Τετάρτη 29 Ιουλίου 2009

Ο ΤΟΠΟΣ ΒΑΠΤΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ
Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Ἀρχική δημοσίευση στό Περιοδικό «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου (φ. Ἰανουαρίου 1993, σελ. 14 – 17).

Ὁ τόπος βαπτίσεως τοῦ Μεγάλου Βλαδιμήρου ὑπῆρξε κατά τό παρελθόν σημεῖο τριβῆς μεταξύ τῶν εἰδικῶν. Ὁμάδα Ρώσων ἱστορικῶν μέ ἐπικεφαλῆς τόν E. E. Golubinskii, βασιζόμενη στή μαρτυρία τοῦ ἔργου τοῦ Ρώσου Χρονογράφου Μοναχοῦ Ἰακώβου «Μνήμη καί Ἐγκώμιον» (τοῦ 12ου αἰ.), ἀμφισβήτησε τίς μαρτυρίες τῶν ἄλλων πηγῶν (τίς ὁποίες μάλιστα χαρακτήρισε «νοθεία τῶν Βυζαντινῶν», ἀναγόμενη στόν 12ο αἰ.) καί δέχθηκε, ὅτι ὁ Μεγάλος Βλαδίμηρος βαπτίσθηκε στό Κίεβο ἤ ἀλλοῦ, τρία ἔτη μετά τήν κατάληψη τῆς Χερσῶνος.
Τόν Golubinskii ὑποστήριξαν ὁ N. Zernov (“Vladimir and the origine of the Russian Church”, βλ. “Slavonic and East European Review», τ. 28, 1949 – 1950, σελ. 123 – 138), ὁ A.V. Kartasev (“Dcerki po Istorii Russkoi Tserkvi”, τ. 1ος, 1959, σελ. 114), ὁ G. Vernadsky (“Kievan Russia”, 1948, σελ. 63) καί ὁ N. Boumgarten (“St. Vladimir et la conversion de la Russie”, βλ. “Orientalia Christiana”, τ. 27ος, σελ. 60 – 65), στά πλαίσια τῆς γενικότερης προσπάθειας τῶν Πανσλαβιστῶν τοῦ 19ου καί 20ου αἰ. γιά τήν μείωση τοῦ Ἑλληνικοῦ ρόλου ἀκόμα καί στά μεγάλα γεγονότα τῆς Ἱστορίας τῶν Σλαβικῶν χωρῶν.
Τήν ἀξιοπιστία τοῦ «Ρωσικοῦ Χρονικοῦ» τοῦ ὁσ. Νέστορος τοῦ Χρονικογράφου τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου (+ 1014), ἀποκατέστησε τό 1966 ὁ Ἕλληνας Καθηγητής Βλάσιος Φειδᾶς, ὁ ὁποῖος ἦρε τίς ἀντιθέσεις μεταξύ τῶν πηγῶν μέ ἐμπεριστατωμένη μελέτη του Ἡ πρώτη ἐν Ρωσσίᾳ Ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία καί αἱ Ρωσικαί πηγαί», 1966, σελ. 58 – 75).
Παράλληλα, ἡ ἄποψη περί βαπτίσεως τοῦ Μεγάλου Βλαδιμήρου στή Χερσῶνα, ὑποστηρίχθηκε ἐνωρίτατα ἀπό διαπρεπεῖς ἐκπροσώπους τῆς ἱστορικῆς ἐπιστήμης. Βασιζόμενη στό σύνολο σχεδόν τῶν Ρωσικῶν Χρονικῶν - ἰδιαίτερα στό ἀξιόπιστο τοῦ ὁσ. Νέστορος, καθώς καί στή μαρτυρία τοῦ Ἄραβα Yahya ἀπό τήν Ἀντιόχεια (“Patrologia Orientalis”, τ. 23ος, 1932, σελ. 423 – 424) - ἔγινε στό τέλος τοῦ 18ου αἰ. ὁδηγός τῶν ἀρχαιολογικῶν ἐρευνῶν στή Χερσῶνα, ὅπως δέχεται καί ὁ Σοβιετικός Ἀκαδημαϊκός S. A. Belyaev, κατά τόν ὁποῖο «ἡ ἐπισήμανση τοῦ τόπου τῆς βαπτίσεως ἔπαιξε καθοριστικό ρόλο στό σχεδιασμό τῆς ἀρχαιολογικῆς ἀνασκαφῆς τῆς πόλεως» (S. A. Belyaev, “The Uvarov Basilica ensemble in Cheronese – The place of the baptism and the marriage of Prince Vladimir”, στό Περιοδικό “The Orthodox Word”, φ. 4/1988, σελ. 28 – 48). Μέ ὁδηγό τό «Ρωσικό Χρονικό», τό γνωστό σάν “Primary Chronical”, οἱ πρῶτοι ἐρευνητές προσπάθησαν νά ἐπισημάνουν τό σημεῖο τῆς βαπτίσεως στό τοπογραφικό κέντρο τῆς Βυζαντινῆς πόλεως. Ἡ ἀρχική ἰδέα ἦταν τοῦ Cablitz, ὁ ὁποῖος – κατά τόν Καθηγητή D. V. Ainalov – «τήν διατύπωσε ἤδη ἀπό τό 1786 καί σημείωσε τό ὑποτιθέμενο σημεῖο στήν ἀρχαιολογικό χάρτη» (D. V. Ainalov, “The ruins of a church”, βλ. “Monuments of ancient Chersonese”, τ. 1ος, 1905, σελ. 46 – 48).
Τήν ἀνασκαφή στό σημεῖο πού ὑπέδειξε ὁ Cablitz πραγματοποίησε ὁ Καθηγητής Ν. Ν. Μuzarkevich. Ἡ εὕρεση ἀρχαίου ναοῦ ἔκανε τήν ἄποψη τοῦ Cablitz εὑρύτατα ἀποδεκτή, ἀπό εἰδικούς καί κοινή γνώμη, ἀκόμη καί ἀπό τήν ἄμεσα ἐνδιαφερόμενη Ρωσική Ἐκκλησία. Ἔτσι, μετά ἀπό πρόταση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ὀδησσοῦ καί Χερσῶνος Ἰννοκεντίου (Borisov), κτίσθηκε τό 1861 στό σημεῖο μεγάλος ναός, σέ σχέδια τοῦ, ὁ ὁποῖος περιέλαβε καί τά ἐρείπια τῆς Βυζαντινῆς βασιλικῆς (N. N. Muzarkevich, “A trip to the Crimea”, βλ. «JURNAL OF THE MINISTRY FOR PEOPLE’S EDUCATION», τ. 3ος, σελ. 647 – 648).
Ἡ αὐθεντικότητα τοῦ σημείου πού ἀνέσκαψε ὁ Muzarkevich ἀμφισβητήθηκε ἀρχικά ἀπό τόν A. L. Berthie - Belagarde, ὁ ὁποῖος πρότεινε νά ζητηθεῖ ὁ τόπος τῆς βαπτίσεως στή Βασιλική Uvarov (A. L. Bertie – Belagrade, “Excavations in Chersone”, τ. 1ος, 1982, σελ. 45). Μαζί του συμφώνησαν ὁ Καθηγητής Ainalov καί ὁ ἐπίσης Καθηγητής στό Πανεπιστήμιο τοῦ Καζάν S. P. Shestakov, ἐπειδή ὅμως ὁ Belagrade ἦταν μηχανικός τοῦ Στρατοῦ καί ὄχι ἀρχαιολόγος, ἡ ἄποψή του δἐν ἔτυχε εὑρύτερης ἀποδοχῆς.
Τό θέμα ἐπανέφερε στήν ἐπικαιρότητα ὁ Ἀκαδημαϊκός Belyaev, ἐπικεφαλῆς τῆς ἀποστολῆς στή Χερσῶνα τοῦ Ἰνστιτούτου Ἀρχαιολογίας τῆς Ἀκαδημίας τῶν Ἐπιστημῶν τῆς (τότε) Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, μέ μία διαφορετική ἑρμηνεία τῶν πληροφοριῶν τοῦ Χρονικοῦ τοῦ ἁγ. Νέστορος. Δέχθηκε, δηλαδή, ὅτι ἡ ἔκφραση «στό μέσο τῆς πόλεως» ἔχει περισσότερες πιθανότητες νά σημαίνει «μέσα στήν πόλη», ἀπ’ ὅτι τό τοπογραφικό της κέντρο, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἔκφραση «μέσα στή θάλασσα» σημαίνει περισσότερο «πάνω» καί ὄχι «μέσα» στή θάλασσα. Ὁ ἴδιος ἀρχαιολόγος στήριξε τήν πρότασή του καί στίς ἀκόλουθες ἀξιοσημείωτες παρατηρήσεις:
α. Σύμφωνα μέ τήν λειτουργική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τόν 4ο ἤδη αἰ., τό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος τελοῦσε ὁ Ἐπίσκοπος. Ἕνας Πρεσβύτερος μποροῦσε νά βαπτίσει σέ ἐξαιρετικές μόνον περιπτώσεις, κατ’ ἐντολή τοῦ Ἐπισκόπου. Γιά τόν λόγο αὐτό συνήθως τό μυστήριο τελοῦνταν στήν καθέδρα τοῦ Ἐπισκόπου (A. Almazov, “History of the Service Order and Chrismation”, 1984, σελ. 499 - 522). Ἡ λειτουργική αὐτή πρακτική τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας ἴσχυε καί στή Ρωσική Ἐκκλησία, ὅπως φαίνεται ἀπό τόν 79ο Κανόνα τοῦ Μητροπ. Κιέβου Γεωργίου, ὁ ὁποῖος λέγει: «Ἐάν κάποιος ἔχει στό σπίτι του ναό, ἐπιτρέπεται νά τελεῖται ἐκεῖ ἡ Θεία Λειτουργία. Ἐν τούτοις παιδιά δέν πρέπει νά βαπτίζονται, παρά μόνο στόν Καθεδρικό Ναό» (Ε. Ε. Golubinskii, “History of the Russian Church”, τ. 10ος, 1904, σελ. 421).
β. Σύμφωνα καί πάλι μέ τήν λειτουργική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἀβάπτιστοι δέν εἶχαν δικαίωμα εἰσόδου στούς ναούς. Γιά τοῦτο ἦταν ἀπαραίτητη ἡ ὕπαρξη βαπτιστηρίων, εἰδικῶν – δηλαδή – κτισμάτων, ἀνεξαρτήτητων τῶν ναῶν. Τήν λειτουργική αὐτή πρακτική παρέλαβε καί ἡ Ρωσική Ἐκκλησία, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ ὕπαρξη βαπτιστηρίων σέ ἀρχαίους Ρωσικούς ναούς (λ.χ. ἐκείνου τῆς Ἁγίας Σοφίας τοῦ Κιέβου. Βλ. N. Okunev, “Baptistery of Sophia Cathedral in Kiev”, 1915, σελ. 113 – 137).
Μετά τίς δύο οὐσιώδεις αὐτές ἐπισημάνσεις, ἔπρεπε νά ἀναζητηθεῖ σέ ὁποιοδήποτε σημεῖο καί ὄχι ἀπαραίτητα στό τοπογραφικό κέντρο τῆς Χερσῶνος, ἕνα μνημεῖο πού νά πληρεῖ τά προηγούμενα. Καί τό μοναδικό – τελικά – τέτοιο μνημεῖο ἦταν τό γνωστό στήν ἀρχαιολογική βιβλιογραφία σάν Βασιλική Uvarov.
Ἡ Βασιλική αὐτή εἶναι κατ’ ἀρχήν τό μεγαλύτερο ἀνεσκαμμένο μνημεῖο στή Χερσῶνα, μέ διαστάσεις 96 Χ 38.5 μ. Ἀκόμη, στό κτηριακό της συγκρότημα περιλαμβάνονται Βαπτιστήριο, μία δεύτερη μικρότερη Βασιλική καί ἕνα ἀνεξάρτητο κτήριο, πιθανῶς Ἐπισκοπεῖο. Μάλιστα τό συγκρότημα αὐτό, πού καταλαμβάνει χῶρο δύο οἰκοδομικῶν τετραγώνων, διέθετε ἰδιαίτερο περιτείχισμα.
Ἡ ὕπαρξη τῆς μικρῆς Βασιλικῆς προσφέρει μία ἄριστη ἐξήγηση στήν ἀναφορά κειμένου τοῦ 9ου αἰ. πού ἀναφέρεται στή «μεγάλη Βασιλική» («Vita cum translations S. Clementis”). Τό δέ σύνολο τῆς ΒασιλικῆςUvarov (ἡ μεγαλύτερη ἀπό τίς 12 ἀνασκαμμένες Βασιλικές τῆς Χερσῶνος, προσκείμενα κτίρια καί βαπτιστήριο, τό μοναδικό στήν πόλη), πάντα κατά τόν Ἀκαδημαϊκό Belyaev, ταυτίζεται μέ τόν Καθεδρικό Ναό τοῦ 10ου αἰ. καί κατ’ ἐπέκταση μέ τόν τόπο βαπτίσεως τοῦ Μεγάλου Βλαδιμήρου.
Σχετικά μέ τό ὄνομα τῆς Βασιλικῆς, ἔγιναν ἀπό διαφόρους προσπάθειες πρός δύο βασικές κατευθύνσεις. Ἡ πρώτη προσπαθοῦσε νά δικαιολογήσει τήν ἀσυμφωνία τῶν Χρονικῶν, εἰσάγοντας τήν θεωρία ὅτι ἀλλοῦ βαπτίστηκε ὁ Ἡγεμόνας καί ἀλλοῦ οἱ Βογιάροι του. Ἡ δεύτερη ἀπέδιδε τά μνημονευόμενα ὀνόματα στά διάφορα κτίσματα τοῦ χώρου τῆς Βασιλικῆς Uvarov.
Γιά τά περισσότερα Χρονικά ἡ βάπτιση ἔγινε στό Ναό τοῦ ἁγ. Ἀποστόλου Ἰακώβου, ναός ὅμως μέ τέτοιο ὄνομα (σύμφωνα μέ τό ἔργο, «Περί τῆς μεταφορᾶς τῆς Θαυματουργοῦ Εἰκόνος τοῦ ἁγ. Νικολάου ἀπό τήν Χερσῶνα στό Ζαράϊσκ») ὑπῆρχε στό κέντρο τῆς πόλεως. Οἱ Shakhmatov καί Shestakov δέχονται Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων (βασιζόμενοι στό ἔργο, «Ὁμιλία στήν εὕρεση τῶν Λειψάνων τοῦ Πάπα Κλήμεντος»). Μία Τρίτη τέλος πηγή, ὁ «Βίος τῶν Ἁγίων Ἱεραρχῶν τῆς Χερσῶνος», ἀναφέρει ναό τοῦ ἁγ. Ἀποστόλου Πέτρου (τό ὄνομα αὐτό ὁ V.V. Latyshev ἀπέδωσε ἀρχικά στό Βαπτιστήριο καί στή συνέχεια στή μεγάλη Βασιλική).
Κατά τόν Ἀκαδημαϊκό Belyaev ὑπάρχει μία συνεχής παράδοση ἀπό τόν 4ο αἰ. πού συνδέει τήν μεγάλη Βασιλική μέ Ἀποστολικά ὀνόματα. Ὁ ἴδιος ὑποθέτει, ὅτι ἴσως ὁ ἅγ. Πέτρος εἶναι ὁ μικρός ναός ἀνατολικά, ὁ ἅγ. Ἰάκωβος τό Βαπτιστήριο καί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἡ Βασιλική.
Ἡ θεωρία τοῦ Belyaev πού ταυτίζει τήν Βασιλική Uvarov μέ τόν τόπο βαπτίσεως τοῦ Μεγάλου Βλαδιμήρου, ἔδωσε νέα ὤθηση στήν ἀρχαιολογική ἔρευνα καί μελέτη τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ Βυζαντινοῦ μνημείου τῆς Χερσῶνος. Τό 1984 ὁλοκληρώθηκαν οἱ μελέτες πού εἶχαν ἀρχίσει τό 1979 καί μέ βάση τίς νέες ἀνασκαφές πού ἔγιναν οἱ
N. V. Churkanova καί I.V. Martseniuk προχώρησαν στίς χαρτογραφήσεις καί ἀναπαραστάσεις τῶν μνημείων.
Εἶναι σημαντικό γιά τούς Ὀρθοδόξους Ρώσους τό γεγονός τῆς βαπτίσεως τοῦ πρώτου Χριστιανοῦ Ἡγεμόνα τους, τοῦ Ἰσαποστόλου ἁγ. Βλαδιμήρου τοῦ Μεγάλου, καί δικαιολογημένο κατ’ ἐπέκταση τό ἐνδιαφέρον τους γιά τήν ἐπισήμανση τοῦ τόπου τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ γεγονότος. Ἡ δέ τοποθέτησή του στή Βυζαντινή Χερσῶνα εἶναι γεγονός σημαντικό καί γιά τούς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες, ἀφοῦ ὁ ἐκχριστιανισμός τῶν Ρώσων ὑπῆρξε καρπός τοῦ οἰκουμενικοῦ πνεύματος τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ ὁποίου θεματοφύλακες καί φορεῖς ὑπῆρξαν ἡ Βυζαντινή Αὐτοκρατορία καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἀργότερα δυστυχῶς, ὅπως δέχεται ὁ γνωστός Ρῶσος διανοούμενος Παῦλος Εὐδοκίμωφ, «ἡ οἰκουμενικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας πνίγηκε στά ὕδατα τοῦ Ρωσικοῦ σωβινισμοῦ» (καί ὄχι μόνο τοῦ Ρωσικοῦ, ὅπως διδάσκει ἡ Ἱστορία).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου