Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΙΣ  ΑΓ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ  ΚΑΙ  ΠΑΠΑ  ΣΤΕΦΑΝΟΥ  ΠΕΡΙ  ΤΟΥ  ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ  ΤΩΝ  ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΣΕ  ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ  ΜΕ  ΤΟ  ΠΑΠΙΚΟ  ΠΡΩΤΕΙΟ

 
Των κ.κ. Λαυρεντίου  Ντετζιόρτζιο  και  Παναγιώτου  Σημάτη

Περὶ Παπικοῦ Πρωτείου εἶπαν:
Ο Παπικὸς Ἀρχιεπίσκοπος Koch: «Γιὰ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία φυσικά, ἡ ἑνότητα χωρὶς τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης εἶναι ἀδιανόητη».
Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας): «Μελετᾶμε ἀκόμα τὴν πρώτη χιλιετία (περὶ Πρωτείου), δὲν ἔχουμε φθάσει σὲ ἕνα συμπέρασμα ἀκόμα».
Εἶναι γνωστὴ ἡ ἐπιδίωξη τοῦ Βατικανοῦ, ἀδυνατοῦντος νὰ περάσει τὸ Πρωτεῖο τοῦ Πάπα ὡς ἔχει, νὰ τὸ μετασχηματίσει χρησιμοποιώντας Προκρούστειες μεθόδους, νὰ κάνει δηλαδὴ μιὰ σύνθεση τῶν δύο μεγεθῶν, τοῦ Πρωτείου τοῦ Πάπα ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Συνοδικότητος ποὺ ἰσχύει στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀφ’ ἑτέρου. Σ’ αὐτὸ, δυστυχῶς, συμπαραστέκονται καὶ ὑποβοηθοῦν οἱ Οἰκουμενιστὲς τοῦ Φαναρίου καὶ οἱ δορυφόροι τους, ἀντὶ νὰ παρουσιάσουν τὴν ἀλήθεια ποὺ πεντακάθαρα καταγράφεται στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία καὶ εἶναι κοινὴ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὸν Παπισμὸ κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία. Καμώνονται, λοιπόν, πὼς τώρα, τάχα, θὰ ψάξουν διὰ τῶν Διαλόγων νὰ βροῦν τὴν ἀλήθεια, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ καὶ ἀπαραχάρακτη, ἀλλὰ οἱ Παπικοὶ θέλουν νὰ τὴν συσκοτίσουν καὶ νὰ τὴν παραχαράξουν, χρησιμοποιώντας πρὸς τοῦτο ὡς «δούρειο ἵππο» τοὺς ἡμέτερους Οἰκουμενιστές.
Θὰ συνεχίσουμε γι’ αὐτὸ τὸ περὶ Πρωτείου θέμα, μετὰ τὴν παρουσίαση (σὲ προηγούμενο Δελτίο μας) τῆς θέσεως ὅτι, ἐπὶ ἐποχῆς τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, δὲν ἀναγνωρίζεται κανένα Πρωτεῖο ἐξουσίας στὸν Πάπα (οὔτε κἂν ὁ τότε Πάπας Κελεστῖνος τὸ ἐπιζητοῦσε), ἀντίθετα ἀναγνωριζόταν ἕνα ἄλλο πρωτεῖο, τὸ πρωτεῖο ἀληθείας, τοῦ ὁποίου μάλιστα κάτοχος ἦταν τὴν χρονικὴ ἐκείνη στιγμὴ, ὄχι ὁ Πάπας, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Κύριλλος. Κι ἂς συνειδητοποιήσουμε ὅλοι, πὼς στοὺς σημερινοὺς Διαλόγους, ἔχουμε διαγράψει το πρωτεῖο ἀληθείας, οὔτε κἂν γίνεται λόγος γι’ αὐτό. Καὶ πῶς νὰ γίνει, ὅταν οἱ συνομιλητὲς στοὺς Διαλόγους δὲν ἀφίστανται οὔτε σπιθαμὴ ἀπὸ τὶς κακοδοξίες καὶ τὶς αἱρέσεις τους; Ζητοῦν νὰ ἐπιβάλλουν τὸ Πρωτεῖο κακοδοξίας!
Ἐδῶ, θὰ ἐκθέσουμε κάποιες ἀπὸ τὶς θέσεις τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ, Ἐπισκόπου Καρχηδόνος (210-258), ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς Μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, μεγάλος Θεολόγος καὶ Μάρτυρας Χριστοῦ. Πρόκειται γιὰ τὴν ὀξεία ἀντιπαράθεση ποὺ εἶχε μὲ τὸν Πάπα Στέφανο, ὡς πρὸς τὸ Βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, κατὰ τὴν ὁποία ἀμφισβήτησε στὴ ρίζα του τὸ Παπικὸ Πρωτεῖο, ποὺ τόσο πρώϊμα εἶχαν ἀρχίσει κάποιοι Πάπες νὰ ἐπιδιώκουν γιὰ τὸ Θρόνο τῆς Ρώμης, ἀλλὰ χωρὶς νὰ κατορθώσουν νὰ τὸ ἐπιβάλουν, ἀφοῦ αὐτὸ ἀντέκειτο στὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία.
Ὁ Ρώμης Στέφανος (253 - 257), ἐνεργώντας ἀντίθετα μὲ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, δέχονταν τοὺς πιστοὺς σὲ κοινωνία, οἱ ὁποῖοι εἶχαν λάβει τὸ Βάπτισμα ἀπὸ αἱρετικοὺς ἢ σχισματικοὺς κληρικούς. Ὑποστήριζε, ὅτι τὸ Βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἔγκυρο. Προκειμένου, μάλιστα, νὰ ἐπιβάλει ὁ Στέφανος τὴν ἄποψη αὐτή, ὑποστήριξε τὴν αὐθεντία τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης ἐπικαλούμενος ἀθεολόγητα, τὸ Εὐαγγελικὸ χωρίο «σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν».
Οἱ ἀκολουθοῦντες, ὅμως, τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας Ἐπίσκοποι τῆς Ἀνατολῆς, δὲν δέχονταν τὶς θέσεις αὐτὲς τοῦ Πάπα Στεφάνου. Ὁ ἅγ. Κυπριανός συγκάλεσε μάλιστα τρεῖς τοπικὲς Συνόδους, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 255 καὶ 258 μ.Χ., στὶς ὁποῖες καὶ προήδρευσε. Αὐτὲς ἀποφάνθηκαν (ἀντίθετα μὲ τὴν κακόδοξη θέση τοῦ Πάπα), πὼς τὸ Βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἄκυρο καὶ οἱ προερχόμενοι ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν αἱρετικῶν πρέπει νὰ ἀναβαπτίζονται. Οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς ἀποτελοῦν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτὴ ἡ ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ, νὰ μὴν ἀναγνωρίσει στὸν Πάπα ἁρμοδιότητα νὰ καθορίζει ὡς ὑπέρτατη ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία τὰ τῆς Πίστεως, δείχνει ξεκάθαρα ὅτι δὲν ὑπῆρχε κανένα Πρωτεῖο καὶ ἀλάθητο τοῦ Πάπα στὴν πρώτη Ἐκκλησία, οὔτε ἦταν ἀποδεκτὸς ὡς παγκόσμιος Ἐπίσκοπος ὁ Πάπας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος δὲν διστάζει νὰ ἐλέγξει τὸν Πάπα Στέφανο γιὰ «τὸ σκληρὸ πεῖσμα του».
Τὶς πληροφορίες γιὰ τὸ θέμα ἀντλοῦμε ἀπὸ ἀπὸ τὴν «Δωδεκάβιβλο» τοῦ Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Δοσίθεου, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ ἔργα καὶ ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ, τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου καὶ τοῦ ἁγίου Φιρμιλιανοῦ, γιὰ νὰ κατοχυρώσει τὴ θέση ὅτι —τὴν ἐποχὴ ἐκείνη— ἦταν ἄγνωστο τὸ Παπικὸ Πρωτεῖο, παρὰ τὶς ὅποιες ἐπιθυμίες καὶ ἐπιδιώξεις τοῦ Πάπα. Εἶναι ἐνδιαφέρον, ἀσφαλῶς, τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπικαλεῖται καὶ τὴ γνώμη τοῦ Ἱ. Αὐγουστίνου, ἡ μαρτυρία τοῦ ὁποίου εἶναι σημαντικότατη, ἀφοῦ τὸν ἐκτιμοῦν ἰδιαίτερα οἱ Παπικοὶ καὶ γενικὰ οἱ Δυτικοὶ Χριστιανοί.
Ὁ Ἱ. Αὐγουστῖνος (κατὰ τὸν Δοσίθεο), ἐρωτᾶ: Ἐὰν ὁ Πάπας Στέφανος «εἶχε τὴν ἀναμαρτησίαν, πῶς ὁ Κυπριανὸς οὐκ ἐπείσθη τῷ Πάπᾳ Στεφάνῳ, ἀλλ’ ἀντέλεγεν αὐτῷ καὶ μάλιστα μετὰ περιφρονήσεως» καὶ τὸν κατηγοροῦσε, μάλιστα, ὡς αἱρετικὸ καὶ ἀσεβῆ;» Δωδεκάβιβλος», βιβλ. Α΄, σελ. 180). Καὶ συνεχίζει ὁ Ἱ. Αὐγουστῖνος λέγοντας, πὼς ὁ ἅγιος Κυπριανὸς ἀσφαλῶς καὶ θὰ ἀποδεχόταν κάποια ἄλλη τοποθέτηση στὸ θέμα, μόνον ἐὰν μιὰ Σύνοδος συγκροτημένη σύμφωνα μὲ τοὺς ἰσχύοντες Κανόνες στὴν Ἐκκλησία, ἀποφάσιζε διαφορετικά.
Συμπερασματικά, ὁ Ἱ. Αὐγουστῖνος πίστευε, ὅτι τὰ ζητήματα τῆς Πίστεως δὲν λύνονται μόνο μὲ τὴν διατύπωση τῆς γνώμης τοῦ Πάπα, οὔτε πίστευε ὅτι εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ συγκρίνουμε τὶς ἀποφάσεις τοῦ Πάπα (δηλαδὴ ἑνὸς μεμονωμένου Ἐπισκόπου), μὲ τὶς ἀποφάσεις μιᾶς κανονικὰ συγκροτημένης Συνόδου. Ἐπίσης, (ὅπως λέγει ὁ Δοσίθεος) οὐδέποτε ἰσχυρίστηκε ὁ Ἱ. Αὐγουστῖνος, ὅτι ὁ Πάπας τῆς Ρώμης ἔχει ἰδικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀναμαρτησία «ἐπεὶ τοιαύτην ἐξουσίαν καὶ ἀναμαρτησίαν οὔτε ἤκουσεν οὔτε εἶδεν ἐν τοῖς καιροῖς αὐτοῦ» Δωδεκάβιβλος», Βιβλ. Α΄, σελ. 181).
Λίγο παρακάτω στὸ ἴδιο βιβλίο, ὁ Ἱερός Δοσίθεος σημειώνει: Ὁ ἅγ. Κυπριανὸς παρουσιάζει τὶς συνέπειες τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ Πάπας Στέφανος ἐδέχετο τὸ Βάπτισμα κάθε αἱρετικοῦ ὡς γνήσιο. Γράφει λοιπόν: Ἐπειδὴ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς αἱρέσεις ἔχει δικό της αἱρετικὸ βάπτισμα, ἑπόμενον εἶναι πὼς μὴ δεχόμενοι (οἱ αἱρετικοὶ) τὸ Ὀρθόδοξο Βάπτισμα, ἔχουν καὶ τὴν ἀναλογοῦσα στὴν παράβαση αὐτὴ ἁμαρτία. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὁ Πάπας, ἀφοῦ ἀποδέχεται ὅλων τῶν αἱρετικῶν τὸ Βάπτισμα, κοινωνεῖ, μετέχει στὴν αἵρεση καὶ ἄρα παίρνει πάνω του, συσσωρεύει ἐπάνω του «πάντων (τῶν αἱρετικῶν) τὰ πλημμελήματα».
Ὅμως, ὄχι μόνον ὁ ἅγιος Κυπριανός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Φιρμιλιανὸς (Ἐπίσκοπος Καισαρείας), θεωροῦν ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἀποδέχονται τὸ Βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἀναπολόγητοι. Μεταξὺ δὲ αὐτῶν, ποὺ θεωροῦν ἀναπολόγητους, περιλαμβάνουν καὶ τὸν Πάπα Στέφανον "στέργοντα τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν τούτων" Δωδεκάβιβλος», βιβλ. Α΄, σελ. 183).
Ἰδιαίτερα ὁ ἅγ. Φιρμιλιανός (Βασιλείου Τατάκη, «Ἡ συμβολὴ τῆς Καππαδοκίας στὴ Χριστιανικὴ Σκέψη») καταλογίζει στὸν Πάπα «θράσος καὶ αὐθάδεια καὶ σωστὴ τρέλα. Περήφανος, λέει, γιὰ τὴ θέση τῆς Ἐπισκοπῆς του, διεκδικεῖ τὴν τιμὴ νὰ εἶναι διάδοχος τοῦ Πέτρου, ἀλλά πέφτει σὲ τεράστια καὶ ὀλέθρια γιὰ τὴν Ἐκκλησία λάθη: “Διασπᾶ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως εἰσάγοντας πολλὲς ἄλλες πέτρες”. “Νομίζεις, προσθέτει, ὅτι μπορεῖς νὰ ἀποσχίζεις ὅλους ἀπὸ σένα, στὴν πραγματικότητα, σὺ χωρίστηκες ἀπ' ὅλους”».
[Ἂς τὰ ξαναδιαβάσουν αὐτά, ὅσοι Ἀρχιερεῖς καὶ θεολόγοι κάνουν πλάτες στὸν Πάπα, γιὰ νὰ περάσει τὸ Πρωτεῖο ἐξουσίας, ποὺ αἰῶνες τώρα ἐπιδιώκει, κι ἂς ἀναλογισθοῦν ἂν βρίσκονται σὲ Ὀρθόδοξο ἔδαφος, ἢ σὲ αἱρετικό].
Εἶναι φανερὸν λοιπόν, ὅτι ἐκείνους τοὺς χρόνους οἱ τοπικὲς Ἐκκλησίες τῆς Ἀφρικῆς καὶ τῆς Ἀνατολῆς (διὰ τοῦ Κυπριανοῦ καὶ τοῦ Φιρμιλιανοῦ) δὲν θεωροῦσαν «εἶναι τὸν Πάπαν ἀναμάρτητον», ἢ ὅτι εἶναι ὑπεράνω «τῶν Συνόδων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλὰ πταίσαντα ἰσχυρῶς, ὅθεν καὶ μύρια πάντολμα ἀτοπήματα αὐτῷ ἐνεκάλουν» (Δοσιθέου, ὅπ. παρ., σελ. 185-186).
Ἀκόμα (συνεχίζει), ἰσχυρίζονται οἱ Παπισταί, ὅτι «ὁ Πάπας καθόλου ἐστὶν Ἐπίσκοπος (= ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ὁ Πρῶτος, ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἐπίσκοπος), ἐπειδὴ» τάχα ὅλοι τὸν ἐπικαλοῦνται γιὰ νὰ δικάσει τὶς ὑποθέσεις τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν: «Καὶ παρὰ πάντων ἐπικαλεῖται εἰς τὸ κρίνειν τὸ δίκαιον». Ἀλλά, σημειώνει, ἐξ ὅσων μέχρι τώρα εἴδαμε, ὁ Κυπριανὸς στὸ πρόβλημα περὶ τοῦ Βαπτίσματος, δὲν δέχτηκε τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀποφαση τοῦ Πάπα, ἀλλὰ «ἀντεῖπε τῷ Πάπᾳ Στεφάνῳ, καὶ κατέκρινεν αὐτὸν ὡς κοινωνοῦντα καὶ βοηθοῦντα τοῖς αἱρετικοῖς». Ἔπειτα, ὁ Κυπριανὸς εἶναι ἐκεῖνος πού, ὅταν ὁ Πάπας ἐπεδίωξε νὰ ἐπέμβει καὶ νὰ ἀποφασίσει αὐτὸς ἀντὶ τοῦ τοπικοῦ Ἐπισκόπου στὴν Ἀφρική, τοῦ εἶπε ὅτι κανεὶς ἀπὸ ἐμᾶς, ποὺ εἴμαστε Ἐπίσκοποι, δὲν μποροῦμε νὰ τοποθετήσουμε τὸν ἑαυτό μας ὑπεράνω τῶν ἄλλων Ἐπισκόπων καὶ διὰ τῆς βίας νὰ προσπαθοῦμε νὰ τοὺς πείσουμε: «Οὐδεὶς ἡμῶν Ἐπίσκοπον εἶναι Ἐπισκόπων ἑαυτὸν καθίστησιν, ἢ τυραννικῷ φόβῳ εἰς τὴν τοῦ πείθεσθαι ἀνάγκην τοὺς ἀδελφοὺς βιάζεται» (Δοσιθέου, ὅπ. παρ., σελ. 186).
Ὅταν δέ, ὁ Ρώμης Στέφανος ἔβγαλε ἀπόφαση («κρίσιν ἐποίησεν»), ὅτι δὲν κοινωνεῖ μὲ τὶς Ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες ἐξ αἰτίας τοῦ θέματος τοῦ ἀναβαπτισμοῦ τῶν αἱρετικῶν, «ἀντικειμένην (= ἀντίθετη) κρίσιν ἐποίησαν οἱ Ἀνατολικοί. Δεύτερον, τοῦ Στεφάνου ἀκοινωνησίαν ἐπιστέλλοντος, οὐδὲν ἔμελλεν αὐτοῖς· ἐγίνωσκον γὰρ αὐτὸν Ἐπίσκοπον Ρώμης ἰσότιμον αὐτοῖς καὶ οὐδὲν πλέον. Τρίτον ὁ (Ἀλεξανδρείας) Διονύσιος λέγει, ἐν τοῖς μεγίσταις Ἐκκλησίαις καὶ Συνόδοις ὡρίσθη ὁ ἀναβαπτισμός· καὶ λοιπὸν ποῦ ἡ μοναρχία τοῦ Πάπα Ρώμης; Ποῦ τὸ μὴ ἀθροίζεσθαι Σύνοδον ἄνευ τῆς αὐτοῦ γνώμης; Ποῦ τὸ κριτὴν εἶναι τῶν Συνόδων; Ποῦ τὸ μόνην τὴν Ρωμαίων Ἐκκλησίαν εἶναι μεγίστην(Δοσιθέου, ὅπ. παρ., σελ. 191).
Ὁ Πάπας Στέφανος ἀντέδρασε αὐταρχικότατα καὶ ἐκτὸς τοῦ ὅτι «προχώρησε στὴν ἀπόσχιση τῆς Βορειοαφρικανικῆς Ἐκκλησίας», ἐπέβαλε καὶ ἀφορισμὸ στὸν ἅγιο Κυπριανό. Ἄλλος ἕνας παράνομος ἀφορισμὸς δεσποτικοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ἐκκλησίας, «ἀθεολόγητου καὶ ἰσχυρογνώμωνος». Ὅλα αὐτὰ φυσικά, δὲν ἔκαμψαν τὸν ἅγιο Κυπριανό, οὔτε τὸν ἔκαναν νὰ ὑποχωρήσει ἀφοῦ «πίστευε ὅτι ἐκφράζει τὴν ἀλήθεια» τῆς Ἐκκλησίας (Στ. Παπαδοπούλου: Πατρολογία, τόμ. Α', σελ. 433)· καὶ ἡ Ἐκκλησία τὸν δικαίωσε.
Ἡ στάση, λοιπόν, τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ «ὑπῆρξε ἀρνητικὴ γιὰ τὴ θεμελίωση καὶ ἐπιβολὴ τοῦ Παπικοῦ πρωτείου στὴν Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία, γιατὶ ὁ ἴδιος ὡς φορέας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως πίστευε στὴ διοικητικὴ αὐτονομία κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας… Καμμιὰ τοπικὴ Ἐκκλησία, ὅσο σημαντικὴ καὶ ἂν εἶναι, δὲν μπορεῖ νὰ διεκδικήσει ἡγετικὸ ρόλο ἐπὶ τῶν ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ἂν κάποια τοπικὴ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ ἀσκεῖ ἐξουσία ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, τὸ ἴδιο καὶ κανένας Ἐπίσκοπος δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἡ παρουσία τοῦ Ἐπισκόπου στὴν Ἐκκλησία γιὰ τὸν ἅγ. Κυπριανό, εἶναι ἀπαραίτητη καὶ ὁ ρόλος του τεράστιος (ἐὰν ὀρθοδοξεῖ), μόνο γιὰ τὴν Ἐπισκοπή του. “Τὸ τοῦ Ἐπισκοποῦ ἀξίωμα, οὕτως ἐστὶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀναγκαῖον, ὥστε χωρὶς αὐτοῦ μὴ δύνασθαι μήτε Ἐκκλησίαν μήτε Χριστιανόν τινα ἢ εἶναι ἢ ὅλως λέγεσθαι…” (Epist. 66).
Ἡ ἀξίωση, ἑπομένως, τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης νὰ ἐπιβάλει τὸ πρωτεῖο ἐξουσίας στὴν Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία, ὡς διάδοχος τοῦ Ἀπ. Πέτρου, εἶναι πράξη ἀντικανονική, ἀντιπαραδοσιακὴ καὶ ἀπαράδεκτη γιὰ τὸν ἅγ. Κυπριανό. Τὸ χωρίο Ματθ. ΙΣΤ' 18 τὸ ἑρμηνεύει (ὁ ἅγ. Κυπριανὸς) σύμφωνα μὲ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας: “Ὁ Κύριος ἀπευθύνθηκε μόνο στὸν Πέτρο καὶ εἶπε ὅτι θὰ ἵδρυε τὴν Ἐκκλησία μόνο στὸν Πέτρο, γιὰ νὰ δείξει ἔτσι ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία, ut Ecclesia Christi una monstretur”, “καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι ἦσαν ὅ,τι ὑπῆρξε καὶ ὁ Πέτρος, κεκτημένοι τὰ ἴσα δικαιώματα καὶ τιμῆς καὶ ἐξουσίας(De unit Eccl. 4. Σκόντζου Λ., «Ὁ ἅγ. Κυπριανὸς κατὰ τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου»).
Καὶ ἐπειδὴ ἡ δημοσίευση τοῦ ἄρθρου συμπίπτει μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἄτλαντα τῆς Ὀρθοδοξίας Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, παραθέτουμε τὸ Δοξαστικὸν τῆς Λιτῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι διαχρονικὰ οἱ Ἅγιοί μας (καὶ κατὰ τὴν Α΄ χιλιετία καὶ κατὰ τὴν Β΄, τὴν ἴδια στάση ἐτήρησαν ἀπέναντι στὶς αἱρέσεις καὶ τὶς δεσποτικὲς ἐπιδιώξεις τοῦ ἑκάστοτε Πάπα.
"Τὴν πανοπλίαν τῆς Πίστεως, ἐνδεδυμένος Πάτερ, αἱρετικῶν συνασπισμὸν διέλυσας, ἐν τῇ δοθείσῃ σοι χάριτι, ὡς Ἱεράρχης θεόληπτος· τῆς γὰρ πάλαι Ρώμης τὸν Πρόεδρον, κατεπαιρόμενον δεινῶς τῆς τῶν Πατέρων γνώσεως καὶ τῶν ἁγίων Συνόδων, εἰς τέλος κατέβαλες, τῇ ἀτρέπτῳ ἐνστάσει σου· Οὐδὲν γὰρ ἐποιήσαμεν, ὁ ἄνους ἐβόησεν, ὁμολογῶν τὴν ἧτταν· καὶ διεστώτων σύναψις, καὶ κλονουμένων στηριγμὸς γενόμενος, ἀξίως ἐδοξάσθης, παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεού, Μᾶρκε παμμακάριστε".






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου