Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Η ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Σε προγενέστερο δημοσίευμά μας στους ΝΕΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ (5.3.99) με τον τίτλο: «Οι διαφορές της Ορθόδοξης Εκκλησίας από την Ρωμαιοκαθολική» είχαμε τονίσει, ότι οι διαφορές αυτές είναι τρομακτικές σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην υπάρχει κανένα περιθώριο προσέγγισης, η δε απόσταση που μας χωρίζει κυριολεκτικά απέχει «όσον απέχουσιν Ανατολαί από Δυσμών», διερωτηθήκαμε δε μήπως με τις διάφορες προσεγγίσεις, συσκέψεις, ασπασμούς, κοινές λειτουργίες και εορτασμούς πάμε κατ’ ουσίαν σε μια άνευ όρων υποταγή.
Η πρόσφατη επισήμανση του αγαπητού αναγνώστη κ. Π. ΤΑΡΑΜΠΙΚΟΥ για το ίδιο θέμα (Ν.Α. 7.1.00) και με τις ίδιες, ως διαφαίνεται, ανησυχίες μας ώθησε να επισημάνουμε κάποια ευαίσθητα σημεία, τα οποία δεν είναι τόσο ευδιάκριτα και τα οποία διοχετεύονται και νοθεύουν την Ορθόδοξη Πίστη μας, θέλουμε δε να πιστεύουμε περισσότερο από άγνοια και λιγότερο από σκοπιμότητα, αλλά που αποτελούν θεμελιώδεις και σαφείς θέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Ένα από αυτά είναι και το θέμα της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία πρεσβεύει, ότι ο θάνατος είναι δημιούργημα του διαβόλου, ο δε Λόγος εσαρκώθη για να καταποντίσει το κράτος του θανάτου («θανάτω θάνατον πατήσας»), πράγμα που έγινε με την σταύρωση και ανάστασή Του, για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ο θάνατος είναι δημιούργημα του Θεού, ο δε Λόγος εσαρκώθη και εσταυρώθη προς ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης και για να δώσει το καλό παράδειγμα της αγάπης και της υπακοής ως προϋπόθεση ένωσης με τον Θεό, αυτός δε ο θάνατος θακαταργηθεί με την Δευτέρα Παρουσία.
Η ανωτέρω Ορθόδοξη θέση τεκμηριώνεται από πάμπολλους Πατέρες της Εκκλησίας (Άγ. Ειρηναίο, Μέγα Αθανάσιο, Κύριλλο Αλεξανδρείας, Γρηγόριο Θεολόγο, Ιωάννη Χρυσόστομο, Μάξιμο Ομολογητή, Νικόλαο Καβάσιλα, Γρηγόριο Παλαμά κ.ά.) και αποτελεί την επίσημη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία βασιζόμενη σε Δυτικούς Πατέρες (Αυγουστίνο, Αβελάρδο, Άνσελμο, Θωμά Ακινάτο κ.ά.) εκφράζει την εντελώς αντίθετη δογματική θέση, που εδράζεται στη διαφορετική της άποψη έναντι του προπατορικού αμαρτήματος και της δημιουργίας του Σατανά, τον οποίον θεωρεί ως όργανο και υπηρέτη του Θεού προς τιμωρία του ανθρώπου ένεκα της θείας οργής (ενώ η Ορθόδοξη δογματική θέση είναι εκ διαμέτρου αντίθετη).
Προς επίρρωση των ανωτέρω αναφέρονται ολίγα τινά από πληθώρα Ορθοδόξων κειμένων περί του θέματος αυτού:
Α/ Ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος αναφέρει: «Δεύτερον δε, τις ο λόγος, Μονογενούς αίμα τέρπειν Πατέρα, ως ουδέ τον Ισαάκ εδέξατο παρά του πατρός προσφερόμενον, αλλ’ αντηλλάξατο την θυσίαν, κριόν αντιδούς του λογικού θύματος; Ή δήλον, ότι λαμβάνει μεν ο Πατήρ, ουκ αιτήσας, ουδέ δεηθείς, αλλά δια την οικονομίαν, και το χρήναι αγιασθήναι τω ανθρωπίνω του Θεού τον άνθρωπον. Ιν’ αυτός ημάς εξέληται, του τυράννου βία κρατήσας, και προς εαυτόν επαναγάγη δια του Υιού μεσιτεύσαντος, και εις τιμήν του Πατρός τούτο οικονομήσαντος, ώ τα πάντα παραχωρών φαίνεται. Τα μεν δη Χριστού τοιαύτα, και τα πλείω σιγή σεβέσθω. Ο δε χαλκούς όφις κρεμάται μεν κατά των δακνόντων όφεων, ουχ ως τύπος δε του υπέρ ημών παθόντος, αλλ’ ως αντίτυπος. και σώζει τους εις αυτόν ορώντας, ουχ ότι ζη πιστευόμενος, αλλ’ ότι νενέκρωται, και συννεκροί τας υπ’ αυτόν δυνάμεις, καταλυθείς, ώσπερ ην άξιος. Και τις ο πρέπων αυτών παρ’ ημών επιτάφιος; Που σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, άδη, το νίκος; Τω σταυρώ βέβλησαι, τω ζωοποιώ τεθανάτωσαι. Άπνους, νεκρός, ακίνητος, ανενέργητος, και, ει το σχήμα σώζεις όφεως, εν ύψει στηλιτευόμενος» (Λόγος με΄, Εις το Άγιον Πάσχα, 22, Migne, P.G., 36, 653).
B/ Ο καθ. Ι. Καρμίρης αναφέρει: «Ακόμη και ο όρος «ικανοποίησις» ή «Satisfactio» είναι ξένος προς τους Έλληνας Πατέρας» (Ετερόδοξοι επιδράσεις επί της ομολογίας του ΙΖ΄ αιώνος. Ιεροσόλυμα 1949, σελ. 64, σημ. 3).
Γ/ Ο καθ. π. Ι. Ρωμανίδης αναφέρει: «Η εν τη Δύσει επικρατούσα περί απολυτρώσεως διδασκαλία είναι εν γενικαίς γραμμαίς η περί ικανοποιήσεως θεωρία του Ανσέλμου, η οποία δεν προϋποθέτει ως αναγκαίαν την συνεχή και αδιάκοπον κοινωνίαν και παρουσίαν του Χριστού εν τοις σώμασι των πεφωτισμένων. όπου δε η προϋπόθεσις αύτη δια βιβλικούς λόγους απαντά, είναι δευτερευούσης σημασίας. Εφ’ όσον δια της σταυρικής θυσίας του Κυρίου ικανοποιείται η θεία δικαιοσύνη, δεν υπάρχει πλέον ουσιαστική ανάγκη της διαρκούς και πραγματικής εν τη Εκκλησία παρουσίας Αυτού προς σωτηρίαν των πιστών» (Το προπατορικόν αμάρτημα. Αθήνα 1992, σελ. 2-3).
Παρ’ όλο λοιπόν, που οι δογματικές θέσεις των δυο Εκκλησιών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, καθότι εδράζονται σε διαφορετικές θεωρήσεις του θανάτου, του Σατανά, της πτώσης και της απολύτρωσης του ανθρώπου, παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν και επιζούν οι επιδράσεις από την Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική κατήχηση, κατάλοιπα του σχολαστικισμού και διαφωτισμού, της προσπάθειας δυτικοποίησης της Ορθοδοξίας, της βλαπτικής επίδρασης των ιδεών του Α. Κοραή, ο οποίος αντικατέστησε: α/ την κάθαρση της καρδιάς με την φιλοσοφική ηθική, β/ τον φωτισμό του νου με τον μεταφυσικό φωτισμό της διάνοιας και γ/ την θέωση με το τίποτε και τέλος της εκρίζωσης του μοναχισμού στην χώρα μας από την Βαυαροκρατία. Έτσι φθάνουμε σήμερα να διαβάζουμε σε βιβλίο Ορθόδοξης Κατήχησις : «Δια τούτο ο Θεάνθρωπος προσέφερεν εαυτόν επί του Σταυρού ως σφάγιον εξιλαστήριον, αντιπροσωπεύσας μεν δια της ανθρωπίνης φύσεώς του τον πταίσαντα, παρασχών δε δια της θείας τοιαύτην αμύθητον αξίαν εις τον θάνατόν του, ώστε να κάμψη τα σπλάχνα του Απείρου Θεού. Κατ’ αυτόν τον τρόπον ο υπέρ ημών Σταυρωθείς ικανοποίησε την θείαν δικαιοσύνην, ειρηνοποίησε τα πάντα εν εαυτώ και εδώρησεν εις ημάς την απολύτρωσιν «δια του αίματος αυτού» (Εφεσ. α΄ 7)». (Ιερά Κατήχησις. π. Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ. Έκδοση ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝIΑΣ, Αθήνα 1997, σελ. 56).
Δεν εκπλησσόμεθα για την παρείσφρηση τέτοιων Ρωμαιοκαθολικών δογμάτων σε Ορθόδοξη κατήχηση, γιατί δεν είναι τα μοναδικά, που έχουν εμφιλοχωρήσει, αλλά συγκλονιζόμεθα, όταν τέτοια κείμενα ακούγονται από αναγνώστες στις τράπεζες μονών του Αγ. Όρους, που θεωρείται πλέον ο εναπομείνας Φάρος της Ορθοδοξίας, και από την πείσμονα άρνηση της αντικατάστασής των μετά από σχετικές υποδείξεις. Πρέπει όμως κάποτε να αρχίσουμε, έστω και αργά να αντικαθιστούμε τέτοια κείμενα με αντίστοιχα Ορθόδοξα, ώστε τουλάχιστον να σταματήσουμε σαν Ορθόδοξοι να κατηχούμεθα με θέσεις, που έχουν χαρακτηρισθεί αιρετικές από το ίδιο το σώμα της Εκκλησίας μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου