Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

ΟΣΙΑ ΑΝΝΑ Η ΣΟΥΗΔΗ (+ 1050)

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Ἀρχική δημοσίευσις στό Περιοδικό «Ὁ Ἐφημέριος» (φ. 6/1991, σελ. 104 – 106). Στή συνέχεια καταχωρεῖται μέ κάποιες βελτιώσεις.

Ἡ Ὁσία Ἄννα ἡ Σουηδή, Μεγάλη Πριγκίπισσα Νόβγκοροντ καί Κιέβου, ἦταν θυγατέρα τῶν Βασιλέων τῆς Σουηδίας Ὄλαφ (τοῦ Οἴκου τῶν Sketkonung) καί Ἐστρίδης. Στή γενέτειρά της ἦταν γνωστή μέ τό ὄνομα παγανιστικό ὄνομα Ἰνγεγέρδη, παρά τό γεγονός ὅτι κατά τό Ἅγιο Βάπτισμα ὀνομάσθηκε Εἰρήνη (κατά τό ἔθος τῶν βόρειων λαῶν). Μέ τό ὄνομα Εἰρήνη ἔγινε γνωστή στήν Κιεβινή Ρωσία, μετά τόν γάμο της μέ τόν Γιαροσλάβο τόν Σοφό. Τό ὄνομα Ἄννα μέ τό ὁποῖο τιμᾶται ἀπό τήν Ρωσική Ἐκκλησία, εἶναι τό μοναχικό της ὄνομα.
Ὁ χρόνος καί οἱ συνθῆκες τοῦ βαπτίσματος τῆς Πριγκίπισσας Ἰνγεγέρδης, δέν εἶναι ἀπαρκῶς γνωστές. Ὁ πατέρας της Ὄλαφ ἀναφέρεται στό Βίο της σάν πρῶτος Χριστιανός Ἡγεμόνας τῆς Σουηδίας. Βαπτίσθηκε πρίν τό ἔτος 1000, στίς πηγές Husaby, κοντά στήν πόλη Skara (ὅπου ἦταν ἡ Ἐπισκοπική Ἕδρα), ἀπό τόν Ἄγγλο Ἐπίσκοπο Σιγφρῖδο. Μέρος τῶν πηγῶν δέχεται, ὅτι τότε βαπτίσθηκε καί ἡ λοιπή Βασιλική Οἰκογένεια, ἄλλοι ὅμως τοποθετοῦν τό βάπτισμα τῆς Πριγκίπισσας μετά τό ἔτος 1000, ἀπό τόν Τουργόθο, πρῶτο Ἐπίσκοπο Σουηδίας, τόν ὁποῖο εἶχε καλέσει ὁ Ὄλαφ ἀπό τήν Βρέμη τῆς Γερμανίας.
Ἄλλες ἁγιολογικές πηγές (ὅπως οἱ Boudot καί Holwesky), μνημονεύουν τήν 30ή Ἰουλίου τήν μνήμη τοῦ «ἁγίου Ὄλαφ τῆς Σουηδίας, Βασιλέως καί Μάρτυρος», μέ ἔτος θανάτου τό 950. Τό συναξάριο τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ ἀναφέρει, ὅτι θανατώθηκε ἀπό τούς ἐχθρούς του ἐπειδή ἀρνήθηκε νά θυσιάσει στά εἴδωλα, στή θέση τῆς σημερινῆς Στοκχόλμης. Ἄν δέν πρόκειται περί χρονολογικοῦ λάθους, πρόκειται περί διαφορετικοῦ προσώπου ἀπό τόν πατέρα τῆς Εἰρήνης.
Ἡ Πριγκίπισσα Εἰρήνη, παρά τό ἔθιμο τῆς ἐποχῆς της πού ἐπέβαλε νά ἀνατρέφονται οἱ βασιλικοί γόνοι μακρυά ἀπό τούς γονεῖς τους, ἀνατράφηκε στά ἀνάκτορα τῆς Οὐψάλας ἀρχικά καί τῆς Σιγκτοῦνα στή συνέχεια (πόλεως πού ἵδρυσε ὁ πατέρας της). Γιά τήν ἐποχή της μορφώθηκε ἱκανοποιητικά καί συνδέθηκε μέ λογίους καί ποιητές, τῶν ὁποίων ὁ πατέρας της ὑπῆρξε προστάτης. Στή Σκανδιναβική Ἱστορία τό ὄνομά της ἀναφέρεται στά σχετικά μέ τήν σύναψη εἰρήνης μεταξύ Σουηδίας καί Νορβηγίας, περί τό 1014 ἤ 1015. (Πρόκειται γιά τό τέλος μιᾶς συνοριακῆς διαμάχης πού ἄρχισε περί τό ἔτος 1000, ὅταν μέ τόν θάνατο τοῦ Βασιλέως τῆς Νορβηγίας Ὄλαφ Trygeyeson, ὁ πατέρας τῆς Εἰρήνης Ὄλαφ Sketkonung κατέκτησε Νορβηγικά ἐδάφη, τά ὁποῖα διεκδίκησε δυναμικά ὁ Ὄλαφ Haraldson).
Τό θέρος τοῦ 1015, πρέσβεις τοῦ Ἡγεμόνα τοῦ Ρωσικοῦ Νόβγκοροντ Γιαροσλάβου τοῦ Σοφοῦ, ζήτησαν σέ γάμο τήν Πριγκίπισσα Εἰρήνη. Ὁ Ὄλαφ δέχθηκε τούς πρέσβεις μέ ἐξαιρετική εὐχαρίστηση. Οἱ λόγοι τῆς ἀποδοχῆς ἀπό πλευρᾶς του τῆς προτάσεως αὐτῆς, δέν εἶναι γνωστοί, ἀπό πλευρᾶς τοῦ Γιαροσλάβου πάντως ὁ γάμος αὐτός εἶχε πολιτικά κίνητρα.
Ὁ Γιαροσλάβος ἦταν γιός τοῦ Μεγάλου Ἡγεμόνα τοῦ Κιέβου Βλαδιμήρου (Ἁγίου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας καί Ἱσαποστόλου, Φωτιστοῦ τῶν Ρώσων) καί πιθανῶς τῆς Πριγκίπισσας Ρογκέντας τοῦ Πολότσκ, ἀπό τόν ὁποῖο τοῦ εἶχε δοθεῖ ἡ Ἡγεμονία τοῦ Νόβγκοροντ. Τό 1014 ὁ Γιαροσλάβος εἶχε ἀρνηθεῖ τήν πληρωμή φόρων στόν πατέρα του καί ὁ Βλαδίμηρος ἀποφάσισε νά ἐκστρατεύσει ἐναντίον του. Τό 1015 ὁ Γιαροσλάβος ζήτησε τήν βοήθεια τῶν Βίκιγκς καί τό ἴδιο ἔτος, σέ μία προσπάθεια νά συμμαχήσει μέ τήν Σουηδία, ζήτησε σέ γάμο τήν Πριγκίπισσα Εἰρήνη. Τελικά ὁ Ρωσικός ἐμφύλιος ἀποφεύχθηκε μέ τόν θάνατο τοῦ Μεγ. Βλαδιμήρου (1015).
Ὁ γάμος τοῦ Γιαροσλάβου καί τῆς Εἰρήνης ἔγινε τό 1016. Προηγουμένως ἡ περιοχή τῆς Λαντόγκας ἀναγνωρίσθηκε σάν προσωπική κτήση τῆς Πριγκίπισσας. Τό ἴδιο ἔτος ὁ Γιαροσλάβος νικήθηκε ἀπό τόν ἀδελφό του Σβιατοπόλκ - διεκδικητή τοῦ Θρόνου τοῦ Κιέβου – καί μεταφέρθηκε μαζί μέ τήν σύζυγό του αἰχμάλωτος στό Κίεβο, ἀπ’ ὅπου δραπέτευσε τό 1018.
Ὁ Σβιατοπόλκ, πρωτότοκος γιός τοῦ Μεγ. Βλαδιμήρου καί διάδοχός του στό Θρόνο τοῦ Κιέβου, γιά νά διατηρηθεῖ στήν ἐξουσία σκότωσε τούς ἀδελφούς του Βόριδα καί Γκλέμπ (+ 1015), τούς ὁποίους ὅμως ἀμέσως ὁ νεοφώτιστος Ρωσικός λαός τίμησε σάν Ἁγίους – Παθοφόρους. Πέθανε ἐξόριστος στή Βοημία τό 1019, μετά τήν ἦττα του ἀπό τόν Γιαροσλάβο.
Ὁ Γιαροσλάβος κατέκτησε τόν Θρόνο τοῦ Κιέβου καί τόν τίτλο τοῦ Μεγάλου Ἡγεμόνα τό 1019 καί τόν κράτησε μέχρι τό θάνατό του, τό 1054. Διεξήγαγε ἐπιτυχεῖς πολέμους κατά τῶν Πετσενέγων, τούς ὁποίους νίκησε τό 1036. Σέ ἀνάμνηση τῆς νίκης αὐτῆς θεμελίωσε τό 1037 τόν Καθεδρικό Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας Κιέβου. Κατά τόν Νικ. Ζέρνωφ ἀναθεώρησε τήν ἐκκλησιαστική πολιτική τοῦ πατέρα του (ὁ ὁποῖος «εὐνοοῦσε τήν ἰδέα μιᾶς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία θά περιλάμβανε ἐξ ἴσου ἀνατολικά καί δυτικά χαρακτηριστικά καί θά παρέμενε αὐτοκυβέρνητη») καί ὑπήγαγε τήν νεοφώτιστη Ρωσική Ἐκκλησία στό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως. Τό γεγονός ἐπισφράγισαν τά ἐγκαίνια τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, τό 1039, ἀπό τόν Ἑλληνικῆς καταγωγῆς Μητροπολίτης Ρωσίας Θεόγνωστο.
Τό γεγονός μαρτυρεῖται ἀπό τόν ἅγ. Νέστορα τόν Χρονικογράφο καί τήν πλειονότητα τῶν Ρωσικῶν Χρονικῶν, ὅμως ὁ Jugie ἀποδίδει τό γεγονός σέ «ἔμπνευση νοθευτῶν», δεχόμενος ὅτι ὁ Γιαροσλάβος «οὐδέποτε ἐπιδείξας συμπάθειαν πρός τό Βυζάντιον, καθ’ οὑ ἐκήρυξεν πόλεμον μετ’ οὐ πολύ, δέν ἠδύνατο νά δεχθῆ τήν ἀπό τοῦ Βυζαντίου ἐξάρτησιν τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας» (βλ. γενικά Βλασίου Φειδᾶ, «Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τῆς Ρωσίας», σελ. 107 – 110 καί 375).
Εἶναι γεγονός, ὅτι γιά πολιτικούς λόγους ὁ Γιαροσλάβος ἦρθε σέ σύγκρουση μέ τό Βυζάντιο (τό 1043 μάλιστα ἐπιτέθηκε κατά τῆς ΚΠόλεως), μέ ἀποτέλεσμα τό 1051 νά ἀναδείξει ἀντικανονικά Μητροπ. Ρωσίας τόν ἐφημέριο τοῦ Ἡγεμονικοῦ Παρεκκλησίου τοῦ Μπερόστοβο Ἰλλαρίωνα, τόν πρῶτο Ρωσικῆς καταγωγῆς Μητροπολίτη Ρωσίας (1051 – 1054). Τό 1054, ἔτος τοῦ θανάτου του, ὁ Γιαροσλάβος ἀποκατέστησε τίς σχέσεις του μέ τό Βυζάντιο καί τό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως καί ὁ Μητροπολίτης Ἰλαρίων ἐξαφανίσθηκε ἀπό τό ἱστορικό προσκήνιο.
Ἐκτός ἄλλων ἵδρυσε τήν πόλη Γιαροσλάβ στόν ποταμό Βόλγα καί ἀναδείχθηκε προστάτης τῶν Γραμμάτων, τῆς Παιδείας καί τῶν Τεχνῶν.
Ἡ Μεγάλη Πριγκίπισσα Εἰρήνη ἔζησε σέ μία ἐποχή μεγάλων πολιτικῶν καί κοινωνικῶν ἀναστατώσεων, ἐμφυλίων πολέμων καί συνεχῶν ταραχῶν, βίωσε ὅμως τό Εὐαγγέλιο καί ἀγωνίστηκε γιά τήν ἐπικράτηση τῶν Χριστιανικῶν ἀρχῶν, τόσο στήν προσωπική καί οἰκογενειακή της ζωή, ὅσο καί στή ζωή τῆς ἡγεμονίας. Δημιούργησε μέ τόν Γιαροσλάβο μεγάλη χριστιανική οἰκογένεια (ἀπέκτησαν 10 παιδιά!), ἀνέθρεψε μαζί μέ τά δικά της παιδιά πολλά ὀρφανά, καθώς τούς ἐξορίστους Πρίγκιπες Edwin καί Edward (γιῶν τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας Edmund) καί Magnus (γιοῦ τοῦ Βασιλέως τῆς Νορβηγίας Ὄλαφ Haraldson). Ἡ εὐσέβειά της ἀποτέλεσαν παράδειγμα γιά τόν λαό καί προκάλεσαν τόν δημόσιο ἔπαινο τοῦ Μητροπ. Ρωσίας Ἰλαρίωνος.
Τό 1037 ἔκτισε στό Κίεβο τήν Μονή τῆς ἁγ. Εἰρήνης, πρός τιμήν τῆς προστάτιδος Ἁγίας της, ἡ ὁποία κατά τά Βυζαντινά πρότυπα ἦταν Βασιλική. Ἀκόμη συνέδεσε τό ὄνομά της μέ τήν ἀνέγερση τοῦ περίφημου Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, στό Νόβγκοροντ (1045 – 1052). Οἱ ἐργασίες ἀνεγέρσεως ἄρχισαν παρουσία της καί ὁλοκληρώθηκαν μετά τόν θανατό της ἀπό τόν γιό της Ἡγεμόνα τοῦ Νόβγκοροντ ἅγ. Βλαδίμηρο Γιαροσλάβιτς.
Ἡ Πριγκίπισσα Εἰρήνη κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 10ή Φβρουαρίου 1050 στό Νόβγκοροντ, μετά ἀπό μία βιοτή πλήρη ἔργων φιλανθρωπίας καί ἀγάπης. Προηγουμένως ἔλαβε τό Ἀγγελικό Σχῆμα καί ὀνομάσθηκε Ἄννα. Μετά τήν ἀποπεράτωση τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας (1052), τό Λείψανό της ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο καί μεταφέρθηκε ἐκεῖ, γιά νά κατατεθεῖ δίπλα στό Λείψανο τοῦ γιοῦ της Βλαδιμήρου.
Ὁ Βλαδίμηρος ἦταν πρεσβύτερος γιός τοῦ Γιαροσλάβου τοῦ Σοφοῦ καί τῆς Πριγκίπισσας Εἰρήνης. Γεννήθηκε τό 1020 καί τό 1034, σέ ἡλικία μόλις 14 ἐτῶν, ἀνέλαβε τήν Ἡγεμονία τοῦ Νόβγκοροντ. Ἦταν καλοῦ χαρακτῆρα καί στή διοίκηση βοηθήθηκε ἀπό τόν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως ἁγ. Λουκᾶ καί τήν ἐνάρετη σύζυγό του Πριγκίπισσα Ἀλεξάνδρα. Ἐκτός ἄλλων ἔργων περιτείχισε τήν πόλη καί ἔκτισε τόν Καθεδρικό Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας (1045 - 1052). Κοιμήθηκε αἰφνίδια τό 1052, σέ ἡλικία 32 ἐτῶν, εἴκοσι μόλις ἡμέρες μετά τά ἐγκαίνια τῆς Ἁγίας Σοφίας (ἐγκαινιάσθηκε ἀπό τόν ἅγ. Λουκᾶ, τήν 14η Σεπτεμβρίου 1052) καί ἐνταφιάσθηκε στόν Καθεδρικό Ναό. Ἡ μνήμη του τιμᾶται κατά τήν εὕρεση τοῦ ἀδιαφθόρου Λειψάνου του τήν 4η Ὀκτωβρίου, κοινῶς μέ ἐκείνη τῆς μητέρας του ἁγ. Ἄννας.
Τό 1439, μετά ἀπό ἐμφάνισή του στόν Ἀρχιεπίσκοπο Νόβγκοροντ ἅγ. Εὐθύμιο Γ', τά Λείψανα ἀνακομίσθηκαν ἀδιάφθορα. Τότε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Εὐθύμιος τά κατέθεσε σέ λάρνακες, τίς ὁποίες κάλυψε μέ πολύτιμα ὑφάσματα. Μία περιγραφή τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας (τοῦ 17ου αἰ.), ἀναφέρει καί τήν θέση τῶν Ἱερῶν Λειψάνων, στή δυτική πλευρά τοῦ νάρθηκα, κοντά στήν πύλη τοῦ Κόρσουμ.
Τό 1556 ὁ Τσάρος Ἰβάν Δ’ ὁ Τρομερός μέ διάταγμά του θέσπισε νά τελεῖται ἀγρυπνία καί Θεία Λειτουργία πρός τιμήν τῶν δύο Ἁγίων, γιά τήν εἰρήνευση τῆς Ρωσίας. Χειρόγραφο τυπικό τοῦ ναοῦ (τοῦ 17ου αἰ.) προβλέπει ἀγρυπνία καί τήν 5η Σεπτεμβρίου.
Τό 1653, μέ διαταγή τοῦ Τσάρου Ἀλεξίου Μιχαήλοβιτς καί εὐλογία τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Νίκωνος καί τοῦ Μητροπ. Νόβγκοροντ Μακαρίου, τά Λείψανα μεταφέρθηκαν μέσα στό ναό καί κατατέθηκαν στήν ἀριστερή πλευρά του, κοντά στίς βόρεια θύρα τοῦ Ἱεροῦ, σέ νέες λάρνακες ἀπό ἐπισμαλτωμένο ὀρείχαλκο.
Τά Λείψανα βρίσκονταν ἐκεῖ μέχρι τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917. Ἔκτοτε δέν ὑπάρχουν πληροφορίες γιά τήν τύχη τους.
Ἀπό τίς πανηγύρεις τῶν Ἁγίων ἡ πλέον μεγαλοπρεπής ἦταν ἐκείνη τῆς Ἀνακομιδῆς τῶν Λειψάνων τους, τήν 4η Ὀκτωβρίου, ὁ ὁποία τελοῦνταν παρουσία τοῦ Θησυροφύλακα τοῦ Τσάρου καί τῶν Ἡγουμένων τῶν πλησίων Μονῶν. Κατά τήν παράδοση ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου χοροστατοῦσε στό μνημόσυνο ἐπί τῶν τάφων τῶν Ἁγίων, ἐνῶ ἐκεῖνος τῆς Μονῆς Ὀτένσκ στό μνημόσυνο ἐπί τῶν λειψανοθηκῶν. Κατά τήν ἴδια παράδοση τό ἑορταστικό γεῦμα πρός τούς πολιτικούς καί ἐκκλησιαστικούς τοπικούς ἀξιωματούχους ἦταν προσφορά τοῦ Τσάρου, ὅπως καί τό μέλι γιά τά κόλλυβα τῶν μνημοσύνων.
Ἡ κοίμηση τῆς ἁγ. Ἄννας τιμᾶται τήν 10η Ὀκτωβρίου καί ἡ ἀνακομιδή τοῦ ἀδιαφθόρου Λειψάνου της τήν 4η Ὀκτωβρίου, κοινῶς μέ ἐκείνη τοῦ γιοῦ της ἁγ. Βλαδιμήρου.

Βιβλιογραφία:
The Life of the Holy Princes Anna of Novgorod”. Ἔκδοσις “The St. John of Krostand Press”, Liberty, U.S.A.
Lives of the Russian Saints”, τ. Ἰαν. Ἀπρ.,σελ. 241 – 255.
Menology of St. Dimitry of Rostov”, τ. 2ος.
D. J. Raudol, “Dictiomaire d’ Hagiographie…”, 1925.
F. G. Holweek, “A biographical Dictionary of the Saints”, 1924.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου