Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
Ο Οικουμενισμός είναι ένα κίνημα, που ξεκίνησε στα μέσα του ΙΘ΄ αιώνα στη Δύση και το οποίο προσπαθεί να φέρει σε προσέγγιση, διάλογο, αλληλοκατανόηση και συνεργασία τους διαιρεμένους Χριστιανούς. Στο κίνημα αυτό μετέχουν και οι Ορθόδοξοι.

Οι βασικές συνιστώσες της Οικουμενιστικής κίνησης, είναι σε γενικές γραμμές:
α/ Η Θεωρία των κλάδων,
β/ Η Βαπτισματική Θεολογία,
γ/ Η Περιεκτικότητα,
δ/ Ο Διαχριστιανικός δογματικός συγκρητισμός,
ε/ Ο Διαθρησκειακός συγκρητισμός.

Η Θεωρία των Κλάδων είναι και αυτή μια Προτεσταντική περί Εκκλησίας θεωρία. Έχει την προέλευσή της από την Αγγλικανική θεολογία. Σήμερα αποτελεί τη σπονδυλική στήλη της Εκκλησιολογίας του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, έχοντας σκοπό να δικαιολογήσει την εκκλησιολογική υπόσταση του Προτεσταντισμού.

Κατά την θεωρία αυτή, στον κορμό της Εκκλησίας υπάρχουν πολλά κλαδιά. Κάθε κλαδί αντιπροσωπεύει ένα τμήμα της Εκκλησίας νόμιμο, ισότιμο και ισόκυρο με τα άλλα, χωρίς όμως να ενσαρκώνει μονάχο του ολόκληρη την Εκκλησία, την οποία για να βρούμε πρέπει να την δούμε στο σύνολό Της, αθροίζοντας τα επί μέρους κομμάτια Της. Η Εκκλησία του Χριστού είναι το ολικό άθροισμα των επί μέρους τμημάτων Της, έστω κι αν αυτά διαφέρουν μεταξύ τους.

Το ίδιο συμβαίνει και με την αλήθεια την οποία φανέρωσε ο Χριστός στον κόσμο. Καμιά επί μέρους Εκκλησία, κανένα από τα ιστορικά τμήματά Της, δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι κατέχει ολόκληρη τη θεία αλήθεια όπως την δίδαξε ο Χριστός, γιατί στην Ιστορία καμιά ιδέα, κανένα θεώρημα δεν μπορεί να παραμένει αμετάβλητο και αναλλοίωτο στη ροή του χρόνου και στη συνεχή εξέλιξη των πραγμάτων του κόσμου τούτου. Επομένως καμία από τις λεγόμενες Καθολικές Εκκλησίες (Ορθόδοξη και Ρωμαϊκή), λιγότερο φυσικά οι Προτεσταντικές, δεν μπορεί να ισχυρισθεί για τον εαυτό της, ότι είναι η Εκκλησία του Χριστού ή ότι κατέχει καθαρό και ακέραιο το θησαυρό της αποκαλυφθείσας θείας αλήθειας. Τι άλλο βέβαια θα έλεγε μια χριστιανική εκκλησιαστική κοινότητα, η οποία έχει χάσει την έννοια της καθολικότητας, του κύρους και της αυθεντίας της αληθινής Εκκλησίας του Χριστού;

Η περί Κλάδων Θεωρία είναι πολύ της μόδας σήμερα και συζητιέται πλατιά στα σαλόνια του θεολογικού διαλόγου των Εκκλησιών. Για μας τους Ορθοδόξους όμως κρύβει παγίδες πολλές και είναι αφάνταστα επικίνδυνη. Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί από το θανάσιμο εναγκαλισμό της, ο οποίος μπορεί να μας οδηγήσει σε άμβλυνση της Ορθόδοξης εκκλησιαστικής μας συνειδήσεως, της οποίας είναι απρόβλεπτες οι ολέθριες συνέπειες.

Η Βαπτισματική Θεολογία ρίχνει το όλο βάρος της στην ένωση όλων των Χριστιανών, στο ότι όλοι αυτοί (Ορθόδοξοι, ΡΚαθολικοί, Προτεστάντες) έχουν σαν κύρια πύλη εισόδου στην Εκκλησία το Μυστήριο του Βαπτίσματος, το οποίον είναι κοινό σε όλους, άσχετα με τις όποιες παραλλαγές. Η Βαπτισματική Θεολογία είναι ένα από τα σημεία, που υπερτονίζεται, διότι είναι ένα «από τα κοινά που μας ενώνουν». Βέβαια παραγνωρίζεται το θεμελιώδες γεγονός, ότι άλλο Θεό πιστεύουν οι Ορθόδοξοι, άλλο οι Παπικοί και άλλο οι Προτεστάντες.

Ως προς την Περιεκτικότητα, είναι ένας όρος, όπου δηλώνει την αναλογία στην οποίαν κάτι βρίσκεται ανάμικτο με κάτι άλλο και συνεισφέρει κατά το ποσοστό που του αναλογεί. Δηλ. σε μια ενωμένη Εκκλησία, κάθε κλάδος της συνεισφέρει ένα μέρος της αλήθειας και όλοι μαζί αποδίδουν την Μία αλήθεια. Επομένως, η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως μέρος ενός συνόλου, συνεισφέρει το ποσοστό της αλήθειας, που της αναλογεί και όχι όλη την Αλήθεια. Καμιά επί μέρους Εκκλησία δεν κατέχει όλη την Αλήθεια, αλλά μόνο μέρος αυτής.

Όσον αφορά τον Συγκρητισμό, διαχριστιανικό και διαθρησκειακό. Η λέξη συγκρητισμός είναι αρχαία και εφαρμοζόταν κυρίως στην Κρήτη, όπου υπήρχε συνένωση αντιμαχόμενων μερίδων έναντι ενός τρίτου κοινού εχθρού. Παράδειγμα, η συνένωση Ορθοδόξων, Παπικών και Προτεσταντών, αφήνοντας κατά μέρος τις επί μέρους διαφορές τους, προ ενός κοινού εχθρού, π.χ. του Ισλαμισμού.

Ο Συγκρητισμός και μάλιστα ο διαθρησκειακός δεν είναι τωρινό θρησκειολογικό φαινόμενο. Είναι φαινόμενο ήδη από τους Ελληνιστικούς και μεταχριστιανικούς χρόνους, που εκδηλώθηκε ως ανάμειξη, αφομοίωση και συγχώνευση των θρησκευτικών αντιλήψεων και των λατρευτικών τύπων των ανατολικών θρησκειών και μυστηρίων με τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων και των Ρωμαίων, έτσι ώστε οι διάφοροι λαοί να λατρεύουν, μολονότι με διαφορετικό όνομα, την ίδια θεότητα. Μέσα σ’ αυτό το δημιουργηθέν κλίμα εμφανίστηκε ο Χριστιανισμός, ο οποίος καίτοι χρησιμοποίησε κάποια στοιχεία από άλλα θρησκεύματα, ποτέ δεν συναίνεσε στην ιδέα αυτή.

Το Οικουμενιστικό κίνημα αυτό θεσμοποιήθηκε το 1948 με το λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.)». Ιδρυτικά μέλη ήταν εκτός των Προτεσταντικών ομολογιών, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες Κωνσταντινουπόλεως, Ελλάδος και Κύπρου (οι υπόλοιπες προσχώρησαν αργότερα). Έτσι, το Π.Σ.Ε. θεωρείται μια «Ομοσπονδία Εκκλησιών», βάσει δε του Καταστατικού του ορίζεται ως «Κοινωνία Εκκλησιών», κοσμικού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 66 του Ελβετικού Αστικού Κώδικα.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, με τη συμμετοχή της στο Π.Σ.Ε. και για πρώτη φορά στην Ιστορία της εμφανίζεται να «ανήκει κάπου», σε μια «Ομοσπονδία» Χριστιανικών Κοινοτήτων, όπου η Αλήθεια και οι ποικίλες διαστρεβλώσεις (δηλ. αιρέσεις) τίθενται στο αυτό επίπεδο, παράλληλα προς Αυτήν και σε κλίμα αλληλοαναγνώρισης, δηλ. εντός ενός προφανώς συγκρητιστικού πλαισίου.

Με τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Κίνημα αυτό, υπερβαίνονται τα όρια, που οι Πατέρες, δια των Ι. Κανόνων, είχαν θέσει προς απαγόρευση του συγχρωτισμού Ορθοδόξων και Αιρετικών και έτσι το «συμπροσεύχεσθαι», «συνεορτάζειν», «συνεσθίειν» κ.ά. όχι μόνο νομιμοποιήθηκαν», αλλά ξεπεράσθηκαν κατά πολύ.

Και όσον αφορά την απαγόρευση του «συμπροσεύχεσθαι» είναι γνωστοί οι Ι. Κανόνες: ι΄, με΄, ξε΄ Αποστολικοί, στ΄, θ΄, λβ΄, λδ΄, λζ΄ Αντιόχειας, λγ΄ Λαοδίκειας, θ΄ Τιμοθέου Αλεξανδρείας. Για την απαγόρευση του «συνεορτάζειν» ασχολούνται οι Ι. Κανόνες: ο΄, οα΄ Αποστολικοί, λζ΄, λη΄, λθ΄ Λαοδίκειας. Σπουδαιότατη όμως είναι η σχετική διακήρυξη του Εφέσου, αγίου Μάρκου: «Άπαντες οι της Εκκλησίας Διδάσκαλοι, πάσαι αι Σύνοδοι και πάσαι αι Θείαι Γραφαί φεύγειν τους ετερόφρονας και της αυτής κοινωνίας διίστασθαι» (PG τ. 160, στλ. 101 CD/ Επιστολή προς άπαντας τους Ορθοδόξους). Και ενώ, ο άγιος Μάρκος απαγορεύει και το απλώς «συγχρωτίζεσθαι», δυστυχώς οι Οικουμενιστές μεταβαίνουν σε ένα ευρύτερο πεδίο του «συνανήκειν», «συμπράττειν», «συμμαρτυρείν» και «συνδιακονείν» τον κόσμο, επιτρέποντας στο Π.Σ.Ε. να σκέπτεται και να δραστηροποιείται, σαν να διαθέτει το κύρος μιάς υπερ-Εκκλησίας.

Αυτός λοιπόν, ο από κοινού συγχρωτισμός καταργεί στην πράξη την εκκλησιολογική αποκλειστικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εφ’ όσον το μοναδικό της έργο, δηλ. την διακονία του κόσμου δια της Αληθείας και «εν τη Αληθεία της Πίστεως», το εκχωρεί και σε άλλα «χριστιανικά σώματα», τα οποία όμως έχουν εκπέσει από την Αλήθεια και την Ενότητα της Εκκλησίας, ως εκ τούτου δε έχοντα ανάγκην μετανοίας και εκκλησιοποίησης.

Ο αείμνηστος Σέρβος δογματολόγος π. Ιουστίνος Πόποβιτς θεωρούσε τη συμμετοχή στο Π.Σ.Ε., ως «δουλικό εξευτελισμό, «οικτρώς και φρικωδώς αντιαγιοπαραδοσιακή στάση», «εντροπή», «αποκαλυπτικώς φρικαλέα κατά την ανορθοδοξία και αντορθοδοξία της» και «ανήκουστη προδοσία».

Οι αποφάσεις στο Π.Σ.Ε. διαμορφώνονται και εξαρτώνται αποκλειστικά από την ποσοτική υπεροχή των προτεσταντικών ψήφων (οι Ορθόδοξοι είναι μειοψηφία και οι παπικοί είναι παρατηρητές και όχι μέλη, καθότι θεωρούν την ΡΚαθολική εκκλησία, ως τη μόνη Αγία, Καθολική……. η οποία κατέχει, από μόνη της, την όλη Αλήθεια). Αρκεί να λεχθεί, ότι εκ των Προτεσταντών, απλώς οι Καλβινιστές έχουν μεγαλύτερη πλειοψηφία σε σχέση με τους Ορθόδοξους. Αλλά και οι Μεθοδιστές από μόνοι τους έχουν μεγαλύτερη πλειοψηφία έναντι των 4 παλαιφάτων Πατριαρχείων της Ανατολής. Ο «Στρατός Σωτηρίας» που συμμετέχει στην Κεντρική Επιτροπή του Π.Σ.Ε. έχει καταργήσει το Ποτήριο της Θ. Ευχαριστίας, για τον απλούστατο λόγο, ότι είναι….. αντιαλκοολικοί! Αλλά και πολλές από τις 330 «εκκλησίες» μέλη του Π.Σ.Ε. δέχονται αναντίρρητα την ομοφυλοφιλία και έχουν ειδικές τελετές για όσα ζεύγη ομοφυλοφίλων θέλουν να επισφραγίσουν τις σχέσεις τους με γάμο. Αρκεί αυτό και μόνο για να φανταστεί κανείς, πώς οι Ορθόδοξοι εξακολουθούν και συμμετέχουν σ’ ένα τέτοιο συμφερτό!

Ας αφήσουμε όμως το ίδιο το Π.Σ.Ε. να μας κάνει σαφείς τους σκοπούς του:
α/ Να διευκολύνει την κοινή μαρτυρία των Εκκλησιών σε κάθε τόπο και σε όλους τους
τόπους.
β/ Να υποστηρίζει τις Εκκλησίες στο παγκόσμιο ιεραποστολικό και ευαγγελιστικό τους
έργο.
γ/ Να εκφράζει το κοινό ενδιαφέρον των Εκκλησιών στην υπηρεσία των ανθρωπίνων αναγκών, της κατακρήμνισης των μεταξύ των ανθρώπων εμποδίων και της προαγωγής μιας ανθρώπινης οικογένειας με δικαιοσύνη και ειρήνη.
δ/ Να προάγει την ανανέωση των Εκκλησιών με την ενότητα, τη λατρεία, την αποστολή και την υπηρεσία.
Είναι πολύ χαρακτηριστικό, ότι στο Π.Σ.Ε. δεσπόζει κυριολεκτικά η «κοινή οικουμενική λατρεία», δηλ. ο λατρευτικός συγκρητισμός, όπου καλλιεργείται ο οικουμενικός συμπνευματισμός και δημιουργείται το κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα, που προκαλεί βαθμιαία άμβλυνση του αισθήματος του αποχωρισμού και της διάστασης των Εκκλησιών και έτσι εμφανίζεται να υπάρχει ένα είδος οικουμενικής Εκκλησίας, που συνέρχεται και λατρεύει από κοινού τον Κύριο και Δεσπότη των απάντων, έτσι γενικά και αόριστα.

Αυτός ο διαχριστιανικός συγκρητισμός του Π.Σ.Ε. τείνει να διευρυνθεί σε διαθρησκειακό συγκρητισμό από το 1971 και μετά και έτσι τείνει να μετατραπεί το Συμβούλιο σε Λέσχη θρησκευομένων ανθρώπων και ομάδων, μη απαραίτητα Χριστιανών. Μέσα δε στις προτάσεις, που δυστυχώς επεξεργάστηκαν Ορθόδοξοι, προς επίτευξη κοινού οικουμενιστικού πνεύματος είναι:

1/ Δημιουργία κοινού ημερολογίου.
2/ Εντατικότερη επικοινωνία με κάθε τρόπο.
3/ Οικειώτερη προσέγγιση των αντιπροσώπων των Εκκλησιών.
4/ Επικοινωνία και «συναδέλφωση» των Θεολογικών Σχολών.
5/ Προώθηση των οικουμενικών σπουδών.
6/ Οικουμενικό πνεύμα στην Παιδεία.
7/ Θεολογικοί διάλογοι και συνέδρια.
8/ Οικουμενική διαπαιδαγώγηση του πληρώματος όλων των ομολογιών.
9/ «Συναδέλφωση» Επισκοπών και Μητροπόλεων διαφόρων «ομολογιών».
10/ Κοινός εορτασμός θρονικών εορτών και πολιούχων αγίων.
11/ Λύση δογματικών προβλημάτων
12/ Αμοιβαίος σεβασμός ηθών και εθίμων.
13/ Αποφυγή δημιουργίας νέων προβλημάτων.
14/ Παραχώρηση ευκτήριων οίκων.
15/ Μικτοί γάμοι.
16/ Συνεργασία σε ευρύτατο επίπεδο σε επίκαιρα προβλήματα.

Παρά τις διάφορες χλιαρές διαμαρτυρίες των Ορθοδόξων, εγκρίθηκαν ηθικοί κανόνες που αντιστρατεύονται και αυτή την Αγία Γραφή, όπως η ομοφυλοφιλία, ο λεσβιασμός, οι εκτρώσεις και άλλες παρεκτροπές, που απομακρύνουν σταθερά το Οικουμενιστικό Κίνημα από την Ευαγγελική Αλήθεια και Ηθική. Τελικά δημιουργείται μια κρίση αυτοσυνειδησίας, υπευθυνότητας, συνέπειας λόγου και έργου, αυτοσεβασμού, αληθινής ενότητας, αλλά πρωτίστως Θεολογίας.

Κατακλείουμε το μικρό και περιληπτικό αυτό πόνημα των θέσεων περί Οικουμενισμού, με τις αναφορές από τον καθηγητή Θεολογικής Α. Θεοδώρου, που συνοψίζει πολύ χαρακτηριστικά και γλαφυρά την Κίνηση αυτή του Οικουμενισμού: «Ο Οικουμενισμός δεν είναι αίρεση και παναίρεση, όπως χαρακτηρίζεται συνήθως. Είναι κάτι πολύ χειρότερο από την παναίρεση. Ο Οικουμενισμός είναι μια υπέρβαση, αμνήστευση, παραθεώρηση, για να μην πούμε νομιμοποίηση και δικαίωση των αιρέσεων. Είναι η ετεροδοξία παραλλαγμένη και μεταμορφωμένη, που επιζητεί να συνυπάρχει με την καθολικότητα. Ο Οικουμενισμός, στον ιερό χώρο της Ορθοδοξίας, είναι θανατηφόρα νόσος!».



Η ΟΝΟΜΑΤΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
Μελετήσαμε με προσοχή το άρθρο με τίτλο: «Χρειάζεται προσοχή Παναγιώτατε» στο τεύχος του Ο.Τ. της 18.11.05 και θα θέλαμε να προβούμε σε κάποιες διορθωτικές παρατηρήσεις πάνω στις θέσεις «γνωστών ψευδοπροοδευτικών πολιτικών», οι οποίοι ζητούν την εγκαθίδρυσιν ενός αθέου Κράτους και τις οποίες θέσεις εσείς αντικρούετε.
Στην αντίκρουσή σας αυτή, μεταξύ των άλλων συμπεριλάβατε την περίπτωση να είναι υποχρεωτική η ονοματοδοσία του παιδιού άνευ Βαπτίσματος. Θα μου επιτρέψετε στο σημείο αυτό, με όλο το σεβασμό προς το πρόσωπό σας, να παρατηρήσω, ότι ή δεν γνωρίζετε το συγκεκριμένο θέμα ή διέλαθε της προσοχής σας. Θα ευχόμουνα να συμβαίνει το δεύτερο, καθότι είναι γνωστό, ότι στην Εκκλησία μας, η ακολουθία της ονοματοδοσίας του παιδιού, η οποία γίνεται την όγδοη ημέρα της γέννησής του δεν έχει καμία σχέση με το μυστήριο του Βαπτίσματος, το οποίο γίνεται, ώστε το παιδί που φέρει ήδη το όνομά του να εισέλθει στο σώμα της Εκκλησίας.
Τα σχετικά με την ονοματοδοσία του παιδιού, την θεολογία της και την σχετική Ακολουθία της θα μου επιτρέψετε να αναπτύξω με λίγα λόγια, όπως ακριβώς η Πατερική Θεολογία τα προσδιορίζει και όπως κανονικά θα έπρεπε να είναι γνωστά στους πιστούς.
Ονοματοδοσία καλείται η μικρή Ιερή Ακολουθία που τελείται στο Ναό κατά την όγδοη ημέρα από τη γέννηση του παιδιού και με την παρουσία του. Η ακολουθία αυτή περιλαμβάνεται στο Μέγα Ευχολόγιο της Εκκλησίας. Η πράξη αυτή της Εκκλησίας στηρίζεται στα όσα έγιναν την όγδοη ημέρα στο βρέφος Ιησού Χριστό, ο οποίος υπέστη τότε την περιτομή και «εκλήθη το όνομα αυτού Ιησούς» (Λουκ. 2. 21).
Η ονοματοδοσία δεν είναι μια απλή ληξιαρχική πράξη. Είναι εκκλησιαστική πράξη με την οποία δίνοντας όνομα στο παιδί δοξολογούμε το Θεό για την ευεργεσία του. Της ονοματοδοσίας προηγείται η εκλογή του ονόματος, μεγάλη δε βαρύτητα δίδεται στα ονόματα των Αγίων. Το όνομα δίδει στο νεογέννητο ο πατέρας, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις η μητέρα.
Η εκλογή της όγδοης ημέρας, ως της ημέρας της ονοματοδοσίας έχει βαθύτερη θεολογική σημασία. Η χρήση των αριθμών χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα για την συσχέτιση της ανθρώπινης ιστορίας με τις επτά ημέρες της Δημιουργίας. Στη Βιβλική αποκάλυψη ο αριθμός επτά είναι το σύμβολο του κόσμου που δημιούργησε ο Θεός «καλόν λίαν», του κόσμου που είχε φθαρεί απ’ την αμαρτία και παραδόθηκε στο θάνατο. Η έβδομη είναι η ημέρα κατά την οποία ο Δημιουργός αναπαύθηκε και την ευλόγησε, είναι η ημέρα που εκφράζει τη χαρά κι ευφροσύνη του ανθρώπου για τη Δημιουργία ως κοινωνίας με το Θεό. Όμως η ημέρα αυτή είναι μια διακοπή της εργασίας, όχι το πραγματικό τέλος της. Είναι σε τελευταία ανάλυση έκφραση ατέλειας και υποδούλωσης του ανθρώπου στον κόσμο. Είναι τέλος η ημέρα της προσδοκίας, της ελπίδας του κόσμου και του ανθρώπου για λύτρωση, για την ημέρα που είναι πέρα από το επτά, πέρα από τη διαρκή επανάληψη του χρόνου, που δεν έχει ουσιαστικό νόημα και εκείνο που επιτυγχάνει είναι να φέρνει πλησιέστερα στο θάνατο και στην καταστροφή.
Το αδιέξοδο αυτό ήρθε να καταβάλει η καινούργια ημέρα, που εγκαινίασε ο Χριστός με την Ανάστασή του. Από «τη μια των Σαββάτων» (δηλ. την Κυριακή) άρχισε ένας καινούργιος χρόνος, ο οποίος αν και εξωτερικά παραμένει μέσα στον παλαιό χρόνο, ο πιστός νοιώθει πως είναι καινούργιος. Το οκτώ γίνεται πλέον σύμβολο του νέου αυτού χρόνου. Μια τέτοια όγδοη ημέρα φυσικά δεν υπάρχει στο χρόνο «αυτού του κόσμου», που συνεχίζει να μετριέται με τον αριθμό επτά. Ένας τέτοιος χρόνος υπάρχει όμως στη ζωή της Εκκλησίας ως εμπειρία και αληθινή «εστία» κάθε εκδήλωσης.
Τοποθετώντας λοιπόν η Εκκλησία την ονοματοδοσία κατά την ογδόη ημέρα επιθυμεί να καταστήσει το βρέφος κοινωνό της πληρότητας του χρόνου της Βασιλείας των Ουρανών πριν τη βάπτισή του ή καλύτερα να υποδείξει τη δυναμική προοπτική για την υπέρβαση του φθοροποιού χρόνου, καθώς αυτός εκφράζεται με το φαύλο κύκλο των επτά ημερών. Έτσι το βρέφος γεύεται την όγδοη ημέρα της γέννησής του ως ημέρα πέρα από το χρόνο, πέρα απ’ το επτά, ως συμμετοχή στην ανέσπερη ημέρα της Βασιλείας.
Η «ευχή εις το κατασφραγίσαι παιδίον, λαμβάνον όνομα τη ογδόη ημέρα της γεννήσεως αυτού» ευρίσκεται στο Ευχολόγιο της Εκκλησίας και ξεκινά με το «Κύριε ο Θεός ημών, σου δεόμεθα και σε ικετεύομεν. Σημειωθήτω το φως του προσώπου σου επί τον δούλον σου (τον δε) και σημειωθήτω ο σταυρός του Μονογενούς σου Υιού εν τη καρδία και τοις διαλογισμοίς αυτού, εις το φυγείν την ματαιότητα του κόσμου…..».
Με την Ακολουθία της Ονοματοδοσίας, η Εκκλησία θεωρεί το οκτώ ημερών βρέφος, ως ολοκληρωμένο άνθρωπο και το όνομά του δίνει ταυτότητα ως πρόσωπο και διαβεβαιώνει τη μοναδικότητά του, είναι δε γνωστό ότι η Εκκλησία αναγνωρίζει τον άνθρωπο ως πρόσωπο, σε σχέση και κοινωνία με άλλα πρόσωπα, αλλά και τον ίδιο το Θεό και όχι ως άτομο, που είναι χαρακτηριστικό του πεσόντος ανθρώπου.
Η Ακολουθία της Ονοματοδοσίας τελείται στον νάρθηκα του Ναού, όπου το παιδί το υποδέχεται ο Ιερέας. Το παιδί εισάγεται στο νάρθηκα από τον πατέρα ή άλλο συγγενικό ή όχι πρόσωπο, πάντως όχι από τη μητέρα, η οποία για πρώτη φορά θα βγει από το σπίτι της την τεσσαρακοστή ημέρα. Σε περίπτωση απουσίας τέτοιου προσώπου, τότε η Ακολουθία τελείται στο σπίτι του παιδιού. Η τέλεση της Ακολουθίας την όγδοη ημέρα έξω από τον κυρίως Ναό γίνεται, διότι το παιδί θα πρωτοεισέλθει σ’ αυτόν την τεσσαρακοστή ημέρα, οπότε θα γίνει και ο εκκλησιασμός του.
Η λαϊκή αντίληψη, ότι η ονοματοδοσία συνδέεται με το Μυστήριο του Βαπτίσματος ή ότι ο ανάδοχος χαρίζει το όνομα στο παιδί, με συνέπεια να θεωρείται, ότι το παιδί δεν έχει όνομα μέχρι να βαπτισθεί και ότι το λαμβάνει κατά τη βάπτισή του ή η συνήθεια να δίδονται κατά το βάπτισμα περισσότερα ονόματα έλκουν την προέλευσή τους από τον Παπισμό, είναι ξένα προς τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και έχουν μεταφυτευθεί στον Ορθόδοξο χώρο, κυρίως λόγω της έλλειψης ποιμαντικής του πληρώματος της Εκκλησίας μας από την Διοίκησή της (Βλέπετε λεπτομερή ανάπτυξη του θέματος στο έργο: Γ. Χρυσοστόμου «Ονοματοδοσία»).


ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ
Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Στην αρχαία Εκκλησία υπήρχαν δυο βασικοί αγωγοί αυθεντικής ερμηνείας της Χριστιανικής αποκάλυψης: αφ’ ενός μεν οι Απόστολοι και οι διάδοχοί τους ως άτομα διατήρησαν την Αποστολική παράδοση, αφ’ ετέρου δε οι Επίσκοποι, ως διάδοχοι των Αποστόλων συγκρότησαν Εκκλησιαστικές Συνόδους, στις οποίες η κοινωνία τους ως αντιπροσωπευτικό σώμα αύξησε την αυθεντία της μαρτυρίας τους. Σε τέτοιες Συνόδους, κατ’ αρχήν τοπικές και έπειτα Οικουμενικές, τα όργανα αυτά της Εκκλησίας αποφάσισαν επί θεμάτων πίστεως υπό την επιστασία του Αγ. Πνεύματος. Πριν από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας, όλα τα Σύμβολα και οι σύντομες περιλήψεις της Πίστεως, μολονότι τοπικές, πλούτισαν την καθολική πίστη, την οποίαν εμπιστεύθηκαν οι Απόστολοι στους διαδόχους τους. Η Νίκαια καθιέρωσε την εκκλησιαστική αρχή, ότι η Εκκλησία είχε ανάγκη από σύμβολα καθολικής αυθεντίας και αποδοχής. Με τον τρόπο αυτό τα Σύμβολα των Οικουμενικών Συνόδων απέβησαν κριτήρια Ορθοδοξίας. Για το λόγο αυτό, οι Σύνοδοι αυτές απεκλήθησαν αφ’ εαυτού τους "Οι Άγιες Σύνοδοι", έκφραση που βρίσκουμε νωρίς στη Σύνοδο της Αγκύρας το 314. Ομοίως η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος αυτοαποκαλείται ως "Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος". Τούτο εξυπονοεί, ότι οι συμμετέχοντες Επίσκοποι στις Συνόδους αυτές ήταν πλήρως πεπεισμένοι, ότι εργαζόμενοι μαζί αντιπροσώπευαν το ένα σώμα του Χριστού, ο Οποίος ήτανε παρών ως η κεφαλή τους.
Οι Σύνοδοι της Εκκλησίας, τοπικές και Οικουμενικές, οι οποίες αποφάσισαν για την καθολική πίστη, απέκτησαν καθολικό ή οικουμενικό κύρος και έγιναν μαρτυρία των πηγών της δογματικής διδασκαλίας. Τους αναγνωρίσθηκε μόνο ένα καθήκον, να μεταδώσουν στους άλλους πιστούς αυτή την ορθή πίστη, την οποία η Εκκλησία είχε λάβει σύμφωνα με την εντολή του Θεού.
Με αυτό τον τρόπο, οι διάδοχοι των Αποστόλων, αφού κληρονόμησαν από αυτούς την δύναμη του «δεσμείν και λύειν», κατέχουν την πληρότητα των δωρεών του Αγίου Πνεύματος και όντες Επίσκοποι των τοπικών Εκκλησιών, οι οποίες βρίσκονται σε ενότητα με την καθ’ όλου Εκκλησία, συγκεντρώνονται στις Οικουμενικές Συνόδους, για να αποκτήσουν εκεί την δύναμη να μιλούν αλάθητα στο όνομα της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Ανεξάρτητα από τα επιτεύγματά τους ως φρουρών της χριστιανικής αποκάλυψης, οι Πατέρες της Εκκλησίας, με την πάροδο του χρόνου, ήταν υποχρεωμένοι να έχουν την επικύρωση των αυθεντικών Συνόδων της Εκκλησίας, όσον αφορά τις εκθέσεις τους επί της πίστεως, για να αναγνωρισθούν ως φρουροί.
Το χαρακτηριστικό σημείο των Οικουμενικών Συνόδων, συνεπώς, είναι η κοινωνία της Καθολικής Πίστεως, όπως κληροδοτήθηκε από τους Αποστόλους στους διαδόχους τους. Η αμοιβαία εξάρτηση και συσχέτιση των Οικουμενικών Συνόδων οφείλεται στην Αποστολική Διαδοχή αυτών οι οποίοι την συγκροτούν και είναι η μαρτυρία, ότι αυτοί είναι διάδοχοι των Αποστόλων "εν χάριτι, εν αληθεία και εν διδασκαλία". Το κριτήριο το οποίο φανερώνει ότι οι Σύνοδοι συνεχίζουν να εκφράζουν και να ερμηνεύουν την Χριστιανική αλήθεια, είναι η συμφωνία τους με την Αποστολική διδασκαλία. Επομένως οι Οικουμενικές Σύνοδοι εκφράζουν την ενότητα του σώματος υπό την κεφαλή της Εκκλησίας, η οποία είναι ο ίδιος ο Χριστός.
Μολονότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι αποτελούν την ανώτατη αυθεντία στην Εκκλησία, οι Πατέρες ως άτομα και ως μέλη των Συνόδων είναι οι πρωταγωνιστές και οι πηγές των Συνοδικών αποφάσεων. Οι Πατέρες δεν είναι αλάθητοι, αλλ’ όταν αποφασίζουν ως Σύνοδοι, καθοδηγούμενοι υπό του Αγίου Πνεύματος, δογματίζουν "απλανώς" και όχι "αλαθήτως". Ο όρος "απλανής» και «απλανώς" χρησιμοποιείται στην Ορθόδοξη Πατερική παράδοση. Οι Σύνοδοι και οι Πατέρες δογματίζουν "απλανώς" και όχι "αλαθήτως".



Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο των «Νέων Ανθρώπων» στις 10.11.04


Με μεγάλο ενδιαφέρον μελετήσαμε την επιστολή του αγαπητού κ. Καγιούλη στο τεύχος των Ν.Α. της 22.10.04 περί το πρόσωπο της μεγάλης αυτής μορφής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και υποστηρικτή του Χριστιανισμού, του Μ. Κωνσταντίνου.
Επειδή η παράθεση των στοιχείων, για την μεγάλη αυτή μορφή της Ιστορίας στην ανωτέρω επιστολή δεν είναι πλήρης, θα θέλαμε να σημειώσουμε τα κυριώτερα στοιχεία από την ζωή του και την σχέση του με την Εκκλησία, τα οποία όντως είναι μοναδικά.
Ο Μ. Κωνσταντίνος γεννήθηκε στη Ναϊσσό (Νις της Σερβίας) το 285, ήταν δε γιός του Αυγούστου της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Κωνστάντιου του Χλωρού και της παλλακίδας του Ελένης. Ο Κωνστάντιος είχε τρεις γιούς και τρεις κόρες με την νόμιμη σύζυγό του Θεοδώρα και ένα γιό (τον Κωνσταντίνο) από την παλλακίδα του Ελένη, με την οποία ποτέ δεν νομιμοποίησε τη σχέση του.
Ο Κωνσταντίνος διαδέχτηκε τον πατέρα του το 306, μετά τον θάνατο του τελευταίου, νυμφεύθηκε δε την Μινερβίνη με την οποία απέκτησε γιό τον Κρίσπο. Αργότερα έλαβε διαζύγιο από αυτή και νυμφεύθηκε, για λόγους σκοπιμότητας και για να εδραιώσει την κυριαρχία του ως Αυγούστου, με την Φαύστα, κόρη του συναυτοκράτορα Μαξιμιανού, αδελφή του Αυγούστου Μαξεντίου. Μετά την παραίτηση των συναυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 307, οι τέσσερις εναπομείναντες Αύγουστοι Μαξέντιος και Κωνσταντίνος στη Δύση και Λικίνιος και Μαξιμίνος στην Ανατολή, ενεπλάκησαν σε αγώνα επικράτησης, από τον οποίο τελικά νικητής βγήκε ο Κωνσταντίνος.
Την παραμονή της μάχης εναντίον του Μαξέντιου έξω από την Ρώμη (312), μεταγενέστερες παραδόσεις αποδίδουν το περίφημο όραμα του Κωνσταντίνου, σύμφωνα με το οποίο είδε στον ουρανό με φωτοειδείς ακτίνες το Χριστιανικό σύμπλεγμα σε ανάπτυξη σταυρού με τη φράση "εν τούτω νίκα".
Η αξιοπιστία των παραδόσεων για το όραμα αυτό σχολιάσθηκε με ποικίλους τρόπους, αφού και οι ίδιες οι παραδόσεις παρουσιάζουν διαφορετικά στοιχεία. Ο Λακτάντιος, εκκλησιαστικός συγγραφέας και διδάσκαλος του γιού του Κωνσταντίνου Κρίσπου, υπονοεί ότι ο Κωνσταντίνος είδε το όραμα κοιμώμενος, ενώ ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος επίσκοπος Καισαρείας, βιογράφος του Κωνσταντίνου, το περιγράφει ως πραγματικό όραμα κατά την διάρκεια της ημέρας και το αποδίδει σε θαυμαστή φανέρωση της θείας βουλής. Ο Κωνσταντίνος δεν ήταν τότε Χριστιανός, αλλά όπως και ο πατέρας του έκλινε προς τον ενοθεϊσμό και λάτρευε ως ύψιστο θεό τον θεό Ήλιο (Απόλλωνα) και τη θεά Νίκη, με σαφή συγκρητιστική ελευθερία. Μετά τη νίκη του εναντίον του πεθερού του Μαξιμινιανού και των επαναστατημένων Γερμανών (310), τις ευχαριστίες του προσέφερε σε ένα ναό του Ηλίου (Απόλλωνα) στους Τρεβήρους της Γαλατίας, όπου είδε το όραμα ότι ο Θεός Ήλιος και η θεά Νίκη του προσέφεραν δυο δάφνινα στεφάνια με ορισμένα σημεία στο κέντρο τους, τα οποία ερμηνεύθηκαν από τον ιερέα των ειδώλων, ότι θα βασίλευε τριάκοντα χρόνια στην αυτοκρατορία. Το 312 έχουμε το όραμα του «Θεού Ηλίου Χριστού», όπως περιγράφεται από τον Ευσέβιο Καισαρείας. Η δυναμική παρουσία του χριστιανικού στοιχείου στο στρατό του δήλωνε την νέα πραγματικότητα, η οποία δεν ήτανε άσχετη προς τις προδιαθέσεις του Κωνσταντίνου έναντι του Χριστιανισμού, όπως αποδεικνύεται και από τις υπέρ των Χριστιανών "αποφάσεις των Μεδιολάνων" κατά το επόμενο έτος (313). Άλλωστε το πέρασμα από τον συγκρητιστικό ενοθεϊσμό στο Χριστιανισμό δεν ήτανε ιδιαίτερα δύσκολο, το δε όραμα της Ρώμης μπορεί να κατανοηθεί μέσα στα πλαίσια των ψυχολογικών αυτών προϋποθέσεων του Κωνσταντίνου.
Οι αποφάσεις των Μεδιολάνων (313) του Κωνσταντίνου και του Λικίνιου, οι οποίες δεν περιβλήθηκαν τον χαρακτήρα κοινού επίσημου Διατάγματος, κατοχύρωναν την αρχή της ανεξιθρησκίας και της θρησκευτικής ελευθερίας. Το έδαφος είχε ήδη προετοιμαστεί με το έδικτον του Γαλλιηνού (261), όπου τερματίζονται οι διωγμοί των Χριστιανών επί Δεκίου και Βαλλερίου και ο Χριστιανισμός αναγνωρίζεται από το κράτος ως νόμιμη λατρεία. Ο διωγμός του Διοκλητιανού (303-305) είναι μια μαύρη παρένθεση στην ανεξιθρησκία που υπήρχε ήδη. Ο Γαλέριος το 311 επαναφέρει το διάταγμα περί ανεξιθρησκίας. Το διάταγμα της Ρώμης (312) και του Μεδιολάνου (313) περί ανεξιθρησκείας που υπέγραψαν οι Κωνσταντίνος, Λικίνιος και Μαξιμίνος, ήταν απλή επικύρωση εκείνου του Γαλέριου το 311.
Ο γάμος του Λικίνιου με την Κωνσταντία, αδελφή του Κωνσταντίνου, τελέστηκε αμέσως μετά το θάνατο του Μαξιμίνου (313), για να επισφραγίσει την συμμαχία του μόνου κυρίαρχου της Δύσης (Κωνσταντίνου), με τον μόνο κυρίαρχο της Ανατολής (Λικίνιο). Η συμμαχία αυτή δεν είχε διάρκεια. Από το 314 άρχισε η σύγκρουση Κωνσταντίνου και Λικίνιου, η οποία μετά από αιματηρές συρράξεις σε διάφορα σημεία της Αυτοκρατορίας κατέληξε σε ήτα του Λικίνιου μετά από διαμάχη 10 χρόνων στη μάχη της Αδριανούπολης (324) και εν συνεχεία στη θανάτωση του τελευταίου.
Η ανανέωση, που έφερε σε όλους τους τομείς στην Αυτοκρατορία ο νέος πλέον μονοκράτορας Κωνσταντίνος, εκφράστηκε και με την θρησκευτική πολιτική του, ο οποίος χωρίς να αλλοιώσει ποτέ την επίσημη σχέση του με την εθνική θρησκεία (ειδωλολατρία) ως Αρχιερέας με τον τίτλο του Μέγιστου Γεφυροποιού (Pontifex Maximus) και χωρίς να επιχειρήσει θεσμική υποβάθμισή της, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Χριστιανισμό. Έτσι για παράδειγμα έχουμε την απόδοση στις Χριστιανικές κοινότητες της περιουσίας που είχε δημευθεί στο παρελθόν, καθώς και η θέσπιση της νομικής δυνατότητας επαύξησης αυτής της περιουσίας. Η ηθική και υλική ενίσχυση της θέσης του Κλήρου. Στην υλική ενίσχυση ανήκει π.χ. η απαλλαγή των κληρικών από διάφορα δημόσια βάρη και κάθε φορολογική υποχρέωση, στην δε ηθική η λεγόμενη "επισκοπική δικαιοδοσία", δηλ. η παροχή στους Επισκόπους να επιλύουν -μάλλον διαιτητικά- ιδιωτικές διαφορές, επειδή οι άνθρωποι έτρεφαν γενικώς μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην αμεροληψία των Χριστιανών ποιμένων, παρά των πολιτειακών δικαστών. Ακόμη έγινε προσαρμογή της νομοθεσίας σε πολλά θέματα του ιδιωτικού δικαίου προς τις αρχές που διείπαν την Χριστιανική διδασκαλία, μολονότι αυτό όχι σπάνια οδήγησε σε λύσεις ανεπιεικείς, όπως η απαγόρευση νομιμοποίησης νόθων τέκνων υψηλών αξιωματούχων, ακόμη και με πράξη του Αυτοκράτορα, πράξη που καταργήθηκε το 539 με την 89 Νεαρά του Ιουστινιανού. Επίσης έκλεισαν λατρευτικά κέντρα με άσεμνες τελετές, απαγορεύτηκαν οι θυοσκόποι με σκληρές ποινές, όπως θάνατος στην πυρά του θυοσκόπου και δήμευση και εξορία των παρακολουθούντων. Αυτά όμως αφορούσαν μόνον στις ιδιωτικές λατρευτικές εκδηλώσεις και όχι στις δημόσιες ή την προσφυγή ακόμη και του ιδίου στους θυοσκόπους σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. πτώση κεραυνού σε δημόσιο κτήριο, βροχές και χαλάζι σε ώριμους καρπούς και αμπέλια κ.ά. Η στάση αυτή του Μ. Κωνσταντίνου είναι απόλυτα κατανοητή. Δεν ήταν δυνατό να απαγορεύσει το λατρευτικό τυπικό της θρησκείας εκείνης, της οποίας εξακολουθούσε να είναι ο "ύπατος λειτουργός". Έτσι όμως έχουμε διάκριση της μαγείας σε "καλή" και "κακή" (δηλ. "λευκή" και "μαύρη"), κάτι που δεν μπορούσε να γίνει δεκτό από την Εκκλησία, για την οποία οποιασδήποτε μορφής επικοινωνία με υπερφυσικές δυνάμεις ξένες προς την Χριστιανική πίστη αποτελούσε αποστασία. Η διάκριση αυτή, που είχε σοβαρές επιπτώσεις σε ολόκληρη τη Βυζαντινή περίοδο, τελικά αποδοκιμάσθηκε και καταργήθηκε από τον Αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ τον Σοφό τον 10ο αιώνα.
Εκδήλωση του σεβασμού του Αυτοκράτορα προς τις αρχές του Χριστιανισμού αποτέλεσε νόμος του 321, με τον οποίον καθιερώθηκε ουσιαστικά η αργία της Κυριακής με κάποιους βέβαια περιορισμούς, όπως την μη εφαρμογή στους αγρότες της αργίας κατά την "σεπτή ημέρα του Ηλίου". Η ενίσχυση της Χριστιανικής λατρείας έγινε και με οικοδόμηση ναών, όπως π.χ. του αγίου Μωκίου, του πρώτου Μάρτυρα από την περιοχή της πρωτεύουσας, που θανατώθηκε επί Διοκλητιανού. Δεν παραλήφθηκε δε παράλληλα και η ίδρυση ειδωλολατρικών ναών. Η αντιεγκληματική πολιτική επηρεασμένη από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του Μ. Κωνσταντίνου, επαύξησε την αυστηρότητα κατά την ποινική μεταχείριση των εγκληματιών με νόμους αντίθετους προς την επιείκεια και την φιλανθρωπία που διδάσκει ο Χριστιανισμός. Έτσι ενώ καταργήθηκε για ευνόητους λόγους η ποινή της σταύρωσης, θεσπίστηκαν άλλες φρικιαστικές ποινές, όπως το κλείσιμο των φονέων σε δερμάτινο σάκο μαζί με φίδια και το ρίξιμο στη θάλασσα, ώστε ο κατάδικος να στερείται διαδοχικά -και όχι απότομα- όλα τα στοιχεία, όπως τον αέρα, τον αργό θάνατο από το δηλητήριο των φιδιών και την γη μετά θάνατον (δηλαδή την τιμωρία να παραμείνει άταφος). Η σκληρή αυτή στάση του Αυτοκράτορα θεωρείται ότι οφείλεται σε επηρεασμό από Χριστιανούς συγγραφείς των πρώτων αιώνων, οι οποίοι θεωρούσαν τους νόμους των ανθρώπων περιττούς και μη αποτελεσματικούς, εφ’ όσον η συμπεριφορά των πιστών ρυθμιζόταν από τον Νόμο που είχε κηρύξει ο Χριστός. Επομένως ορισμένες εγκληματικές πράξεις, όπως οι στρεφόμενες κατά της ζωής που είναι θείο δώρο αξιολογήθηκαν από τον Αυτοκράτορα ως προσβολή του Θείου Νόμου και η ποινή δηλώνει την ιδιαίτερη ηθική απαξία της πράξης.
Στις 11 Μαΐου 330 εγκαινίασε την νέα πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, την Νέα Ρώμη στην πολίχνη του Βυζαντίου, που πήρε το όνομά του ως Κωνσταντινούπολη. Η διατήρηση του παλαιού θεσμικού πλαισίου της εθνικής θρησκείας, η οποία παρέμεινε επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας, δεν εμπόδισε την εύνοια του Κωνσταντίνου προς τον Χριστιανισμό. Η εύνοιά του αυτή εκδηλώθηκε με το σταθερό ενδιαφέρον για την αποκατάσταση της εσωτερικής ενότητας της Χριστιανικής Εκκλησίας, που είχε διαταραχθεί με την ευρύτατη απήχηση της αιρετικής διδασκαλίας του Αρείου. Η σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 από τον Αυτοκράτορα αποτελεί κορυφαίο γεγονός της νέας πραγματικότητας. Οι μεταβολές όμως στους συμβούλους του επηρέαζαν την κατεύθυνση του ενδιαφέροντός του προς την μια ή την άλλη πλευρά, αλλά το ενδιαφέρον του για τη νέα θρησκεία ήταν σταθερό μέχρι και το τελικό του βάπτισμα στη Νικομήδεια, από τον επιχώριο Επίσκοπο Ευσέβιο (Αρειανό), λίγο πριν το θάνατό του στις 22.5.337. Κηδεύτηκε χριστιανικά και τάφηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Το βάπτισμά του στο Χριστιανισμό επισφράγισε την όλη πολιτική θεολογία του Χριστιανισμού, που ιεροποίησε το πρόσωπο του φορέα της βασιλικής εξουσίας, η οποία θεωρήθηκε ως θεοδώρητη.
Η σκληρότητα του χαρακτήρα του, η οποία εκδηλώθηκε με τις δολοφονίες συγγενών του προσώπων και το ευμετάβλητο των διαθέσεών του υπήρξαν οπωσδήποτε οι ασθενείς πλευρές της ηθικής του προσωπικότητας, η οποία υποχωρούσε μπροστά στην πολιτική του ευαισθησία. Η Χριστιανική Εκκλησία τον χαρακτήρισε Άγιο, γιατί με το έργο του και το βάπτισμά του διευκόλυνε την ταχύτερη επικράτησή της στην Αυτοκρατορία. Η ιστορία τον ονόμασε Μέγα, γιατί το πολυσύνθετο έργο του υπήρξε τεράστιο και επηρέασε αποφασιστικά την Παγκόσμια Ιστορία.
Αναφέρθηκε, ότι υπήρχε σε μεγάλο βαθμό το ευμετάβλητο του χαρακτήρα και αυτό εκδηλώθηκε πολλές φορές σε διάφορα γεγονότα στη ζωή του Κωνσταντίνου. Έτσι ενώ χρησιμοποιεί σαν λάβαρό του, σαν σημαία του δηλ. το «εν τούτω νίκα», εξακολούθησε να είναι ειδωλολάτρης και να λατρεύει τον Ήλιο μέχρι την επιθανάτια κλίνη του και μόνο τότε ζήτησε να γίνει δεκτός (να βαπτισθεί) στη Χριστιανική Εκκλησία (Tamara Talbot Rice, Ο Δημόσιος και ιδιωτικός βίος των Βυζαντινών, σελ. 15).
Η ιστορία αναφέρει, ότι υπήρξε ο ηθικός αυτουργός επτά δολοφονιών συγγενών του προσώπων και συγκεκριμένα διέπραξε πέντε φόνους πριν από την σύγκλιση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (του πενθερού του Μαξιμιανού, του γυναικάδελφού του Μαξέντιου, του γαμπρού του Λικίνιου, του γαμπρού του Βασσιανού και του 14χρονου ανιψιού του Λικινιανού) και δυο φόνους μετά την Α΄ Οικουμενική (φόνος του γιού του Κρίσπου από την σύζυγό του Μινερβίνη το 326 από τον ίδιο (Ιερώνυμος, De viris illustribus, 80) και τον φόνο της συζύγου του Φαύστας (σε βραστό νερό ή κατασπαραγμός από θηρία, Migne, P.G. τ. 62, σελ. 295) το 326).
Ο Μ. Κωνσταντίνος συγκάλεσε την Α΄ Οικ. Σύνοδο στη Νίκαια το 325 και προήδρευσε αυτής όντας ειδωλολάτρης και ο οποίος "τον λόγον εδίδου τοις της Συνόδου Προέδροις", οι οποίοι ήσαν οι ιεραρχικώς Προϊστάμενοι των μεγάλων εκκλησιαστικών περιφερειών, Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, κτλ. (Ευσέβιου: "Εν βίω Κωνσταντίνου"). Πράγματι σημειώνεται, ότι είναι η πρώτη και μοναδική φορά, όπου προΐσταται Οικουμενικής Συνόδου της Εκκλησίας πρόσωπο που είναι ειδωλολάτρης και μάλιστα κατέχει επίσημα τον τίτλο του Αρχιερέα των ειδώλων (Pontifex Maximus).
Η Σύνοδος αυτή καταδίκασε τον Αρειανισμό και αναθεμάτισε τον Άρειο και πέντε ακόμη Επισκόπους Αρειανούς, μεταξύ των οποίων και τον Νικομηδείας Ευσέβιο. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής (Μητροπολίτη Καλλίνικου Δελικάνη, Η πρώτη εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος, σελ. 180-181): "Τον Όρον της εν Νικαία Συνόδου "ταύτη τη πίστη" λέγει ο Σωκράτης, "οκτώ και δέκα και τριακόσιοι έγνωσάν τε και έστερξαν, πέντε δε μόνοι ου προσεδέξαντο, της λέξεως του Ομουσίου σκώψαντες". Ήσαν δε ούτοι ο Νικομηδείας Ευσέβιος, ο Νικαίας Θέογνις, ο Χαλκηδόνος Μάρις, ο Πτολεμαϊδος Σεκούνδος, ο Μαρμαρικής Θεωνάς. Αλλ’ οι τρεις πρώτοι, ιδόντες το απροχώρητον, "έδεισαν γαρ των Επισκόπων το πλήθος, τοις εκτεθείσι συνέθεντο" γράφει ο Θεοδώρητος. Ο δε Καισαρείας της Παλαιστίνης Ευσέβιος "μικρόν επιστήσας και διασκεψάμενος ει δει προσδέξεσθαι τον όρον της πίστεως, ούτως άμα τοις πολλοίς πάσι, συνήνεσέ τε και προσυπέγραψε". "Οι δε Αρειομανείς, δείσαντες μη τοσούτων εν ταυτώ συγκεκροτημένων Επισκόπων εξοστρακισθοίεν, απαγορεύουσι μεν και αναθεματίζουσι το απηγορευμένον δόγμα συμφώνοις γράμμασιν υπογράψαντες αυτοχειρί" (Θεοδωρήτου: Εκκλ. Ιστ. Α΄).
Τον Όρον της Πίστεως επηκολούθησεν η υπό της Συνόδου επίσημος καθαίρεσις και αναθεματισμός του Αρείου και των ομοφρόνων αυτού, απαγορευθείσης άμα τω Αρείω της εις Αλεξάνδρειαν επανόδου. "Διόπερ η Σύνοδος ΄Αρειον και τους ομοδόξους αυτού αναθεμάτισεν άπαντας, προσθέντες μήτε της Αλεξανδρείας επιβαίνειν αυτόν" (Σωκρ. Εκκλ. Ιστ. Δ΄). "Ιστέον μέντοι -προσθέτει-, ως τη Αρείου καθαιρέσει ούτε έθεντο, ούτε υπέγραψαν Νικομηδείας Ευσέβιος και Νικαίας Θέογνις, καίπερ τη γραφή της πίστεως συναινέσαντες". "Βασιλέως δε πρόσταγμα και αυτόν (Άρειον) και τους περί Ευσέβιον εις εξορίαν απέστειλε" (Θεοδώρητος). Εις το Ιλλυρικόν μεν τον Άρειον μετά των Πτολεμαϊδος και Μαρμαρικής, εις Γαλλίαν δε τον Νικομηδείας και τον Νικαίας".
"Δεν είχεν εισέτι αποξηρανθή η μελάνη των υπογραφών του Όρου της εν Νικαία Συνόδου και ο Νικομηδείας Ευσέβιος ήρξατο των κατ’ αυτής ενεργειών, έχων πιστήν σύμμαχον, την πεφιλημένην αδελφήν του Κωνσταντίνου και χήραν του Λικινίου Αυγούσταν Κωνσταντίαν, της οποίας ήτο πνευματικός σύμβουλος. Πρώτον μέλημα αυτού εγένετο, όπως εξαγοράσας ένα των αυτοκρατορικών υπαλλήλων επιτύχη την απόξεσιν της υπογραφής εαυτού και του Νικαίας Θεόγνιδος από του Όρου πίστεως της εν Νικαία Συνόδου. "Αμέλλει τε -γράφει ο Σωζόμενος- λέγεται Ευσέβιον Νικομηδείας και Θέογνιν Νικαίας παραπείσαντες τον παρά Βασιλέως επιτραπέντα φυλάττειν την γραφήν της εν Νικαία Συνόδου απήλειψαν τας αυτών υπογραφάς και εις το φανερόν επεχείρουν διδάσκειν μη χρήναι είναι Ομοούσιον τω Πατρί τον Υιόν δοξάζειν". Κατόπιν απεπειράθη να εξαπατήση τον Κωνσταντίνον "Υποπέμπων μεν μοι διαφόρους -γράφει ο Κωνσταντίνος προς τους Νικομηδείς- τους αξιούντας υπέρ αυτού, εξαιτούμενος δε παρ’ εμού συμμαχίαν τινά όπως μη επί τοσούτω ελεγχθείς πλημμελήματι της υπαρχούσης αυτώ τιμής εκβάλλοιτο (της επισκοπής δηλονότι)... Αλλά πρώην, ίνα τα λοιπά της αυτής σκαιότητος παρώ, τι μάλιστα μετά Θεόγνιδος ον της ανοίας έχει κοινωνόν διεπράξατο, ακούσατε παρακαλώ. Αλεξανδρέας τινάς, της ημετέρας πίστεως αναχωρήσαντας, ενταύθα κεκελεύκει αποσταλήναι, επειδή δια της τούτων υπηρεσίας ο της διχονοίας διηγείρετο πυρσός. Αλλ’ ούτοι οι καλοί τε και αγαθοί Επίσκοποι, ους άπαξ η της Συνόδου αλήθεια εις μετάνοιάν τε τετηρήκει, ου μόνον εκείνοις εδέξαντο και παρ’ εαυτοίς ησφαλίσαντο, αλλά και εκοινώνησαν αυτοίς ταις των τρόπων κακοηθείας. Δια τούτο περί τους αχαρίστους τούτους έκρινα πράξαι. αρπαγέντας γαρ αυτούς εκέλευσα ως πορρωτάτω εξορισθήναι" (Θεοδώρητος, Εκκλ. Ιστ. Α΄).Ο Αρειανός Φιλοστόργιος προσθέτει ότι οι δυο έσχον την τόλμην να εκφράσωσιν εις τον Κωνσταντίνον την λύπην των διότι είχον υπογράψει τον Όρον της πίστεως της Νικαίας. εφ ω και εξορίσθησαν εις τας Γαλλίας, τρεις μήνας μετά την εν Νικαία Σύνοδον περί τα τέλη δηλ. του 325.
Πόσον χρόνον διέμειναν εξόριστοι; άγνωστο. Κατά πάσαν πιθανότητα η Κωνσταντία κατώρθωσε να καταπραΰνη τον αδελφόν αυτής Κωνσταντίνον, διαβεβαιώσα αυτόν ότι κατά θείαν όρασιν ην έσχεν οι εξόριστοι ήσαν αθώοι των προσαπτόμενων αυτοίς κατηγοριών, ο δε Κωνσταντίνος ούτινος τον εύπιστον χαρακτήρα ανομολογεί ο Ευσέβιος, επείσθη (Ευσεβίου, Βίος Κωνστ. Δ΄). και ούτω, περί το 328, οι δυο εξόριστοι επανήλθον και εκδιώξαντες τους διαδόχους των Χρήστον και Αμφίονα ανακατέλαβον τας επισκοπάς αυτών" (Καλλινίκου, ως ανωτέρω, σελ. 276-277).
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, μετά τη Σύνοδο της Νικαίας ο Αυτοκράτορας διέπραξε δυο φόνους: τον φόνο του υιού του Κρίσπου το 326 από τον ίδιο και τον φόνο της συζύγου του Φαύστας σε βραστό νερό. Όταν επιτέλους ο Αυτοκράτορας συνήλθε από την φονική αυτή κρίση, βρέθηκε ηθικά δέσμιος της Εκκλησίας. Τα εγκλήματα που είχε διαπράξει επέτρεψαν στους κληρικούς να σφίξουν ακόμη περισσότερο τον ψυχολογικό τους κλοιό γύρω από τον Μ. Κωνσταντίνο, ενώ οι Αρειανοί έμελλαν να επωφεληθούν από αυτήν την κατάσταση και να απαιτήσουν, αν όχι την ανάκληση των αποφάσεων της Νικαίας, τουλάχιστον την αποκατάστασή τους στις θέσεις που κατείχαν πριν το 325. ΄Ετσι με πρωτοβουλία του Μ. Κωνσταντίνου, θα δοθεί άφεση αμαρτιών στον Άρειο (όπως παραπάνω περιγράφεται) και θα αποκατασταθούν οι ανωτέρω Αρειανοί Επίσκοποι στις έδρες τους. Με πρωτοβουλία του Νικομηδείας Ευσέβιου, το 335 εξορίστηκε ο Αλεξανδρείας Αθανάσιος, διότι αρνήθηκε να δεχθεί τον Άρειο στους κόλπους της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Ο Μ. Αθανάσιος επανήλθε από την εξορία μετά τον θάνατο του Αυτοκράτορα.
Η Σύνοδος αυτή κλήθηκε να ασχοληθεί με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού και συγκεκριμένα αν είναι Υιός του Θεού και Θεός ή Υιός του Θεού και το τελειότερο των κτισμάτων. Αναφέρεται ότι τελικά ο Αυτοκράτορας κλήθηκε να αποφασίσει μεταξύ των εκπροσώπων της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, οι οποίοι παρουσίασαν την πρώτη άποψη με τη φράση "ομοούσιος τω Πατρί" και των εκπροσώπων της Αντιοχειανής Εκκλησίας, οι οποίοι παρουσίασαν τη δεύτερη άποψη με τη φράση: "πρωτότοκος κάθε δημιουργίας". Η φράση αυτή, απαράδεκτη για την Αλεξανδρινή Εκκλησία, που είχε πρωτεργάτη τον Αρχιδιάκονο Μ. Αθανάσιο, έκανε το Χριστό να φαίνεται κάτι λιγότερο από τον ίδιο το Θεό.
Για να ληφθεί μια δίκαιη απόφαση πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, ο μόνος στον οποίο μπορούσαν να καταφύγουν ήταν ο Κωνσταντίνος, που ήταν θεολογικά αγράμματος, αλλά πολιτικά ήξερε να μεταχειρίζεται υπέροχα τους ανθρώπους. Δεν θα μάθουμε ίσως ποτέ τι έκανε τον Κωνσταντίνο να πάρει την απόφασή του εκείνη τη στιγμή. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι για κείνον η θεοποίηση ενός ανθρώπου δεν ήταν τίποτε το ιδιαίτερο. Είχε θεοποιήσει τον πατέρα του Κωνστάντιο, θα απολάμβανε την ίδια τιμή μετά το θάνατό του και ασφαλώς θα περίμενε να είναι ο Ιησούς ανώτερός του στην ιεραρχία των θεών. Μπορεί επίσης να είχε λάβει υπόψη τα στρατηγικά και εμπορικά πλεονεκτήματα της Αλεξάνδρειας. Όποια και αν ήταν τα κίνητρά του, ο Κωνσταντίνος αποφάσισε υπέρ των Αλαξανδρινών, η φόρμουλα του Ευσέβιου Καισαρείας τροποποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό για να προσαρμοστεί στην Αλεξανδρινή άποψη και παρότρυνε τους συνέδρους να υπογράψουν την αναθεωρημένη φόρμουλα σαν σύμβολο πίστης, στο οποίο θα συμφωνούσαν στο μέλλον όλοι οι Χριστιανοί (I. Wilson Ιησούς, οι μαρτυρίες, σελ. 245-246).
Η σχέση του Κωνσταντίνου με την ειδωλολατρία δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, ακόμη και τη στιγμή της βάπτισής του, αφού διατήρησε την Αρχιερατεία των ειδώλων άχρι θανάτου. Έτσι: α/ Με νόμους του 319 και 321 αναγνωρίζεται η θρησκεία των ειδώλων ως νόμιμη, β/ με το Διάταγμα του 320: "κατά τη σεβάσμια ημέρα του Ηλίου" όλα τα εργαστήρια θα είναι κλειστά και οι κάτοικοι των πόλεων θα αναπαύονται, γ/ Το 325 θα αφιερώσει ένα ναό στο Μίθρα, δ/ Το 326 κυκλοφόρησε νόμισμα με την Ίσιδα, ε/ Το 331 η σύγκλητος της Ρώμης, με έγκριση του Αυτοκράτορα, ανέλαβε την ανοικοδόμηση του αρχαίου ναού της Ομόνοιας, στ/ στα τελευταία χρόνια της ζωής του έδωσε εντολή να στηθεί άγαλμά του από πορφυρίτη που τον εξεικόνιζε ως θεό Ήλιο, ταυτίζοντας τον εαυτό του με τη θεότητα (Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ι, 17. Ζωναράς, Χρονικόν, ΧΙΙΙ, 3. Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, Εκκλησιαστική Ιστορία, VΙΙ, 49), ζ/ Μέχρι του θανάτου του διατηρεί τον υπέρτατο τίτλο του Αρχιερέα της αρχαίας λατρείας: Pontifex Maximus, η/ Λίγο πριν το θάνατό του έλαβε μέτρα προστασίας των Φλαμινίων (Flamines), μιάς ειδωλολατρικής αίρεσης, θ/ Πριν από τον θάνατό του όρισε δια νόμου να τιμώνται οι ιερείς των αρχαίων ναών, να παραμένουν ελεύθεροι και να μην ασχολούνται με ταπεινές εργασίες (Κ. Σιμόπουλου: Ο μύθος των μεγάλων της Ιστορίας).
Αναφέρονται ειδικά οι ειδωλολατρικές εκδηλώσεις στα εγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως στις 11 Μαΐου 330. "Στις τελετές των εγκαινίων ο νεοπλατωνικός Σώπατρος διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο χρησιμοποιώντας την τέχνη του για να εξασφαλίσει στη νέα πρωτεύουσα την εύνοια των άστρων. Στο έργο του νεοπλατωνικού φιλοσόφου παραστάθηκε μια άλλη εξέχουσα φυσιογνωμία του εθνικού κόσμου, ο ιεροφάντης Βέττιος Αγόριος Πραιτεξτάτος, μέλος της συγκλητικής τάξεως και ... ιθύνουσα προσωπικότητα του ρωμαϊκού ιερατείου ... Συγχρόνως ο Αυτοκράτωρ, θέλοντας να εξασφαλίσει την πόλη του την συνδρομή όλων των θείων δυνάμεων, ιδρύει δύο νέους ναούς, τής Ρέας και της Τύχης. ..... Στον δεύτερο ναό μεταφέρεται το άγαλμα της Τύχης από τη Ρώμη. Η σημασία της πράξεως αυτής είναι καταφανής : η ίδια θεά που προστάτευε την αρχαία πρωτεύουσα, θα εξακολουθήσει να παρέχει την εύνοιά της στο νέο κέντρο της αυτοκρατορίας" (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Τόμος Ζ΄ σελ. 38-40).
Παρ’ όλον ότι η επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας παρέμεινε η εθνική θρησκεία (ειδωλολατρία), τούτο δεν εμπόδισε την εύνοια του Κωνσταντίνου προς το Χριστιανισμό, προχώρησε δε στην αυτοανακήρυξή του σε: "Επίσκοπος των εκτός" επόπτης των θρησκευτικών πραγμάτων, ανώτατος άρχων της Εκκλησίας (Ευσέβιος, βίος Κων/νου Δ΄, 24). Έτσι είναι εκπρόσωπος του Θεού επί της γης ο Κωνσταντίνος, "της ουρανίου βασιλείας εικόνι κεκοσμημένος" (Ευσέβιος, Τριακονταετηρίς, Ι ΒΕΠΕΣ, τ. 24, σελ. 238), απόλυτος κυρίαρχος και λογοδοτεί μόνο στον επουράνιο αυθέντη. Προχώρησε δε σε ένα αρκετά αυστηρό διάταγμα εναντίον των Εβραίων. Ο Χριστιανός που γίνεται Εβραίος καταδικάζεται σε θάνατο, ο ειδωλολάτρης ρίχνεται στην πυρά (Ευσέβιος, εις τον βίον Κων. Γ΄, 18, Δ΄, 27). Από της εποχής του δε εφαρμόστηκε το πρώτον ο πολυχρονισμός των Βασιλέων από την Εκκλησία, η είσοδός των Βασιλέων στο ιερό άνευ αδείας του ιερέα και η λήψη της Θείας Κοινωνίας αυτοπροσώπως από τους ίδιους εντός του ιερού του ναού.
Η βάπτιση του Κωνσταντίνου παρουσιάζει ενδιαφέρον. Την άνοιξη (Πάσχα) του 337 ο Μ. Κωνσταντίνος, όντας ασθενής (λεπρός), μετεφέρθη για θεραπεία στα λουτρά της Νικομήδειας (Ελενούπολη) και εκεί λίγο πριν το θάνατό του (22 Μαΐου 337, ημέρα της Πεντηκοστής), κατηχήθηκε με την Αρειανή κατήχηση, δηλ. ότι ο Χριστός είναι κτίσμα του Θεού), βαπτίστηκε από τον αναθεματισθέντα και εξορισθέντα από την Α΄ Οικ. Σύνοδο, Αρειανό Επίσκοπο Νικομηδείας Ευσέβιο, ο οποίος τύγχανε εξάδελφός του (και μετά έλαβε από τον ίδιο το χρίσμα), όντας ήδη αρχηγός της Χριστιανικής θρησκείας (ως υπερεπίσκοπος, Episcopus Episcoporum), αλλά και αρχηγός της ειδωλολατρικής θρησκείας (ως Μέγιστος Γεφυροποιός, Pontifex Maximus), τίτλο το οποίον ποτέ δεν απεμπόλησε. (Ευσεβίου Καισαρείας: Περί του βίου του Μ. Κων/νου, βιβλ. Δ΄ κεφ. 61,62,63), (Σωζόμενου, Εκκλ. Ιστορία, βιβλ. Β΄, κεφ. Λβ), (Σωκράτη, Εκκλ. Ιστορία, βιβλ. Α΄, κεφ. 39).
Το πρόσωπο του Επισκόπου Νικομηδείας Ευσέβιου είναι πολύ γνωστό στην Εκκλησιαστική Ιστορία. Υπέγραψε τον Όρο της Συνόδου της Νικαίας, αλλά δεν υπέγραψε την καθαίρεση του Αρείου. Μετά την υπογραφή του Όρου εξέφρασε τη λύπη του και για τούτο εξορίστηκε στη Γαλλία. Έχει αναθεματιστεί από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και ο αναθεματισμός δεν έχει αρθεί μέχρι σήμερα (μαζί με τον Άρειο και άλλους τέσσερις Επισκόπους: Νικαίας Θέογνι, Χαλκηδόνος Μάρι, Πτολεμαΐδας Σεκούνδο, Μαρμαρικής Θεωνά). Επέτυχε να αποσβέσει την υπογραφή του από τον Όρο της Συνόδου, μετά δε την αποκατάστασή του από τον Αυτοκράτορα, προσπάθησε να εκδιώξει τους Ορθοδόξους Επισκόπους, κατάφερε δε να εξορίσει τον Μ. Αθανάσιο 6 φορές (μια επί βασιλείας Κωνσταντίνου και πέντε επί βασιλείας του γιού και διαδόχου του Κωνστάντιου, ο οποίος υπήρξε επίσης Αρειανός). Προήδρευσε της (αιρετικής) Συνόδου της Αντιόχειας του 341 ως Αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως (339-342), η οποία εξέδωσε όρο με απάλειψη της λέξης "Ομοούσιος".
Για τις έξη εξορίες του Μ. Αθανασίου η Εκκλησιαστική Ιστορία αναφέρει, ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Μ. Αθανάσιος αρνήθηκε να υιοθετήσει την πρόταση του Αυτοκράτορα να δεχθεί τον Άρειο στους κόλπους της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Η ρήξη ήτανε αναπόφευκτη. Χαλκεύτηκαν κατηγορίες από Αρειανούς και Μελιτιανούς και κλήθηκε το 331 σε απολογία από τον αυτοκράτορα. Ο Μ. Κωνσταντίνος ζήτησε σύγκλιση Συνόδου, που έγινε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης το 334 με απουσία του Μ. Αθανασίου. Τελικά συγκλήθηκε Σύνοδος στην Τύρο το 335 με εντολή του Αυτοκράτορα. Η σύνοδος αυτή καθαίρεσε τον Μ. Αθανάσιο και παρά την διαμαρτυρία του αυτός εξορίστηκε στους Τρεβήρους και παρέμεινε εκεί μέχρι το θάνατο του Κωνσταντίνου (337).
Ο υιός και διάδοχος του Μ. Κωνσταντίνου Κωνστάντιος (Αρειανός) καθαίρεσε με Σύνοδο στην Αντιόχεια το 339 και εξόρισε τον Μ. Αθανάσιο, ο οποίος φυγαδεύτηκε στη Ρώμη και επέστρεψε με πρόσκληση του Κωνστάντιου το 345. Το 355 με πρωτοβουλία του Κωνστάντιου καθαιρέθηκε από Σύνοδο στα Μεδιόλανα και εξορίστηκε για τρίτη φορά, φυγαδεύτηκε δε στη Θηβαϊδα της Αιγύπτου, όπου έμεινε κρυμμένος μέχρι το 361, οπότε πέθανε ο Αυτοκράτορας (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος: Μ. Αθανάσιος).
Ο υπαίτιος της εξάπλωσης του Αρειανισμού στην αυτοκρατορία Νικομηδείας Ευσέβιος κατεστάθη μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου, ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, μετέσχε δε και προήδρευσε στην αιρετική Σύνοδο της Αντιόχειας του 341. Την Σύνοδο συγκάλεσε ο Αρειανός Αυτοκράτορας Κωνστάντιος (υιός του Μ. Κων/νου). Παρέστησαν 120 Επίσκοποι, οι πλείστοι Αρειανού φρονήματος, μεταξύ των οποίων ο αρειανός Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας Πλάκοτος. Η Σύνοδος εξέδωσε όρο παρόμοιο με εκείνον της Α΄ Οικ. Συνόδου, αλλά με απάλειψη της λέξης "ομοούσιος". Ο όρος αυτός της Συνόδου έγινε όμως δεκτός με τον 5ο Κανόνα της Β΄ Οικ. Συνόδου. Η Σύνοδος αυτή, η οποία θεωρείται αιρετική και δεν έχει την προσωνυμία "αγία", όπως οι άλλες Τοπικές Σύνοδοι, εξέδωσε 25 Κανόνες, οι οποίοι επικυρώθηκαν από τον 2ο Κανόνα της Πενθέκτης Οικ. Συνόδου (Πηδάλιο, σελ. 406).
Υπήρξε μια μεταγενέστερη παράδοση ότι ο Πάπας της Ρώμης Σίλβεστρος Α΄ βάπτισε τον Μ. Κωνσταντίνο και του παρεχώρησε την υπέρτατη αυθεντία στη διοίκηση της Ρώμης και στα εκκλησιαστικά ζητήματα όλης της Εκκλησίας (Donatio Constantini). Το υποτιθέμενο αυτό βάπτισμα από τον Πάπα Σίλβεστρο, αλλά και την επικράτησή του στην εξουσία και την ίδρυση της Νέας Ρώμης, έχει περάσει και στην υμνολογία της Εκκλησίας:

"(...) άναξ κράτιστε, Κωνσταντίνε μέγιστε,
(...) καταυγασθείς γαρ ακτίσι του παναγίου Πνεύματος
υπό Σιλβέστρου ιερέως δια του βαπτίσματος,
εν βασιλεύσιν ώφθης αήττητος,
την οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω Κτίστη σου
και πόλιν βασιλεύουσαν θεοσεβή"

Τόσον το βάπτισμα του Αυτοκράτορα, όσον και η αυθεντία του Πάπα Σίλβεστρου στην καθόλου Εκκλησία είναι μεταγενέστερες επινοήσεις για την ενίσχυση των Παπικών διεκδικήσεων περί του πρωτείου, ειδικά δε το περί αυθεντίας κείμενο είναι χαλκευμένο κείμενο του 8ου αιώνα.
Επί των ανωτέρω δυο παρουσιαζομένων περιπτώσεων σημειώνεται ότι ο Πάπας Σίλβεστρος αρχιεράτευσε από 314-335, απεβίωσε δε στις 31.12.335, δηλ. ενάμιση χρόνο προ του θανάτου του Αυτοκράτορα, που κατά την παράδοση βαπτίσθηκε λίγο προ του θανάτου του από τον Νικομηδείας Ευσέβιο. Εξ άλλου η παραδοχή της βάπτισης αυτής προσκρούει και σε έναν άλλο παράγοντα. Υπήρχε αρχαίον έθος η μη εγκατάλειψη της Ρώμης υπό του Επισκόπου αυτής, προς τούτο δε ο ανωτέρω Πάπας δεν παρέστη στην Α΄ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδο. Αλλά και στις υπόλοιπες Οικουμενικές Συνόδους ουδείς των Παπών Ρώμης παρέστη αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε από άλλους Επισκόπους και κληρικούς, καθότι υπάκουσαν στο αρχαίο αυτό έθος.
Η ταύτιση Βασιλείας και Ιερωσύνης είναι χαρακτηριστική και υπάρχει στα στοιχηρά προσόμια του Εσπερινού της εορτής του Αγίου Κωνσταντίνου, όπου καταγράφονται τα κάτωθι:

Σέλας φαεινότατον, κομήτης εσπερώτατος,
εξ απιστίας εις πίστιν θεότητος μετοχετευθείς,
ήχθης αγιάσαι λαόν και πόλιν. και τύπον
Σταυρού εν ουρανώ κατοπτεύσας, ήκουσας,
εκείθεν, Εν τούτω νίκα τους εχθρούς σου.
Όθεν δεξάμενος την γνώσιν του Πνεύματος,
Ιερεύς τε χρισθείς και Βασιλεύς ελαίω,
εστήριξας την Εκκλησίαν του Θεού,
ορθοδόξων Βασιλέων πατήρ, ου και η
λάρναξ ιάσεως βρύει. Κωνσταντίνε
ισαπόστολε, πρέσβευε υπέρ των ψυχών ημών
(Μηναία Μαίου)


Στο ανωτέρω καταγράφονται δυο φράσεις που χρήζουν επισήμανσης:
1.- "Ιερεύς χρισθείς". Ο Κωνσταντίνος ουδέποτε χρίστηκε Ιερέας. Αυτοανακηρύχθηκε, όπως αναφέρθηκε "Επίσκοπος των εκτός" επόπτης των θρησκευτικών πραγμάτων, ανώτατος άρχων της Εκκλησίας (Ευσέβιος, βίος Κων/νου Δ΄, 24). Είναι εκπρόσωπος του Θεού επί της γης "της ουρανίου βασιλείας εικόνι κεκοσμημένος" (Ευσέβιος, Τριακονταετηρίς, Ι ΒΕΠΕΣ, τ. 24, σελ. 238), απόλυτος κυρίαρχος και λογοδοτεί μόνο στον επουράνιο αυθέντη. Aυτοανακηρύχθηκε δε "Επίσκοπος Επισκόπων" χωρίς αντίδραση της Εκκλησίας. Η πολιτική, ότι ο αυτοκράτορας ενεργούσε ως επίσκοπος επισκόπων βρήκε κατοχύρωση στη θεωρία για εξουσία "κατά την τάξιν Μελχισεδέκ", του παλιού εκείνου αγενεαλόγητου άρχοντα, ο οποίος συγκέντρωσε στον εαυτό του ταυτόχρονα βασιλεία και ιερωσύνη. (Δ. Βακάρου "Η ιερωσύνη στην εκκλησιαστική γραμματεία των πέντε πρώτων αιώνων", σελ. 157-158). Τούτο επαναλήφθηκε με τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄, ο οποίος επευφημήθηκε από την Σύνοδο Κων/πολης του 448 με τις λέξεις: "πολλά τα έτη τω αρχιερεί βασιλεί" (ACO 2, 1,1,138,28), ο δε αυτοκράτορας Μαρκιανός επευφημήθηκε στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο με παρόμοιες λέξεις "πολλά τα έτη τω ιερεί, τω βασιλεί" (ACO, 2,1,2,157,29) (Δ. Βακάρου, ως ανωτέρω, σελ. 157-158). Αυτή η θεώρηση έπαψε οριστικά να ισχύει μετά την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Τα λόγια του Κορδούης Οσίου προς τον βασιλέα Κωνστάντιο "μη τίθει σεαυτόν εις τα εκκλησιαστικά, μηδέ συ περί τούτων ημίν παρακελεύου, αλλά μάλλον παρ’ ημών συ μάνθανε ταύτα, σοι βασιλείαν ο Θεός ενεχείρησεν, ημίν τα της εκκλησίας επίστευσε" (σελ. 158) τελικά έγιναν συνείδηση και πίστη της Εκκλησίας.
2.- Όσον αφορά δε την άλλη φράση: "ορθοδόξων Βασιλέων πατήρ" δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθότι ο κυριότερος διάδοχός του Κωνστάντιος υπήρξε φανατικός αρειανόφρονας μέχρι του θανάτου του (εξορίσας 5 φορές τον Μ. Αθανάσιο) ταλαιπώρησε δε αφάνταστα την Εκκλησία. Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη άποψη, ότι η φράση αυτή υπονοεί ότι ο Μ. Κωνσταντίνος θεωρείται ότι είναι ο Πρώτος (δηλαδή ο πατέρας) των Ορθοδόξων ηγεμόνων της αυτοκρατορίας.
Συνοψίζοντας στα της βάπτισης του Κωνσταντίνου παρατηρούμε τα εξής: Ο Κωνσταντίνος κατηχήθηκε, βαπτίστηκε και χρίστηκε από Αρειανό Επίσκοπο (τηρουμένων των αναλογιών θα λέγαμε σήμερα από Μάρτυρα του Ιεχωβά, δεδομένου, ότι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ακολουθούν την αίρεση του Αρείου). Απεβίωσε στις 22 Μαϊου του 337, όντας Χριστιανός Αρειανός, κατέχοντας τον τίτλο του Επισκόπου των Επισκόπων της Εκκλησίας, αλλά ταυτοχρόνως και του Μεγίστου Γεφυροποιού και μεγίστου Αρχιερέως των ειδώλων.
Η αγιοποίηση Βασιλέων και Αυτοκρατόρων ξεκίνησε με την αγιοποίηση του Μ. Κωνσταντίνου και συνεχίστηκε και τους επόμενους αιώνες: έτσι έχουμε τις αγιοποιήσεις: Μ. Κωνσταντίνου, ο οποίος συγκάλεσε την Α΄Οικ. Σύνοδο, με εορτή της μνήμης του στις 21 Μαΐου. Του Μεγάλου Θεοδοσίου, ο οποίος συγκάλεσε την Β΄ Οικ. Σύνοδο, με εορτή της μνήμης του στις 17 Ιανουαρίου. Του Θεοδόσιου του Μικρού, ο οποίος συγκάλεσε την Γ΄ Οικ. Σύνοδο, με εορτή της μνήμης του στις 29 Ιουλίου. Του Μαρκιανού, ο οποίος συγκάλεσε την Δ΄ Οικ. Σύνοδο, με εορτή της μνήμης του στις 17 Φεβρουαρίου. Του Λέοντα Α΄ (474) με εορτή της μνήμης του στις 20 Ιανουαρίου. Του Ιουστινιανού, ο οποίος συγκάλεσε την Ε΄ Οικ. Σύνοδο, που αν και ακολουθώντας την αίρεση του Μονοθελητισμού και Αφθαρτοδοκητισμού ανακηρύχθηκε ‘Αγιος και η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Αυγούστου. Τέλος του Κωνσταντίνου Γ΄, γιού του Αυτοκράτορα Ηράκλειου, με εορτή της μνήμης του στις 3 Σεπτεμβρίου.
Η Εκκλησία κατέταξε τον Μ. Κωνσταντίνο (μαζί με την μητέρα του Ελένη) μεταξύ των Αγίων Της, δίνοντάς του μάλιστα ξεχωριστή θέση, χωρίς να επικρατεί ομοφωνία ως προς τον χρόνο, στον οποίο πρέπει να τοποθετηθεί η γενική αναγνώριση της αγιότητάς του στη συνείδηση των πιστών. Ο χρόνος αυτός περιλαμβάνεται μεταξύ του 4ου και 8ου αιώνα, με πιθανότερη εκδοχή κάπου στη μέση. Ο Κωνσταντίνος ονομάστηκε "ισαπόστολος" και ανάλογα τιμήθηκε. Η ημέρα της εορτής του (21 Μαΐου) καθιερώθηκε ως "άπρακτος" δηλ. ως ημέρα πλήρους αργίας των δικαστηρίων μόλις το 1166 με Νεαρά του αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνού, ενώ σε αντίστοιχα κείμενα προγενέστερων χρόνων δεν γίνεται μνεία της εορτής.
Είναι γνωστό ότι η υμνογραφία αντλεί από την παράδοση και την αναπαράγει, στο δε Απολυτίκιό του φαίνονται καθαρά τα στοιχεία που κατά την παράδοση υπήρξαν άξια έξαρσης:

"Του Σταυρού σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος
και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος,
ο εν βασιλεύσιν απόστολός σου, Κύριε,
βασιλεύουσαν πόλιν τη χειρί σου παρέθετο.
Ην περίσωζε δια παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε
φιλάνθρωπε".










ΜΟΝΟΘΕΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
Ο Μονοθελητισμός είχε ήδη ξεκινήσει επί «αγίου» Ιουστινιανού Α΄ (γνωστού Μονοθελίτη) και κορυφώθηκε επί Ηρακλείου και Κώνστα Β΄ (642-668), με την δημοσίευση του "Τύπου". Η Ρώμη κατά την περίοδο αυτή αντέδρασε και δεν υπετάγη στον Μονοθελητισμό. Ούτε ο Θεόδωρος Α΄ (642-649), ούτε ο Μαρτίνος Α΄ (649-655), ούτε ο Ευγένιος Α΄ (654-657), ούτε ο Βιταλιανός (657-672) προσεχώρησαν, μάλιστα δε των τριών πρώτων το μνημόσυνο είχε διακόψει η Κων/πολη, το επανέφερε δε στον τελευταίο, καθότι αυτός ειδοποίησε τον Αυτοκράτορα για την εκλογή του. Οι τρεις τελευταίοι είναι Άγιοι από τον Παπισμό, ο δε δεύτερος και από την Ορθοδοξία. Ο Μαρτίνος Α΄ μαρτύρησε αρνούμενος τον Μονοθελητισμό και πέθανε στις 16.9.655. Η Ρώμη είχε εκλέξει τον Ευγένιο Α΄ ενώ ζούσε ο Μαρτίνος Α΄. Ο Ευγένιος Α΄ εκλέχθηκε στις 10.8.654, ενώ ο εξόριστος Μαρτίνος Α΄ δεν διαμαρτυρήθηκε. Πρώτη ενέργεια του Ευγένιου Α΄ ήταν να αποκαταστήσει καλές σχέσεις και διάλογο με την Κων/πολη, σχετικά με την αίρεση αυτή, γι' αυτό έστειλε στην Κων/πολη αντιπροσωπεία για συζητήσεις. Η αντιπροσωπεία προσκόμισε στη Ρώμη επιστολή του Κων/πόλεως Πέτρου, η οποία θεωρήθηκε ύποπτη και σκοτεινή και απάδουσα προς την εκκλησιαστική τάξη, είναι δε σαφώς αιρετική και πολύ χειρότερη από εκείνες των προκατόχων του. Η επιστολή αυτή δημιούργησε σφοδρές αντιδράσεις στη Ρώμη, μέχρι που εμποδίστηκε ο Πάπας να τελέσει τη Λειτουργία των Χριστουγέννων, αν δεν καταδίκαζε την επιστολή. Πράγματι, ο Ευγένιος απάντησε στον Πατριάρχη με ρητή καταδίκη για όσα ανέφερε στην επιστολή του. Όταν ο Αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ πληροφορήθηκε την άμεση ενέργεια του Πάπα, σχεδίαζε πως να εξοντώσει και αυτόν, αλλά δεν πρόφθασε, διότι ο Πάπας πέθανε στις 2.6.657. Εκτός από την Σύνοδο του Λατερανού (649), που καταδίκασε επίσημα τον Μονοθελητισμό, μια Σύνοδος των Αφρικανών Επισκόπων (646) είχε ήδη καταδικάσει επίσημα τον Μονοθελητισμό. Κανείς λοιπόν από τους ανωτέρω Πάπες δεν προσχώρησε στον Μονοθελητισμό, ούτε ο Πάπας Ευγένιος Α΄, μάλιστα δε ο Αποκρισάριος του Αάπα Βιταλιανού στην Κων/πολη Αναστάσιος μαρτύρησε μαζί με τον άγιο Μάξιμο και τον μαθητή του Αναστάσιο. Αν κάποιος από τους Πάπες αυτούς είχε προσχωρήσει στο Μονοθελητισμό, τότε θα αφοριζόταν από την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο (680), όπως αφορίσθηκαν οι: Ρώμης Ονώριος (625-638), Κων/πόλεως Σέργιος Α΄ (610-638), Πύρρος Α΄ (638-641), Παύλος Β΄ (641-653), Πέτρος (654-666) και Αλεξανδρείας Κύρος (630-643) ως αιρετικοί Μονοθελήτες. Η Σύνοδος λοιπόν αυτή αφόρισε 6 Πατριάρχες!!!
Συμπερασματικά, όταν αγωνιζόταν ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662) κατά του Μονοθελητισμού δεν ήταν μόνος. Είχε πίσω του τουλάχιστον την Εκκλησία της Ρώμης και τους Επισκόπους της Αφρικής.


Η ΝΟΜΩ ΚΡΑΤΟΥΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;


Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Πολύς λόγος έγινε τελευταία με αφορμή την διένεξη μεταξύ των Εκκλησιών Κων/πόλεως και Ελλάδος και πολλές φορές έγιναν αναφορές σε Συντάγματα, Νόμους, Διατάγματα, Τόμους και Πράξεις, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως όπλα στην πολεμική που υπήρξε μεταξύ των δυο ανωτέρω εκκλησιαστικών διοικήσεων, για την διεκδίκηση εκκλησιαστικών εδαφών.
Στην όλη φιλολογία που αναπτύχθηκε πάνω στα θέματα των δικαιοδοσιών των δυο Εκκλησιών, ακούστηκαν και γράφτηκαν ένα σωρό πράγματα, διατυπώθηκαν ένα σωρό θέσεις και αντιθέσεις και μόλις το θέμα έληξε -ευτυχώς αισίως- όλοι βουβάθηκαν, όλοι «κατάπιαν κυριολεκτικά τη γλώσσα τους» και «ούτε γάτα, ούτε ζημιά», όπως λέγει ο λαός. Πάνω σ’ όλη αυτή τη φιλολογία και παραφιλολογία θα θέλαμε να παρατηρήσουμε τα εξής:
1.- Είναι γνωστόν, ότι ο Απ. Παύλος κατά τα διάφορα ταξίδια του ανά την τότε "Οικουμένη" πέρασε από διάφορες ελληνικές πόλεις (Σαμοθράκη, Νεάπολη, Αμφίπολη, Φιλίππους, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Κόρινθο, Αθήνα, Μυτιλήνη, Σάμο, Κω, Ρόδο, κ.ά.), δίδαξε, έγραψε επιστολές, ίδρυσε Εκκλησίες (Φιλίππων, Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Αθηνών, Κορίνθου), όπως δε και άλλοι Απόστολοι (Πέτρος, Ανδρέας, Μάρκος, Ιάκωβος, Βαρνάβας, κ.ά.) οι Εκκλησίες που ίδρυσε αφορούσαν πόλεις και όχι κράτη. Έτσι στην Ελληνική επικράτεια έχουμε επί παραδείγματι την Εκκλησία των Πατρών, που ίδρυσε ο Απόστολος Ανδρέας, την Εκκλησία της Κορίνθου που ίδρυσε ο Απόστολος Παύλος, την Εκκλησία των Θηβών, που ίδρυσε ο Απόστολος Λουκάς, την Εκκλησία της Κρήτης που ίδρυσε ο Απόστολος Τίτος, κ.ά. Πως λοιπόν και με ποιο δικαίωμα ανακηρύσσεται ιδρυτής της λεγόμενης Εκκλησίας της Ελλάδος (φυλετικής Εκκλησίας) ο Απόστολος Παύλος;
2.- Οι εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες, οι οποίες επισφραγίστηκαν με τις 4 πρώτες Οικουμενικές Συνόδους είναι πέντε (η πενταρχία των Πατριαρχείων): Εκκλησία της Ρώμης, Εκκλησία της Κων/πολης, Εκκλησία της Αλεξάνδρειας, Εκκλησία της Αντιόχειας, Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Μοναδική εξαίρεση εκκλησιαστικής αυτονομίας δόθηκε στην Εκκλησία της Κύπρου από την Γ΄ Οικ. Σύνοδο. Παρατηρείται, ότι όλες οι Εκκλησίες αφορούν πόλεις και όχι κράτη και δεν είναι φυλετικές.
3.- Οι Μητροπόλεις που υπήρχαν αρχικά στην Ελλάδα ήτανε έξη συνολικά:1/ Μητρόπολη Κορίνθου, με δικαιοδοσία στη Αχαΐα, 2/ Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, με δικαιοδοσία στη Μακεδονία, 3/ Μητρόπολη Λάρισας με δικαιοδοσία στη Θεσσαλία, 4/ Μητρόπολη Γόρτυνας, με δικαιοδοσία στην Κρήτη, 5/ Μητρόπολη Νικόπολης, με δικαιοδοσία στην Ήπειρο και 6/ Μητρόπολη Δυρραχίου με δικαιοδοσία στη Β. Ήπειρο, υπάγονταν δε στην Εκκλησία της Ρώμης. Η Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου υπάγονταν στην Εκκλησία της Κων/πολης. Από τον 8ο αιώνα οι ανωτέρω 6 μητροπολιτικές περιοχές αποσπάσθηκαν από την διοίκηση της Εκκλησίας της Ρώμης και υπήχθησαν με αυτοκρατορική διαταγή στην Εκκλησία της Κων/πολης.
4.- Το 1833, με το Β.Δ. της 23 Ιουλίου, οι θιασώτες της εκκοσμικευμένης θεωρίας στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος, μετέφεραν τα προτεσταντικά πρότυπο, όπου κυριαρχούσε η αρχή "cujus regio, ejus religio" (ούτινος το κράτος, εκείνου και η θρησκεία) και πέτυχαν την απόσχιση των Μητροπόλεων από την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και τις υπήγαγαν στη μοναρχική εξουσία του Βασιλιά, δημιουργήσαντες την "Εκκλησίαν του Βασιλείου της Ελλάδος" με αρχηγό ένα Ρωμαιοκαθολικό, τον Όθωνα !!! Το μόρφωμα, στο οποίο δυστυχώς δέχτηκαν να μετάσχουν αρχιερείς, επί 17 χρόνια τελούσε σε σχίσμα με την Μητέρα Εκκλησία της Κων/πολης. Δυστυχώς την ανωτέρω προτεσταντική αρχή ενστερνίζονται και υπερασπίζουν ακόμη και σήμερα έγκριτοι, υποτίθεται, θεολόγοι διακηρύσσοντες: "Μία χώρα ένα κράτος, μία Εκκλησία", προσπαθούν δε να το στηρίξουν σε Ι. Κανόνες (αλλά ποιούς;). Η επί αιώνες όμως εκκλησιαστική κατάσταση τους διαψεύδει. Η Εκκλησία της Κων/πολης ποιμαίνει τμήμα της Τουρκίας, την Εκκλησία της Κρήτης, τις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, το Άγιον Όρος, τα κράτη της Αμερικής, την Αυστραλία και Ν. Ζηλανδία, τα κράτη της Βορεί-ου, Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης και τα κράτη της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτίου Ασίας. Η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας ποιμαίνει όλα τα κράτη της Αφρικής. Η Εκκλησία της Αντιόχειας ποιμαίνει στις επαρχίες της νοτίου Τουρκίας και στα κράτη της Συρίας, του Λιβάνου και της Αραβίας. Η Εκκλησία των Ιεροσολύμων ποιμαίνει στα κράτη της Ιορδανίας και του Ισραήλ και είναι η ανωτάτη εκκλησιαστική αρχή της Αρχιεπισκοπής Σινά, που βρίσκεται στο κράτος της Αιγύπτου. Η Εκκλησία της Ρωσίας ποιμαίνει στα κράτη της Ρωσίας, της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας, του Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν, Τουρκμενιστάν και Μολδαβίας. Τα κράτη Τσεχίας και Σλοβακίας έχουν μια ποιμαίνουσα Εκκλησία. Πόθεν λοιπόν τεκμαίρεται η ανωτέρω διατυπούμενη αρχή;
5.- Το 1850 η Εκκλησία της Κων/πολης αναγνώρισε την έως τότε σχισματική Εκκλησία της Ελλάδος, ως την "Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος" με τον Συνοδικό Τόμο και με 7 κανονικούς όρους. Έτσι Ανωτάτη Εκκλησιαστική Αρχή καθορίζεται η Διαρκής Ιερά Σύνοδος ως προκαθημένη αρχή, πρόεδρος δε της αρχής αυτής ορίστηκε ο "Ιερώτατος Μητροπολίτης Αθηνών", καθότι η Αθήνα αποτελούσε την πρωτεύουσα του Ελληνικού Κράτους. Τούτο σημαίνει, ότι εάν δι’ οιανδήποτε λόγο η πρωτεύουσα μετατεθεί σε άλλη πόλη της ελληνικής επικράτειας, π.χ. στην Πάτρα, πρόεδρος της ΔΙΣ θα είναι ο Μητροπολίτης Πατρών. Οι Μητροπολίτες, όταν θα λειτουργούν στις επαρχίες τους θα μνημονεύουν "της Ιεράς ημών Συνόδου", ο δε Πρόεδρος της Συνόδου "πάσης επισκοπής Ορθοδόξων». Στα δε Δίπτυχα της Εκκλησίας, η Ιερά Σύνοδος θα μνημονεύει "του Οικουμενικού Πατριάρχου" και των λοιπών Πατριαρχών και Αρχιεπισκόπων, καθώς και "πάσης επισκοπής Ορθοδόξων". Ορίζεται επίσης ότι για τα γενικά εκκλησιαστικά θέματα η ΔΙΣ θα αναφέρεται προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο θα συμπράττει και θα παρέχει κάθε στήριγμα στην Εκκλησία της Ελλάδος. Με τον Τόμο του 1850 αποκαθίσταται η κανονική τάξη στη νέα Εκκλησία και απελευθερώνεται αυτή από κάθε κοσμική εξουσία.
6.- Με τους νόμους Σ΄/10.7.1852 και ΣΑ΄/24.7.1852 τίθεται τέρμα στα περί μη αναμείξεως της κοσμικής εξουσίας στη διοίκηση της Εκκλησίας και ουσιαστικά επαναφέρονται οι διατάξεις του Β.Δ. της 23.7.1833. Οι προσπάθειες απαλλαγής της Εκκλησίας από τους δεσμούς της Πολιτείας με τον καταστατικό νόμο της 31.12.1923 δεν κράτησαν πάνω από 2 χρόνια, οπότε στις 26.9.1925 τροποποιήθηκε με νέον εναγκαλισμό της Εκκλησίας από την Πολιτεία, ο οποίος με διάφορους τρόπους συνεχίσθηκε μέχρι σήμερα, οπότε ισχύει ο νόμος 590/1977 "Περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος".
7.- Ο τίτλος του Προέδρου της Ι. Συνόδου ήταν "Μητροπολίτης Αθηνών και Έξαρχος πάσης Ελλάδος", τίτλος που δηλώνει την εξάρτηση από το Οικ. Πατριαρχείο. Αργότερα (1923), ο τίτλος άλλαξε σε "Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Έξαρχος πάσης Ελλάδος", στη συνέχεια δε απαλείφθηκε η λέξη "Έξαρχος" και παρέμεινε ο τίτλος "Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος". Αυτό δεν σημαίνει, ότι ο Αρχιεπίσκοπος είναι ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά είναι απλά ο Αρχιεπίσκοπος της επαρχίας των Αθηνών, δεν έχει δε το δικαίωμα παρουσίας σε άλλη Μητρόπολη χωρίς την άδεια του οικείου Μητροπολίτη.
8.- Σήμερα η λεγόμενη Εκκλησία της Ελλάδος είναι Ν.Π.Δ.Δ. και αποτελείται από δυο τμήματα. Το ένα τμήμα περιέχει τις Μητροπόλεις της "Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος" (συνολικά 44) και το άλλο τμήμα περιέχει τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου (συνολικά 36), οι οποίες δόθηκαν με την Πράξη του 1928 από την Εκκλησία της Κων/πολης με εντολή διοικήσεως "επιτροπικώς" και με ορισμένους όρους στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Στην ελληνική επικράτεια υπάρχουν επίσης 1/ η ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης με 8 Μητροπόλεις και Πρόεδρο της Ι. επαρχιακής Συνόδου τον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης, 2/ Οι 5 Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου με απευθείας εξάρτηση από το Οικ. Πατριαρχείο, 3/ Η νήσος Πάτμος της οποίας Επίσκοπος είναι ο ίδιος ο Οικ. Πατριάρχης και 4/ το αυτοδιοίκητο Άγιο Όρος με Επίσκοπο τον ίδιο τον Οικ. Πατριάρχη. Από ένα σύνολο λοιπόν 95 εκκλησιαστικών επαρχιών, που υπάρχουν στην ελληνική επικράτεια, οι 44 μόνο ανήκουν αποκλειστικά στην αναγνωρισμένη από το 1850 "Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος".
9.- Η "Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος" είναι μια Εκκλησία, η οποία διοικείται με πολιτειακούς νόμους και διατάγματα, κατά παράβαση των Ι. Κανόνων και των Πατέρων. "Ου πείθομαι βασιλλικοίς κανόσι διατάττεσθαι την εκκλησίαν, αλλά πατρικαίς παραδόσεσιν εγγράφοις τε και αγράφοις", δηλ. "Δεν δέχομαι να διοικείται με διατάγματα η Εκκλησία, αλλά με τις παραδόσεις των πατέρων, τόσο τις γραπτές, όσο και τις προφορικές" αναφωνεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο έργο του "Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας".
Από τα ανωτέρω εκτεθέντα καταφαίνεται, ότι με τις αναφορές των αγίων Πατέρων και την Παράδοση της Εκκλησίας συμφωνούμε και εμείς (εξάλλου δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά) και καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι Εκκλησία που διοικείται με Προεδρικά Διατάγματα δεν είναι Εκκλησία, αλλά μια θρησκευτική οργάνωση με σκοπό τη θεραπεία των θρησκευτικών αναγκών των μελών της.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ


Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Δημοσιεύθηκε σε 4 συνέχειες στην εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» στις 22.2, 29.2, 7.3 και 14.3.08.

Μεταμόσχευση είναι μια ιατρική πράξη, κατά την οποίαν αφαιρείται τμήμα ενός οργανισμού (ζωντανών κυττάρων, ιστών ή οργάνων, το οποίο εμφυτεύεται σε άλλη θέση του σώματος του ιδίου ή άλλου ατόμου. Μη ζώντα όργανα (πτωματικά), όπως ορισμένοι ιστοί (οστό, χόνδρος, τένοντας, περιτονία, αρτηρία, καρδιακή βαλβίδα, κερατοειδής) μπορούν να μεταμοσχευθούν σε ζώντες οργανισμούς. Μοσχεύματα ιστών δύνανται να είναι: το δέρμα (ως αυτομόσχευμα), ο κερατοειδής (μέχρι 12 ώρες από το θάνατο), αιμοφόρα αγγεία (ως αυτομόσχευμα), καρδιακές βαλβίδες (και από νεκρό δότη), οστά και περιτονίες (και από νεκρό δότη), νεύρα, μυελός οστών και αίμα. Μοσχεύματα οργάνων δύνανται να είναι: νεφροί, καρδιά, ήπαρ, πνεύμονες, πάγκρεας (όλα από ζώντα οργανισμό). Επομένως, για να μεταμοσχευθούν αυτά τα όργανα από έναν οργανισμό σε άλλον οργανισμό, θα πρέπει ο δότης να είναι ζων οργανισμός.
Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να ξεκαθαριστεί η έννοια του θανάτου, ώστε να διευκρινιστεί, ποιος είναι νεκρός και ποιος είναι ζωντανός από άποψη Βιολογική, Ιατρική, Φιλοσοφική, Θεολογική και Νομική. Έτσι, για την Βιολογία, ως θάνατος χαρακτηρίζεται η οριστική παύση όλων των λειτουργιών, που χαρακτηρίζουν την ζωή σ’ έναν άνθρωπο. Από Ιατρικής πλευράς, θάνατος ενός ανθρώπου θεωρείται η οριστική και μη αναστρέψιμη παύση της καρδιοαναπνευστικής λειτουργίας, χαρακτηριζόμενος ως κλινικός θάνατος, ενώ πρόσφατα δημιουργήθηκε και μια άλλη έννοια, αυτή του εγκεφαλικού θανάτου, όπου θεωρείται κατά τεκμήριο, η σε κάποιο χρονικό διάστημα επέλευση της παύσης και της καρδιοαναπνευστικής λειτουργίας. Από Φιλοσοφικής πλευράς, θάνατος θεωρείται το τέλος της ζωής του ανθρώπου, από δε Νομικής πλευράς θεωρείται ένα φυσικό γεγονός, που προσδιορίζει μοναδικά την λήξη μιας προσωπικότητας, μιας και το πρόσωπο αρχίζει να υπάρχει μόλις γεννηθεί ζωντανό και παύει να υπάρχει με το θάνατό του.
Τέλος, από Θεολογικής πλευράς, η διδασκαλία της Εκκλησίας διακρίνει τρεις μορφές θανάτου: τον σωματικό, τον πνευματικό και τον αιώνιο.
Δια του σωματικού θανάτου, δηλώνεται ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα (που αποκαλείται κοίμηση), το οποίο παύει να υφίσταται βιολογικά ως ζωντανός οργανισμός.
Δια του πνευματικού θανάτου, νοείται ο χωρισμός του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής ολότητας από το Θεό.
Αιώνιος θάνατος, είναι η ατελεύτητη, οριστική και πλήρης αποξένωση του ανθρώπου από τον Θεό, μετά την Δευτέρα Παρουσία και κρίση του Κυρίου, του ανθρώπου που δεν έζησε «εν Χριστώ» και «κατά Χριστόν», κατά την βιολογική του ζωή επί της γης. Ο θάνατος αυτός θεωρείται συνέχεια του πνευματικού θανάτου.
Επειδή δε η ψυχή είναι το ανώτερο, πολυτιμότερο και συγγενέστερο προς το Θεό στοιχείο του διφυούς ανθρώπου (σώμα-ψυχή), γι’ αυτό και είναι εκείνη στην οποία κατ’ εξοχήν αναφέρεται ο πνευματικός θάνατος. Η ψυχή όμως είναι στενά συνδεδεμένη με το σώμα του ανθρώπου και επομένως ο χωρισμός της ανθρώπινης ψυχής από το Θεό αναφέρεται και στο σώμα του ανθρώπου, η δε ψυχή είναι εκείνη που δίνει βιολογική ζωή στο σώμα και άνευ αυτής δεν υπάρχει τέτοια ζωή. Έτσι, με τον φυσικό θάνατο, το βιολογικό σώμα πεθαίνει και φθείρεται, ενώ η ψυχή παραμένει αθάνατη κατά χάριν, με την Δευτέρα Παρουσία δε, επανακτά το αναστημένο της σώμα. Όσον αφορά δε την ψυχή, αυτή θεωρείται ζωντανή, όταν είναι σε επαφή με τον Θεό και νεκρή, όταν δεν έχει καμία επαφή με Αυτόν.
Εξετάζοντας το θέμα των μεταμοσχεύσεων από Δογματικής και Πατερικής πλευράς, σκόπιμο είναι να παραθέσουμε κάποιες έννοιες, σύμφωνες με την Αγιογραφική και Αγιοπατερική Παράδοση. Έτσι, προσδιορίζεται πρωτίστως η έννοια του ανθρώπου και του προσώπου. Η προέλευση της λέξης άνθρωπος είναι αβέβαιης ετυμολογίας, παρά το πλήθος των υποθέσεων που αναφέρονται στην προέλευσή της. Η πλέον αποδεκτή είναι από το ουσιαστικό «ανήρ» και το ουσιαστικό «ωψ» του «ωπός» που σημαίνει πρόσωπο. Έτσι ο τύπος ανδρ-ωπός, δηλ. αυτός που έχει ανδρική όψη, μετατρέπεται σε άνθρωπος από υστερογενή δάσυνση του «δ» σε «θ».
Οι Πατέρες, όταν μιλούν για την κορωνίδα της Δημιουργίας, το τελειότερο έργο του Θεού, το αποκαλούν άνθρωπο. Ο αποκαλούμενος άνθρωπος δεν νοείται απλώς με την βιολογική του υπόσταση, αλλά με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα του. Ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει «άνθρωπος γαρ εστίν, ουχ όστις απλώς χείρας και πόδας έχει ανθρώπου, ουδ’ όστις εστι λογικός μόνον, αλλ’ όστις ευσέβειαν και αρετήν μετά παρρησίας ασκεί» (PG 46. 232). Δεν φθάνει να γεννηθεί κάποιος βιολογικά για να ονομασθεί άνθρωπος, αλλά πρέπει να έχει μέσα του και το Άγιο Πνεύμα. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί όποια σχέση υπάρχει μεταξύ ψυχής και σώματος, τέτοια σχέση υπάρχει μεταξύ της ψυχής και του Αγίου Πνεύματος. Έτσι ζωντανός και πραγματικός άνθρωπος είναι εκείνος που «χαριτώνεται» από την Χάρη του Θεού. Διαφορετικά, είναι μεν άνθρωπος (εν δυνάμει), αλλά είναι νεκρός για το Θεό και κυριαρχούμενος από διάφορα πάθη, μοιάζει με τα ζώα.
Από την άλλη, στην έννοια του προσώπου εισέρχεται και η έννοια της σχέσης Θεού και ανθρώπου. Ο Θεός δίνοντας (εμφυσόντας) στον άνθρωπο το Πνεύμα το Άγιο, δημιούργησε μαζί του μια προσωπική σχέση. Και αυτό ήταν που έκανε τον Αδάμ «το πρώτο πρόσωπο» της ανθρώπινης φύσης και την αιτία της υπόστασής του. Μια συσχέτιση μεταξύ του ανθρώπου και του προσώπου φαίνεται αμυδρά και σε ορισμένα χωρία της Αγίας Γραφής. Ο απ. Παύλος, μιλώντας για την ένωση και κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό, χρησιμοποιεί την έκφραση «πρόσωπον προς πρόσωπον». Λέγει: «βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον» (Κορ. Α΄ 13. 12). Το χωρίο αυτό αναφέρεται στη νοερά προσευχή, δηλ. στο φωτισμό του νου («δι’ εσόπτρου εν αινίγματι») και την θέωση, δηλ. την θέα του Θεού («πρόσωπον προς πρόσωπον»), οπότε μπορεί να κατανοηθεί, ότι ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως πρόσωπο, όταν ενωθεί με τον Θεό με την θέωση και στην κατάσταση της θέωσης. Αυτός άλλωστε είναι ο πραγματικός άνθρωπος. Σήμερα χρησιμοποιείται κατά κόρον ο όρος «πρόσωπο» και «προσωπικότητα» για τον άνθρωπο, στην Ορθόδοξη όμως διδασκαλία πιστεύουμε, ότι η οντολογία του ανθρώπου βρίσκεται στο Αρχέτυπό του, στο Θεό που τον δημιούργησε, αφού ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα του Θεού πλασμένος. Έτσι, η βιολογική ύπαρξη δεν εξαντλεί τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος κατανοείται οντολογικά από τους Πατέρες μόνον ως ον θεολογικό. Η οντολογία του είναι «εικονική».
Ως προς το διφυές του ανθρώπου, τονίσθηκε η συνύπαρξη σ’ αυτόν ενός υλικού και ορατού μέρους, του σώματος, και ενός υλικού και αοράτου μέρους, της ψυχής. Ειδικά περί της ψυχής αναφέρεται, ότι ψυχή ονομάζεται κάθε τι το ζωντανό, κάθε τι που έχει ζωή, στη Γραφή δε υπονοείται συνήθως ο άνθρωπος και δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο η ζωή εκδηλώνεται στον άνθρωπο. Ψυχή όμως είναι και η ζωή που υπάρχει σε κάθε κτίσμα, όπως ζώα, φυτά, αλλά βεβαίως και στο υπέρτατο κτίσμα, τον άνθρωπο, ειδικά δε για τον άνθρωπο εκτός της σημασίας της ως ζωής, εκφράζει και το πνευματικό στοιχείο της ύπαρξής του, σε αντίθεση με το υλικό στοιχείο του που είναι το σώμα. Και τα δυο δε μαζί (σώμα + ψυχή) αποτελούν την λεγόμενη σάρκα, όπως σαφώς το καθορίζει ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιό του, για την ενσάρκωση του Λόγου: "Και ο Λόγος σάρξ εγένετο ..." (Ιω. 1.14), ο προϋπάρχων Λόγος έλαβε σάρκα, δηλ. έλαβε σώμα και ψυχή. Τονίζεται εδώ, ότι τόσο το σώμα, όσον και η ψυχή είναι κτίσματα και αποτελούν ιδιοκτησία του Θεού.
Το κέντρο του σώματος είναι ο εγκέφαλος και το κέντρο του εγκεφάλου, η λογική. Τα νοήματα και ρήματα του κόσμου, μέσω της λογικής εγκαθίστανται στον εγκέφαλο, ο οποίος έχει τις παραστάσεις του περιβάλλοντος το σώμα χώρου. Το κέντρο της ψυχής είναι η καρδιά (όχι απαραίτητα το σωματικό όργανο) και το κέντρο της καρδιάς, ο νους. Η ενέργεια του νου, εντός της καρδιάς στροβιλίζεται μέσα της με την προσευχή (καρδιακή προσευχή), οπότε στο νου εγκαθίσταται το Πνεύμα το Άγιο. Επομένως, το σώμα, ο εγκέφαλος και η λογική έχουν να κάνουν με τον έξω κόσμο, ενώ η ψυχή, η καρδιά και ο νους έχουν να κάνουν με τον Θεό. Σε γενικές γραμμές το σώμα ενεργεί τις εντολές της ψυχής, οπότε η ψυχή είναι ο εντολέας των ενεργειών του ανθρώπου και το σώμα ο εντολοδόχος.
Οι ενέργειες του ανθρώπου κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες: Στις κατά φύσιν ενέργειες, στις παραφύσιν και τις υπερφύσιν. Αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι γνωστό και επαναλαμβάνεται εδώ, ότι η ψυχή έχει κέντρο την καρδιά, η οποία με την σειρά της έχει κέντρο τον νου. Μέσα στην καρδιά η ενέργεια του νου (η νοερή ενέργεια) στροβιλίζεται κυκλικά προσευχόμενη (νοερή προσευχή) και σε επαφή με νοήματα προερχόμενα από τη Χάρη του Θεού. Παρομοίως το σώμα έχει κέντρο τον εγκέφαλο, ο οποίος έχει κέντρο τη λογική. Ο εγκέφαλος μέσω της λογικής προσλαμβάνει τα νοήματα του περιβάλλοντος χώρου (του κόσμου δηλαδή) και τα καθιστά δικά του νοήματα μεταφέροντας όλα τα πάθη του κόσμου στον εγκέφαλο. Εάν δεν υπάρξει σύζευξη των νοημάτων του εγκεφάλου (δηλ. του κόσμου) με τα νοήματα της νοερής ενέργειας (δηλ. της Θεότητας), τότε δεν υπάρχει ασθένεια, τότε έχουμε κατά φύσιν ενέργειες του ανθρώπου, τότε ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως φωτισμένος. Όταν όμως υπάρχει ασθένεια, τότε η νοερή ενέργεια της καρδιάς δεν στροβιλίζεται κυκλικώς, αλλά ξεδιπλώνεται ελλειψοειδώς και έρχεται σε επαφή με τα νοήματα του εγκεφάλου, οπότε επισυμβαίνει βραχυκύκλωμα μεταξύ του νου (του κέντρου της καρδιάς) και της λογικής (του κέντρου του εγκεφάλου) και έτσι τα νοήματα του εγκεφάλου που προέρχονται από τον κόσμο γίνονται νοήματα της νοερής ενέργειας της καρδιάς, η οποία παύει πλέον να δέχεται ενέργεια από την Χάρη του Θεού. Έτσι η ασθενούσα πλέον ψυχή αποξενώνεται από τον Θεό και γίνεται δούλη του περιβάλλοντος αυτήν κόσμου. Αποτέλεσμα είναι να συγχέει νοήματα προερχόμενα από τον περιβάλλοντα κόσμο με τον Θεό ή τους θεούς της, με τελική κατάληξη την νέκρωση και τον θάνατό της. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι ενέργειες του ανθρώπου χαρακτηρίζονται ως παρά φύσιν ενέργειες και ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως ασθενής. Αν αντιθέτως, το βραχυκύκλωμα μεταξύ του νου και της λογικής οδηγήσει, ώστε τα νοήματα της νοερής ενέργειας της καρδιάς να γίνουν και νοήματα του εγκεφάλου, τότε η ενέργεια από τη Χάρη του Θεού εκχύνεται στον περιβάλλοντα κόσμο, οπότε οι ενέργειες του ανθρώπου χαρακτηρίζονται ως υπερφύσιν και ο άνθρωπος εκπέμπει αγιότητα.
Την αξία του ανθρωπίνου σώματος, αυτού του εργαλείου της ψυχής, την κατανοούμε τέλεια στο περίφημο χωρίο της Θ. Ευχαριστίας: «λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου. …. τούτο εστί το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον» (Μαρκ. 14. 23-24). Το παραπάνω χωρίο αποκαλύπτει, ότι τα ανθρώπινα όργανα είναι φορείς δυνάμεως του κατόχου τους, ο οποίος ό, τι είναι πνευματικά, είναι και σωματικά. Ο Χριστός κατά το Μυστικό Δείπνο καθόρισε την έννοια της δωρεάς. Η δωρεά θα πρέπει να είναι πνευματική και να αποσκοπεί στη σωτηρία. Θα πρέπει να δωρίζεται αυτό που θα προσκομίσει την αιωνιότητα και την λύτρωση και όχι αυτό που θα παρατείνει μια γήινη φθαρτότητα, που την χαρακτηρίζει ο θάνατος. Αυτό έκαναν οι Μάρτυρες, όταν προσέφεραν το σώμα τους ή τα όργανα τους (μάτια, χέρια, πόδια), για την αγάπη του Χριστού. Δεν τα προσέφεραν για να παρατείνουν την ζωή την δική τους ή άλλων στη φθαρτότητα του κόσμου τούτου, αλλά τα έδιναν για να αποκτήσουν την Βασιλεία των Ουρανών. Με αίμα υπογράφουν οι Μάρτυρες και η θυσία τους είναι η προσφορά τους για την αγάπη του Χριστού και με την προσφορά τους αυτή, την ώρα αυτή ταυτίζουν το πρόσωπό τους με εκείνο του Χριστού. Κάθε άλλη προσφορά αίματος, με σκοπό το «γάντζωμα» σ’ ένα κόσμο του αιώνος τούτου του απατεώνος, καμία σχέση δεν έχει με τα επουράνια. Όταν λοιπόν, η δωρεά οργάνων είναι απομονωμένη από την πνευματική προοπτική, καταντάει εγωισμός και επομένως η δωρεά οργάνων, η οποία διαφημίζεται ως πράξη ανθρωπισμού, είναι ένα μεγάλο βήμα στην εγωιστική τάση της σύγχρονης ιατρικής, να φτιάξει ένα υλικό σώμα απομονωμένο οντολογικά.
Όσον αφορά τον εντολέα του σώματος δηλ. την ψυχή, αυτή απαντάται μόνο στη Θεολογία και όχι στις άλλες επιστήμες, γι’ αυτό και αυτή δεν ανήκει στο πεδίον έρευνας της Ιατρικής και άλλων πρακτικών επιστημών, πλην της Φιλοσοφίας. Τα περί ψυχής αντιγράφουμε από τη Δογματική: Ψυχή ονομάζεται κάθε τι το ζωντανό, κάθε τι που έχει ζωή, στη Γραφή δε υπονοείται συνήθως ο άνθρωπος και δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο η ζωή εκδηλώνεται στον άνθρωπο. Και το μεν σώμα είναι υλικό, σύνθετο και φθαρτό, η δε ψυχή είναι «ουσία ζώσα, απλή, ασώματος, σωματικοίς οφθαλμοίς κατ’ οικείαν φύσιν αόρατος, λογική τε και νοερά, ασχημάτιστος….. αθάνατος» (άγιος Ι. Δαμασκηνός). Όσον αφορά την ψυχή, αυτή είναι διφυής, αποτελούμενη από την ουσία της, για την οποία δεν μπορεί να λεχθεί τίποτε και για τις ενέργειές της, οι οποίες είναι οι μόνες που γίνονται αντιληπτές.
Σχετικά με τον χρόνο της ένωσης της ψυχής μετά του σώματος, η Εκκλησία δέχεται, ότι και τα δυο δημιουργούνται συγχρόνως: «Άμα δε το σώμα και η ψυχή πέπλασται, ου το μεν πρώτον, το δε ύστερον» (Ι. Δαμασκηνός). Αυτό ισχύει για τη δημιουργία κάθε νέου ανθρώπου. Το σώμα και η ψυχή συνυπάρχουν «εξ άκρας συλλήψεως». Συνεπώς, το έμβρυο είναι πλήρης άνθρωπος, εκ σώματος και ψυχής και πριν τη δημιουργία της καρδιάς ή του εγκεφάλου ή οιουδήποτε άλλου οργάνου. Αυτό καταδεικνύει, ότι όχι μόνον ο εγκεφαλικός θάνατος, αλλά και η παντελής έλλειψη του εγκεφάλου δεν συνεπάγεται, ότι ο ευρισκόμενος στις καταστάσεις αυτές άνθρωπος παύει να είναι έμψυχο και ζωντανό ον.
Σχετικά με το που βρίσκεται και πως ενεργεί η ψυχή, οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν, ότι η ψυχή δεν εδρεύει σε συγκεκριμένο όργανο, αλλά ευρίσκεται σ’ όλα τα σημεία του σώματος, ζωοποιούσα και κινούσα τα μέλη αυτού (αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής του ανθρώπου, 12, PG 44, 156 CD), αλλά και: «η ψυχή συνέχουσα το σώμα, ω και εκτίσθη, πανταχού του σώματος εστίν, ουχ ως εν τόπω, ουδ’ ως περιεχομένη, αλλ’ ως συνέχουσά τε και περιέχουσα και ζωοποιούσα τούτο, κατ’ εικόνα και τούτ’ έχουσα Θεού» (άγιος Γρηγόριος Παλαμάς). Εάν η ψυχή περικλείετο αποκλειστικά σε κάποιο όργανο (ακόμη και την καρδιά), τότε με την παύση της λειτουργίας αυτού του οργάνου, θεωρητικά θα έπαυε και η ύπαρξή της. Γι’ αυτό και στην κλινική παρατήρηση, ο άνθρωπος βρίσκεται εν ζωή με ή χωρίς τις αισθήσεις του, όταν του έχει αφαιρεθεί η καρδιά κατά τη διάρκεια μιας εγχείρησης ή μεταμόσχευσης ή τοποθέτησης τεχνητής καρδιάς.
Βιολογική ζωή χωρίς ύπαρξη της ψυχής μέσα στο σώμα δεν νοείται. Στην περίπτωση αποκοπής, καταστροφής ή νέκρωσης ενός ζωτικού οργάνου, οπότε ο άνθρωπος επιβιώνει με υποστηρικτικές ενέργειες, η ψυχή εξακολουθεί να παραμένει σ’ όλα τα υπόλοιπα όργανα του σώματος, εκτός του ελλείποντος ή νεκρωθέντος. Ο Μ. Βασίλειος περιγράφει γλαφυρά τη συστολή της ενέργειας της ψυχής από νεκρωθέν όργανο. Όταν αρχίσουν να νεκρώνονται τα μέλη και τα όργανα του σώματος, η ψυχή «συστέλλεται» στα ζωντανά όργανα, για να εκφράσει από αυτά τις ενέργειές της, μέχρι να μη μπορεί η καρδιά να συντηρήσει τον παρακμάζοντα οργανισμό και σταματήσει. Η ζωή συντηρείται με συνδυασμό λειτουργίας πολλών οργάνων και η ψυχή «τα πλείστον διεστώτα μέλη (του σώματος) προς μιαν σύμπνοιαν και κοινωνίαν άγειν» ((Β.Ε.Π. τ. 54, σελ. 36). Επομένως, στην περίπτωση νέκρωσης του εγκεφάλου (δηλ. του «εγκεφαλικού θανάτου»), η ενέργεια της ψυχής αποσύρεται από το νεκρό αυτό όργανο, αλλά δεν παύει να υπάρχει στα υπόλοιπα όργανα του σώματος. Έτσι, η ψυχή παραμένει στο υπόλοιπο σώμα και ο άνθρωπος θεωρείται, ως βιολογικά ζωντανός οργανισμός, δεδομένου, ότι διατηρείται, έστω και με τεχνητά μέσα η καρδιοαναπνευστική λειτουργία και επομένως δεν έχει λυθεί ο δεσμός μεταξύ της ψυχής και του σώματος. Εάν σ’ αυτή την περίπτωση γίνει διακοπή της υποστηρικτικής λειτουργίας του ασθενούς, τότε προκαλείται θραύση του δεσμού ψυχής και σώματος και η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα, οπότε τούτο παραμένει άνευ πνοής. Η ενέργεια αυτή θεωρείται ενεργητική πρόκληση θανάτου, η οποία για την Εκκλησία θεωρείται φόνος, όπως ακριβώς η άμβλωση. Στην περίπτωση αυτή, ο φυσικός αυτουργός της δολοφονίας είναι ο ιατρός, που ενεργεί στη διακοπή της υποστηρικτικής λειτουργίας του «εγκεφαλικά νεκρού» ανθρώπου, ο δε ηθικός αυτουργός ο δίδων την εντολήν αυτήν συγγενής του ασθενούς ή και ο ίδιος ο ασθενής με συναίνεσή του σε αφαίρεση οργάνων του, σε περίπτωση «εγκεφαλικού του θανάτου». Συνεργός στη δολοφονία αυτή θεωρείται ο λήπτης οργάνου από «εγκεφαλικά νεκρό», καθότι συναινεί στη διατήρηση της ζωής του, σε βάρος της ζωής του δότη, ο οποίος σ’ αυτή την περίπτωση, δέχεται να του αφαιρεθεί η ζωή (δηλ. αυτοκτονεί) ή κάποιοι συγγενείς του εντέλλονται την δολοφονία. Στην περίπτωση, που στην πράξη αυτή εμπλέκονται και μοναχοί, τότε έχουμε το οξύμωρο, οι νεκροί κατά κόσμον (μοναχοί), να συνεργούν στην αυτοκτονία τους (ως δότες) ή να προσπαθούν να «γαντζωθούν» στην εφήμερη τούτη ζωή, (οι νεκροί αυτοί) ως λήπτες!
Είναι άξια αναφοράς ορισμένα σημεία στη διαδικασία αυτή της μεταμόσχευσης, από θεολογικής πάντοτε πλευράς:
1/ Όταν ένα όργανο του σώματος αντικατασταθεί από ένα ξένο όργανο (π.χ. η καρδιά, από μια ξένη καρδιά), η ενέργεια της ψυχής, που υπάρχει σ’ όλο το υπόλοιπο σώμα δεν επανέρχεται στο νέο (ξένο) όργανο. Δηλαδή, σε μια ξένη καρδιά ενός δότη σ’ ένα σώμα δεν υπάρχει ενέργεια της ψυχής του λήπτη σ’ αυτό. Η ξένη καρδιά είναι άνευ ψυχής!
2/ Εάν ο «εγκεφαλικά νεκρός» είναι πράγματι νεκρός, η προσφορά των οποιωνδήποτε οργάνων του στερείται του χαρακτήρα της αγάπης, εφ’ όσον αυτή δεν του στοιχίζει τίποτε, γιατί προσφέρει άχρηστα γι’ αυτόν όργανα, δεν στερείται ούτε θυσιάζει κάτι χρήσιμο για τον εαυτό του. Πρόκειται για πράξη συμφεροντολογική, ιδιοτελή και εγωιστική, διότι περιμένει κανείς αμοιβές και ανταπόδοση εκ μέρους του Θεού, χωρίς να στερηθεί ή να θυσιάσει κάτι από τον εαυτό του. Αντίθετα, οι αρετές της θυσίας και της αγάπης προς τον πλησίον εφαρμόζονται απόλυτα στην προσφορά οργάνων από ζώντες δότες, όταν πρόκειται για διπλά όργανα και ιστούς. Προσφέρουν τότε θυσιάζοντες και ελαττούμενοι. Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δότης προσφέρει τα όργανά του μετά θάνατον (δηλ. μετά την αποχώρηση της ψυχής από το σώμα) ή όχι; Αν ναι, τότε τι αξία έχει η προσφορά του, αφού αυτό που δίνει είναι για τα σκουπίδια;
3/ Ούτε η Επιστήμη, αλλά ούτε και η Θεολογία ξέρουν τη στιγμή της αναχώρησης της ψυχής από το σώμα και κανείς δεν μπορεί να έχει λόγο σ’ αυτό. Αυτό αποτελεί το μυστήριο του θανάτου, όπως αναγράφεται στα σχετικά τροπάρια της Εκκλησίας μας και είναι γνωστό, ότι «ου φέρει το μυστήριον έρευναν».
4/ Άλλο πράγμα ο θάνατος (ο βιολογικός) και άλλο πράγμα η πορεία προς το θάνατο αυτό. Πάντως, δεν αναφέρεται στην Πατερική Θεολογία, να επιτρέπεται να διακόπτεται αυτή η πορεία προς το θάνατο, για τον οιονδήποτε λόγο και από τον οποιονδήποτε άνθρωπο. Αυτό ανήκει στο προνόμιο του Θεού. Εξ άλλου το εάν π.χ. σε μια εβδομάδα ο εγκέφαλος ρευστοποιείται ανεπανόρθωτα (όπως υποστηρίζεται από την Ιατρική), ο Θεός δεν μπορεί να παρέμβει μέσα σ’ αυτή την εβδομάδα για να σταματήσει ή να αναστρέψει αυτή τη ρευστοποίηση; Αν όχι, τότε αρνούμεθα τη δυνατότητα του θαύματος;
5/ Για τον κόσμο (και βέβαια και για την Ιατρική) μια ημέρα, μια ώρα, ένα λεπτό, ένα δευτερόλεπτο, πριν το χωρισμό της ψυχής από το σώμα είναι μια ημέρα, μια ώρα, ένα λεπτό, ένα δευτερόλεπτο αντιστοίχως. Για το Χριστό, μια ημέρα, μια ώρα, ένα λεπτό, ένα δευτερόλεπτο, πριν το χωρισμό της ψυχής από το σώμα είναι ένας αιώνας. Στο χέρι μας είναι να διαλέξουμε με ποιον ήμαστε, με τον κόσμο ή με το Χριστό.
6/ Με τη λογική του «εγκεφαλικού θανάτου», αν ζούσαν σήμερα ο Λάζαρος, ο νεκρός της πόλης Ναϊν και η κόρη του Ιαείρου δεν θα προλάβαιναν να αναστηθούν, αφού με τις ευλογίες ορισμένων ποιμένων μας, θα τους είχαν αφαιρεθεί τα όργανα, για λόγους «προσφοράς».
7/ Ο εγκεφαλικά νεκρός έχει νεκρό εγκέφαλο, αλλά δεν είναι ολικά νεκρός. Η ενέργεια της ψυχής του έχει αποσυρθεί από το νεκρό αυτό όργανο, αλλά δεν έχει αποσυρθεί από τα υπόλοιπα ζώντα όργανα. Ως εκ τούτου, ποιος έχει το δικαίωμα να ενεργήσει στα ζώντα όργανα, ώστε να αποσυρθεί και από αυτά η ενέργεια της ψυχής; Εξ άλλου, είναι ξεκάθαρο, ότι η επέμβαση στο έργο του Θεού και συγκεκριμένα η αφαίρεση της ενέργειας της ψυχής από ένα ζων όργανο είναι, κατά την Πατερική Θεολογία, φόνος.
8/ Σύμφωνα με τους Ι. Κανόνες της Εκκλησίας, οι θείοι νόμοι υπέρκεινται των πολιτικών νόμων. Έτσι, ενώ η άμβλωση, κατά τους πολιτικούς νόμους επιτρέπεται, κατά τους θείους νόμους απαγορεύεται και θεωρείται φόνος, παρ’ όλον ότι έχουμε εγκέφαλο ή καρδιά ασχημάτιστα ή παντελώς ελλείποντα όργανα (όπως τις 14 πρώτες ημέρες από της συλλήψεως, στη διαδικασία των βλαστοκυττάρων).
Η Εκκλησία δέχεται, ότι κύριος της ζωής και του θανάτου είναι μόνον ο Θεός, πλην όμως δεν αφήνει τους ασθενείς αβοήθητους και επαινεί κάθε ιατρική προσπάθεια, υπέρ της θεραπείας των πάσης φύσεως ασθενειών, διότι θεωρεί, ότι η ζωή είναι αγαθό υπέρτατης αξίας και επευλογεί τις προσπάθειες διάσωσης της ζωής κάθε ανθρώπου, έστω και ανιάτως πάσχοντος, έστω και εάν έχουν νεκρωθεί ζωτικά όργανα του σώματος, όπως ο εγκέφαλος, διότι πιστεύει ότι τόσον η ασθένεια, όσο και ο πόνος παίζουν σπουδαίο παιδαγωγικό και σωτηριώδη ρόλο και πρέπει να αντιμετωπίζονται με υπομονή και εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού. Με τις προϋποθέσεις αυτές, τους ασθενείς πάντοτε θα τους παρηγορούμε και θα τους ενισχύουμε, αλλά η ενίσχυση αυτή θα φθάνει μέχρι το σημείο να μη δολοφονούμε κάποιους άλλους, για να κρατήσουμε αυτούς στη ζωή. Τότε, τι σόι «δολοφονική» αγάπη θα ήτανε αυτή; Στην ανωτέρω αναπτυχθείσα θεολογική προοπτική, οι μεταμοσχεύσεις οργάνων από δότες, χωρίς αφαίρεση της ζωής τους, πράγματι είναι άθλος και πρόοδος της επιστήμης με τη φώτιση και τη συνέργεια βέβαια του Κυρίου.
Η έννοια του εγκεφαλικού θανάτου, άγνωστη στη χώρα μας μέχρι πριν 40 χρόνια, εισήχθη αρχικά το 1968 από επιτροπή του Πανεπιστημίου Harvard USA και οριστικοποιήθηκε το 1985 στην Ελλάδα με την αποδοχή των κριτηρίων της Minnesota, με τα οποία ο εγκεφαλικός θάνατος περιορίζεται στη μη αναστρέψιμη βλάβη του εγκεφαλικού στελέχους. Τα κριτήρια αυτά είναι πέραν πάσης θεολογικής τεκμηρίωσης, γιατί δέχονται, ότι με τον εγκεφαλικό θάνατο:
α/ αποφορτίζονται τα νοσοκομεία από – υποτίθεται - μη αναστρέψιμες καταστάσεις και
β/ διευκολύνεται η απόκτηση οργάνων για μεταμοσχεύσεις!
Το ότι ο εγκεφαλικά νεκρός είναι ένας ζωντανός οργανισμός, στον οποίο η ψυχή παραμένει και ενεργεί, σ’ όλα τα υπόλοιπα όργανα του σώματος πιστοποιείται από το γεγονός, ότι κατά τη διαδικασία της μεταμόσχευσης, ο ασθενής υποβάλλεται πρωτύτερα σε καθολική νάρκωση. Αν η ψυχή πράγματι δεν υπάρχει στο σώμα, γιατί χρειάζεται τότε η νάρκωση του σώματος; Ένα νεκρό σώμα δεν αισθάνεται τον πόνο της επέμβασης. Αλλά ειπώθηκε παραπάνω, ότι από νεκρό σώμα είναι εντελώς άχρηστη η αφαίρεση των ζωτικών του οργάνων, αλλά και ότι χωρίς τον εγκέφαλο, το σώμα μπορεί να είναι ένας ζωντανός βιολογικός οργανισμός.
Αλλά είναι εύλογο το ερώτημα, ποια θέση παίρνει η Εκκλησία; Η Εκκλησία, ως το σώμα του Χριστού, έχει αποφανθεί στα θέματα της ζωής και του θανάτου, ακολουθώντας τις κατευθύνσεις που δίδουν τα Αγιογραφικά και Αγιοπατερικά κείμενα και έχουν αμετάκλητα αποτυπωθεί στις Οικουμενικές Της Συνόδους. Όταν λοιπόν η Εκκλησία θεωρεί τον άνθρωπο ως έχοντα σώμα και ψυχή από της συλλήψεως –καίτοι απουσιάζουν αρχικά όλα τα όργανα του σώματος, ακόμη και τα βασικά, όπως η καρδιά και ο εγκέφαλος- και θεωρεί την άμβλωση ενός εμβρύου, χωρίς όργανα, ως φόνο, πόσο μάλλον δεν θα θεωρεί ως φόνο την αφαίρεση της ζωής ενός τέλειου οργανισμού, που είχε την ατυχία να υποστεί ο εγκέφαλός του βλάβη, ενώ τα υπόλοιπα όργανα του σώματός του λειτουργούν κανονικά, έστω και υποστηριζόμενα με τεχνητό τρόπο; Ποιος δίνει λοιπόν και σε ποιόν το δικαίωμα να αποφασίσει πότε θα επέμβει στη συντόμευση της ζωής ενός ασθενούς, στην πορεία του προς το τέλος και έτσι να διαταράξει το έργο του Θεού;
Δυστυχώς όμως η Ελλαδική Εκκλησία δεν φαίνεται να ακολουθεί το δρόμο αυτό. Εστερνίσθηκε το πόρισμα της Επιτροπής Βιοϊατρικής και Ηθικής Δεοντολογίας, που προτάσσει την αγάπη, αντί της αλήθειας. Έτσι θεωρεί πολυτιμότερη τη ζωή του λήπτη, που μπορεί να ζήσει, από τη ζωή του δότη, «που αμετάκλητα αναχωρεί». Αλλά πως μπορεί να επέμβει κανείς στο «αμετάκλητο»; Αυτή η επέμβαση δεν είναι έργο του Θεού; Ο Θεός δεν μπορεί να παρέμβει και στο δικό μας «αμετάκλητο»; Πως λοιπόν θέτουμε τη δική μας απόφαση περί παράτασης ή μη της ζωής ενός δότη, πάνω από την απόφαση του ίδιου του Θεού; Ως δικαιολογία, για την απόφαση αυτή της Επιτροπής, παρουσιάζεται χωρίο από τον Ιωάννη, το οποίον αναφέρεται αποκλειστικά και μόνον στο Χριστό και σε κανέναν άλλον: «δια τούτο ο πατήρ με αγαπά, ότι εγώ τίθημι την ψυχήν μου, ίνα πάλιν λάβω αυτήν» (10. 17). Δηλ. «Γι’ αυτό ο Πατέρας με αγαπάει, γιατί εγώ θυσιάζω τη ζωή μου, ώστε να την ξαναπάρω». Τι θέλει να ειπεί ο Χριστός εδώ; Ότι ο Πατέρας του τον αγαπάει, γιατί προσφέρει τη ζωή του για την σωτηρίου του λαού, αν και ξέρει ότι θα την ξαναπάρει πίσω με την Ανάστασή Του. Αυτός ο ίδιος προσφέρει τη ζωή του, έχοντας πλήρη εξουσία να κάνει αυτό που επιλέγει, η δε επιλογή Του δεν είναι ασυμβίβαστη με το ότι η θυσία του αποτελεί εντολή του Πατέρα Του (Σ. Αγουρίδη, το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, σελ. 498). Ποια σύγκριση μπορεί να υπάρξει μεταξύ της σταυρικής θυσίας του Χριστού και της Ανάστασής του με την «προσφορά» οργάνων ενός δότη, σ’ έναν λήπτη; Ο δότης ασφαλώς - αν βέβαια είναι γνώστης - δεν θυσιάζει τη ζωή του, αν υποτίθεται ότι αυτή θα του είναι άχρηστη σ’ ένα λήπτη, ώστε να αναστηθεί και να κερδίσει έτσι την Βασιλεία των Ουρανών! Ο κάθε νεκρός, δεν μπορεί να κυριαρχήσει στα πράγματα, ενώ ο Χριστός κυριαρχεί στα πράγματα. Είναι η ιδιαιτερότητα αυτού του νεκρού. Μπορεί ένας οιοσδήποτε νεκρός να δώσει τη ζωή του και μ’ αυτή του την ενέργεια να πάει στον Άδη και να ανασύρει όλες τις ψυχές των ήδη νεκρών; Ασφαλώς όχι, γιατί μόνον ο Χριστός έχει αυτή τη μοναδικότητα. Γι’ αυτό και ο Χρυσόστομος καταγράφει, ότι μόνον ο Χριστός μπορεί «να άρη την ψυχήν αυτού». Έτσι αποδεικνύεται, ότι με τη χρησιμοποίηση αυτού του χωρίου, διαστρέφεται η θεολογία των μεταμοσχεύσεων.
Άραγε, η Ελλαδική Εκκλησία συμφωνεί στο σημείο αυτό με την Εκκλησία, το σώμα του Χριστού, το σώμα των Αγίων; Προφανώς όχι. Και όχι μόνον αυτό, αλλά διδάσκεται αίρεση, διδάσκεται μια κακοδοξία του ψευτοαγαπητισμού, διδάσκεται η αγαπητική δολοφονία, καθαρά Παπικής προέλευσης. «Καίω το σώμα, για να σώσω την ψυχή, σου αφαιρώ τα δαιμόνια, δολοφονώντας σε» (Ιερή Εξέταση). Είναι μια καλυμμένη πλάνη. Είδες τι έκανε ο Χριστός; Έδωσε τη ζωή του για να σώσει τον άνθρωπο. Ακολούθησε λοιπόν και εσύ το παράδειγμά του. Θυσίασε την (νεκρή;) ζωή σου, για να γλυτώσει ο συνάνθρωπός σου. Πραγματικά, σατανική διδασκαλία! Με τις παραδοχές όμως αυτές άνοιξε η κερκόπορτα και εισήλθε ο Αντικείμενος και αυτός ρυθμίζει πλέον τα της ζωής και του θανάτου. Και σπεύδουν οι πιστοί να προσφέρουν (μετά θάνατο;) τα όργανά τους ή επιδιώκουν να λάβουν όργανα, για να σώσουν μια βιολογική ζωή (χωρίς βέβαια την πνευματική της διάσταση) και να την βοηθήσουν να «γαντζωθεί» στον εφήμερο τούτο κόσμο του αιώνος τούτου του απατεώνος ή να «γατζωθούν» οι ίδιοι αντίστοιχα. Και δυστυχώς, δυστυχέστατα, ακολουθούν την πρακτική αυτή, κληρικοί και μοναχοί, ακόμη και Αγιορείτες. Μα καλά δεν γνώριζαν, δεν ρώταγαν, δεν μελέτησαν, δεν είχαν εσωτερική πληροφόρηση;
Όπως καταγράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο ΠΗΔΑΛΙΟ, ο σκοπός και το τέλος του μοναχικού επαγγέλματος είναι η σωφροσύνη, η παρθενία και η του σώματος χαλιναγωγία και ο υποπιεσμός, η φυγή των κοσμικών πραγμάτων, η στένωση και η θλίψη. Τώρα, αν αντίθετα ο σκοπός αυτός μεταβάλλεται σε απεγνωσμένη προσπάθεια παράτασης μιας επίγειας ζωής και «γαντζώματος» στα εγκόσμια, τότε αυτός ο σκοπός θεωρείται ξένος προς την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση. Αλλά ακόμη και εάν υπάρχει πνευματική καθοδήγηση από Γέροντα Πνευματικό, που δυστυχώς σε ορισμένες περιπτώσεις επευλογείται η πράξη αυτή, η καθοδήγηση αυτή από ένα ποιμένα προς το ποίμνιό του, να συνεργεί σε εγκληματική πράξη (όπως η αφαίρεση ζωής από εγκεφαλικά νεκρό) ή να αποδέχεται προϊόντα εγκλήματος (όπως η αποδοχή οργάνων από εγκεφαλικά νεκρό) είναι βαρύτατη προσβολή στο πρόσωπο του Χριστού και έχει την ανάλογη μισθαποδοσία. Ακόμη δε περισσότερο αλλοίμονο, αν η συνείδηση ενός πιστού και ακόμη περισσότερο ενός κληρικού ή μοναχού δεν τον ελέγχει για την πράξη του αυτή! Τότε, επαναπαύεται στην εγωιστική του αντίληψη, ότι έπραξε το σωστό, όπως ο Φαρισαίος της παραβολής, οπότε η ταπεινοφροσύνη του πάει περίπατο, η αλαζονεία του θριαμβεύει και βέβαια η πορεία του είναι προδιαγεγραμμένη, καθότι τότε αυτός ούτε Γέροντας Πνευματικός είναι, ούτε μοναχός είναι, αλλ’ ούτε και «της ημετέρας Πίστεως μετέχει».
Η μετάνοια ενός πιστού λαϊκού, κληρικού ή μοναχού, για ατοπήματα από άγνοια, κακή πληροφόρηση, πλανεμένη εξήγηση Πατερικών κειμένων, αδυναμία κατανόησης, όταν ζητείται, είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη από τον Δεσπότη των πάντων. Εκείνο που δεν γίνεται δεκτό από Αυτόν είναι μια συγγνώμη αιτούμενη με ειρωνεία, εμπαιγμό, χλευασμό ή λοιδορία, που δεν σηματοδοτούν αρετή, η δε εγωιστική επιμονή, η στείρα αντίδραση, η άρνηση παραδοχής Ορθόδοξων θέσεων, η κοσμική αντίληψη, η αποδοχή σοφισμάτων χαρακτηριστικών του Δυτικού ανθρώπου, όλα αυτά δεν οδηγούν τελικά στη σωτηρία. Ποτέ δεν είναι αργά για έναν πιστό, που θα συνειδητοποιήσει, ότι από άγνοια ή στρεβλή κατανόηση αποδέχτηκε αντορθόδοξες πρακτικές, όπως αυτή των μεταμοσχεύσεων οργάνων από ασθενείς και όχι νεκρούς, όπως διεξοδικά αναλύθηκε ανωτέρω, να προβεί σε έμπρακτη αναγνώριση του λάθους του και να αποδεχτεί, ότι επλανήθη και επλάνησε. Αυτό αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα ταπεινοφροσύνης, για τον πιστό λαό του Θεού, που εναποθέτει στους ποιμένες του τη ζωή του και τη σωτηρία του.





ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΠΕΣ ΡΩΜΗΣ


Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου


Προλεγόμενα
«Οἱ Ἕλληνες ὑπῆρξαν καί ἐξακολουθοῦν νά εἶναι Παπόφιλοι, ἀλλ’ ὄχι Παπόδουλοι. Παπόφιλοι γιατί στή Ρώμη ὑπῆρξε βαθειά ριζωμένος ὁ Ἑλληνικός πολιτισμός καί γιατί ὑπῆρξαν αὐτοί πού ἵδρυσαν τήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καί γιατί πολλοί Ἕλληνες διετέλεσαν Πάπες».

Μητροπ. Πισιδίας Μεθόδιος


Ἡ ἑλληνικότητα τῆς πρώϊμης Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας
Οἱ προηγούμενες χαρακτηριστικές ἐπισημάνσεις τοῦ συμπατριώτου (Κορινθιακῆς καταγωγῆς) λογίου Μητροπ. Πισιδίας καί πρ. Ἀρχιεπισκόπου Θυατείρων καί Μεγ. Βρεττανίας Μεθοδίου (Φούγια, ἤδη μακαριστοῦ), δικαιολογοῦν ἄριστα τό ἐνδιαφέρον πού ὑπάρχει στόν Ἑλληνορθόδοξο χῶρο γιά τό πρῶτο Πατριαρχεῖο τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, τήν ἕδρα τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης. Πράγματι οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες εἴμεθα Παπόφιλοι μέ τήν σωστή ἔννοια τοῦ ὅρου (ὅπως ἀναλύεται προηγουμένως), ὁ ὁποῖος βέβαια δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τόν ὅρο «ἑνωτικός» καί «Λατινόφρων» τῆς μετά τίς Συνόδους τῆς Λυών καί τῆς Φερράρας – Φλωρεντίας περιόδου, ἀλλά οὔτε καί μέ τήν οἰκουμενιστική ἑρμηνεία τοῦ παρελθόντος 20οῦ καί τοῦ τρέχοντος 21ου αἰ.
Εἷναι χαρακτηριστική ἡ ἀναφορά 17 Παπῶν στό Ὀρθόδοξο Ἁγιολόγιο (ἀριστερά ἡ εἰκόνα τους). Ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε τούς Ἁγίους Πάπες Σίλβεστρο (4ος αἰ. 2α Ἰανουαρίου), Ἱππόλυτο Ἱερομάρτυρα (3ος αἰ. 30η Ἰανουαρίου), Λέοντα (440 – 471, 18η Φεβρουαρίου), Ἀγάθωνα (678 – 682, 20η Φεβρουαρίου), Τελεσφόρο (125 – 136, 22α Φεβρουαρίου), Γρηγόριο τόν Διάλογο (12η Μαρτίου), Ἀλέξανδρο Α’ (105 – 115, 16η Μαρτίου), Κελεστῖνο (5ος αἰ., 8η Ἀπριλίου), Μαρτῖνο Α’ τόν Ἱερομάρτυρα (649 – 655, 13η Ἀπριλίου καί 2οη Σεπτεμβρίου), Ἀγαπητό Α’ (535 – 536, 17η Ἀπριλίου), Θεόδωρο Α’ Ἱερομάρτυρα (18η Μαϊου) καί Κλήμεντα Ἱερομάρτυρα (1ος αἰ., 24η Νοεμβρίου). Ἡ ἕδρα τῆς Ρώμης ἦταν ἐξ’ ἀρχῆς Ἑλληνική. Γιά τόν Ἑλληνισμό χάθηκε πρός τό τέλος τοῦ 3ου μ.Χ. αἰ. καί στή συνέχεια, σταδιακά καί μέχρι τό Σχίσμα τοῦ 1054, χάθηκε καί γιά τήν Ὀρθοδοξία.
Τό κείμενο αὐτό ἔχει σκοπό νά ὑπενθυμίσει αὐτή τήν πραγματικότητα κυρίως πρός τήν Ὀρθόδοξη πλευρά, διότι πρακτικά δέν ἔχει τήν δυνατότητα νά φτάσει στήν ἄλλη, τήν Παπική. Διότι, ὅπως καί πάλι χαρακτηριστικά σημειώνει ὁ Μητροπ. Μεθόδιος, «ἀπό τότε πού σταμάτησαν νά ὁμιλοῦν Ἕλληνες καί Λατίνοι τήν ἴδια γλῶσσα καί ἀπό τότε πού ἔφυγαν οἱ μεγάλες προσωπηκότητες τῆς Ἐκκλησίας, ἔπαυσε νά κυριαρχεῖ τό ἀποστολικό καί συνεκτικό πνεῦμα» (Μητροπ. Πισιδίας Μεθοδίου, «Ἕλληνες καί Λατίνοι», 1994, σελ. 33).
Διακεκριμένος Δυτικός θεολόγος, ὁ Ρωμαιοκαθολικός Ἐπίσκοπος Ντάραμ J. B. Lightfoot ὁμολογεῖ, ὅτι «ἡ ἑλληνική καταγωγή τῆς Ρωαμαϊκῆς Ἐκκλησίας εἶναι τώρα ἀποδεκτή ἀπό τούς καλύτερους συγγραφεῖς (ἀφοῦ) οἱ πρῶτοι Ἐπίσκοποί Της γιά ἀρκετές γεννεές μέ πολύ λίγες ἐξαιρέσεις ἔφαραν ἑλληνικά ὀνόματα καί ὅλη ἡ γραμματεία Της γιά δύο σχεδόν αἰῶνες ἦταν ἑλληνική» (J. B. Lightfoot, “St. Paul’s Epistole to the Philippians”, σελ. 18 – 19).
Τήν πραγματικότητα αὐτή πιστοποιοῦν δύο κυρίως σημαντικοί παράγοντες: Ἡ σύνθεση τοῦ Χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ τῆς πρωτοχριστιανικῆς Ρώμης καί ἡ γλῶσσα ἐπικοινωνίας τῶν πιστῶν, τόσο μεταξύ τους, ὅσο καί στίς σχέσεις τους μέ τίς ἄλλες Χριστιανικές Ἐκκλησίες.
Σχετικά μέ τό πρῶτο ὁ Παν. Τρεμπέλας δέχεται μέν, ὅτι στό ποίμνιο τῆς πρώϊμης Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας περιλαμβάνονταν καί Ἰουδαίοι, τονίζει ὅμως ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν πιστῶν ἦσαν «Χριστιανοί ἐξ ἐθνῶν», Ἕλληνες - δηλαδή - ἀπό τήν μητροπολιτική Ἑλλάδα καί τήν Ἑλληνιστική Ἀνατολή (Αἴγυπτο, Συρία καί Μ. Ἀσία). (Βλ. Π. Ν. Τρεμπέλα, «Ὑπόμνημα εἰς τάς Ἐπιστολάς τοῦ Παύλου», 1937, σελ. 10).
Ἡ σύνθεση αὐτή τοῦ Χριστιανικοῦ ποιμνίου, ἀλλά καί τοῦ πληθυσμοῦ γενικώτερα, ἔδωσε στή Ρώμη πρός τό τέλος τοῦ 1ου μ. Χ. αἰ. τόν χαρακτηρισμό τῆς «Ἑλληνικῆς πόλεως», ἀφοῦ ἐκτός ἀπό τούς βαρβαρικῆς καταγωγῆς δούλους, οἱ Ἕλληνες καί οἱ ἑλληνόφωνοι τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλά καί ἀνώτερη τάξη τῆς Ρωμαϊκῆς κοινωνίας, μιλοῦσαν Ἑλληνικά, γλῶσσα πού δίδασκαν Ἕλληνες παιδαγωγοί στά παιδιά τῶν μεγάλων Ρωμαϊκῶν οἰκογενειῶν.
«Μολονότι στή Ρώμη ὑπῆρχαν μετανάστες ἀπό ὅλο τόν κόσμο καί ὄχι μόνον ἀπό ἑλληνόφωνες περιοχές τῆς Ἀνατολῆς – γράφει ὁ Μητροπ. Μεθόδιος - ἡ ὁμιλούμενη γλῶσσα ἦταν ἡ Ἑλληνική, ὄχι μόνον γιά τούς διανοουμένους, ἀλλά καί γιά τό ἐμπόριο καί γιά τήν κοινωνική ζωή. Σέ τέτοιο σημεῖο ἡ Ἑλληνική γλῶσσα ἦταν ἀναγκαῖα, ὥστε ὁ Τερτυλλιανός, ὁ πρῶτος Λατῖνος συγγραφέας, ἔγραψε ἔργα στά Ἑλληνικά» (Μητροπ. Μεθοδίου αὐτ. σελ. 71).

Ἔτσι, ὁ μέν Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραψε στά Ἑλληνικά τήν πρός Ρωμαίους Ἐπιστολή του (χωρίς νά χρειαστεῖ νά μεταφραστεῖ στά Λατινικά), ἡ δέ ὅλη φιλολογία πού διασώθηκε, τουλάχιστον μέχρι τό τέλος τοῦ 2ου αἰ. (βασιλεία Μάρκου Αὐρηλίου, 161 – 180), εἶναι γραμμένη στά Ἑλληνικά. Μνημονεύουμε ἐδῶ τά ἔργα τοῦ Πάπα Κλήμεντος (Ἐπιστολή πρός Κορινθίους), τοῦ Ἑρμᾶ (Ὁ Ποιμήν), τοῦ Πάπα Σωτῆρος (Ἐπιστολή πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου) καί τό λεγόμενο Ἀποστολικό Σύμβολο. Ἀκόμη καί γνωστοί αἱρετικοί συγγραφεῖς ἔγραψαν στά Ἑλληνικά καί στά Ἑλληνικά ἀντιμετωπίσθηκαν ἀπό τόν Ὁμολογητή Ἰουστῖνο (+ 165), τόν ἅγ. Εἰρηναῖο Ἐπίσκοπο Λυών καί ἄλλους Ὁμολογητές.
Τήν ἐπικράτηση τῆς Λατινικῆς γλῶσσας σέ βάρος τῆς Ἑλληνικῆς ὁ B. Scott Eaton τοποθετεῖ στά μέσα τοῦ 3ου αἰ. «Ἡ Ρωμαϊκή Ἐκκλησία - γράφει – περί τά μέσα τοῦ 3ου αἰ. ἐγκατέλειψε τήν Ἑλληνική ὡς τήν ἐπίσημη γλῶσσα της καί ἔγινε πλήρως Λατινίζουσα. Καί ὅ,τι εἶναι ἀληθές γιά τήν Ρώμη, εἶναι ἀληθές καί γιά τήν Δύση γενικά» (B. S. Eaton, “The Apostolic tradition of Hippolytus”, 1934, σελ. 26).
Ὁ A. Harmack τοποθετεί τήν μετεξέλιξη αὐτή κατά τόν 4ο αἰ. (A. Harmack, “The mission and expansion of Christianity in the first three centuries”, 1962, σελ. 19, σημείωσις 1η), ἐνῶ ὁ L. W. Barnard τήν τοποθετεῖ στά τέλη τοῦ 2ου αἰ. «Μέχρι τό τέλος τοῦ 2ου αἰ. – γράφει - ἡ Ρωμαϊκή Ἐκκλησία ἦταν κυρίως Ἑλληνόφωνη καί στή σύνθεσή Της Ἀνατολική. Τά ὀνόματα τῶν Ἐπισκόπων ἦταν Ἑλληνικά ἤ Ἀνατολικά. Οἱ ἐπιγραφές ἐπί τῶν Παπικῶν τάφων ἦταν κυρίως στήν Ἑλληνική ὡς τό τέλος τοῦ 3ου αἰ., ἐνῶ ἡ χρῆσις τῆς Ἑλληνικῆς στή Λειτουργία συνεχίσθηκε ἀκόμη πιό πέρα» (L. W. Barnard, “Studies in Church History and Patristics”, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 26, 1978, σελ. 176). Πράγματι, στίς Δυτικές Λειτουργίες ὑπάρχουν ἀκόμη Ἑλληνόφωνες ἐκφωνήσεις πού ἀνάγονται στήν ἐποχή ἐκείνη, ὅπως τό Τρισάγιο καί τό "Κύριε Ἐλέησον".
Τέλος, ὁ K. M. Setton, Καθηγητής στό Πανεπιστήμιο τοῦ Πρίνστον, δέχεται, ὅτι «ἡ Ρώμη ὑπῆρξε Ἑλληνική ἀπό τήν ἵδρυσή της ὡς τίς ἀρχές τοῦ 3ου αἰ. (K. M. Setton, «Τό Βυζαντινό ὑπόβαθρο τῆς Ἰταλικῆς Ἀναγεννήσεως», 1989, σελ. 16).
Ὁ Ἑλληνικός χαρακτῆρας ὄχι μόνο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, ἀλλά καί τῆς Δύσεως γενικώτερα, ἦταν τέτοιος ὥστε ὅταν ὁ ἅγ. Κυπριανός ἐπ. Καρχηδόνος ἔγραψε στά Λατινικά πρός τίς Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς, ὁ Ἱστορικός Εὐσέβειος θεώρησε τό γεγονός αὐτό σάν κάτι τό ἐξαιρετικό, ἀφοῦ τήν ἴδια χρονική περίοδο ὁ Πάπας Κορνήλιος (251 – 253), ἔγραφε στόν Ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας Φάβιο (252 – 255) στά Ἑλληνικά (Εὐσεβίου, «Ἐκκλησιαστική Ἱστορία», 6, 43, 10 – 20, ΒΕΠΕΣ, τ. 19, σελ. 379).

Οἱ Ἕλληνες Πάπες.
Ὁ Νικηφόρος Βιδάλης, Ἀρχιερατικός Ἐπίτροπος τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, σέ σύνολο 264 Παπῶν (ἀπό τόν Ἀπόστολο Πέτρο μέχρι τόν Ἰωάννη Παῦλο Β’), ἀριθμεῖ 12 Ἕλληνες Πάπες, τούς ἐξῆς (ἀπό τούς ὁποίους οἱ 9 τιμῶνται ὡς Ἅγιοι):
Εὐάρεστος ὁ Ἱεροσολυμίτης (97 - + 105), Ἱερομάρτυρας.
Τελεσφόρος ὁ Ταραντινός (125 - + 136), Ἱερομάρτυρας.
Ὑγῖνος ὁ Ἀθηναῖος (136 - + 140), Ἱερομάρτυρας.
Ἐλευθέριος (175 – 189), Ἱερομάρτυρας.
Ἀντέρως (235 - + 236), Ἱερομάρτυρας.
Σίξτος Β’ ὁ Φιλόσοφος (257 - + 258), Ἱερομάρτυρας.
Εὐσέβιος (309 – 310), Ἅγιος.
Ζώσιμος ὁ Καππαδόκης (417 - + 418), Ἅγιος.
Θεόδωρος Α’ ὁ Ἱεροσολυμίτης (642 - + 649).
Ἰωάννης ΣΤ’ (701 - + 705).
Ἰωάννης Ζ’ ὁ Καλαβρός (705 - + 707).
Ζαχαρίας ὁ Καλαβρός (741 - + 752), Ἅγιος.
Ἔτσι οἱ Ἕλληνες Πάπες κατέχουν τήν τέταρτη θέση στήν κατά ἐθνικότητα σειρά τῶν Παπῶν (11 Ρωμαῖοι, 93 Ἰταλοί, 14 Γάλλοι, 12 Ἕλληνες, 8 Γερμανοί).
Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης θεωρεῖ Ἕλληνα καί τόν Πάπα ἅγ. Κλήμη Α’. «Ὁ Κλήμης οὗτος - γράφει - ἄν εἶναι Ρωμαῖος πάντῃ ἔστιν ἀμφίβολον (καθ’ ὅτι ὁ νεώτερος Καβαῖος μαρτυρεῖ, ὅτι λέγεται πῶς οὗτος εἶναι Ρωμαῖος ἐν τῶ περί ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων πονήματι), διότι τό ὄνομα αὐτοῦ ἑλληνικόν μᾶλλον ἤ λατινικόν, καθότι «κλῆμα» εἶναι λέξις ἑλληνική, ἐκ τοῦ «κλῆμα» δέ παράγεται τό «Κλήμης», διό καί Ἕλληνες τοῦτο ἔσχον τό ὄνομα. Ἐάν δέ ἦτο Ρωμαῖος ὁ Κλήμης, διατί οὐ Ρωμαϊστί ἀλλά Ἑλληνιστί συνέγραψεν;» Ὁ Μέγας Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τ. 11, σελ. 598).

Ἀκόμη, εἶναι πολύ πιθανόν Ἑλληνικῆς καταγωγῆς νά ἦταν καί ὁ Πάπας Διονύσιος Α' (259 - + 268), καταγόμενος πιθανῶς ἀπό τήν Μεγάλη Ἑλλάδα, ὁ ὁποῖος διαδέχθηκε τόν Πάπα Σίξτο Β'.

Βιβλιογραφία:
Στή σύνταξη τοῦ καταλόγου καί τῶν σημειωμάτων λάβαμε ὑπ’ οψη τήν ἀκόλουθη βιβλιογραφία:

Ul. Chevalier, “Repertoire des sources historiques du Moyen Age”, 1907.
Card. Baudrillart, “Dictionnaire D’ Historie et de Geographie Ecclesiastiques”, 1922.
L. Menzies, “The Saints of Italy”, 1924.
F. G. Holweck, “A Biographical Dictionary of the Saints”, 1924.
D. J. Baudot, “Dictionnaire D’ Hagiographie…”, 1925.
Dictionaire De Theologie Catholique”, 1939.
D. Attwater, “A Dictionary of the Saints”, 1938.
Βενεδικτίνων Μοναχῶν Ἀββαείου ἁγ. Αὐγουστίνου Ramsgate Βρεττανίας, “The Book of the Saints”, 1948.
L. Duchesne, “Liber Pontificalis”, 1956.
Νικηφόρου Βιδάλη, «Ἡ πορεία 20 αἰώνων τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ - Ἱστορία τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας», 1987.
Τοῦ ἰδίου, «Οἱ Ρωμαῖοι Ποντίφικες καί τό ἔργο τους», 1994.
Annuario Pontifico”, 1989.
«Ἠθική καί Θρησκευτική Ἐγκυκλοπαίδεια».
Βίκτωρος Ματθαίου, «Ὁ Μέγας Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».


Ἑλλήνων Παπῶν Βιογραφικά Σημειώματα


Ἱερομάρτυρας Εὐάρεστος ὁ Ἱεροσολυμίτης (97 ἤ 99 - + 105 ἤ 108)
Ἦταν ὁ 5ος κατά σειρά Πάπας Ρώμης, διαδέχθηκε τόν Πάπα Κλήμη Α’.
Γιά τήν καταγωγή του καί τήν ζωή του γενικά, διασώθηκαν ἀποσπασματικές πληροφορίες. Εἶναι γνωστό, ὅτι ἦταν Ἕλληνας στήν καταγωγή, γιός Ἕλληνα πού εἶχε ἀσπασθεῖ τόν Ἰουδαϊσμό καί ὀνομάζοταν Ἰοῦδας καί ὅ,τι γεννήθηκε στή Βηλθεέμ. Κατά τό Ποντιφικό Ἡμερολόγιο ἀρχιεράτευσε ἀπό τό 97 μέχρι τό 105 - ἐπί αὐτοκρατορίας Νέρβα (96 – 98) καί Τραϊανοῦ (98 – 117) ἤ ἀπό τό 99 μέχρι τό 108.
Κατά τήν ἐποχή τῆς ἀρχιερατείας του κοιμήθηκε ὁ ἅγ. Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης (100 – 105) καί τελείωσε ἡ λεγόμενη Ἀποστολική Περίοδος.
Κατά τόν ἅγ. Ἰγνάτιο τόν Θεοφόρο ἐπί τοῦ ἡμερῶν τοῦ ἁγ. Εὐαρέστου οἱ Χριστιανοί τῆς Ρώμης ἦσαν ὑποδείγματα ἁγιότητος βίου, ἁγνότητος, ἀδελφικῆς ἀγάπης καί χριστιανικῶν ἠθῶν γενικά.
Γιά τήν καλύτερη ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας του ὁ Πάπας Εὐάρεστος ἵδρυσε τίς ἑπτά πρῶτες ἐκκλησιαστικές διακονίες καί χώρισε τήν Ρώμη σέ ἐνορίες. Ἀκόμη, συνέστησε τά ἐκκλησιαστικά ἀξιώματα (Tituli - Τίτλους) καί μέ τούς τιτλούχους Κληρικούς συγκρότησε τό Συμβούλιο τοῦ Πάπα, τό ὁποῖο τόν ὑποβοηθοῦσε στή διακυβέρνηση τῆς Ἐκκλησίας.
Κατά τόν ἅγ. Εἰρηναῖο Ἐπίσκοπο Λουγδούνου χειροτόνησε 15 Ἐπισκόπους, 17 Ἱερεῖς καί 7 Διακόνους. Μάλιστα οἱ τελευταῖοι ἐκτός τῶν ἄλλων καθηκόντων τους, ἦσαν ὑποχρεωμένοι νά κρατοῦν σημειώσεις ἀπό τά κηρύγματα τῶν Ἐπισκόπων, ὥστε νά καταγράφεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἅγ. Εὐάρεστος, «εὐάρεστος γενόμενος τῶ Θεῶ», τελειώθηκε μαρτυρικά περί τό ἔτος 105 ἤ 109, κατά τόν διωγμό τοῦ Τραϊανοῦ. Χαρακτηρίσθηκε σοφός καί ζηλωτής καί ἀγνωνίσθηκε τόσο κατά τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν τῆς Ἐκκλησίας (διωγμῶν τῶν Ρωμαίων) ὅσο καί ἐσωτερικῶν (αἱρέσεων, σχισμάτων, ἀταξίας, κ.λ.π.). Τόν διαδέχθηκε ὁ Πάπας Ἀλέξανδρος Α᾿.
Κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 26η Ὀκτωβρίου.


Ἱερομάρτυρας Τελεσφόρος ὁ Ταραντινός (117 – + 136)
Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, γεννήθηκε στόν Τάραντα τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος (νότια Ἰταλία) καί ἀρχικά διῆγε ἀναχωρητικό βίο στίς ἐρημικές περιοχές τῆς πατρίδας του (γιά τόν λόγο αὐτό τιμᾶται ἰδιαίτερα ἀπό τό Ρωμαιοκαθολικό Μοναστικό Τάγμα τῶν Καρμηλιτῶν). Ἀπό τήν πατρίδα του ἦρθε στή Ρώμη στίς ἀρχές τοῦ 2ου αἰ. γιά νά κηρύξει τόν Χριστιανισμό. Δέν εἶναι γνωστό κάτω ἀπό ποιές συνθῆκες ἀναδείχθηκε Πάπας τό 117, ἀρχιεράτευσε πάντως κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἀδριανοῦ (117 – 138), διαδεχόμενος τόν Σίξτο Α’.
Ὡς Πάπας καθόρισε διατάξεις πού ἀφοροῦν τήν νηστεία τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς καί ὅρισε νά ψάλλεται ἡ Μεγάλη Δοξολογία κατά τήν Θεία Λειτουργία, στήν ὁποία πρόσθεσε περισσότερες συναπτές δεήσεις. Ἀγωνίσθηκε παράλληλα καί κατά τῶν αἱρέσεων καί ἑτεροδιδασκαλιῶν.
Τελειώθηκε μαρτυρικά περί τό 136. Γιά τό μαρτύριό του γράφουν ὁ ἅγ. Εἰρηναῖος Ἐπίσκοπος Λουγδούνου (Κατά τῶν αἱρέσεων, Γ’ 3 – 3) καί ὁ Ἱστορικός Εὐσέβιος ("Ἐκκλησιαστική Ἱστορία" Δ’ 10, Ε’ 6 – 4).
Κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 5η Ἰανουαρίου, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τόν τιμᾶ τήν 22α Φεβρουαρίου.

Ἱερομάρτυρας Ὑγῖνος ὁ Ἀθηναῖος (136 – 140 ἤ 138 – 142)
Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, γεννήθηκε στήν Ἀθήνα καί ἦταν γιός φιλοσόφου καί φιλόσοφος ὁ ἴδιος. Σύμφωνα μέ μία ἐκδοχή διαδέχθηκε στόν Παπικό Θρόνο τόν Ἱερομάρτυρα Τελεσφόρο τό 136 καί ἀρχιεράτευσε μέχρι τό 140. Κατά τόν Ἱστορικό Εὐσέβειο ἡ ἀρχιερατεία του τοποθετεῖται μεταξύ τοῦ 138 καί 142. Τό βέβαιο πάντως εἶναι ὅτι ἀρχιεράτευσε κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἀντωνίου Πίου (138 – 161).
Στόν Πάπα Ὑγῖνο ἀποδίδονται ἀρκετές λατρευτικές καί διοικητικές καθιερώσεις, ὅπως ἡ θεσμοθέτηση τοῦ ἀναδόχου στό βάπτισμα τῶν κατηχουμένων, ὁ καθαγιασμός τῶν ναῶν καί ὁ προσδιορισμός τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὀφφικίων. Ἀκόμη, ἀπό τόν Ὑγῖνο ἐπιβεβαιώθηκε, ὅτι ἡ πληρότητα τῆς Ἱερωσύνης ὑπάρχει μόνο στούς Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι «ἑνωμένοι μέ τόν Πάπα καί μαζί μέ τόν Πάπα ἀποτελοῦν τήν διδάσκουσα Ἐκκλησία» (Νικηφ. Βιδάλη, «Οἱ Ρωμαῖοι Ποντίφικες καί τό ἔργο τους», σελ. 57).
Ἄν καί ἡ μακρά βασιλεία τοῦ Ἀντωνίου Πίου χαρακτηρίζεται σάν περίοδος εἰρήνης καί ἠσυχίας καί δέν ἔγιναν διωγμοί κατά τῶν Χριστιανῶν, ὁ Πάπας Ὑγῖνος μνημονεύται ἀπό τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο σάν Μάρτυρας καί τιμᾶται τήν 11η Ἰανουαρίου.

Ἱερομάρτυρας Ἐλευθέριος (175 - + 189)
Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, γεννήθηκε στή Νικόπολη τῆς Ἠπείρου ἤ σύμφωνα μέ ἄλλη πηγή στήν Καλαβρία τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας (νότια Ἰταλία). Ὁ Πάπας ἅγ. Κλήμης Α’ στήν πρός Κορινθίους ἐπιστολή του ἀναφέρει, ὅτι ἦταν Διάκονος τοῦ Πάπα Ἀνικήτου. Ἀκόμη, κατά τήν ἀρχιερατεία τοῦ προκατόχου του Πάπα Σωτῆρος (166 – 175), κατεῖχε κάποιο ἐκκλησιαστικό ἀξίωμα στή Ρωμαϊκή Ἐκκλησία.
Ὁ Πάπας Ἐλευθέριος ἀρχιεράτευσε κατά τήν αὐτοκρατορία τοῦ Μάρκου Αὐρηλίου (168 – 180) καί τοῦ γιοῦ του Κόμμοδου (180 – 192). Σέ ἀντίθεση μέ τόν διωγμό τοῦ πατέρα του ὁ Κόμμοδος τήρησε ἀνεκτική στάση καί ἔτσι ὁ Χριστιανισμός ἀναπτύχθηκε καί διαδόθηκε σέ ὅλες τίς τάξης τῆς Ρωμαϊκῆς κοινωνίας. Ὁ Ἱστορικός Εὐσέβειος γράφει σχετικά, ὅτι «ἡ κατάσταση τῶν Χριστιανῶν βελτιώθηκε καί – θείᾳ βουλήσει - ἡ εἰρήνη ἐπεκτάθηκε σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες τῆς Αὐτοκρατορίας» (Εὐσεβίου, «Ἐκκλησιαστική Ἱστορία», Ε’ 21, 1).
Ὡς Πάπας ἀντιμετώπισε τήν αἵρεση τοῦ Μοντανισμοῦ. Ὁ Μοντανισμός ἐμφανίσθηκε ἀρχικά στή Φρυγία - περί τό 170 - καί εἶχε σάν στόχο τήν βελτίωση τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως, σταδιακά, ἄρχισαν νά διαφαίνονται αἱρετικά σημεῖα καί ἔτσι ὁ Πάπας Ἐλευθέριος ὑποχρεώθηκε νά ἐπέμβει. Κύριος ἀντίπαλος τοῦ Μοντανισμοῦ ἀναδείχθηκε ὁ ἅγ. Εἰρηναῖος Ἐπίσκοπος Λουγδούνου.
Δέν ὑπάρχει συμφωνία γιά τό ἔτος θανάτου του, τό πλέον βέβαιο πάντως εἶναι τό 189. Σύμφωνα μέ ἀρχαῖα Μαρτυρολόγια τελειώθηκε μαρτυρικά καί ἐνταφιάσθηκε στή Βασιλική τοῦ ἁγ. Πέτρου. Κατά τόν 16ο αἰ. τά Λείψανά του μεταφέρθηκαν στό Ναό τῆς ἁγ. Σουζάνας, ὅπου καί σήμερα φυλάσσονται.
Κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 26η Μαϊου.


Ἱερομάρτυρας Ἀντέρως (+ 235)
Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, χωρίς νά προσδιορίζεται ὁ τόπος καταγωγῆς του (κάποιες πηγές τόν θέλουν καταγόμενο ἀπό τήν κυρίως Ἑλλάδα καί κάποιες ἄλλες ἀπό τήν Μεγάλη Ἑλλάδα – νότια Ἰταλία, γιό κάποιου Ρωμύλου). Ποίμανε τήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης γιά διάστημα μόνον 43 ἡμερῶν καί τελειώθηκε μαρτυρικά. Διαδέχθηκε τόν Ἱερομάρτυρα Πάπα Ποντιανό (230 - + 235), ὅταν ὁ τελευταῖος ἦταν ἐξόριστος στά μεταλλεία τῆς Σικελίας, μαζί μέ τόν ἀνταγωνιστή του Ἱππόλυτο. Ὡς Πάπας τέλεσε μία μόνο Λειτουργία, κατά τήν ὁποία χειροτόνησε ἕναν Ἐπίσκοπο.
Δέν ὑπάρχουν ἀκριβεῖς πληροφορίες γιά τίς συνθῆκες καί τήν ἡμερομηνία τοῦ μαρτυρίου του, πάντως κατά τό Ποντιφικό Ἡμερολόγιο μαρτύρησε ἀπό τόν Ἔπαρχο Μάξιμο, κατά τόν διωγμό τοῦ Μαξιμίνου τοῦ Θρακός. Ἐνταφιάσθηκε στήν κατακόμβη τοῦ ἁγ. Καλλίστου καί εἶναι ὁ πρῶτος πού τά λείψανά του τοποθετήθηκαν στή λεγόμενη Κρύπτη τῶν Παπῶν, τόν 3ο αἰ. Τό 1854 βρέθηκε ὁ τάφος του καί ἡ ἐπιτύμβια πλάκα του στήν ὁποία γράφεται «Ἀντέρως ἐπί…», δηλαδή «Ἀντέρως Ἐπίσκοπος».
Κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 3η Ἰανουαρίου.


Ἱερομάρτυρας Σίξτος ὁ Ἀθηναῖος (+ 258)
Ἕλληνας φιλόσοφος ἀπό τήν Ἀθήνα, ἀρχιεράτευσε μόνο ἕνα χρόνο, κατά τήν βασιλεία τοῦ Βαλεριανοῦ, τοῦ ὁποίου ἀντιμετώπισε τόν φοβερό διωγμό (διάταγμα Αὐγούστου 257, μέ τό ὁποῖο ἡ Χριστιανική θρησκεία θεωρήθηκε παράνομη. Βλ. σχετικά Εὐσεβίου, «Ἐκκλη-σιαστική Ἱστορία», 7, 10). Μεταξύ τῶν θυμάτων τοῦ διωγμοῦ αὐτοῦ ἦταν ὁ ἅγ. Κυπριανός Ἐπίσκοπος Καρχηδῶνος καί ὁ ἅγ. Λαυρέντιος, Ἀρχιδιάκονος τοῦ μνημονευομένου Πάπα Σίξτου.
Ὡς Πάπας ὁ Σίξτος πέτυχε τήν ἀποκατάσταση σχέσεων μεταξύ τῶν Ἀφρικανικῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν λοιπόν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποίες εἶχαν διαταραχθεῖ μέ ἀφορμή τό βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν. Ὅταν κατά τόν διωγμό ἀπαγορεύτηκαν τά χριστιανικά κοιμητήρια, μετέφερε τά Λείψανα τῶν ἁγ. Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου στήν Κατακόμβη τοῦ ἁγ. Σεβαστιανοῦ.
Ὁ Πάπας Σίξτος μαρτύρησε λίγες ἡμέρες πρίν τό μαρτύριο τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ. Συνελήφθη στίς κατακόμβες ἐνῶ τελοῦσε τήν Θεία Λειτουργία καί ἀποκεφαλίσθηκε μαζί μέ 4 Ἱερεῖς καί 2 Διακόνους, τήν 6η Αὐγούστου 258, ἡμέρα κατά τήν ὁποία τιμᾶται ἡ μνήμη του.

Ἅγιος Εὐσέβιος (309 ἤ 310)
Ἕλληνας στήν καταγωγή, χωρίς νά σώζονται ἰδιαίτερες πληροφορίες γιά τήν καταγωγή του, ἀρχιεράτευσε γιά διάστημα μόλις 4 μηνῶν, κατά τήν βασιλεία τοῦ Λικινίου καί τοῦ Μαξεντίου.
Τό κύριο θέμα πού ἀντιμετώπισε ὡς Πάπας ἦταν ὁ τρόπος ἐπανόδου στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας τῶν «πεπτωκότων – lapsi», τῶν Χριστιανῶν ἐκείνων – δηλαδή - πού εἶχαν ἀρνηθεῖ τήν πίστι τους μπροστά στό φόβο τῶν βασανιστηρίων καί τοῦ θανάτου. Στήν ἐποχή τοῦ Πάπα Εὐσεβίου κάποιος Ἡράκλειος, ἀρχηγός μιᾶς κινήσεως μέσα στήν Ἐκκλησία, δίδασκε ὅτι οἱ «πεπτωκότες» μποροῦσαν νά ἐπανέλθουν στήν Ἐκκλησία χωρίς τήν προβλεπομένη μετάνοια. Στή διδασκαλία αὐτή ὁ Πάπας Εὐσέβιος ἀντιτάχθηκε σθεναρά, μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργηθοῦν ταραχές, σέ σημεῖο ὥστε ὁ Αὐτοκράτορας Μαξέντιος νά ἐξορίσει καί τούς δύο ἀντιπάλους στή Σικελία. Ἐκεῖ ὁ Πάπας Εὐσέβιος ἀπεβίωσε. Ἀργότερα τό σῶμα του μεταφέρθηκε στήν Κατακόμβη τοῦ ἁγ. Καλλίστου καί ὁ Πάπας Δάμασος ἔγραψε ἕνα ποίημα στή μνήμη του, τό ὁποῖο χαράχθηκε στήν ἐπιτύμβια πλάκα του.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 26η Σεπτεμβρίου, ἡμέρα ἀνακομιδῆς τῶν Λειψάνων του.

Ἅγιος Ζώσιμος ὁ Καππαδόκης (417 – 418)
Ἑλληνικῆς καταγωγῆς ἀπό τήν Καππαδοκία, διαδέχθηκε τόν Πάπα Ἰννοκέντιο Α’ τήν 18. 3. 417. Ἀρχιεράτευσε κατά τήν βασιλεία τοῦ Ὀνωρίου.
Ὡς ἄνθρωπος χαρακτηρίζεται καλός, αὐστηρῶν ἠθῶν, ἀλλά ἀδύνατου χαρακτῆρα, μέ ἀποτέλεσμα νά δείχνει συγκαταβατικότητα πρός ἀνθρώπους ὕποπτων προθέσεων (ὅπως τόν Ἐπίσκοπο Ἀρελάτης Πάτροκλο, ὁ ὁποῖος προσπαθοῦσε νά ἀναδείξει τήν ἕδρα του σέ ὑπερ-μητρόπολη, σέ βάρος τῶν λοιπῶν Ἐπισκόπων τῆς Γαλατίας).
Ὡς Πάπας ἀντιμετώπισε τήν αἵρεση τοῦ Πελαγιανισμοῦ (ἐπικυρώνοντας τίς κατα-δικαστικές ἀποφάσεις τῶν Συνόδων τῆς Καρθαγένης καί τῆς Μιλέβης), διεκδίκησε ἀπό τούς Ἐπισκόπους τῆς Ἀφρικῆς τά δικαιώματα τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, ὅπως «καί τό δικαίωμα προσφυγῆς στόν Ρωμαῖο Ποντίφικα, προσβάλλοντας τοπικές ἐκκλησιαστικές ἀποφάσεις, διευκρινίζοντας μάλιστα ὅτι αὐτό τό δικαίωμα δέν περιορίζεται μόνον στούς Ἐπισκόπους, ἀλλά ἐπεκτείνεται σέ ὅλους τούς Κληρικούς, ἀκόμη καί στούς λαϊκούς» (Νικ. Βιδάλη αὐτ. σελ. 94). Ἀγωνίσθηκε ἀκόμη γιά τήν πειθαρχία τοῦ Κλήρου καί τήν κατάργηση τῆς δουλείας.
Ἀπεβίωσε τό 418 καί ἐνταφιάσθηκε στή Βασιλική τοῦ ἁγ. Λαυρεντίου. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 26η Δεκεμβρίου.

Θεόδωρος Α’ ὁ Ἱεροσολυμίτης (642 – + 649)
Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, γεννήθηκε στά Ἱεροσόλυμα. Διαδέχθηκε τό Πάπα Ἰωάννη Α’ τό 642. Ἀρχιεράτευσε μέχρι τό 649, κατά τήν βασιλεία τοῦ Κωνσταντίνου Γ’ (641 – 668).
Σχετικά μέ τήν ἐκλογή του ἐπικρατοῦν δύο ἀπόψεις. Σύμφωνα μέ τήν πρώτη ἡ ἐκλογή του ὑποστηρίχθηκε ἀπό τήν ΚΠολη καί τούς Βυζαντινούς κύκλους τῆς Ραβέννας, μέ σκοπό τήν ὑποστήριξη τοῦ Μονοθελητισμοῦ. Κατά τήν δεύτερη, ἡ ἄνοδός του ὑποστηρίχθηκε ἀπό κύκλους τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, διότι θεωρήθηκε ἱκανός νά χειριστεῖ τήν αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ.
Ἀντιμετωπίζοντας τήν αἵρεση ὑποχρέωσε τόν Πατριάρχη ΚΠόλεως Πῦρρο πού βρισκόταν στή Ρώμη νά ὁμολογήσει τήν Ὀρθόδοξη Πίστη, ἐπιστρέφοντας ὅμως ὁ Πῦρρος στή Ράβεννα, ἐπανῆλθε στήν αἵρεση, ὁπότε ὁ Πάπας Θεόδωρος συγκάλεσε Σύνοδο καί τόν καταδίκασε, ὅπως ἀργότερα καί τόν διάδοχό του στό Θρόνο τῆς ΚΠόλεως Πατριάρχη Παῦλο. Μάλιστα ἀναφέρεται, ὅτι ἡ καταδικαστική ἀπόφαση γράφτηκε μέ μελάνι, μέσα στό ὁποῖο ἔσταξε Θεία Κοινωνία!!!
Πέραν τῆς ὑπερασπίσεως τῆς Ὀρθοδοξίας, τό ἔργο του ἀφορᾶ στήν ἀνέγερση πολλῶν ναῶν (λ.χ. ἐγκαινίασε τόν ναό τοῦ ἁγ. Βαλεντίνου στή Φλαμινία ὁδό), στή δημιουργία προσκυνημάτων καί στήν προστασία τῶν πτωχῶν.
Ἀπεβίωσε τήν 14η Μαϊου 649 καί ἐνταφιάσθηκε στή Βασιλική τοῦ ἁγ. Πέτρου.

Ἰωάννης Στ’ (701 – + 705)
Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, πιθανῶς ἀπό τήν Ἔφεσσο, διαδέχθηκε τό 701 τόν Πάπα Σέργιο Α’. Ἀρχιεράτευσε κατά τήν βασιλεία τοῦ Τιβερίου Γ’.
Ὡς Πάπας χαρακτηρίζεται συνετός καί εἰρηνοποιός. Ἀντιμετώπισε μέ σύνεση τίς αὐθαιρεσίες τῶν Βυζαντινῶν διοικητῶν τῆς Ραβέννας καί τήν εἰσβολή τῶν Λομβαρδῶν στήν Ἰταλία.
Ἀπεβίωσε τήν 11η Ἰανουαρίου 705 καί ἐνταφιάσθηκε στή Βασιλική τοῦ ἁγ. Πέτρου.

Ἰωάννης Ζ’ ὁ Καλαβρός (705 – + 707)
Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, γεννήθηκε στήν Καλαβρία τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας (νότια Ἰταλία). Ὁ πατέρας του Πλάτων ἦταν Αὐτοκρατορικός Διαχειριστής στή Ρώμη καί ὁ Ἰωάννης κατεῖχε ὑψηλή θέση κοντά στόν πατέρα του καί ἦταν ὑπεύθυνος γιά τήν ἐκκλη-σιαστική περιουσία. Κατεῖχε ὑψηλή μόρφωση καί διακρινόταν γιά τήν εὐγλωτία του.
Ἀρχιεράτευσε κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἰουστιανιανοῦ Β’ τοῦ Ρηνότμητου, μέ τόν ὁποῖο διατήρησε καλές σχέσεις, παρά τόν βίαιο χαρακτήρα τοῦ Αὐτοκράτορα. Ἀκόμη, πέτυχε τήν ἐπιστροφή ἐδαφῶν στή Λομβαρδία πού εἶχαν κατακτηθεῖ ἀπό τούς Λομβαρδούς τοῦ Ἀριπέτρου Β’.
Σημαντικό ἐπίσης ἦταν καί τό κτητορικό του ἔργο (λ.χ. ἀνοικοδόμησε τό Ἀββαεῖο τοῦ Σουμπιάκο πού εἶχαν καταστρέψει οἱ Λομβαρδοί, τό 601). Θιασώτης τῶν Καλῶν Τεχνῶν, ἄφησε στήν παλαιά Βασιλική τοῦ ἁγ. Πέτρου ἕνα ἐξαιρετικό ζωγραφικό ἔργο τοῦ 8ου αἰ. πού ἀπεικονίζει τά Θεοφάνεια (τό 1639, μέ τήν ἀνέγερση τοῦ σημερινοῦ ναοῦ, ἕνα τμῆμα τοῦ ἔργου μεταφέρθηκε στό ναό τῆς Παναγίας «in Cosmedin», ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται.
Ἀπεβίωσε τήν 18η Ὀκτωβρίου 707 καί ἐνταφιάσθηκε στή Βασιλική τοῦ ἁγ. Πέτρου.

Ἅγιος Ζαχαρίας ὁ Καλαβρός (741 – 752)
Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, γιός τοῦ στρατιωτικοῦ Πολυχρονίου ἀπό τήν Καλαβρία, διακρίθηκε γιά τά χαρίσματά του μεταξύ τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κλήρου. Τό Ποντιφικό Ἡμερο-λόγιο τόν περιγράφει σάν «ἄνθρωπο γεμάτο ἁπλότητα καί γλυκύτητα, προικισμένο μέ κάθε καλωσύνη». Ποίμανε τήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης κατά τήν βασιλεία Κωνσταντίνου Ε’ τοῦ Κοπρώνυμου (741 – 775), κατά τήν θλιβερή περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι λόγῳ τῶν διωγμῶν στήν Ἀνατολή, περίπου 50.000 Μοναχοί διέφυγαν στή Ρώμη καί γενικώτερα στή Δύση!
Ἐξαίρετως διπλωμάτης ὁ Πάπας Ζαχαρίας, ἐγκαινίασε φιλικές σχέσεις μέ τόν Λομβαρδό κατακτητή τῆς Ἰταλίας Λιουτπράνδο καί ἔτσι πέτυχε τήν ἐπιστροφή πολλῶν κτήσεων στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Στίς διαπραγματεύσεις μαζί του πέτυχε ἀφ’ ἑνός μέν τήν σύναψη εἰρήνης τοῦ τελευταίου μέ τό Δουκάτο τῆς Ρώμης, ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν μή ἐπίθεση τῶν Λομβαρδῶν κατά τοῦ Βυζαντινοῦ Ἐξαρχάτου τῆς Ραβέννας. Ἀκόμη, στή διαμάχη μεταξύ τῶν Φράγκων Ἡγεμόνων Χιλδερίκου καί Πιπίνου τοῦ Βραχέως, ὑποστήριξε τόν δεύτερο, ὁ ὁποῖος καί στέφθηκε Βασιλιᾶς τῶν Φράγκων τό 751, ἀπό τόν ἐκπρόσωπο τοῦ Πάπα Ζαχαρία ἅγ. Βονιφάτιο, τόν Ἱεραπόστολο τῆς Γερμανίας.
«Μέ τήν ἐνέργειά του αὐτή – σημειώνει ὁ Νικ. Βιδάλης - ὁ Πάπας Ζαχαρίας ἐγκαινίαζε τό δικαίωμα τά στέφει καί νά καθαιρεῖ τούς κοσμικούς Ἄρχοντες, οἱ δέ Φράγκοι θεώρησαν τήν ἀπόφαση τοῦ Πάπα ἱερή» (αὐτ. σελ. 160).
Ὁ Πάπας Ζαχαρίας μετέφρασε στά Ἑλληνικά ἀπό τά Λατινικά τούς τέσσερεις Διαλόγους τοῦ Πάπα ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Μεγάλου (590 – 604).
Ὡς Πάπας ὑπῆρξε ἐξαιρετικά ἐλεήμων καί ἐξωράϊσε πολλούς ναούς τῆς Ρώμης, καθώς καί τό Παπικό Ἀνάκτορο τοῦ Λατερανοῦ.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 22α Μαρτίου 752 καί ἐνταφιάσθηκε στή Βασιλική τοῦ ἁγ. Πέτρου. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 15η Μαρτίου.