Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ


Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Δημοσιεύθηκε σε 4 συνέχειες στην εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» στις 22.2, 29.2, 7.3 και 14.3.08.

Μεταμόσχευση είναι μια ιατρική πράξη, κατά την οποίαν αφαιρείται τμήμα ενός οργανισμού (ζωντανών κυττάρων, ιστών ή οργάνων, το οποίο εμφυτεύεται σε άλλη θέση του σώματος του ιδίου ή άλλου ατόμου. Μη ζώντα όργανα (πτωματικά), όπως ορισμένοι ιστοί (οστό, χόνδρος, τένοντας, περιτονία, αρτηρία, καρδιακή βαλβίδα, κερατοειδής) μπορούν να μεταμοσχευθούν σε ζώντες οργανισμούς. Μοσχεύματα ιστών δύνανται να είναι: το δέρμα (ως αυτομόσχευμα), ο κερατοειδής (μέχρι 12 ώρες από το θάνατο), αιμοφόρα αγγεία (ως αυτομόσχευμα), καρδιακές βαλβίδες (και από νεκρό δότη), οστά και περιτονίες (και από νεκρό δότη), νεύρα, μυελός οστών και αίμα. Μοσχεύματα οργάνων δύνανται να είναι: νεφροί, καρδιά, ήπαρ, πνεύμονες, πάγκρεας (όλα από ζώντα οργανισμό). Επομένως, για να μεταμοσχευθούν αυτά τα όργανα από έναν οργανισμό σε άλλον οργανισμό, θα πρέπει ο δότης να είναι ζων οργανισμός.
Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να ξεκαθαριστεί η έννοια του θανάτου, ώστε να διευκρινιστεί, ποιος είναι νεκρός και ποιος είναι ζωντανός από άποψη Βιολογική, Ιατρική, Φιλοσοφική, Θεολογική και Νομική. Έτσι, για την Βιολογία, ως θάνατος χαρακτηρίζεται η οριστική παύση όλων των λειτουργιών, που χαρακτηρίζουν την ζωή σ’ έναν άνθρωπο. Από Ιατρικής πλευράς, θάνατος ενός ανθρώπου θεωρείται η οριστική και μη αναστρέψιμη παύση της καρδιοαναπνευστικής λειτουργίας, χαρακτηριζόμενος ως κλινικός θάνατος, ενώ πρόσφατα δημιουργήθηκε και μια άλλη έννοια, αυτή του εγκεφαλικού θανάτου, όπου θεωρείται κατά τεκμήριο, η σε κάποιο χρονικό διάστημα επέλευση της παύσης και της καρδιοαναπνευστικής λειτουργίας. Από Φιλοσοφικής πλευράς, θάνατος θεωρείται το τέλος της ζωής του ανθρώπου, από δε Νομικής πλευράς θεωρείται ένα φυσικό γεγονός, που προσδιορίζει μοναδικά την λήξη μιας προσωπικότητας, μιας και το πρόσωπο αρχίζει να υπάρχει μόλις γεννηθεί ζωντανό και παύει να υπάρχει με το θάνατό του.
Τέλος, από Θεολογικής πλευράς, η διδασκαλία της Εκκλησίας διακρίνει τρεις μορφές θανάτου: τον σωματικό, τον πνευματικό και τον αιώνιο.
Δια του σωματικού θανάτου, δηλώνεται ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα (που αποκαλείται κοίμηση), το οποίο παύει να υφίσταται βιολογικά ως ζωντανός οργανισμός.
Δια του πνευματικού θανάτου, νοείται ο χωρισμός του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής ολότητας από το Θεό.
Αιώνιος θάνατος, είναι η ατελεύτητη, οριστική και πλήρης αποξένωση του ανθρώπου από τον Θεό, μετά την Δευτέρα Παρουσία και κρίση του Κυρίου, του ανθρώπου που δεν έζησε «εν Χριστώ» και «κατά Χριστόν», κατά την βιολογική του ζωή επί της γης. Ο θάνατος αυτός θεωρείται συνέχεια του πνευματικού θανάτου.
Επειδή δε η ψυχή είναι το ανώτερο, πολυτιμότερο και συγγενέστερο προς το Θεό στοιχείο του διφυούς ανθρώπου (σώμα-ψυχή), γι’ αυτό και είναι εκείνη στην οποία κατ’ εξοχήν αναφέρεται ο πνευματικός θάνατος. Η ψυχή όμως είναι στενά συνδεδεμένη με το σώμα του ανθρώπου και επομένως ο χωρισμός της ανθρώπινης ψυχής από το Θεό αναφέρεται και στο σώμα του ανθρώπου, η δε ψυχή είναι εκείνη που δίνει βιολογική ζωή στο σώμα και άνευ αυτής δεν υπάρχει τέτοια ζωή. Έτσι, με τον φυσικό θάνατο, το βιολογικό σώμα πεθαίνει και φθείρεται, ενώ η ψυχή παραμένει αθάνατη κατά χάριν, με την Δευτέρα Παρουσία δε, επανακτά το αναστημένο της σώμα. Όσον αφορά δε την ψυχή, αυτή θεωρείται ζωντανή, όταν είναι σε επαφή με τον Θεό και νεκρή, όταν δεν έχει καμία επαφή με Αυτόν.
Εξετάζοντας το θέμα των μεταμοσχεύσεων από Δογματικής και Πατερικής πλευράς, σκόπιμο είναι να παραθέσουμε κάποιες έννοιες, σύμφωνες με την Αγιογραφική και Αγιοπατερική Παράδοση. Έτσι, προσδιορίζεται πρωτίστως η έννοια του ανθρώπου και του προσώπου. Η προέλευση της λέξης άνθρωπος είναι αβέβαιης ετυμολογίας, παρά το πλήθος των υποθέσεων που αναφέρονται στην προέλευσή της. Η πλέον αποδεκτή είναι από το ουσιαστικό «ανήρ» και το ουσιαστικό «ωψ» του «ωπός» που σημαίνει πρόσωπο. Έτσι ο τύπος ανδρ-ωπός, δηλ. αυτός που έχει ανδρική όψη, μετατρέπεται σε άνθρωπος από υστερογενή δάσυνση του «δ» σε «θ».
Οι Πατέρες, όταν μιλούν για την κορωνίδα της Δημιουργίας, το τελειότερο έργο του Θεού, το αποκαλούν άνθρωπο. Ο αποκαλούμενος άνθρωπος δεν νοείται απλώς με την βιολογική του υπόσταση, αλλά με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα του. Ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει «άνθρωπος γαρ εστίν, ουχ όστις απλώς χείρας και πόδας έχει ανθρώπου, ουδ’ όστις εστι λογικός μόνον, αλλ’ όστις ευσέβειαν και αρετήν μετά παρρησίας ασκεί» (PG 46. 232). Δεν φθάνει να γεννηθεί κάποιος βιολογικά για να ονομασθεί άνθρωπος, αλλά πρέπει να έχει μέσα του και το Άγιο Πνεύμα. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί όποια σχέση υπάρχει μεταξύ ψυχής και σώματος, τέτοια σχέση υπάρχει μεταξύ της ψυχής και του Αγίου Πνεύματος. Έτσι ζωντανός και πραγματικός άνθρωπος είναι εκείνος που «χαριτώνεται» από την Χάρη του Θεού. Διαφορετικά, είναι μεν άνθρωπος (εν δυνάμει), αλλά είναι νεκρός για το Θεό και κυριαρχούμενος από διάφορα πάθη, μοιάζει με τα ζώα.
Από την άλλη, στην έννοια του προσώπου εισέρχεται και η έννοια της σχέσης Θεού και ανθρώπου. Ο Θεός δίνοντας (εμφυσόντας) στον άνθρωπο το Πνεύμα το Άγιο, δημιούργησε μαζί του μια προσωπική σχέση. Και αυτό ήταν που έκανε τον Αδάμ «το πρώτο πρόσωπο» της ανθρώπινης φύσης και την αιτία της υπόστασής του. Μια συσχέτιση μεταξύ του ανθρώπου και του προσώπου φαίνεται αμυδρά και σε ορισμένα χωρία της Αγίας Γραφής. Ο απ. Παύλος, μιλώντας για την ένωση και κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό, χρησιμοποιεί την έκφραση «πρόσωπον προς πρόσωπον». Λέγει: «βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον» (Κορ. Α΄ 13. 12). Το χωρίο αυτό αναφέρεται στη νοερά προσευχή, δηλ. στο φωτισμό του νου («δι’ εσόπτρου εν αινίγματι») και την θέωση, δηλ. την θέα του Θεού («πρόσωπον προς πρόσωπον»), οπότε μπορεί να κατανοηθεί, ότι ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως πρόσωπο, όταν ενωθεί με τον Θεό με την θέωση και στην κατάσταση της θέωσης. Αυτός άλλωστε είναι ο πραγματικός άνθρωπος. Σήμερα χρησιμοποιείται κατά κόρον ο όρος «πρόσωπο» και «προσωπικότητα» για τον άνθρωπο, στην Ορθόδοξη όμως διδασκαλία πιστεύουμε, ότι η οντολογία του ανθρώπου βρίσκεται στο Αρχέτυπό του, στο Θεό που τον δημιούργησε, αφού ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα του Θεού πλασμένος. Έτσι, η βιολογική ύπαρξη δεν εξαντλεί τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος κατανοείται οντολογικά από τους Πατέρες μόνον ως ον θεολογικό. Η οντολογία του είναι «εικονική».
Ως προς το διφυές του ανθρώπου, τονίσθηκε η συνύπαρξη σ’ αυτόν ενός υλικού και ορατού μέρους, του σώματος, και ενός υλικού και αοράτου μέρους, της ψυχής. Ειδικά περί της ψυχής αναφέρεται, ότι ψυχή ονομάζεται κάθε τι το ζωντανό, κάθε τι που έχει ζωή, στη Γραφή δε υπονοείται συνήθως ο άνθρωπος και δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο η ζωή εκδηλώνεται στον άνθρωπο. Ψυχή όμως είναι και η ζωή που υπάρχει σε κάθε κτίσμα, όπως ζώα, φυτά, αλλά βεβαίως και στο υπέρτατο κτίσμα, τον άνθρωπο, ειδικά δε για τον άνθρωπο εκτός της σημασίας της ως ζωής, εκφράζει και το πνευματικό στοιχείο της ύπαρξής του, σε αντίθεση με το υλικό στοιχείο του που είναι το σώμα. Και τα δυο δε μαζί (σώμα + ψυχή) αποτελούν την λεγόμενη σάρκα, όπως σαφώς το καθορίζει ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιό του, για την ενσάρκωση του Λόγου: "Και ο Λόγος σάρξ εγένετο ..." (Ιω. 1.14), ο προϋπάρχων Λόγος έλαβε σάρκα, δηλ. έλαβε σώμα και ψυχή. Τονίζεται εδώ, ότι τόσο το σώμα, όσον και η ψυχή είναι κτίσματα και αποτελούν ιδιοκτησία του Θεού.
Το κέντρο του σώματος είναι ο εγκέφαλος και το κέντρο του εγκεφάλου, η λογική. Τα νοήματα και ρήματα του κόσμου, μέσω της λογικής εγκαθίστανται στον εγκέφαλο, ο οποίος έχει τις παραστάσεις του περιβάλλοντος το σώμα χώρου. Το κέντρο της ψυχής είναι η καρδιά (όχι απαραίτητα το σωματικό όργανο) και το κέντρο της καρδιάς, ο νους. Η ενέργεια του νου, εντός της καρδιάς στροβιλίζεται μέσα της με την προσευχή (καρδιακή προσευχή), οπότε στο νου εγκαθίσταται το Πνεύμα το Άγιο. Επομένως, το σώμα, ο εγκέφαλος και η λογική έχουν να κάνουν με τον έξω κόσμο, ενώ η ψυχή, η καρδιά και ο νους έχουν να κάνουν με τον Θεό. Σε γενικές γραμμές το σώμα ενεργεί τις εντολές της ψυχής, οπότε η ψυχή είναι ο εντολέας των ενεργειών του ανθρώπου και το σώμα ο εντολοδόχος.
Οι ενέργειες του ανθρώπου κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες: Στις κατά φύσιν ενέργειες, στις παραφύσιν και τις υπερφύσιν. Αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι γνωστό και επαναλαμβάνεται εδώ, ότι η ψυχή έχει κέντρο την καρδιά, η οποία με την σειρά της έχει κέντρο τον νου. Μέσα στην καρδιά η ενέργεια του νου (η νοερή ενέργεια) στροβιλίζεται κυκλικά προσευχόμενη (νοερή προσευχή) και σε επαφή με νοήματα προερχόμενα από τη Χάρη του Θεού. Παρομοίως το σώμα έχει κέντρο τον εγκέφαλο, ο οποίος έχει κέντρο τη λογική. Ο εγκέφαλος μέσω της λογικής προσλαμβάνει τα νοήματα του περιβάλλοντος χώρου (του κόσμου δηλαδή) και τα καθιστά δικά του νοήματα μεταφέροντας όλα τα πάθη του κόσμου στον εγκέφαλο. Εάν δεν υπάρξει σύζευξη των νοημάτων του εγκεφάλου (δηλ. του κόσμου) με τα νοήματα της νοερής ενέργειας (δηλ. της Θεότητας), τότε δεν υπάρχει ασθένεια, τότε έχουμε κατά φύσιν ενέργειες του ανθρώπου, τότε ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως φωτισμένος. Όταν όμως υπάρχει ασθένεια, τότε η νοερή ενέργεια της καρδιάς δεν στροβιλίζεται κυκλικώς, αλλά ξεδιπλώνεται ελλειψοειδώς και έρχεται σε επαφή με τα νοήματα του εγκεφάλου, οπότε επισυμβαίνει βραχυκύκλωμα μεταξύ του νου (του κέντρου της καρδιάς) και της λογικής (του κέντρου του εγκεφάλου) και έτσι τα νοήματα του εγκεφάλου που προέρχονται από τον κόσμο γίνονται νοήματα της νοερής ενέργειας της καρδιάς, η οποία παύει πλέον να δέχεται ενέργεια από την Χάρη του Θεού. Έτσι η ασθενούσα πλέον ψυχή αποξενώνεται από τον Θεό και γίνεται δούλη του περιβάλλοντος αυτήν κόσμου. Αποτέλεσμα είναι να συγχέει νοήματα προερχόμενα από τον περιβάλλοντα κόσμο με τον Θεό ή τους θεούς της, με τελική κατάληξη την νέκρωση και τον θάνατό της. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι ενέργειες του ανθρώπου χαρακτηρίζονται ως παρά φύσιν ενέργειες και ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως ασθενής. Αν αντιθέτως, το βραχυκύκλωμα μεταξύ του νου και της λογικής οδηγήσει, ώστε τα νοήματα της νοερής ενέργειας της καρδιάς να γίνουν και νοήματα του εγκεφάλου, τότε η ενέργεια από τη Χάρη του Θεού εκχύνεται στον περιβάλλοντα κόσμο, οπότε οι ενέργειες του ανθρώπου χαρακτηρίζονται ως υπερφύσιν και ο άνθρωπος εκπέμπει αγιότητα.
Την αξία του ανθρωπίνου σώματος, αυτού του εργαλείου της ψυχής, την κατανοούμε τέλεια στο περίφημο χωρίο της Θ. Ευχαριστίας: «λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου. …. τούτο εστί το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον» (Μαρκ. 14. 23-24). Το παραπάνω χωρίο αποκαλύπτει, ότι τα ανθρώπινα όργανα είναι φορείς δυνάμεως του κατόχου τους, ο οποίος ό, τι είναι πνευματικά, είναι και σωματικά. Ο Χριστός κατά το Μυστικό Δείπνο καθόρισε την έννοια της δωρεάς. Η δωρεά θα πρέπει να είναι πνευματική και να αποσκοπεί στη σωτηρία. Θα πρέπει να δωρίζεται αυτό που θα προσκομίσει την αιωνιότητα και την λύτρωση και όχι αυτό που θα παρατείνει μια γήινη φθαρτότητα, που την χαρακτηρίζει ο θάνατος. Αυτό έκαναν οι Μάρτυρες, όταν προσέφεραν το σώμα τους ή τα όργανα τους (μάτια, χέρια, πόδια), για την αγάπη του Χριστού. Δεν τα προσέφεραν για να παρατείνουν την ζωή την δική τους ή άλλων στη φθαρτότητα του κόσμου τούτου, αλλά τα έδιναν για να αποκτήσουν την Βασιλεία των Ουρανών. Με αίμα υπογράφουν οι Μάρτυρες και η θυσία τους είναι η προσφορά τους για την αγάπη του Χριστού και με την προσφορά τους αυτή, την ώρα αυτή ταυτίζουν το πρόσωπό τους με εκείνο του Χριστού. Κάθε άλλη προσφορά αίματος, με σκοπό το «γάντζωμα» σ’ ένα κόσμο του αιώνος τούτου του απατεώνος, καμία σχέση δεν έχει με τα επουράνια. Όταν λοιπόν, η δωρεά οργάνων είναι απομονωμένη από την πνευματική προοπτική, καταντάει εγωισμός και επομένως η δωρεά οργάνων, η οποία διαφημίζεται ως πράξη ανθρωπισμού, είναι ένα μεγάλο βήμα στην εγωιστική τάση της σύγχρονης ιατρικής, να φτιάξει ένα υλικό σώμα απομονωμένο οντολογικά.
Όσον αφορά τον εντολέα του σώματος δηλ. την ψυχή, αυτή απαντάται μόνο στη Θεολογία και όχι στις άλλες επιστήμες, γι’ αυτό και αυτή δεν ανήκει στο πεδίον έρευνας της Ιατρικής και άλλων πρακτικών επιστημών, πλην της Φιλοσοφίας. Τα περί ψυχής αντιγράφουμε από τη Δογματική: Ψυχή ονομάζεται κάθε τι το ζωντανό, κάθε τι που έχει ζωή, στη Γραφή δε υπονοείται συνήθως ο άνθρωπος και δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο η ζωή εκδηλώνεται στον άνθρωπο. Και το μεν σώμα είναι υλικό, σύνθετο και φθαρτό, η δε ψυχή είναι «ουσία ζώσα, απλή, ασώματος, σωματικοίς οφθαλμοίς κατ’ οικείαν φύσιν αόρατος, λογική τε και νοερά, ασχημάτιστος….. αθάνατος» (άγιος Ι. Δαμασκηνός). Όσον αφορά την ψυχή, αυτή είναι διφυής, αποτελούμενη από την ουσία της, για την οποία δεν μπορεί να λεχθεί τίποτε και για τις ενέργειές της, οι οποίες είναι οι μόνες που γίνονται αντιληπτές.
Σχετικά με τον χρόνο της ένωσης της ψυχής μετά του σώματος, η Εκκλησία δέχεται, ότι και τα δυο δημιουργούνται συγχρόνως: «Άμα δε το σώμα και η ψυχή πέπλασται, ου το μεν πρώτον, το δε ύστερον» (Ι. Δαμασκηνός). Αυτό ισχύει για τη δημιουργία κάθε νέου ανθρώπου. Το σώμα και η ψυχή συνυπάρχουν «εξ άκρας συλλήψεως». Συνεπώς, το έμβρυο είναι πλήρης άνθρωπος, εκ σώματος και ψυχής και πριν τη δημιουργία της καρδιάς ή του εγκεφάλου ή οιουδήποτε άλλου οργάνου. Αυτό καταδεικνύει, ότι όχι μόνον ο εγκεφαλικός θάνατος, αλλά και η παντελής έλλειψη του εγκεφάλου δεν συνεπάγεται, ότι ο ευρισκόμενος στις καταστάσεις αυτές άνθρωπος παύει να είναι έμψυχο και ζωντανό ον.
Σχετικά με το που βρίσκεται και πως ενεργεί η ψυχή, οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν, ότι η ψυχή δεν εδρεύει σε συγκεκριμένο όργανο, αλλά ευρίσκεται σ’ όλα τα σημεία του σώματος, ζωοποιούσα και κινούσα τα μέλη αυτού (αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής του ανθρώπου, 12, PG 44, 156 CD), αλλά και: «η ψυχή συνέχουσα το σώμα, ω και εκτίσθη, πανταχού του σώματος εστίν, ουχ ως εν τόπω, ουδ’ ως περιεχομένη, αλλ’ ως συνέχουσά τε και περιέχουσα και ζωοποιούσα τούτο, κατ’ εικόνα και τούτ’ έχουσα Θεού» (άγιος Γρηγόριος Παλαμάς). Εάν η ψυχή περικλείετο αποκλειστικά σε κάποιο όργανο (ακόμη και την καρδιά), τότε με την παύση της λειτουργίας αυτού του οργάνου, θεωρητικά θα έπαυε και η ύπαρξή της. Γι’ αυτό και στην κλινική παρατήρηση, ο άνθρωπος βρίσκεται εν ζωή με ή χωρίς τις αισθήσεις του, όταν του έχει αφαιρεθεί η καρδιά κατά τη διάρκεια μιας εγχείρησης ή μεταμόσχευσης ή τοποθέτησης τεχνητής καρδιάς.
Βιολογική ζωή χωρίς ύπαρξη της ψυχής μέσα στο σώμα δεν νοείται. Στην περίπτωση αποκοπής, καταστροφής ή νέκρωσης ενός ζωτικού οργάνου, οπότε ο άνθρωπος επιβιώνει με υποστηρικτικές ενέργειες, η ψυχή εξακολουθεί να παραμένει σ’ όλα τα υπόλοιπα όργανα του σώματος, εκτός του ελλείποντος ή νεκρωθέντος. Ο Μ. Βασίλειος περιγράφει γλαφυρά τη συστολή της ενέργειας της ψυχής από νεκρωθέν όργανο. Όταν αρχίσουν να νεκρώνονται τα μέλη και τα όργανα του σώματος, η ψυχή «συστέλλεται» στα ζωντανά όργανα, για να εκφράσει από αυτά τις ενέργειές της, μέχρι να μη μπορεί η καρδιά να συντηρήσει τον παρακμάζοντα οργανισμό και σταματήσει. Η ζωή συντηρείται με συνδυασμό λειτουργίας πολλών οργάνων και η ψυχή «τα πλείστον διεστώτα μέλη (του σώματος) προς μιαν σύμπνοιαν και κοινωνίαν άγειν» ((Β.Ε.Π. τ. 54, σελ. 36). Επομένως, στην περίπτωση νέκρωσης του εγκεφάλου (δηλ. του «εγκεφαλικού θανάτου»), η ενέργεια της ψυχής αποσύρεται από το νεκρό αυτό όργανο, αλλά δεν παύει να υπάρχει στα υπόλοιπα όργανα του σώματος. Έτσι, η ψυχή παραμένει στο υπόλοιπο σώμα και ο άνθρωπος θεωρείται, ως βιολογικά ζωντανός οργανισμός, δεδομένου, ότι διατηρείται, έστω και με τεχνητά μέσα η καρδιοαναπνευστική λειτουργία και επομένως δεν έχει λυθεί ο δεσμός μεταξύ της ψυχής και του σώματος. Εάν σ’ αυτή την περίπτωση γίνει διακοπή της υποστηρικτικής λειτουργίας του ασθενούς, τότε προκαλείται θραύση του δεσμού ψυχής και σώματος και η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα, οπότε τούτο παραμένει άνευ πνοής. Η ενέργεια αυτή θεωρείται ενεργητική πρόκληση θανάτου, η οποία για την Εκκλησία θεωρείται φόνος, όπως ακριβώς η άμβλωση. Στην περίπτωση αυτή, ο φυσικός αυτουργός της δολοφονίας είναι ο ιατρός, που ενεργεί στη διακοπή της υποστηρικτικής λειτουργίας του «εγκεφαλικά νεκρού» ανθρώπου, ο δε ηθικός αυτουργός ο δίδων την εντολήν αυτήν συγγενής του ασθενούς ή και ο ίδιος ο ασθενής με συναίνεσή του σε αφαίρεση οργάνων του, σε περίπτωση «εγκεφαλικού του θανάτου». Συνεργός στη δολοφονία αυτή θεωρείται ο λήπτης οργάνου από «εγκεφαλικά νεκρό», καθότι συναινεί στη διατήρηση της ζωής του, σε βάρος της ζωής του δότη, ο οποίος σ’ αυτή την περίπτωση, δέχεται να του αφαιρεθεί η ζωή (δηλ. αυτοκτονεί) ή κάποιοι συγγενείς του εντέλλονται την δολοφονία. Στην περίπτωση, που στην πράξη αυτή εμπλέκονται και μοναχοί, τότε έχουμε το οξύμωρο, οι νεκροί κατά κόσμον (μοναχοί), να συνεργούν στην αυτοκτονία τους (ως δότες) ή να προσπαθούν να «γαντζωθούν» στην εφήμερη τούτη ζωή, (οι νεκροί αυτοί) ως λήπτες!
Είναι άξια αναφοράς ορισμένα σημεία στη διαδικασία αυτή της μεταμόσχευσης, από θεολογικής πάντοτε πλευράς:
1/ Όταν ένα όργανο του σώματος αντικατασταθεί από ένα ξένο όργανο (π.χ. η καρδιά, από μια ξένη καρδιά), η ενέργεια της ψυχής, που υπάρχει σ’ όλο το υπόλοιπο σώμα δεν επανέρχεται στο νέο (ξένο) όργανο. Δηλαδή, σε μια ξένη καρδιά ενός δότη σ’ ένα σώμα δεν υπάρχει ενέργεια της ψυχής του λήπτη σ’ αυτό. Η ξένη καρδιά είναι άνευ ψυχής!
2/ Εάν ο «εγκεφαλικά νεκρός» είναι πράγματι νεκρός, η προσφορά των οποιωνδήποτε οργάνων του στερείται του χαρακτήρα της αγάπης, εφ’ όσον αυτή δεν του στοιχίζει τίποτε, γιατί προσφέρει άχρηστα γι’ αυτόν όργανα, δεν στερείται ούτε θυσιάζει κάτι χρήσιμο για τον εαυτό του. Πρόκειται για πράξη συμφεροντολογική, ιδιοτελή και εγωιστική, διότι περιμένει κανείς αμοιβές και ανταπόδοση εκ μέρους του Θεού, χωρίς να στερηθεί ή να θυσιάσει κάτι από τον εαυτό του. Αντίθετα, οι αρετές της θυσίας και της αγάπης προς τον πλησίον εφαρμόζονται απόλυτα στην προσφορά οργάνων από ζώντες δότες, όταν πρόκειται για διπλά όργανα και ιστούς. Προσφέρουν τότε θυσιάζοντες και ελαττούμενοι. Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δότης προσφέρει τα όργανά του μετά θάνατον (δηλ. μετά την αποχώρηση της ψυχής από το σώμα) ή όχι; Αν ναι, τότε τι αξία έχει η προσφορά του, αφού αυτό που δίνει είναι για τα σκουπίδια;
3/ Ούτε η Επιστήμη, αλλά ούτε και η Θεολογία ξέρουν τη στιγμή της αναχώρησης της ψυχής από το σώμα και κανείς δεν μπορεί να έχει λόγο σ’ αυτό. Αυτό αποτελεί το μυστήριο του θανάτου, όπως αναγράφεται στα σχετικά τροπάρια της Εκκλησίας μας και είναι γνωστό, ότι «ου φέρει το μυστήριον έρευναν».
4/ Άλλο πράγμα ο θάνατος (ο βιολογικός) και άλλο πράγμα η πορεία προς το θάνατο αυτό. Πάντως, δεν αναφέρεται στην Πατερική Θεολογία, να επιτρέπεται να διακόπτεται αυτή η πορεία προς το θάνατο, για τον οιονδήποτε λόγο και από τον οποιονδήποτε άνθρωπο. Αυτό ανήκει στο προνόμιο του Θεού. Εξ άλλου το εάν π.χ. σε μια εβδομάδα ο εγκέφαλος ρευστοποιείται ανεπανόρθωτα (όπως υποστηρίζεται από την Ιατρική), ο Θεός δεν μπορεί να παρέμβει μέσα σ’ αυτή την εβδομάδα για να σταματήσει ή να αναστρέψει αυτή τη ρευστοποίηση; Αν όχι, τότε αρνούμεθα τη δυνατότητα του θαύματος;
5/ Για τον κόσμο (και βέβαια και για την Ιατρική) μια ημέρα, μια ώρα, ένα λεπτό, ένα δευτερόλεπτο, πριν το χωρισμό της ψυχής από το σώμα είναι μια ημέρα, μια ώρα, ένα λεπτό, ένα δευτερόλεπτο αντιστοίχως. Για το Χριστό, μια ημέρα, μια ώρα, ένα λεπτό, ένα δευτερόλεπτο, πριν το χωρισμό της ψυχής από το σώμα είναι ένας αιώνας. Στο χέρι μας είναι να διαλέξουμε με ποιον ήμαστε, με τον κόσμο ή με το Χριστό.
6/ Με τη λογική του «εγκεφαλικού θανάτου», αν ζούσαν σήμερα ο Λάζαρος, ο νεκρός της πόλης Ναϊν και η κόρη του Ιαείρου δεν θα προλάβαιναν να αναστηθούν, αφού με τις ευλογίες ορισμένων ποιμένων μας, θα τους είχαν αφαιρεθεί τα όργανα, για λόγους «προσφοράς».
7/ Ο εγκεφαλικά νεκρός έχει νεκρό εγκέφαλο, αλλά δεν είναι ολικά νεκρός. Η ενέργεια της ψυχής του έχει αποσυρθεί από το νεκρό αυτό όργανο, αλλά δεν έχει αποσυρθεί από τα υπόλοιπα ζώντα όργανα. Ως εκ τούτου, ποιος έχει το δικαίωμα να ενεργήσει στα ζώντα όργανα, ώστε να αποσυρθεί και από αυτά η ενέργεια της ψυχής; Εξ άλλου, είναι ξεκάθαρο, ότι η επέμβαση στο έργο του Θεού και συγκεκριμένα η αφαίρεση της ενέργειας της ψυχής από ένα ζων όργανο είναι, κατά την Πατερική Θεολογία, φόνος.
8/ Σύμφωνα με τους Ι. Κανόνες της Εκκλησίας, οι θείοι νόμοι υπέρκεινται των πολιτικών νόμων. Έτσι, ενώ η άμβλωση, κατά τους πολιτικούς νόμους επιτρέπεται, κατά τους θείους νόμους απαγορεύεται και θεωρείται φόνος, παρ’ όλον ότι έχουμε εγκέφαλο ή καρδιά ασχημάτιστα ή παντελώς ελλείποντα όργανα (όπως τις 14 πρώτες ημέρες από της συλλήψεως, στη διαδικασία των βλαστοκυττάρων).
Η Εκκλησία δέχεται, ότι κύριος της ζωής και του θανάτου είναι μόνον ο Θεός, πλην όμως δεν αφήνει τους ασθενείς αβοήθητους και επαινεί κάθε ιατρική προσπάθεια, υπέρ της θεραπείας των πάσης φύσεως ασθενειών, διότι θεωρεί, ότι η ζωή είναι αγαθό υπέρτατης αξίας και επευλογεί τις προσπάθειες διάσωσης της ζωής κάθε ανθρώπου, έστω και ανιάτως πάσχοντος, έστω και εάν έχουν νεκρωθεί ζωτικά όργανα του σώματος, όπως ο εγκέφαλος, διότι πιστεύει ότι τόσον η ασθένεια, όσο και ο πόνος παίζουν σπουδαίο παιδαγωγικό και σωτηριώδη ρόλο και πρέπει να αντιμετωπίζονται με υπομονή και εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού. Με τις προϋποθέσεις αυτές, τους ασθενείς πάντοτε θα τους παρηγορούμε και θα τους ενισχύουμε, αλλά η ενίσχυση αυτή θα φθάνει μέχρι το σημείο να μη δολοφονούμε κάποιους άλλους, για να κρατήσουμε αυτούς στη ζωή. Τότε, τι σόι «δολοφονική» αγάπη θα ήτανε αυτή; Στην ανωτέρω αναπτυχθείσα θεολογική προοπτική, οι μεταμοσχεύσεις οργάνων από δότες, χωρίς αφαίρεση της ζωής τους, πράγματι είναι άθλος και πρόοδος της επιστήμης με τη φώτιση και τη συνέργεια βέβαια του Κυρίου.
Η έννοια του εγκεφαλικού θανάτου, άγνωστη στη χώρα μας μέχρι πριν 40 χρόνια, εισήχθη αρχικά το 1968 από επιτροπή του Πανεπιστημίου Harvard USA και οριστικοποιήθηκε το 1985 στην Ελλάδα με την αποδοχή των κριτηρίων της Minnesota, με τα οποία ο εγκεφαλικός θάνατος περιορίζεται στη μη αναστρέψιμη βλάβη του εγκεφαλικού στελέχους. Τα κριτήρια αυτά είναι πέραν πάσης θεολογικής τεκμηρίωσης, γιατί δέχονται, ότι με τον εγκεφαλικό θάνατο:
α/ αποφορτίζονται τα νοσοκομεία από – υποτίθεται - μη αναστρέψιμες καταστάσεις και
β/ διευκολύνεται η απόκτηση οργάνων για μεταμοσχεύσεις!
Το ότι ο εγκεφαλικά νεκρός είναι ένας ζωντανός οργανισμός, στον οποίο η ψυχή παραμένει και ενεργεί, σ’ όλα τα υπόλοιπα όργανα του σώματος πιστοποιείται από το γεγονός, ότι κατά τη διαδικασία της μεταμόσχευσης, ο ασθενής υποβάλλεται πρωτύτερα σε καθολική νάρκωση. Αν η ψυχή πράγματι δεν υπάρχει στο σώμα, γιατί χρειάζεται τότε η νάρκωση του σώματος; Ένα νεκρό σώμα δεν αισθάνεται τον πόνο της επέμβασης. Αλλά ειπώθηκε παραπάνω, ότι από νεκρό σώμα είναι εντελώς άχρηστη η αφαίρεση των ζωτικών του οργάνων, αλλά και ότι χωρίς τον εγκέφαλο, το σώμα μπορεί να είναι ένας ζωντανός βιολογικός οργανισμός.
Αλλά είναι εύλογο το ερώτημα, ποια θέση παίρνει η Εκκλησία; Η Εκκλησία, ως το σώμα του Χριστού, έχει αποφανθεί στα θέματα της ζωής και του θανάτου, ακολουθώντας τις κατευθύνσεις που δίδουν τα Αγιογραφικά και Αγιοπατερικά κείμενα και έχουν αμετάκλητα αποτυπωθεί στις Οικουμενικές Της Συνόδους. Όταν λοιπόν η Εκκλησία θεωρεί τον άνθρωπο ως έχοντα σώμα και ψυχή από της συλλήψεως –καίτοι απουσιάζουν αρχικά όλα τα όργανα του σώματος, ακόμη και τα βασικά, όπως η καρδιά και ο εγκέφαλος- και θεωρεί την άμβλωση ενός εμβρύου, χωρίς όργανα, ως φόνο, πόσο μάλλον δεν θα θεωρεί ως φόνο την αφαίρεση της ζωής ενός τέλειου οργανισμού, που είχε την ατυχία να υποστεί ο εγκέφαλός του βλάβη, ενώ τα υπόλοιπα όργανα του σώματός του λειτουργούν κανονικά, έστω και υποστηριζόμενα με τεχνητό τρόπο; Ποιος δίνει λοιπόν και σε ποιόν το δικαίωμα να αποφασίσει πότε θα επέμβει στη συντόμευση της ζωής ενός ασθενούς, στην πορεία του προς το τέλος και έτσι να διαταράξει το έργο του Θεού;
Δυστυχώς όμως η Ελλαδική Εκκλησία δεν φαίνεται να ακολουθεί το δρόμο αυτό. Εστερνίσθηκε το πόρισμα της Επιτροπής Βιοϊατρικής και Ηθικής Δεοντολογίας, που προτάσσει την αγάπη, αντί της αλήθειας. Έτσι θεωρεί πολυτιμότερη τη ζωή του λήπτη, που μπορεί να ζήσει, από τη ζωή του δότη, «που αμετάκλητα αναχωρεί». Αλλά πως μπορεί να επέμβει κανείς στο «αμετάκλητο»; Αυτή η επέμβαση δεν είναι έργο του Θεού; Ο Θεός δεν μπορεί να παρέμβει και στο δικό μας «αμετάκλητο»; Πως λοιπόν θέτουμε τη δική μας απόφαση περί παράτασης ή μη της ζωής ενός δότη, πάνω από την απόφαση του ίδιου του Θεού; Ως δικαιολογία, για την απόφαση αυτή της Επιτροπής, παρουσιάζεται χωρίο από τον Ιωάννη, το οποίον αναφέρεται αποκλειστικά και μόνον στο Χριστό και σε κανέναν άλλον: «δια τούτο ο πατήρ με αγαπά, ότι εγώ τίθημι την ψυχήν μου, ίνα πάλιν λάβω αυτήν» (10. 17). Δηλ. «Γι’ αυτό ο Πατέρας με αγαπάει, γιατί εγώ θυσιάζω τη ζωή μου, ώστε να την ξαναπάρω». Τι θέλει να ειπεί ο Χριστός εδώ; Ότι ο Πατέρας του τον αγαπάει, γιατί προσφέρει τη ζωή του για την σωτηρίου του λαού, αν και ξέρει ότι θα την ξαναπάρει πίσω με την Ανάστασή Του. Αυτός ο ίδιος προσφέρει τη ζωή του, έχοντας πλήρη εξουσία να κάνει αυτό που επιλέγει, η δε επιλογή Του δεν είναι ασυμβίβαστη με το ότι η θυσία του αποτελεί εντολή του Πατέρα Του (Σ. Αγουρίδη, το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, σελ. 498). Ποια σύγκριση μπορεί να υπάρξει μεταξύ της σταυρικής θυσίας του Χριστού και της Ανάστασής του με την «προσφορά» οργάνων ενός δότη, σ’ έναν λήπτη; Ο δότης ασφαλώς - αν βέβαια είναι γνώστης - δεν θυσιάζει τη ζωή του, αν υποτίθεται ότι αυτή θα του είναι άχρηστη σ’ ένα λήπτη, ώστε να αναστηθεί και να κερδίσει έτσι την Βασιλεία των Ουρανών! Ο κάθε νεκρός, δεν μπορεί να κυριαρχήσει στα πράγματα, ενώ ο Χριστός κυριαρχεί στα πράγματα. Είναι η ιδιαιτερότητα αυτού του νεκρού. Μπορεί ένας οιοσδήποτε νεκρός να δώσει τη ζωή του και μ’ αυτή του την ενέργεια να πάει στον Άδη και να ανασύρει όλες τις ψυχές των ήδη νεκρών; Ασφαλώς όχι, γιατί μόνον ο Χριστός έχει αυτή τη μοναδικότητα. Γι’ αυτό και ο Χρυσόστομος καταγράφει, ότι μόνον ο Χριστός μπορεί «να άρη την ψυχήν αυτού». Έτσι αποδεικνύεται, ότι με τη χρησιμοποίηση αυτού του χωρίου, διαστρέφεται η θεολογία των μεταμοσχεύσεων.
Άραγε, η Ελλαδική Εκκλησία συμφωνεί στο σημείο αυτό με την Εκκλησία, το σώμα του Χριστού, το σώμα των Αγίων; Προφανώς όχι. Και όχι μόνον αυτό, αλλά διδάσκεται αίρεση, διδάσκεται μια κακοδοξία του ψευτοαγαπητισμού, διδάσκεται η αγαπητική δολοφονία, καθαρά Παπικής προέλευσης. «Καίω το σώμα, για να σώσω την ψυχή, σου αφαιρώ τα δαιμόνια, δολοφονώντας σε» (Ιερή Εξέταση). Είναι μια καλυμμένη πλάνη. Είδες τι έκανε ο Χριστός; Έδωσε τη ζωή του για να σώσει τον άνθρωπο. Ακολούθησε λοιπόν και εσύ το παράδειγμά του. Θυσίασε την (νεκρή;) ζωή σου, για να γλυτώσει ο συνάνθρωπός σου. Πραγματικά, σατανική διδασκαλία! Με τις παραδοχές όμως αυτές άνοιξε η κερκόπορτα και εισήλθε ο Αντικείμενος και αυτός ρυθμίζει πλέον τα της ζωής και του θανάτου. Και σπεύδουν οι πιστοί να προσφέρουν (μετά θάνατο;) τα όργανά τους ή επιδιώκουν να λάβουν όργανα, για να σώσουν μια βιολογική ζωή (χωρίς βέβαια την πνευματική της διάσταση) και να την βοηθήσουν να «γαντζωθεί» στον εφήμερο τούτο κόσμο του αιώνος τούτου του απατεώνος ή να «γατζωθούν» οι ίδιοι αντίστοιχα. Και δυστυχώς, δυστυχέστατα, ακολουθούν την πρακτική αυτή, κληρικοί και μοναχοί, ακόμη και Αγιορείτες. Μα καλά δεν γνώριζαν, δεν ρώταγαν, δεν μελέτησαν, δεν είχαν εσωτερική πληροφόρηση;
Όπως καταγράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο ΠΗΔΑΛΙΟ, ο σκοπός και το τέλος του μοναχικού επαγγέλματος είναι η σωφροσύνη, η παρθενία και η του σώματος χαλιναγωγία και ο υποπιεσμός, η φυγή των κοσμικών πραγμάτων, η στένωση και η θλίψη. Τώρα, αν αντίθετα ο σκοπός αυτός μεταβάλλεται σε απεγνωσμένη προσπάθεια παράτασης μιας επίγειας ζωής και «γαντζώματος» στα εγκόσμια, τότε αυτός ο σκοπός θεωρείται ξένος προς την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση. Αλλά ακόμη και εάν υπάρχει πνευματική καθοδήγηση από Γέροντα Πνευματικό, που δυστυχώς σε ορισμένες περιπτώσεις επευλογείται η πράξη αυτή, η καθοδήγηση αυτή από ένα ποιμένα προς το ποίμνιό του, να συνεργεί σε εγκληματική πράξη (όπως η αφαίρεση ζωής από εγκεφαλικά νεκρό) ή να αποδέχεται προϊόντα εγκλήματος (όπως η αποδοχή οργάνων από εγκεφαλικά νεκρό) είναι βαρύτατη προσβολή στο πρόσωπο του Χριστού και έχει την ανάλογη μισθαποδοσία. Ακόμη δε περισσότερο αλλοίμονο, αν η συνείδηση ενός πιστού και ακόμη περισσότερο ενός κληρικού ή μοναχού δεν τον ελέγχει για την πράξη του αυτή! Τότε, επαναπαύεται στην εγωιστική του αντίληψη, ότι έπραξε το σωστό, όπως ο Φαρισαίος της παραβολής, οπότε η ταπεινοφροσύνη του πάει περίπατο, η αλαζονεία του θριαμβεύει και βέβαια η πορεία του είναι προδιαγεγραμμένη, καθότι τότε αυτός ούτε Γέροντας Πνευματικός είναι, ούτε μοναχός είναι, αλλ’ ούτε και «της ημετέρας Πίστεως μετέχει».
Η μετάνοια ενός πιστού λαϊκού, κληρικού ή μοναχού, για ατοπήματα από άγνοια, κακή πληροφόρηση, πλανεμένη εξήγηση Πατερικών κειμένων, αδυναμία κατανόησης, όταν ζητείται, είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη από τον Δεσπότη των πάντων. Εκείνο που δεν γίνεται δεκτό από Αυτόν είναι μια συγγνώμη αιτούμενη με ειρωνεία, εμπαιγμό, χλευασμό ή λοιδορία, που δεν σηματοδοτούν αρετή, η δε εγωιστική επιμονή, η στείρα αντίδραση, η άρνηση παραδοχής Ορθόδοξων θέσεων, η κοσμική αντίληψη, η αποδοχή σοφισμάτων χαρακτηριστικών του Δυτικού ανθρώπου, όλα αυτά δεν οδηγούν τελικά στη σωτηρία. Ποτέ δεν είναι αργά για έναν πιστό, που θα συνειδητοποιήσει, ότι από άγνοια ή στρεβλή κατανόηση αποδέχτηκε αντορθόδοξες πρακτικές, όπως αυτή των μεταμοσχεύσεων οργάνων από ασθενείς και όχι νεκρούς, όπως διεξοδικά αναλύθηκε ανωτέρω, να προβεί σε έμπρακτη αναγνώριση του λάθους του και να αποδεχτεί, ότι επλανήθη και επλάνησε. Αυτό αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα ταπεινοφροσύνης, για τον πιστό λαό του Θεού, που εναποθέτει στους ποιμένες του τη ζωή του και τη σωτηρία του.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου