Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

ΑΓΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ (+ 1326)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Γεννήθηκε στή Βολυνία καί μόνασε σέ ἡλικία 20 ἐτῶν. Ἵδρυσε βόρεια τοῦ Λβώφ τήν Μονή Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Ἀνεδείχθηκε Μητροπολίτης Ρωσίας ὑποστηριζόμενος ἀπό τόν Ἡγεμόνα τῆς Γαλικίας Γεώργιο Λβόβιχ καί χειροτονήθηκε στήν Κπολη ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀθανάσιο Α’.
Ἡ Πρωθιεραρχεία του σημαδεύθηκε ἀπό τήν μεταφορά τῆς Μητροπολιτικῆς ἕδρας ἀπό τό Κίεβο στή Μόσχα, χωρίς καί πάλι νά ἀλλάξει ὁ τίτλος τοῦ Μητροπολίτη Ρωσίας, γεγονός πού ἐνίσχυσε τήν θέση τῆς τους Ἡγεμονίας ἀπέναντι στίς ἄλλες. Ἐξόχως ὀξυδερκής, κατά τήν ἐμφύλια διαμάχη μεταξύ τῶν Ἡγεμόνων Μιχαήλ Γιαροσλάβιτς τοῦ Τβέρ καί Γεωργίου Ντανίλοβιτς τῆς Μόσχας, ὑποστήριξε ἀνοικτά τόν δεύτερο, διότι διέβλεπε τήν ἀνάγκη ἑνώσεως τῶν μικρῶν Ρωσικῶν Ἡγεμονιῶν κάτω ἀπό μία πολιτική ἕδρα καί ἕνα Ἡγεμόνα. Τελικά ὁ τίτλος τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα κατακτήθηκε ἀπό τόν Ἡγεμόνα τῆς Μόσχας Ἰωάννη Α’ Ντανίλοβιτς Καλιτά (1326), ἀπό τόν ὁποῖο ὁ Μητροπ. Πέτρος ζήτησε τήν ἀνέγερση τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ Κοιμ. Θεοτόκου Κρεμλίνου (Οὐσπένσκυ Σομπόρ), στόν ὁποῖο καί ἐνταφιάσθηκε.
Ἐπισκέφθηκε μέ ἐπιτυχία τόν Τάταρο Χάν Οὐζμπέκ στό στρατόπεδο τῆς Χρυςῆς Ὀρδῆς καί πέτυχε τήν ἔκδοση εὐνοϊκοῦ γιά τήν Ἐκκλησία διατάγματος. Τήν 8η Αὐγούστου 1314 βρῆκε τήν θαυματουργό Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Τόλγας. Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1326. Τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο καί σήμερα φυλάσσεται στόν Καθεδρικό Ναό Κοιμ. Θεοτόκου Κρεμλίνου. Ἡ Κοίμησή του τιμᾶται τήν 21η Δεκεμβρίου καί ἡ Ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου του τήν 24η Αὐγούστου. Τιμᾶται ἀκόμη καί κατά τήν Σύναξη τῶν Ἁγίων Ἱεραρχῶν τῆς Μόσχας, τήν 5η Ὀκτωβρίου.
ΑΓΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ (+ 1830)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Μία τῶν μεγαλυτέρων προσωπικοτήτων τῆς Σερβικῆς ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς Ἱστορίας.
Γεννήθηκε στό Μαυροβούνιο τό 1749 καί σπούδασε στήν Ρωσία (μεταξύ τῶν ἐτῶν 1762 καί 1766), ἀπ' ὅπου ἐπέτρεψε μοναχός. Τό 1782 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος γιά τόν Θρόνο τοῦ Μαυροβουνίου. Ἀγωνίσθηκε κατά τῶν Τούρκων καί τῶν Γάλλων γιά τήν ἀνεξαρτησία τοῦ Μαυροβου-νίου καί ἀναδείχθηκε πολιτικό-θρησκευτικός ἡγέτης τῆς πατρίδος του. Συνεργάσθηκε μέ τόν Ἡγεμόνα Καραγιώργη τῆς Σερβίας κατά τῶν Τούρκων (1809) καί πέτυχε τήν ἕνωση μέ τό Μαυροβούνιο μεγάλων παραθαλασσίων τμημάτων στίς Δαλματικές ἀκτές. Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1830.
Τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο τό 1834 καί σήμερα φυλάσσεται στήν Μονή Τσετίνιε τοῦ Μαυροβουνίου.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 18η Ὀκτωβρίου.

ΑΓΙΟΣ ΠΙΤΙΡΙΜ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΑΜΠΩΦ ΡΩΣΙΑΣ (+ 1689)
Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).


Δεύτερος Ἐπίσκοπος τῆς ἕδρας τοῦ Ταμπώφ, τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ἰωακείμ (1674 - 1690).
Γεννήθηκε στήν Βιάζμα τοῦ Σμολένσκ καί ἔτυχε ἱκανῆς παιδείας. Ἦταν καλλίφωνος ψάλτης καί ταλαντοῦχος ἁγιογράφος. Ἀσπάσθηκε τόν μοναχικό βίο στήν Μονή Τιμίου Προδρόμου στήν πατρίδα του, σέ ἡλικία 21 ἐτῶν. Τό 1677 ἀναδείχθηκε Ἡγούμενος στήν μετάνοιά του καί τό 1685 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Ταμπώφ ἀπό τόν Πατριάρχη Μόσχας Ἰωακείμ (διαδέχθηκε τόν Ἐπίσκοπο Λεόντιο, ὁ ὁποῖος εἶχε πέσει σέ σχίσμα καί ἐξορισθεῖ στήν Μονή ἁγ. Εὐθυμίου, στό Σούζνταλ).
Νηστευτής, ἁπλός καί ταπεινός, ἵδρυσε στήν Ἐπισκοπή του σχολεῖο καί οἰκοτροφεῖο, τήν Μονή τῆς Ἀναλήψεως στό Ταμπώφ (τό 1690, μέ Ἡγουμένη τήν κατά σάρκα ἀδελφή του μ. Αἰκατερίνη) καί τήν Μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου στό Τρεγκουλώφ. Τό 1694, μέ τήν εὐλογία τοῦ Πατριά-χου Μόσχας Ἀδριανοῦ, ἄρχισε τήν ἀνέγερση πέτρινου Καθεδρικοῦ Ναοῦ στήν ἕδρα του, ὅπου ἐργάσθηκε σάν ἀρχιτέκτονας, ἀλλά καί ἁπλός ἐργάτης!
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1698, σέ ἡλικία μόλις 53 ἐτῶν, καί ἐνταφιάσθηκε στό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέφσκι, στόν Καθεδρικό Ναό Μεταμ. Σωτῆρος, στό Ταμπώφ. Ἀναδείχθηκε ἕνας τῶν πλέον θαυματουργῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθοδοξίας (μέχρι τό 1832 εἶχαν καταγραφεῖ 250 περίπου περιπτώσεις θαυματουργικῆς θεραπείας ἀσθενῶν· τό 1913 ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας μελέτησε 128 νεώτερα θαύματα).
Τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο τό 1832. Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε Συνοδικά τό 1914. Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917, τό Λείψανο ἐκτέθηκε στό τοπικό Μουσεῖο τοῦ Ταμπώφ. Μετά τήν πτώση τοῦ μαρξιστικοῦ καθεστῶτος, τό 1988, ὁ Ἐπίσκοπος Ταμπώφ Εὐγένιος παρέλαβε τό Λείψανο καί τό κατέθεσε στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Ἁγίας Σκέπης, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται. (Ἐπισκόπου Ταμπώφ Εὐγενίου, "Ὁ φωστήρας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ταμπώφ - 75η ἐπέτειος τῆς ἁγιοποιήσεως τοῦ ἁγ. Πιτιρίμ"· στό "Περιοδικό τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας", φ. 9/1989, σελ. 19 - 24).
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 27η Φεβρουαρίου καί τήν 28η Ἰουλίου.

ΟΣΙΟΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ ΤΟΥ ΟΥΣΤΓΙΑΝΣΚ ΡΩΣΙΑΣ

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).
Τόν 17ο αἰ., βρέθηκε κοντά στόν ἐνοριακό Ναό τῶν Εἰσοδείων τῆς Θεοτόκου τοῦ χωριοῦ Οὐστγιάνσκ (τῆς Ἐπισκοπῆς Βολόγδας), τό ἀδιάφθορο Λείψανο ἑνός ἀγνώστου Ἁγίου. Δέν ὑπῆρχαν πληροφορίες γιά τήν καταγωγή καί τήν ζωή του. Τό ὄνομά του ἔγινε γνωστό μετά ἀπό ἐμφάνισή του στήν εὐσεβή Σαβέλα.
Τό Λείψανο ἐξετάσθηκε τό 1645 (ἤ 1696) καί τό 1739, ὁπότε καί ἀνεγέρθηκε Παρεκκλήσιο πρός τιμήν τοῦ Ὁσ. Προκοπίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἁγιότητα διακηρύχθηκε Συνοδικά τό 1818. Τό Λείψανο ἔμεινε στήν κοινή θέα γιά δύο αἰῶνες καί ἀναδείχθηκε θαυματουργό. Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917, δέν ὑπάρχουν πληροφορίες γιά τήν τύχη του.
Τιμᾶται τήν 8η Ἰουλίου.

ΟΣΙΟΣ ΡΑΦΑΗΛ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΑΠΙΑ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ (16ος - 17ος αἰ.)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).


Ρουμανικῆς καταγωγῆς, γεννήθηκε στήν Μολδαβία, στήν περιοχή τοῦ Νεάμτς καί ἔγινε ὑποτακτικός τοῦ φημισμένου ἡσυχαστοῦ Εὐφροσύνου, τόν ὁποῖο μιμήθηκε στούς ἀγώνες καί τίς ἀρετές. Τά περισσότερα χρόνια τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς ἀγωνίσθηκε στό Ὄρος Θρόνος καί ἀργότερα στήν Μονή Ἀγαπία πού ἵδρυσε ὁ Γέροντάς του. Γιά τήν ἀρετή του ἀξιώθηκε τῆς Ἱερωσύνης καί τοῦ θαυματουργικοῦ χαρίσματος.
Μετά τήν κοίμησή του, "ἀρκετά θαύματα πραγματοποιήθηκαν ἐπάνω στόν τάφο του καί σάν βεβαιώθηκαν οἱ πατέρες, ὅτι τόν ἐδόξασε ὁ Θεός, ἀνακόμισαν ἄφθαρτο τό ἅγιο Λείψανό του ἀπό τόν τάφο καί τό ἐτοποθέτησαν στήν ἐκκλησία, ὡς κοινό προσκύνημα ὅλων τῶν πιστῶν".
Τό Λείψανο τοῦ Ὁσίου προσκύνησε καί ὁ Μητροπολίτης Μολδαβίας Δοσίθεος, ὁ ὁποῖος καί τόν μνημονεύει στό ἔργο του "Βίοι τῶν Ἁγίων", πού ἐκδόθηκε στό Ἰάσιο τό 1686. Ἀργότερα, λόγῳ τῶν Ὀθωμανικῶν εἰσβολῶν στήν Ρουμανική Χώρα, τό Λείψανο τοῦ Ὁσίου ἐνταφιάσθηκε σέ ἀπόκρυφο τόπο, ὁ ὁποῖος μέχρι σήμερα παραμένει ἄγνωστος.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται κατά τήν Ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων.

ΑΓΙΟΣ ΡΑΦΑΗΛ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΠΡΟΥΚΛΙΝ Η.Π.Α. (+ 1915)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ἀραβικῆς καταγωγῆς, γεννήθηκε τό 1860 στήν Συρία. Τό 1879 ἔγινε μοναχός ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀντιοχείας Ἱερόθεο, ὁ ὁποῖος τόν προσέλαβε στήν προσωπική του ὑπηρεσία. Φοίτησε στήν Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης, μέ ὑποτροφεῖα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Διάκονος χειροτονήθηκε τό 1885 καί Πρεσβύτερος τό 1886. Ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀντιοχείας Γεράσιμο (τοῦ ὁποίου ἦταν μόνιμος συνοδός - Ἱεροκήρυκας), στάλθηκε στήν Ρωσία γιά ἀνώτερες θεολογικές σπουδές καί φοίτησε στήν Θεολογική Ἀκαδημία τοῦ Κιέβου. Τό 1889 χειροθετήθηκε ἀρχιμανδρίτης ἀπό τόν Μητροπ. Μόσχας Ἰωαννίκιο καί ἀνέλαβε τόν Ναό τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας στήν Μόσχα.
Μετά τήν μετάθεση τοῦ Πατριάρχου Γερασίμου στόν Θρόνο τῶν Ἱεροσολύμων, ὁ π. Ραφαήλ ἀρθρογράφησε ὑπέρ τῆς ἐκλογῆς Ἄραβος Πατριάρχου στήν Ἀντιόχεια, μέ ἀποτέλεσμα νά ἔρθει σέ σύγκρουση μέ τόν Κυπριακῆς καταγωγῆς Πατριάρχη ΚΠόλεως Σπυρίδωνα καί νά τεθεῖ σέ ἀργία. Μετά τήν συμφιλίωσή του μέ τόν Πατριάρχη Σπυρίδωνα, ὑπήχθηκε στήν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καί ἀνέλαβε τήν ἕδρα τῶν Ἀραβικῶν Σπουδῶν στήν Θεολογική Ἀκαδημία τοῦ Καζάν.
Τό 1895 προσκλήθηκε ἀπό τήν Φιλανθρωπική Ἕνωση Συρορθοδόξων τῆς Νέας Ὑόρκης καί ἀνέλαβε τήν ἱεραποστολική αὐτή θέση, ἐργαζόμενος ὑπό τόν ἐπ. Τύχωνα, ἔπειτα Πατριάρχη Ρωσίας. Τό 1904 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Μπρούκλιν (ἦταν ὁ πρῶτος Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος πού χειροτονήθηκε στήν Ἀμερικανική ἥπειρο). Μετά τήν μετάθεση τοῦ ἐπ. Τύχωνος συνέχισε τήν ἱεραποστολική του ἐργασία ὑπό τόν Μητροπ. Πλά-τωνα, ἐργαζόμενος ἑνωτικά μεταξύ τῶν διαφόρων ἐθνικοτήτων Ὀρθοδόξων τῆς Ἀμερικῆς. Ὅταν κοιμήθηκε ἄφησε πίσω του 25. 000 περίπου πιστούς, μέ 30 ἐνορίες καί πολλούς Κληρικούς.
Κοιμήθηκε τό 1915 μετά ἀπό σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα. Τό Λείψανό του βρέθηκε ἀδιάφθορο κατά τήν μεταφορά του στό Ἀντιοχειανό χωριό Λιγκονιέρ τῆς Πενσυλβάνια, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται.
Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε τόν Μάρτιο τοῦ 2000 ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἀμερικῆς καί τήν Ἀρχιεπισκοπή Βορείου Ἀμερικῆς τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 27η Φεβρουαρίου.
ΑΓΙΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ ΗΓΕΜΟΝΑΣ ΤΟΥ ΟΥΓΚΛΙΤΣ ΡΩΣΙΑΣ (+ 1285)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).



Ἦταν γιός τοῦ Ἡγεμόνα Βλαδιμήρου καί ἀνηψιός τοῦ ἁγ. Βασιλείου τοῦ Ροστώφ (+ 1238). Γεννήθηκε τό 1235. Μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα του (1248) καί τοῦ μεγάλου ἀδελφοῦ του (1261), ἀνέλαβε τήν ἡγεμονεία, σέ ἡλικία 26 ἐτῶν. Ἐξαιρετικά εὐσεβής καί φιλάνθρωπος ἵδρυσε ἕνα πρωχοκομεῖο καί ἔκτισε 15 περίπου ναούς. Συμμετεῖχε καθημερινά στήν Θεία Λειτουργία καί συνήθιζε νά συναναστρέφεται ἐνάρετους μοναχούς. Ἀπό τό 1280, μετά τόν θάνατο τῆς συζύγου του, ἔζησε στόν κόσμο σάν πραγματικός μοναχός, ἀσχολούμενος μέ ἔργα φιλανθρωπίας καί εὐποιϊας.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1285 καί ἐνταφιάσθηκε στήν Μονή Μεταμ. Σωτῆρος τοῦ Ἄγκλιχ. Τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο τό 1486. Τό 1595 ἐξετάσθηκε ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Καζάν καί ἔπειτα Πατριάρχη ἅγ. Ἑρμογένη (+ 1612), μέ ἐντολή τοῦ Πατριάρχη ἁγ. Ἰώβ καί στήν συνέχεια ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε Συνοδικά. Τό 1609, κατά τήν Περίοδο τῶν Ταραχῶν (1584 - 1613), τό Λείψανο κάηκε ἀπό τούς Πολωνούς, μαζί μέ τόν ναό στόν ὁποῖο ἦταν κατατεθημένο. Τμήματα τοῦ Λειψάνου πού διασώθηκαν φυλάσσονται στήν Μονή Μεταμ. Σωτῆρος τοῦ Οὔγκλιτς.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 3η Φεβρουαρίου.
ΟΣΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΑΓΙΑΣΜΕΝΟΣ (+ 533)
Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ἕνας τῶν μεγάλων Μοναστικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Γεννήθηκε στήν Καππαδοκία τό 439, ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς. Μόνασε σέ ἡλικία μόλις 8 ἐτῶν ! στήν Μονή τῶν Φλαβιανῶν, στήν πατρίδα του, καί ἀγωνιζόμενος ἔφθασε σέ ὕψη ἀρετῆς καί πλήρη ἀπάθεια (μαρτυρεῖται, ὅτι κάποτε μπῆκε μέσα στόν ἀναμμένο φοῦρνο, γιά νά βγάλει τά ἐνδύματα τοῦ ἀρτοποιοῦ μοναχοῦ, χωρίς νά βλαφθεῖ!). Σέ ἡλικία 18 ἐτῶν πῆγε στά Ἱεροσόλυμα καί ἔγινε μαθητής τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου. Ἐλεήθηκε μέ τά Ἁγιοπνευματικά χαρίσματα τῶν ἰαμάτων καί τῆς προφητείας καί ἀναδείχθηκε "πολιστής τῆς ἐρήμου" καί "Πατήρ Πατέρων", μέ τήν ἵδρυση τῆς περιώνυμης Λαύρας πού φέρει τό ὄνομά του. Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 533, σέ ἡλικία 94 ἐτῶν.
Τό 548, 16 χρόνια μετά τήν κοίμησή του, τό Λείψανό του βρέθηκε ἄφθαρτο, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ βιογράφος του Κύριλλος Σκυθοπολίτης, ὅταν ἀνοίχθηκε ὁ τάφος του γιά νά ἐνταφιαστεῖ ὁ Ἡγούμενος Κασσιανός. «Τῆς τιμίας θήκης ἀνοιχθείσης – γράφει – πρός τό κατατεθῆναι τοῦ μακαρίου Κασσιανοῦ τό λείψανον, κατέβην προσκυνῆσαι τοῦ θείου πρεσβύτου τό σῶμα καί εὗρον αὐτό σῶον καί ἀδιάλυτον πεφυλαγμένον καί θαυμάσας ἐδόξασα τόν Θεόν τόν δοξάσαντα τόν δοῦλον Αὐτοῦ καί τῆ ἀφθαρσίᾳ τιμήσαντα αὐτόν πρός τῆς κοινῆς ἀναστάσεως καί καθολικῆς» (Ed. Schwartz, “Kyrillos von Skythopolis”, 1884).
Τό Λείψανο τοῦ ἁγ. Σάββα μεταφέρθηκε ἀπό τήν Παλαιστίνη στήν ΚΠολη κατά τήν περίοδο τῶν Ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν καί μᾶλλον κατατέθηκε στό Μαρτύριο τοῦ ἁγ. Ἀναστασίου τοῦ Πέρσου (στό Στρατήγιο, στόν περίβολο τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγ. Φιλήμονος), ἐφ’ ὅσον κατά τό Τυπικό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τελοῦνταν ἐκεῖ σύναξις τήν 5η Δεκεμβρίου πρός τιμήν.
Γιά τίς συνθῆκες κάτω ἀπό τίς ὁποίες τό Λείψανο μεταφέρθηκε στή Βενετία ἐπικρατοῦν στή Δύση δύο παραδόσεις. Σύμφωνα μέ τήν πρώτη τό Λείψανο εἶχε μεταφερθεῖ στήν ΚΠολη, ἀπ’ ὅπου τό 1026 τό ἔκλεψε ὁ Βενετός εὐγενής Πέτρος Centranico (ἔπειτα Δόγης, 1026 – 1031), ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Δόγη Tribunio Menio (982 - 1026), τό μετέφερε στή Βενετία καί τό κατέθεσε στό Ναό τοῦ ἁγ. Ἀντωνίνου.
Σύμφωνα μέ τήν δεύτερη παράδοση τό Λείψανο δέν μεταφέρθηκε ποτέ στήν ΚΠολη, ἀλλά διαφυλάχθηκε στόν ἅγ. Ἰωάννη τῆς Ἄκρας, ἀπ’ ὅπου μεταφέρθηκε ἀπό τούς Γενουάτες στήν ἀνταγωνίστρια τῆς Βενετίας πόλη τους. Τό 1257 οἱ Βενετοί πέτυχαν νά μεταφέρουν τό Λείψανο στή Βενετία.
Ἡ παρουσία τοῦ Λειψάνου τοῦ ἁγ. Σάββα στή Βενετία ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τήν σχετική ὁμολογία τοῦ Σαββαϊτου Μοναχοῦ Σωφρονίου στόν Μητροπολίτη Ρωσίας ἅγ. Μακάριο, τό 1547.
Τό 1965, μετά ἀπό ἐνέργειες τοῦ Πατριάρχου Βενεδίκτου, ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ἐπέστρεψε τό Λείψανο στό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων καί φυλάσσεται ἔκτοτε στή Μονή του.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 5η Δεκεμβρίου.
ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Α' ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΕΡΒΙΑΣ (+ 1236)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).



Ὁ Πρίγκιπας Ράσκο, νεώτερος γιός τοῦ Σέρβου Μεγάλου Ζουπάνου Στεφάνου Α' Νεμάνια (ὁσ. Συμεών) καί τῆς Βυζαντινῆς Πριγκίπισσας Ἄννας (ὁσ. Ἀναστασίας, 22α Ἰουνίου). Μόνασε νεώτατος στήν Ρωσική Μονή τοῦ ἁγ. Παντελεήμονος, στό Ἅγιο Ὄρος. Ἡ ἐπιλογή του αὐτή ὁδήγησε καί τούς γονεῖς του στήν ἀπόφαση τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως. (Ὁ πατέρας του μόνασε ἀρχικά στήν Μονή τῆς Στουντένιτσας, τήν ὁποία εἶχε ἱδρύσει, καί στήν συνέχεια στό Ἅγιο Ὄρος, ὅπου μαζί μέ τόν γιό του μ. Σάββα ἵδρυσαν τήν Σερβική Μονή Χιλανδαρίου, μέ χρυσόβουλλο τοῦ Αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Γ' τοῦ Κομνηνοῦ).
Στόν ἅγ. Σάββα ἡ Σερβική Ἐκκλησία ὀφείλει τήν ἀνεξαρτησία καί τήν ὀργάνωσή της. Περίπου τό 1219, ὁ Ἅγιος ἐπισκέφθηκε στήν Νίκαια, τίς πολιτικές καί ἐκκλησιαστικές Ἀρχές τοῦ Βυζαντίου, γιά τήν ἐπίλυση μοναστηριακῶν διαφορῶν. Ἐκεῖ πέτυχε τήν ἀναγνώριση ἀπό τόν Αὐτοκράτορα Θεόδωρο Λάσκαρη καί τόν Πατριάρχη Μανουήλ Σαραντινό, τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας καί χειροτονήθηκε ὁ ἴδιος πρῶτος Ἀρχιεπίσκοπός Της. Διοίκησε τήν Σερβική Ἐκκλησία ἀρχικά ἀπό τήν Βασιλική Μονή τῆς Στουντένιτσας καί στήν συνέχεια ἀπό τήν Μονή τῆς Ζίτσας. Ἵδρυσε 12 Ἐπισκοπές, χειροτόνησε Ἐπισκόπους, μετέφρασε τόν "Νομοκάνονα" τοῦ Μεγάλου Φωτίου, ἔφερε καλλιτέχνες ἀπό τήν ΚΠολη γιά τήν ἀνέγερση καί διακόσμηση ναῶν στήν Σερβία καί ἐγκαινίασε μία λαμπρή περίοδο εἰρήνης, προόδου καί ἀρίστων σχέσεων μέ τό Βυζάντιο.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά στό Τύρνοβο τῆς Βουλγαρίας, τό 1236. Τό Λείψανό του διαφυλάχθηκε ἀδιάφθορο στήν Σερβική Μονή τοῦ Μιλέσεβο, γιά 350 περίπου χρόνια, μέχρι τήν πυρπόλησή του ἀπό τόν Ὀθωμανό Σινάν Πασά στό Βελιγράδι, τό 1594, σέ ἀντίποινα γιά τήν πατριωτική δράση τοῦ Πατριάρχη Σερβίας Ἰωάννη.
Κοίμησή του τιμᾶται τήν 14η Ἰανουαρίου, ἡ Ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου του τήν 6η Μαϊου καί ἡ πυρπόληση τοῦ Λειψάνου του τήν 27η Ἀπριλίου.

ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Β' ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΕΡΒΙΑΣ (+ 1271)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).


Βασιλικῆς καταγωγῆς, γόνος τοῦ Ἡγεμονικοῦ Οἶκου τῶν Νεμάνια, ἦταν γιός τοῦ Κράλη Στεφάνου Β’ τοῦ Πρωτοστεφῆ (ὁσίου Σίμωνος, + 1228, 24η Σεπτεμβρίου) καί τῆς Βυζαντινῆς Πριγκίπισσας Εὐδοκίας, κόρης τοῦ Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Γ' Κομνηνοῦ (1195 - 1203), ἄρα ἀνηψιός τοῦ ἁγ. Σάββα Α’.
Ὁ κατά κόσμον Πρεδισλάβος γεννήθηκε τό 1208 καί μετά ἀπό ἕνα προσκύνημα στούς Ἁγίους Τόπους ἐγκαταβίωσε στή Σερβική Μονή Χιλανδαρίου Ἁγίου Ὄρους. Ὑπηρέτησε τήν Σερβική Ἐκκλησία σάν Ἐπίσκοπος Ζαχουμίου καί τό 1263 ἀναδείχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά στή Μονή τοῦ Πεκκίου τό 1271. Τά Λείψανά του ἀνακομίσθηκαν ἀδιάφθορα καί σήμερα φυλάσσονται στό Πατριαρχεῖο Πεκκίου.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 8η Φεβρουαρίου.

ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Γ' ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΕΡΒΙΑΣ (+ 1316)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).


Ἁγιορείτης μοναχός, ὑπηρέτησε τήν Σερβική Μονή Χιλανδαρίου σάν Ἡγούμενος, ἀπό ὅπου ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος Πριζρένης. Τό 1309 διαδέχθηκε στόν Ἀρχιεπισκοπικό Θρόνο τῆς Σερβίας τόν Ἀρχιεπίσκοπο Εὐστάθιο Β’. Μέ θεολογική κατάρτιση, ἡσυχαστικό πνεῦμα καί ἰδιαιτέρως εὐλαβής, ὑπηρέτησε τήν Σερβική Ἐκκλησία μέχρι τήν κοίμησή του, τό 1316.
Τό Λείψανό του φυλάσσεται ἀδιάφθορο στό Ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Πατριαρχείου Πεκκίου.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 26η Ἰουλίου.

ΟΣΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ - "ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ", Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ (14ος αἰ.)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).


Μία τῶν μεγάλων μορφῶν τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ. Γεννήθηκε στήν Θεσσαλονίκη, ἀπό γονεῖς εὐλαβεῖς, καί μετά τήν δέουσα προπαιδεία μόνασε στόν Ἄθωνα. Προσκύνησε στούς Ἁγίους Τόπους, ὑποκρίθηκε τόν Σαλό στήν Κύπρο, γεύθηκε σέ σπήλαιο τοῦ Ἰορδάνη τήν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου φωτός καί ἀσκήθηκε στήν ΚΠολη, ὅπου κοιμήθηκε. Τόν βίο του κατέγραψε ὁ ἅγ. Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, Πατριάρχης ΚΠόλεως (+ 1379).
Τήν 5η Ὀκτωβρίου 1840 βρέθηκαν στό κοιμητήριο τῆς Μονῆς Βατοπεδίου, τά Λείψανα ἑνός ἀγνώστου Ὁσίου. Τά Λείψανα αὐτά κατά τόν Ἁγιορείτη Μοναχό Ἀνδρέα Θεοφιλόπουλο, "βρέθηκαν ἀδιάφθορα μέ ἄρρητη εὐωδία" ("Γεροντικό τοῦ Ἁγίου Ὄρους", σελ. 294) καί σήμερα σώζονται στή Μονή "ἐν δέρματι". Τόν ἄγνωστο αὐτό ἀσκητή οἱ μοναχοί τῆς Μονῆς ἀποκάλεσαν Εὐδόκιμο, ἐπειδή εὐδοκίμησε - πέτυχε στήν σωτηρία τῆς ψυχῆς του, ὅπως ἀπέδειξαν καί τά θαύματά του. Ἀργότερα ὁ ἄγνωστος Ὅσιος ἐμφανίσθηκε σέ ἕνα ἐνάρετο ἀσκητή καί στόν Ἡγούμενο καί τούς εἶπε: "Σάββας εἶναι τό ὄνομά μου, ἀλλά δέν πειράζει· οἱ Πατέρες ἄς μέ λένε Εὐδόκιμο". Ἔτσι στήν Ἁγιορειτική συνείδηση ὁ ἅγ. "Εὐδόκιμος" ταυτίζεται μέ τόν ὅσ. Σάββα τόν διά Χριστόν Σαλό (Βλ. Δημ. Τσάμη, "Φιλοθέου Κοκκίνου, Βίος ἁγ. Σάββα τοῦ Νέου", σελ. 1983).
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 5η Ὀκτωβρίου.
Σημείωσις: Ὁ Ἱερομόναχος Μακάριος Σιμωνοπετρίτης στόν "Νέο Συναξαριστή..." του, μνημονεύει χωριστά τούς ἁγίους Εὐδόκιμο καί Σάββα (τήν 5η Ὀκτωβρίου), σημειώνοντας, ὅτι "ἡ παράδοσι τοῦ Βατοπεδίου συνεχίζει τήν ταύτιση τοῦ ἁγ. Εὐδοκίμου μέ τόν ἅγ. Σάββα, παρά τίς ἀμφιβολίες πού ἔχουν ἐκφρασθεῖ, λαμβανομένου ὑπ' ὄψη τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ ἅγ. Σάββας ἀναφέρεται ὅτι ἀπεβίωσε στήν ΚΠολη· ἐφ' ὅσον ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει ἀποφασίσει ἐπ' αὐτοῦ, ἡ μνήμη τοῦ ἁγ. Σάββα εἶναι προσωρινά τοποθετημένη ἐδῶ, μετά ἀπό ἐκείνη τοῦ ἁγ. Εὐδοκίμου". ("The Synaxarion..." τ. 1, Σεπτεμβρίου - Ὀκτωβρίου, σελ. 286).

ΟΣΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ΤΟΥ ΣΒΕΝΙΓΚΟΡΟΝΤ ΡΩΣΙΑΣ (+ 1406)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ὑπῆρξε μαθητής τοῦ ὁσ. Σεργίου τοῦ Ραντονέζ, λάτρης τῆς ἡσυχίας καί μεγάλος ἀγωνιστής τῆς ἀσκήσεως. Ἀπό τόν Γέροντά του ὅσ. Σέργιο ὁρίσθηκε Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Κοιμ. Θεοτόκου, τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ Μεγ. Ἡγεμόνας ἅγ. Δημήτριος Ντόνσκοϊ, σέ ἀνάμνηση τῆς νίκης τῶν Ρώσων κατά τῶν Τατάρων τοῦ Χάν Μαμάη. Τό 1392, μετά τήν ἀναχώρηση τοῦ ὁσ. Σεργίου στή ἔρημο, ὁ ὅσ. Σάββας ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία τῆς Λαύρας τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τό 1399 ἵδρυσε τήν Μονή τοῦ Σβενίγκοροντ, μέ τήν βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ του τέκνου Μεγ. Ἡγεμόνα Γεωργίου Δημήτριεβιτς. Στό Συναξάριό του (τοῦ 16ου αἰ.), σημειώνεται ἐμφάνισή του στόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Σαβίνσκ Διονύσιο καί τοῦ ζήτησε νά ἁγιογραφήση τήν μορφή του.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1406. Τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο τό 1652. Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917, δέν ὑπάρχουν πληροφορίες γιά τήν τύχη του.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 3η Δεκεμβρίου καί ἡ Ἀνακομιδή του τήν 19η Ἰανουαρίου.
ΟΙ ΕΞΙ ΑΔΙΑΦΘΟΡΕΣ ΟΣΙΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΝΤΙΒΙΓΙΕΒΟ
Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ἡ περιώνυμος Μονή τοῦ Ντιβίγιεβο στήν κεντρική Ρωσία, ἔργο ζωῆς τοῦ μεγάλου Ἁγίου τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας ὁσ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ (+ 1833), πέραν τῶν χαριτοβρύτων Λειψάνων τοῦ ὁσ. Σεραφείμ, φυλάσσει ὡς πολύτικο πνευματικό καί κειμηλιακό θησαυρό καί τά 6 ἀδιάφθορα Λείψανα τῶν Ὁσίων Πελαγίας, Παρασκευῆς καί Μαρίας τῶν διά Χριστόν Σαλῶν, Ἀλεξάνδρας Καθηγουμένης καί Μάρθας καί Ἑλένης τῶν μοναζουσῶν.
Τόν βίο τῶν χαριτωμένων αὐτῶν ψυχῶν παρουσιάζουν συγκεντρωτικά οἱ Ἰστότοποι http:// simplyxpress. wordpress.com/ καί http:// www.proskynitis. blogspot.com/, ἀπό ἀντλοῦμε τήν δική μας παρουσίαση, ἐμπλουτισμένη μέ στοιχεῖα καί ἀπό τίς δικές μας ἐργασίες καί ἄλλη βιβλιογραφία. Ὅλες οἱ ἐργασίες ἔχουν βασισθεῖ κατά κύριο λόγο στά ἐξαιρετικά ἔργα τοῦ κ. Πέτρου Μπότση.
Στήν δημοσιευόμενη φωτογραφία οἱ ἑξι λάρνακες μέ τά ἀδιάφθορα Λείψανα τῶν Ὁσίων γυναικῶν καί ὁ Μακ. Πάπας καί Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας κ. Θεόδωρος ὡς προσκυνητής αὐτῶν καί τῆς Μονῆς.

Ἡ Ὁσία Πελαγία , ἡ διά Χριστόν Σαλή (+ 1884)
Ἡ κατά κόσμον Πελαγία Ἰβάνοβνα Σερεμπρενίκοβα, γεννήθηκε τό 1809 στό Ἀρζαμᾶς, πόλη τῆς κεντρικῆς Ρωσίας, στήν οἰκογένεια τοῦ ἐμπόρου Ἰβάν Ἰβάνοβιτς Σουρίν. Σέ μικρή ἡλικία ἡ Πελαγία ἔμεινε ὀρφανή ἀπό ἀπό πατέρα καί ἡ μετέρα της ἀναγκάσθηκε νά παντρευτεῖ γιά δεύτερη φορά ἕναν ἄνθρωπο ἄξεστο καί σκληρό, τόν Ἀλέξιο Νικήτητς Κορόλεφ, ὁ ὁποῖος εἶχε καί δικά του παιδιά ἀπό προηγούμενο γάμο. Ἀπό τότε ἡ διαβίωση τῆς Πελαγίας στό πατρικό της σπίτι ἔγινε μαρτυρική.
Σέ μικρή ἐπίσης ἡλικία ἡ Πελαγία ἀρρώστησε σοβαρά καί ἔμεινε στό κρεββάτι γιά μεγάλο διάστημα. Ὅταν συνῆλθε ἦταν ἕνας διαφορετικός ἄνθρωπος, μέ διαταραγμένη ψυχολογική συμπεριφορά. Ἄρχισε νά κάνει διάφορες ἀνοησίες, μέ ἀποτέλεσμα νά δέχεται τιμωρίες καί ξυλιές. Στήν πραγματικότητα ἀπό τότε εἶχε ἀρχίσει τήν ἄσκηση τῆς διά Χριστόν σαλότητος, ἀλλά αὐτό τότε δέν τό ἀντιλήφθηκε κανείς.
Ὅταν ἡ Πελαγία ἦρθε σέ ἡλικία γάμου, παρά τίς ἀντιρήσεις της, σέ ἡλικία 19 ἐτῶν παντρεύθηκε τόν Σέργιο Βασίλιεβιτς Σερεμπένικωφ. Ὁ νεαρός σύζυγος, θέλοντας ἐνδεχομένως νά τήν βοηθήσει στήν παράξενη συμπεριφορά της, τήν πῆγε μαζί μέ τήν μητέρα της νά προσκυνήσουν στό Σάρωφ καί πάρουν τήν εὐλογία τοῦ μεγάλου Στάρετς ὁσ. Σεραφείμ. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος, μόλις ἀντίκρυσε τήν Πελαγία, τῆς ἔκανε μία ἐδαφιαῖα μετάνοια καί τῆς ἔδωσε ἕνα κομποσχοῖνι, ἀποκαλῶντας την Μάτουσκα (Μητέρα). Ὅταν ἔφυγαν, ὁ Ἅγιος πλησίασε τόν συμμοναστή του Ἰβάν Ταμπάρτσεφ καί τοῦ εἶπε ὅτι ἡ Πελαγία νά γίνοταν ἕνα ἀστέρι πού θά φώτιζε ὁλη τήν Ρωσία!
Ἀπό τήν ἐπίσκεψη αὐτή καί μετά ἡ συμπεριφορά τῆς Πελαγίας ἔγινε ἀκόμη πιο ἀσύμβατη μέ τά κοινωνικά πρότυπα. Ἀργυπνοῦσε τίς νύχτες προσευχομένη, κοιμόταν σ’ ἕνα φέρετρο, ζητιάνευε μισόγυμνη στούς δρόμους, μοίραζε τά χρήματα τῆς οἰκογένειας στούς φτωχούς. Ἔτσι ὀ ἄνδρας της τήν ἔδιωξε ἀπό τό σπίτι καί ὑποχρεώθηκε νά ἐπιστρέψει στό πατρικό της, ὅπου ὅμως τήν περίμεναν νέες περιπέτειες. Τά παιδιά τοῦ πατριοῦ της τήν μισοῦσαν, ὁ ἴδιος τήν ἔδερνε καί ἡ μικρή του κόρη ἔβαλε κάποιον νά τήν πυροβολήσει καί ὅταν αὐτός ἀστόχησε ἄκουσε τήν Πελαγία νά τοῦ λέει, ὅτι πυροβόλησε τόν ἑαυτό του! (Πράγματι μετά ἀπό λίγο ὁ παρ’ ὀλίγον δράστης αὐτοκτόνησε!).
Μετά ἀπό ὅλα αὐτά ἡ ταλαιπωρημένη μητέρα τῆς Πελαγίας ἐπισκέφθηκε καί πάλι τόν ὅσ. Σεραφείμ καί τοῦ περιέγραψε τήν κατάσταση. Φωτιζόμενος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα ὁ Στάρετς διεῖδε τήν διά Χριστόν σαλότητα τῆς μακαρίας καί συνέστησε στή μητέρα της νά τήν ἀφήσουν ἐλεύθερη (διότι μέχρι τότε τήν ἔδεναν), νά ἀκολουθήσει τόν δρόμο πού τῆς εἶχε ὁρίσει ὁ Θεός. Ἀπό τότε ἡ μακαρία περνοῦσε τίς παγωμένες νύχτες στό προαύλιο τῆς ἐκκλησίας, μέ θερμές προσευχές καί ἀστήρευτα δάκρυα, ντυμένη μέ κουρέλια, καλῶντας μέ ἀπεγνωσμένες κραυγές τούς πιστούς σέ μετάνοια.
Μ’ αὐτό τόν τρόπο ζωῆς πέρασαν 4 χρόνια. Ὅταν τό 1833 κοιμήθηκε ὁ ὅσ. Σεραφείμ, ἡ προορατική ἀδελφή τῆς Μονῆς Ντιβίγιεβο Γερόντισσα Ἰουλιανή Γρηγορίεβνα, συνάντησε τήν Σαλή Πελαγία στόν δρόμο καί ζήτησε ἀπό τήν μητέρα της νά τῆς ἐπιτρέψει νά τήν πάρει στό μοναστήρι. Πρίν φύγει ἀπό τό πατρικό της ἡ Πελαγία, ἀπόλυτα λογική, ἔκανε σ’ ὅλους μία μεγάλη μετάνοια λέγοντας: «Γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συγχωρέστε με, δέν θά ξαναγυρίσω κοντά σας ὥσπου νά πεθάνω»!
Στό Ντιβίγιεβο ἡ Πελαγία συνέχισε τίς σαλότητες μέ ἀποτέλεσμα ἄλλες μοναχές νά τήν σέβονται, ἄλλες νά τήν φοβοῦνται, ἄλλες νά τήν κοροϊδεύουν καί ἄλλες νά τήν χτυποῦν! Σάν ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ὑπέρτατης ταπείνωσης ἡ μακαρία ἐλεήθηκε ἀπό τόν Θεό μέ Ἁγιοπνευματικά χαρίσματα. Θεράπευσε λ.χ. τόν καλλιτέχνη Μ. Π. Πετρώφ τοῦ ὁποίου τό χέρι εἶχε παραλύσει, ἔσβησε ἀπό μακρυά μία πυρκαγιά, ἄρχισε νά ἐμφανίζεται «καθ’ ὕπνον» σέ ἀσθενεῖς καί νά τούς θεραπεύει!). Προφήτευσε ἀκόμη τήν ἐπανάσταση πού θά κατέστρεφε τήν Ἁγία Ρωσία καί τήν δολοφονία τοῦ Τσάρου Ἀλεξάνδρου Β’, γιά τόν ὁποῖο ἔκλαιγε συνεχῶς.
Μετά ἀπό 20 χρόνια τέτοιας μαρτυρικῆς βιοτῆς (τό 1853), ἐμφανίσθηκε στόν ὕπνο της ὁ ὅσ. Σεραφείμ καί τῆς ἔδωσε ἐντολή νά μείνει ἔγκλειστη στό κελλί της. Ἐκεῖ ἡ μακαρία ἔζησε ἄλλα 31 χρόνια, προσευχομένη ἀδιαλείπτως, ἀποφεύγοντας τούς ἀνθρώπους καί τρεφομένη μόνο μέ μαῦρο ψωμί! Προεῖδε τόν θάνατό της ἑπτά χρόνια πρίν καί τόν ὑποδέχθηκε προετοιμασμένη μέ τά Ἄχραντα Μυστήρια. Κοιμήθηκε τήν 30η Ἰανουαρίου 1884 καί ἐνταφιάσθηκε πίσω ἀπό τό ἱερό τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος, μέσα σέ ἕνα φέρετρο ἀπό κυπαρρίσι, ντυμένη μέ τά ἐνδύματα πού συνήθιζε (μία λευκή μπλοῦζα, ἕνα σαραφάν, ἕνα μάλλινο σάλι καί ἕνα λευκό μαντήλι). Τό Λείψανό της ἔμεινε ἄταφο 9 ἡμέρες, χωρίς νά παρουσιάσει σημεῖα φθορᾶς καί καθημερινά ἀναπέμπονταν 30 – 40 Τρισάγια, ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς μακαρίας της ψυχῆς!
Κατά τήν ἀνακομιδή της τό Λείψανό της βρέθηκε ἀδιάφθορο καί σήμερα φυλάσσεται στή Μονή τοῦ Ντιβίγιεβο.
Ἡ μνήμη της τιμᾶται τήν 30η Ἰανουαρίου.

Ἡ Ὁσία Παρασκευή, ἡ διά Χριστόν Σαλή (+ 1915)
Ἡ Πάσα τοῦ Σάρωφ – Ντιβίγιεβο, κατά κόσμον Εἰρήνη, κατάγοταν ἀπό οἰκογένεια χωρικῶν τῆς περιοχῆς τοῦ Ταμπώφ, ὅπου γεννήθηκε τό 1785. Ἀρχικά ἔζησε ἔγγαμο βίο, ἀλλά δέν ἀπέκτησε παιδιά. Ὅταν ἀπεβίωσε ὁ σύζυγός της ἔκανε ἕνα προσκύνημα στό Κίεβο, ὅπου προσευχήθηκε στήν περιώνυμη Λαύρα τῶν Σπηλαίων καί ἀποφάσισε νά ἀφιερωθεῖ στόν Θεό. Ἐκεῖ στό Κίεβο ἔγινε μοναχή καί πῆρε τό ὄνομα Παρασκευή. Ὅμως κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ὁ τόπος τῆς ἀσκήσεώς της ἦταν τό Σάρωφ, ὅπου ἔζησε 30 χρόνια μέσα στό δάσος, ὡς διά Χριστόν Σαλή, σέ μία χωμάτινη σπηλιά πού ἔσκαψε μόνη της. Ἐκεῖ κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ὑπέστη τήν ἴδια δοκιμασία μέ τόν ὅσ. Σεραφείμ. Τήν χτύπησαν κακοποιοί καί ἔκτοτε μέ ἐντολή τοῦ Ἁγίου ἐγκαταστάθηκε στό Ντιβίγιεβο.
Ὑπῆρξε ἡ πνευματική μητέρα καί καθοδηγητής μιᾶς ἄλλης διά Χριστόν Σαλῆς, τῆς Μαρίας Ἰβάνοβνας καί μεταφορέας τῶν προφητειῶν τοῦ ἁγ. Σεραφείμ πρός τόν Τσάρο Νικόλαο Β’.
Ἡ σαλότητα τῆς ὁσ. Παρασκευῆς εἶχε μία ἰδιαιτερότητα. Ἦταν ὑπερβολικά τακτική καί καθαρή, μέ τό κελλί της πάντα τακτοποιημένο! Μέ συντροφιά τίς κούκλες τῶν παιδικῶν της χρόνων, ζοῦσε προσευχομένη καί ἐργαζομένη μαζί μέ τίς ἄλλες ἀδελφές (ὅταν ἔπλεκε κάλτες ἔλεγε τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ καί ὅταν θέριζε μέ τό δρεπάνι, ἔκανε πολλές μετάνοιες).
Ἐλεημένη μέ τό χάρισμα τῆς προοράσεως καί τῆς προφητείας, εἶχε ἕναν παράξενο τρόπο νά προλέγει στούς ἀνθρώπους τήν μελλοντική τους εὐτυχία ἤ δυστυχία. Σ’ αὐτούς πού ἔβλεπε πειρασμούς, ὅταν σέρβιρε τσάϊ ἔβαζε πολύ ζάχαρη στό φλυτζάνι τους! Ἔτσι, τό 1903, ὅταν κατά τίς τελετές διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τοῦ ὁσ. Σεραφείμ, τήν ἐπισκέφθηκε στό κελλί της ὁ Τσάρος Νικόλαος Β΄ , ἡ μακαρία ξεχείλισε τό φλυτζάνι του μέ ζάχαρη, γιά νά δείξει τούς πειρασμούς πού τόν περίμεναν καί τοῦ μίλησε γιά τήν γέννηση τοῦ αἱμοφιλικοῦ διαδόχου Ἀλεξίου, τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917, τήν καταστροφή τῆς Ἁγίας Ρωσίας καί τόν μαρτυρικό θάνατο, τόν δικό του καί τῆς οἰκογενείας του.
Λίγο πρίν τήν κοίμησή της ἡ μακαρία ἔκανε μετάνοιες μπροστά στήν φωτογραφία τοῦ Τσάρου, διακηρύσοντας ἔτσι τήν μαρτυρική του ἰδιότητα καί ἁγιότητα. Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1915, σέ ἡλικία 120 ἐτῶν καί ἐνταφιάστθηκε στό μοναστήρι της. Κατά τήν ἀνακομιδή της τό Λείψανό της βρέθηκε ἀδιάφθορο καί σήμερα φυλάσσεται ἐκεῖ.
Ἡ μνήμη της τιμᾶται τήν 22α Σεπτεμβρίου.

Ὁσία Μαρία, ἡ διά Χριστόν Σαλή (+ 1927)
Ἡ Μαρία Ἰβάνοβνα γεννήθηκε στό χωριό Γκολέτκβα τῆς περιφερείας τοῦ Ταμπώφ. Ἀπό τήν παιδική της ἡλικία εἶχε τήν τάση νά μένει ἀπεριποίητη καί νά ντύνεται μέ κουρέλια. Στήν ἡλικία τῶν 13 ἐτῶν οἱ γονεῖς της Ζαχαρίας καί Πελαγία ἀπεβίωσαν καί ἔτσι ὑποχρεώθηκε νά πάει στό σπίτι τοῦ μεγάλου ἀδελφοῦ της, ὅπου ὅμως δέν ἔγινε εὐχάριστα δεκτή, λόγῳ τῆς ἰδιαίτερης συμπεριφορᾶς της. Αὐτό τήν ἀνάγκασε νά ἀρχίσει νά ζῆ τήν ζωή μιᾶς περιπλανώμενης ἐρημήτριας. Συνήθως κατέφευγε στά δάση γύρω ἀπό τά περιώνυμα μοναστήρια τοῦ Σάρωφ, τοῦ Ντιβίγιεβο καί τοῦ Ἀρντάτωφ, ὅπου ζοῦσε μισόγυμνη μέσα στό κρύο καί πάντα πεινασμένη.
Ὅταν τά βήματά της τήν ἔφερναν στό Ντιβίγιεβο, κάποιες καλόγριες πού τήν συμπαθοῦσαν τῆς ἔδιναν καινούργια ροῦχα, ἀλλά μετά ἀπό μερικές ἡμέρες ἡ μακαρία τά ἔδινε στούς φτωχούς καί ἔμενε πάλι ρακένδυτη. Ὑπῆρχαν ὅμως καί μοναχές πού τήν ἔδιωχναν κακήν-κακῶς.
Μετά ἀπό ἕνα μεγάλο διάστημα περιπλάνησης τήν δέχθηκαν στό Ντιβίγιεβο, ὅπου ἔγινε μοναχή. Στήν ἀπόφαση αὐτή συνετέλεσε ἡ διά Χριστόν Σαλή ὁσ. Παρασκευή, ἡ ὁποία ἀνέλαβε νά τήν καθοδηγήσει στήν πνευματική ζωή. Τότε φάνηκε τό προορατικό της χάρισμα καί γιά νά τό κρύψει αὔξησε τίς σαλότητες, ὅμως οἱ πιστοί τήν «ἀνακάλυψαν» καί ἔτρεχαν κοντά της νά τήν συμβουλευθοῦν!
Κάποτε ἐπισκέφθηκε τό μοναστήρι ἕνα μικρό ἀγόρι καί ἡ μακαρία τό ὑποδέχθηκε ὡς Ἱερέα Ἀλέξιο. Πράγματι στήν πορεία τό παιδί αὐτό μεγαλώνοντας ἔγινε Ἱερομόναχος μέ αὐτό τό ὄνομα! Σέ ἄλλη περίπτωση ὅταν τήν ἐπισκέφθηκε ὁ Ἱερομ. Ἀλέξιος, ἡ Ὁσία τόν ὑποδέχθηκε μ’ αὐτά τά λόγια: «Δέν τρώω κρέας, ἄρχισα νά τρώω χορταρικά καί τώρα εἶμαι καλύτερα»! Μέ αὐτά τά λόγια τοῦ ἀποκάλυψε τήν ἀσθένεια πού τόν ἀνάγκασε νά καταλύει κρέας, ἀλλά καί τόν τρόπο τῆς θεραπείας του!
Ἡ Ὁσία Μαρία θεωρεῖται προστάτης τῶν ἀγωνιζομένων κατά τοῦ καπνίσματος. Σέ μία περίπτωση πού τήν ἐπισκέφθηκε μία κυρία ἀπό τό Μούρομ, μόλις τήν εἶδε τῆς εἶπε ὅτι κάπνιζε σάν φουγάρο! «Δέν μπορῶ νά τό κόψω – τῆς ἀπάντησε ἡ ἐπισκέπτρια – καπνίζω καί τήν νύχτα, ἀκόμα καί πρίν τήν Θεία Λειτουργία»! Τότε ἡ μακαρία εἶπε στή συγκελλιώτισσά της νά πετάξει τήν ἀσημένια ταμπακιέρα της στή φωτιά! Μετά τήν παράξενη αὐτή κίνηση, ἡ ἐπισκέπτρια ἔκοψε τό κάπνισμα, ὅπως ἀνέφερε σέ μία ἐπιστολή της γεμάτη εὐγνωμοσύνη!
Μία ἄλλη φορά, τήν ἐπισκέφθηκαν κάποιες μοναχές καί τήν ρώτησαν γιά ἕναν χαμένο ἐξάδελφό τους, τόν Μίσα Ἀρτσιμπούσεβα. Ἡ Ὁσία τούς ἀνάντησε, ὅτι ἔχει μπλέξει μέ μία γύφτισσα! Ὅταν ἀργότερα οἱ μοναχές τόν συνάντησαν ἔμαθαν, ὅτι εἶχε ἀρχίσει τό κάπνισμα, πάνω στό πακέτο τῶν τσιγάρων του μάλιστα ὑπῆρχε μία γύφτισσα!
Μετά τήν ἐπανάσταση τοῦ 1917, ἡ ὁσ. Μαρία ἄρχισε νά χρησιμοποιεῖ ἄσχημη γλῶσσα, σέ σημεῖο ὥστε νά σκανδαλίζονται οἱ ἄλλες μοναχές. Ὅταν μάλιστα κάποιες τήν ρώτησαν πῶς εἶναι δυνατόν μία μοναχή νά μήν μιλάει εὐγενικά, ἐκείνη ἀπάντησε: «Κάτω ἀπό τόν Τσάρο Νικόλαο αὐτό ἦταν εὔκολο, γιά δοκιμάστε ὅμως καί μέ τούς Σοβιετικούς»! Μέ αὐτό τόν τρόπο ἡ μακαρία προφήτευσε τά θλιβερά γεγονότα τῆς διαλύσεως τῶν Μονῶν Σάρωφ καί Ντιβίγιεβο καί γενικά τόν διωγμό κατά τῆς Ἐκκλησίας.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1927 καί ἐνταφιάσθηκε στό Ντιβίγιεβο, ὅπου φυλάσσεται σήμερα τό ἀδιάφθορο Λείψανό της.

Ὁσία Ἀλεξάνδρα ἡ Ἡγουμένη (+ 1789)
Ἡ Ἀγάθη Σεμιόνοβα Μελκούνοβα στόν κόσμο ἦταν μία πλούσια καί εὐσεβής χήρα, μέ κτήματα στό Γιαρσλάβ, τό Βλαδιμήρ καί το Ρυαζάν. Τό 1760 ἔγινε μοναχή στή Μονή Φλωρόφσκυ τοῦ Κιέβου μέ τό ὄνομα Ἀλεξάνδρα. Ἐκεῖ δέχθηκε τήν ἐπίσκεψη τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἡ Ὁποία τῆς ἔδωσε ἐντολή νά φτιάξει ἕνα μοναστήρι πρός τιμήν Της. Μετά ἀπό πολύ ἔρευνα ἔφερε τά βήματά της στό Ντιβίγιεβο, μία τοποθεσία κοντά στή Μονή τοῦ Σάρωφ καί ἐκεῖ ἵδρυσε τό μοναστήρι της, σέ τόπο πού ἐπέλεξε ἡ Ἴδια ἡ Παναγία, μέ τήν βοήθεια καί τήν πνευματική καθοδήγηση τῶν Στάρετς τῆς Μονῆς καί κυρίως τοῦ ὁσ. Σεραφείμ.
Ἀρχικά ἔζησε ἡσυχαστικά, σ’ἕνα κελλί δίπλα στόν ναό τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν. Ἔπειτα, ἀφοῦ ρευστοποίησε τήν περιουσία της, ἔκτισε ἕνα μεγάλο κτηριακό συγκρότημα, ἐνῶ ταυτόχρονα διέθεσε χρήματα σέ φιλανθρωπίες καί ἀνακαινίσεις ἐκκλησιῶν. Ἡ ἴδια ζοῦσε μέ τήν ἐργασία της πού ἦταν πολύ ταπεινή (καθάριζε σταύλους καί ἔπλενε σέ σπίτια!). Ἔτσι δημιουργήθηκε μία ἀδελφότητα μέ βάση τήν ἐκούσια πτωχεία, τήν χειρωνακτική ἐργασία, τήν φιλοξενία τῶν προσκυνητῶν καί τήν ἀδιάλειπτη νοερή προσευχή.
Ἡ Ὁσία τιμήθηκε ὡς Ἁγία ἤδη ἀπ’ αὐτή τήν ζωή καί πολλοί ἄνθρωποι, ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων, ἔρχονταν σ’ αὐτήν γιά νά πάρουν εὐλογία καί συμβουλές.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 13η Ἰουνίου 1789 καί ἐνταφιάσθηκε στό μοναστήρι της, ὅπου σήμερα φυλάσσεται τό ἄφθαρτο Λείψανό της. Τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα δέχθηκε δύο ἑβδομάδες πρίν κοιμηθεῖ! Προέβλεψε τήν μεγάλη ἀκμή τοῦ μοναστηροῦ, ἀλλά καί τά προβλήματα πού θά προέκυπταν μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917.
Ὁ ὅσ. Σεραφείμ τήν ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα καί ἀναφέρονταν σ’ αὐτήν σάν σέ μεγάλη Ἁγία. Μετά τήν κοίμησή της διαβεβαίωσε τίς μοναχές, ὅτι ἦταν κοντά στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ καί συνέστησε νά προσεύχονται σ’ αὐτήν μέ τά ἀκόλουθα λόγια: «Μητέρα καί κυρία μας, προσευχήσου γιά μᾶς στόν Κύριο νά μᾶς συγχωρέσει, ὅπως συγχώρεσε ἐσένα καί νά μᾶς θυμᾶσαι καί ἐμᾶς μπροστά στόν Θρόνο τοῦ Θεοῦ».
Ἡ μνήμη της τιμᾶται τήν 13η Ἰουνίου.

Ἡ Ὁσία Μάρθα (+ 1829)
Ἡ κατά κόσμον Μαρία Σεμένοβα Μελιούκοβα ἦταν πνευματική κόρη τοῦ ὁσ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ. Μόνασε στή Μονή τοῦ Ντιβίγιεβο πολύ μικρή καί ἀπό τήν ἡλικία τῶν 13 ἐτῶν ἀσκοῦσε τήν σιωπή καί τήν ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἡ μοναχική της ζωή ξεπερνοῦσε σέ αὐστηρότητα τήν ζωή πολλῶν μοναχῶν καί ἡ ὑπακοή της στόν ὅσ. Σεραφείμ ἦταν ἀδιάκριτη. Ὁ Ὅσιος τήν ἀγαποῦσε τόσο πολύ, ὥστε τίς ἐμπιστεύθηκε τίς λεπτομέρειες τῶν ἐμφανίσεων σ’ αὐτόν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καθώς καί τίς προβλέψεις του γιά τό μέλλον τῆς μονῆς.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 21η Αὐγούστου 1829 καί ἐνταφιάσθηκε στό Ντιβίγιεβο, ὅπου σήμερα φυλάσσεται τό ἀδιάφθορο Λείψανό της. Κατά τήν κηδεία της ἡ διαμονιζόμενη ἀδελφή τῆς μονῆς Πρασκόβια Σεμένοβα, εἶδε στήν Ὡραῖα Πύλη τοῦ ναοῦ τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί δίπλα της τήν μοναχή Μάρθα. Ἀμέσως ἡ πάσχουσα ἄρχισε νά οὐρλιάζει καί νά σχίζει τά ροῦχα της καί ὅλοι ἀκουσαν τό τρίξιμο τῶν δοντιῶν τῶν δαιμόνων πού ἔβγαιναν ἀπό τό σῶμα της! Ὁ ἴδιος ὁ ὅσ. Σεραφείμ διηγοῦνταν ἀργότερα, ὅτι κατά τήν κηδεία της πολλοί ἀσθενεῖς θεραπεύθηκαν. Πληροφόρησε ἐπίσης τίς ἀδελφές, ὅτι τῆς εἶχε δώσει μυστικά τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα! Ἀργότερα ἀποκαλύφθηκε στόν Ὅσιο γιά τήν μ. Μάρθα, ὅτι «ἡ ψυχή της βρισκόταν στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, κοντά στήν Ἁγία Τριάδα, στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ καί ὅλοι θά βοηθηθοῦν ἀπ’ αὐτήν»!
Ἡ μνήμη της τιμᾶται τήν 21η Αὐγούστου.

Ἡ Ὁσία Ἑλένη (+ 1832)
Ἡ κατά κόσμον Ἑλένη Βασίλιεβνα Μαντούροβα, ἦταν πνευματική κόρη τοῦ ὁσ. Σεραφείμ καί μέ τήν εὐχή του συνέχισε τήν ἡσυχαστική μοναστική παράδοση τῆς ὁσ. Ἀλεξάνδρας, τῆς σιωπῆς καί τῆς προσευχῆς.
Ὅταν ἡ Ὁσία ἦταν μικρή, «εἶχε εὔθυμο χαρακτῆρα, ἀγάπη γιά τά ἐγκόσμια καί τήν ἔλκυαν οἱ διασκεδάσεις» καί ἐνῶ ἦταν ἕτοιμη νά παντρευτεῖ, ἀπέρριψε ξαφνικά καί χωρίς αἰτία τόν γαμπρό! Μετά ἀκολούθησε ἕνα σημαντικό ὅραμα: Ἕνα τεράστιο φίδι προσπαθοῦσε νά τήν καταπιεῖ καί τήν ἔσωσε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος! Ἀπό τότε ἡ νεαρή Ἑλένη ἄρχισε νά ἀπομακρύνεται ἀπό τά ἐγκόσμια καί μέ τήν βοήθεια τοῦ ὁσ. Σεραφείμ νά προετοιμάζεται γιά τό μοναστήρι. Μετά ἀπό τρία χρόνια προετοιμασίας στόν κόσμο, τό 1825, ἐντάχθηκε στήν ἀδελφότητα καί ἔζησε μέ σιωπή καί προσευχή, ὅπως ἡ ὁσ. Ἀλεξάνδρα.
Ἡ κοίμησίς της ὑπῆρξε ὁσιακή καί θαυμαστή. Ὁ ὅσ. Σεραφείμ τῆς ζήτησε νά πεθάνει στή θέση τοῦ ἀσθενούς ἀδελφοῦ της Μιχαήλ Βασίλεβιτς Μαντούρωβ, τόν ὁποῖο χρειαζόταν γιά τό ἔργο του στό Ντιβίγιεβο! Ἔτσι ἡ ὁσ. Ἑλένη κοιμήθηκε εἰρηνικά στίς 28η Μαΐου 1832, κάνοντας ὑπακοή στόν Γέροντά της, νέα στήν ἡλικία καί χωρίς προβλήματα ὑγείας! Πρίν τήν κοίμησή της εἶδε σέ ὅραμα τόν Κύριο, «πύρινο σάν τήν φωτιά» καί τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ Ὁποία τῆς ἔδειξε τήν προηγουμένη, ἀλλά καί τήν μέλλουσα ἀδελφότητα τοῦ μοναστηριοῦ! Ἕνα χρόνο ἀργότερα κοιμήθηκε καί ὁ ὅσ. Σεραφείμ. Προηγουμένως «ἔλαβε πληροφορία», ὅτι ἡ πνευματική του κόρη εἶχε συναριθμηθεῖ στόν χορό τῶν παρθένων τῆς Βασιλίσσης τῶν Οὐρανῶν.
Ἡ μνήμη της τιμᾶται τήν 28η Μαΐου καί τό Λείψανό της φυλάσσεται ἄφθαρτο στό Ντιβίγιεβο.





Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

ΟΣΙΟΣ ΣΕΒΕΡΙΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΝΟΡΙΚΗΣ (+ 482)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι της Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Προερχόμενος ἀπό τήν Μικρά Ἀσία, ὅπου ἔγινε μοναχός, τό ἔτος 454 παρουσιάσθηκε στήν μικρή πόλη Ἀστούρα - στίς ὄχθες τοῦ Δουνάβεως, στά σύνορα Πανονίας καί Νορικῆς (Αὐστρίας) - καί προεῖπε στούς κατοίκους τήν ἐπικείμενη ἅλωση τῆς πόλεως ἀπό τούς βαρβάρους. Ὅταν ὁ λαός δέχθηκε τήν προφητεία του μέ εἰρωνείες καί χλευασμούς, ὁ Ὅσιος πῆγε στήν κώμη τῆς Κομαγηνῆς καί περίμενε ἐκεῖ τήν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας του. Μετά τήν ἅλωση καί καταστροφή τῆς Ἀστούρα, ὁ λαός τῆς περιοχῆς ἀναγνώρισε τήν ἁγιότητά του.
Ἐγκατεστημένος σέ ἕνα ἐρημητήριο τῆς περιοχῆς τῶν Φαβιανῶν, ὁ Ἅγιος ἔζησε φορῶντας ἕνα μόνο χιτῶνα, μέ ἐλάχιστη τροφή μετά τήν δύση τοῦ ἡλίου (κατά τήν Μεγ. Τεσσαρακοστή ἔτρωγε μία φορά τήν ἑβδομάδα!), προσευχόμενος διαρκῶς, εἰρηνεύοντας τούς ἀντιμαχομένους Ρωμαίους καί βαρβάρους καί ἐξευγενίζοντας τά ἤθη τῆς βάρβαρης ἐποχῆς του. Τό 473 προεῖπε μία νέα ἐπίθεση τῶν βαρβάρων κατά τῆς ἐπαρχίας του καί ἔδωσε τήν εὐκαιρία στόν Ἐπίσκοπο Παυλίνο νά προετοιμάσει τήν ἄμυνα.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 482, ἀφοῦ οἱ μαθητές του εἶχαν ἐκχριστιανίσει τήν περιοχή, τό ἐρημητήριό του εἶχε ἐξελιχθεῖ σέ μοναστήρι καί ὁ ἴδιος εἶχε ἀρνηθεῖ τήν χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο, γιά νά μήν στερηθεῖ τήν ποθητή του ἡσυχία. Τό 494, κατά τήν διάρκεια μιᾶς βαρβαρικῆς ἐπιδρομῆς, οἱ μαθητές του ἄνοιξαν τόν τάφο του γιά νά πάρουν τά λείψανά του. Τότε τό Λείψανό του βρέθηκε ἀδιάφθορο καί μεταφέρθηκε στή Νεάπολη τῆς Ἰταλίας, ὅπου ἀναδείχθηκε θαυματουργό.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 8η Ἰανουαρίου.

ΟΣΙΟΣ ΣΕΡΓΙΟΣ ΤΟΥ ΡΑΝΤΟΝΕΖ ΡΩΣΙΑΣ (+ 1329)
Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).


Ἕνας τῆς τριάδος τῶν Μοναστικῶν Πατέρων τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας (μαζί μέ τούς Ὁσίους Θεοδόσιο τοῦ Κιέβου καί Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ), σημάδεψε μέ τήν ἁγιότητα καί τήν ἀκτινοβολία τῆς προσωπικότητός του τήν ταραγμένη ἐποχή στήν ὁποία ἔζησε καί ὀνομάσθηκε "Κτίτορας τῆς Ἁγίας Ρωσίας", ἀφοῦ ὁ ἴδιος ἵδρυσε τήν περιώνυμη Λαύρα τοῦ Ζαγκόρσκ καί οἱ μαθητές του ἄλλες 100 Μονές! (Στήν είκόνα εἰκονίζεται ο ὅσ. Σέργιος μέ τούς ἐπίσης Ὁσίους γονεῖς του).
Σκεῦος ἐκλογῆς, "ἀφορισμένος ἐκ κοιλίας μητρός" (ἀφοῦ κραύγασε ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας του κατά τήν διάρκεια μιᾶς Θείας Λειτουργίας !), γεννήθηκε στό Ροστώφ τό 1314. Ἔμαθε θαυματουργικά ἀνάγνωση καί γραφή ἀπό Ἄγγελο σέ σχῆμα μοναχοῦ, τόν ὁποῖο σάν ἄλλος Ἀβραάμ ἀξιώθηκε νά φιλοξενήσει! Ἀκολούθησε τόν ἐρημητικό βίο καί ἐγκαταστάθηκε μαζί μέ τόν ἀδελφό του Στέφανο στό κέντρο ἄγριου δάσους. Μέ τήν ἄσκησή του ἔφθασε σέ ὕψη ἁγιότητος (ἀνέστησε καί νεκρό !), εἶχε συμφιλιωθεῖ μέ τήν φύση καί τά ἄγρια ζῶα τοῦ δάσους καί ἀξιώθηκε ἐμφανίσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου (τό 1388), ἡ Ὁποία ἐπισκέφθηκε τόν "ἐκλεκτό Της", συνοδευόμενη ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους Πέτρο καί Παῦλο.
Μέ ἀπαίτηση τῶν συμμοναστῶν του καί τοῦ Ἐπισκόπου Βολυνίας Ἀθανασίου, δέχθηκε τήν Ἱερωσύνη καί ἀναδείχθηκε Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὅταν ἡ φήμη τῆς ἁγιότητός του ἔφθασε στήν ΚΠολη, ὁ τότε Πατριάρχης ἅγ. Φιλόθεος (+ 1376), τοῦ ἔστειλε δῶρα γιά τήν Μονή καί μέ ἐπιστολή του τοῦ σύστησε νά τήν ὀργανώσει κατά τό κοινοβιακό σύστημα. Εὐλόγησε τόν Ἡγεμόνα τῆς Μόσχας ἅγ. Δημήτριο Ντόνσκοϊ, νά συγκρουσθεῖ μέ τούς Τατάρους στόν Ἀγρό τῆς Μπεκάτσας (Κουλίκοβο Πόλ) καί βοήθησε μέ τίς προσευχές του στήν νίκη τῶν χριστιανικῶν στρατευμάτων. Τό 1377, μετά τόν θάνατο τοῦ Μητροπολίτου Μόσχας ἁγ. Ἀλεξίου, Κλῆρος καί λαός ζήτησαν ἀπό τόν Ὅσιο νά ἀναλάβει τήν ἡγεσία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἐκεῖνος δέν δέχθηκε.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1392. Τό Λείψανό του, τό ὁποῖο ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο τό 1422, σήμερα σώζεται στήν Λαύρα του, κατατεθημένο σέ ἀργυρή λάρνακα, καί ἀποτελεῖ ἕνα τῶν μεγαλυτέρων σεβασμάτων τοῦ Ὀρθοδόξου Ρωσικοῦ Ἔθνους.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 25η Σεπτεμβρίου καί ἡ Ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου του τήν 5η Ἰουλίου.
ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ (+ 1601)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου.

Γεννήθηκε στήν Μπεζούλα Ἀγράφων, "υἱός Στεφάνου καί Μαρίας", στά μέσα τοῦ 16ου αἰ. Μόνασε στή Μονή Παναγίας Κορώνας, στήν ὁποία ἀναδείχθηκε Ἡγούμενος. Τό 1592 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Φαναρίου καί Καπούης καί ἀργότερα ἀναγορεύθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Φαναρίου καί Νεοχωρίου (στή Δυτική Θεσσαλία). Τό 1601, μετά τήν ἀποτυχία τοῦ κινήματος τοῦ Μητροπ. Λαρίσης Διονυσίου τοῦ Φιλοσόφου, συνελήφθη ἀπό τούς Τούρκους καί τοῦ ζητήθηκε νά ἐξωμώσει γιά νά σώσει τήν ζωή του. Μαρτύρησε στήν ἕδρα του Φανάρι, τήν 4η Δεκεμβρίου 1601, μέ σουβλισμό, ἀφοῦ προηγουμένως βασανίσθηκε ἀνελέητα.
Τό μαρτυρικό του Λείψανο "περασμένο στή σοῦβλα", ἔμεινε στερεωμένο ὄρθιο ἀρκετές ἡμέρες, σέ ἕνα κυπαρίσσι στήν πλατεῖα τοῦ Φαναρίου, γιά νά τρομοκρατηθοῦν οἱ Χριστιανοί ραγιάδες, ὅμως δέν παρουσίασε κανένα σημεῖο φθορᾶς, ἀλλοίωση ἤ δυσωδία, ἀντίθετα εὐωδίασε! Μπροστά στό θαῦμα αὐτό οἱ Ὀθωμανοί τρομοκρατήθηκαν καί οἱ Χριστιανοί δόξασαν τόν Θεό, ζήτησαν μάλιστα νά κηδεύσουν τό σῶμα τοῦ Ἱερομάρτυρος, ὅμως ὁ τοπικός ἀξιωματοῦχος Χαμουζάμ Μπέης ἀρνήθηκε καί τοποθέτησε φρουρούς νά τό ἐπιτηροῦν. Μετά ἀπό πάροδο ἡμερῶν οἱ Τοῦρκοι ἀποκεφάλισαν τό Λείψανο καί ἔστειλαν τήν κεφαλή στά Τρίκαλα, μαζί μέ τίς κεφαλές ἄλλων Ἑλλήνων (τότε χάθηκαν τά ἴχνη τοῦ σώματος). Κατά τήν βάρβαρη συνήθεια τῆς ἐποχῆς, κάρφωσαν τίς κεφαλές σέ ἀκόντια καί τίς ἔστησαν στραμμένες πρός τήν Δύση. Ἐκεῖ ὁ Θεός οἰκονόμησε νέο θαῦμα: Τό ἑπόμενο πρωϊ, ἐνῶ ὅλες οἱ κεφαλές ἦταν στραμμένες πρός τήν Δύση, ἡ τιμία Κεφαλή τοῦ ἁγ. Σεραφείμ ἦταν στραμμένη πρός τήν Ἀνατολή!
Τίς ἡμέρες ἐκείνες ἦταν στά Τρίκαλα ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Δουσίκου, ὁ ὁποῖος βλέποντας τό θαῦμα, σκέφθηκε νά ἀποκτήσει τό τίμιο Λείψανο γιά τό μοναστήρι του. Ὅμως, ἐπειδή οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι δέν μποροῦσαν νά κινηθοῦν, δωροδόκησε ἕναν Ἀλβανό φρουρό ὁ ὁποῖος ἔκλεψε τήν Κάρα μερικές νύκτες ἀργότερα. Ὅμως κατά τήν στιγμή τῆς κλοπῆς ἔπεσε τό κοντάρι καί ἀπό τόν θόρυβο ἔγινε ἀντιληπτός ἀπό τούς ἄλλους στρατιώτες, καταδιώχθηκε καί τρομοκρατημένος ἔριξε τήν Κάρα στόν Ληθαῖο ποταμό. Τότε οἰκονομήθηκε ἕνα τρίτο θαῦμα: Ἡ Κάρα σκάλωσε σέ μία καλαμωτή ψαράδων καί ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς ὁδήγησε τούς εὐσεβεῖς ψαράδες στόν πολύτιμο μαρτυρικό θησαυρό, τόν ὁποῖο παρέδωσαν στή Μονή Δουσίκου. Ἀργότερα, ὅταν ἡ Μονή Κορώνας διεκδίκησε τό Λείψανο, ὁ Μητροπ. Λαρίσης Θεωνᾶς τό ἀπέδωσε σ' αὐτήν.
Ἡ τιμία Κάρα τοῦ Ἱερομάρτυρος καί Ἐθνομάρτυρος Ἱεράρχου, ἀναδείχθηκε στήν ἱστορική πορεία θαυματουργός. Σήμερα φυλάσσεται ἄφθαρτη στό Καθολικό τῆς Μονῆς Κορώνας, σέ ἀργυρή λειψανοθήκη. (Σέ ἄλλη λειψανοθήκη φυλάσσεται ἡ σιαγόνα). Παρά τίς κακοποιήσεις καί τίς κακουχίες πού ὑπέστει, ἀποτελεῖ ἕνα διαρκές θαῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ "περιβάλλεται ἀπό τό δέρμα, τό ὁποῖο σέ μερικά μέρη ἔχει ἀποσπασθῆ ἀπό τούς πιστούς, γιά φυλαχτό (καί) φέρει τά σημάδια τοῦ μαρτυρίου· ἐνῶ τό ἀριστερό μάτι τοῦ Ἁγίου εἶναι γαλήνια κλεισμένο, τό δεξί φέρει ἐμφανῆ τά ἴχνη κακοποιήσεων, καθώς ἐπίσης ἐμφανέστατα φαίνεται καί ἡ ἀποκοπή τῆς μύτης!". (Βλ. Ἀρχιμ. Μακαρίου Τόγκα, "Ἡ Ἱερά Μονή Παναγίας Κορώνας - Βίος καί Πολιτεία τοῦ Ἁγίου τοῦ Χριστοῦ Νέου Ἱερομάρτυρος Σεραφείμ, Ἀρχιεπισκόπου Φαναρίου καί Νεοχωρίου, τοῦ Θαυματουργοῦ (+ 1601)"· καί "Ἀκολουθία..."· ἔκδοσις Ἱ. Μητροπόλεως Καστορίας, 2001).
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 4η Δεκεμβρίου.




ΟΣΙΟΙ ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΤΟΥ ΒΑΛΑΑΜ ΡΩΣΙΑΣ (10ος - 11ος αἰ.)
Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Πρόκειται περί τῶν κατά παράδοσιν κτιτόρων τῆς ἱστορικῆς Μονῆς Βαλαάμ στή λίμνη Λαντόγκα, ἑνός προκεχωρημένου Ρωσικοῦ φυλακίου ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς σημασίας.
Σύμφωνα μέ τήν ἐπικρατέστερη ἐπιγραφή (ἡ ὁποία βασίζεται στόν Βίο τοῦ ὁσ. Ἀβρααμίου τοῦ Ροστώφ, κατά τόν ὁποῖο ὁ Ὅσιος ἔζησε στό Βαλαάμ ἕνα διάστημα κατά τόν 10ο αἰ.), ἡ Μονή ἱδρύθηκε τόν 10ο αἰ. ἀπό τόν ὅσ. Σέργιο καί διοργανώθηκε ἀπό τόν ὅσ. Γερμανό.
Σχετικά μέ τήν καταγωγή τῶν Ὁσίων ἐπικρατοῦν δύο ἐκδοχές. Σύμφωνα μέ τήν πρώτη ὁ ὅσ. Σέργιος ἦταν Δυτικός ἱεραπόστολος καί ὁ ὅσ. Γερμανός τοπικός παγανιστής Ἱερέας, τόν ὁποῖο ἐκχριστιάνισε ὁ πρῶτος καί κατά τό Ἅγιο Βάπτισμα ὀνομάσθηκε Κουάρτος. Σύμφωνα μέ τήν δεύτερη καί ἐπικρατέστερη ἐκδοχή οἱ Ὅσιοι ἦσαν Ἕλληνες ἱεραπόστολοι, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν στή Λαντόγκα ἀπό τό Κίεβο, ἀκολουθῶντας τήν πορεία τοῦ ἁγ. Ἀποστόλου Ἀνδρέου στή χώρα τῶν Σκυθῶν.
Σημειώνεται πώς στή Ρωσική Ἐκκλησία ἐπικρατεῖ ἡ παράδοση, ὅτι μετά τό Βυζάντιο ὁ ἀπ. Ἀνδρέας ἔφθασε στό Δνείπερο καί εὐλόγησε τόν τόπο ὅπου ἀργότερα ἱδρύθηκε τό Κίεβο. Ἀπό ἐκεῖ μέσῳ τῶν ποτάμιων ὁδῶν πῆγε στό Νόβγκοροντ καί στή Λαντόγκα, ὅπου ὕψωσε ἕναν πέτρινο σταυρό στό μεγαλύτερο νησί, ἐκεῖ πού οἱ παγανιστές θυσίαζαν ἄλογα στους θεούς τους, καί προφήτευσε τήν ἵδρυση μεγάλου κέντρου τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως.
Ὅταν ὁ ὅσ. Σέργιος ἔφθασε στή Λαντόγκα, ἐγκαταστάθηκε στό σημεῖο τοῦ σταυροῦ τοῦ ἀπ. Ἀνδρέου καί ἀναλώθηκε ἀγωνιζόμενος ἀσκητικά γιά τήν προσωπική του ἐν Χριστῶ τελείωση, διδάσκοντας στούς παγανιστές ἰθαγενεῖς τήν Χριστιανική Πίστη.
Ὁ ὅσ. Γερμανός ἦταν σύγχρονος ἤ ἄμεσος διάδοχος τοῦ ὁσ. Σεργίου. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἀναπτύχθηκαν στό Βαλαάμ καί οἱ τρεῖς μορφές τοῦ Ὀρθόδοξου Μοναχισμοῦ, ἡ κοινοβιακή, ἡ σκητιωτική καί ἡ ἐρημητική. Κατά τόν 14ο αἰ. ἡ κεντρική Μονή ἀποτελοῦσε πολυάριθμο κοινόβιο, λειτουργοῦσαν 18 Σκῆτες, ἐνῶ ἀσκοῦνταν κατά μόνας καί πολλοί ἐρημίτες.
Οἱ Ὅσιοι κοιμήθηκαν εἰρηνικά, ἐλεημένοι μέ τά χαρίσματα τῆς προοράσεως καί τῶν ἰαμάτων καί ἐνταφιάσθηκαν ὁ ἕνας δίπλα στόν ἄλλο. Στήν Ὀρθόδοξη Ρωσική παράδοση θεωροῦνται προστάτες τῶν ναυτικῶν καί δαιμονοδιώκτες.
Ἡ πρώτη ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων τους ἔγινε τό 1163, ὅταν οἱ μοναχοί ἀνέσκαψαν τούς τάφους τους, κατά τήν διάρκεια κάποιας ἐχθρικῆς ἐπιδρομῆς. Τότε τά Λείψανα βρέθηκαν ἀδιάφθορα καί μεταφέρθηκαν στό Νόβγκοροντ γιά ἀσφάλεια. Ἡ διατήρησις τῶν Λειψάνων ἦταν τέτοια, ὥστε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ ἅγ. Ἰωάννης ἀνέθεσε σέ ἁγιογράφους τήν ἁγιογράφηση τῆς εἰκόνας τους, σύμφωνα μέ τά χαρακτηριστικά τῶν Λειψάνων!
Τά Λείψανα ἐπέστρεψαν στό Βαλαάμ τό 1182, ἀλλά ἀπομακρύνθηκαν καί ἄλλες φορές, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Τήν 20ή Φεβρουαρίου 1579 τό Βαλαάμ καταστράφηκε ἀπό Λουθηρανούς Σουηδούς καί 34 Μοναχοί καί δόκιμοι μαρτύρησαν γιά τήν Ὀρθόδοξη Πίστη. Πρίν τήν καταστροφή οἱ μοναχοί πρόλαβαν καί ἐνταφίασαν τά Λείψανα τόσο βαθειά, ὥστε νά μήν εἶναι δυνατή ἡ σύλλησή τους.
Τό 1611, ἐπί ἡγουμενείας Μακαρίου, τό μοναστήρι καταστράφηκε καί πάλι ἀπό τούς Σουηδούς καί πολλοί μοναχοί ἐκτελέστηκαν. Ὅταν μέ τήν Συνθήκη τοῦ 1617 ἡ περιοχή δόθηκε στή Σουηδία, οἱ ἐναπομείναντες μοναχοί πῆραν τά Λείψανα καί κατέφυγαν στή Μονή Βασιλιέφσκυ στό Βολκώφ, ὅπου τά Λείψανα διαφυλάχθηκαν μέχρι τό 1721. Τό Βαλαάμ ἐπανῆλθε στή Ρωσική ἐπικράτεια μέ τήν Συνθήκη τοῦ Νυστάντ (1721). Τότε οἱ μοναχοί ἐπέστρεψαν μέ τά Λείψανα στό μοναστήρι, τά Λείψανα ὅμως ἐνταφιάσθηκαν γιά ἀσφάλεια καί στό σημεῖο τοῦ ἐνταφιασμοῦ ὑψώθηκε ἕνας ξύλινος ναός προς τιμήν τῆς Θείας Μεταμορφώσεως.
Ὅταν ἐπί ἡγουμενείας Ἀββᾶ Ναζαρίου (1735 – 1809), ἄρχισε ἡ ἐκσκαφή τῶν θεμελίων τοῦ νέου Καθολικοῦ καί τυχαῖα βρέθηκαν οἱ τάφοι τῶν Ὁσίων, ὁ ὅσ. Ναζάριος δέν ἐπέτρεψε νέα ἀνακομιδή τους. Ἀργότερα, ὅταν ὁ Ἡγούμενος Ἰωνάθαν (+ 1891), προσπάθησε νά ἀποκαλύψει τά Λείψανα, μία τεράστια φλόγα κάλυψε τήν ἐκσκαφή!
Στις ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰ. ἡ Μονή Βαλαάμ ἀριθμοῦσε περίπου 1.200 μοναχούς καί ἦταν ἄριστα ὀργανωμένη. Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 βρέθηκε σέ Φινλανδικό ἔδαφος καί ἡ περιουσία της κατασχέθηκε ἀπό τόν Φινλανδικό στρατό. Τό 1918 πολλοί μοναχοί ἀπεβίωσαν ἀπό τήν πεῖνα καί τίς κακουχίες. Τό 1923 ἡ Φινλανδική Κυβέρνηση ὑποχρέωσε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Φινλανδίας νά δεχθεῖ τό Νέο Ἡμερολόγιο. Αὐτό προκάλεσε σχίσμα στήν ἀδελφότητα τοῦ Βαλαάμ καί κατά τήν περίοδο 1925 – 1926 ἀπελάθηκαν ἀπό τήν Μονή 42 μοναχοί. Ἀρκετοί ἀπό αὐτούς ἀποφάσισαν νά πᾶνε στή Ρωσία, παρά τούς διωγμούς τῶν ἀθεϊστῶν κατά τῆς Πίστεως καί τῆς Ἐκκλησίας. Μεταξύ αὐτῶν ἦταν καί ὁ Ἱερομόναχος Ἀρέθας (κατά κόσμον Ἀλέξανδρος Μιτρένιν), ὁ ὁποῖος ἵδρυσε στό νησί Βασιλιέφσκυ τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως μυστική μονή ὑπαγόμενη στήν Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν. Τήν 18η Φεβρουαρίου 1932 συνελήφθη μαζί μέ 318 μοναχούς, μοναχές καί λαϊκούς τῶν Κατακομβῶν, μέ τήν κατηγορία τῆς ἀντεπαναστατικῆς δραστηριότητας καί καταδικάσθηκε σέ ἐξορία. Ἀπεβίωσε τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1932, καθ’ ὁδόν προς τόν τόπο ἐξορίας του. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 24η Ὀκτωβρίου.
Κατά τόν Ρωσο-Φινλανδικό Πόλεμο τοῦ 1939 – 40, τό μοναστήρι βομβαρδίσθηκε ἀπό τούς Σοβιετικούς (2 - 4/2/1940) καί ὑπέστη σοβαρές ζημειές. Ὅταν τελικά ἡ χερσόνησος τῆς Καρελίας καταλήφθηκε ἀπό τούς Σοβιετικούς, 200 μοναχοί ἐγκατέλειψαν τό Βαλαάμ καί ἵδρυσαν στό Χαϊναβέσι τῆς Φινλανδίας τήν Μονή τοῦ Νέο Βαλάμο. Ὅσοι μοναχοί ἔμειναν πίσω ὑπέστησαν στόν σκληρό κατά τῆς Πίστεως καί τῆς Ἐκκλησίας διωγμό τῶν ἀθεϊστῶν, μέ φυλακίσεις καί καταδίκες σέ καταναγκαστικά ἔργα.
Τό 1949 τό Βαλαάμ μετατράπηκε σέ κρατικό ἀγρόκτημα. Ἀπό τό 1952 μέχρι τό 1984 λειτούργησε ἐκεῖ ἵδρυμα ἀναπήρων στρατιωτῶν, ἐνῶ τό 1979 ἕνα τμῆμα του μετατράπηκε σέ Ἱστορικό Ἀρχιτεκτονικό Μουσεῖο. Μετά τήν κατάρρευση τοῦ Σοβιετικοῦ καθεστώτος ἄρχισε ἡ σταδιακή ἐπιστροφή τῶν κτηρίων τῆς ἱστορικῆς Μονῆς στό Πατριαρχεῖο Μόσχας. Τήν 14η Δεκεμβρίου 1989 ἐγκαταστάθηκαν ἐκεῖ οἱ 6 πρῶτοι μοναχοί καί ἄρχισε τό τιτάνιο ἔργο τῆς κτηριακῆς ἀναστηλώσεως καί τῆς πνευματικῆς του ἐξυψώσεως. Τό 2007 ἀσκοῦνταν στή Μονή Βαλαάμ 200 περίπου μοναχοί!
Τά Λείψανα τῶν Ὁσίων Σεργίου καί Γερμανοῦ ἔμειναν ἐνταφιασμένα καί μετά τήν προσπάθεια ἀνακομιδῆς τοῦ Ἡγουμένου Ἰωνάθαν (+ 1891) καί ἔτσι σώθηκαν ἀπό τήν διωκτική μανία τῶν ἀθεϊστῶν καί τήν πιθανή καταστροφή τους. Σήμερα ἀναπαύονται στόν ἰσόγειο ναό τοῦ Καθολικοῦ Ναοῦ τῆς Θείας Μεταμορφώσεως,κατατεθημένα σέ κοινή λάρνακα, καί ἀποτελοῦν τόν θησαυρό τῆς Μονῆς Βαλαάμ.
Ἡ μνήμη τῶν Ὁσίων τιμᾶται κοινῶς τήν 28η Ἰουνίου καί ἡ μεταφορά τῶν Λειψάνων τους ἀπό τό Νόβγκοροντ στό Βαλαάμ (1182) τήν 11η Σεπτεμβρίου.

ΟΣΙΟΣ ΣΙΜΩΝ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΒΛΑΔΙΜΗΡ ΚΑΙ ΣΟΥΖΝΤΑΛ ΡΩΣΙΑΣ (+ 1226)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ἀδελφός τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, μέ μεγάλη ἀρετή καί ἁγιότητα. Ἀξιώθηκε ἐμφανίσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τήν Ὁποία εἶδε "ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς περιβεβλημένη πεποικιλμένη"!, ἀνάμεσα στούς ἱδρυτές τῆς Λαύρας Ὁσίους Ἀντώνιο καί Θεοδόσιο. Ἀρχιεράτευσε στήν Ἐπισκοπή Βλαδιμήρ καί Σούζνταλ 12 χρόνια, συνέγραψε Βίους Σπηλαιωτῶν Ὁσίων καί κοιμήθηκε εἰρηνικά, τό 1226. Τό Λείψανό του σώζεται ἀδιάφθορο στήν Λαύρα.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 10η Μαϊου.

ΟΣΙΟΣ ΣΙΜΩΝ ΤΗΣ ΣΤΟΥΝΤΕΝΙΤΣΑΣ ΣΕΡΒΙΑΣ (+ 1228)


Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ὁ κατά κόσμον Κράλης Στέφανος Β' ὁ Πρωτοστεφής, δευτερότοκος γιός τοῦ Μεγάλου Ζουπάνου Στεφάνου Α' Νεμάνια (ὁσ. Συμεών τοῦ Μυροβλύτου, κτίτορος τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου Ἁγίου Ὄρους). Νυμφεύθηκε τήν Πριγκίπισσα Ευδοκία, κόρη τοῦ Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Γ' Κομνηνοῦ (1195 - 1203), μέ τήν ὁποία ἀπέκτησε τέσσερεις γιούς: Τόν Ραδοσλάβο καί τούς ἁγίους Βλαδισλάβο (κράλη τῆς Σερβίας, κτίτορα τῆς Μονῆς Μιλέσεβο, + 1243, μνήμη τήν 24η Σεπτεμβρίου), τόν Πρεδισλάβο (Σάββα Β' Ἀρχιεπίσκοπο Σερβίας, μνήμη τήν 8η Φεβρουαρίου) καί τόν Οὔρεση Α' (κτίτορα τῆς Μονῆς Σοπόσανι).
Στέφθηκε ἀπό τόν ἀδελφό του Ἀρχιεπίσκοπο Σερβίας ἁγ. Σάββα Α' (+ 1236), πρῶτος Βασιλιᾶς - Κράλης τῆς Σερβίας, κατά τήν Ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως τοῦ ἔτους 1220. Κυβέρνησε τόν λαό του μέ σύνεση, ταπείνωσι καί δικαιοσύνη, μεριμνῶντας προσωπικά γιά τούς πτωχούς. Παρά τήν δόξα πού τόν περιέβαλε, ζοῦσε μέ διαρκῆ μετάνοια καί μνήμη θανάτου καί ἐπιθυμοῦσε νά γίνει μοναχός, ἀλλά ὁ ἅγ. Σάββας τό ἀνέβαλε. Ὅταν ἀσθένησε ζήτησε νά καρεῖ μοναχός, ἀλλά κοιμήθηκε πρίν πραγματοποιηθεῖ ἡ ἐπιθυμία του. Τότε ὁ ἅγ. Σάββας τόν ἀνέστησε "δι' εὐχῶν" του καί τόν κούρευσε μοναχό μέ τό ὄνομα Σίμων !
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1228, ἀφοῦ παρέδωσε τόν Θρόνο στόν γιό του Ραδοσλάβ. Ἐνταφιάσθηκε στή Βασιλική Μονή τῆς Στουντένιτσας, δίπλα στόν πατέρα του ὅσ. Συμεών. Ἐκεῖ φυλάσσεται σήμερα τό ἀδιάφθορο Λείψανό του, σέ ἄριστη κατάσταση.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 24η Σεπτεμβρίου.
ΑΓΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΗ (2ος αἰ. π.Χ.)

Σειρά: 'Αδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ἡ μητέρα τῶν Ἁγίων 7 Μακαβαίων παίδων (Ἀβείμ, Ἀντωνίου, Γουρία, Ἐλεάζαρου, Εὐσεβωνᾶ, Ἀχείμ καί Μάρκελλου). Κατά τήν αἰχμαλωσία τῶν Ἑβραίων ἀπό τόν Ἀντίοχο Σελευκίδη, πιέσθηκαν νά παραβοῦν τίς διατάξεις τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου τίς σχετικές μέ τήν χοιροφαγία καί ἐπειδή ἀρνήθηκαν καταδικάσθηκαν σέ θάνατο καί μαρτύρησαν στήν πυρά. Ἡ ἁγ. Σολομονή ἀνῆκει στούς λεγόμενους "αὐτόκλητους Μάρτυρες", διότι ρίχθηκε μόνη της στήν πυρά, μετά τόν θάνατο τῶν παιδιῶν της.
Τό Λείψανό της σεβάσθηκε ἡ φωτιά καί σήμερα φυλάσσεται ἀδιάφθορο στόν Πατριαρχικό Ναό τοῦ ἁγ. Γεωργίου, στό Φανάρι ΚΠόλεως, μαζί μέ τά ἐπίσης ἀδιάφθορα Λείψανα τῶν Ἁγίων Θεοφανοῦς τῆς Βασιλίσσης καί Μεγαλομάρτυρος Εὐφημίας.
Ἡ μνήμη της τιμᾶται τήν 1η Αὐγούστου.

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

ΑΓΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΡΚΟΥΤΣΚ ΣΙΒΗΡΙΑΣ (+ 1771)

Σειρά: 'Αδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).
Γεννήθηκε στήν περιοχή τοῦ Τσερνίκωφ, στήν οἰκογένεια τοῦ Ναζαρίου Κρυσταλέβσκυ, τό 1704. Φοίτησε στή Θεολογική Ἀκαδημία τοῦ Κιέβου, ὅπου εἶχε συμφοιτητές ἄλλους δύο μελλοντικούς Ἱεράρχες καί Ἁγίους, τόν ἅγ. Ἰωάσαφ Ἐπίσκοπο Μπέλγκοροντ (4η Σεπτεμβρίου καί 10η Δεκεμβρίου) καί τόν ἅγ. Παῦλο Μητροπ. Τομπόλσκ (10η Ἰουνίου καί 4η Νοεμβρίου). Ἀσπάσθηκε τόν μοναχικό βίο μετά τό τέλος τῶν σπουδῶν του στή Μονή Μεταμ. Σωτῆρος Κρασνογκόρσκ, ὅπου ἤδη μόναζε ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του. Τήν 23η Ἀπριλίου 1730 δέχθηκε τό Σχῆμα μέ τό ὄνομα Σοφρώνιος (πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων). Τό ἴδιο βράδυ τῆς κουρᾶς του, ἄκουσε μία ὑπερκόσμια φωνή μέσα στήν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σκέπης νά τοῦ λέει: «Ὅταν γίνεις Ἐπίσκοπος, νά χτίσεις μία ἐκκλησία πρός τιμήν τῶν Ἁγίων Πάντων»!
Τό 1732 δέχθηκε τήν Ἱερωσύνη στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας Κιέβου. Ὡς Ἱερομόναχος ὑπηρέτησε κοντά στόν Ἐπίσκοπο Ἀρσένιο τοῦ Περεγιασλάβλ γιά ὀκτώ χρόνια. Τό 1742 ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τόν μετέθεσε στή Λαύρα τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι, στήν ἁγ. Πετρούπολη, ὅπου τό 1746 ἀναδείχθηκε Προϊστάμενος. Ταυτόχρονα δίδασκε στό τοπικό Ἐκκλησιαστικό Σεμινάριο καί προσπαθοῦσε νά ἐμπλουτίσει τήν βιβλιοθήκη τῆς Λαύρας. Ὡς Προϊστάμενος ἔκτισε ἐκτός ἄλλων καί δύο ναούς, ἀφιερωμένους στόν ἅγ. Θεόδωρο (ἀδελφό τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι) καί στόν ἅγ. Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο.
Τό 1747 ἀπεβίωσε ὁ Ἐπίσκοπος Ἰννοκέντιος Β’ τοῦ Ἰρκούτσκ καί ἡ ἔδρα ἔμεινε κενή γιά ἕξι χρόνια, μέχρι ὅτου τό 1753 ἡ Αὐτοκράτειρα Ἐλισσάβετ (1741 – 1761), προέκρινε τήν ἀναδειξή του σέ Ἐπίσκοπο Ἰρκούττσκ. Ἡ χειροτονία του ἔγινε τήν 18η Ἀπριλίου 1753, στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Κοιμ. Θεοτόκου.
Πρίν πάει στήν Ἐπισκοπή του ὁ ἅγ. Σωφρόνιος, δημιούργησε μία ὁμάδα ἱεραποστολικῆς ἐργασίας, βοηθούμενος ἀπό τόν Μητροπ. Μόσχας Πλάτωνα. Στήν ὁμάδα αὐτή συμπεριέλαβε καί τόν παλαιό συμμοναστή του Ἱερομ. Συνέσιο (τόν ὁποῖο προήγαγε σέ Ἡγούμενο τῆς Μονῆς τῆς Θείας Ἀναλήψεως τοῦ Ἰρκούτσκ, ὅπου κοιμήθηκε εἰρηνικά μετά ἀπό διακονία 33 ἐτῶν).
Ὡς Ἐπίσκοπος ὁ Ἅγιος ἐργάσθηκε γιά τήν καλύτερη ὀργάνωση καί λειτουργία τῆς Ἐπισκοπῆς του, τῶν Μονῶν καί τῶν Ἐνοριῶν, γιά τήν ἀνόρθωση τοῦ πνευματικοῦ βίου καί τῆς Μυστηριακῆς ζωῆς, γιά τήν ἄνοδο τοῦ μορφωτικῦ ἐπιπέδου τῶν κληρικῶν καί γιά τήν ἄσκηση σοβαροῦ καί συστηματικοῦ φιλανθρωπικοῦ καί ἐκπαιδευτικοῦ ἔργου. Παράλληλα μέ τά ἐξαιρετικά κηρύγματά του καί τό προσωπικό του παράδειγμα, συνετέλεσε στήν ἄνοδο τοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου καί τοῦ κοινοῦ λαοῦ. Ὀργανωτικός μέχρι λεπτομερείας, ἀσχολήθηκε ἀκόμη καί μέ τήν ψαλτική καί τό καμπανοχτύπημα!
Σημαντικό ὑπῆρξε ἀκόμη καί τό ἱεραποστολικό του ἔργο μεταξύ τῶν παγανιστικῶν φυλῶν τῆς Σιβηρίας. Γιά τόν σκοπό αὐτό διέθετε μοναστηριακή γῆ γιά τήν ἐγκατάσταση τῶν νεοφωτίστων καί τήν ἔνταξή τους στήν τότε Ρωσική κοινωνία.
Ὅμως παρά τίς τόσες ἀσχολίες καί τά πολυποίκιλα ποιμαντικά του καθήκοντα, ὁ Ἅγιος παρέμεινε ἕνας ἀσκητής πού ἀγωνίζονταν γιά τήν προσωπική του καλλιέργεια καί σωτηρία. Ὁ διακονητής του στήν Ἐπισκοπή ἔλεγε γι’ αὐτόν, ὅτι «ἡ τροφή του ἦταν ἁπλή καί σέ μικρές ποσότητες, λειτουργοῦσε συχνά, περνοῦσε τό μεγαλύτερο μέρος τῆς νύχτας προσευχόμενος καί κοιμόταν στό πάτωμα πάνω σ’ ἕνα δέρμα, σκεπασμένος μέ τήν προβιά μιᾶς ἀρκούδας»! Μάλιστα, ὅταν βρέθηκε ἀδιάφθορο τό Λείψανο τοῦ προκατόχου του ἁγ. Ἰννοκεντίου Β’ (9η Φεβρουαρίου), ὁ Ἅγιος αὔξησε τήν προσωπική του ἄσκηση, γιά νά φανεῖ ἀντάξιος ἑνός τέτοιου ἁγίου προκατόχου!
Πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του, καταβεβλημένος ἀπό τήν φιλότιμη ἄσκηση τῶν Ἐπισκοπικῶν του καθηκόντων πού κλόνισαν τήν ὑγεία του, ὑπέβαλε στήν παραίτησή του στήν Ἱερά Σύνοδο, ἀλλά δέν ἔγινε δεκτή, διότι δέν ἦταν δυνατόν νά βρεθεῖ ἀντάξιος ἀντικαταστάτης
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1771. Τό Λείψανό του παρέμεινε ἄταφο, χωρίς ἐνδείξεις φθορᾶς, γιά διάστημα ἕξη μηνῶν, μέχρι νά ἀποφασίσει ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τίς λεπτομέρειες τῆς κηδείας του! Ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο τό 1833. Ἡ ἀφθαρσία του διαπιστώθηκε καί κατά τίς ἐξετάσεις του τῶν ἐτῶν 1854, 1870 καί 1909. Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917, δέν ὑπάρχουν στοιχεία γιά τήν τύχη του.
Ἡ ἁγιότητα τοῦ ἁγ. Σωφρονίου διακηρύχθηκε Συνοδικά τό 1918, ἐπί Πατριαρχείας ἁγ. Τύχωνος. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 30ή Μαρτίου καί ἡ Ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων του 30ή Ἰουνίου.
ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΣΟΥΧΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ (+ 123)
Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ κ. Ἀντ. Μάρκου).


Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Σουχίας, Ἀνδρέας, Ἀναστάσιος, Ταλάλε, Θεοδώρητος, Γιουχηρωδίων, Ἰορδάνης, Κοδράτος, Λουκιανός, Μίμνεμος, Νεράτζιος, Πολυεύκτος, Ἰάκωβος, Φωκάς, Δομετιανός, Βίκτωρ καί Ζωσιμᾶς, ἦσαν διακεκριμένοι ἀξιωματούχοι τῆς Αὐλῆς τῆς Γεωργίας. Κατά τήν περίοδο ἐκείνη (ἀρχές τοῦ 2ου μ. Χ. αἰ.), κήρυττε στήν Γεωργία ὁ Ἕλληνας Ἐπίσκοπος Χρυσός, ὁ ὁποῖος εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπό τόν Ἀπόστολο Θαδδαῖο. Ἀπό τό κήρυγμα τοῦ Ἐπισκόπου αὐτοῦ οἱ 17 ἀξιωματοῦχοι ἀσπάσθηκαν τόν Χριστιανισμό καί βαπτίσθηκαν στόν Εὐφράτη.
Μετά τόν μαρτυρικό θάνατο τοῦ Ἐπισκόπου Χρυσοῦ, ὁ ἅγ. Σουχίας ἀναδείχθηκε ὁ πνευματικός ἡγέτης τῆς ὁμάδος. Σύντομα ὅλοι ἄφησαν τίς θέσεις τους καί ἀκολούθησαν τόν ἐρημητικό βίο στό Ὄρος Σουκακετί. Ὅταν ὁ Ἡγεμόνας Δατιανός ἔμαθε τήν ἀποστασία τῶν ἀξιωματούχων του ἀπό τήν πατρογονική εἰδωλολατρία, τούς καταδίκασε σέ θάνατο. Οἱ Ἅγιοι τελειώθηκαν καρφωμένοι στό ἔδαφος σέ σχῆμα Σταυροῦ καί πάνω στά σώματά τους ἀνάφθηκε φωτιά!
Τά Λείψανά τους ἔμειναν ἄταφα καί ἀδιάφθορα μέχρι τόν ἐκχριστιανισμό τῆς Γεωργίας (τόν 4ο αἰ.)! Τότε κάποιοι Χριστιανοί τά συγκέντρωσαν καί τά ἐνταφίασαν μέ τιμές. Ἀργότερα ὁ μεγάλος Ἱεραπόστολος τῆς περιοχῆς, ἅγ. Γρηγόριος ὁ Φωτιστής, Ἐπίσκοπος Μεγάλης Ἀρμενίας, ἔκτισε Ναό στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου τους καί ἵδρυσε Μονή.
Ἡ μνήμη τους τιμᾶται τήν 15η Ἀπριλίου.
ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ (+ 348)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ἕνας τῶν μεγάλων Πατέρων καί οἰκουμενικῶν Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας. Κύπριος στήν καταγωγή, ἁπλός καί ταπεινός ἔγγαμος χωρικός καί ποιμένας προβάτων, ἀναδείχθηκε γιά τήν ἀρετή του Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος καί μέ τήν ἰδιότητα αὐτή πῆρε μέρος στήν Ἁγία Α' Οἰκουμενική Σύνοδο (Νίκαια, 325), ὅπου ἐπετέλεσε τό γνωστό θαῦμα τοῦ κεραμιδιοῦ, σέ ἀπόδειξη τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 348, σέ ἡλικία 78 ἐτῶν. Τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του καί τήν μεγάλη σειρά τῶν θαυμάτων του, ἐπισφράγισε ἡ ἀφθα-σία τοῦ Λειψάνου του, τό ὁποῖο ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο. Δέν εἶναι γνωστές οἱ συνθῆκες κάτω ἀπό τίς ὁποίες τό Λείψανο μεταφέρθηκε στήν ΚΠολη, πρίν τήν Ἅλωση πάντως τοῦ 1453, μεταφέρθηκε ἀρχικά στήν Παραμυθιᾶ τῆς Θεσπρωτίας καί τελικά στήν Κέρκυρα, ἀπό τόν Ἱερέα Γρηγόριο Πολύευκτο, ὁ ὁποῖος τό δώρησε στόν ἐπίσης πρόσφυγα Ἱερέα Γεώργιο Καλο-χαιρέτη. Ἔκτοτε καί ἐπί σειρά πολλῶν ἐτῶν, τό Λείψανο ἔγινε ἀντικείμενο... προικοδοσίας!
Τό Λείψανο κατατέθηκε ἀρχικά στόν Ναό τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου, στήν συνέχεια στόν Ναό τοῦ ἁγ. Λαζάρου καί τελικά - τό 1489 - στόν Ναό τοῦ Ταξιάρχου Μιχαήλ. Τό 1527, ὁ "ἰδιοκτήτης" του Σταμ. Βούλγαρης ἔκτισε Ναό πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου, στόν ὁποῖο κατατέθηκε τό Λείψανο (τό 1531). Ὁ Ναός αὐτός κατεδαφίσθηκε ἀπό τούς Ἐνετούς τό 1557, γιά νά γίνουν κάποια ὀχυρωματικά ἔργα.
Σήμερα τό Λείψανο φυλάσσεται στόν ἱστορικό Ναό τοῦ ἁγ. Σπυρίδωνος (ὁ ὁποῖος ἐγκαινιάσθηκε τό 1589), σέ ἀργυρόχρυση θήκη μέ κρυστάλλινο κάλλυμα (τό ὁποῖο ἐπιτρέπει στούς πιστούς νά τό βλέπουν κατά τίς λιτανεύσεις). Ἡ θήκη αὐτή εἶναι συνήθως τοποθετημένη μέσα σέ λαμπρή ἀργυρή λάρνακα. Οἱ εὐσεβεῖς κάτοικοι τῆς Κερκύρας λιτανεύουν μέ κάθε ἐπισημότητα τό Λείψανο, τέσσερεις φορές τόν χρόνο:
Τήν 11η Αὐγούστου (σέ ἀνάμνηση τῆς διασώσεως τῆς Κερκύρας ἀπό τούς Τούρκους, τό 1716)·
Τήν πρώτη Κυριακή τοῦ Νοεμβρίου (σέ ἀνάμνηση τῆς διασώσεως ἀπό ἐπιδημία χολέρας, τό 1673)·
Τήν Κυριακή τῶν Βαϊων (σέ ἀνάμνηση τῆς διασώσεως ἀπό ἐπιδημία πανώλης, τό 1630· πρόκειται γιά τήν μεγαλοπρεπέστερη λιτάνευση)· καί
Τό Μεγάλο Σαββάτο (σέ ἀνάμνηση τῆς ἀφίξεως σιτοφόρου πλοίου, τό ὁποῖο ἔσωσε τήν Κέρκυρα ἀπό λοιμό· πρόκειται περί παλαιοῦ θαύματος, γι' αὐτό καί ἡ λιτανεία αὐτή εἶναι ἡ χρονολογικά παλαιότερη).
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 12η Δεκεμβρίου.

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΣΤΑΝΚΟ Ο ΒΟΣΚΟΣ (+ 1712)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Γιά τόν ἅγιο αὐτό Νεομάρτυρα δέν εἶναι γνωστά πολλά στοιχεῖα. Γνωρίζουμε, ὅτι ἦταν βοσκός καί φονεύθηκε ἀπό τούς Τούρκους σέ παιδική ἡλικία ἐξαιτίας τῆς Χριστιανικῆς του πίστεως, στήν περιοχή τοῦ Νίκσιτς Μαυροβουνίου (ἀπό αὐτό μποροῦμε νά ὑποθέσουμε ὅτι ἦταν Σερβικῆς καταγωγῆς), τήν 15η Σεπτεμβρίου 1712. Ὅταν ἀνακομίσθηκαν τά τίμια Λείψανά του αὐτά βρέθηκαν ἀδιάφθορα. Ἀπό αὐτά, τά «δύο παιδικά χέρια, καθαγιασμένα καί ἄφθορα, κατατέθηκαν στήν Μονή τοῦ Ὀστρόγκ, στό σπήλαιο τοῦ ἁγ. Βασιλείου» Νέος Συναξαριστής», τ. Ἀπριλίου, σελ. 281).
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 28η Ἀπριλίου. Πιθανῶς ἡ ἡμερομηνία αὐτή νά ἀφορᾶ τήν ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων του.

ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΣ (1ος αἰ.)
Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ὁ πρῶτος τῶν Ἑπτά Διακόνων τῆς πρωτοχριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Γιά τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς του στή θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγήθηκε ἀπό τούς Ἰουδαίους στό κριτήριο καί καταδικάσθηκε σέ θάνατο μέ λιθοβολισμό. Τελειώθηκε δεόμενος "Κύριε, μή στήσης αὐτοῖς τήν ἁμαρτίαν ταύτην" (Πράξ. 7, 60).
Τό μαρτυρικό του Λείψανο κηδεύθηκε ἀπό τόν διδάσκαλό του Γαμαλιήλ στά πλάγια μέρη τοῦ Ναοῦ. Ὅταν σταμάτησε ὁ διωγμός, ὁ Ἅγιος ἐμφανίσθηκε στόν ἐνάρετο Ἱερέα Λουκιανό καί τοῦ ὑπέδειξε τήν θέση τοῦ Λειψάνου του, τό ὁποῖο ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο καί κατατέθηκε στήν Ἁγία Σιών. Ἀπό τούς αὐτόπτες τῆς Ἀνακομιδῆς μαρτυρεῖται, ὅτι "αἱ πληγαί αἱ προελθοῦσαι ἐκ τῶν λιθοβολημάτων ἔλαμπον ὡς οἱ ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ"! Κατά τήν βασιλεία τοῦ Μεγ. Κωνσταντίνου τό Λείψανο - ἐκτός τῆς δεξιᾶς χειρός - ἀνακομίσθηκε στήν ΚΠολη. Ἀργότερα ὁ Αὐτοκράτορας Θεοδόσιος Β' ὁ Μικρός, ἔστειλε στή Σιωνίτιδα Ἐκκλησία μεγάλες δωρεές καί πέτυχε νά δωρηθεῖ ἡ δεξιά τοῦ Πρωτομάρτυρος στήν ἀδελφή του ἁγ. Πουλχερία .
Δέν εἶναι γνωστό πότε καί κάτω ἀπό ποιές συνθήκες τό Λείψανο τοῦ ἁγ. Στεφάνου διαλύθηκε. Σήμερα πάντως μέρος τῆς δεξιᾶς του σώζεται στή Μονή Κωνσταμονίτου Ἁγίου Ὄρους, ἡ δεξιά του παλάμη στή Μονή Νεάμτς Ρουμανίας καί τμήματα τῆς Κάρας του στίς Μονές Ξενοφῶντος Ἁγίου Ὄρους καί Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 27η Σεπτεμβρίου καί ἡ Ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου του τήν 2α Αὐγούστου.

ΟΣΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Περί τοῦ ὁσ. Στεφάνου διηγεῖται ὁ ὅσ. Ἰωάννης στήν "Κλίμακα" (Λόγος ζ' "Περί τοῦ χαροποιοῦ πένθους"). Ἦταν σύγχρονός του καί ἀρχικά κατοικοῦσε σέ ἐρημητικό κελλί στήν κατάβασι "ὑποκάτω τῆς Ἁγίας Κορυφῆς, ὅπου τό σπήλαιον τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ". Μετά ἀπό πολλά χρόνια ἀσκητικῆς ζωῆς, ἀνεχώρησε ἀπό τό Ὄρος Σινᾶ καί πῆγε στήν Σίδη, "τόπον σκληρόν καί ὑστερημένον ἀπό κάθε πράγμα καί ἀπό ἀνθρώπους ἀπέραστον καί ἀδιάβατον, ἕως ἑβδομήκοντα μίλια μακράν ἀπό τό Μοναστήριον". Ἐκτός ἄλλων ἔλαβε ἀπό τόν Θεό τό χάρισμα "νά ἡμερώνει τά ἄγρια ζῶα"!
Στό ἀρχικό του κελλί ἐπέστρεψε πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του. Κατά τήν κοίμησή του, οἰκονόμησε ὁ Θεός "θέαμα φοβερόν καί ἕνα κριτήριον ἀθεώρητον", τόν ἔλεγχο τοῦ Ὁσίου γιά τίς πράξεις του ἀπό τούς πονηρούς δαίμονες.
Τό Λείψανο τοῦ ὁσ. Στεφάνου σώζεται ἀδιάφθορο - σέ καθήμενη στάση, ἐνδεδυμένο μέ τά μοναχικά ἐνδύματα καί τό Ἀγγελικό Σχῆμα, "ἔχον μέν τάς χεῖρας τεθειμένας σταυροειδῶς ἐπί τοῦ στήθους, τήν δέ κεφαλήν κεκυφῆαν" - στό Κοιμητήριο τῆς Μονῆς ἁγ. Αἰκατερίνης Σινᾶ.

ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ (+ 1038)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ἦταν γιός τοῦ Δοῦκα Geza τῆς Οὐγγαρίας (970 - 997), ὁ ὁποῖος μεταστράφηκε στόν Χριστιανισμό χάρις στήν ἐπιρροή τῆς συζύγου του, τῆς Πολωνῆς Πριγκίπισσας Ἀδελαϊδας. Ὁ Στέφανος βαπτίσθηκε τό 985 σέ ἡλικία 10 ἐτῶν, μαζί μέ τόν πατέρα του, τόν ὁποῖο διαδέχθηκε τό 997.
Στόν ἁγ. Στέφανο ὀφείλεται ὁ ἐκχριστιανισμός τῆς Οὐγγαρίας, ὁ ὁποῖος ἐπιτεύχθηκε μέ τήν ἱεραποστολική ἐργασία κληρικῶν ἀπό τίς ὄμορες χριστιανικές χώρες καί τήν ἀνέγερση πολλῶν Ναῶν, Μονῶν καί εὐαγῶν ἱδρυμάτων (μεταξύ αὐτῶν καί τῆς Μονῆς Panonhalma, τοῦ κέντρου τοῦ Τάγματος τῶν Βενεδικτίνων στήν Οὐγγαρία). Τήν 17η Αὐγούστου 1001 ὁ ἅγ. Στέφανος στέφθηκε ἀπό τόν Πάπα Σίλβεστρο Β' πρώτος Βασιλεύς τῆς Οὐγγαρίας.
Ἡ ζωή τοῦ ἁγ. Στεφάνου ὡς Βασιλέως διακρινόταν ἀπό τήν ἀγάπη του πρός τόν πάσχοντα ἄνθρωπο καί τόν ἱεραποστολικό του ζῆλο. Πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του ὁ ἅγ. Στέφανος ταλαιπωρήθηκε ἀπό ἀσθένειες, οἰκογενειακά προβλήματα καί παγανιστικές κινήσεις καί κυρίως ἀπό τόν θάνατο κατά τήν διάρκεια κυνηγιοῦ τοῦ γιοῦ καί διαδόχου του Emeric (931), ὁ ὁποῖος (θάνατος) προκάλεσε δυναστικά προβλήματα πού ἀπείλησαν τήν ζωή του Βασιλέως Στεφάνου.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 15η Αὐγούστου 1038, σέ ἡλικία 63 ἐτῶν, καί ἐνταφιάσθηκε στό Ναό τῆς Θεοτόκου τοῦ Stuhlweissenburg, ὅπου στήν συνέχεια ἐνθρονίζονταν καί ἐνταφιάζονταν οἱ Βασιλεῖς τῆς Οὐγγαρίας. Λόγῳ τῶν θαυμάτων πού τελοῦνταν στόν τάφο του, ὁ Πάπας Γρηγόριος Ζ', μετά ἀπό αἴτημα τοῦ Βασιλέως Ladislas, διέταξε τήν ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου του καί τήν κατάθεσή του στό λαμπρό Παρεκκλήσιο πού ἔφερε τό ὄνομά του, στό Ναό τῆς Παναγίας τῆς Βουδαπέστης (ἔκτοτε ὁ Ναός εἶναι γνωστός μέ τό ὄνομα τοῦ ἁγ. Στεφάνου). Ἡ Ἀνακομιδή πραγματοποιήθηκε τήν 20η Αὐγούστου 1073. Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε τό 1083.
Σήμερα ἀπό τά ἄφθαρτα Λείψανα τοῦ ἁγ. Στεφάνου σώζεται ἡ ἀδιάφθορη δεξιά του. Φυλάσσεται στόν πρός τιμήν του Ναό τῆς Βουδαπέστης καί ἀποτελεῖ ἕνα τῶν μεγάλων σεβασμάτων τοῦ Οὐγγρικοῦ λαοῦ. Σώζονται ἀκόμη τό Στέμμα, τό Σκήπτρο καί ἡ Σφαίρα πού χρησιμοποιήθηκαν κατά τήν στέψη του ὡς πρώτου Βασιλέως τῆς Οὐγγαρίας. Τά πολύτιμα αὐτά κειμήλια - σύμβολα τῆς ἐλευθερίας τῶν Οὔγγρων, κατά τόν Β' Παγκόσμιο Πόλεμο φυγαδεύθηκαν στίς Η.Π.Α. ἀπ' ὅπου ἐπιστράφηκαν στήν Οὐγγαρία τό 1978, προσωπικά ἀπό τόν τότε Ἀμερικανό Ὑπουργό Ἐξωτερικῶν Cyrus Vance.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 15η Αὐγούστου.

ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΙΛΟΥΤΙΝ, ΚΡΑΛΗΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ (+ 1322)


Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ὁ Στέφανος Οὔρεσης Β', ἕνας τῶν ἐπιφανεστέρων Σέρβων Ἡγεμόνων τῆς Δυναστείας τῶν Νεμανιδῶν. Ἦταν γιός τοῦ Κράλη τῆς Σερβίας Οὔρεση Α' (ὁσίου Σίμωνος, + 1282, 1η Μαϊου) καί τῆς Βασιλίσσης Ἑλένης (ὁσίας, 30ή Ὀκτωβρίου) καί ἀδελφός τοῦ Κράλη Δραγούτιν (ὁσίου Θεοκτίστου, 30ή Ὀκτωβρίου).
Κατά τήν Ἱστορία ὁ Δραγούτιν ἀνέτρεψε τόν πατέρα του μέ πραξικόπημα καί ἀφοῦ ἐπικράτησε, τόν φυλάκισε στό Δυρράχιο. Ἐκεῖ ὁ Οὔρεσης ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Σίμων καί ἀξιώθηκε ὁσιακοῦ τέλους, τό ὁποῖο ὁδήγησε τόν Δραγούτιν σέ μετάνοια. Ἀμέσως παραιτήθηκε, παρέδωσε τόν Θρόνο στόν ἀδελφό του Στέφανο, ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Θεόκτιστος καί ἔζησε τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς προσφέροντας στόν Θεό καρπούς μετανοίας.
Ὁ Μιλούτιν βασίλευσε κατά τήν περίοδο 1282 - 1321. Σ' αὐτόν ἡ μεσαιωνική Σερβία ὀφείλει τήν ἐπέκτασή της σέ βάρος Ἑλλήνων καί Βουλγάρων. Ἀρχικά κατέλαβε τά Σκόπια (τά ὁποῖα ἔκανε πρωτεύουσσά του) καί ἔπειτα τό Δυρράχιο καί ἄλλα σημαντικά Βυζαντινά κέντρα στήν Ἤπειρο καί τήν Δυτική Μακεδονία. Τό 1299 ὁ Αὐτοκράτορας Ἀνδρόνικος Β' ὁ Παλαιολόγος (1282 - 1328), σύναψε εἰρήνη μαζί του. Τό γεγονός ἐπισφαγίσθηκε μέ τόν πολιτικῆς σκοπιμότητος γάμο τοῦ Σέρβου Κράλη μέ τήν μόλις πέντε ἐτῶν θυγατέρα τοῦ Ἀνδρονίκου ἀπό τήν β' γάμο του, τήν Σιμωνίδα. Ἡ προίκα τῆς Βυζαντινῆς Πριγκίπισσας ἦταν ἡ ἀναγνώριση τῆς Σερβικῆς κυριαρχείας στίς κατακτημένες περιοχές.
Ὁ Στέφανος ἀναδείχθηκε εὐσεβέστατος Ἡγεμόνας. Κατά τήν παράδοση, ὑποσχέθηκε στόν Θεό νά ἀνεγείρει ἕνα Ναό γιά κάθε χρόνο βασιλείας του, σάν εὐχαριστήριο γιά τίς πολλές εὐλογίες Του πρός τό Σερβικό Ἔθνος. Ἔτσι, στά 42 χρόνια τῆς βασιλείας του, ὕψωσε 42 ναούς! Οἱ πλέον ἀξιόλογοι ἀπό αὐτούς εἶναι τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου Ἁγίου Ὄρους (1293), τοῦ ἁγ. Νικήτα στά Σκόπια (1307), ἡ λεγόμενη Βασιλική Ἐκκλησία στήν Μονή Στουντένιτσας Σερβίας (1314) καί κυρίως ἡ Μονή τῆς Γκρατσάνιτσας (στή φωτογραφία, 1315). Στό Ἅγιο Ὄρος, ἐκτός ἀπό τό Καθολικό τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου, ἀνακαίνισε καί τήν τράπεζα τῆς Μονῆς καί ὕψωσε τόν μέχρι σήμερα σωζόμενο ὀχυρωματικό πύργο πού φέρει τό ὄνομά του, διότι κατά τήν περίοδο ἐκείνη οἱ ἐπιδρομές τῶν Τούρκων στά ἀνατολικά παράλια τοῦ Ἄθωνα, γίνονταν ὅλο καί πιό συχνές.
Κατά τήν βασιλεία τοῦ Μιλούτιν ἄρχισε ὁ λεγόμενος ἐκβυζαντινισμός τῆς Σερβικῆς κοινωνίας, ὁ ὁποῖος δέν εἶχε ἱστορικό προηγούμενο στό παρελθόν. Τά σημεῖα τῆς οὐσιαστικῆς Βυζαντινῆς ἐπιρροῆς πολλαπλασιάσθηκαν στή διοίκηση τοῦ Κράτους, στήν κοινωνικό-οἰκονομική διάρθρωση, στή ναοδομία, στή Θεία Λειτουργία (ἡ ὁποία μεταρυθμίσθηκε κατά τό Ἁγιορειτικό Τυπικό). Ἡ ἔντονη οἰκοδομική δραστηριότητα τοῦ Σέρβου Κράλη, ἔφερε στή Σερβία τούς καλύτερους τεχνίτες τοῦ Βυζαντινοῦ κόσμου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καί δημιούργησε τήν λεγόμενη Σερβο - Βυζαντινή Σχολή.
Ὁ Κράλης ἅγ. Στέφανος κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1322. Τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο καί σήμερα φυλάσσεται στόν Ναό τῆς ἁγ. Κυριακῆς, στήν Σόφια τῆς Βουλγαρίας (ἐκτός ἀπό τήν τιμία Κάρα ἡ ὁποία ἔχει χαθεῖ).
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 30η Ὀκτωβρίου.