Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΛΑΤΙΝΟΥΣ Αγ. ΜΑΡΚΟΥ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ

Του κ. Ιω. Καρδάση, Χημικού - Οικονομολόγου
Γενικά
         Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός (1393-1445), υπήρξε Μητροπολίτης Εφέσου και μια από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές και θεολογικές προσωπικότητες της εποχής του. Θεωρείται ο κύριος παράγοντας της αποτυχίας της ένωσης της Δυτικής και της Ανατολικής Εκκλησίας στη Σύνοδο της Φεράρας-Φλωρεντίας, όπου ήταν ο μόνος που αρνήθηκε φανερά να υπογράψει. Υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος των Ανθενωτικών, προτείνοντας ακραίες λύσεις για την αποφυγή της ένωσης των δύο Εκκλησιών («καλύτερα σκλαβωμένα σώματα στους Τούρκους, παρά σκλαβωμένο πνεύμα στον αιρετικό Πάπα»). Για το λόγο αυτό εκδιώχτηκε από την Αυτοκρατορική Αυλή, που επεδίωκε μια συμβιβαστική λύση του ζητήματος, για την αντιμετώπιση του Οθωμανικού κινδύνου. Μετά τον θάνατο του τελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και την αναρρίχηση στο Πατριαρχικό θρόνο του ανθενωτικού Πατριάρχη Γεννάδιου Σχολάριου, ο οποίος υπήρξε μαθητής του, ανακηρύχθηκε σε Άγιο.

Βίος

         Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1393 και έλαβε θεολογική και φιλοσοφική παιδεία κοντά σε περίφημους σοφούς της εποχής (Γεώργιο Πλήθωνα, Ιωάννη Χορτασμένο, Μανουήλ Χρυσοκόκκο), χάρη στις δυνατότητες που του παρείχε η σχετικά ευκατάστατη οικογένεια του, καθότι ο πατέρας του Γεώργιος κατείχε το υψηλό αξίωμα του «Μεγάλου Χαρτοφύλακα του Θρόνου». Η προσωνυμία του Ευγενικός, κληρονομήθηκε από τον πατέρα του, όπως και η κατεύθυνση προς την εκκλησιαστική ζωή. Το 1418 ασπάστηκε τον μοναχικό βίο και μόνασε στη μονή του Αγίου Γεωργίου Μαγγάνων, όπου αφιερώθηκε στη μελέτη και τη συγγραφή. Το 1437 εκλέχθηκε Επίσκοπος Εφέσου, μετά την εκδήλωση σχετικού ενδιαφέροντος και από τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο, με κύριο στόχο να λάβει μέρος στη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας.
Λόγω των θεολογικών του γνώσεων ορίστηκε εκπρόσωπος των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων στην αποστολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ενωτική Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας (1438-1439).
          Κύριο επιχείρημα του Μάρκου κατά της ένωσης και ο λόγος για τον οποίο τελικά αρνήθηκε να υπογράψει τον ενωτικό Όρο της Συνόδου, ήταν η προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως του Filioque, την οποία θεωρούσε αιρετική. Το κοινό αίσθημα στην Κωνσταντινούπολη ήταν μαζί του, αφού μετά την ολοκλήρωση της Συνόδου «είδε το πλήθος δοξάζον αυτόν ως μη υπογράψαντα, και προσεκύνουν αυτόν οι όχλοι καθάπερ Μωυσεί και Ααρόν και ευφήμουν αυτόν και Άγιον εκλάλουν». Η άρνησή του να υπογράψει ανέδειξε τον Μάρκο τον Ευγενικό, ως τον κατ’ εξοχήν εκπρόσωπο της ανθενωτικής τάσης μέσα στα πλαίσια της Ορθοδοξίας, αλλά και στόχο της πολεμικής του Αυτοκράτορα και της παράταξης των Ενωτικών. Αρνήθηκε την προσφορά του Αυτοκράτορα να ανέλθει στον Πατριαρχικό Θρόνο της Κωνσταντινούπολης και δεν δέχθηκε να συλλειτουργήσει με τον ενωτικό Πατριάρχη Μητροφάνη Β΄. Εκοιμήθη το 1445.
Ο πρώτος, μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Οθωμανούς, Οικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος, με Συνοδική Πράξη, όρισε το 1456 ως ημέρα εορτασμού της μνήμης του την 19η Ιανουαρίου και συντάχθηκε ειδική Ακολουθία. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε και με νεώτερη Συνοδική Πράξη επί Πατριαρχείας Σεραφείμ Α΄ (1734).

Συγγραφικό έργο

          Άφησε σημαντικό συγγραφικό έργο, θεολογικό και λειτουργικό:
·         Κεφάλαια συλλογιστικά κατά της αφέσεως των Ακινδυνιστών περί διακρίσεως θείας ουσίας και ενεργείας.
·         Αντίρρησις των λατινικών κεφαλαίων, όπερ αυτού προέτεινον περί του περκατορίου πυρός.
·         Απολογία προς Λατίνους δευτέρα.
·         Αποκρίσεις προς τας επενεχθείσας αυτώ απορίας και ερωτήσεις επί ταις ρηθείσαις ομιλίαις παρά των καρδιναλίων και των άλλων λατινικών διδασκάλων.
·         Συλλογιστικά κεφάλαια προς Λατίνους
·         Συλλογαί... περί του Αγίου Πνεύματος
·         Διάλογος, ου η επιγραφή, Λατίνος ή περί της εν τω Συμβόλω προσθήκης
·         Συλλογισμοί δέκα, δεικνύοντες ότι ουκ εστί πυρ καθαρτήριον
Ομολογία της ορθής θέσεως, εκτεθείσα εν Φλωρεντία κατά την προς Λατίνους γενομένην Σύνοδον κ.λπ.

Συμπεριφορά στους Λατίνους

          Η Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας έγινε 385 χρόνια μετά το Σχίσμα Ανατολής και Δύσης, οι δε αιρετικές θέσεις των Λατίνων ήταν απολύτως γνωστές στον άγιο Μάρκο. Παρ’ όλα αυτά ο Άγιος έκανε μεγάλη προσπάθεια να πείσει τους Λατίνους, παραβαίνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις τους Ιερούς Κανόνες, που αποκλείουν κάθε επαφή με αιρετικούς. Και τούτο με την ελπίδα της επιστροφής (και όχι της ένωσης). Έτσι:
1/ Αναγνώρισε τον αιρετικό Παπισμό, ως «αδελφή Εκκλησία»: Ο ίδιος ο Εφέσου Μάρκος χαρακτηρίζει τις Εκκλησίες Ανατολής και Δύσης ως «Αδελφές Εκκλησίες», οι οποίες πρέπει με τη βοήθεια του Θεού να συμφιλιωθούν και αποκαταστήσουν την ειρήνη μεταξύ των. Έτσι λέγει: «Επειδή τοίνυν δια της εκφωνήσεως ταύτης (ήτοι του filioque) η αγάπη λυθείσα συνδιέλυσε την ειρήνην και από τούτου το σχίσμα παρηκολούθησε, νυν δε ευδοκία Θεού βουληθείσα η Ρωμαϊκή Εκκλησία την ειρήνην ανακαλέσασθαι δια της αγάπης ήρξατο τούτο ποιείν και αύθις η ημετέρα Εκκλησία μετά της αυτής αγάπης προσέδραμε προς την αδελφήν αυτής, μάλλον δε προς αδελφάς. ελπίς έστι άχρι τέλους, του Θεού συνεργούντος, επακολουθήσειν και την ειρήνην και τα σκάνδαλα εκ μέσου γενήσεσθαι, και καθάπερ επί των νοσημάτων, επενεχθήσεσθαι την διόρθωσιν» (Acta Graecorum, σ. 52). Επίσης διαλεγόμενος με την προοπτική της αληθινής επανένωσης με τους Λατίνους, τους ωνόμαζε όχι απλά αδελφούς, αλλά φίλους, πατέρες και αγίους (AG σ. 216, Συρόπουλου, Απομνημονεύματα, VIII, 6, σ. 394, IV, 31, σ. 230, επίσης και Βαφείδης Φ.).
         2/ Προσφώνησε τον Πάπα Ευγένιο Δ΄ με ευγενικά λόγια και τίτλους, που δεν αρμόζουν σε αιρετικό: Ας θυμηθούμε λοιπόν την προσφώνηση του Εφέσου αγίου Μάρκου στον αιρετικό Πάπα Ρώμης Ευγένιο Δ΄: «Άκουσε σεβάσμιε Πάπα της Ρώμης και διδάσκαλε της Λατινοσύνης…..» και σε άλλη περίπτωση: «Τω Μακαριωτάτω Πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης», αλλά και τις προσφωνήσεις του προς τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο και τον Πατριάρχη Ιωσήφ Β΄: «Ακούσατε, άγιε Αυτοκράτορ κύριε Ιωάννη και άγιε Πατριάρχα Ιωσήφ…..» (Ν. Βασιλειάδη, "ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η Ένωσις των Εκκλησιών", σελ. 91, 93, 245).
         3/ Συμμετείχε σε συμπροσευχές με αιρετικούς: Ο ίδιος ο Άγιος συμμετείχε στην εναρκτήρια τελετή-προσευχή στη Φεράρα, αλλά όχι στο συλλείτουργο με τον Πάπα με το τέλος της Συνόδου Φλωρεντίας (πρακτικά Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας, στήλες 475-478), η δε κηδεία και η ταφή του Πατριάρχη Ιωσήφ Β΄ έγινε τον Ιούνιο του 1439 στον ΡΚαθολικό Ναό της Santa Maria Novella στη Φλωρεντία παρόντος βέβαια και του αγίου Μάρκου: «Και τη εννάτη ώρα ελάβομεν τον νεκρόν του Πατριάρχου και απήλθομεν φορούντες πάντες τας αρχιερατικάς στολάς εν τω ναώ της αγίας Μαρίας της Νοβέλλας και επληρώσαμεν εντός του ναού, πάντα τα της ταφής, και ασπασθέντες κατά το έθος, εθάψαμεν αυτόν εντός του ναού, προς το μέρος του σκευοφυλακίου προς μεσημβρίαν, εποίησαν δε πολλήν τιμήν εις την προπομπήν αυτού οι τε καρδινάλιοι, αρχιεπίσκοποι, και συν αυτοίς οι αυθένται και οι άρχοντες της Φλωρεντίας (…..). Και ετάφη λαμπρώς εν τω μοναστηρίω των μοναχών του σχήματος του αγίου Δομενίκου, εν τω ναώ αυτών, ένθα και ο Πάπας ήν κατοικών» (Πρακτικά ….. Vol. V, fasc II, σελ. 445 (21-35). 
         4/ Δεν πρέπει άλλωστε να λησμονούμε, ότι κατά την διάρκεια των Θεολογικών Διαλόγων με αιρετικούς, οι άγιοι Πατέρες χρησιμοποίησαν αρκετές φορές φράσεις ευγενείας προς αυτούς, χωρίς φυσικά αυτές να ανταποκρίνονται προς την αυστηρή Ορθόδοξο εκκλησιολογία ή τα εκκλησιολογικά τους φρονήματα. Είναι απολύτως χαρακτηριστικές οι σχετικές φράσεις του αγίου Μάρκου του Ευγενικού κατά την έναρξη του Θεολογικού Διαλόγου με τους Λατίνους στην Φερράρα το 1438: «Σήμερον τα του Δεσποτικού σώματος μέλη, πολλοίς πρότερον χρόνοις διεσπαρμένα τε και ερρηγμένα προς την ένωσιν αλλήλων επείγεται. Ου γαρ ανέχεται η κεφαλή πάντων Χριστός ο Θεός εφιστάναι διηρημένω τω σώματι... Δια τούτο εξήγειρέ σε τον των Ιερέων αυτού πρωτεύοντα (δηλ. τον πάπα), προς την ημετέραν κλήσιν... Δεύρο δη ουν, αγιώτατε πάτερ, υπόδεξαι τα σα τέκνα... Μέχρι τίνος οι του αυτού Χριστού, και της αυτής πίστεως βάλλομεν αλλήλους και κατατέμνομεν; μέχρι τίνος οι της αυτής Τριάδος προσκυνηταί δάκνομεν αλλήλους;...» (Κάλλιστου Βλαστού, "Δοκίμιον ιστορικόν περί του Σχίσματος…..," σελ. 135-136)
         Οι ανωτέρω φράσεις ευγενείας του μεγάλου Ομολογητού, δεν ανταποκρίνονται φυσικά με ακρίβεια στις αυστηρές, εκκλησιολογικές του απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες οι Λατίνοι ήταν απερίφραστα «αιρετικοί» (Mansi 31A, 885D), και μάλιστα «εκ πολλών χρόνων αποκεκομμένοι (εκ της Εκκλησίας) και σεσηπομένοι και μυρίοις αναθέμασιν υποκείμενοι» (Ανδρ. Δημητρακόπουλου, "Ορθόδοξος Ελλάς", σελ. 106)).
         5/ Η παρουσία του αγίου Μάρκου στις συνεδριάσεις της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας ήταν πλήρης και καθολική σε όλες τις συνεδριάσεις, πλην δυο, όπου του απαγορεύθηκε η συμμετοχή. Έτσι:
         α/ Στη Σύνοδο Φερράρας:
        Πραγματοποιήθηκαν 14 συνεδριάσεις από 9.4.- 13.12.1438, στις οποίες ΟΛΕΣ συμμετείχε ο άγιος Μάρκος.
         β/ Στη Σύνοδο Φλωρεντίας:
         Πραγματοποιήθηκαν πολλές συνεδριάσεις από 26.2.- 6.7.1439, στις οποίες όλες παρέστη ο άγιος Μάρκος, εκτός από ΔΥΟ συνεδριάσεις (21.3 και 24.3.1439), στις οποίες του απαγορεύθηκε η συμμετοχή από τον Αυτοκράτορα, ο οποίος τον έκλεισε στο κελί του με φρουρά (Ν. Βασιλειάδη, "Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ένωσις των Εκκλησιών", σελ. 124).
         Συμπέρασμα: ο άγιος Μάρκος συμμετείχε σε όλες τις συνεδριάσεις, εκτός από δυο και όχι με δική του υπαιτιότητα. Σε όλες τις άλλες συμμετείχε και από καμία δεν απουσίασε αυτοβούλως. Μπορεί να θρηνούσε και να αλγούσε για το κατάντημα των Ορθοδόξων Αρχιερέων, αλλά ήταν υπάκουος στα κελεύσματα του Αυτοκράτορα.
         6/ Παραδέχτηκε το βάπτισμα των Λατίνων, ως έγκυρο, μετά τη Σύνοδο: Στο πρόβλημα του βαπτίσματος των Λατίνων, ο Εφέσου Μάρκος προτιμά την οικονομία, παρότι ακραιφνέστατος Ορθόδοξος στην πίστη, μαρτυρώντας «περί της καθολικής πράξεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας», ομολογεί ότι: «χρίομεν τους εξ αυτών (δηλ. των Λατίνων) ημίν προσιόντας….. ως αιρετικούς όντας» (Καρμίρη Ι. "Τα Δογματικά….." σ. 981), δηλ. εντάσσει τους Λατίνους ως αιρετικούς στην ομάδα των Αρειανών κ.λπ. της Β΄ Οικουμενικής, παρ’ όλον ότι γνωρίζει τον τύπον του ραντισμού, τον οποίον αποκηρύσσει. Έτσι, ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος εμφανίζεται αντίθετος προς τον Εφέσου Μάρκο, καθότι ο τελευταίος δέχεται το βάπτισμα των Λατίνων (δηλ. το ράντισμα). Ο Δοσίθεος λοιπόν το κατ’ ακρίβειαν και ο Μάρκος το κατ’ οικονομίαν.
            Σύνοψη
         Ο Μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος ήταν απόλυτα διατεθειμένος υπέρ του Διαλόγου. Ήταν ειλικρινής, πιστός άνδρας με καλό χαρακτήρα, ο οποίος ενεργούσε για το καλό ολόκληρης της Εκκλησίας. Με τα κίνητρα αυτά ήθελε να συμβάλει στην αποκατάσταση της κοινωνίας και την ομολογία της αυτής πίστης με την αδελφή, Δυτική Εκκλησία. Και ακριβώς, για τους λόγους αυτούς, τόνιζε: «Ημείς, ω φίλοι πατέρες, ουκ αντιλέγειν αλλήλοις απλώς ουδέ τα παρ’ αλλήλων λεγόμενα ανατρέπειν συνεληλύθημεν. Τούτο γαρ φιλοτιμίας έχεται μάλλον ή της προς αλήθειαν φερούσης οδού, αλλ’ ίνα κοινή συζητούντες έκαστον των ανακυπτόντων εις μέσον και μετά πάσης ακριβείας ειρηνικώς τε και απλώς και φιλικώς αυτό εξετάσαντες, ούτω τα εξής περαίνομεν, άχρις αν επί τη κοινή ζητούμενον αμφότεροι τέλος καταντήσωμεν, όπερ εστίν η της αληθείας εύρεσις» (AG 187). Καυτηριάζει λοιπόν εδώ, ο άγιος Μάρκος, την τακτική που επικρατούσε, δηλ. οι δυο πλευρές φρόντιζαν να βρουν τα πιο ισχυρά επιχειρήματα, για να διαλύσουν και εξουθενώσουν τις απόψεις του αντιπάλου και τοιουτοτρόπως στις διαμάχες αυτές χάνονταν ο κύριος σκοπός, δηλ. η επίλυση των προβλημάτων.
          Ο άγιος Μάρκος δεν επεδίωκε επιφανειακή και ψεύτικη καταλλαγή ή εκκλησιαστικοπολιτική ή ακόμη και μόνο πολιτική συμβατική συνύπαρξη. Ούτε ενεργούσε εγωιστικά, για να προβληθεί ο ίδιος. Ουδείς λόγος περί υποχωρήσεων, ουδείς λόγος περί υποταγής, ουδείς λόγος περί απεμπολήσεως της αληθείας, αλλά επιδιώξεως της συμφωνίας εν αληθεία, για την αποκατάσταση της αρμονίας και της ενότητας, δια του Διαλόγου. Δεν επεδίωκε λοιπόν τον διάλογο, για να νικήσει με τα ισχυρότερα επιχειρήματά του τους αντιπάλους και να θριαμβολογήσει εγωιστικά. Και στο σημείο αυτό καταφαίνεται η αγαθή του πρόθεση και διάθεση που βασιζόταν στο πνεύμα των αρχαίων και μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας.
          Εκείνο, λοιπόν, το οποίο έφερε τον άγιο Μάρκο στη Σύνοδο αυτή, όπου σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος των διαπραγματεύσεων και του Διαλόγου, ήταν η εκκλησιαστική του συνείδηση και η πεποίθησή του, ότι έπρεπε να πραγματοποιηθεί το ιερό αίτημα της αποκατάστασης της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας στην καθόλου Εκκλησία Ανατολής και Δύσης, η οποία έπρεπε να στηρίζεται στην αγάπη και την αλήθεια της πίστεως. για το λόγο αυτό ήταν υπέρ του Θεολογικού Διαλόγου, υπέρ του Οικουμενικού (και όχι βέβαια Οικουμενιστικού) Διαλόγου, θα λέγαμε σήμερα, με τα χαρακτηριστικά της αντικειμενικότητας, της αλήθειας και της αγάπης.
          Για το σκοπό αυτό, δεν δίστασε ακόμη και να παραδεχτεί, ότι η αιρετική παρασυναγωγή της Ρώμης ήταν η αδελφή Εκκλησία, δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι το Σώμα της Εκκλησίας (στο οποίο βέβαια συμπεριλαμβάνοντο και οι Λατίνοι) είναι διηρημένο («ου γαρ ανέχεται….. ο Θεός εφιστάναι διηρημένω τω σώματι», ως ανωτέρω). Δεν δίστασε ακόμη να παραδεχτεί, ότι είναι και αυτός ο ίδιος τέκνο του (αιρετικού βεβαίως) Πάπα («….. αγιώτατε πάτερ υπόδεξαι τα σα τέκνα…..», ως ανωτέρω)!
          Δυστυχώς όμως, τόσο η Σύνοδος γενικά, όσο (και αυτό είναι ακόμη χειρότερο) και οι αδελφοί του από την Ανατολική Εκκλησία, δεν τον ακολούθησαν. Και τελικά δεν μπόρεσε να ακουστεί, αφού ο Αυτοκράτορας δεν του επέτρεψε να λάβει μέρος στις δυο πιο κρίσιμες συζητήσεις. Το γεγονός ότι έμεινε τελικά μόνος, δεν μειώνει ούτε το ανάστημά του, ούτε και την ορθότητα της πίστεώς του, η οποία δεν καθορίζεται μόνο με την απλή, νομοτυπική πλειοψηφία αποφάσεων. Η αλήθεια όμως δεν εξαρτάται από την αριθμητική πλειοψηφία. Μάρτυρας είναι η Ιστορία. Με την απόλυτη πεποίθηση λοιπόν για την ορθότητα της πίστεώς του, δεν μπορούσε να απαρνηθεί την πίστη του και να αποδεχθεί τις αποφάσεις της συνόδου εκείνης, απλούστατα συμφωνώντας με την πλειοψηφία της. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο ολόκληρη η Ορθοδοξία μέχρι σήμερα είναι αδύνατο να συμφωνήσει και να αποδεχθεί τις αποφάσεις εκείνες.

            Σύγχρονη πρακτική
          Θα αναρωτηθεί κανείς; Άραγε, τι κάνουμε εμείς σήμερα; Προσπαθούμε να ακολουθήσουμε την τακτική του αγίου Μάρκου, αντιτιθέμεθα σ’ αυτήν ή τηρούμε μια κάποια άλλη (διπλωματική) στάση, στις σχέσεις μας με τους Λατίνους; Τους αναγνωρίζουμε, ως αιρετικούς ή δεν τους αναγνωρίζουμε, διαλεγόμαστε, συγχρωτιζόμαστε, συμπροσευχόμαστε, παραδεχόμαστε ή απορρίπτουμε κάποιες θέσεις τους, τι τέλος πάντων κάνουμε σήμερα;
         Είναι αλήθεια, ότι μετά το Σχίσμα Ρώμης – ΚΠολης το 1054, οι σχέσεις μεταξύ των δυο Εκκλησιών πάγωσαν. Αυτό δεν συνέβη βέβαια και με τ’  άλλα Πατριαρχεία, όπου οι σχέσεις διακόπηκαν πολύ αργότερα: Τον 13ο αι. για την Αντιόχεια και τα Ιεροσόλυμα και τον 14ο για την Αλεξάνδρεια (Ράνσιμαν). Οι θέσεις των Λατίνων έχουν ελεγχθεί από πληθώρα Αγίων κατά καιρούς και έχουν καταδικαστεί από πολλές Πανορθοδόξους Συνόδους, του 18ου και του 19ου αι. δεν έχουν όμως μέχρι σήμερα καταδικαστεί από Οικουμενική Σύνοδο με τελεσίδικη απόφαση. Για παράδειγμα, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν χαρακτηρίζει τη Ρώμη, ως αιρετική. Παρ’ όλη τη διακοπή των σχέσεων Ανατολής-Δύσης, υπήρξαν κατά καιρούς ποικίλλες επαφές και μεμονωμένες άτυπες συναντήσεις. Από τις αρχές του 20ου αι. ξεκίνησαν κάποιες τυπικές επαφές και συναντήσεις μεταξύ Ρώμης και ΚΠολης, που οδήγησαν το 1964 στην άρση των Αναθεμάτων του 1054 (όπου το Ανάθεμα της Ρώμης αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τον Πατριάρχη Μιχαήλ Α΄ Κηρουλάριο και όχι την Εκκλησία της ΚΠολης ή άλλη Εκκλησία) και έκτοτε οι συναντήσεις πύκνωσαν, συστάθηκαν δε και επιτροπές θεολογικών διαλόγων, που κατά καιρούς συνεδριάζουν, με θέματα, όπως το πρωτείο, το Φιλιόκβε και άλλα. Έκτοτε άρχισαν να γίνονται και επισκέψεις των Πατριαρχών της Ανατολής προς τον Πάπα της Ρώμης και ειδικά επισκέψεις και του Πάπα στο Φανάρι, στις θρονικές εορτές, όπου εκεί επισυμβαίνουν και συμπροσευχές ή ακόμη και σε κάποιες άλλες συναντήσεις σε συνέδρια και σε μεικτές επιτροπές. Η στάση αυτή και ειδικά οι συμπροσευχές έχουν δυσαρεστήσει ορισμένους παραδοσιακούς κληρικούς και πιστούς, οι οποίοι αρχίζουν να δημιουργούν αντιδράσεις και να εκφράζονται σε ένα ρεύμα αντίθετο σε διαλόγους και συμπροσευχές, την λεγόμενη αντι-οικουμενιστική κίνηση. Κάποιοι, περισσότερο ζηλωτές, προχωρούν ακόμη και σε αποτειχίσεις από Επισκόπους, τους οποίους κατηγορούν ως οικουμενιστές, ακόμη και ως αιρετικούς.
          Ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα των αντι-οικουμενιστών κατά των Ορθοδόξων Εκκλησιών είναι κυρίως οι ποικίλου είδους συμπροσευχές, που τελούνται μεταξύ Ορθοδόξων και ετεροδόξων στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι Ορθόδοξοι κληρικοί, «συμπροσεύχονται, συνεορτάζουν και συλλειτουργούν με τους αιρετικούς Φράγκους………. και ο ίδιος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος συμπροσευχήθηκε  στις Η.Π.Α. ακόμη και με ιεροφορεμένες παπαδίνες».
        Θεωρείται, ότι οι ανωτέρω συμπροσευχές προκαλούν πράγματι μεγάλο σκανδαλισμό στους πιστούς, καθώς μάλιστα απαγορεύονται αυστηρά από όλους τους αγίους Πατέρες. «Επιπλέον», σύμφωνα με την Επιστολή της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο (13-6-1999), «μία τοιαύτη πρακτική συμπροσευχών αντίκειται σαφώς εις τους Ιερούς Κανόνας της Εκκλησίας………. Εφ’ όσον, άλλωστε, ουδεμία προοπτική διαφαίνεται εις τους ετεροδόξους Χριστιανούς να εγκαταλείψουν τα αιρετικά δόγματα και τας αντευαγγελικάς διδασκαλίας, εις τι θα εξυπηρετήσουν αι συμπροσευχαί, παρά εις την άμβλυνσιν του Ορθοδόξου αισθητηρίου και συγκρητιστικήν σύγκλησιν;»
          Βέβαια ,κάποιοι ισχυρισμοί των αντιδρώντων, ότι Ορθόδοξοι κληρικοί συλλειτουργούν με αιρετικούς είναι τελείως αναληθείς, καθώς ουδεμία ένωση μαζί τους έχει πραγματοποιηθεί και πιστεύεται, ότι ούτε πρόκειται να πραγματοποιηθεί. Οι δε συμπροσευχές, όσο απογοητευτικές και αν είναι, αποτελούν παραβάσεις Ιερών Κανόνων και μόνο. Ως εκ τούτου η τακτική των αντιδρώντων να χαρακτηρίζουν ως αιρετικούς, όσους συμπροσεύχονται με τους αιρετικούς, και να προτρέπουν σε διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας μαζί τους θεωρείται ότι είναι αντιπατερική. Δεν υπάρχει ούτε ένας Ιερός Κανόνας ή Πατερική διδασκαλία που να εκφράζει τέτοιες απόψεις. Αν επιτρέποντο οι διασπάσεις λόγω της παράβασης των Ιερών Κανόνων και μόνο, τότε σήμερα δεν θα υφίστατο η Ορθόδοξη Εκκλησία. Ως αναληθής τέλος και άνευ σοβαρών αποδείξεων κρίνεται επίσης η άποψη, που κυκλοφορεί, περί δήθεν «συμπεριλήψεως του Πάπα εις τα δίπτυχα, τουλάχιστον από το 1968 και εντεύθεν».
          Ακόμη και ο ιε΄ Κανόνας της ΑΒ΄ Συνόδου, στον οποίονστηρίζονται πολλοί αντι-οικουμενιστές, ομιλεί για διακοπή μνημοσύνου κληρικού που διδάσκει «κατεγνωσμένη αίρεση». Δια τους μη εισέτι καταδικασθέντες κληρικούς όμως που διδάσκουν τέτοια αίρεση, η διακοπή μνημοσύνου είναι δυνητική (προαιρετική) και όχι υποχρεωτική. Αν σκανδαλίζεται ο κληρικός, διακόπτει το μνημόσυνο, αν δεν σκανδαλίζεται, δεν διακόπτει, δεν αφορά δε σε λαϊκούς (άγιος Νικόδημος, "Πηδάλιο", σελ. 358, π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, "Τα δύο άκρα, Οικουμενισμός και Ζηλωτισμός"). Προς τούτο ο Κανόνας αυτός δεν επιβάλλει επιτίμιο σ’ όσους δεν σκανδαλίζονται και δεν διακόπτουν το μνημόσυνο. Αντίθετη άποψη έχει εκφράσει ο π. Ε. Τρικαμηνάς ("Η Διαχρονική συμφωνία των αγίων Πατέρων για το υποχρεωτικό του 15ου κανόνος………."), όπου αναφέρει διάφορες πατερικές θέσεις απομάκρυνσης των Ορθοδόξων από αιρετικούς.
          Η θύελλα των διαμαρτυριών έχει επικεντρωθεί στις συμπροσευχές Ορθοδόξων και Λατίνων, πλην όμως δεν υπάρχει καμία διαμαρτυρία για τις συμπροσευχές Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών, οι οποίες διενεργούνται εδώ και αιώνες! Είναι γνωστόν, ότι οι Μονοφυσίτες έχουν καταδικαστεί από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, με την παραδοχή, ότι ο Χριστός έχει μόνο μια φύση, τη θεία. Αυτό δεν ήταν όμως δυνατόν να αποτρέψει τις συμπροσευχές με τους αιρετικούς αυτούς, οι οποίες ξεκίνησαν και τυπικά 200 χρόνια μετά την καταδίκη τους και συνεχίζονται μέχρι σήμερα αδιάκοπα! Πρόκειται, για την Εκκλησία των Ιεροσολύμων, όπου εκεί έχουμε συμπροσευχές μεταξύ Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών, εδώ και 1370 χρόνια και πιο συγκεκριμένα:
         Με το διάταγμα του Σουλτάνου Ομάρ Χατάμπ, η αφή του Αγίου Φωτός γίνεται με μια συγκεκριμένη εθιμοτυπία: « εθιμοτυπία αύτη βασίζεται επί ρητών διατάξεων των παρ’ ημίν Σουλτανικών ορισμών, εις ένδειξιν των πρωτείων ημών εν τω Πανιέρω Ναώ κατά τα υπό του Ομάρ Χαττάπ και των διαδόχων αυτού χορηγηθέντα προνόμια τω Γένει των Ορθοδόξων Ρωμαίων» (Umar ibn al-Khattab, 640 μ.Χ, Επίσημη ιστοσελίδα Πατριαρχείου Ιεροσολύμων).
         Τι συμβαίνει πράγματι; Το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου, ο Ναός της Αναστάσεως πλημμυρίζει από πιστούς Ορθόδοξους και Μονοφυσίτες (Αρμένιους, Κόπτες και Συροϊακωβίτες), για την τελετή αφής του Αγίου Φωτός. Ο Ορθόδοξος Πατριάρχης εισέρχεται στον Πανάγιο Τάφο για την τελετή, μαζί με Αρμένιο κληρικό. Εκεί αφού προσευχηθούν, ο Πατριάρχης παραδίδει το Άγιο Φως, πρώτα στον αιρετικό κληρικό και κατόπιν μετά το άνοιγμα της θύρας και πριν παραδώσει το Άγιο Φως στους Ορθοδόξους πιστούς, εισέρχονται εντός του Π. Τάφου δυο αιρετικοί κληρικοί (Κόπτης και Συροϊακωβίτης), οι οποίοι παραλαμβάνουν το Άγιο Φως από τα χέρια του Πατριάρχη. Αφού εξέλθουν αυτοί, τότε εξέρχεται ο Πατριάρχης και παραδίδει το Φως στους Ορθόδοξους. Είναι γνωστό από τους Ι. Κανόνες, ότι συμπροσευχές με αιρετικούς απαγορεύονται με την ποινή της καθαίρεσης. Άραγε, μήπως υπάρχουν συμπροσευχές που επιτρέπονται και δεν υπάρχει επιτίμιο ή η μακρόχρονη πρακτική κατακυρώνει παράδοση, μιας και οι σχετικές τελετές χρονολογούνται από τον 7ο αι; Γιατί, άλλες συμπροσευχές, σε άλλα σημεία του κόσμου επικρίνονται σφόδρα και για τις συγκεκριμένες (όπου μετέχουν κληρικοί και λαϊκοί) τηρείται σιγή ιχθύος;
          Επανερχόμεθα στον άγιο Μάρκο και τη συμπεριφορά του στους Λατίνους και την συγκρίνουμε με την συμπεριφορά π.χ. του Πατριάρχη Βαρθολομαίου με τους Λατίνους. Ο άγιος Μάρκος ασφαλώς ήξερε, ότι ο Πάπας ήταν αιρετικός. Τότε γιατί αυτή η παρεξηγήσιμη συμπεριφορά του; Μπορούμε να διερευνήσουμε τα κρυπτά της καρδίας του; Υποθέτουμε, ότι το έπραξε σαν ύστατη προσπάθεια ένωσης με τους Λατίνους (κατά τη δική του έκφραση) και όχι επιστροφής τους, η οποία προσπάθεια τελικά απέτυχε. Μήπως ο Πατριάρχης ακολουθεί την τακτική του αγίου Μάρκου, για την ένωση; Μπορεί να εμβαθύνουμε στα κρύφια της καρδίας του; Εικασίες μπορούμε να κάνουμε: Εάν η πρόθεσή του είναι αγαθή και συμβεί κάποιο θετικό βήμα (πράγμα φοβερά δύσκολο, αν όχι ουτοπικό), τότε θα υπάρξει έπαινος. Αν όμως η πρόθεσή του δεν είναι αγαθή, αν είναι ύπουλη, αν σκοπεύει σε ίδιον όφελος, αν καταστρατηγεί το δόγμα, αν ωθεί την καθόλου Εκκλησία στο βόθυνο, τότε η καταδίκη του είναι σίγουρη. Ελπίζουμε να ισχύει το πρώτο, προς δόξαν Θεού! Εμείς όμως άχρι καιρού και με οδηγό το «κατ’  οικονομίαν» (όπως ακριβώς έκανε και ο άγιος Μάρκος), οφείλουμε να είμαστε πολύ προσεκτικοί και συγκρατημένοι.

Πηγές

Βικιπαίδεια: Λήμμα: Εφέσου Μάρκος.
Βασιλειάδη Ν.: Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ένωσις των Εκκλησιών.
Βλαστού Κάλλιστου: Δοκίμιον ιστορικόν περί του Σχίσματος.
Δημητρακόπουλου Α. Ορθόδοξος Ελλάς.
Θεοδωρόπουλου Ε. Τα δυο άκρα, Οικουμενισμός και Ζηλωτισμός.
Θ.Η.Ε. Λήμμα: Μάρκος Ευγενικός.
Καρμίρη Ι.: Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.
     Λαρεντζάκη Γρ.: Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ενότητα των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως.
     Παπαδάκη Β. Αρχιμ. Το Σχίσμα του ζηλωτικού Παλαιοημερολογιτισμού.
     Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Επίσημη ιστοσελίδα.
     Πηδάλιον. ιε΄ κανόνας ΑΒ΄ Συνόδου.
     Πισιδίας Μεθόδιου: Έλληνες και Λατίνοι.
     Ράνσιμαν Στ.  Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα.
     Συρόπουλου Σ. Απομνημονεύματα.
    Τρικαμηνά Ε. Η Διαχρονική συμφωνία των αγίων Πατέρων για το υποχρεωτικό του 15ου Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.
    Gill I. Actorum Graecorum Cincilii Fiorentini (AG)
    Μansi 31Α, 885D

    Σημείωσις: Έχουμε την γνώμη, ότι σ' αυτό το κείμενο  ο  αγαπητός  φίλος και  εξαιρετικός  ερευνητής κ. Ιω. Καρδάσης, Χημικός - Οικονομολόγος,  ατύχησε  στην προβληματική  του. Διότι, άλλο  η  ενωτική  προσπάθεια  του  αγ. Μάρκου (η  οποία  άλλωστε  του  επιβλήθηκε  άνωθεν, από  την  πολιτική  του  Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου  έναντι  του  Οθωμανικού  κινδύνου)  και  άλλο  ο  Οικουμενισμός, θεωρητικός και πρακτικός (εν  οις  και  ο Νεοημερολογιτισμός), ο  οποίος  ακυρώνει  την  μοναδικότητα  της  Εκκλησίας  και  την εξισώνει  με  την  πανσπερμία  των αιρέσεων.  Αυτά  επί  του  παρόντος, εν  αγάπη, πολλή  αγάπη  προς  το  πρόσωπο  του  συντάκτη.
          

 

.

 

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Η ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΝΥΣΣΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ


  Τοῦ κ. Ιωάννη  Καρδάση

Το ότι η σωτηρία είναι θεραπεία και η παραδείσια ζωή σ’ όλες της τις φάσεις, τρυφή στη μέθεξη του Θεού, φιλία, κοινωνικότητα και αγάπη, προξένησε στην Ορθόδοξη παράδοση ένα ρήγμα, ένα θεολογούμενο που αντιτίθεται στον απόλυτο προορισμό της Δυτικής θεολογίας: Πρόκειται για την αποκατάσταση των πάντων, μια διδασκαλία που την εκπροσωπούν κυρίως ο Ωριγένης, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Μάξιμος Ομολογητής. Εξάπαντος δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στη Δύση, ως κατάληξη του νομικού πνεύματος έχουμε τον απόλυτο προορισμό, ενώ στην Ανατολή ως κατάληξη της ιαματικής σωτηρίας έχουμε την αποκατάσταση των πάντων, ως θεολογούμενο και όχι ως δόγμα. Διαφορετικά πράγματα θα ήταν αδιανόητο να περιμένει κανείς. Γι’ αυτό η αποκατάσταση είναι αξιοπρόσεκτη, από ορθόδοξη άποψη, μόνο για τις θεολογικές και σωτηριολογικές προϋποθέσεις, και καταλήγει όχι σε δόγμα, αλλά σε θεολογούμενο. Η αποκατάσταση των πάντων κατά κανένα τρόπο, δεν συγκρούεται με τη διδασκαλία για την αιώνια κόλαση. Άλλο αιωνιότητα του Θεού και άλλο αιωνιότητα των κτισμάτων. Τα κτίσματα έχουν αρχή γένεσης και μπορούν να είναι ατελεύτητα, επειδή το θέλει ο Θεός χωρίς καμιά κτιστή αναγκαιότητα. Έτσι, οφείλουμε να καταλάβουμε καλά τη διάκριση κτιστού-ακτίστου της Πατερικής θεολογίας. Όμως δεν είναι μπορετό και νοητό να αποδίδουμε στα κτίσματα τις ιδιότητες του φύσει άναρχου και ατελεύτητου Θεού. Η Ορθόδοξη θεολογία οφείλει να εξάρει τις σωστές αφετηρίες και προϋποθέσεις αυτής της αποκατάστασης:
1/ Η σωτηρία είναι θεραπεία των τραυμάτων του κατ’ εικόνα Θεού. 2/ Η αθανασία είναι αποτέλεσμα της μέθεξης στις θείες ενέργειες. 3/ Η τελείωση φθάνει στα όρια της θέωσης. 4/ Η παραδείσια ζωή είναι φιλία, έρωτας και κοινωνία με το Θεό. 5/ Η κόλαση είναι ακριβώς το αντίθετο, «αμεθεξία», «ακοινωνησία», αφιλία και ανέραστη ζωή. 6/ Βασικό ρόλο ως προς την αποδοχή μόνο της δωρεάς του Θεού διαδραματίζει το αυτεξούσιο. 7/ Το κακό είναι μη όν, είναι παρυπόσταση.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, ο μεγάλος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας (335-390) είναι, μετά τον Ωριγένη, ο κυριότερος ίσως υποστηρικτής της ιδέας, ότι τελικά θα σωθούν οι πάντες. Έχει ονομαστεί όχι άδικα «το άνθος της Ορθοδοξίας». Από τη στιγμή που σε ηλικία 35 ετών χειροτονήθηκε Επίσκοπος (το 372) και μέχρι το θανατό του, ήταν μαζί με τον Δίδυμο της Αλεξάνδρειας και τον Διόδωρο της Ταρσού εντελώς ανεμπόδιστοι εκφραστές του Ουνιβερσαλισμού (ουνιβερσαλισμός = ολοκρατία, καθολικότητα, από το universalis = καθολικός. Είναι κάθε θεωρία, που θεωρεί την πραγματικότητα ως ένα μοναδικό όλο και αντιτίθεται στον ατομικισμό). Ο Γρηγόριος (όπως και όλη η οικογένειά του και κυρίως ο αδελφός του Μ. Βασίλειος) θεωρούσε τον Ωριγένη ως πνευματικό του πατέρα και διδάσκαλο.
Ο μεγάλος Δυτικός θεολόγος και ιστορικός William Barclay (Why I am a convinced Universalist, William Barclay: A Spiritual Autobiography, σελ. 65-67, William B Eerdmans Publishing Company, Grand Rapids, 1977), γράφει τα εξής για τον μεγάλο αυτόν Πατέρα της Εκκλησίας: «Ο Γρηγόριος Νύσσης έδωσε τρεις λόγους για την πίστη του στην Αποκατάσταση. Πρώτα, επικαλέστηκε τον χαρακτήρα του Θεού. ‘Όντας Αγαθός, ο Θεός έχει έλεος για τον αμαρτωλό άνθρωπο, όντας Σοφός, δεν αγνοεί τα μέσα, που χρειάζονται για να τον αποκαταστήσει. Δεύτερον, δήλωσε ότι πίστευε στην Αποκατάσταση, επειδή αναγνώρισε το πρόβλημα του κακού, το οποίο μην έχοντας δική του ύπαρξη, καθότι είναι αρνητικό, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει για πάντα, κάποτε θα πάψει να υπάρχει. Τρίτον, πίστευε στην ευεργετική φύση της τιμωρίας. Αναγνώρισε ότι η κάθε Θεϊκή τιμωρία έχει διορθωτικό σκοπό»
Αν και η ιδέα ότι τελικά θα σωθεί ακόμα και ο Σατανάς θεωρούνταν την εποχή του επικίνδυνη, ως «εξωτερική» διδασκαλία, ο Γρηγόριος Νύσσης δε δίστασε να γράψει, ότι ο Χριστός ελευθερώνει όχι μόνο όλους τους ανθρώπους από την κακία, αλλά θεραπεύει ακόμα και τον ίδιο τον «εφευρετή» της κακίας· «τον τε άνθρωπον τες κακίας ελεύθερον και αυτόν τον τες κακίας ευρετήν ιώμενος» (1). Κανένας δεν τόλμησε να τον «επιτιμήσει» για την μαρτυρία του αυτή.
Στο έργο που έγραψε ο Νύσσης επάνω στο Άσμα Ασμάτων, διαβάζουμε: «Οι πάντες θα κοιτάξουν προς τον ίδιο σκοπό και θα καταστραφεί το κάθε είδους κακό. Ο Θεός θα είναι τα πάντα εν πάσι,και οι πάντες θα είναι ενωμένοι σε κοινωνία με το Θεό». Σχολιάζοντας τον Ουνιβερσαλισμό του Απ. Παύλου ο «υπερ-Ορθόδοξος» Γρηγόριος έγραψε και τα εξής: «Τί εννοεί ο Απ. Παύλος; Εννοεί ότι μία μέρα η φύση του κακού θα εξαφανιστεί εντελώς και ότι η θεϊκή και αθάνατη καλοσύνη θα αγκαλιάσει όλα τα λογικά κτίσματα, ώστε από όλα όσα δημιουργήθηκαν από τον Θεό, να μην είναι ούτε ένα εξόριστο από τη βασιλεία Του, όταν όλο το κακό ...διαλυθεί και καταναλωθεί μέσα στο καθαρτήριο πυρ». Επίσης γράφει: «Αυτό είναι και το τέλος (ο τελικός σκοπός) της ελπίδας μας, ότι τίποτα δε θα παραμείνει ενάντιο στο καλό, αλλά η θεϊκή ζωή, διαπερνώντας τα πάντα, θα καταστρέψει εντελώς τον θάνατο...έχοντας πρώτα καταστρέψει την αμαρτία...κ.λπ.» (2).
Ο Νύσσης ακολούθησε το παράδειγμα των προγενέστερων Ουνιβερσαλιστών Πατέρων όταν με τη σειρά του ερμήνευσε το κλασσικό εδάφιο Κορινθ. Α΄ 15. 28 με παρόμοιο τρόπο: «Είναι φανερό ότι ο Θεός θα είναι αληθινά ‘εν πάσι’ όταν δε θα υπάρχει καθόλου το κακό, όταν κάθε δημιούργημα θα βρίσκεται σε αρμονία, και κάθε γλώσσα θα ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος, όταν κάθε κτίσμα θα έχει γίνει ένα σώμα. Τώρα, όπως έχω πει και άλλες φορές, το σώμα του Χριστού είναι όλη η ανθρωπότητα (κυριολεκτώ. ‘πάσα η ανθρώπινη φύσις’)» (3).
Όσον αφορά το νόημα της «υποταγής» των πάντων στον Χριστό, ο Νύσσης αναφέρθηκε έμμεσα στον Ωριγένη, ο οποίος είχε ερμηνεύσει την «υποταγή» κάτω από το φως του Ψαλμού 61. 2 «δεν θα υποταχθεί η ψυχή μου στον Θεό;», ταυτίζοντας με αυτόν τον τρόπο την «υποταγή» των πάντων με την σωτηρία τους. Ο Νύσσης συμφώνησε με τον Ωριγένη: «Το σημάδι της υποταγής στον Θεό είναι η σωτηρία όπως έχουμε μάθει». Η φράση «όπως έχουμε μάθει» φυσικά αναφερόταν στην ερμηνεία του Ωριγένη. Σε άλλο σημείο των γραπτών του ο Νύσσης προσθέτει: «Σχετικά με τον σκοπό της σωτηρίας έχει ειπωθεί ότι ο Μονογενής Υιός του Θεού υποτάσσεται στον Πατέρα με τον ίδιο τρόπο, που η σωτηρία του Θεού εξασφαλίζεται για τους ανθρώπους», και «η υποταγή μας έχει να κάνει με την βασιλεία, την αφθαρσία και την μακαριότητα που κατοικεί μέσα μας. Αυτή είναι η έννοια του Απ. Παύλου σχετικά με την υποταγή στον Θεό».
Αξιοσημείωτη είναι και η αναφορά του Νύσσης στην συμβολική σημασία της όγδοης ημέρας (Κυριακής), ως ημέρας ανάστασης, κατά την οποία θα ελευθερωθεί ολόκληρη η κτίση από την φθορά, ενώ με παρόμοιο τρόπο αντιλήφθηκε τον συμβολισμό της όγδοης ημέρας και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Όπως γράφει ο David A. Salomon: «Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, βλέπει την όγδοη ημέρα ως την οκτάδα του Πάσχα, όταν όλη η κτίση, τόσο η πνευματική όσο και η υλική, θα αποκατασταθεί εντελώς... Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει την λέξη αποκατάσταση (των πάντων), ένα θέμα το οποίο αγαπούσε πολύ ο φίλος του Γρηγόριος Νύσσης. Παρόλο που ο Νύσσης δεν συμπεριλαμβάνει την λέξη αποκατάσταση στην εισαγωγή στο έργο του σχετικά με τον έκτο Ψαλμό, το μήνυμά της είναι πασιφανές..... Παρόλο λοιπόν που λείπει η λέξη αποκατάσταση, η έννοιά της σχετικά με την όγδοη ημέρα είναι ξεκάθαρη. Αργότερα, στο ίδιο έργο συναντάμε την λέξη αυτή αναφορικά με την εξαφάνιση του κακού» (4) Ο Νύσσης γράφει ότι η προσωρινή παρουσία του κακού, το οποίο φυτρώνει σαν μία ταραχοποιό ρίζα: «θα παρέλθει και θα εξαφανιστεί στην αποκατάσταση των πάντων»
Ο Γρηγόριος δεν μπορούσε να διανοηθεί την ύπαρξη της αμαρτίας εις την αιωνιότητα. Σε σχόλιά του επάνω στους Ψαλμούς του Δαβίδ γράφει: «Στην αποκατάσταση των πάντων στην αγαθοσύνη, η αμαρτία θα εξαφανιστεί εντελώς και δε θα μείνει ούτε ένα ίχνος της» Και πάλι στα σχόλιά του για τους Ψαλμούς: «Ούτε η αμαρτία υπήρχε αιώνια ούτε θα υπάρχει αιώνια». Η φρασεολογία του Γρηγορίου φανερώνει ότι ακόμα και στις μέρες του, οι επίμαχες φράσεις «αιώνια κόλαση», «αιώνια τιμωρία», «αιώνιο πυρ», «αιώνια κρίση», κλπ., δεν είχαν την έννοια κάποιας αμετάκλητης κατάστασης «χωρίς τέλος». Γράφει: «Οποιοσδήποτε αναλογιστεί τη θεϊκή δύναμη μπορεί να καταλάβει εύκολα, ότι ο Θεός μπορεί στο τέλος να αποκαταστήσει μέσω της αιώνιας τιμωρίας και των εξαγνιστικών παθών ακόμα και εκείνους που βρέθηκαν στα έσχατα της κακίας». Και πάλι επάνω στους Ψαλμούς γράφει «Η ψυχή που είναι ενωμένη με την αμαρτία πρέπει να δοθεί στο πυρ, ώστε ότι είναι αφύσικο και ακάθαρτο να αφαιρεθεί, και να καταναλωθεί από το αιώνιο πυρ».
Με ποιόν πρέπει να συμφωνήσουμε, με τον Αυγουστίνο που δίδαξε ότι η αιώνια τιμωρία δεν θα έχει τέλος ή με τον Γρηγόριο Νύσσης που δίδαξε ότι η αιώνια τιμωρία θα εκπληρωθεί και θα λήξει με την τελική σωτηρία των αμαρτωλών; Και οι δύο ήταν μεγάλοι πατέρες της αρχαίας εκκλησίας, ο ένας της Δύσης και ο άλλος της Ανατολής. Και οι δύο ανακηρύχθηκαν άγιοι. Και οι δύο όμως δεν μπορεί να είχαν δίκιο. Πιστεύουμε, ότι ο Γρηγόριος Νύσσης είχε πιό ανεπτυγμένη θεολογία και από ότι φαίνεται γνώριζε καλύτερα τι εστί Θεός και αφουγκραζόταν την καρδιά του Χριστού.
Σε ένα εκτενές έργο (40 κεφάλαια) που ετοίμασε με σκοπό να κατηχήσει τους μαθητές θεολογίας σχετικά με την αρμονία του Χριστιανισμού με τα ένστικτα της ανθρώπινης καρδιάς, ο Γρηγόριος αντηχεί και πάλι τα λόγια του Ωριγένη καθώς γράφει για: «την εξολόθρευση του κακού, την αποκατάσταση των πάντων και για την τελική αποκατάσταση των πονηρών ανθρώπων και πνευμάτων στην μακαριότητα της ένωσης με τον Θεό, ώστε ο Θεός να είναι ‘τα πάντα εν πάσι’, αγκαλιάζοντας τα πάντα όσα είναι δημιουργημένα με συνείδηση και με λογική» (5)
Όπως και όλοι οι υπόλοιποι Ουνιβερσαλιστές έτσι και ο Γρηγόριος δίδασκε, ότι εάν δεν θεραπευθεί η ψυχή του ανθρώπου από την αμαρτία σε αυτήν τη ζωή, «θα θεραπευθεί στην άλλη ζωή». Δίδαξε επίσης: «Όταν ο θάνατος πλησιάσει τη ζωή, το σκοτάδι το φως, και το φθαρτό το άφθαρτο, τότε το κατώτερο (θάνατος, σκοτάδι, φθαρτό) καταργείται και εξαφανίζεται, και αυτό που καίγεται οφελείται, όπως όταν οφελείται το χρυσάφι όταν καθαρίζεται από τη φωτιά.....με τον ίδιο τρόπο, κατά τη διάρκεια των μεγάλων κύκλων του χρόνου, όταν η κακιά φύση.....αφαιρεθεί, τότε ολόκληρη η κτίση θα δοξολογήσει με μία φωνή, και θα ευχαριστήσουν το Θεό, τόσο εκείνοι που τιμωρήθηκαν όσο και εκείνοι που δε χρειάστηκαν την καθαρτήρια τιμωρία». Τα διασωθέντα έργα του Νύσσης είναι γεμάτα από παρόμοιες αναφορές στην Αποκατάσταση.
Ο Ουνιβερσαλισμός του Νύσσης ενοχλεί ιδιαίτερα τους υποστηρικτές του δόγματος της κόλασης, ακριβώς επειδή ο Πατέρας αυτός θεωρείται τόσο ορθόδοξος και κατέχει τέτοια περίοπτη θέση στον κατάλογο των αγίων, που είναι υπεράνω κάθε κατηγορίας για αίρεση. Τόση ήταν η ενόχληση που προκαλούσε και τόση η απήχηση του Ουνιβερσαλισμού του Γρηγορίου ακόμα και στο σκοτάδι του 8ου αιώνα, που ο τότε επίσκοπος ΚΠόλεως Γερμανός Α΄ (730 μ.Χ.) πρότεινε τη θεωρία, ότι τα αποσπάσματα στα έργα του Γρηγορίου, που διδάσκουν Ουνιβερσαλισμό ήταν νόθα και τα είχαν προσθέσει αιρετικοί. Κανένας σοβαρός ιστορικός δεν υποστηρίζει όμως κάτι τέτοιο. Ο Ουνιβερσαλισμός είναι αναπόσπαστο στοιχείο στο όλο θεολογικό σύστημα του Γρηγορίου (όπως και στου Ωριγένη) και είναι αδύνατο να αφαιρεθούν οι τόσες πολλές αναφορές επάνω στο θέμα αυτό. Εάν αφαιρεθούν δεν θα μείνει τίποτα! Ένας πολέμιος του Ουνιβερσαλισμού μάλιστα, ο ιστορικός Daille χαρακτήρισε τη θεωρία του Γερμανού ως «την ύστατη και απελπισμένη προσπάθεια ορισμένων, που με ανόητο τρόπο θεωρούν τους αρχαίους πατέρες ως αλάθητους, επειδή ολόκληρες οι ομιλίες του Γρηγορίου Νύσσης είναι τόσο βαθειά μολυσμένες με την αιρετική αυτή διδασκαλία (Ουνιβερσαλισμό), που αποκλείεται να την πρόσθεσε κάποιος άλλος, εκτός από τον ίδιο τον συγγραφέα» (6). Όλοι οι μεγάλοι ιστορικοί της Εκκλησίας, ακόμα και οι πιο «ορθόδοξοι» αναγνωρίζουν τον Ουνιβερσαλισμό του Γρηγορίου Νύσσης.
Εάν τα γραπτά του Γρηγορίου Νύσσης (ή άλλου Πατέρα) αλλοιωθήκαν ή ακρωτηριάσθηκαν, σίγουρα θα ισχύει το αντίθετο και θα αφαιρέθηκαν αντί να προστέθηκαν αποσπάσματα που διακηρύττουν τον Ουνιβερσαλισμό. Η ιστορία (και οι πηγές της), όπως όλοι γνωρίζουμε, γράφεται από τους νικητές, και στην περίπτωση του Ουνιβερσαλισμού, η ιδέα αυτή δεν άρεσε καθόλου στους εκάστοτε εξουσιομανείς ηγέτες της Εκκλησίας, ιδιαίτερα μετά την εποχή του Ιουστινιανού.
Το 381 μ.Χ στην ΚΠολη, ο Γρηγόριος Νύσσης ήταν ουσιαστικά ο πνευματικός ηγέτης της ομώνυμης Οικουμενικής Συνόδου, όπου και συνέταξε τα άρθρα, που προστέθηκαν στο σύμβολο της Νίκαιας. Σίγουρα ο έκδηλος Ουνιβερσαλισμός του Νύσσης δεν ενοχλούσε κανένα μέλος της Συνόδου, τα περισσότερα μέλη της οποίας (συμπεριλαμβανομένου και του «προέδρου» Γρηγόριου Θεολόγου), ίσως και να συμμερίζονταν τις απόψεις του.
Τα περί της αποκαταστάσεως, δηλ. της επαναφοράς των πάντων στην ορθή ως προς τον Θεό σχέση, όπως υπήρχε προ της πτώσεως, δηλ. την αποκατάσταση στην προπτωτική κατάσταση, βρίσκουμε στην Κ.Δ.: «ον δει ουρανόν μεν δέξασθαι άχρι χρόνων αποκαταστάσεως πάντων ων ελάλησεν ο Θεός δια στόματος πάντων αγίων αυτού προφητών απ’ αιώνος» (Πρ. 3. 21). Οι χρόνοι αυτοί συμπίπτουν προς τους χρόνους εσχατολογικής αποκαταστάσεως της βασιλείας του Ισραήλ, αλλά δεν περιλαμβάνουν μόνον τον Ισραήλ. Βέβαια, από το ανωτέρω χωρίο δεν καταφαίνεται, αν η αποκατάσταση των πάντων θα πρέπει να νοηθεί ωριγενικώς ή όχι. Η αποκατάσταση των πάντων δηλούται επίσης και στα χωρία: «Ηλίας μεν έρχεται πρώτον και αποκαταστήσει πάντα» (Μτ. 16. 11), «Ηλίας μεν ελθών πρώτον αποκαθιστά πάντα» (Μκ. 9. 12), όπου εκεί η αποκατάσταση αφορά τον ηθικό τομέα. Κάτι παρόμοιο βρίσκουμε και στον Μαλαχία: «Εγώ θα σας στείλω τον Ηλία τον προφήτη, προτού έρθει η μεγάλη και φοβερή ημέρα, που εγώ ο Κύριος θα επιφέρω την τιμωρία μου» (3. 21).
            Επομένως, κατά τους θεολόγους της αποκατάστασης των πάντων, δηλαδή τον Ωριγένη (με την κακόδοξη πλευρά), τον Γρηγόριο Νύσσης, τον Γρηγόριο Θεολόγο, τον Δίδυμο τον Τυφλό (Α. Θεοδώρου), αλλά και το Μάξιμο Ομολογητή (Ν. Ματσούκας), λόγου χάρη (από την μη κακόδοξη πλευρά), ο Θεός τη παρατάσσει των αιώνων καταργεί τη μνήμη του κακού. Ο Μάξιμος  Ομολογητής μάλιστα διασαφηνίζει τούτο το δόγμα λέγοντας ότι τούτη η αποκατάσταση στην αρχαία τάξη θα γίνει με την επίγνωση και όχι με τη μέθεξη Θεού. Μένει να εξεταστεί τι είναι αυτή η επίγνωση. Το σίγουρο είναι ότι οι κολασμένοι με τον Σατανά χάνουν τη μνήμη του κακού -επομένως την οδύνη- όμως δεν θεώνονται! Και όταν λέμε σίγουρο, εννούμε τη διδασκαλία του Μάξιμου Ομολογητή, πάντοτε όμως υπό τις τόσο ρωμαλέες προϋποθέσεις της Ορθόδοξης θεολογίας, οι οποίες με τον τρόπο αυτό τωόντι καθιστούν αυτή τη θεολογία αντιμανιχαϊκή και αντιδιαρχική, καθαρά και ξάστερα βιβλική.
            Έτσι, μόνο ο τριαδικός Θεός είναι ο μοναδικός τόπος αγαθού. Εξ ου ο εξοβελισμός της ουτοπίας, της οποίας τη θέση παίρνει η αγαθοτοπία. Και μόνο με τούτη τη διάσταση μπορούμε να πούμε κυριολεκτικά ότι ο Θεός είναι η αγάπη, και εξάπαντος ευκολότερα νικάμε την εγωκεντρικότητα, καταλαβαίνοντας καλύτερη τη ρήση του Ελύτη: «Ανθ’ ημών η αγάπη». Σημειώνεται, ότι η κακή εκδοχή του Ωριγένη, περί της αποκατάστασης των πάντων, καταδικάστηκε από την Ε΄ και ΣΤ’ (ως προς το πρόσωπο και τα συγγράμματα) και Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (ως προς τα συγγράμματα και όχι ως προς το πρόσωπο), πλην όμως η καλή εκδοχή του Νύσσης δεν κατηγορήθηκε από καμία Οικουμενική Σύνοδο, αλλά ούτε και από μεμονωμένους Πατέρες, όπως π.χ. τον Μ. Φώτιο, που αναφέρεται σε πλανεμένες απόψεις αγίων ονομαστικά, πλην όμως δεν αναφέρει τον Νύσσης Γρηγόριο. Συγκεκριμένα: Ο Μ. Φώτιος σε μια επιστολή του στον πάπα Νικόλαο δηλώνει απερίφραστα, ότι πολλοί Πατέρες, όπως ο Διονύσιος Αλεξανδρείας, ο Μεθόδιος και ο Ειρηναίος, διετύπωσαν εσφαλμένες απόψεις και συμπληρώνει: «Εμείς δε επειδή προσέξαμε ότι μερικοί άλλοι από τους μακαρίους Πατέρες και διδασκάλους μας πλανήθηκαν σε πολλά σημεία της ακριβούς ερμηνείας των ορθών δογμάτων, τους μεν ισχυρισμούς τους δεν τους αποδεχόμεθα ως προσθήκη στη διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά τα ίδια τα πρόσωπά τους τα ασπαζόμεθα με τιμή» (Μ. Φωτίου, Επιστολαί 1 (ΚΔ΄), Migne 102, 813).
            Ωριγένης. (Κατά Κέλσου 5, 15 PG 11, 1204Α):  «Ότι δε ουχ ως μάγειρόν φαμεν το πυρ επιφέρειν τον Θεόν αλλ’ ως Θεόν ευργέτην των χρηζόντων πόνου και πυρός, μαρτυρήσει και ο προφήτης Ησαΐας, εν ω γέγραπται λελέχθαι προς τι έθνος αμαρτωλών. ότι έχει άνθρακας πυρός καθίσαι επ’ αυτοίς. ούτοι έσονταί σου βοήθεια». «Το πυρ καθάρσιον επάγεται τω κόσμω, εικός δ’ ότι και εκάστω των δεομένων της δια του πυρός δίκης άμα και ιατρείας». (Περί αρχών 2, 10, 8): «Γίνεται νεκρών ανάστασις και γίνεται κόλασις, αλλ’ ουκ απέραντος. Κολαζομένου γαρ του σώματος κατά μικρόν καθαίρεται η ψυχή και ούτως αποκαθίσταται εις την αρχαίαν τάξιν..... Και αποκατασταθήσονται ασεβείς τε και δαίμονες εις την προτέραν τάξιν».
            Γρηγόριος Νύσσης. (Περί ψυχής και αναστάσεως PG 6, 100Α): «Χρη γαρ πάντη και πάντως εξαιρεθήναί ποτε το κακόν εκ του όντος, και όπερ εν τοις φθάσασιν είρηται, το όντως μη ον μηδ’ είναι όλως». (104A-C): «..... Ο δε πάντα γινόμενος και εν πάσι γίνεται. Εν τούτω δε μοι δοκεί τον παντελή της κακίας αφανισμόν δογματίζειν ο λόγος. Ει γαρ εν πάσι τοις ούσιν ο Θεός εσταί, η κακία δηλαδή εν τοις ούσιν ουκ έστιν».
            Μάξιμος Ομολογητής. (Πεύσεις και αποκρίσεις και ερωτήσεις PG 90, 796C): «τρεις αποκαταστάσεις οίδεν η Εκκλησία. Μίαν με την εκάστου κατά τον αρετής λόγον. εν η αποκαθίσταται, τον επ’ αυτών λόγον της αρετής εκπληρώσας. Δευτέραν δε, την της όλης φύσεως εν τη αναστάσει. Την εις αφθαρσίαν και αθανασίαν αποκατάστασιν. Τρίτην δε η και μάλιστα κατακέχρηται εν τοις εαυτού λόγοις ο Νύσσης Γρηγόριος, έστιν αύτη, η των ψυχικών δυνάμεων τη αμαρτία υποπεσουσών, εις όπερ εκτίσθησαν πάλιν αποκατάστασιν. Δει γαρ, ώσπερ την όλην φύσιν εν τη αναστάσει της σαρκός αφθαρσίαν χρόνω ελπιζομένω απολαβείν. ούτω και τας παρατραπείσας της ψυχής δυνάμεις, τη παρατάσσει των αιώνων αποβαλείν τας εντεθείσας αυτή της κακίας μνήμας. και περάσασαν τους πάντας αιώνας, και μη ευρίσκουσαν στάσιν, εις τον Θεόν ελθείν τον μη έχοντα πέρας. Και ούτως τη επιγνώσει ου τη μεθέξει των αγαθών απολαβείν τας δυνάμεις, και εις το αρχαίον αποκαταστήναι και δειχθήναι τον δημιουργόν αναίτιον της αμαρτίας».
            Στο μοναδικό τόπο αγαθού, που είναι ο Θεός σε ολάκερη τη δημιουργία, «σημαίνεται και η Εκκλησία εν τοις μυστηρίοις» κατά το Νικόλαο Καβάσιλα (ερμηνεία της θ. λειτουργίας, PG 150, 452 CD). Η αγαθοτοπία ανακεφαλαιώνει τα πάντα στο σώμα του Χριστού, και έτσι η Εκκλησία γίνεται κάτι μεγάλο ή καλύτερα διευρύνεται στα όρια της κτίσης, καθώς μετέχει στη δόξα της βασιλείας του Θεού. και πάλιν οφείλει κανείς να τονίσει ότι για το Σατανά και τους δαίμονες τελικά δεν μένει χώρος. Είναι σίγουρος ο εξαφανισμός τους στην εσχατολογική διάσταση του μέλλοντος. Και μάλιστα κάθε στιγμή, κάθε μέρα ο πεπληρωμένος με αγιοσύνη βλέπει πραγματικά τούτο τον εσχατολογικό μηδενισμό του Σατανά, ο οποίος άλλωστε στα μάτια του αγίου σ’ όλη τη συνεχιζόμενη διαδρομή φαίνεται να χάνει τη δύναμή του, κι’ ας αποθρασύνονται οι σατανόμορφοι άνθρωποι. Άλλωστε παραμένει αμέριστη η αγάπη, ακόμη και προς τα διαμονισμένα πλάσματα, εφ’ όσον κυριαρχεί η αγάπη και μια τέτοια αγάπη ελπίζει σταθερά να σβήσει η μνήμη του κακού. Είναι χαρακτηριστική η διατύπωση του αγίου Ιωάννη Σιναϊτη: «Ο όντως ερών αεί το του φιλουμένου πρόσωπον φαντάζεται, και τούτο ένδον ενηδόνως περιπτύσσεται ο τοιούτος» (PG 88, 1156C).
            Αλλά και στις μέρες μας ένας μεγάλος θεολόγος, ο π. Γ. Φλωρόφσκυ καταγράφει: «Κόλαση αιώνια δεν μπορεί να υπάρχει, γιατί αυτό θα ήταν ο θρίαμβος του Σατανά!».
            Από την άλλη πλευρά θα αντιτείνει κανείς, ότι «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» και τούτο θα στηριχθεί στα χωρία: «εν δε τω άδη τις εξομολογήσεταί σοι;» (Ψαλμ. 6. 6) και «και καθ΄ όσον απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Εβρ. 9. 27).
            Οι φερόμενες ως απειλές του παντοκράτορα Θεού, οι οποίες παρουσιάζονται ως φοβερές, θα τις εξουδετερώσει τελικά η ανυπολόγιστη φιλανθρωπία Του. Άλλωστε και μετά τα λόγια του Δαβίδ, έγινε οπωσδήποτε μετάνοια στον Άδη. Εννοείται η μετάνοια εκείνων που πίστεψαν εκεί, όταν κατέβηκε ο Κύριος για να τους σώσει. Αλλά και στον Άδη δεν τους έσωσε όλους ο Ζωοδότης Χριστός. Έσωσε μόνον όσους πίστεψαν.
            Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται η προφητεία. Απλά αποδεικνύεται ότι ο πανάγαθος Θεός νικιέται από την αγάπη Του στον άνθρωπο. Το ίδιο έγινε και με τον προφητικό λόγο του Ιωνά: «και ήρξατο Ιωνάς του εισελθείν εις την πόλιν ωσεί πορείαν ημέρας μιάς και εκήρυξεν και είπεν. Έτι τρεις ημέραι και Νινευή καταστραφήσεται» (Ιων. 3. 4). Και όμως δεν καταστράφηκε, γιατί η αγαθότητα του Θεού νίκησε τη δικαιοσύνη Του. Και στον Εζεκία είπε με το στόμα του προφήτη Ησαΐα: «Εν ταις ημέραις εκείναις ηρρώστησεν Εζεκίας εις θάνατον και εισήλθεν προς αυτόν Ησαΐας υιός Αμώς ο προφήτης και είπεν προς αυτόν. Τάδε λέγει Κύριος. Έντειλαι τω οίκω σου, ότι αποθνήσκεις συ και ου ζήση» (Βασιλ. Δ΄ 20. 1). Και όμως δεν πέθανε. Στον Αχαάβ, πάλι έστειλε τον προφήτη Ηλία για να τον προειδοποιήσει: «τάδε λέγει Κύριος. Ιδού εγώ επάγω επί σε κακά και εκκαύσω οπίσω σου και εξολοθρεύσω του Αχαάβ ουρούντα προς τοίχον και συνεχόμενον και εγκαταλελειμμένον εν Ισραήλ» (Βασιλ. Γ΄ 20. 21). Και δεν τα πραγματοποίησε. Το εξηγεί παρακάτω: «Εώρακας ως κατενύγη Αχαάβ από προσώπου μου; ουκ επάξω την κακίαν εν ταις ημέραις αυτού, αλλ’ εν ταις ημέραις του υιού αυτού επάξω την κακίαν» (Βασιλ. Γ΄ 20. 29). Βέβαια, και στις τρεις αυτές περιπτώσεις, έχουμε μια ιδιότυπη μετάνοια, άγνωστη στην Κ.Δ. αλλά πολύ γνωστή στην Π.Δ. Η μετάνοια έρχεται μετά από μια απειλή, απειλή καταστροφής, όπως και γενικότερα η Πίστη, όπου είναι εδώ εξαναγκαστική. Στην Κ.Δ. ισχύει το «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν……….» (άγνωστο στην Π.Δ. όπου ισχύει το «όστις θέλει ή δεν θέλει……….»), η δε μετάνοια είναι μια συντριβή ψυχής, ένας κλαυθμός για τον πρότερο μη έντιμο βίο, χωρίς τη φοβέρα της απειλής και βέβαια ακολουθεί μια εθελούσια αποκατάσταση του δούλου (της Π.Δ.) σε υιό και κληρονόμο της βασιλείας (στην Κ.Δ.). 
Σ΄ όλες αυτές τις περιπτώσεις η αγαθότητά Του νίκησε την απόφασή Του και αυτό θα γίνεται μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, τότε που θα τελειώσει το πανηγύρι, τότε που δεν θα είναι καιρός για βοήθεια, αλλά κάθε άνθρωπος θα βρεθεί μόνος του με το φορτίο του.
            Αλλά και μετά δεν παύει η εκδήλωση της αγαθότητας του Κυρίου. Αν δεν ήτανε έτσι, δεν θα έδινε το δικαίωμα της μνημόνευσης των νεκρών στη θ. λειτουργία, καθώς και στα μνημόσυνα. Αν όλα αυτά ήταν μια κοροϊδία δίχως και κέρδος και ωφέλεια, οπωσδήποτε σε κάποιον από τους πολλούς προγενέστερους θεοφόρους αγίους, πατριάρχες, πατέρες και διδασκάλους θα ερχόταν η φώτιση να σταματήσει η πλάνη.
            Μετά από όλα αυτά θα ρωτήσει κάποιος: «αν είναι έτσι, όλοι θα σωθούν και κανένας δεν θα κολαστεί». Μακάρι να γινόταν κάτι τέτοιο. Είναι η επιθυμία του πανάγαθου Κυρίου. Λέγει ο Ιω. Χρυσόστομος: «Αν δεν πρόλαβες να τακτοποιήσεις όλα τα ζητήματα της ψυχής σου, όσο ζούσες, τότε, έστω και στα τελευταία σου, άφησε εντολή στους δικούς σου να στείλουν μαζί σου τα υπάρχοντά σου, όταν πεθάνεις, να σε βοηθήσουν δηλαδή με αγαθοεργίες, ελεημοσύνες και προσφορές. Έτσι θα κάνεις το Λυτρωτή να σε αντιμετωπίσει με επιείκεια, γιατί αυτά τα δέχεται με ευχαρίστηση».
            Αυτό βέβαια λίγοι το κάνουν και σε λίγες περιπτώσεις, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου: «Κύριε, ει ολίγοι οι σωζόμενοι; ο δε είπε προς αυτούς. αγωνίζεσθε εισελθείν δια της στενής πύλης. ότι πολλοί, λέγω υμίν, ζητήσουσιν εισελθείν και ουκ ισχύσουσιν» (Λουκ. 13. 23-24). Αλλά και πάλιν ο π. Γ. Φλωρόφσκυ διερωτάται: «Δηλαδή, στον μέλλοντα αιώνα, ο άνθρωπος παύει να έχει προσωπικότητα;».
            Γνωρίζοντας λοιπόν, ότι είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν άνθρωποι σ’ αυτή την πρώτη κατηγορία των σωζομένων, οδεύουμε αναγκαστικά στη δεύτερη κατηγορία, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Αποστόλων και των Πατέρων. Έτσι, με την αγαθότητα του Θεού και οι νεκροί ωφελούνται και η φιλανθρωπία αυξάνεται και η ελπίδα της Ανάστασης επιβεβαιώνεται και η προσευχή στο Θεό δυναμώνει και η αγαθοεργία στους πτωχούς απλώνεται.
            Οι θεοφόροι Πατέρες λέγουν, ότι οι πράξεις των ανθρώπων στην ύστατη πνοή τους δοκιμάζονται σαν σε ζυγαριά. Και εάν η δεξιά πλάστιγγα είναι πιο πάνω από την αριστερή, είναι ολοφάνερο πως ο ετοιμοθάνατος θα παραδώσει την ψυχή του στους αγίους αγγέλους. Αν πάλι και οι δυο πλάστιγγες είναι ίσες, νικάει οπωσδήποτε η φιλανθρωπία του Θεού. Μα και εάν ακόμη η ζυγαριά γείρει λίγο προς τα αριστερά, η ευσπλαχνία του Θεού θα αναπληρώσει όσο χρειάζεται, σύμφωνα με την ευχή: «Η θεία χάρις, η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα.....».
Αυτές είναι οι τρεις θείες κρίσεις του Κυρίου: η πρώτη είναι η δίκαιη, η δεύτερη είναι η φιλάνθρωπη, η τρίτη είναι η υπεράγαθη. Μετά από αυτές έρχεται η τέταρτη, όταν οι εφάμαρτες πράξεις είναι βαρύτατες και κυριαρχεί η πώρωση, για την οποία ο ίδιος ο Κύριος λυπάται: «..... συλλυπούμενος επί τη πωρώσει της καρδίας αυτών» (Μάρκ. 3. 5). Οι τοιούτοι έχουν αποξενωθεί από τον Θεόν: «εσκοτισμένοι τη διανοία, όντες απηλλοτριωμένοι της ζωής του Θεού δια την άγνοιαν την ούσαν εν αυτοίς δια την πώρωσιν της καρδίας αυτών» (Εφεσ. 4. 18). Αυτοί δεν πρόκειται να εισέλθουν στην Βασιλεία των Ουρανών, θα παραμένουν στον Άδη και η τιμωρία τους θα είναι να μην μπορούν να ιδούν το πρόσωπο του Θεού και να είναι αποκλεισμένοι από την θεία μακαριότητα. 
ΠΗΓΕΣ

- J.W. HANSON Universalism: The Prevailing Doctrine of the Christian Church During Its First Five-HundredYears
Ο Χάνσον βρήκε το υλικό σχετικά με τον Γρηγόριο Νύσσης και την οικογενειά του κυρίως από τα έργα «Our Holy Father Gregory, Bishop of Nyssa's Thoughts concerning the Life of the Blessed Macrina, his Sister, to the Monk Olympius;» και «Dialogue Concerning Life and Resurrection, with the Opinions of his Sister Macrina;» Leipsic, 1858. Βλέπε επίσης και Πατρολογία Migne τομ. XLVI
«Dialogue Concerning Life and Resurrection, with the Opinions of his Sister Macrina;» Leipsic, 1858, πηγή: Universalism The Prevailing Doctrine Of The Christian Church During Its First Five Hundred Years By J.W. HANSON.
1. Gregory of Nyssa, Catechetical Orations, πηγή: Χάνσον, βλέπε Universalism The Prevailing Doctrine Of The Christian Church During Its First Five Hundred Years
2. Gregory of Nyssa, Life and Resurrection and Letter to the Monk Olympius, πηγή: Χάνσον
3. Cat. Orat. ch. 26, Migne, Tract. Filius subjicietur, on I Cor. xv:28, πηγή: Χάνσον
4. On the Sixth Psalm, Concerning the Octave by Gregory of Nyssa, © David A. Salomon and Richard Mc Cambly, 1996-2000.
5. Gregory of Nyssa, «Sermo Catecheticus Magnus» πηγή: Χάνσον
6. De Usu Patrum, lib. II, cap. 4. πηγή: Χάνσον
- Θ.Η.Ε. Λήμμα: Αποκατάστασις. Α. Θεοδώρου
- ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ Ν.  1/ Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β΄ 2/ Ο Σατανάς
- Ν. ΜΠΑΛΛΑΣ: Η αποκατάσταση των πάντων
-  ΜΠΡΟΥΣΑΛΗ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΥ, Αρχιμανδρίτη, : Σχολιασμός έργων του Γρηγορίου Νύσσης:
1/ Η υποταγή του Υιού στον πατέρα. Το πρόβλημα του κακού, σελ. 78-92.
2/ Η προσδοκία μας (λόγος προς τους πενθούντας. Η αποκατάσταση των πάντων, σελ. 149-151, όπου μεταξύ άλλων καταγράφονται: Ο Γρηγόριος συχνά στο «Λόγο» του αναφέρεται στην επάνοδο του ανθρώπου στην αρχαία μακαριότητα. Η επάνοδος αυτή αποτελεί την κεντρική θέση στη γνωστή διδασκαλία για την αποκατάσταση των πάντων. Σύμφωνα με αυτή το απολυτρωτικό έργο του Χριστού αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ηθικής τάξης, που διασαλεύτηκε από την αμαρτία. Στην αποκατάσταση αυτή δε θα εξαιρεθεί κι αυτός ο Σατανάς (Μ. 45. 68). Πρώτος ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας διατύπωσε τη διδασκαλία αυτή και την ανέπτυξε πλατύτερα ο Ωριγένης. «Τα περί της αποκαταστάσεως των πάντων διδάγματα του Ωριγένους εύρον απήχησιν και εν τω θεολογικώ συστήματι του ετέρου επιφανούς θεολόγου της Αλεξανδρινής Σχολής, Γρηγορίου του Νύσσης» (Ανδρέα Θεοδώρου. Η περί της αποκαταστάσεως των πάντων ιδέα, σελ. 48). ……………..Γράφοντας «κατάλληλον» (Μ. 45. 92) εννοεί το «καθάρσιον πυρ»….. χωρίς όμως και να δίνει περισσότερες εξηγήσεις γι’ αυτό…..Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε, ότι η διδασκαλία του Γρηγορίου για την αποκατάσταση των πάντων είναι διατυπωμένη κατά την πιο ήπια μορφή της σε σύγκριση με εκείνη του Ωριγένη. Παρά ταύτα η Εκκλησία δεν την έχει υιοθετήσει. Την έχει απορρίψει ως δόγμα της, γιατί αντιβαίνει σε πλείστα όσα Γραφικά χωρία που μιλούν για τιμωρία αιώνια των αμαρτωλών, όπως στο Ματθ. 25. 46».
3/ Περί Χριστιανικής τελειότητας. Εισαγωγή. Το πρόβλημα του κακού, σελ. 12-17.
4/ Περί κατασκευής του ανθρώπου. Εισαγωγή. Η αποκατάσταση των πάντων, σελ. 26-35.