Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ὁ Ἱερομάρτυρας, Ἰω. Καρδάση

         Η μεγάλη αυτή μορφή της Εκκλησίας, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο ένας εκ των τριών της τρισηλίου θεότητας, ο σοφός Ιεράρχης, ο πιστός εργάτης του Ευαγγελίου, ο πολυτάλαντος συγγραφέας, ο χρυσορρύμονας, ο διδάσκαλος της Οικουμένης Ανατολικής και Δυτικής, ακόμη και του προτεσταντικού κόσμου. Έζησε εν Χριστώ, διώχτηκε και μαρτύρησε, πολεμούμενος λυσσαλέα από το Ιερατείο, που πέτυχε τελικά την εξόντωσή του.
            Φέτος (2014), συμπληρώνονται τα 1607 χρόνια από τη μαρτυρική του κοίμηση στα βουνά της Αρμενίας και του Πόντου (407) και θα ήταν μια ευκαιρία να παρουσιαστεί η ζωή, η προσφορά και το εν γένει έργο του, που είναι τεράστιο και ανεξάντλητο. Θα έπρεπε όμως να θυμηθούμε και ορισμένα γεγονότα, που στιγμάτισαν την εποχή εκείνη και δείχνουν τις φοβερές ίντριγκες, που εξυφάνθεισαν προ της αναδείξεώς του στο θρόνο της ΚΠολης, κατά τη διάρκεια της εκεί αρχιερατείας του, κατά την εξορία του, αλλά και μετά την κοίμησή του ακόμη.
            Ο ΚΠόλεως Ιωάννης διαδέχθηκε τον άγιο Νεκτάριο (μνήμη 11 Οκτωβρίου) το 398, χειροτονηθείς από τον Αλεξανδρείας Θεόφιλο (ο οποίος δεν τον ήθελε), αναγνωρίσθηκε δε αμέσως η εκλογή του από τον Αντιοχείας Φλαβιανό Α΄ (είχε συμβάλει σ’ αυτή) και τον Ρώμης Σιρίκιο. Η πρώτη του πράξη ήταν να πωλήσει όλα τα πολυτελή έπιπλα και αντικείμενα, που βρίσκονταν στην Αρχιεπισκοπή: «Στην πλούσια και άνετη ζωή του προκατόχου του (αγίου Νεκταρίου) επέβαλε (ο Χρυσόστομος) αυστηρές οικονομίες στις δαπάνες, για να εξοικονομηθούν χρήματα προκειμένου να διατεθούν για Νοσοκομεία και άλλους κοινωφελείς σκοπούς. Έτσι άρχισε να πωλή πολυτελή έπιπλα και άλλα αντικείμενα, που δεν εχρειάζοντο για τον ίδιο» (Χρ. Κρικώνη: Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και οι περί ιερωσύνης λόγοι του, Αποστολική Διακονία, σελ. 33-34).
            Πολέμησε την ανηθικότητα, τη λαιμαργία και τη φιλαργυρία Επισκόπων, κληρικών και μοναχών και το θεσμό των «συνεισάκτων γυναικών». Σε σύνοδο 70 επισκόπων της Αρχιεπισκοπής του καθήρεσε 16 Επισκόπους και 70 πρεσβυτέρους. Συνέστησε στους πλούσιους να δωρίζουν κατ’ ευθείαν στους πτωχούς και όχι μέσω των κληρικών των Ι. Ναών, για να είναι σίγουροι, για την κατάληξη της δωρεάς των!
            Οι αντίπαλοι του Ιωάννη αξιοποίησαν την οργή του Αλεξανδρείας Θεοφίλου εναντίον του, για την υποδοχή των «Μακρών Αδελφών», γνωστών μοναχών της Νιτρίας, οι οποίοι διώκοντο από τον Θεόφιλο, για τις ωριγενιστικές τους τάσεις. Ο Χρυσόστομος φιλοξένησε την ομάδα αυτή των μοναχών και πρόσφερε συμπαράσταση, αλλά δεν τους δέχτηκε σε εκκλησιαστική κοινωνία, γιατί αυτό θα αποτελούσε αντικανονική πράξη. Ο Θεόφιλος επωφελήθηκε από τη μεταβολή της στάσης της αυτοκράτειρας Ευδοξίας έναντι του Ιωάννη, με τη σύμπραξη του Κύπρου αγίου Επιφανίου και των αντιπάλων του Ιωάννη, συγκάλεσε σύνοδο σε προάστιο της Χαλκηδόνας («επί Δρυν»), στην οποίαν μετείχαν 36 Επίσκοποι (εξ ων 29 από την Αλεξάνδρεια), για να τον κρίνουν. Ο Χρυσόστομος καθαιρέθηκε και εξορίσθηκε χωρίς να δεχθεί να απολογηθεί στο κατηγορητήριο της συνόδου της Δρυός (403), την οποίαν θεώρησε ως αντικανονική. Οι περί τον Ιωάννη 40 περίπου Επίσκοποι ζήτησαν να διακόψουν κοινωνία με τον λήσταρχο και  αντίχριστο Αλεξανδρείας Θεόφιλο και της ληστρικής του συνόδου, αυτός δε τους απήντησε: «Εάν με αγαπάτε μη χωρίζεσθε, μη συμβάλλετε εις το σχίσμα, μόνο μη κοινωνήτε των φρονημάτων των και μη υπογράφετε τας αποφάσεις των» (Ορθόδοξος Πνοή, τ. 121, σελ. 50).
            Για την καταδίκη του ΚΠόλεως Ιωάννη συνέβαλαν αποφασιστικά: ο Αλεξανδρείας Θεόφιλος, πρόεδρος της Συνόδου στη Δρυ (αντικανονική σύνοδος, όπου σε ξένη επαρχία προήδρευε αλλότριος Επίσκοπος και όχι ο επιχώριος), ο διάκονός και ανιψιός του Κύριλλος, ο μετέπειτα Αλεξανδρείας άγιος Κύριλλος (μνήμη 18 Ιανουαρίου), ο Κύπρου άγιος Επιφάνιος (μνήμη 12 Μαΐου), ο άγιος Ιερώνυμος (μνήμη 30 Σεπτεμβρίου), φίλος και συνομώτης μετά του Θεοφίλου, αλλά και ο άγιος Αυγουστίνος (μνήμη 15 Ιουνίου) (π. Γ. Φλωρόφσκυ, όπου οι δυο τελευταίοι άγιοι ζήτησαν μετ’ επιτάσεως, από τον Ρώμης Ιννοκέντιο Α΄, τη διαγραφή του Ιωάννη από τα δίπτυχα της Εκκλησίας). Το Μάρτιο του 403, έφτασε στην ΚΠολη ο Επιφάνιος, που αντικανονικά και προσβλητικά αρνήθηκε τις τιμές από τον Χρυσόστομο, την φιλοξενία του και την κοινωνία με αυτόν, έχοντας υιοθετήσει όσα κατηγορούσαν τον Χρυσόστομο στην ΚΠολη οι εχθροί του και ο Αλεξανδρείας Θεόφιλος. Θεωρούσε τον Χρυσόστομο ακόμα και αιρετικό. Τότε ο Χρυσόστομος υποχρεώθηκε να τηρήσει αυστηρή στάση έναντι του Επιφανίου, ο οποίος όμως είχε τώρα την ευκαιρία να διαπιστώσει, από τις εξηγήσεις των «Μακρών αδελφών», ότι δεν ήταν ωριγενιστές. Έτσι, διαπίστωσε, ότι ο αγώνας του πλέον δεν είχε λόγο παρά μόνο τα σχέδια του Θεόφιλου, του οποίου μάλλον υποψιάστηκε ότι έγινε όργανο. Γι’ αυτό σε λίγους μήνες, χωρίς να κοινωνήσει με τον Χρυσόστομο, εγκατέλειψε την ΚΠολη και πέθανε στο ταξίδι, πριν πατήσει την γη της Κύπρου (Παπαδόπουλου Στ. Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σελ. 46).
            Ο Ιωάννης, αρνούμενος να δεχτεί την απόφαση της αντικανονικής συνόδου, περί καθαιρέσεώς του από το θρόνο της ΚΠόλεως, συνελήφθη τελικά το Μ. Σάββατο του 404 και οδηγήθηκε στον Κουκουσό στα σύνορα Καππαδοκίας και Αρμενίας και από εκεί στα Κόμμανα του Πόντου. Πέθανε καθ’ οδόν προς την Πιτυούντα του Πόντου στις 14 Σεπτεμβρίου 407 προφέροντας τους τελευταίους του λόγους: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν».
            Την καταδίκη του Ιωάννη προσυπέγραψε εκτός του Αλεξανδρείας Θεοφίλου και ο Αντιοχείας Πορφύριος, ενώ ο Ρώμης Ιννοκέντιος Α΄ αρνήθηκε να προσυπογράψει, καθότι είχε ταχθεί από την αρχή υπέρ του Ιωάννη, υποστηρίζοντας τις απόψεις του και συνδράμοντας αυτόν στην έκκλησή του για συναντίληψη. Η Ρώμη, εξ αυτού του λόγου, διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία μετά των άλλων τριών θρόνων και αρνήθηκε τη διαγραφή του ονόματος του Ιωάννη από τα δίπτυχα της Εκκλησίας, όπως έκανε η ΚΠολη, η Αλεξάνδρεια και η Αντιόχεια, οπότε προκλήθηκε σχίσμα, το οποίον άρχισε να θεραπεύεται με την αναγραφή του ονόματος του Ιωάννη στα δίπτυχα της Αντιόχειας το 413, της ΚΠολης το 416 και της Αλεξάνδρειας το 417 και τερματίσθηκε το 438 με την ανακομιδή των λειψάνων του στην ΚΠολη από τον Αρχιεπίσκοπο Πρόκλο.
            Κατά τη διάρκεια της εξορίας του Ιωάννη από το 404 και μέχρι την κοίμησή του το 407, τον διαδέχθηκαν στο θρόνο, δυο ορκισμένοι εχθροί του και υπαίτιοι και αυτοί της εκθρόνισης και εξορίας του, οι άγιοι: Αρσάκιος και Αττικός:
            Ο πρώτος, που διαδέχθηκε τον Ιωάννη στο θρόνο της ΚΠολης είναι ο άγιος Αρσάκιος (μνήμη 11 Οκτωβρίου) (404-405), αδελφός του αρχιεπισκόπου αγίου Νεκταρίου. Εκλέχτηκε αμέσως μετά την τελική εξορία του Ιωάννου Χρυσοστόμου. Οι συνθήκες εκλογής του δεν ευνοούσαν την άμεση αποδοχή του, γιατί οι οπαδοί του Χρυσοστόμου έμεναν πιστοί στον άδικα διωκόμενο ιεράρχη. Αρχιεράτευσε για μικρό χρονικό διάστημα (14 μήνες). Ο Ελενοπόλεως Παλλάδιος, σύγχρονος του Ι. Χρυσοστόμου, εξορισθείς και αυτός, καταγράφει στο έργο του «Διάλογος περί του βίου του Ιωάννου Χρυσοστόμου»: «Αρσάκιος δε ο αδελφός του μακαρίου Νεκταρίου, αντεισήγετο τω τόπω του Ιωάννου, ανδρός ιεροφάντου, άνθρωπος ιχθύος αφωνότερος και βατράχου απραγότερος».
            Ο ίδιος ο Χρυσόστομος σε επιστολή του προς τον Επίσκοπο Κυριακό, επίσης εξόριστο αναφέρει περί του Αρσακίου τα εξής (κατά μετάφραση αγίου Νικοδήμου): «Ήκουσα δε και δια τον φλύαρον εκείνον Αρσάκιον, τον οποίον εκάθισεν η βασίλισσα πατριάρχην εις τον θρόνον μου, ότι καθ’ υπερβολήν έθλιψε τους αδελφούς και τας παρθένους, οίτινες με υπερησπίζοντο και δεν ηθέλησαν να συγκοινωνήσωσι με αυτόν, εκ των οποίων πολλοί και απέθανον εν τη φυλακή δι’ αγάπην μου. Εκείνος, λέγω ο προβατόσχημος λύκος, ο οποίος έχει μεν σχήμα επισκόπου, είναι δε μοιχός κατ’ αλήθειαν, διότι καθώς η γυνή ονομάζεται μοιχαλίς, όταν, ζώντος του ανδρός της, λάβη άλλον άνδρα, ούτω αυτός είναι μοιχός ουχί κατά σάρκα, αλλά κατά πνεύμα, επειδή ζώντος εμού του επισκόπου της Κωνσταντινουπόλεως, αυτός ήρπασε τον θρόνον μου».
            Τον άγιο Αρσάκιο διαδέχθηκε στο θρόνο ο άγιος Αττικός (μνήμη 8 Ιανουαρίου) (406-425), ο οποίος συνέχισε την πολεμική εναντίον των οπαδών του Ιωάννη Χρυσόστομου μέχρι το 416, οπότε δέχθηκε την αποκατάστασή του και την εγγραφή του ονόματός του στα δίπτυχα της Εκκλησίας της ΚΠόλεως για να λήξει το σχίσμα. Ο βιογράφος του Χρυσοστόμου, Ελενοπόλεως Παλλάδιος καταγράφει για τον Αττικό, ότι είναι «πάσης μηχανής τεχνίτης κατά του Ιωάννου» και με τη βία ανάγκασε τους Επισκόπους, που δεν έσκυβαν να τον προσκυνήσουν και να επικοινωνήσουν μαζί του, να τον αποδεχτούν ως κανονικό Αρχιεπίσκοπο και κυριάρχη του θρόνου της ΚΠολης.
            Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Αλεξανδρείας αγίου Κυρίλλου, ο οποίος και αυτός είχε συμβάλλει στην εκθρόνιση και εξορία του Ιωάννη στη Δρυ, όπου είναι ο τελευταίος που δέχτηκε με την θεία ενέργεια να τον εγγράψει στα δίπτυχα, καθότι αρνιόταν πεισματικά να τον δεχτεί. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του στο θέμα αυτό: «εάν περιλάβετε τον Ιωάννην μεταξύ των επισκόπων διατί δεν περιλαμβάνετε και τον Ιούδα μεταξύ των Αποστόλων;» (Χρ. Κρικώνη. Καθηγητή ΑΠΘ: Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και οι περί ιερωσύνης λόγοι του. Αποστολική Διακονία, σελ. 45). Τελικά, κατόπιν οράματος που του απεκαλύφθη ότι δεν έπραττε ορθώς, δέχθηκε να τον αναγράψει στα δίπτυχα της Εκκλησίας και να τον μνημονεύει το 417. (Συναξ. Τόμ. ΣΤ΄, γ΄ έκδ. σελ. 105-109).
            Έτσι, ο μεγάλος αυτός Ιεράρχης, ο διδάσκαλος της Οικουμένης, υπήρξε μάρτυρας, όχι από διωγμό ειδωλολατρών ή αιρετικών, αλλά από διωγμό Ορθοδόξων Αρχιεπισκόπων, αλλά και αγίων της Εκκλησίας μας (τουλάχιστον 7)! Αυτό είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα, που αποδεικνύει, ότι οι άγιοι δεν είναι ούτε αλάνθαστοι, ακόμη και σε ερμηνεία δογμάτων, ούτε αναμάρτητοι, αλλά οι πλέον θεραπευμένοι στο απέραντο νοσοκομείο ψυχών και σωμάτων, που είναι η Εκκλησία. Επ’ αυτού είναι χαρακτηριστική η αναφορά ενός άλλου αγίου της Εκκλησίας μας του Μ. Φωτίου, ο οποίος σε μια επιστολή του στον πάπα Νικόλαο Α΄ δηλώνει απερίφραστα ότι πολλοί Πατέρες, όπως ο Διονύσιος Αλεξανδρείας, ο Μεθόδιος και ο Ειρηναίος, διετύπωσαν εσφαλμένες απόψεις και συμπληρώνει: «Εμείς δε επειδή προσέξαμε ότι μερικοί άλλοι από τους μακαρίους Πατέρες και διδασκάλους μας πλανήθηκαν σε πολλά σημεία της ακριβούς ερμηνείας των ορθών δογμάτων, τους μεν ισχυρισμούς τους δεν τους αποδεχόμεθα ως προσθήκη στη διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά τα ίδια τα πρόσωπά τους τα ασπαζόμεθα με τιμή» (Μ. Φωτίου, Επιστολαί 1 (ΚΔ΄), Migne 102, 813).
            Η Εκκλησιαστική λοιπόν Ιεραρχία και Διοίκηση είναι η κύρια αιτία της καθαίρεσης, της εξορίας και του αργού μαρτυρικού θανάτου του μεγάλου αυτού Ιεράρχη, η οποία βρήκε πρόσφορον «ους» σε μια διεφθαρμένη πολιτική εξουσία του Αρκάδιου (αγίου, κατά την Εκκλησία των Ιεροσολύμων, Αρχιμ. Καλλίστου: Ιεροσολυμιτικό Κανονάριο, σελ. 105, με εορτή μνήμης 27 Αυγούστου), ενός ανάξιου υιού του Μ. Θεοδοσίου με παθολογική νωθρότητα και μικρόνοια, με πλήρη απομώρανση, ξένο σε κάθε σοβαρή ενασχόληση, αμέριμνο και αγνοώντα τα του οίκου του, ο οποίος και εναπέθεσε τη διοίκηση της αυτοκρατορίας στους θαλαμηπόλους του, στους υπουργούς του και προ παντός στην έκφυλη σύζυγό του Ευδοξία, η οποία αποφάσιζε αντ’ αυτού.
            Συνήθως τονίζεται, ότι ο Ιωάννης ήταν θύμα της αυτοκράτειρας Ευδοξίας την οποία στηλίτευε, τούτο όμως δεν αληθεύει, ακόμη δε και η αποδιδόμενη στο Χρυσόστομο επίθεση κατά της αυτοκράτειρας, ως της «Ηρωδιάδας», που ζητεί την κεφαλή του, ελέγχεται ως μη αληθής. Στην πραγματικότητα ο Χρυσόστομος ήταν το θύμα της επίθεσης εναντίον του από μια έκφυλη εκκλησιαστική διοίκηση, της οποίας τάραξε τα λιμνάζοντα βορβορούχα νερά και η οποία χρησιμοποίησε την Ευδοξία και τον Αρκάδιο για να εξοντώσει τον άγιο αυτό Μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας, με τον πιο αργό μαρτυρικό θάνατο, αυτόν της βαθμιαίας εξόντωσης, λόγω των κακουχιών, μέσα σε ένα διάστημα τριών ετών (404-407) στα κακοτράχαλα βουνά της Αρμενίας και του Πόντου. Η μνήμη του εορτάζεται στις 27 Ιανουαρίου (ανακομιδή λειψάνων) και στις 13 Νοεμβρίου (ημέρα κοίμησης, κατά μετάθεση από τις 14 Σεπτεμβρίου).
            Ιερομάρτυρα άγιε Ιωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε υπέρ ημών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου