Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Ὁσίου ΘΕΟΔΩΡΟΥ τοῦ Στουδίτη, Φιλοπαπισμός, Ἰω. Καρδάση

         Οι Στουδίτες (ακοίμητοι) μοναχοί ασκούσαν μεγάλη επιρροή στα εκκλησιαστικά πράγματα, κατά τον 5ο και τις αρχές του 6ου αι. η καταδίκη τους όμως από τον Ιουστινιανό Α΄ για την αντίδρασή τους στο θεοπασχιτικό διάταγμα, καίτοι δεν έπληξε τη Μονή, αποδυνάμωσε οπωσδήποτε την ακτινοβολία της. Κατά την περίοδο της Εικονομαχίας αναδείχθηκε σε μεγάλο κέντρο του αγώνα εναντίον των Εικονομάχων, αλλά το 765 καταστράφηκε από τους διωγμούς του Κων/νου Ε΄ εναντίον των Εικονόφιλων. Μετά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (787) ανέκτησε την παλαιότερη ακτινοβολία της, η οποία κορυφώθηκε κατά την β΄ περίοδο της Εικονομαχίας (815-843), χάρις στους αγώνες των μεγάλων ηγουμένων της, αγίων Θεοδώρου και Πλάτωνος (αδελφού της μητέρας του Θεόδωρου), υπέρ της τιμής των ιερών εικόνων. .
Μεγάλη ακμή γνώρισε επί των ημερών του Θεοδώρου Στουδίτη (9ος αιώνας) και ύστερα, οπότε με την εγκατάσταση της αδελφότητας των Σακκουδιτών η μοναχική αδελφότητα έφτασε να αριθμεί πάνω από 700 μοναχούς. Στους αιώνες που λειτούργησε απέκτησε μεγάλη φήμη, αναδείχθηκε στην πολυπληθέστερη Μονή της Πόλης και αποτέλεσε πνευματικό κέντρο της Αυτοκρατορίας.
         Οι μοναχοί της ονομάζονταν Στουδίτες και η οργάνωση του βίου τους αποτέλεσε πρότυπο για ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο. Τρεις Αυτοκράτορες, ο Μιχαήλ Ε' ο Καλαφάτης (1042), ο Ισαάκ Κομνηνός (1059) και ο Μιχαήλ Ζ' ο Δούκας (1078) αποσύρθηκαν εκεί και έγιναν Στουδίτες, ενώ τρεις Στουδίτες έγιναν Πατριάρχες: Ο Αντώνιος Γ΄ (974-980), ο Αλέξιος Α΄ (1025-1043) και ο Δοσίθεος (1190-1191) έγιναν Οικουμενικοί Πατριάρχες, ενώ ο Δοσίθεος προηγουμένως διετέλεσε και Πατριάρχης Ιεροσολύμων
        Έπαιξε σπουδαίο ρόλο κατά την Εικονομαχία, κατά τη διάρκεια της οποίας υπέφερε πολλά, καθώς οι μοναχοί της αναδείχτηκαν αγωνιστές της μετέπειτα Ορθοδοξίας και υπερασπιστές της τιμής των εικόνων. Κατά την περίοδο αυτή τέσσερις άγιοι Οικουμενικοί Πατριάρχες κινήθηκαν εναντίον της και εναντίον των ηγουμένων της, αγίων Θεοδώρου και Πλάτωνος, καθότι η Μονή λάμβανε ενεργό μέρος και κινητοποιούσε τους Μοναχούς της εναντίον αποφάσεων των αυτοκρατόρων, αλλά και των Πατριαρχών ΚΠόλεως. ‘Έτσι, ο ΚΠόλεως άγιος Ταράσιος (784-806) αποφάσισε τη διάλυση της Μονής και εξόρισε τους αγίους Πλάτωνα και Θεόδωρο. Κατόπιν, ο ΚΠόλεως άγιος Νικηφόρος Α΄ (806-815) φυλάκισε τον άγιο Πλάτωνα και εξόρισε τον άγιο Θεόδωρο. Ο ΚΠόλεως άγιος Μεθόδιος Α΄ (843-847) αφόρισε τους Στουδίτες Μοναχούς, επειδή τον κατηγόρησαν, ότι δεν υπήρξε σκληρός με τους εικονομάχους, ο δε άγιος Φώτιος Α΄ (858-867) συγκρούστηκε και αυτός με τους Στουδίτες Μοναχούς.
          Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 759 και ήταν μοναχός, συγγραφέας και μέγας υπερασπιστής των εικόνων. Αρχικά διετέλεσε ηγούμενος στη Μονή Σακκουδίωνος στην Προύσα, όπου διαδέχτηκε τον θείο του άγιο Πλάτωνα. Ο θείος του και η μητέρα του, που ονομαζόταν Θεοκτίστη του ενέπνευσαν την αγάπη του προς το μοναχικό βίο.
Ο Θεόδωρος προσπάθησε να ανυψώσει τον μοναχικό βίο, αλλά ενεπλάκη σε πολιτικές και εκκλησιαστικές έριδες με αποτέλεσμα να εξοριστεί τέσσερις φορές. Το 796 τιμωρήθηκε με ραβδισμό και εξορίστηκε για ένα έτος στη Θεσσαλονίκη από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄, διότι αντιτάχτηκε στον παράνομο (δεύτερο) γάμο του τελευταίου με τη συγγενή του Θεοδώρου, Θεοδότη, την οποία είχε θαλαμηπόλο, κριτικάροντας παράλληλα τον Πατριάρχη άγιο Ταράσιο, που είχε ανεχτεί το γάμο.
Το 797 εγκαταστάθηκε στη Μονή Στουδίου της Πόλης, την οποία ανέδειξε σε κυψέλη κοινωνικής και πνευματικής δραστηριότητας, συγκροτώντας συνεργεία αντιγραφής ιερών χειρογράφων. Τότε απέκτησε το προσωνύμιο Στουδίτης. Το 809 εξορίστηκε πάλι από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Α΄, διότι στηλίτευσε ως αντικανονική την εκλογή ως Πατριάρχη του αυτοκρατορικού μυστικοσυμβούλου αγίου Νικηφόρου Α΄ και αρνήθηκε να επικυρώσει την άρση του αφορισμού του ιερέα Ιωσήφ, ο οποίος είχε ευλογήσει τον παράνομο γάμο του Κωνσταντίνου ΣΤ'.
Αργότερα εξορίστηκε για τρίτη φορά από τον αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄ Αρμένιο, ως υπερασπιστής των εικόνων. Σε πείσμα του αυτοκράτορα τέλεσε επίσημη λιτανεία των εικόνων στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης και συνέχισε να τις υπερασπίζεται με σθένος από τον τόπο της εξορίας του, παρά τους βασανισμούς που υπέστη. Εξορίστηκε για τέταρτη φορά από τον Μιχαήλ Β' Τραυλό και πέθανε εξόριστος το 826 σε ηλικία 67 ετών.
Ετάφη στην Πρίγκηπο, αλλά το 844 έγινε ανακομιδή των λειψάνων του στη Μονή Στουδίου. Υπήρξε υμνογράφος και συγγραφέας πολλών ασκητικών, θεολογικών και εκκλησιαστικών έργων, καθώς και επιστολών. Συνέθεσε μέρος του Τριωδίου με τον αδερφό του άγιο Ιωσήφ, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Σώζονται πάνω από 500 επιστολές του, κυρίως κατά των εικονομάχων, που αποτελούν σπουδαία πηγή για τη βυζαντινή εποχή του 9ου αιώνα. Οι μοναστικοί κανόνες που θέσπισε στη Μονή Στουδίου σταδιακά επεκράτησαν σε όλες τις μονές της αυτοκρατορίας. Η μνήμη του εορτάζεται στις 11 Νοεμβρίου.
            ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΑΠΕΣ
Πολλές είναι βέβαια οι ιερές (παρα)φλυαρίες κάποιων αδελφών μας βυζαντινολόγων, του είδους «κανένα πρωτείο δεν αναγνώρισαν οι Πατέρες μας στον Πάπα»..... Ας δούμε, ας διαβάσουμε τα αυθεντικά κείμενα, κι έπειτα ας βγάλουμε γνώμη. Ιδού πως αποκαλούσε τον Πάπα Λέοντα τον Γ' (795-816) και τον Πάπα Πασχάλη Α΄ (817-824), ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, (βλ. Ελληνική Πατρολογία, Tόμος 99)
1/ Επιστολή ΛΓ’ προς Λέοντα Γ΄ Πάπα Ρώμης:
«Τω αγιωτάτω και κορυφαιοτάτω Πατρί Πατέρων Λέοντι τω δεσπότι μου και αποστολικώ πάπα, Θεόδωρος ελάχιστος πρεσβύτερος και ηγούμενος των Στουδίου.
        Γέγονε τοίνυν, ω θειοτάτη των όλων κεφαλών κεφαλή, σύνοδος ως αληθών αθετούντων […]
       Τούτων ήδη αψευδώς υπό της ευτελείας ημών ανενεχθέντων, εκείνην την φωνήν, ην ο κορυφαίος συν τοις λοιποίς αποστόλοις προσήγαγε Χριστώ, ηνίκα ο της θαλάσσης κλύδων επεγείρετο, προσφέρομεν τη Χριστομιμήτω σου μακαριότητι: Σώσον ημάς, αρχιποίμην της υπ’ ουρανόν Εκκλησίας, απολλύμεθα. Μίμησαί σου τον διδάσκαλον Χριστόν, και όρεξον χείρα τη καθ’ ημάς Εκκλησία, ως εκείνος Πέτρω […].
       Πόσω γε μάλλον εύλογον και αναγκαίον αν είη, υπομιμνήσκομεν φόβω, υπό της θείας πρωταρχίας σου, έννομον κροτηθήναι σύνοδον, ως αν το ορθόδοξον της Εκκλησίας δόγμα, το αιρετικόν αποκρούσηται· και μήτε η κορυφαιότης σου συν άπασι τοις ορθοδόξοις αναθεματίζοιτο παρά των νέων κενοφώνων […].
        Ταύτα, ως το ανήκον τη ουθενότητι ημών, ανηγγελκότες, ως ελάχιστα μέλη της Εκκλησίας, και τη υφ’ υμών υπείκοτες θεία ποιμεναρχία […]».
2/ Επιστολή ΛΔ’ προς Λέοντα Γ΄ Πάπα Ρώμης:
«Τω ισαγγέλω μακαριοτάτω και Αποστολικώ Πατρί Λέοντι πάπα Ρώμης, Θεόδωρος πρεσβύτερος και ηγούμενος των Στουδίου.[…] αξιωθείσι δέξασθαι παρά της αποστολικής υμών μακαριότητος πρόσρησιν προσαγορευτικήν […].Σύνοδος γέγονεν εν τοις καθ’ ημάς, ω μακαριώτατε, πάνδημος συγκαθεστέντων και αρχόντων των εν τέλει· και η σύνοδος επ’ αθετήσει του Ευαγγελίου του Χριστού, ου συ τας κλεις εδέξω προς αυτού, διαμέσω του των αποστόλων πρωτοστάτου, και των αμοιβαδόν, μέχρι του προηγησαμένου την ιεροτάτην σου κεφαλήν. Και όπως ανάσχοιτο επακηκοέναι η θεομίμητος επιείκιά σου;Πάλιν δε και όλον το Ευαγγέλιον δια των φθασάντων παρανομιών ηθετήκασιν, ω ιερά και θεία κορυφή.
Και ταύτα ως ελάχιστα τέκνα της καθολικής Εκκλησίας, σοι τη πρωτίστη ημών αποστολική κεφαλή αναγγείλαι, κατά το αναγκαίον προεθυμήθημεν.Απήγγειλε δε ημίν ο αυτός αδελφός ημών Επιφάνιος, ω θειοτάτη κορυφή, ως έγκλησιν εδέξατο παρ’ αυτής […].Επιστείλαι ημάς τη αγία σου κορυφή δι’ Επιφανίου […].Ο αδελφός ημών και αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, υπτίαις καρδίας χερσί και εδέξατο την της μακαριότητός σου προσηγορίαν, και δι’ ημών προσκυνητώς κατασπαζόμενός εστι την ιερωτάτην σου κορυφήν».
            3/ Επιστολή προς Πασχάλη Α΄ Πάπα Ρώμης:
            «Άκουε, αποστολική κάρα, θεοπρόβλητε ποιμήν των Χριστού προβάτων, κλειδούχε της ουρανών βασιλείας, πέτρα της πίστεως, εφ' η ωκοδόμηται η καθολική εκκλησία. Πέτρος γαρ συ, τον Πέτρου θρόνον κοσμών και διέπων…..» (Φατούρος, σελ. 400, 17)
            ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
            Έχουν ειπωθεί πολλά, για τη στάση του Ρώμης Λέοντα Γ΄ και έναντι του Φιλιόκβε, αλλά και έναντι του Καρλομάγνου. Ο θρίαμβος της γερμανικής θεολογίας σήμαινε την προσθήκη της λέξης Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως. Οι Πατέρες της Β΄ Οικουμενικής είχαν διακηρύξει ότι το άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός, αλλά εδώ και πολλούς αιώνες υπήρχαν Εκκλησίες στη Δύση όπου είχε καλλιεργηθεί η πεποίθηση ότι ήταν ορθότερο να ειπωθεί ότι η εκπόρευση ήταν από τον Πατέρα και τον Υιό. Φαίνεται, ότι η προσθήκη πρώτα έκανε την εμφάνισή της στην Ισπανία, κατά τη διάρκεια των ερίδων ανάμεσα στους Ισπανούς ΡΚαθολικούς και τους Αρείους Βησιγότθους. Προετέθη στο επονομαζόμενο Αθανασιανό Σύμβολο, που διατύπωσαν οι Ισπανοί τον 7ο αι. και όταν λίγο αργότερα, υιοθέτησαν το Σύμβολο Νικαίας-ΚΠόλεως, διατήρησαν τη λέξη. Από την Ισπανία, η λέξη «ταξίδεψε» ως την Καρολίγγεια Αυλή και βρήκε ένθερμο υποστηρικτή στο πρόσωπο του Καρόλου του Μεγάλου, ο οποίος επεχείρησε να την επιβάλει στον Πάπα. Το 808, ο Ιεροσολύμων Θωμάς Α΄ έγραψε στον Ρώμης Λέοντα Γ΄ παραπονούμενος, ότι Φραγκισκανοί και Βενεδικτίνοι μοναχοί στο όρος των Ελαιών, πρόσθεσαν το Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως. καθώς ήταν ο Κάρολος που ενίσχυε οικονομικά αυτούς τους μοναχούς, ο Λέων του μετέφερε τη διαμαρτυρία, με το σχόλιο ότι, αν και προσωπικά πίστευε ότι τα θεολογικά παρεπόμενα της προσθήκης ήταν αποδεκτά (μάλιστα κατ’ αυτόν η προσθήκη ταίριαζε με τη Δυτική παράδοση), ήταν σφάλμα να υπάρξει απομάκρυνση από την εκδοχή του «Πιστεύω», που γινόταν καθολικά αποδεκτό από τη Χριστιανοσύνη (Migne, PL, cxxix, στ. 1257-60). Όταν ο ίδιος χάραξε σε ασημένιες πλάκες περιμετρικά του εσωτερικού του ναού του αγίου Πέτρου, παρέλειψε την προσθήκη. Κατά τον 9ο αι. ο όρος είχε υιοθετηθεί γενικά από την Εκκλησία της Γερμανίας και της Λορραίνης και από πολλές Εκκλησίες της Γαλλίας –το Παρίσι, ωστόσο, διατήρησε την αυθεντική μορφή του Συμβόλου για δυο ακόμη αιώνες. Γερμανοί εκκλησιαστικοί άνδρες «μετέφεραν» τον όρο στη Ρώμη, όπου έγινε δεκτός, μεταξύ άλλων και από τον Ρώμης Φορμόζο (891-896). Αυτός με τη σειρά του τον εισήγαγε στη Βουλγαρία, οπότε και υπέπεσε στην προσοχή του ΚΠόλεως Φωτίου Α΄, ο οποίος αμέσως διαμαρτυρήθηκε. Ο Ιωάννης Η΄ (Η΄ Οικουμενική) ακολούθησε την ίδια γραμμή με τον Λέοντα Γ΄, θεωρώντας ότι ήταν πολιτικά μη ορθό να αλλοιώσει το «Πιστεύω», χωρίς να εντοπίζει θεολογικό πρόβλημα στη λέξη καθαυτήν (Στ. Ράνσιμαν, Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα, σελ. 52).
            Η Ρώμη λοιπόν, ούτε και αυτή ήταν ελεύθερη. Τελούσε υπό την κυριαρχία των Φράγκων. Ας θυμηθούμε, τα παθήματα του πάπα Λέοντα Γ΄ (795-816): Πρώτη ενέργεια του Λέοντα ήταν να συσφίξει τους δεσμούς φιλίας με τον πανίσχυρο βασιλέα των Φράγκων Κάρολο, ελπίζοντας στη σίγουρη προστασία του. Σε ένδειξη αυτής της φιλίας, του έστειλε τα «κλειδιά του αγίου Πέτρου». Ο Κάρολος, συγκινημένος από την παπική χειρονομία, δεσμεύτηκε ως «πατρίκιος των Ρωμαίων» να προστατεύσει την Εκκλησία της Ρώμη και τον πάπα. Κατά της εκλογής του Λέοντα Γ΄ εναντιώθηκαν οι ευγενείς της Ρώμης, με υποκινητές δυο ανεψιούς του πάπα Αδριανού Α΄, οι οποίοι φαίνεται ότι εποφθαλμιούσαν το παπικό αξίωμα. Ο πάπας Αδριανός Α΄, πέρα από την αξία του και το αναμφισβήτητο κύρος του, εγκαινίασε μια αρνητική παράδοση, που θα έχει δυσμενείς προεκτάσεις στο μέλλον για τον παπικό θεσμό. Πρόκειται για τον λεγόμενο «νεποτισμό», δηλ. την εύνοια προς τα μέλη του παπικού οικογενειακού περιβάλλοντος και το μοίρασμα θέσεων και οφφικίων σε συγγενικά πρόσωπα. Αυτοί λοιπόν οι φιλόδοξοι άνθρωποι, με μοναδικό σκοπό να εκδικηθούν τον ποντίφηκα, οργάνωσαν ένα σατανικό σχέδιο: σε κάποια λιτανεία, ενισχυμένοι από μια σπείρα φανατικών αντιπάλων, εξόρμησαν κατά του πάπα, τον συνέλαβαν και αφού τον κακοποίησαν οικτρά, προσπαθώντας, ευτυχώς χωρίς επιτυχία, να του βγάλουν τα μάτια και να του κόψουν τη γλώσσα, τον έκλεισαν τελικά σ’ ένα μοναστήρι. Ευτυχώς, σύντομα ο ρωμαϊκός λαός πληροφορήθηκε το φοβερό γεγονός και τον απελευθέρωσε. Εκείνος όμως, μη αισθανόμενος ασφάλεια στη Ρώμη, αναχώρησε για τη Γαλλία, όπου ζήτησε τη βοήθεια του Καρόλου. Με τη συνδρομή του πανίσχυρου αυτοκράτορα αποκαταστάθηκε το γόητρό του και επέστρεψε στη Ρώμη, όπου ο λαός, που τον υπεραγαπούσε, τον υποδέχτηκε θριαμβευτικά. Τα Χριστούγεννα του 800, ο Κάρολος ήρθε στη Ρώμη, όπου ο Πάπας και ο λαός τον δέχτηκαν με εξαιρετικές τιμές. Τη νύχτα των Χριστουγέννων, στη βασιλική του αγίου Πέτρου, κατά την επίσημη θεία Λειτουργία, ο Πάπας τον έστεψε αυτοκράτορα, απευθύνοντάς του τα λόγια: «Στον ευσεβέστατο Κάρολο, Αύγουστο εστεμμένο από το Θεό, Μεγάλο και ειρηνοποιό Αυτοκράτορα, ζωή και νίκη». Το ιστορικό αυτό γεγονός, οι προεκτάσεις του οποίου ίσως διέφυγαν κι από τον ίδιο τον ποντίφηκα σημάδεψε περισσότερο αρνητικά παρά θετικά την περαιτέρω πορεία της ΡΚαθολικής Εκκλησίας. Πράγματι, με την παπική στέψη του Καρλομάγνου, αναβίωσε η Δυτική αυτοκρατορία, που τώρα έπαιρνε την ονομασία: «Ιερά Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία». Από αυτή την κατάσταση, γεννήθηκε ένας δυισμός, ο οποίος έβλαψε και τις δυο εξουσίες, κυρίως όμως την Εκκλησία. Ο αυτοκράτορας, όντας προστάτης της Εκκλησίας, πολλές φορές αναμιγνυόταν στα εσωτερικά της θέματα και απαιτούσε να έχει το βέτο στην ονομασία του ρωμαίου ποντίφηκα. Αλλά και ο Πάπας, θεωρώντας τον εαυτό του υπεράνω της κοσμικής εξουσίας, είχε κι αυτός το δικό του βέτο στην εκλογή του αυτοκράτορα. Εξαιτίας αυτής της αντίληψης υπήρξαν πολλές προστριβές μεταξύ κοσμικής εξουσίας και Εκκλησίας, που έβλαψαν σοβαρά και ποικιλοτρόπως το καθαρά πνευματικό έργο της Εκκλησίας. Ο Πάπας τίμησε δεόντως τη μεγάλη χώρα των Φράγκων, απονέμοντας της τον τίτλο της «Πρωτότοκης θυγατέρας της Ρωμαϊκής Εκκλησίας» (Πηγή: π. Νικηφ. Βιδάλη: Οι Ρωμαίοι Ποντίφηκες και το έργο τους, σελ. 168-170). Ο όσιος Θεόδωρος δεν ήξερε τίποτε από όλα αυτά και την έμμεση αιχμαλωσία των Ρωμαίων Παπών από τους Φράγκους; Έγραψε γράμμα συμπάθειας προς τον Λέοντα, όπως στους άλλους Πατριάρχες; Εξ άλλου, η πολιτική του Καρλομάγνου έναντι της Ανατολής είναι γνωστή και είναι η εχθρική στάση έναντι της Ορθοδοξίας, μέχρι του σημείου να χαρακτηρίζονται οι Ορθόδοξοι από τους Φράγκους, ως  αιρετικοί! Άρα, ελεύθερο Πατριαρχείο δεν υπήρχε. Της Ανατολής σκλαβωμένα στους Άραβες, της Δύσης, στους Φράγκους. Με όλη αυτή την κατάσταση, δικαιολογείται ο άγιος Θεόδωρος να καταγράφει, ότι στη Ρώμη «είναι μεγάλη η πίστης τους», επειδή μάλιστα «κατασκεύασαν αργυρά κλειδιά και τα προσκυνούν!»; Και ότι «εκεί ευρίσκεται τώρα η άρρηκτος πέτρα της πίστεως, η οποία εθεμελιώθη σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου!»; (Κατήχησις 15). Δηλαδή, η προσκύνηση ειδώλων (των αργυρών κλειδιών) αποδεικνύει τη μεγάλη πίστη των προσκυνούντων; Ήμαρτον Κύριε!
            Πιστεύεται, ότι για άλλο λόγο κατέφυγε στη Ρώμη. Για τον απλούστατο λόγο, ότι ο Πάπας της Ρώμης ήταν, είναι και θα είναι ο φόβος και ο τρόμος των Πατέρων διαχρονικά, διότι η πρώτη και κορυφαία Αποστολική καθέδρα συντόνιζε τα πάντα, διηύθυνε τα πάντα, είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο και πάντοτε οι Ορθόδοξοι εκεί κατέφευγαν και καταφεύγουν.
            Πάντως, οι προσφωνήσεις του οσίου προς τους Πάπες Ρώμης Λέοντα Γ΄ και Πασχάλη Α΄, πόρρω απέχουν προς τις προσφωνήσεις προς τους άλλους Πατριάρχες. Π.χ. στον Ιεροσολύμων εκθειάζει τους αγίους Τόπους, όπου έζησε, περπάτησε και σταυρώθηκε ο Κύριος και το μόνο που του λέει είναι, ότι θα πρέπει αυτός να είναι ο Πρώτος τη τάξη Πατριάρχης. Οι λεκτικές όμως διατυπώσεις προς τους Πάπες της Ρώμης υπερβαίνουν τα εσκαμένα. Π.χ. στην προσφώνηση προς τον Λέοντα Γ΄ επικαλούμενος την αντίληψή του: «ως της θειοτάτης των όλων Κεφαλών Κεφαλής, του κορυφαιοτάτου Πατέρος Πατέρων, του Ισαγγέλου, Μακαριωτάτου και Αποστολικού Πατρός, ως του έχοντος τα πρωτεία θεόθεν, και ως δεξαμένου τας κλεις του Ευαγγελίου προς Χριστού δια μέσου του των Αποστόλων πρωτοστάτου (επιστολαί Θεοδώρου του Στουδίτου προς τον Πάπα Ρώμης, αγίου Νεκταρίου: Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι, σελ. 205). Είναι η θειότατη κεφαλή, πάνω από τις υπόλοιπες κεφαλές, είναι ο κορυφαιότατος Πατέρας όλων των Πατέρων, είναι ισότιμος με τους αγγέλους, είναι αποστολικός Πατέρας, έχει τα πρωτεία από το Θεό (όχι από την Εκκλησία; Υποκρύπτεται το «ποίμαινε τα πρόβατά μου»;), έχει δεχτεί τα κλειδιά του Ευαγγελίου του Χριστού (όχι τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών;). Είναι όλη αυτή η προσφώνηση, η οφειλόμενη απόδοση τιμής στη θέση του;
            Και τι είναι αυτή η επιστολή του προς τον Λέοντα Γ΄: «Επειδήπερ Πέτρω τω μεγάλω δέδωκε Χριστός ο θεός μετά τας κλεις της βασιλείας των ουρανών και το ποιμνιαρχίας αξίωμα, προς Πέτρον ήτοι τον αυτού διάδοχον οτιούν καινοτομούμενον εν τη καθολική εκκλησία παρά των αποσφαλλομένων της αληθείας αναγκαίον αναφέρεσθαι…..» (Φατούρος, σελ. 91, 5). Δηλ. από πότε ο Πέτρος, άρα και ο διάδοχός του, είναι αρχηγός της ποίμνης και ποιάς ποίμνης, του όλου σώματος του Χριστού ή μόνον της ποίμνης της Ρώμης; Και ποιος είπε, ότι για οποιαδήποτε καινοτομία στην Εκκλησία θα πρέπει να απευθυνόμαστε στον Ρώμης και όχι σε Σύνοδο; (!!!) Αλλά και σε άλλο σημείο της επιστολής αναφέρεται στον Πάπα και τον αποκαλεί: «….. σώσον ημάς, αρχιποίμην της υπ’ ουρανόν εκκλησίας,…..» (Φατούρος, σελ. 92, 16). Από πότε ο Πάπας είναι ο αρχιποιμένας της υπό τον ουρανόν Εκκλησίας και όχι ένας των αρχιποιμένων; Και από πότε ο Πέτρος θεωρείται διάδοχος του Χριστού, γιατί η διατύπωση μιλάει για διάδοχο του Χριστού και όχι του Πέτρου! Αν δεν ήταν έτσι έπρεπε αντί του «ήτοι» να υπήρχε το «και».   
            Αλλά και η άλλη προσφώνηση του οσίου προς τον πάπα Πασχάλη Α΄ (817-824) είναι χαρακτηριστική. Δηλ. ο Πασχάλης Α΄ είναι ο θεοπρόβλητος ποιμένας των προβάτων του Χριστού και είχε τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών και εμείς δεν το ξέραμε; Άραγε ο όσιος δεν ήξερε τα τεκταινόμενα από τον Πασχάλη Α΄; Μετά την εκλογή του και θέλοντας να διατηρήσει τις στενές και φιλικές σχέσεις με τον αυτοκράτορα της Δύσης Λουδοβίκο Α΄, τον Ευσεβή, υιό του Καρλομάγνου, του κοινοποίησε την εκλογή του και την ανάληψη των καθηκόντων του. Ο Λουδοβίκος, με τη σειρά του, βεβαίωσε το νέο Πάπα για το σεβασμό και την αφοσίωση του σ’ αυτόν και επικύρωσε τις «δωρεές» των προγόνων του προς την Εκκλησία της Ρώμης, προσθέτοντας και νέες (Σαρδηνία και Κορσική). Το 817, ο Λουδοβίκος, με προσωπικό του διάταγμα, παραχωρούσε στον υιό του Λοτάριο, τον τίτλο του αυτοκράτορα και μερικά χρόνια αργότερα τον καθιστούσε και βασιλέα της Ιταλίας. Το 823, ο νέος αυτοκράτορας έλαβε στη Ρώμη, από τον πάπα Πασχάλη και το αυτοκρατορικό χρίσμα. Με νέο διάταγμα, ο Λοτάριος, ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ αυτοκρατορίας και ρωμαϊκής Εκκλησίας. επενέβαινε όμως φανερά στα εσωτερικά της, καθορίζοντας κανόνες για την εκλογή του πάπα, ο οποίος έπρεπε να υποβάλει στον αυτοκράτορα ένορκη διαβεβαίωση πίστης προς αυτόν. Ο πάπας Πασχάλης αφόρισε τον αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄ ως εικονοκλάστη (άλλο που δεν ήθελε, αφού τώρα είχε άλλον εργοδότη!). Εγκαινίασε πρώτος τον τιμητικό τίτλο του Καρδιναλίου (άγνωστο τίτλο στην καθόλου Εκκλησία) και σκοπός των Καρδιναλίων ήταν να τον στηρίζουν και να συνεργάζονται στενά μαζί του, αλλά ήταν και οι μόνοι αρμόδιοι για την εκλογή του Πάπα. Ο πάπας Πασχάλης βοήθησε πολλούς Έλληνες που ερχόντουσαν στη Ρώμη λόγω των διωγμών των εικονοκλαστών (βέβαια, ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου) (π. Βιδάλη, ως ανωτέρω, σελ. 172-173). Όλα αυτά τα τεκταινόμενα στη Δύση, ο όσιος δεν τα είχε αντιληφθεί; Δεν γνώριζε, ότι ο Λέοντας και ο Πασχάλης είχαν πάτρωνες, που τους υπαγόρευαν τις θελήσεις τους και διοχέτευαν μέσω των Παπών αυτών το μίσος τους, για την Ανατολή; 
           Ο άγιος Νεκτάριος καταγράφει τις φιλοπαπικές και άλλες ενέργειες, για τον άγιο Θεόδωρο και χρησιμοποιεί βαρύτατες εκφράσεις γι’ αυτόν, όπως: «ταράττων την πολιτείαν», «εφαρμόζων δια των ιεροκρυφίων ενεργειών αυτού το βασιλικόν διάταγμα, δι ου υποβάλετο κεφαλική τιμωρία κατά των ετεροδοξούντων», «συμβουλαί, προτροπαί, απειλαί και ανάλογοι τιμωρίαι προς αυτόν απέβησαν μάταιοι», «ένεκα ιδιοφελείας εθυσίαζεν τας ιερωτέρας παραδόσεις της εκκλησίας», «κατεπρόδιδεν τα τιμαλφέστερα του έθνους συμφέροντα», «προς επικάλυψιν των παρεκτροπών αυτού Ιησουιτικώ τω τρόπω εσοφίζετο ζητών να δικαιολογήση ένθεν μεν την εις τα καθαρώς θρησκευτικά προβλήματα επέμβασιν του ποινικού νόμου διαστρέφων επί τούτω τα κείμενα της Κ.Δ.», «την εις τα της Ανατολής επέμβασιν του Πάπα Ρώμης» (Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι, σελ. 205).  Βέβαια ψέλνουμε το: «Θεοδώρου του πανοσίου ηγουμένου του Στουδίου. Αιωνία η μνήμη» (Συνοδικό Ζ΄ Οικουμενικής), κάτι που ασφαλώς θα γνώριζε και ο άγιος Νεκτάριος.
            Αναφέρονται επίσης οι καταγραφές των Ζωναρά και Σιαμάκη, ως προς το πρόσωπο του αγίου Θεοδώρου. ‘Ετσι γράφεται «Ο Νικόλαος (πάπας Νικόλαος Α΄) αντί να πεισθεί, εξηρεθίσθη έτι μάλλον κατά του Φωτίου και αμέσως διήγειρε κατ’ αυτού τους εν τη Ανατολή εγκαθέτους του αρχιεπισκόπους Σμύρνης Μητροφάνη και Νεοκαισαρείας Στυλιανόν Μάπαν, εμφανιζομένους ως υποστηρικτές του Ιγνατίου, αυτοί δε με την σειράν των διήγειραν ομάδα όλην επισκόπων και τους Στουδίτες μοναχούς, οι οποίοι φιλοπαπικοί υπάρχοντες ήδη από του περιφήμου ηγουμένου των Θεοδώρου του Στουδίτου, ήσαν τα νυν σφοδροί πολέμιοι του Φωτίου και όργανα του πάπα Ρώμης» (Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Χαράς, Εισαγωγή και σχόλια Κ. Σιαμάκη, σελ. 37). Επίσης: «Νικηφόρος Α΄ Κωνσταντινουπόλεως (806-815). Εγένετο εκ λαϊκού πατριάρχης. Προ τούτου ήτο ασηκρήτις, όπως και ο προκάτοχός του Ταράσιος και ο Φώτιος, τότε «εστασίασαν» εναντίον του ο Θεόδωρος Στουδίτης και ο θείος του Πλάτων δια την εκ λαϊκού δήθεν απότομον προβολήν του, αλλά τη αληθεία, λέγει ο Ζωναράς, δια «φιλαρχίαν» αυτών, διότι ήθελον αυτοί να γίνη ο εις εκ των δυο πατριάρχης. «ηβούλοντο γαρ της εκκλησίας εγκρατείς γενέσθαι και του αρχιερατικού της Κωνσταντινουπόλεως επιβήναι θρόνου περί πλείστου πεποίηντο» (Ιωάννης Ζωναράς, επιτ. Ιστ. 15,14,14-18). «Ίσως υπεκινούντο και υπό του πάπα Ρώμης, του οποίου ήσαν φίλοι και εγκάθετοι εν Κωνσταντινουπόλει». (Δοσιθέου, ως ανωτέρω, Φωτίου επιστολαί, σελ. 209-210).
            Περί του φιλοπαπισμού του αγίου Θεοδώρου έχουμε καταγραφές και από άλλες πηγές:
            α/ «Οι θέσεις του Θεόδωρου Στουδίτου δεν ήταν πάντα συνεπείς. Οι επιστολές του στη Ρώμη υποδήλωναν ότι θεωρούσε τον Πάπα ως τον ανώτατο διαιτητή για ζητήματα δόγματος και υπακοής, αλλά στον Αυτοκράτορα λέει ότι η προσφυγή πρέπει να γίνει στη Ρώμη επειδή η Κωνσταντινούπολη δεν είχε καταφέρει να επιλύσει το ζήτημα μόνη της (letter ii. 86, M.P.G., τ. xcix, στ. 1332), ενώ σε ιδιωτική επιστολή του (i. 28, στο ίδιο, στ. 1001) σημειώνει: «Γιατί να μας ενδιαφέρει το τι κάνει η Ρώμη;» «Τις απόψεις του επηρέασε η άρνηση του Πάπα να τον υποστηρίξει σθεναρά (letter, i. 34, στο ίδιο, στ. 1021» (Στ. Ράνσιμαν, Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα, σελ. 40).
            β/ «Αποτέλεσμα ήταν οι εικονολάτρες, αντιδρώντας έντονα στις ενέργειες του εικονομάχου αυτοκράτορος, να διατεθούν ευνοϊκότατα προς τον Πάπα, τον οποίο αποκαλούσαν κληρονόμο του Πέτρου, του «κορυφαίου των Αποστόλων». Προχωρώντας ακόμη περισσότερο ο Θεόδωρος Στουδίτης, ο ονομαστός υπέρμαχος των εικόνων, αποδέχτηκε τα πρωτεία του Πάπα (!!!) και διατύπωσε την άποψη ότι η διαμάχη δεν θα μπορούσε να επιλυθεί χωρίς την παπική ανάμιξη. Η ανεπιφύλακτη αποδοχή από τον Θεόδωρο της πρωτοκαθεδρίας του Πάπα οφείλεται αναμφίβολα στην προσπάθεια του Στουδίτη να αναζητήσει συμμάχους εναντίον του εικονομάχου αυτοκράτορος από τον οποίο και ο ίδιος και άλλοι υπέρμαχοι των εικόνων είχαν υποφέρει» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Η΄, σελ. 260).
            Από όλες τις παραπάνω καταγραφές βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα, ότι ο άγιος Θεόδωρος Στουδίτης υπήρξε ένας φιλοπαπικός άγιος.
            ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
            Αγίου Νεκταρίου                         : Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι.
            Βιδάλη Νικ.                                 : Οι Ρωμαίοι Ποντίφηκες και το έργο τους.
            Βικιπαίδεια                                 : Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης.
            Δοσιθέου Ιεροσολύμων              : Τόμος Χαράς.
            Ελληνική Πατρολογία               : Τόμος 99.
            Ιστορία Ελληνικού ΄Εθνους      : Τόμος Η΄.
            Ράνσιμαν Στ.                               : Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα.
            Τρικαμινά Ε. Αρχιμανδρίτη     : Άγιος Θεόδωρος ως αντιπαπικός Άγιος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου