουν στό εὐλογημένο «Περιβόλι τῆς Παναγίας», γιά νά αἰσθανθοῦν, ἔστω ἀμυδρῶς, «Δρόσον Ἀερμων», νά ἐνστερνιστοῦν  κάτι ἀπό τήν ὑψηλή πνευματικότητα τοῦ  Ἄθωνος καί νά μεταφέρουν ἔπειτα στούς οἰκεῖους τους «ἅ ἤκουσαν καί εἶδον», ἀφοῦ ἔγιναν μάρτυρες μιᾶς «ἄλλης ζωῆς», μιᾶς «ἄλλης λογικῆς», μιᾶς ἄλλου εἶδους γνώσεως (τῆς Θεογνωσίας), ἄγνωστης στούς ἀνθρώπους τῆς σημερινῆς, ὑλιστικῆς κοινωνίας…
 
 
 

 

 

 

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

Τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου καί τό σχεδιαζόμενο ἀνθρωπολογικό ἔγκλημα τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν.


 Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Νάσσου
Στόν Χριστιανισμό ὡς Ὀρθοδοξία, ἡ ἀνθρωπολογία εἶναι ἀρρήκτως συνυφασμένη μέ τήν Θεολογία καί δέν μπορεῖ νά ξεχωριστεῖ ἀπό αὐτήν ἐπειδή ἔτσι ἀρέσει στούς ἀνθρώπους τοῦ σκότους, οἱ ὁποῖοι διά μέσου τῶν αἰώνων πολυειδῶς καί πολυτρόπως πολεμοῦν τόν Ἀληθινό Θεό καί τήν ἐπί γῆς ζῶσα εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Στό ἀνθρωπολογικό ἐπίπεδο, λοιπόν, ἡ Ὀρθοδοξία βλέπει τήν κορωνίδα τῆς θεία δημιουργίας, αὐτόν πού ἀποτελεῖ τήν «ἀνακαιφαλαίωσιν τῶν τοῦ Θεοῦ κτισμάτων»[1], τόν ἄνθρωπο,συνθετικά. Τόν θεωρεῖ ἑνωτικά καί ὄχι διαιρετικά ὅπως τόν βλέπουν οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀρχαίους φιλοσόφους.  
Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη Παράδοσή μας, τό σῶμα ἀποτελεῖ ἀναπόστατο ὀντολογικό στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δέν ὑπῆρξε χρονική στιγμή κατά τήν ὁποία νά ὑπῆρχε χωρίς σῶμα, διότι ἐξ ἀρχῆς ὁ πλάστης ἥνωσε δύο στοιχεῖα στόν ἄνθρωπο ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως[2]. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς ὁ μέγας κόσμος μέσα στόν μικρό, εἶναι τό μεθόριο μεταξύ δύο κόσμων, ἡ συμπύκνωση, ἡ συμπερίληψη τοῦ σύμπαντος, ἀφοῦ ἑνώνει τό νοερό καί τό αἰσθητό.[3] Τό σῶμα,  ὡς τό ἕνα ἀπό τά δύο συστατικά στοιχεῖα τῆς ὑπάρξεώς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἱερό, προοριζόμενο νά «συνδιαιωνίσει τήν ψυχή» (Ἀθηναγόρου, περί Ἀναστάσεως), νά ζήσει καί αὐτό στήν ἀτέρμονη Αἰωνιότητα, μετά τήν κοινή Ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπων, κατά τήν Δευτέρα, Ἔνδοξο Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
 Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως γνωρίζουμε, καταφάσκει τό ὑλικό σῶμα, τό τιμᾶ καί τό σέβεται, διότι καί αὐτό μετέχει τῆς χαρισματικῆς θεώσεως, ὅπως ὑπογραμμίζεται ἀπό κορυφαίους Πατέρες καί ἐμπειρικούς Θεολόγους, ὅπως λ.χ. τόν ἅγιο Συμεών τόν Ν. Θεολόγο, τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ κ.ἄ. Τό ἀνθρώπινο σῶμα εἶναι Ναός Θεοῦ κατά τόν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο, ὁ ὁποῖος γράφει πρός τούς Κορινθίους: «ὑμεῖς ναός Θεοῦ ἐστέ ζῶντος»[4].
Ἡ ἀξία καί ἱερότητα τοῦ σώματος παρουσιάζεται σέ πολλά ἁγιογραφικά καί πατερικά ἐδάφια, τά ὁποῖα παραλείπουμε γιά τό στενόν τοῦ χώρου. Καί ἡ ταφή τοῦ σώματος μετά θάνατον διδάσκεται  στήν πράξη ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, ἀπό τόν Ἴδιο τόν «Παθόντα καί Ταφέντα δι᾿ ἠμᾶς» Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς Πατέρες καί ἐφαρμόζεται ἀπό ὅλους τούς πιστούς. Ἡ ὅλη Παράδοσή μας δέχεται τήν ταφή τῶν σωμάτων, μιά πράξη πού ἤδη ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο παραλληλίζεται μέ τή σπορά τοῦ κόκου τοῦ σιταριοῦ καί συνδέεται μέ τήν προσδοκία τῆς νέας ζωῆς.[5] Ἀπό πλευρᾶς Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ἐκκλησίας θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχουν ἔμμεσες ἀναφορές καί θέσεις ὅτι ἡ ταφή εἶναι ὁ μόνος κανονικός τρόπος μεταχειρίσεως τῶν νεκρῶν σωμάτων, γι᾿ αὐτό καί ἀναφέρεται στόν ΙΓ΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκ. Συνόδου ὅτι «περί τῶν ἐξοδευόντων ὁ παλαιός καί κανονικός Νόμος φυλαχθήσεται καί νῦν».[6] Ἀντίθετα, ὑπάρχει Κανονική ἀναφορά ἀπορριπτική τῆς καύσεως στόν ΞΕ΄ Κανόνα τῆς Πενθέκτης Συνόδου, ὁ ὁποῖος κατακρίνει τόν Μανασσῆ γιά τήν καύση τῶν παιδιῶν του μαζί μέ ἄλλες εἰδωλολατρικές πράξεις πού ἔκανε καί γι᾿ αὐτό «ἐπλήθυνε τοῦ ποιῆσαι τό πονηρόν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, τοῦ παροργήσαι αὐτόν».[7]
     Εἶναι ἀπαραίτητο νά ἐπισημανθεῖ ὅτι ὁ βιολογικός θάνατος, μέ τόν ὁποῖο χωρίζονται τά δύο συστατικά τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή καί τό σῶμα δέν ἀποτελεῖ τό τελευταῖο στάδιο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Μετά τήν ἀναχώρηση τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα δέν καταργεῖται ἡ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου. Δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε πώς ἡ ἀδιαίρετη φύση τοῦ ἀνθρώπου παραμένει αἰωνίως ἀδιαίρετη. Προσωρινό ἐπεισόδιο στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἡ σύνδεση τῆς ψυχῆς μέ τό σῶμα, ὅπως δίδασκαν οἱ φιλόσοφοι (Πλάτων). Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους, προσωρινό ἐπεισόδιο εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Καί τό γεγονός αὐτό, στόν μέν Πλατωνισμό βιώνεται ὡς ἀπελευθέρωση τῆς ψυχῆς ἀπό τόν τόπο τῆς φυλακίσεώς της, σέ μᾶς δέ βιώνεται ὡς  διάσπαση τῆς ἑνότητος τοῦ ἀνθρώπου (ὡς «ρῆξη τῆς ψυχοσωματικῆς συμφυΐας» καθώς ψάλλουμε στή Νεκρώσιμο Ἀκολουθία ) καί αὐτή ἡ διάσπαση ὑπερβαίνεται στήν Ἀνάσταση.  Ὁ ἄνθρωπος κατά τήν Πατερική μας Γραμματεία «δυνάμει τέθραυσται, ἵνα ἐν τῇ Ἀναστάσει ὑγιῆς εὑρεθῇ».[8] Δέν χάνεται, οὔτε ἐκμηδενίζεται! Ἄλλωστε, πάλι κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, «σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν».[9]
Οἱ κλασικές περί ἀνθρώπου θέσεις τῆς Φιλοσοφίας, ὅπως α) τοῦ Πλάτωνος περί ἐγκλεισμοῦ τῆς προϋπαρχούσης ψυχῆς στό σῶμα καί β) τοῦ Ἀριστοτέλη περί ἐνοικήσεως τοῦ ἄνωθεν ἐρχομένου νοῦ στό ψυχοσωματικό στοιχεῖο, ἀπό τίς ὁποῖες θεωρίες συνάγεται ὅτι οὐσία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ψυχή ἤ ὁ νοῦς ἀντίστοιχα, παύουν νά ἰσχύουν στήν ὀρθόδοξη Πατερική Θεολογία καί ἀνθρωπολογία. Καί τοῦτο διότι τό «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ στόν ἄνθρωπο ἐντοπίζεται (ἐκτός ἀπό τό λογικό, νοερό, αὐτεξούσιο κλπ.) καί στό σῶμα, τό ὁποῖο γίνεται (ἐμπροϋπόθετα) κατοικητήριο τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ὀγκόλιθος τῆς ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἅγιος Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λαμᾶς θά μᾶς πεῖ  ὅτι «τό συ­ναμφό­τε­ρον», ὁ ὅλος ἄνθρω­πος, ὡς ψυ­χή καί σῶμα, εἶναι καί λέγεται εἰκό­να τοῦ Θε­οῦ: «Μή ἄν ψυ­χήν μό­νην, μή­τε σῶμα μό­νον λέ­γε­σθαι ἄνθρω­πον, ἀλλά τό συ­ναμ­φό­τε­ρον, ὅν δή καί κατ᾿εἰκό­να πε­ποι­η­κέ­ναι Θε­ός λέ­γεται».[10] Νωρίτερα τόν 5ο αἰῶνα, ὁ συνώνυμός του καί ἀδελφός τοῦ Μ. Βασιλείου, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης εἶχε καταθέσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς ψυχοσωματική ὁλότητα εἶναι «γήινον πλάσμα τῆς ἄνω δυνάμεως ἀπεικόνισμα».[11]  Σκοπός δέ τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου πού εἰκονίζει τόν Θεό εἶναι νά χωρέσει μέσα του τόν εἰκονιζόμενο, δηλαδή τόν ἴδιο τόν Θεό. Ὅλα τά ἄλλα ὑποτάσσονται καί ἐντάσσονται στόν σκοπό αὐτό.
Αὐτό τό «γήινο πλάσμα» πού ὡς ἑνωμένο ὅλον ἀπεικονίζει τόν Δημιουργό Του, ἐπιδιώκουν σήμερα νά τό διαχωρίσουν πλατωνικά ἐκεῖνοι πού δηλώνουν τήν ἀπαξία πρός τό σῶμα, ἀφοῦ θέλουν μετά τόν βιολογικό θάνατο καί τήν ἀναχώρηση τῆς ψυχῆς ἀπ᾿ αὐτό νά τό πετοῦν στόν κλίβανο γιά ἀποτέφρωση! Αὐτό τό σῶμα ὅμως, δέν εἶναι ἄχρηστο, οὔτε ἀπόβλητο, ἀλλά ἔχει τήν τιμή καί τήν ἀξία του ὅπως εἴπαμε. Καί τοῦτο διότι ναί μέν εἶναι ὑλικό, ἀλλά ἐμπεριέχει «ἐνσημαινομένας πνευματικάς διαθέσεις» κατά τόν Ἅγιο Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, δηλαδή συνιστᾶ ἕνα πνευματικό γεγονός, ἀφοῦ καί αὐτό δέχεται τήν ἄκτιστη Χάρη καί Ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Δέν θά πρέπει νά ἀγνοοῦμε ὅτι σέ ὁλόκληρη τήν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης,  ἡ καύση τῶν νεκρῶν ἀντιμετωπίζεται ὡς εἰδωλολατρική συνήθεια καί θεωρεῖται ὡς ἀποκρουστική πράξη. Εἰδικότερα, ὁ διά πυρᾶς θάνατος συνδέεται στήν Παλαιά Διαθήκη μέ εἰδεχθῆ ἐγκλήματα. Ἡ Καινή Διαθήκη θεωρεῖ αὐτονόητη τήν ταφή τῶν νεκρῶν, ἐνῶ στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μόνο διῶκτες της κατέφυγαν στήν ἀποτέφρωση τῶν σωμάτων τῶν Χριστιανῶν, γιά νά ἐξαφανίσουν τή μνήμη τους καί νά πλήξουν τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς τους. Κατά τούς νεώτερους, τέλος, χρόνους ἡ καύση τῶν νεκρῶν ἐφαρμόσθηκε καί ὡς κάποια μορφή ἐξαγνισμοῦ τοῦ κόσμου ἀπό τήν παρουσία τους. Εἶναι γεγονός ὅτι οἱ ἀνατολικές θρησκεῖες δείχνουν ἀποστροφή καί ἐχθρότητα πρός τό σῶμα. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅμως, δέν βλέπει τό σῶμα ἐχθρικά οὔτε τό θεωρεῖ ὡς «σῆμα», δηλαδή ὡς τάφο, ὅπως τό θεωροῦσε ὁ Πλάτων, ὥστε νά θέλει νά τό ἀφανίσει μέ τήν φοβερή, ἀσεβῆ καί εἰκονοκλαστική διαδικασία τῆς ἀποτεφρώσεως! Εἶναι ὄντως εἰκονοκλαστική πράξη διότι τό ἀνθρώπινο σῶμα, ὅπως προελέχθη εἶναι Ναός τοῦ Θεοῦ, Ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί τούς Ναούς δέν τούς καῖμε! Τό ἀνθρώπινο σῶμα, αὐτή ἡ φύση τήν ὁποία διά τῆς Ἐνανθρωπήσεως προσέλαβε ὁ Χριστός, εἶναι ἡ ζωντανή Ἐκκλησία, μέσα στήν ὁποία καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά λατρεύσει τόν ἐν τριάδι Θεό. Καί ὅποιοι λατρεύουν ἀληθινά τόν ἄκτιστο Θεό, θεμελιώνουν μέ τά λείψανά τους τίς κτιστές Ἐκκλησίες[12], πού στεγάζουν τούς ζωντανούς, τά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος  τῆς μεγάλης τιμῆς ἀπό μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἱερῶν λειψάνων. Πλοῦτος ἀδαπάνητος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τά ἅγια, ἄφθαρτα και θαυματουργούντα λείψανα τῶν θεοφόρων τέκνων της! Αὐτά φέρουν ἔκδηλα τά σημεῖα τῆς θεώσεως, τά σήμαντρα τοῦ θείου ἐλέους, τά τεκμήρια τῆς ἐν Χριστῷ «ἀνακράσεως»[13]  καί γι᾿ αὐτό  τά διατηρεῖ ἡ Ἐκκλησία ὡς πολύτιμους θησαυρούς. Αὐτῶν τῶν θείων δώρων καί δωρεῶν ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας. Καί κατά τόν θεοφόρο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὅπως ἀπό τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό δέν χωρίστηκε ἡ θεότητα μετά τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό Σῶμα ἐπάνω στόν Σταυρό,  ἔτσι καί στούς Ἁγίους μας,  μετά τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα κατά τόν βιολογικό θάνατο, δέν χωρίστηκε ἀλλά παρέμεινε ἡ θεοποιός Χάρις καί ἐπί τοῦ σώματος, εἰς πίστωσιν τῆς Ἁγιότητος.[14]  Ἄν εἶχε υἱοθετηθεῖ ἀπό παλαιά ἡ καύση τῶν νεκρῶν, θά εἴχαμε σήμερα ἅγια λείψανα;
ποιος βλέπει τό νεκρό σῶμα ὡς λείψανο, ὡς σεβαστό δηλαδή ὑπόλειμμα, κατάλοιπο τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, θέλει νά τό τιμήσει. Καί στήν περίπτωση αὐτή ἡ ταφή καί ἡ μετά ταῦτα διατήρηση τῶν ὀστῶν εἶναι ἱερή. Ἀλλά καί ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία πού ἐπιτελοῦμε στούς κεκοιμημένους ἐν Χριστῷ, ἀκόμη καί ὡς ὁρολογία παραπέμπει σέ ἀγάπη καί φροντίδα.  Ἡ λέξη «κηδεία» προέρχεται ἀπό τό ρῆμα «κήδομαι», πού σημαίνει φροντίζω. Ὅταν κάτι θέλουμε νά τό φροντίσουμε, δέν τό καῖμε! Εἶναι φρικτό καί ἀποκρουστικό καί νά τό σκεφθεῖ κανείς!  Ἄλλο εἶναι νά παραδίδεται μέ τίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας ὁ «σεπτός νεκρός» ὅπως λέμε στή μητέρα γῆ «ἐξ ἧς ἐλήφθη», μέ τή γνωστή  ἐκείνη παραπεμπτική καί θεολογική φράση καί ἄλλο εἶναι νά ὁδηγεῖται ἀπάνθρωπα στή φωτιά πρός ἐξαφάνιση καί τοῦ τελευταίου στοιχείου τῆς ὑλικῆς του ὑποστάσεως!
Ἄν ὅλα αὐτά σήμερα ἀγνοοῦνται, ἤ σκοπίμως παραθεωροῦνται ἀπό τούς δῆθεν προοδευτικούς τοῦ τόπου μας καί υἱοθετοῦνται ξενόφερτες πρακτικές ὅπως ἡ καύση τοῦ σώματος μετά θάνατον γιά τό λόγο ὅτι δῆθεν προκαλοῦνται μολύνσεις καί μικρόβια, ἄς συνειδητοποιήσουν ἐπιτέλους ὅτι τή μόλυνση τή δημιουργοῦν οἱ ζωντανοί· ὄχι οἱ νεκροί! Ἀντίθετα, ὅπως ἔχει τεκμηριωμένα ἐπισημανθεῖ, ρύπανση περιβάλλοντος ὁπωσδήποτε θά προκαλεῖ  καύση τῶν νεκρῶν σωμάτων…
Συμπερασματικά θά καταθέσουμε ὅτι «ἡ καύση τῶν νεκρῶν, ὁποιαδήποτε ἐπιχειρήματα καί ἄν ἔχει πρός ὑποστήριξή της, βρίσκεται ἔξω ἀπό τήν ὀρθόδοξη παράδοση. Τό σῶμα πρέπει νά μπεῖ στόν τάφο, νά ἀποδοθεῖ στή μητέρα γῆ, νά ἐπιστρέψει στό χῶμα ἀπό τό ὁποῖο πλάστηκε, σύμφωνα μέ τό πρόσταγμα τοῦ Δημιουργοῦ του. Νά κοιμᾶται ἤρεμα στό μνῆμα μέχρι τή στιγμή πού θ᾿ ἀκουσθεῖ, κατά τή Δευτέρα Παρουσία ἡ σάλπιγγα τοῦ ἀγγέλου, γιά νά ξυπνήσει μαζί μέ τά ἄλλα νεκρά σώματα ἀπό τόν ὕπνο του, νά ντυθεῖ τά ἄφθαρτα ἱμάτιά του, ν᾿ ἀναστηθεῖ καί, ἑνωμένο πάλι μέ τήν ψυχή του, νά πάει κοντά στόν πλάστη του καί νά κριθεῖ καί αὐτό σύμφωνα μέ ὅσα ἔπραξε κατά τή διάρκεια τοῦ ἐπί γῆς βίου του. Ἄλλωστε ὁ τάφος εἶναι ἕνα σύμβολο, ἡ παρουσία τοῦ ὁποίου τόσο εὔγλωττα διδάσκει τούς ζωντανούς γιά τήν ἀλήθεια τῆς ζωῆς, ἡ ἐστία ἡ ὁποία συγκεντρώνει γύρω της τήν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων γιά τά προσφιλῆ τους πρόσωπα πού ὁ θάνατος ἀφήρπασε».[15]
Εἴθε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ὁ Ὁποῖος, κατά τήν σωτηριώδη Ἔνσαρκο Οἰκονομία του προσέλαβε ὅλον τόν ἄνθρωπο ψυχοσωματικῶς γιά νά τόν σώσει[16], νά μήν ἐπιτρέψει νά ἐκκινήσει ἀπό τήν πόλη μας ἀλλά καί ἀπό καμία πόλη τῆς Ἁγιοτόκου πατρίδος μας αὐτή ἡδιαβεβοημένη ἀσέβεια τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν σωμάτων!
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014
[1] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΝΓ΄, ΕΠΕ, 11, 330 - 332.
[2] Βλ. πρ. Θεοδώρου Ζήση, Εἰσαγωγή στόν Πλάτωνα, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 191.
[3] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος, 45, 7: «Τοῦτο δή βουληθείς ὁ τεχνίτης ἐπιδείξασθαι Λόγος, καί ζῶον ἐξ ἀμφοτέρων (ἀοράτου τε λέγω καί ὁρατῆς φύσεως) δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπον…οἷόν τινα κόσμον ἕτερον, ἐν μικρῷ μέγαν, ἐπί τῆς γῆς ἵστησιν ἄγγελον ἄλλον, προσκυνητήν μικτόν, ἐπόπτην τῆς ὁρατῆς κτίσεως, μύστην τῆς νοουμένης…ὁρατόν καί νοούμενον, τόν αὐτόν πνεῦμα καί σάρκα».
[4] Β΄Κορ. 6, 16.
[5] Α΄Κορ. 15, 36 -37.
[6] «Πηδάλιον», σελ. 141.
[7] Βλ. ΞΕ΄ Καν. τῆς Πενθέκτης Οἰκ. Συνόδου, «Πηδάλιον», σελ.278.
[8] Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρός Αὐτόλικον«Θεοῦ μοναρχία, κόσμου γένεσις καί ἀνθρώπου ποίησις», 2, 26. Βλ. Π. Χρήστου, Ἡ περί ἀνθρώπου διδασκαλία τοῦ Θεοφίλου Ἀντιοχείας, ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Γρηγόριος Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1957.
[9] Α΄Κορ. , 44.
[10] «Τί­νας ἄν εἴποι λό­γους σῶμα κατὰ ψυχῆς», ΜPG 150, 1361C.
[11] Κατηχητικός ὁ Μέγας, 6, MPG. 45, 28 Α.
[12] Ἡ Ζ΄ Ἁγία Οἰκ. Σύνοδος στόν 7ο ἱερό Κανόνα της  διατάσσει τήν καθιέρωση τῶν Ναῶν, διά τῆς τοποθετήσεως σ᾿ αὐτούς ἱερῶν λειψάνων. Γιά νά γίνει βεβαίως αὐτή ἡ καθιέρωση θά πρέπει νά ὑπάρχουν ἱερά λείψανα καί αὐτό λαμβάνει χώρα μόνο μέ τήν ταφήτῶν σωμάτων καί ὄχι μέ τήν καύση τους! Ἡ δέ δύναμις τῶν ἰερῶν λειψάνων εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε, ὅπως άναφέρετσι στά Πρακτικά τῶν Οἰκ. Συνόδων, «ἐκ λειψάνων πολλάκις μαρτύρων καί εἰκόνων ἐλαύνονται δαίμονες». (Βλ. Ζ΄Οἰκ. Σύνοδος, Πράξη 4, Σπ. Μήλια, Πρακτικά, τόμ. Γ΄, 282/782).
[13] Ὁ ὅρος «ἀνάκρασις» χρησιμοποιήθηκε κυρίως ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης. Στήν πρό τῆς Σαρκώσεως τοῦ Λόγου ἐποχή (Παλαιά Διαθήκη)  δέν ὑπῆρχαν βεβαίως οἱ προϋποθέσεις τῆς ἀνακράσεως ἀνθρώπου καί Θεοῦ. Ἡ ἀνάκραση τῶν δύο φύσων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἐπιτρέπει καί τήν ἀνάκραση τῶν ἀνθρώπων μέ τό θεῖο, ἀλλά τώρα πλέον στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἵνα τῇ πρός τό θεῖον ἀνακράσει συναπωθεωθῇ τό ἀνθρώπινον». MPG. 45, 1152 C. Βλ. Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, Β΄, σελ. 608 -609.
[14] «Οὐ γάρ διέστη τούτων ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ὥσπερ οὐδέ τοῦ προσκυνητοῦ σώματος Χριστοῦ διέστη ἡ θεότης ἐπί τοῦ ζωοποιοῦ θανάτου». Φιλοκαλία, τόμ, Δ΄, ἐκδ. Παπαδημητρίου, σελ. 118.
[15] Βλ. Ἀν. Θεοδώρου, «Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ», ἐκδ. «Ἀποστολική Διακονία», Ἀθήνα 1990, σελ. 225.
[16] Βλ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, χαρακτηριστική φράση ἀπό τό Κατά Ἀπολλιναρίου: «Ὅλος ὅλον ἀνέλαβέ με, καί ὅλος ὅλῳ ἡνώθη, ἵνα ὅλον τήν σωτηρίαν χαρίσηται». MPG37, 181 C – 181 A.