Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

AΓΙΟΣ  ΙΩΝΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ  ΡΩΣΙΑΣ 
(+ 1461)

Πηγή: www. proskynitis.blogspot.com,  μέ  βελτιώσεις  ἀπό  τό  ἔργο  τοῦ  Καθηγητοῦ  Ἀντ. Μάρκου, "Ρωσική  Πολιτική  καί  Ἐκκλησιαστική  Ἡγεσία".

Ὁ Ἅγιος Ἰωνᾶς γεννήθηκε στὸ χωριὸ Σολιγκαλὶτς τῆς ἐπαρχίας Κοστρόμας τῆς Ρωσίας. Ὁ πατέρας του Θεόδωρος Ὀπουάσεβ φρόντισε γιὰ τὴν Χριστιανικὴ ἀνατροφὴ καὶ διαπαιδαγώγηση τοῦ υἱοῦ του καὶ τὸν ἔστειλε στὴ μονὴ τοῦ Γκαλίτς. Ἐκεῖ ἦταν ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τῶν Στάρετς Βαρθολομαίου, Ἰωάννου καὶ Ἰγνατίου τοῦ Εἰκονογράφου.
Τὸ ἔτος 1433 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Μούρωμ καὶ Ριαζὰν καὶ ἄρχισε νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴν πνευματικὴ οἰκοδόμηση τοῦ ποιμνίου του. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μητροπολίτου Ρωσίας Γερασίμου (1433 – 1435), ὁ Ἅγιος Ἰωνᾶς προεβλήθηκε ὑπὸ τοῦ Μεγάλου  Ἡγεμόνος τῆς Ρωσίας Βασιλείου Γ' Ἰβάνοβιτς  (1505 - 1533) ὡς διάδοχός του. Ἐξελέγη Μητροπολίτης Ρωσίας ὑπὸ τοπικῆς Συνόδου, ποὺ συγκλήθηκε ἐσπευσμένα, δὲν μετέβη ὅμως στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ λάβει τὴν Πατριαρχικὴ εὐλογία κατὰ τὸ κανονικὸ ἔθος. Μετὰ τὸ πέρας τῆς διαμάχης τῶν Ἡγεμόνων Βασιλείου καὶ Γεωργίου Δημητρίεβιτς, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1436, ὁ Ἅγιος μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀλλὰ ἡ προγενέστερη καθυστέρηση ὑπῆρξε ἡ ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἀποστολὴ  τοῦ  Μητροπ. Ἰσιδώρου.
Ὁ  Μητροπ. Ἰσίδωρος ἦταν Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, καταγόμενος ἀπό τήν Πελοπόννησο. Μέ ἐξαιρετική θεολογική καί φιλοσοφική κατάρτηση, ἀνῆκε στόν κύκλο τῶν Οὐμανιστῶν Βησσαρίωνος Μητροπ. Νικαίας καί Γεωργίου Γεμιστοῦ Πλήθωνος, ἔτσι τά κριτήριά του δέν ἦσαν αὐστηρῶς ἐκκλησιαστικά. Τό 1433 τοῦ ἀνατέθηκε ἀπό τόν Βυζαντινό Αὐτοκράτορα ἡ προπαρασκευή Ἑνωτικῆς Συνόδου καί τό 1434 τόν ἐκπροσώπησε στή Σύνοδο τῆς Βασιλείας. Μετά τήν ἐπιστροφή του ἀπό τήν Βασιλεία, χειροτονήθηκε ἀπό  τό  Πατριαρχεῖο Μητροπολίτης Κιέβου καί στάλθηκε στή Ρωσία, ἐνῶ εἶχε ἤδη ἐκλεγεῖ Μητροπολίτης  ὁ Ἐπίσκοπος Ριαζάν Ἰωνᾶς.
Ὁ Ἰσίδωρος μετέβη στὴ Ρωσία μετὰ τοῦ Ἁγίου Ἰωνᾶ, ὁ ὁποῖος ἀποδέχθηκε τήν ἐκλογή τοῦ Ἰσιδώρου, χάριν τῆς ἑνότητος μέ τήν Μητέρα Ἐκκλησία τῆς ΚΠόλεως. Ὁ Ρῶσος Ἡγεμόνας εἶχε κάθε λόγο νὰ εἶναι δυσαρεστημένος μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο ἐκτίμησε τὸν Μητροπολίτη Ἰσίδωρο γιὰ τὴν εὐφυΐα καὶ τὴν πολυμάθειά του. Οἱ λόγοι τῆς ἐνέργειας αὐτῆς τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως πρέπει νὰ ἦταν σχετικοὶ, εἴτε πρὸς τὴν γενικότερη προσπάθεια γιὰ τὴν διατήρηση τῆς πειθαρχίας τῶν ὑπαγομένων σὲ αὐτὸ Μητροπόλεων, εἴτε γιατί ἀποσκοποῦσαν στὴν τοποθέτηση Ἕλληνα Ἱεράρχη σὲ τέτοια ἐπίκαιρη θέση, ὅπως ἦταν ἡ Μητρόπολη Ρωσίας.Ὁ Μητροπ. Ἰσίδωρος συμμετεῖχε στή Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1339) καί ὑπέγραψε τόν Τόμο τῆς Ἑνώσεως, τόν ὁποῖο ὑποστήριξε μέ μεγάλο ζῆλο, σέ ἀντίθεση μέ τούς Ρώσους συνοδούς του, τόν  Ἐπίσκοπο Ἀβράμιο τοῦ Σούζνταλ, τόν Πρεσβύτερο Συμεών καί τούς Βογιάρους Θωμᾶ καί Συμεών, οἱ ὁποῖοι συντάχθηκαν μέ τήν ἀνθενωτική πλευρά καί τόν ἅγ. Μάρκο τόν Εὐγενικό. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Ἰσίδωρος ὑπέγραψε τόν Τόμο τῆς Ἑνώσεως ὡς «στέργων καί συναινῶν», κατά δέ τόν Πρεσβύτερο Συμεών «ὁ Πάπας οὐδένα Μητροπολίτην ἀγαποῦσε τόσο ὅσο τόν Ἰσίδωρο». Μετά τήν Σύνοδο ὁ Ἰσίδωρος ὀνομάσθηκε Παπικός Λεγάτος (Ἀποστολικός Ἐπίτροπος) Λιθουανίας, Λετονίας, Πολωνίας καί Ρωσίας.

Λίγο μετὰ τὴν ἄφιξή του στὴν Μόσχα, ὁ Μητροπολίτης Ἰσίδωρος ἔπεισε τὸν Ρῶσο Ἠγεμόνα γιὰ τὴν συμμετοχὴ τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἑνωτική Σύνοδο τῆς Φερράρας. Ὁ Ἡγεμόνας πείσθηκε μὲ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Ἰσιδώρου, ὅτι καὶ ἡ ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν θὰ ἐπιτυγχανόταν καὶ ἡ Αὐτοκρατορία θὰ διασωζόταν, διατηρούμενης τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ Ρῶσος Ἡγεμόνας δέχθηκε, χορήγησε δὲ ἀξιόλογο χρηματικὸ ποσὸ καὶ πολυπρόσωπη ἀκολουθία.
Ὁ Ἰσίδωρος ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν Μόσχα στὶς 8 Σεπτεμβρίου 1437 καὶ ἔφθασε στὴ Φερράρα στὶς 18 Αὐγούστου 1438. Ἡ Σύνοδος, ἂν καὶ οἱ Βυζαντινοὶ εἶχαν φθάσει ἀπὸ τὸν μῆνα Μάρτιο, δὲν εἶχε ἀρχίσει ἀκόμη τὶς ἐργασίες της. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Ἰσιδώρου στὶς συζητήσεις δὲν ἦταν μεγάλη, ἂν καὶ ὁ ρόλος αὐτοῦ στὴν καθόλου ἐξέλιξη τῆς ὑποθέσεως ὑπῆρξε σημαντικός. Γενικῶς ἀκολουθοῦσε τὶς ἀπόψεις τοῦ Βησσαρίωνος Μητροπ. Νικαίας.
Ὁ Ἰσίδωρος ἔφυγε ἀπό τήν Φλωρεντία τήν 6η Σεπτεμβρίου 1439 καί ἔφθασε στή Μόσχα τήν 13η Μαρτίου 1441, μέσῳ Κπόλεως, Οὐγγαρίας, Πολωνίας καί Λιθουανίας (μέ σκοπό τήν προώθηση τῆς Ἑνώσεως). Μετά τήν ἑνωτική Λειτουργία τῆς 5ης Ἰουλίου 1439, κατά τήν ὁποία μνημονεύθηκε ὁ Πάπας Εὐγένιος Δ’, ὁ Μεγ. Ἡγεμόνας Βασίλειος Β’ συγκάλεσε Σύνοδο μέ τήν ὁποία καταδικάσθηκε ὁ Ἰσίδωρος καί φυλακίστηκε στή Μονή τοῦ Τσουντώφ, ὁ δέ Ἰωνᾶς ὀνομάσθηκε καί  πάλι  Μητροπολίτης. Τήν 15η Σεπτεμβρίου 1441 ὁ Ἰσίδωρος κατάφερε νά δραπετεύσει, ἀλλά συνελήφθη στό Τβέρ καί φυλακίσθηκε. Δραπέτευσε καί πάλι τήν 4η Μαρτίου 1442 καί πέτυχε νά καταφύγει στή Δύση. Ἐπιστρέφοντας στήν Κπολη συμμετεῖχε στήν ἄμυνά τους, πληγώθηκε, ἀλλά κατάφερε νά διαφύγει στή Ρώμη, ὅπου περιέγραψε τήν καταστροφή τῆς Πόλεως ἀπό τούς Τούρκους στή Θλιβερή Ἐπιστολή του (Epistula Lugubris) καί τιμήθηκε ἀπό τόν Πάπα Πίο Β’ μέ τόν ψηλό τίτλο τοῦ Πατριάρχη Κπόλεως. Ἀπεβίωσε στή Ρώμη τό 1464 καί ἐνταφιάσθηκε στή Βασιλική τοῦ ἁγ. Πέτρου.
Στό πρόσωπο τοῦ Μητροπ. Ἰσιδώρου ἡ αὐθεντία τοῦ Πατριαρχείου Κπόλεως στά μάτια τῶν Ρώσων κατέρρευσε καί τό αὐτοκέφαλο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἔγινε γεγονός. Παρά  τό  γεγονός  αὐτό  ὅμως, ὁ  Βασίλειος  Γ' ἔστειλε  καί  πάλι  στήν  ΚΠολη  τόν  ἅγ. Ἰωνᾶ, γιά  νά  λάβει  τήν  Πατριαρχική  εὐλογία  καί  ἀναγνώριση,  ἀλλὰ ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι καὶ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εἶχε δεχθεῖ τὴν Ἕνωση, διέταξε τὴν ἀποστολὴ νὰ ἐπιστρέψει. Ὁ Ἅγιος Ἰωνᾶς καταστάθηκε Μητροπολίτης ὑπὸ Συνόδου τὸ ἔτος 1448/49, ἡ  ὁποία  ἀποφάσισε  στό  ἐξῆς  ὁ  Μητροπολίτης  Ρωσίας  νά  ἐκλέγεται  ἀπό  τούς  Ρώσους  Ἐπισκόπους  καί  μετέτρεψε  τόν  τίτλο  του  ἀπό  "Μητροπολίτης  Κιέβου" σέ  "Μητροπολίτης  Μόσχας  καί  πάσης  Ρωσίας". Παρά  τήν  ἀπόφαση  αὐτή, ὁ  ἅγ. Ἰωνᾶς  ἀπέστειλε στὸν Πατριάρχη ἐπιστολή, γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐλογία του.
Ὡς  Προκαθήμενος  τῆς  Ρωσικῆς  Ἐκκλησίας  προσπάθησε - χωρίς  ὅμως  ἐπιτυχία  - νά  ἀποκαταστήσει  τήν  δικαιοδοσία  τῆς  Ἐκκλησίας  του  ἐπί  τῶν  ἐκτός  Ρωσίας  Ἐπισκοπῶν, τῶν  ἐντός  τοῦ  Πολωνο-Λιθουανικοῦ  Βασιλείου, ὅπου  ὑπῆρχαν  Ρωσικοί  πληθυσμοί. 
Ὁ Ἅγιος Ἰωνᾶς ἀναδείχθηκε πρότυπο ποιμένα. Ἦταν πνευματικὸς πατέρας, θαυματουργὸς καὶ προορατικός. Ὅταν οἱ Τάταροι περικύκλωσαν τὴν Μόσχα, ὁ Ἅγιος τοὺς ἀπώθησε μὲ τὴν προσευχή του. Στὰ τελευταῖα χρόνια τοῦ βίου του εὐχόταν νὰ βασανισθεῖ ἀπὸ κάποια ἀσθένεια, γιὰ νὰ λιώσει σὰν τὸ χρυσὸ στὸ χωνευτήρι. Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν προσευχή του καὶ ἐπέτρεψε τὴ δοκιμασία. Τὰ πόδια τοῦ Ἁγίου γέμισαν πληγές. Ἔτσι, δοξολογώντας τὸ Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, κοιμήθηκε τὸ ἔτος 1461, ἀφοῦ  ὑπέδειξε  ὡς  διάδοχό  του  τόν  Ἀρχιεπίσκοπο  Ροστώφ  Θεοδόσιο. Ἡ  ἁγιότητά  του  διακηρύχθηκε  Συνοδικά  τό  1547, ἀπό  τόν  Μητροπ. Ρωσίας  ἅγ. Μακάριο  (ὁ  ὁποῖος  καί  ἀνέθεσε  τήν  συγγραφή  τοῦ  Βίου  του), κατά  τήν  βασιλεία  τοῦ  Ἰβάν  Δ' τοῦ  Τρομεροῦ.
Κατά  τήν  ἀνακομιδή  του, τό  1472,  τό  Λείψανό  του  ἀνακομίσθηκε  ἀδιάφθορο  καί  σήμερα φυλάσσεται στήν Μόσχα, κατατεθημένο  στόν  Καθεδρικό  Ναό  Κοιμ. Θεοτόκου  Κρεμλίνου. Ἀπότμημα  τοῦ  Λειψάνου  του  φυλάσσεται  ἐπίσης  καί  στήν  Λαύρα  τοῦ  ἁγ. Ἀλεξάνδρου  Νέβσκι  Ἁγίας  Πετρουπόλεως.
Ἡ  μνήμη  του  τιμᾶται  τετρἀκις  τοῦ  ἔτους (31η Μαΐου, 27η Μαΐου, 27η Αὐγούστου  καί  16η  Σεπτεμβρίου).

 



  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου