Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011


ΟΜΟΛΟΓΩ ΕΝ ΒΑΠΤΙΣΜΑ

Πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού



Η συζήτηση περί το κύρος του Βαπτίσματος των προσερχομένων στην Ορθοδοξία ετεροδόξων, πρόβλημα αρχαιότατο της Εκκλησίας [1], οξύνθηκε περί τα μέσα του ΙΗ’ αιώνος στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επί Πατριαρχίας Κυρίλλου Ε’ [2] (1750 - κ.ε.). Η ανακίνηση του προβλήματος από τον Πατριάρχη αυτόν, ο οποίος επέβαλε τον (ανα) βαπτισμό στους Δυτικούς, προκάλεσε έντονες διαμάχες, που αποτυπώνονται σε μια πλουσιότατη φιλολογική παραγωγή [3], ώστε η υπόθεση αυτή, όπως και η «έρις των Κολλύβων» που ξέσπασε την ίδια εποχή, να σφραγίσουν θεολογικά τον σχετικά πτωχό σε θεολογικό ενδιαφέρον ΙΗ’ αιώνα.
Επειδή το ζήτημα του τρόπου της παραδοχής των (αρχαίων) αιρετικών λύθηκε Συνοδικά από την αρχαία Εκκλησία, πλην άλλων και δια του Ζ’ Κανόνος της Β’ Οικουμενικής Συνόδου [4], ήταν εύλογο, στις προτεινόμενες προς ρύθμιση του θέματος λύσεις, να επιχειρείται ερμηνεία του Κανόνος αυτού, εφαρμοζομένου τώρα στην περίπτωση των νεωτέρων αιρετικών, δηλαδή των Δυτικών εν γένει και ειδικότερα των Λατίνων.
Μέσα σ’ αυτή την προοπτική είδαν τον εν λόγω βασικότατο για το πρόβλημα Κανόνα, κατ’ αναπόδραστη ανάγκη, ως τέκνα της εποχής των και οι Κολλυβάδες του Αγίου Όρους [5], ικανότατοι θεολόγοι, οι οποίοι έχοντας ζήσει, ως σύγχρονοι, από κοντά την έριδα [6] για το Βάπτισμα των ετεροδόξων, έλαβαν απέναντί της θέση στα συγγράμματά των και έδωσαν απάντηση στο πρόβλημα σύμφωνα με τις θεολογικές των αρχές. Ο Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης [7] , ο και αρχηγός του κινήματος των Κολλυβάδων, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης [8] και ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος [9], με απόλυτη ομοφωνία μεταξύ τους, τάχθηκαν ανεπιφύλακτα υπέρ της αποφάσεως του Πατριάρχου Κυρίλλου και της θεολογίας Ευστρατίου του Αργέντη (1687 - 1757) [10], ο οποίος καθόρισε τα θεολογικά και κανονικά πλαίσια του προβλήματος κατά τρόπο προγραμματικό και αποφασιστικό. Τη θεώρηση και λύση του προβλήματος από τον Ε. Αργέντη καταφάσκουν [11] και επαναδιατυπώνουν κατά τον ίδιο τρόπο καθένας απ’ τους ανωτέρω Κολλυβάδες [12], συνεχίζοντας την κανονικά διατυπωμένη από τους αγίους Κυπριανό Καρχηδόνος και Μ. Βασίλειο αρχαία εκκλησιαστική πράξη. Το γεγονός δε, ότι ένας από τους δραστηριοτέρους συνεργάτες του Πατριάρχου Κυρίλλου Ε’ στην Κωνσταντινούπολη και «αναβαπτιστής», ο Ιερομόναχος Ιωνάς [13], ήταν Καυσοκαλυβίτης, που σημαίνει συμμοναστής του Νεοφύτου, δεν πρέπει, νομίζω, να μείνει απαρατήρητο. Ίσως το Αγιορείτικο περιβάλλον και εν προκειμένω ο Νεόφυτος, να έχουν στο πρόβλημα αυτό σημαντικότερη ανάμιξη απ’ όση είναι μέχρι σήμερα γνωστή. Αλλά τούτο δεν αποτελεί την στιγμή αυτή παρά απλή εικασία, που αξίζει να τύχει περαιτέρω διερευνήσεως.
Περί τα μέσα του ΙΘ’ αι. κλήθηκε, για σπουδαία αφορμή (υπόθεση Πάλμερ), να αντιμετωπίσει θεολογικά το ίδιο πρόβλημα ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων [14], ο οποίος, κατά την προσφιλή του συνήθεια, σε τρεις μακρές επιστολιμαίες διατριβές του [15] επιχείρησε διεξοδική ανάλυση του προβλήματος, συντασσόμενος με την γραμμή του Κυρίλλου του Ε’, του Αργέντη, και κατά συνέπεια και των Κολλυβάδων [16], ερμηνεύοντας με τις δικές του προϋποθέσεις, αλλά ομόψυχα μ’ αυτούς, τον Ζ’ Κανόνα της Β’ Οικουμενικής, προκειμένου να τον εφαρμόσει στους επιστρέφοντες Δυτικούς. Όπως δηλαδή στην περίπτωση των Κολλυβάδων, έτσι και στον Οικονόμο, η ερμηνεία του Κανόνος δεν ενεργείται απροϋπόθετα, αλλά συμπλέκεται άρρηκτα με την εφαρμογή του στους νεωτέρους αιρετικούς. Έτσι καταβάλλεται προσπάθεια από τους θεολόγους αυτούς διατηρήσεως της συνεχείας της εκκλησιαστικής παραδόσεως και εκφράσεως της Ορθοδόξου συνειδήσεως στην εποχή των. Κινούμενοι στο ίδιο πνευματικό κλίμα και διαθέτοντας υψηλό θεολογικό και κυρίως κανονολογικό οπλισμό, παρέχουν σημαντική συμβολή στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος, το οποίο εξακολουθεί να απασχολεί την Ορθοδοξία ακόμη και σήμερα.
Η συμβολή τους δε, δεν έγκειται τόσο στην ερμηνευτική πρωτοτυπία – ουσιαστικά επαναλαμβάνουν την θεολογία του Αργέντη - αλλά στην προσωπική αναχώνευση και επανέκφραση της Εκκλησιαστικής Παραδόσεως. Η απάντησή τους, παρ’ ότι σε μια μορφή, που επεβλήθη από την ανάγκη διεξοδικής αντιμετωπίσεως της επιχειρηματολογίας των άλλων φρονούντων [17], είναι αδύνατον να μη ληφθεί σοβαρά υπόψη σε οποιονδήποτε Συνοδικό διακανονισμό του ζητήματος, όπως επιβάλλει το κύρος, το οποίο – πέρα από κάθε αντίρρηση [18] - έχουν στην Εκκλησία μας τόσο οι Κολλυβάδες, όσο και ο Κ. Οικονόμος. Ο τρόπος διαπραγματεύσεως του προβλήματος από αυτούς τους συγγραφείς, παρά τη σχολαστικότητά του, είναι φυσικό σε κάποιο ποσοστό να απωθεί την μέρα με τη μέρα αποσχολαστικοποιουμένη σύγχρονη Ελληνική θεολογική σκέψη. Αν όμως τοποθετηθεί στο πλαίσιο της εποχής των, κατανοείται ευκολότερα, αλλά και συγχρόνως μας βοηθεί στην αντιμετώπιση αναλόγων προβλημάτων της εποχής μας. Είναι περιττό να λεχθεί ότι η παρούσα μελέτη έχει χαρακτήρα κατά κύριο λόγο ιστορικοφιλολογικό και κανονολογικό, παράλληλα όμως και δεοντολογικό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Την ιστορία του προβλήματος βλ. στου: Ι. Ν. Καρμίρη, «Πως δει δέχεσθαι τους προσιόντας τη Ορθοδοξία ετεροδόξους...», «Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τόμ. ΙΙ, εν Αθήναις 1953, σ. 972-1050 (972-1025). Tim. Ware, «Eustratios Argenti, A study on the Greek Church under the Turkish rule», Oxford 1964, σελ. 65 ε.ε. – Evêque Pière l’ Hulier, «Les divers modes de reception des Catholiques-Romains dans l Orthodoxie», στο «Le Messager Orthodoxe», 1 (1962), σ. 15-23. – Ιερ. Ι. Κοτσώνη, άρθρον: «Αιρετικών βάπτισμα», Θ.Η.Ε. 1 (1962), στ. 1092 -1 095.- Αν. Χριστοφιλοπούλου, «Η εις την Ορθοδοξίαν προσέλευσις των αλλοθρήσκων και ετεροδόξων», ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΖ’ [1956], ΣΕΛ. 53-60, 196-205. Στα έργα αυτά βρίσκεται και η περαιτέρω βιβλιογραφία. Βλ. επίσης – Gerhard Podskalsky, «Griechishe Theologie in der Zeir der Türkenherrschaft 1453-1821», σ. 35 (βιβλιογραφία στον αρ. 96)· σχετ. – Βασίλειος Ν. Γιαννόπουλος, «Η αποδοχή των αιρετικών κατά την Ζ’ Οικουμενικήν Σύνοδον», Αθήναι 1988 (ανάτ. εκ περ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΝΘ’ [1988], ΣΕΛ. 530-579. – Dorothea Wendeburg, «Taufe und Oikonomia. Zur Frage der Wiedertaufe in der Orthodoxen Kirche», Kirchengemeinschaft – Anspruch und Wirklichkeit. Festschrift für G. Kretschmar (Στουτγάρδη, 1986), σελ. 93-116.- Lothar Heiser, «Die Taufe in der Orthodoxen Kirche» (Geschichte, Spendung und Symbolik nach der Lehre der Väter, Trier, 1987).
[2] Επατριάρχευσε από 1748-1751 και το β’, από 1752 - 1757. Βλ. γι’ αυτόν: Ε. Σκουβαρά, «Στηλιτευτικά κείμενα του ΙΗ’ αιώνος (Κατά Αναβαπτιστών)», Byzantinisch-Neugriechische Jahrbücher τ. 20 (1970), σελ. 50-227 (και σ’ ανάτυπο), βλ. σελ. 58-60, όπου και βιβλιογραφία. Σπουδαίο είναι το άρθρο του Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, στη Θ.Η.Ε. 7 (1965) στ. 1193-1197. Πρβλ. του ιδίου,«Ο Πατριάρχης ΚΠόλεως Κύριλλος», ΕΕΒΣ, τ. ΚΘ’ (1959),σελ. 367-389.
[3] Συγκεντρώθηκε στο παραπάνω έργο του Ευαγγ. Σκουβαρά. Για το Ευνοδικό υλικό βλ. J. D. Mansi, «Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collection», τόμ. 38, Graz 1961 (=Paris 1907), στ. 367-389.
[4] Ο 95ος της Πενθέκτης δεν είναι παρά επανάληψή του. Το κείμενό του έχει ως εξής: Κατ’ αρχήν επαναλαμβάνεται ο ζ’ Κανών της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, εν συνεχεία δε προστίθεται:«Και τους Μανιχαίους δε και τους Ουαλεντινιανούς και Μαρκιωνιστάς και τους εκ των ομοίων αιρέσεων προσερχομένους, ως Έλληνας δεχόμενοι, αναβαπτίζομεν· Νεστοριανούς δε, Ευτυχιανιστάς και Σεβηριανούς και τους εκ των ομοίων αιρέσεων χρη ποιείν λιβέλλους και αναθεματίζειν την αίρεσιν αυτών και Νεστόριον, και Ευτυχέα, και Διόσκορον, και Σεβήρον και τους λοιπούς εξάρχους των τοιούτων αιρέσεων και τους φρονούντας τα αυτών και πάσας τας προαναφερομένας αιρέσει, και ούτω μεταλαμβάνειν της Αγίας Κοινωνίας».
[5] Βλ. Χρ. Σ. Τζώγα, «Η περί μνημοσύνων έρις εν Αγίω Όρει κατά τον ιη’ αιώνα», Θεσσαλονίκη 1969 (με πλούσια βιβλιογραφία). – Κων. Κ. Παπουλίδη, «Το κίνημα των Κολλυβάδων», Εν Αθήναις 1971.- Του ιδίου, «Nicodème l’ Hagiorite (1749-1809)», ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΛΖ’ (1966), σ. 293-313, 390-415, 576-590 και ΛΗ’ (1967), σ. 95- 118, 301-311.- Του ιδίου, «Περίπτωσις πνευματικής επιδράσεως του Αγίου Όρους εις τον Βαλκανικόν χώρον κατά τον ΙΗ’ αιώνα», στα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ 9 (1969), σ. 278-924.- Χαρ. Γ. Σωτηροπούλου, «Κολλυβάδες – Αντικολλυβάδες», Αθήναι 1981 (= ανατ. εκ του τιμητικού τόμου εις τον Καθηγ. Γεράσιμον Κονιδάρην «Αντίδωρον πνευματικόν»).
[6] Χαρακτηριστικά σημειώνει ο άγιος Νικόδημος, μετά από διεξοδική αναφορά στο κύρος του Βαπτίσματος των αιρετικών, ερμηνεύοντας τον μς’ Αποστολικό Κανόνα: «Όλη τούτη η θεωρία, οπού έως τώρα εκάμαμεν εδώ, δεν είναι περιττή, μάλιστα είναι και αναγκαιοτάτη, απλώς μεν δια κάθε καιρόν μάλιστα δε την σήμερον δια την μεγάλην λογοτριβήν και πολλήν αμφισβήτησιν, οπού γίνεται δια το των Λατίνων Βάπτισμα, όχι μοναχά αναμεταξύ ημών και των Λατίνων, αλλά και μεταξύ ημών και των Λατινοφρόνων». Π. σ. 55.
[7] Έζησε ± 1713-1784. Βλ. Χ. Τζώγα μν. έργ., σ. 16-28, Κ. Παπουλίδη, «Το κίνημα...», ένθ. ανωτ., σ. 30-32.- Μοναχού Θεοδωρήτου (= Ιωάννου Μαύρου), Νεοφύτου Ιεροδιακόνου Καυσοκαλυβίτου, «Περί της συνεχούς [συχνής] μεταλήψεως», Εισαγωγή - Κείμενον ανέκδοτον - Σχόλια, Αθήναι (ά. χρ. [1993²]).
[8] Έζησε 1749-1809. Βλ. Χ. Τζώγα, μν. έργ., σ. 46-51. Κ.Παπουλίδη, «Το κίνημα...», σ.35-37 και τα υπόλοιπα έργα της σημ. 4. Σπουδαία είναι η μονογραφία του π. Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου, «Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης», Αθήναι 1959. Βλ. επίσης George S. Bebis, «St. Nikodemos the Hagiorite», in Post- byzantine Ecclesiastical Personalities, σελ. 1-17· Podskalsky, σελ. 377-382 (με εκτενή βιβλιογραφία) · C. Carnavos, «St. Nikodemos the Hagiorite: An Account in his Life, Character and Message, together with a Comprehensive List of his Writings and Selections of Them». (Belmont, MA: 1974· 2η έκδ. 1979).
[9] Έζησε 1722-1813. Βλ. Χ. Τζώγα μν. έργ., σ. 29-43, - Παπουλίδη, «Το κίνημα...», σ. 37-39. Podskalsky, σελ. 358-365 (με βιβλιογραφία).
[10] Timothy Ware, Oxford 1964. «Περί του προβλήματος…», βλ. σ. 37-39.
[11] Οι θεολόγοι έχουν υπ’ όψιν το έργο του Αργέντη, «Εγχειρίδιον περί Βαπτίσματος...», α’ έκδ. εν Κων/πόλει 1756 και β’ εν Λειψία 1757, στο οποίο και παραπέμπουν. Νικόδημος· Π.σ.35/36, 55· Αθ. Πάριος· Μ, σ. 266 και Ο, σ. 511. Ο δε Νεόφυτος επικαλείται την απόφαση Κυρίλλου του Ε’. Ε’, 147 κε’.
[12] Ελάβαμε υπ’ όψιν τα ακόλουθα έργα τους, στα οποία βρίσκεται εκτεθειμένη η σχετική διδασκαλία των: α. Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, «Επιτομή των Ιερών Κανόνων», «περίφημον» χαρακτηριζόμενο από τον Χ. Τζώγα (σ. 26) και αποτελούμενο από 1227 ανισομεγέθη φύλλα. Βρίσκεται ακόμη ανέκδοτο στο υπ’ αριθμ. 222 (=295) Χφον της Ακαδημίας Βουκουρεστίου, fol. 2a – 1227. Bl. C. Litzica, Catalogul Manuscriptelor Grecesti, Bucuresti 1909, σ. 150. Πρβλ. Μοναχού Θεοδωρήτου, «Ο Νομοκάνων Νεοφύτου του Καυσοκαλυβίτου».







ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου