Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΜΕΣΣΑΛΙΑΝΩΝ

Πηγή: Ιστοσελίδα Ιεράς Μονής Παντοκράτορος.

Το κίνημα των Μεσσαλιανών προήλθε από την περιοχή της Συρίας, όπως δηλώνει και το όνομά τους. Στα Συριακά μεσσάλ σημαίνει ευχή, γι’ αυτό και καλούνται επίσης Ευχίτες. Άλλα ονόματα που τους αποδίδονται είναι Ενθουσιαστές και Χορευτές [1]. Από τους αρχηγούς των διαφόρων ομάδων προκύπτουν τα εξής ονόματα
Ευσταθιανοί, διότι ενδέχεται να προήλθαν από το παλαιότερο κίνημα του μοναχού Ευστάθιου, ο οποίος καταδικάσθηκε από την Σύνοδο της Γάγγρας, το 343.
Αδελφιανοί, από τον λαϊκό Αδέλφιο, τον οποίο αντιμετώπισε ο Φλαβιανός Αντιοχείας.
Μαρκιανιστές ή Μαρκιωνιστές, από τον τραπεζίτη Μαρκιανό, ο οποίος έζησε τους χρόνους του Ιουστινιανού και Ιουστίνου Β’, τον Στ’ αι.
Λαμπετιανοί, από κάποιον Λαμπέτιο γνωστό από το σύγγραμμά του Διαθήκη. Ο Λαμπέτιος έζησε τον Ε’ αι. και ίδρυσε μοναστήρια στην Κιλικία και την Ισαυρία. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεωρεί τους Λαμπετιανούς ξεχωριστή αίρεση, αλλά στις υπόλοιπες πηγές αναφέρονται ως συνέχεια των Μεσσαλιανών. Επίσης ο ίδιος συγγραφέας θεωρεί τους Ευσταθιανούς ότι προέκυψαν από αυτούς, αλλά στην πραγματικότητα είναι προγενέστεροι [2].
Η αίρεση ανεφάνη περί το 370 στην βασιλεία του Βαλεντινιανού και του Βάλη [3], στην περιοχή της ανατολικής Συρίας. Αρχηγοί τους αναφέρονται εκείνη την εποχή οι Δαδόης, Σάββας, Αδέλφιος, Ερμάς, Συμεών [4] κ.α.
Από τους πρώτους που κινήθηκαν προς αντιμετώπιση των Μεσσαλιανών ήταν ο Λιτώϊος, Επίσκοπος Μελιτήνης, ο οποίος έκλεισε τα μοναστήρια τους και τους εξόρισε. Στην συνέχεια πέρασαν στην Λυκαονία και στις περιοχές της Μικράς Ασίας, προσποιούμενοι τους Ορθόδοξους. Τους ξεσκέπασε ο Φλαβιανός Αντιοχείας (381-404), ο οποίος ανέκρινε προσωπικά τον Αδέλφιο, εφαρμόζοντας το εξής τέχνασμα.
Έστειλε στην Έδεσσα, όπου βρίσκονταν, ομάδα μοναχών και τους έφεραν στην Αντιόχεια. Εκεί έλεγξε τους κατηγόρους, ως συκοφάντες και τους μάρτυρες ότι ψεύδονται. Κατόπιν προσέγγισε τον ίδιο τον Αδέλφιο και του είπε:
«Ἡμεῖς, ὦ Πρεσβύτα, τόν πλείω βεβιωκότες βίον, ἀκριβέστερον καί τήν ἀνθρωπείαν ἐμάθομεν φύσιν καί τα τῶν ἀντιπάλων δαιμόνων ἔγνωμεν μηχανήματα, πείρᾳ δέ καί τήν τῆς χάριτος ἐδιδάχημεν χορηγίαν˙ οὗτοι δέ νέοι ὄντες καί τούτων οὐδέν ἀκριβῶς ἐπιστάμενοι, πνευματικοτέρων ἐπακοῦσαι λόγων οὐ φέρουσι. Τοιγάρτοι εἰπέ μοι, ὅπως φατέ καί τό πνεῦμα τό ἐνάντιον ὑποχωρεῖν καί τοῦ Παναγίου Πνεύματος τήν χάριν ἐπιφοιτάν [5]».
Παρουσιάστηκε δηλαδή ο Φλαβιανός, ότι πρεσβεύει τα ίδια με τον Αδέλφιο, διότι έχουν και οι δυο την ίδια πείρα και θέλει να μάθει περισσότερα από αυτόν. Και αφού τον κολάκεψε και τον έθελξε με τα λόγια του τον έκανε να ομολογήσει τις αληθινές δοξασίες του. Στην συνέχεια τον επιτίμησε:
«Πεπαλαιωμένε ἡμερῶν κακῶν, ἐλέγξαι σε τό σόν στόμα καί οὐκ ἐγώ˙ τά δέ χείλη σου καταμαρτυρήσαι σου [6]»
Μετά την έξωσή τους από τα μέρη εκείνα πέρασαν στην Παμφυλία. Εκεί ήρθαν αντιμέτωποι με τον άγιο Αμφιλόχιο Ικονίου (344-394). Αυτός συνεκάλεσε Σύνοδο στην Σίδη το 390  και τους καταδίκασε. Γι’ αυτή πληροφορούμαστε από τον Μέγα Φώτιο, κάτοχο των πρακτικών της Συνόδου. Σε αυτήν συμμετείχαν 25 Επίσκοποι μεταξύ των οποίων «συμπαρόντων δέ αὐτῷ Βίζου τοῦ Σελευκείας καί Μαρουθᾶ τοῦ Σουφαρηνῶν ἔθνους καί Σάμου [7]». Στην Σύνοδο έστειλε επιστολή και ο Φλαβιανός Αντιοχείας, αναφέροντας όσα είχε διαπιστώσει προσωπικά για την διδασκαλία τους.
Η Σύνοδος τους καταδίκασε, χωρίς να κάνει δεκτή την μετάνοιά τους, διότι ήδη υποτίθεται ότι είχαν μετανοήσει, αλλά αποδεικνύονταν ότι παρέμειναν αμετακίνητοι στις κακοδοξίες τους. Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών προς τους Επισκόπους των ανατολικών επαρχιών, της Αρμενίας και της Μικράς Ασίας προς ενημέρωση.
Ακολούθησε νέα καταδίκη τους από την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο το 431 [8]. Τα των Μεσσαλιανιτών συζητήθηκαν στην Στ’ συνεδρίαση, πρωτοστατούντων των Ουαλεριανού Ικονίου και Σιδηνών Αμφιλοχίου. Διαβάστηκε η προηγούμενη Συνοδική καταδίκη τους από τον Σισσίνιο Κωνσταντινουπόλεως.
Στην Σύνοδο αυτή καταδικάσθηκε και το σύγγραμμά τους με τον τίτλο Ασκητικό. To αναθεματισθέν σύγγραμμα επέζησε μέχρι την εποχή του Τιμόθεου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος το αναφέρει ως Κεφάλαια [9]. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός καταγράφει την διδασκαλία των Μεσσαλιανών από βιβλίο δικό τους [10].
Καταδικαστικές αποφάσεις κατά του κινήματος αυτού έχουμε και στην Συρία, από Σύνοδο που συνεκλήθη το 576 υπό τον Εζεκιήλ [11]. Άλλες Συνοδικές αποφάσεις αναφέρουν τις πρακτικές των Μεσσαλιανών [12]. Τέτοια είναι η αναφορά του Γρηγόριου Βαρ Εβραίου για τους ακόλουθους του Ευσέβιου Εδεσσηνού [13]. Θεολογική αναίρεση του Μεσσαλιανισμού είχε προηγηθεί από τον άγιο Εφραίμ τον Σύρο. [14]
Ο Μέγας Φώτιος αναφέρει και κάποια στοιχεία για τον Λαμπέτιο. Αυτός έζησε τον Ε’ αι. και ίδρυσε μοναστήρια στην Ισαυρία και την Κιλικία. Κατάφερε με απάτη να υποδυθεί τον Ορθόδοξο και να χειροτονηθεί Ιερέας. Ο Ηγούμενος Γερόντιος της Μονής στη Γλιτίδα απέστειλε επιστολή στον Αλύπιο Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας εναντίον του. Ο τελευταίος ενημέρωσε με την σειρά του Ορμίζη, Επίσκοπο Κομάνης και του ανέθεσε την εξέταση των κατηγοριών. Οι κατηγορίες που του προσάπτονταν ήταν «ὅτι κόρην κατά στόμα φιλῶν ἐνηγκαλίζετο καί ὅτι αὐτός ἐκεῖνος ἔφη Λαμπέτιος ἐν Ἰεροσολύμοις μετά τινός Διακονίσσης ἐξαμαρτεῖν καί ὅτι προσελθόντων τινῶν καί νοσήματος ἴασιν ἐξαιτουμένων ἔφη˙ Φέρε μίαν κόρην προς ἐμέ καλήν καί δείξω σοι ἁγιωσύνην καί ὅτι τούς τάς Ὥρας ψάλλοντας ἐξεμυκτήριζε καί διέσυρεν ὡς ὑπό νόμον ἔτι τυγχάνοντας [15]».
Ο Λαμπέτιος καθαιρέθηκε με την ψήφο και του Αλυπίου Καισαρίας, ο οποίος εξαπατηθείς τον είχε χειροτονήσει Πρεσβύτερο. Σύγγραμμά του αναφέρεται η Διαθήκη. Περιείχε την διδασκαλία του και αναιρέθηκε από τον Σέβηρο Αντιοχείας (512-519), όταν ήταν ακόμη Πρεσβύτερος. Υπερασπιστής του ήταν κάποιος Αλφείος Ρινοκούρων, ο οποίος επίσης καθαιρέθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Πτολεμαίο. Του τελευταίου αναφορά προς τον Τιμόθεο Αλεξανδρείας διάβασε ο Μέγας Φώτιος και διέσωσε τα σχετικά.
Η αίρεση επέζησε στην Συρία, ενώ η συνέχεια της δράσης των Μεσσαλιανών στις επαρχίες της Ρωμανίας συζητείται. Ο K. Fitschen [16] αμφισβητεί την παρουσία τους στην Μικρά Ασία μετά την καταδικαστική απόφαση της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου. Αλλά η άποψη αυτή στηρίζεται κυρίως στον τρόπο ανάγνωσης των αναφορών των μεταγενέστερων συγγραφέων. Επίσης εκλαμβάνονται οι Λαμπετιανοί και οι Μαρκιανιστές ως ξεχωριστές ομάδες. Η τάση όμως είναι να θεωρούνται ομάδες Μεσσαλιανικές, με διαφορετικό όνομα. Εξάλλου και οι επόμενες Γνωστικές σέκτες που ξεπήδησαν από τους Μεσσαλιανούς φέρουν όλα τα χαρακτηριστικά της διδασκαλίας και των πρακτικών τους, με αποτέλεσμα να καλούνται πολλές φορές Μεσσαλιανοί. Συνεπώς δεν έχει σημασία αν επέζησαν αυτοί οι ίδιοι με το ίδιο όνομα, εφόσον επέζησαν όλες οι κακοδοξίες τους.
Έτσι μετά τον Μέγα Φώτιο κάνει αναφορά σε αυτούς ο Γεώργιος Κεδρηνός [17]. To IΒ’ αι. αναφέρεται κάποιος Θεόδωρος Βλαχερνίτης, ο οποίος καταδικάστηκε ως Μεσσαλιανός. Την πληροφορία διασώζει η Άννα Κομνηνή: «Μετά τοῦτον ἤ μᾶλλον εἰπεῖν σύν τούτῳ καί ὁ Βλαχερνίτης δεδημοσιεύετο ἀσεβῆ καί ἔκφυλα τῆς Ἐκκλησίας φρονῶν, κἄν ἱερωμένος ἦν. Ἐνθουσιασταῖς γάρ ὁμιλήσας καί τῆς τούτων λύμης μετασχών πολλούς τε ἐξαπατῶν καί μεγάλας τῶν ἐν τῇ μεγαλουπόλει οἰκίας ὑπορύττων καί παραδιδούς τά τῆς ἀσεβείας δόγματα, ἐπεί πολλά πολλάκις μεταπεμπόμενος καί διδασκόμενος παρά τοῦ Αὐτοκράτορος οὐδόλως τῆς οἰκίας κακοδοξίας ἀφίστατο, τῇ Ἐκκλησίᾳ καί τοῦτον ὁ Αυτοκράτωρ παρέπεμψεν. οἱ δέ ἐπί πλέον τοῦτον ἐξετάσαντες, ὡς ἀμετάθετον καί αὐτοί ἐγνώκεσαν, αὐτόν τε αἰωνίῳ ἀναθέματι καί τά τούτου δόγματα καθυπέβαλον [18]».
Ο Θεόδωρος καταγόταν από την Τραπεζούντα και ήταν προεστώς στην Εκκλησία των Βλαχερνών [19]. Αυτό αναφέρεται σε έγγραφο του Νικήτα Ηρακλείας του 1117 που αφορούσε βασικά την εξέταση της υπόθεσης του Ιωάννη Ιταλού.
Εξάλλου, άλλη μια καταδικαστική απόφαση επί Αλεξίου Στουδίτου (1025 - 1043) κατά του Ελευθερίου εκ Παφλαγονίας (10ος αι.) δείχνει ότι οι κακοδοξίες του ήταν Μεσσαλιανικές διδαχές. Αυτός ίδρυσε μοναστήρι στην επαρχία Λύστρων της Λυκαονίας, το επικαλούμενο Μωρόκαμπος. Η απόφαση του 1030 υποχρέωσε την αδελφότητα σε διάλυση.
Τον ΙΒ’ αι. καταδικάσθηκαν από Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη που έγινε το 1140, τα συγγράμματα του Κωνσταντίνου Χρυσομάλλου. Ο ίδιος είχε πεθάνει. Τα συγγράμματά του βρέθηκαν σε τρεις μονές, το Ιερόν του κυρού Νικολάου, την Μονή του αγίου Αθηνογένους και την Μονή του Γηροκομίου. Στα 250 κεφάλαια του κειμένου αναγνωρίστηκαν οι διδασκαλίες των Ενθουσιαστών και των Βογομίλων, σύμφωνα με την απόφαση. Οι μοναχοί Πέτρος και Γεώργιος, ο επονομαζόμενος Παμφίλος δήλωσαν άγνοια και ότι δεν αντιλήφθηκαν τις κακοδοξίες. Αναθεμάτισαν τα κείμενα μαζί με την Σύνοδο. Ο μεν Παμφίλος παρέμεινε ως είχε απλός μοναχός, ενώ από τον Πέτρο αφαιρέθηκε η ηγουμενία της Μονής του αγίου Αθηνογένους, διότι «πῶς γάρ ἄν καί κυβερνᾶν ἄλλους καί διδάσκειν ἱκανός κριθῇ ὁ τοιαύτην αγνοήσας, ὥς φησιν, ἄγνοιαν, καί ἔκδηλον οὕτω πᾶσιν ἀσέβειαν κατανοῆσαι μή δυνηθείςκαι εστάλη σε άλλη Μονή, υπό άλλον Ηγούμενο να καθοδηγείται.
Οι καταδικαστικές αυτές αποφάσεις δημοσιεύονται στο τέλος της ενότητας σε παράρτημα, επειδή είναι δυσεύρετες.
Με την κατηγορία του Βαρλαάμ του Καλαβρού εναντίον των Ησυχαστών για Μεσσαλιανισμό και τις απαντήσεις του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά θα ασχοληθούμε στο τέλος του κειμένου, για λόγους που θα γίνουν εκεί κατανοητοί.

Διδασκαλία
Για την διδασκαλία των Μεσσαλιανών αξιόπιστες πηγές είναι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Τιμόθεος Κωνσταντινουπόλεως. Και οι δύο αναφέρουν όσα διάβασαν σε κείμενα της αίρεσης.
Οι Μεσσαλιανοί πίστευαν, ότι στον άνθρωπο κατοικεί ενυπόστατος ο Σατανάς και τον εξουσιάζει σε όλα [20].
Ὀτι ο Σατανάς και οι δαίμονες εξουσιάζουν τον νου του ανθρώπου και η φύση του επικοινωνεί με τα πνεύματα της πονηρίας [21].
Ὀτι συγκατοικούν ο Σατανάς και το Άγιο Πνεύμα στον άνθρωπο [22] και ότι ούτε οι Απόστολοι δεν ήταν καθαροί από την επίδραση που ασκούν [23].
Ὀτι ούτε το Βάπτισμα τελειοποιεί τον άνθρωπο, ούτε η μετάληψη των Θείων Μυστηρίων καθαρίζει την ψυχή, αλλά μόνο η προσευχή που επιχειρούν αυτοί [24]. Για την προσευχή του αναφέρει ό Ευθύμιος Ζιγαβηνός, ότι «εὐχήν δέ λέγουσι εἴτε τήν προσευχήν, ἥν ἕκαστος προσφέρει τῷ Θεῷ, εἴτε τήν τοῦ Πάτερ ἡμῶν, ἥν ὁ Κύριος τοῖς Ἀποστόλοις παρέδωκεν, εἴτε τινα ἑτέραν μόνοις ἐξ αὐτῶν ἐγνωσμένην τοῖς εἰς ἀσέβειαν τελειοτέροις, προς δέ τούς ἄλλους πάντας οὖσαν ἀνέκφορον διά τήν ἐν αὐτῇ τερατολογίαν, οἶμαι, καί σατανικήν ἐπῳδήν [25]».
Ὀτι ο άνθρωπος είναι ζυμωμένος με την αμαρτία και μετά το Βάπτισμα [26].
Ὀτι ο πιστός δεν ενδύεται το άφθαρτο και θεϊκό ένδυμα με το Βάπτισμα, αλλά με την προσευχή [27].
Ὁτι πρέπει ν’ αποκτήσει ο άνθρωπος απάθεια και να γίνει μέτοχος του Αγίου Πνεύματος με όλες τις αισθήσεις και με βεβαιότητα [28].
Ὁτι η ψυχή αισθάνεται την κοινωνία με τον ουράνιο Νυμφίο, όπως αισθάνεται η γυναίκα κατά την συνεύρεση με τον άνδρα [29].
Ὁτι οι πνευματικοί βλέπουν και εσωτερικά και εξωτερικά την αμαρτία και την χάρη, όταν ενεργείται και όταν ενεργεί [30].
Ὁτι υπάρχει αποκάλυψη που γίνεται με θεϊκή αίσθηση και υπόσταση, όπως στο δόγμα [31].
Ὁτι η φωτιά είναι δημιουργός [32].
Ὁτι η ψυχή που δεν έχει τον Χριστό σε κάθε αίσθηση και ενέργειά της είναι κατοικητήριο δαιμόνων [33].
Ὁτι το κακό υπάρχει εκ φύσεως [34].
Ὁτι και πριν από την παράβαση ο Αδάμ ήρθε σ’ επαφή με την Εύα απαθώς [35].
Ὁτι στην Μαρία έπεσε σπέρμα και Λόγος [36], σ’ αυτό ο Τιμόθεος Κωνσταντινουπόλεως προσθέτει το εξής: «Λέγουσιν ὅτι σπέρμα καί λόγος ἐνέπεσεν εἰς τήν Μαρίαν˙ καί ὅτι τό σῶμα ὅ ανέλαβεν ἐξ αὐτῆς ὁ Κύριος, δαιμόνων ἧν πεπληρωμένον καί ἐξέβαλεν τά δαιμόνια, καί οὕτως αὐτό ἐνεδύσατο [37]».
Ὁτι ο άνθρωπος πρέπει ν’ αποκτήσει δύο ψυχές, μία την κοινή και μία την επουράνια [38].
Ὁτι είναι δυνατόν ο άνθρωπος να δεχθεί αισθητά την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, με κάθε βεβαιότητα και πραγματικότητα [39].
Ὁτι στους προσευχομένους μπορεί να φανερωθεί ο Σωτήρας με φως και σε κάποιο καιρό να βρεθεί ο άνθρωπος παριστάμενος στο θυσιαστήριο και να του προσφερθούν τρεις άρτοι ζυμωμένοι με λάδι [40].
Συνοπτικά την διδασκαλία των Μεσσαλιανών εξέθεσε ο Αδέλφιος στον Φλαβιανό, όταν ερωτήθηκε, ως εξής: «Μηδεμίαν μέν ἐκ τοῦ Θείου Βαπτίσματος ὠφέλειαν τοῖς ἀξιουμένοις ἐγγίνεσθαι, μόνην δέ τήν σπουδαίαν εὐχήν τόν δαίμονα τόν ἔνοικον ἐξελαύνειν. Ἔλκειν γάρ ἕκαστον τῶν τικτομένων ἔλεγεν ἐκ τοῦ Προπάτορος, ὥσπερ τήν φύσιν, οὕτω δή καί τήν τῶν δαιμόνων δουλείαν˙ τούτων δέ ὑπό τῆς σπουδαίας ἐλαυνομένων εὐχῆς, ἐπιφοιτᾶν λοιπόν τό Πανάγιον Πνεῦμα, αἰσθητῶς καί ὁρατῶς τήν οἰκίαν παρουσίαν σημαῖνον καί τό τε σῶμα τῆς τῶν παθῶν κινήσεως ἐλευθεροῦν καί τήν ψυχήν τῆς ἐπί τά χείρω ῥοπῆς παντελῶς ἀπαλλάτειν, ὡς μηκέτι δεῖσθαι λοιπόν, μήτε νηστείας πιεζούσης τό σῶμα, μήτε διδασκαλίας χαλινούσης καί βαίνειν εὔτακτα παιδευούσης. Οὐ μόνον δέ ὁ τούτου τετυχηκώς τῶν τοῦ σώματος ἀπαλλάτεται σκιρτημάτων, ἀλλά καί σαφῶς τά μέλλοντα προορᾷ καί τήντριάδα τήν θείαν τοῖς οφθαλμοῖς θεωρεῖ [41]».
Εκτός των παραπάνω προστίθεται και το εξής. Πίστευαν, ότι οι τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος αναλύονται σε μια. Αυτό εξετάζοντάς το ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός, το αποδίδει στους Σαβελιανούς [42]. Επίσης ότι η θεία φύσις τρέπεται και μεταβάλλεται προκειμένου να συγκραθεί με τις ανθρώπινες ψυχές [43].

Ρίζα της Εικονομαχίας.
Υπάρχει στον Μέγα Φώτιο μια σημαντική αναφορά σε ένα αντι-Μεσσαλιανικό έργο του Ηρακλείδη, Επισκόπου Νύσσης: «Συνέταξε δέ κατ’ αὐτῶν καί Ἡρακλείδας ὁ Νύσσης Ἐπίσκοπος ἐπιστολάς δύο, ὧν ἐν τῇ δευτέρᾳ καί χρήσις φέρεται τῆς ἀρχαιότητας τῶν σεπτῶν Εἰκόνων [44]».
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός, ότι ο Μέγας Φώτιος πρόσεξε την θεματολογία της δεύτερης επιστολής του Ηρακλείδη. Ο Ἀγιος έζησε την δεύτερη φάση της Εικονομαχίας και την αναστήλωση των Εικόνων του 867. Μία πρώιμη καταγραφή περί της αρχαιότητας των Εικόνων, τόν ενδιέφερε άμεσα.
Για τον εν λόγω Επίσκοπο δεν είναι τίποτα γνωστό. Το μόνο που μπορεί να εξαχθεί από την αναφορά του Μ. Φωτίου είναι ότι η επισκοπεία του μπορεί να τοποθετηθεί μεταξύ του 431 και 448  [45].
Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν άμεσες αναφορές σε Εικονοκλαστικές πρακτικές των Μεσσαλιανών. Αλλά αν κάποιος θα ήθελε να ανιχνεύσει τις προδιαθέσεις τους θα έπρεπε ν’ απευθυνθεί στην «Χριστολογία» τους (καταχρηστική χρήση) κι όχι σε πιθανές συνδέσεις της ασκητικής πρακτικής τους με τον Αιγυπτιακό Μοναχισμό [46], όπως επιχειρείται. Στο κάτω-κάτω η ασκητική τους μόνο τον τίτλο φέρει και όχι τις συνεπακόλουθες πρακτικές, όπως θα φανεί στο επόμενο κεφάλαιο.
Ανατρέχοντας, λοιπόν, στις δοξασίες των Μεσσαλιανών για τον Χριστό, βρίσκουμε στον Τιμόθεο Κωνσταντινουπόλεως την εξής καταγραφή: «Λέγουσιν ὅτι τόν ἄνθρωπον ὅν ἀνέλαβεν ἐκ τῆς Μαρίας ὁ Κύριος, πότε μέν αὐτόν εἰς πνεῦμα μετέβαλλεν, πότε δέ εἰς σῶμα˙ διότι αὐτό τό σῶμα τοῦ Κυρίου ἀπερίγραπτον ἦν, καθάπερ ἡ θεία φύσις».
Το κλειδί για την λύση του θέματος βρίσκεται στην λέξη «απερίγραπτον». Το «απερίγραπτον» συνδέεται με παρελθόντα χρόνο με τον Δοκητισμό των Γνωστικών ομάδων. Ενισχύεται αυτή η σύνδεση με την ιδέα της μεταβολής του σώματος του Χριστού άλλοτε σε υλικό, άλλοτε σε πνευματικό. Μπορούμε εδώ να διακρίνουμε μία προσπάθεια συμβιβασμού του Γνωστικού Δοκητισμού με την διδασκαλία της Εκκλησίας, στις τάξεις των Μεσσαλιανών. Σε μέλλοντα χρόνο το «απερίγραπτον» συνδέεται με το βασικό επιχείρημα των Εικονομάχων κατά των Εικόνων. Οι Εικονομάχοι θεωρούσαν ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού δεν μπορεί να περιγραφεί, γι’ αυτό και οι απεικόνισή της εκλαμβάνονταν ως ειδωλολατρεία.
Τι προκύπτει από τα παραπάνω; Όπως λέει ο Reinhart Staats «μία από τις ρίζες της εικονομαχίες βασίζεται στον Μεσσαλιανικό μυστικισμό [47]». Αυτή η σκέψη μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί περισσότερο. Μια από τις ρίζες της Εικονομαχίες ανιχνεύεται στον Δοκητισμό των Γνωστικών.

Πρακτικές
Οι περισσότερες πρακτικές των Μεσσαλιανών οφείλονται στην άποψη, ότι όποιος έλαβε την αισθητή επιφοίτηση του Αγίου Πνεύμα ελευθερώθηκε από τον δαίμονα που τον κατείχε και συνεπώς από τα πάθη και τις αμαρτίες. Αυτός, ων ελεύθερος, δεν δεσμεύεται από υποχρεώσεις, νομικές ή ηθικές. Η ψυχή του δεν ρέπει προς το χειρότερο κι έχει αποκτήσει την απάθεια [48].
Πίστευαν επίσης, ότι σε αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος μπορεί να προβλέπει το μέλλον, όπως επίσης και τις πνευματικές δυνάμεις αισθητά. Γι’ αυτό και κάποιες φορές τους έβλεπαν να πηδάν ξαφνικά μιμούμενοι ότι προσπέρασαν κάποιο αόρατο δαίμονα ή να κάνουν ότι τους τοξεύουν [49].
Επίσης θεωρούσαν ότι τα όνειρα του ανθρώπου στην κατάσταση της απάθειας είναι προφητικά και δηλωτικά του μέλλοντος. Γι’ αυτό επιδίδονταν στον ύπνο πολλές ώρες. Τα εκλάμβαναν ως φωτισμό του πνεύματος και τα ονόμαζαν άγιους ενθουσιασμούς [50].
Όσοι βρίσκονταν στην κατάσταση της απάθειας γνώριζαν και την κατάσταση των ψυχών μετά θάνατον. Επίσης παρουσιάζονταν ως καρδιογνώστες και ότι καταλάβαιναν τις διαθέσεις των ανθρώπων [51].
Εφόσον οι απαθείς δεν είχαν ροπή προς το κακό, πίστευαν ότι μπορούν να επιδίδονται σε κάθε είδους ακολασία, όπερ και έπρατταν. Αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ότι «αἰσχρουργίαις διαφόροις καί χρημάτων κλοπαῖς καί πορνεῖες περιπεσόντες ὤφθησαν».
Από τα παραπάνω μπορούμε να διακρίνουμε έναν έντονο Ελιτισμό, ο οποίος αφορά μεν όσους έλαβαν υποθετικά το Άγιο Πνεύμα, αλλά στην πράξη περιλαμβάνονται όλοι οι Μεσσαλιανοί, ίσως με μια μικρή καθυστέρηση ως προς τον χρόνο της επιφοίτησης.
Απέφευγαν την χειρωνακτική εργασία και ζούσαν κυρίως από την εκμετάλλευση των περιουσιών που προσέφεραν οι νεοεισερχόμενοι. Για να το πετύχουν αυτό δήλωναν εαυτούς ενάντιους σε κάθε μορφής ιδιοκτησία [52]. Ταυτόχρονα εμφανίζονταν άσπλαχνοι και ανελεήμονες προς πάντα χρήζοντα βοήθεια, λέγοντες ότι αυτοί είναι οι πτωχοί τω πνεύματι [53].
Στις τάξεις τους επιτρέπονταν στις γυναίκες να διδάσκουν. «Οὗτοι γυναίκας διδασκάλους τῶν δογμάτων τῆς ἱδίας αἱρέσεως προβάλλονται˙ οὐ μόνον ἀνδρῶν ἀπλῶς, ἀλλά καί Ἱερέων ταῦτας ἐξάρχειν ἐπιτρέποντες˙ κεφαλήν ἑαυτῶν τάς γυναίκας ποιούμενοι καί τήν ὄντως κεφαλήν Χριστόν τόν Θεόν ἡμῶν ἀτιμάζοντες [54]».
Δεν δέχονταν ότι η μετάληψη του Τιμίου Σώματος και Αίματος του Χριστού ωφελεί τους αξίως μεταλαμβάνοντας ή βλάπτει τους αναξίως. Αυτό οφείλονταν στο ότι δεν πίστευαν ότι τα Τίμια Δώρα είναι πραγματικά το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Συνεπώς δεν κοινωνούσαν με φόβο Θεού, αλλά οσάκις μεταλάμβαναν, το έπρατταν αδιάφορα [55]. Μάλιστα θεωρούσαν άσκοποη την συμμετοχή στην Θεία Λειτουργία και συνιστούσαν στους μοναχούς να παραμένουν στους δικούς τους ευκτηρίους οίκους και να προσεύχονται [56].
Στην πράξη ο Μεσσαλιανισμός ήταν ένα ενθουσιαστικό κίνημα. Ο όσιος Θεοφάνης αναφέρει ότι στις συνάξεις τους έψαλαν χορεύοντας και κροταλίζοντας, παρερμηνεύοντας τα λόγια του Βασιλιά Δαβίδ [57]. Αυτή η πρακτική τους σχετίζεται με τον τρόπο που αντιλαμβάνονταν την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος και την αισθητική επίδειξη της.
Το Βάπτισμα του πυρός:
Πίστευαν ότι το εκκλησιαστικό Βάπτισμα δεν ωφελεί στην εξάλειψη της ρίζας των αμαρτημάτων. Επειδή διάβαζαν τα λόγια του Χριστού «Ἐάν μή τις γεννηθῇ δι’ ὕδατος καί πνεύματος, οὐ μή εἰσέλθει εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ιωαν. 3.5) και ότι το Πνεύμα το Άγιο κατήλθε την ημέρα της Πεντηκοστής εν είδει πυρίνων γλωσσών (Πραξ. 2.3) δίδασκαν ότι για την σωτηρία του ανθρώπου είναι αναγκαίο το Βάπτισμα του πυρός. Αυτή την διδασκαλία την αιτιολογούσαν με τα λόγια του Προδρόμου, «ἐγώ μέν ὕδατι βαπτίζω ὑμᾶς˙ ἔρχεται δέ ὁ ἰσχυρότερός μου, οὗ οὐκ εἰμί ἱκανός λῦσαι τόν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ˙ αὐτός ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι ἁγίω καί πυρί» (Λουκ 3.16 & Ματθ. 3.11). Έλεγαν ότι, όπως το πυρ κατακαίει τα ζιζάνια μέχρι την ρίζα, έτσι και το Άγιο Πνεύμα φλέγει και καταναλίσκει την μοχθηρία των βαπτιζομένων και αφανίζει τις πονηρές συνήθειες [58].
Αυτήν ακριβώς την διδασκαλία υιοθέτησαν οι Μορμόνοι και όχι μόνο. Μαζί με τον ενθουσιασμό υποστηρίζεται από πολλές ακραίες Προτεσταντικές ομάδες, όπως οι Κουακέροι, οι Άμις και οι Πεντηκοστιανοί που εμφανίζουν ροπή στον ενθουσιασμό.
Γράφει σχετικά ο Gavin David Prosser στην εξέταση του θέματος του ελιτισμού των Μεσσαλιανών: «Αν δεχθούμε ότι κάποια αποσπάσματα από τις Ομιλίες του ψευδο-Μακάριου και από το Liber Graduum έχουν κάποια σχέση με ομάδες Μεσσαλιανών, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι εμφάνιζαν κάποια Ιεραρχία ή κάποιον ελιτισμό, διακρίνοντας τάξη «τελείων» από τους υπόλοιπούς. Αυτό βέβαια μπορεί να μην αφορά κάποια πνευματική ιεραρχία, αλλά να εξαρτάται από το αν ο υπό μύηση Μεσσαλιανός είχε λάβει την εμπειρία του «βαπτίσματος του πυρός», μια εμφατικά αισθητική εμπειρία του Αγίου Πνεύματος, που ίσως συνοδεύονταν από επιληπτικούς σπασμούς. Το επίθετο ‘ενθουσιασταί’ χρησιμοποιήθηκε από την Ορθόδοξη κριτική στην Έφεσο. Ο Μεσσαλιανικός Πεντηκοστιανισμός …στηρίζονταν δογματικά στην άποψή τους για την διαφθορά του μεταπτωτικού ανθρώπου…[59]».

Παραπομπές:
[1] Μόνο στον Τιμόθεο Κωνσταντινουπόλεως, Περί τῶν προσερχομένων τῇ Ἁγίᾳ Ἐκκλησίᾳ (PG 86A,48).
[2] Ιωάννη Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων 98.
[3] Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Πνευματική Πανοπλία XXVI (PG 130,1273B): «Κατά τούς χρόνους Οὐαλεντινιανοῦ καί Ουάλεντος ἡ τῶν Μασαλιανῶν ἐβλάστησεν αίρεσις».
[4] Ιωάννη Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ 120. Επίσης Θεοδώρητου Κύρρου, Εκκλησιαστική Ιστορία IV 11.2 {ed. Léon Parmentier, GCS 44 (1954) 229}. Επίσης, Μ. Φώτιος, Μυριόβιβλος 52 (ed. René Henry, Paris 1959, I 36).
[5] Θεοδώρητου Κύρρου, Εκκλησιαστική Ιστορία IV 11.6 {ed. Léon Parmentier, GCS 44 (1954) 230}. & Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ 150.
[6] Θεοδώρητου Κύρρου, Εκκλησιαστική Ιστορία IV 11.8 {ed. Léon Parmentier, GCS 44 (1954) 231}. & Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ 175.
[7] Μ. Φώτιος, Μυριόβιβλος 52.
[8] «Ὅρος τῆς Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς συνόδου τῆς ἐν Ἐφέσῳ κατά τῶν δυσεβῶν Μεσσαλιανιτῶν ἤ γοῦν Εὐχιτῶν» ACO I-1-7 ed. E. Schwartz (Berlin 1929), 117-8.
[9] PG 86A,48A
[10] Ιωάννη Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’: «Κεφάλαια τοῦ τῶν Μασσαλιανῶν δυσσεβοῦς δόγματος ἀναληφθέντα ἐκ βιβλίου αὐτῶν».
[11] Synodikon Orientale ou Recueil de Synodes Nestoriens, ed. J. B. Chabot NEMBN 37 (1902), 115-6 (κείμενο) 374-375 (μετάφραση).
[12] Ed. M. Kmosko in PS I 3, Paris 1926, Appendix I no XXVII-XXVIII & XXX-XXXI.
[13] Bar Hebraeus, Candélabre des sanctuaires, ed. Kmosko, p. CCLXXI.
[14] "Hymni contra Haereses" 22, 4, ed. E. Beck, CSCO 169, 1957, p. 79
[15] Μ. Φώτιος, Μυριόβιβλος 52, εκδ. Ιγνάτιος Σακαλής ΕΠΕ (2001) τ. 5 σελ. 74.
[16] K. Fitschen, Did ‘Messalianism’ exist in Asia Minor after A.D. 431?, Studia Patristica XXV (Leuven 1993) 352-5.
[17] Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών PG 121,560C & 596C.
[18] Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς Χ 1.6, ed H-G. Beck-A. Kambylis-R. Keydell CFHB XL/1 (2001), 282-3
[19] J. Darrouzès, Documents inèdits d’ ecclésiologie byzantine, Paris 1966, 305.
[20] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ α, & Τιμόθεος Κωνσταντινουπόλεως, Περί των προσερχομένων τη Αγία Εκκλησία, κεφ. Περί Μαρκιανιατών α (PG 86A,48b)
[21] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ β.
[22] Ευθύμιου Ζιγαβηνού, Πνευματική Πανοπλία (PG 130,1285A): «Λέγουσιν ὅτι συνοικοῦσιν ἐν τῷ ἀνθρώπω τό Πνεῦμα τε τό Ἅγιον καί ὁ δαίμων. Ἀλλά πῶς συνοικήσουσιν ἀλλήλοις Θεός καί δαίμων, τό καθαρώτατον καί πάντων ἀκαθαρτότατον; τό φῶς καί τό σκότος; οἱ κατά διάμετρον ἀλλήλοις ἐχθραίνοντες; Ὅπου γάρ ἐπιδημήσει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, δραπετεύει πᾶς δαίμων φεύγων ὀξέως καί ἀμεταστρεπτί, καθάπερ από πυρός. Θεός μέν γάρ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον˙ εἰ δέ Θεός καί πῦρ καταναλίσκον τήν τῶν δαιμόνων ἰσχύν. Καί τό μέν σκότος λύεται τῇ παρουσίᾳ τοῦ φωτός, ὁ δέ πονηρός δαίμων ἐλαύνεται βασανιζόμενος τῇ ἐνοικήσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος˙ τοῖς μέν ἄγαν ἐναντίοις οὐκ ἔστιν συνοίκησις˙ φθείρεται γάρ ἤ εξωθείται τό ἀσθενέστερον».
[23] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ γ & Ευθύμιου Ζιγαβηνού (PG 130,1284D): «Λέγουσιν, ὅτι οὐδ’ οἱ ἀπόστολοι τῆς ἐξουσίας τῶν δαιμόνων ἦσαν ἐλεύθεροι˙ Βαβαί τῆς ἀναισχύντου βλασφημίας! Οἱ τούς δαίμονας τῶν ἐνεργουμένων ἀπελαύνοντες οὐκ ἦσαν ἐλεύθεροι τῆς τῶν δαιμόνων ἐπικρατείας; Καί πῶς ἐδίωκον οἱ δουλεύοντες τούς ἐξουσιάζοντας; οἱ λαβόντες ἐξουσίαν παρά τοῦ Σωτήρος μή τά δαιμόνια μόνον ἐκβάλλειν, ἀλλά καί θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν καί πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων ἐπί πᾶσαν τε δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ;»
[24] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ δ & Ευθύμιου Ζιγαβηνού PG 130,1276D, & Τιμόθεος Κων/πόλεως, Περί των προσερχομένων τη Αγία Εκκλησία, κεφ. Περί Μαρκιανιατών β (PG 86A,48B): «Λέγουσιν ὅτι μόνη ἡ ἐκτενής προσευχή διώκει δύναται τοῦτον τόν δαίμονα˙ διά χρέμψεως καί ἀποπτύσεως τοῦ προσερχομένου, φυγαδευομένου δε τούτου τοῦ δαίμονος ὡς καπνοῦ ὁρωμένου, ἤ ὡς ὄφεως, ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαι˙ καί ὅτι τούτου γινομένου, παρουσία λοιπόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπί τόν προσευχόμενον γίνεται, αἰσθητῶς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐπιφοιτῶντος καί ὁρωμένου».
[25] PG 130,1273C.
[26] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ ε & Ευθύμιου Ζιγαβηνού (PG 130,1277A).
[27] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ στ.
[28] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ ζ & Ευθύμιου Ζιγαβηνού (PG 130,1277B): «Τούτου (του δαίμονος) δέ ἀπελαθέντος, ἐπιφοιτᾶν αἰσθητῶς καί ὁρατῶς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον τήν οἰκίαν παρουσίαν σημαῖνον, καί τό σῶμα τῆς των παθῶν κινήσεως ἐλευθεροῦν, καί ἀπάθειαν χαρισόμενον».
[29] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ η & Τιμόθεος Κων/πόλεως, Περί των προσερχομένων τη Αγία Εκκλησία, κεφ. Περί Μαρκιανιατών δ (PG 86A,48B): «Λέγει ὅτι μετά τήν λεγομένην παρ’ ἐκείνοις ἀπάθειαν, τοιαύτης αἰσθάνεται ἡ ψυχή κοινωνίας γινομένης αὐτῇ παρά τοῦ οὐρανίου Νυμφίου, οἴα αἰσθάνεται ἡ γυνή ἐν τῇ συνουσίᾳ τοῦ ἀνδρός».
Ευθύμιου Ζιγαβηνού (PG 130,1285C): « Λέγουσιν, ὅτι μετά τήν παρά τοῖς τελείοις αὐτῶν ἀπάθειαν τοιαύτης αἰσθάνεται ἡ ψυχή τούτων κοινωνίας ἐγγινομένης αὐτῇ παρά τοῦ ἐπουρανίου νυμφίου, οἴας αἰσθάνεται γυνή συνουσιάζοντος αὐτῇ τοῦ ἀνδρός. Ὥ τῆς προδήλου φρενοβλαβείας! εἰ τήν ἀγνοτάτην καί ἀπαθεστάτην τοῦ Σωτῆρος ἕνωσιν ἐμπαθεστάτην ἡδυπάθειαν οἵονται, καί καθυβρίζουσιν ἡδονῇ ῥεύσεως παιδογόνων μορίων τολμηρῶς αὐτήν παρεικάζοντες».
[30] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ θ.
[31] Ι. Δαμασκηνού,  Περί αιρέσεων π’ ι.
[32] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ ια.
[33] Ι. Δαμασκηνού,  Περί αιρέσεων π’ ιβ.
[34] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ ιγ & Ευθύμιου Ζιγαβηνού (PG 130,1285B): «Λέγουσιν, ὅτι φύσει τά κακά, τουτέστιν αἱ ἁμαρτίαι. Προς οὕς ἀντιλέγομεν, Εἰ φύσει τά τοιαῦτα κακά, τῆς φύσεως δέ δημιουργός ὁ Θεός, αἴτιος ἄρα κακῶν ὁ Θεός, καί οὔτε κρίσις, οὔτε κόλασις ἔσται τῶν ἁμαρτανόντων, καθώς ἀνωτέρω προδεδήλωται… Εἰ δέ κρίσις ἔσται τῶν ἁμαρτανόντων, οὐ φύσει τά κακά, τουτέστιν αἱ ἁμαρτίαι. Εἰ δέ μή φύσει, προαιρέσει πάντως, καί ῥᾳθυμίᾳ, δι’ ἥν κατακρίνονται, καί κολάζονται πάντες οἱ ἐργάτες τῆς ἁμαρτίας».
[35] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ ιδ.
[36] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ ιε & Ευθύμιου Ζιγαβηνού (PG 130,1276C).
[37] Τιμόθεος Κων/πόλεως, Περί των προσερχομένων τη Αγία Εκκλησία, κεφ. Περί Μαρκιανιατών ζ (PG 86A,49Α)
[38] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ ιστ.
[39] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ ιζ.
[40] Ι. Δαμασκηνού, Περί αιρέσεων π’ ιη.
[41] Θεοδώρητου Κύρρου, Εκκλησιαστική Ιστορία IV 11.7 {ed. Léon Parmentier, GCS 44 (1954) 231}. Μετάφραση Π. Παπαευαγγέλου, Ιωάννου Δαμασκηνού, Έργα, ΕΠΕ (1991) τ.2 σελ. 277-9: «Καμιά ωφέλεια δεν επέρχεται από το Βάπτισμα σ’ αυτούς που αξιώνονται να το δεχθούν, και ότι μόνη η σπουδαία προσευχή εκδιώκει τον δαίμονα που κατοικεί μέσα τους. Γιατί ο καθένας από αυτούς που γεννιούνται, έλεγε, σέρνει από τον Προπάτορα όπως ακριβώς την φύση, έτσι και την υποδούλωση στους δαίμονες˙ αυτά απομακρύνονται μόνο με σπουδαία προσευχή και επιφοιτά το Πανάγιο Πνεύμα, δείχνοντας την παρουσία του κατά τρόπο αισθητό και ορατό, ελευθερώνοντας το σώμα από την κίνηση των παθών και απαλλάσσοντας την ψυχή τελείος από την κλίση προς τα χειρότερα, ώστε να μην έχει πλέον ανάγκη ούτε από νηστεία, που καταπιέζει το σώμα, ούτε από διδασκαλία που το χαλιναγωγεί και το εκπαιδεύει να βαδίζει πειθαρχημένα. Και δεν απαλλάσσεται μόνο από τα σκιρτήματα του σώματος εκείνος που θα το κατορθώσει αυτό, αλλά προβλέπει καθαρά καί τα μέλλοντα και βλέπει με τα μάτια του την θεία Τριάδα».
[42] Ευθύμιου Ζιγαβηνού, Πνευματική Πανοπλία (PG 130.1273D) & Τιμόθεος Κων/πόλεως, Περί των προσερχομένων τη Αγία Εκκλησία, κεφ. Περί Μαρκιανιατών στ’ (PG 86A,49Α).
[43] Ευθύμιου Ζιγαβηνού, Πνευματική Πανοπλία (PG 130.1276Α): «Λέγουσιν, ὅτι τρέπεται καί μεταβάλλεται ῥᾳδίως ἡ θεία φύσις προς ὅ ἄν βούλοιτο, ἵνα συγκραθῇ ταῖς ἀξίαις αὐτῇ ψυχαίς. Καί μην τῶν κτιστῶν ἡ τροπή. Πᾶν γάρ κτιστόν καί τρεπτόν. Ὧν γάρ τό εἶναι ἀπό τροπῆς ἤρξατο, τουτέστιν ἀπό τοῦ μή εἶναι, ταῦτα πάντος τῇ τροπῇ ὑποκείσεται ἤ φθειρόμενα, ὡς τά ἐγκόσμια, ἤ κατά προαίρεσιν ἀλλοιούμενα, ὡς ἄγγελοι καί ψυχαί, κατά τε τήν ἐπί τό καλόν προκοπήν, καί τήν ἐπί τό κακόν κίνησιν. Ἐπί δέ ὁ Θεός ἄκτιστος, πάντως καί ἄτρεπτος. Ὧν γάρ τό εἶναι ἐνάντιον, τούτων καί ὁ τοῦ πῶς εἶναι λόγος ἐνάντιος. Καί καθ’ ἕτερον δέ λόγον ἡ μέν τροπή κινήσεως εἶδός ἐστι, προσηκοῦσα τοῖς κτιστοῖς˙ ὁ δέ Θεός κατά φύσιν ἀκίνητος ἐστι, καί ὑπέρ τήν παρά τοῖς φιλοσόφοις ἐξαχῆ κίνησιν, ὡς ἄποσος καί ἄποιος, κατά τε ἀρχήν καί τέλος. Εἰ δέ ἄτρεπτος κατά φύσιν ὁ Θεός, πάντως καί αμετάβλητος».
[44] Μέγας Φώτιος, Μυριόβιβλος 52 {ed. R. Henry (1959) I 39}.
[45] E. Honigmann, Patristic Studies, Studi e Testi 173( Citta del Vaticano 1953) 114.
[46] G. D. Prosser, A Defence of Icons during the Messalian Controversy, Studia Patristica XXV (Leuven 1993) 446-7.
[47] Reinhart Staats, Photios and the Synodikon of Orthodoxy in opposition to mystical and prophetic heresies, The Patristic and Byzantine Review 2 (1983), 172.
[48] Τιμόθεος Κωνσταντινουπόλεως, Περί των προσερχομένων τη Αγία Εκκλησία, κεφ. Περί Μαρκιανιατών θ (PG 86A,49Β): «Λέγουσιν ὅτι μετά τήν τοῦ δαίμονος τούτου τοῦ συνουσιωμένου τοῖς ἀνθρώποις, διά τῆς χρέμψεως τε καί ἀποπτύσεως γινομένης δίωξιν, οὐκέτι δεῖται νηστείας, ἤ ἄλλης ψυχικῆς ἤ σωματικῆς εγκρατείας ὁ ἄνθρωπος προς παιδαγωγίαν τοῦ σώματος˙ ἀλλ’ οὐδέ διδασκαλίας τήν ψυχήν ρυθμιζούσης˙ ὡς καί τοῦ σώματος ἠλευθερωμένου τῆς τῶν παθῶν ἐπικρατείας, καί τῆς ψυχῆς μηκέτι δεκτικῆς οὔσης τῆς ἐπί τά χείρω ῥοπῆς˙ ὥς καί τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος ἐν ἀπαθείᾳ λοιπόν γινομένων».
[49] Τιμόθεος Κωνσταντινουπόλεως, Περί των προσερχομένων τη Αγία Εκκλησία, κεφ. Περί Μαρκιανιατών ι (PG 86A,49Β-C).
[50] Τιμόθεος Κωνσταντινουπόλεως, Περί των προσερχομένων τη Αγία Εκκλησία, κεφ. Περί Μαρκιανιατών ιδ (PG 86A,49D-51A).
[51] Τιμόθεος Κωνσταντινουπόλεως, Περί των προσερχομένων τη Αγία Εκκλησία, κεφ. Περί Μαρκιανιατών ιζ (PG 86A,52Β).
[52] Επιφάνιος, Πανάριον LXXX 3.4: "Δῆθεν εἰς Χριστόν πεπιστευκέναι λέγοντες, ὡς ἀποταξάμενοι τῷ κόσμῳ καί τῶν ἰδίων ἀνακεχωρηκότες, ὁμοῦ δέ ἀναμίξ ἄνδρες ἅμα γυναιξί καί γυναῖκες ἅμα ἀνδράσιν ἐπί τό αὐτό καθεύδοντες, ἐν ῥύμαις μέν πλατείαις, ὁπηνίκα θέρους ὥρα εἵη, διά τό μή ἔχειν, φησί, κτῆμα ἐπί τῆς γῆς, ἀκώλυτοι δέ εἰσι καί ἐκτείνουσι χεῖρας μεταιτεῖν ὡς ἀβίωτοι καί ακτήμονες».
[53] Ευθύμιου Ζιγαβηνού, Πνευματική Πανοπλία (PG 130.1288D).
[54] Τιμόθεος Κωνσταντινουπόλεως, Περί των προσερχομένων τη Αγία Εκκλησία, κεφ. Περί Μαρκιανιατών ιη (PG 86A,52Β).
[55] Τιμόθεος Κωνσταντινουπόλεως, Περί των προσερχομένων τη Αγία Εκκλησία, κεφ. Περί Μαρκιανιατών ιβ (PG 86A,49C).
[56] Ι. Δαμασκηνού, Περί Αιρέσεων π’: «Τούτοις προσετίθεσαν τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν θυσιαστηρίων ὑπεροψίαν, ὡς δέον τούς ἀσκητάς, ἐκκλησιαστικαῖς μέν μή παραμένειν συνάξεσιν, ἀρκεῖσθαι δέ ταῖς ἐν τοῖς εὐκτηρίοις αὐτῶν εὐχαῖς».
[57] Θεοφάνους, Χρονογραφία,ed. B. G. Niebhur, CSHB 43 (1836), 99.9: «Ῥωμαίων βασιλέως Οὐάλεντος ἔτος α’. Τούτῳ τῷ ἔτει ἡ τῶν Μεσσαλιανῶν αἵρεσις, ἤγουν Εὐχητῶν, καί Ἐνθουσιαστῶν, ἀνεφύη. οὗτοι ψάλλοντες κυμβαλίζουσι καί κροταλίζουσι τά παρά τῷ Δαβίδ παχέως ἐκλαμβάνοντες καί ἀνοήτως».
[58] Ευθύμιου Ζιγαβηνού, Πνευματική Πανοπλία (PG 130.1276D-1277A). Για την εξέταση του θέματος Antoine Guillaumont, Le Baptème de Feu chez les Messaliens, εν Mèlanges d’ Histoire des Religions, δωρητήριο στον Charles-Henri Puech, Paris 1974.
[59] G. D. Prosser, A Defence of Icons during the Messalian Controversy, Studia Patristica XXV (Leuven 1993) 447.


Βαρλαάμ εναντίον Ησυχαστών.
Όταν ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός επέστρεψε το 1340 από την αποστολή που του είχε αναθέσει ο Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος στην έδρα του Πάπα Βενικτου ΙΒ’ στην Αβινιώνα της Γαλλίας, εξέδωσε ένα δεύτερο έργο, με τίτλο Κατά Μασσαλιανών, στο οποίο επιτίθονταν για μια ακόμη φορά κατά των Ησυχαστών και του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, προσωπικώς [60]. Στο έργο αυτό που δεν έχει διασωθεί, κατηγορούσε τους μοναχούς για θεολογική πλάνη, δηλαδή για τον ισχυρισμό ότι βλέπουν τον Θεό σύμφωνα με την πλάνη των Μασσαλιανών και των διαδόχων τους Βογομίλων. Αποκαλούσε τους Ησυχαστές Βλαχερνίτες (ομφαλοσκόπους τους αποκάλεσε κοροϊδευτικά στο πρώτο σύγγραμμά του), από το όνομα του Θεόδωρου Βλαχερνίτη [61], που αναφέραμε παραπάνω.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απάντησε με μια νέα τριάδα έργων, την τρίτη κατά σειρά, τμήμα του συνολικού Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων. Το πρώτο βιβλίο της τριάδας αυτής τιτλοφορείται Έλεγχος των συμβαινόντων ατόπων εκ του δευτέρων του φιλοσόφου συγγραμμάτων και φέρει τον δεύτερο τίτλο Περί θεώσεως. Σε αυτό ο Ἁγιος μιλά περί μεθέξεως της θεότητος. Χρησιμοποιώντας χωρία από τον άγιο Μάξιμο, τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη και άλλους Πατέρες αποδεικνύει ότι η χάρις της υιοθεσίας, η θεοποιός δωρεά του Αγίου Πνεύματος είναι φως:
«Ὁ μέν γάρ σοφός τά θεῖα Μάξιμος [62], συνῳδᾶ τῷ μεγάλῳ Μακαρίῳ [63] καί τοῖς ἄλλοις ἅπασιν Ἁγίοις, καθάπερ ἐν τοῖς Περί Φωτός Θείου ἐξενηγμένοις ἡμῖν λόγοις προεξεθέμεθα, τόν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης ἐπαγγελίας, τήν χάριν τῆς υἱοθεσίας, τήν θεοποιόν δωρεάν τοῦ Πνεύματος φῶς εἶναι φησιν ὑπεραρρήτου τοῖς ἁγίοις ἐποπτευόμενον, φῶς ἐνυπόστατον, ἄκτιστον, ἀεί ὄν ἐκ τοῦ ἀεί ὄντος καί ἀνεπινοήτως, νῦν μέν ἐκ μέρους, ἐπί δέ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος τελεοτέρως φανερούμενον τοῖς ἀξίοις καί τόν Θεόν αὐτοῖς δι’ ἑαυτοῦ φανεροῦν [64]».
Αφού απέδειξε ότι η θεολογία των Ησυχαστών είναι καθόλα Ορθόδοξη και σύμφωνη με τους Πατέρες και όχι Μασσαλιανή, φέρει προς εξέταση αυτά που υποστήριζε ο Βαρλαάμ: «Ἀλλ’ αἰσθητόν ἦν», φησί, «τό φῶς ἐκεῖνο καί δι’ ἀέρος ὁρατόν, τότε γεγονώς προς ἔκπληξιν καί εὐθύς ἀπογενόμενον, καί θεότης λέγεται ὡς σύμβολο θεότητος [65]».
Και αυτές της κακοδοξίες του Βαρλαάμ αναιρεί ο άγιος Γρηγόριος με την βοήθεια του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού: «Τό τοιοῦτον τοίνυν ἀλλότριόν σοι δοκεῖ θεότητος, αἰσθητόν τε καί κτιστόν σύμβολον καί δι’ ἀέρος ὁρατόν; Ἀλλ’ ὡς μέν οὐκ ἀλλότριον, άλλά φυσικόν θεότητος, αὖθις ἄκουσον τοῦ τά θεῖα σοφοῦ Δαμασκηνοῦ λέγοντος, “οὐκ ἐπίκτητον, ὡς ὁ Μωυσῆς, ἔσχε τό τῆς θείας δόξης ὡράϊσμα, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐμφύτου θείας δόξης τε καί λαμπρότητος [66]”˙ καί πάλιν, “τούς κορυφαίους τῶν Ἀποστόλων προσλαμβάνεται μάρτυρας τῆς οἰκίας δόξης τε καί θεότητος, αποκαλύπτει δέ αὐτοῖς τήν οἰκίαν θεότητα[67]” , τήν ἁπάντων ἐπέκεινα, τήν μόνην καί ὑπερτελῆ καί προτέλειον [68]».
Δεν είναι λοιπόν οι Ησυχαστές Μασσαλιανοί, αλλά ο Βαρλαάμ και οι ομόφρονοί του: «Προς δέ τούτοις καί φυσικήν ἕξιν λέγεις τήν χάριν τῆς θεώσεως, τουτέστι δυνάμεως φυσικῆς ἐντελέχειάν τε καί φανέρωσιν, ἀφ’ οὗ τῇ τῶν Μασσαλιανῶν ὄντως, ὡς οὐκ οἶσθα, περιπέπτωκας ἀπάτῃ˙ φύσει γάρ ἔσται κατά πᾶσαν ἀνάγκην Θεός θεούμενος, εἰ κατά φυσικήν δύναμιν ἡ θέωσις ἔσται καί τοῖς ὅροις τῆς φύσεως ἐμπεριλαμβάνεσθαι πέφυκε. Μή τοίνυν τήν σ’ αὐτοῦ περιτροπήν τῶν ἀσφαλῶς ἐστώτων λέγε, μηδέ μῶμον τοῖς ἀμωμήτοις τήν πίστιν ἐπιχείρει προστρίψασθαι, τά προς αλήθειαν αἴσχη σἀ τοῖς ἄλλοις ἀποματτόμενος, μᾶλλον δ’ ἀναιδῶς ἐκείνων ὡς τοιούτων καταψευδόμενος [69]».
Το έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά υπέρ του Ησυχασμού είναι σημαντικότατο, πυκνό νοημάτων αποτελεί σύνοψη της Ορθοδόξου Θεολογίας και κυρίως του Ησυχασμού. Συγκεφαλιώνει όλη την προηγούμενη Πατερική Παράδοση επί του θέματος. Στον περιορισμένο χώρο του κειμένου αυτού παρατέθηκαν λίγα χωρία σχετικά με το θέμα.

Οι κατηγορίες των Δυτικών για τα έργα του Αγ. Μακαρίου του Αιγυπτίου
Πρώτος ο L. Villecourt [70] θεωρεί ότι ανακάλυψε στα κείμενα του Αγ. Μακαρίου του Αιγυπτίου ίχνη Μεσσαλιανικά. Μαζί του συντάχθηκαν οι G. L. Marriott [71] και H. Dörries [72]. O W. Jaeger προσπάθησε να δείξει ότι οι Ομιλίες είναι επηρεασμένες από την πραγματεία Περί του κατά Θεόν σκοπού του Αγίου Νύσσης, αλλά ο Reinhart Staats [73] ανέτρεψε το επιχείρημα. O Jean Guillard [74] επιχείρησε να επεκτείνει την προσπάθεια και στα έργα του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, κυρίως στις Κατηχήσεις.
Οι απόψεις αυτές δεν είναι καινούργιες. Για πρώτη φορά διατυπώθηκαν από τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, όπως είδαμε παραπάνω. Αναδιατυπώθηκαν τον 18ο αι. από τον λόγιο μοναχό Νεόφυτο Καυσοκαλύβη. Αυτός θεώρησε επίσης ότι ανακάλυψε Μεσσαλιανικά στοιχεία στις Ομιλίες και εκ τούτου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για έργο που πρέπει ν’ αποδοθεί στον Συμεών Μεσοποταμίτη [75]. Επίσης δέχονταν ότι από αυτές προέκυψαν οι ασκητικές πραγματείες του Συμεών Μεταφραστή.
Τις απόψεις του Νεόφυτου Καυσοκαλύβη αναίρεσε ο Δωρόθεος Βουλησμάς, ο οποίος δέχονταν μεν την ύπαρξη ελάχιστων Μεσσαλιανικών στοιχείων στα έργα του οσίου Μακαρίου, με μόνο αξιοσημείωτο το: «Πλήν ἐπεφάνη τισί τό σημείον τοῦ Σταυροῦ διά φωτός… ἄλλοτε πάλιν ἐν τῇ εὐχῇ ὡς ἐν ἐκστάσει γέγονεν ὁ ἄνθρωπος καί εὑρέθη εἰς θυσιαστήριον, ἐστώς ἐν Ἐκκλησίᾳ καί προσηνέχθησαν τῷ τοιούτῳ ἄρτοι τρεῖς ὡς δι’ ἐλαίου ἐζυμωμένοι» (Πνευματικαί Ομιλίαι 8,3), χωρίο που μπορεί να παραβληθεί με το αντίστοιχο στο έργο του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού Περί αιρέσεων π’ θέση 18. Αυτά τα ελάχιστα σημεία ερμηνεύει ο Δωρόθεος Βουλησμάς ως νοθείες.
Οι δύο πραγματείες του Νεόφυτου και του Δωρόθεου δεν έχουν εκδοθεί. Βρίσκονται στους κώδικες Παντελεήμωνος 519 (γραμμένος από το χέρι του Βουλησμά) και του Πανεπιστημίου Αθηνών 1267. Μελέτες επί του θέματος έχουν γίνει από τους Κ. Δυοβουνιώτη [76] και Β. Ψευτόγκα [77]. Συνεπώς οι Δυτικοί ερευνητές ξανανοίγουν ένα θέμα τελειωμένο δις. Για να προχωρήσουν παραβλέπουν δύο πολύ σημαντικά θέματα. Πρώτον ότι τα σημεία ομοιότητας δεν είναι αρκετά και για να στηριχθεί κάποιος σ’ αυτά πρέπει να παραβλέψει όλο το υπόλοιπο Ορθόδοξο κείμενο. Δεύτερον, ότι ο Μεσσαλιανισμός δεν είναι μυστικισμός, αλλά αισθησιακός ενθουσιασμός. Με τόσες υπερβάσεις από πλευράς Δυτικών, μπορούμε να μιλήσουμε για νέο-Βαρλααμισμό. Δεν θα αναφερθούμε στην έλλειψη των θεολογικών προϋποθέσεων των Δυτικών, έλλειψη που καθιστά αδύνατη εκ μέρους τους την κατανόηση του Ησυχασμού. Κλείνοντας παρατίθεται η απάντηση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στον Βαρλαάμ για το ίδιο θέμα:
«Ταῦτα μέν ταύτῃ˙ θαυμαστόν δέ οὐδέν, εἰ ἐν κρίσει τούς λόγους οἰκονομοῦντες οἱ Ἅγιοι καί τῇ τῶν ἀκροωμένων δυνάμει σύμμετρον τήν διδασκαλίαν ἀποδίδοντες πολυτρόπως τάς ὁράσεις ταύτας διερμηνεύουσιν. Ὁ μέντοι θεῖος καί πιστός ἑρμηνεύς Συμεών, ἐκ τοῦ διά πείρας καλῶς εἰδότος (σ.σ. του Μακαρίου) τάς μυστικάς καί τελεστικάς ἐνεργείας τοῦ Πνεύματος μυηθείς, ὡς ἀπ’ ἐκείνου πάλιν φησίν, ἀκούοντες τοῦ λόγου τῆς βασιλείας καί προς δάκρυα καταγόμενοι, μή τοῖς ημετέροις τούτοις ἐναπομείνωμεν δάκρυσι, μηδέ τῇ ἡμῶν ἀκοῇ, ὡς καλώς ἀκούσαντες, μηδέ τοῖς ὁφθαλμοῖς, ὡς καλῶς ἰδόντες, καί ἀρκούντως ἔχειν ἑαυτούς λογισώμεθα˙…
3. Ὁ δέ Βαρλαάμ, τά τοιαῦτα πάντα παρ’ οὐδέν θέμενος, ἀλλά προθέμενος ὡς τοῦ Μασσαλιανῶν ὑπάρχοντα δόγματος, τοῦ προστάτου τούτων Βλαχερνίτου ποιεῖται συλλήβδην ἅπαντα καί, ἀσεβεῖς αὐτός φανερῶς ἀποφηνάμενος εἶναι τούς αΐδιον ἄλλο τι παρά τήν οὐσίαν τοῦ Θεοῦ λέγοντος, τό τήν αΐδιον δόξαν τοῦ Θεοῦ ὁρᾶν τῷ Βλαχερνίτῃ τούτῳ φέρων χαρίζεται. Ποῦ γάρ ἐκεῖνος εὕρηται μή τήν οὐσίαν ὁρατήν λέγων τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τήν αΐδιον δόξαν;… Τί τοίνυν βουλόμενος Μασσαλιανῶν τά τοιαῦτα γράφεις εἶναι καί τοσούτοις τε καί τηλικούτοις ἀντιλέγεις, ἄνθρωπε; ἄρα τούς Μασσαλιανούς ὀρθοδόξους ἤ τούς ὀρθοδόξους ἀποφῆναι Μασσαλιανούς καί μυσαρούς;Καί γάρ ἐκ τῶν σῶν λόγων ἑκάτερον ἐκβαίη ἄν. Σε δη ποῦ χοροῦ τάξομεν ἡμεῖς; [78] »

[60] Φιλόθεου Κόκκινου, Βίος Γρηγορίου Παλαμά V 21.
[61] Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3.1.7
[62] Μαξίμου Ομολογητού, Α’ Εκατοντάδα προς Θαλάσσιον 31 (Φιλοκαλία, εκδ. Περιβόλι της Παναγιάς, τ.2 σελ. 108).
[63] Μακαρίου, Ομιλία 2.4 (PG 34.465) & Περί ελευθερίας νοός 21-22 (PG 34.956-957).
[64] Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3.1.6: «Πράγματι ο μέν σοφός εις τα θεία Μάξιμος, συμφώνως προς τον μέγα Μακάριον καί όλους τους άλλους αγίους, όπως εξεθέσαμεν προηγουμένως εις την Περί Θείου Φωτός πραγματεία μου λέγει ότι ο αρραβών της μελλούσης επαγγελίας, η χάρις της υιοθεσίας, η θεοποιός δωρεά του Πνεύματος είναι φως της υπεραρρήτου δόξης εποπτευόμενον από τους αγίους, φως ενυπόστατον, άκτιστον, πάντοτε υπάρχον εκ του πάντοτε ανεπινοήτως υπάρχοντος, φανερούμενον εις τους αξίους και φανερώνων εις αυτούς τον Θεόν δι’ εαυτού, τώρα μεν εν μέρει, εις τον μέλλοντα αιώνα τελειότερον» (μετ. Π. Χρήστου, ΕΠΕ τ.2 σελ. 579).
[65] Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3.1.11.
[66] Ιωάννου Δαμασκηνού, Ομιλία Α’ εις την Μεταμόρφωσιν 15-16 (PG 96,569A-B).
67] Ιωάννου Δαμασκηνού, Ομιλία Α’ εις την Μεταμόρφωσιν (PG 96,557C).
[68] Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3.1.22: «Το τοιούτο λοιπόν φως σου φαίνεται ξένον προς την θεότητα, σύμβολον αισθητόν, κτιστόν και δι’ αέρος ορατόν; Αλλ’ ότι δεν είναι ξένον, αλλά φυσικόν της θεότητος, άκουσε πάλιν τον σοφόν εις τα θεία Δαμασκηνόν να λέγη, “δεν έλαβεν επίκτητον το ωράισμα της θείας δόξης, όπως ο Μωυσής, αλλ’ από την έμφυτον θείαν δόξα και λαμπρότητα”, και πάλιν, “κατά τον μέλλοντα αιώνα θα είμεθα πάντοτε μαζί με τον Κύριον, βλέποντες τον Χριστόν αστράπτοντα με το φως της θεότητος˙ τούτο το φως είναι νικητής έναντι ολοκλήρου της φύσεως˙ και πάλιν, “ποσλαμβάνει τους κορυφαίους αποστόλους ως μάρτυρες της οικείας δόξης και θεότητος, αποκαλύπτει δε εις αυτούς την οικείαν θεότητα” την επέκεινα όλων την μόνην υπερτελή και προτέλειαν» (Μετ. Π. Χρήστου, οπ σελ. 607).
[69] Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3.1.26: «Προς τούτοις ονομάζεις την χάριν της θεώσεως επίσης φυσικήν έξιν, δηλαδή ενεργοποίησιν και φανέρωσιν φυσικής δυνάμεως, αφ’ ότου περιέπεσες πράγματι εις την απάτην των Μασσαλιανών, χωρίς να το γνωρίζης˙ διότι ο θεούμενος θα είναι αναγκαιότατα φύσει Θεός, αν η θέωσις γίνεται κατά φυσικήν δύναμιν και είναι καμωμένη να εμπεριέχεται εις τους όρους της φύσεως. Μη αποδίδεις λοιπόν εις τους σταθερά ιστομένους την ιδικήν σου εκτροπήν και μη επιχειρής να επιρρίψης μομφήν εις τους αμωμήτους ως προς την πίστιν, μεταβιβάζων τα αληθώς ιδικά σου ίσχη εις τους άλλους, μάλλον δε ψευδολογών εις βάρος εκείνων ότι τα έχουν» (Μετ. Π. Χρήστου, οπ σελ. 607).
[70] L. Villecourt, Homèlies spirituelles de Macaire en arabe sous le nom de Siméon Stylite, Rev. d’ Or. Chrét. 21 (1918) 337-44 – St Macaire, les opuscules ascétiques et leur relation avec les Homélies Spirituelles, Musèon 35 (1922) 203-212.
[71] G. L. Marriott, The Messalians and the discovery of the Ascetic Book, Harvard Theological Review 19 (1925), 244-260.
[72] H. Dörries, Symeon von Mesopotamien, Die Ueberlieferung des messalianischen Makarios-Schriften, Leipzig 1941.
[73] R. Staats, Gregor von Nyssa und die Messalianer, Berlin 1968.
[74] Jean Guillard, Quatre process de mystiques à Byzance, Revue des etudes byzantines 36 (1978) 5-81.
[75] Θεοδώρητος Κύρρου, Εκκλησιαστική Ιστορία 4.1.2.
[76] Κ. Δυοβουνιώτου, Κρίσις περί των συγγραμμάτων Μακαρίου του Αιγυπτίου, Ε.Ε.Β.Σ. (1924), 86-92.
[77] Β. Ψευτόγκα, Η γνησιότης των συγγραμμάτων Μακαρίου του Αιγυπτίου. Συζήτησις Ελλήνων λογίων του 18ου αι, Χαριστήριον εις Π. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1967, 191-214.
[78] Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3.2.2-3: «Ούτως έχουν ταύττα. Δεν είναι καθόλου αξιοθαύμαστον αν οι άγιοι ερμηνεύουν πολυτρόπως τας οράσεις ταύτας, οικονομούντες τους λόγους κριτικώς και αποδίδοντες την διδασκαλίαν συμμέτρως προς την δύναμιν των ακροωμένων. Ο θείος όμως και πιστός ερμηνευτής Συμεών, μυηθείς από τον γνωρίζοντα καλώς ( σ.σ. τον Μακάριο) τας μυστικάς και τελεστικάς ενεργείας του Πνεύματος, λέγει πάλιν ωσάν εκ μέρους εκείνου, ακούοντες τον λόγον της βασιλείας και εκσπώντες εις δάκρυα, να μην αρκεσθώμεν εις αυτά τα ιδικά μας δάκρυα, ούτε εις την ακοή μας ως ακούσαντες καλώς, ούτε εις τους οφθαλμούς ως ιδόντες καλώς και πιστεύσωμεν ότι έχομεν ό,τι χρειάζεται˙…
3. Ο δε Βαρλαάμ μη υπολογίζων καθόλου όλα αυτά, και ισχυριζόμενος ότι ανήκουν εις το δόγμα των Μασσαλιανών, τα αποδίδει όλα μαζί εις τον προϊστάμενον αυτόν Βλαχερνίτην και, διακηρύσσων φανερώς ότι είναι ασεβείς οι δεχόμενοι αΐδιον κάτι άλλο πέραν της ουσίας του Θεού, μεταφέρων χαρίζει εις τον Βλαχερνίτην τούτον το οράν την αΐδιον δόξαν του Θεού. Πράγματι που ευρίσκεται να λέγη εκείνος ορατήν όχι την ουσίαν του Θεού, αλλά την αΐδιον δόξαν;… Τι λοιπόν θέλεις γράφων ότι τα τοιαύτα είναι είναι των Μασσαλιανών και αντιλέγεις εις τόσους και τόσον σπουδαίους άνδρας άνθρωπε; Άρα γε θέλεις να ανακηρύξης τους Μασσαλιανούς ορθοδόξους ή τους ορθοδόξους Μασσαλιανούς και μυσαρούς; Διότι από τους λόγους σου είναι δυνατόν να συναχθούν και τα δύο. Εσέ δε εις ποίαν χορείαν θα κατατάξωμεν;» (Μετ. Π. Χρήστου, οπ σελ. 649-651-653).







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου