Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΛΟΥΚΑΡΗΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΠΟΛΕΩΣ

Σεβ. Μητροπολίτου Προικονήσου κ. Ιωσήφ
(του Οικουμενικού Πατριαρχείου)
Τό κείμενο αυτό του λογίου Μητροπ. Προικονήσου κ. Ιωσήφ, έχει ληφθή από το Διαδύκτιο. Αναδημοσιεύεται στη συνέχεια διότι κινείται εντός των σκοπών και στόχων του παρόντος Ιστοτόπου και πραγματεύεται μία μεγάλη μορφή του Μεσαιωνικού Ελληνισμού, έναν Ομολογητή της Ορθοδοξίας και Πρόμαχο του Γένους σε ώρες εξαιρετικά δύσκολες. Η καταχώρηση σε μονοτονικό σύστημα γίνεται γιά λόγους τεχνικούς.

Στίς 13 Νοεμβρίου συμπληρώθηκαν 437 χρόνια από την γέννηση του μεγάλου ηγέτου της Ρωμιοσύνης και ενδόξου Ιερο-Εθνομάρτυρος Κυρίλλου του Λουκάρεως, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, του από Αλεξανδρείας (Χάνδακας - Ηράκλειο Κρήτης, 13 Νοεμβρίου 1572).
Κωνσταντίνος κατά κόσμον, παπαδοπαίδι, γιος του Ιερέως Στεφάνου Λουκάρεως, συγγενής του μεγάλου Πατριάρχου Αλεξανδρείας Μελετίου του Πήγα, μαθήτευσε αρχικά κοντά στον σοφό Ιερομόναχο Μελέτιο Βλαστό, στο Σιναίτικό Μετόχι του Χάνδακα. Στή συνέχεια στάλθηκε στην Ιταλία, όπου, κάτω από την άγρυπνη παρακολούθησι του περίφημου Μαξίμου Μαργουνίου, έκαμε λαμπρές σπουδές στη Βενετία καί στο Πατάβιο (Πάντοβα), επισκέφθηκε διάφορες Ευρωπαϊκές πόλεις καί χώρες, την Γενεύη, την Ολλανδία, την Γερμανία καί σχετίστηκε με επιφανείς ανθρώπους των Γραμμάτων. Επιστρέφοντας στην Κρήτη (1592) έγινε μοναχός στην περιώνυμη Μονή Αγκαράθου, στην οποία αργότερα Ηγούμενος διαπρεπής διετέλεσε για πολλά χρόνια ό αδελφός του Μάξιμος. Φύσει φιλομαθής, οξυδερκής, εύστροφος, με εσωτερικές κεραίες ισχυρές, πού συλλάμβαναν τα μηνύματα των καιρών, ξεπερνούσε κατά πολύ τα συνήθη μέτρα. Ευσεβής, φιλακόλουθος, φιλάρετος, φιλόχριστος εξ απαλών ονύχων, βάδιζε ακούραστα την στενή καί τεθλιμμένη οδό του Κυρίου με φρόνημα μαρτυρικό.
Στό πρόσωπο του συνδυαζόταν άριστα η λιπαρά παιδεία με την Ευαγγελική αρετή καί την καθημερινή συσταύρωσι με τον Χριστό καί με το σταυρωμένο Γένος.
Ο θείος του Μελέτιος Πηγάς τον κάλεσε στήν Αλεξάνδρεια {1593), όπου τον χειροτόνησε Διάκονο καί Πρεσβύτερο (Σύγκελλο) καί τον πήρε μαζί του στήν Κωνσταντινούπολη, για να λάβουν μέρος στη Σύνοδο πού συγκάλεσε ό Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β' ό Τρανός. Τότε έβραζε η Ανατολική Ευρώπη από τις λυσσώδεις προσπάθειες του Βατικανού για τον προσηλυτισμό των Ορθοδόξων στο Λατινικό δόγμα, με δούρειο ίππο την Ουνία. Ο Βασιλεύς της Πολωνίας Σιγισμοϋνδος ό Γ' (1587 - 1632) είχε γίνει όργανο του αμφιλεγόμενου Τάγματος των Ίησουϊτών καί είχε εξαπολύσει απηνή διωγμό κατά των Ορθοδόξων. Οί δύο Πατριάρχες έστειλαν τον νεαρό Κύριλλο Λούκαρι, μαζί με τον Αρχιμανδρίτη Νικηφόρο Παράσχη - Καντακουζηνό, να βοηθήσουν τους Ορθοδόξους της Ρουθηνίας, της Ουκρανίας καί της νότιας Ρωσίας, στην άντιμετώπισι του προσηλυτισμού των Ιησουϊτών καί του διωγμού του Σιγισμούνδου.
Στή Βίλνα της Λιθουανίας ό Λούκαρις ίδρυσε Ακαδημία καί την διηύθυνε για λίγο, πρωτοστάτησε δε στην ίδρυσι τυπογραφείου, όπου θα ετυπώνοντο καί Ελληνικά βιβλία «ανοθεύτως». Ακόμη δίδαξε στο σχολείο του Λβώφ καί στην Ακαδημία του Οστρόγκ. Κατά τη ληστρική εκείνη «Σύνοδο» του Μπρέστ-Λιτόφσκ (1596), πού συγκάλεσε ο Σιγισμοϋνδος καί σκηνοθέτησε την δήθεν «ένωσι» των Ορθοδόξων με τους Λατίνους, οι δύο φιλόχριστοι Κληρικοί υπεράσπισαν με παρρησία το ευσεβές δόγμα, μαζί με τους λίγους Επισκόπους πού δεν υπέκυψαν στίς στραγγαλιστικές Παπικές πιέσεις καί τον Πρίγκιπα Κωνσταντίνο Όστρόγκσκι. Ακολούθησε φρικαλέος διωγμός καί ο Κύριλλος με τον Νικηφόρο γνώρισαν από την καλή το αληθινό πρόσωπο του Λατινικού φανατισμού. Αγωνίστηκαν σκληρά, με προφητικό ζήλο καί άκαμπτο φρόνημα, αποκαλύπτοντας την καταχθόνια Βατικάνια πλεκτάνη, διαφωτίζοντας κατάλληλα τους Όρθοδόξους καί προτρέποντας τους να παραμείνουν ανενδότως πιστοί στήν πνευματική τους Μάνα Ορθοδοξία, να μην προδώσουν την αλήθεια της Εκκλησίας αποδεχόμενοι την σκοτεινή ψευδο-ένωσι. Οι Λατίνοι συνέλαβαν τον Νικηφόρο, τον φυλάκισαν καί τον έθανάτωσαν. Ό Λούκαρις κατάφερε να ξεφύγη, να έπιστρέψη για λίγο στην Κωνσταντινούπολη, απ' όπου επανήλθε δριμύτερος, αγωνιζόμενος εναντίον της προπαγάνδας καί των αφιλάδελφων προσπαθειών των Ρωμαιοκαθολικών στη Μολδαβία, στην Ουκρανία καί στην Πολωνία. Στήν Πολωνία εργάσθηκε ανυψώνοντας την Ορθοδοξία μέχρι το 1601, οπότε ό Γέροντας του Μελέτιος Πηγάς τον κάλεσε πίσω στην Αλεξάνδρεια, προαισθανόμενος τον θάνατο του (+ 13 Σεπτ. 1601). Το 1599 ό Ιησουίτης Πέτρος Σκάργα έδημοσίευσε εδώ μια «Ομολογία Πίστεως», σαν τάχατες έργο του Λουκάρεως, στην οποία ο υποτιθέμενος συγγραφέας της παρουσιαζόταν ως Παπικός καί αντι-Λουθηρανός. Πρόκειται για ένα κείμενο πέρα ως πέρα πλαστό καί ψευδεπίγραφο, το πρώτο πού η αδίστακτη προπαγάνδα του Βατικανού θα χάλκευε καί θα κυκλοφοροϋσε για να συκοφαντήση τον αγωνιστή της ευσέβειας. Αυτόν πού πάντοτε έλεγε για τον Πάπα ότι «έχει φανερά τα σημάδια του Αντίχριστου. Δεν λέγω πώς είναι αντίχριστος, αλλά πώς είναι πρόδρομος του Αντίχριστου».
Κατά πάντα άξιος καί ικανός, εξελέγη, σύμφωνα καί με την επιθυμία καί υποθήκη του Γέροντα του, νέος Πάπας καί Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ως Κύριλλος ό Γ' (1601 -1620), σε ηλικία τριάντα μόλις ετών. Ως Πατριάρχης Αλεξανδρείας ό Κύριλλος ανέπτυξε αξιοθαύμαστη δράση για την πνευματική καί υλική ανασυγκρότησι του Πατριαρχείου καί του ποιμνίου του. Καλλιέργησε το θείο κήρυγμα καί την μελέτη των Αγίων Γραφών, επισκεύασε ναούς, έκτισε καινούργιους, νοικοκύρεψε τα οικονομικά της Εκκλησίας, τακτοποίησε τα χρέη του Πατριαρχείου. Επειδή οι Ιησουίτες με την προπαγάνδα τους προσπαθούσαν να προσηλυτίσουν τους αφελέστερους από τους πιστούς της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, τους πολέμησε σκληρά, καλώντας σέ επικουρία καί τους ‘Αγγλους. Οι Κό­πτες καί οι Νεστοριανοί πολεμούσαν κι αυτοί από κοινού το Ορθόδοξο Πα­τριαρχείο. «Οι τυφλοί με τους τυ­φλούς!». Αυτός ήταν ό σχολιασμός του Κυρίλλου για το κοινό μέτωπο των αιρετικών, ενώ τους Νεστοριανούς τους έχαρακτήρισε καί ως «Πανώλιν (πανούκλα) της Ανατολής» καί τους αντιμετώπισε κι αυτούς με συνέπεια. 0ι έμπερίστατες Εκκλησίες των Ιεροσο­λύμων καί της Κύπρου έζήτησαν την βοήθεια του. Δεν την αρνήθηκε. Είχε την αίσθησι, ότι ήταν διάκονος της Εκκλησίας του Χριστού οπουδήποτε Εκείνη είχε ανάγκη των υπηρεσιών του. Στή νοτιοδυτική Ρωσία η προπαγάνδα των Ίησουϊτών είχε αρχίσει ξανά να κάνη θραύση. Δεν εδίστασε. ‘Ετρεξε να βοηθήση κι εκεί την χειμαζόμενη Ορθοδοξία. Καθ’ οδόν, το 1512, στην Κωνσταντινούπολη, του ανατέθηκαν καθήκοντα Επιτηρητού του Οικουμενικού Θρόνου. Εκεί είδε με λύπη του, ότι η λερναία ύδρα του Ιησουίτικου σκοταδι­σμού απειλούσε καί αυτό το ιερό κέ­ντρο της Ορθοδοξίας. Αφού έκαμε και στην Πόλη κατά δύναμιν το χρέος του προς την Εκκλησία, πορεύθηκε στη Ρωσία, στη Μολδαβία καί στη Βλαχία, όπου επί δύο χρόνια θηριομάχησε κυ­ριολεκτικά, πολεμώντας, με καθημερι­νό κίνδυνο της ζωής του, τις ανόσιες προσηλυτιστικές προσπάθειες καί τίς καταχθόνιες μεθόδους πού μετήρχοντο οι Λατίνοι για να επιβάλουν στην περιοχή το εκκλησιαστικό τέρας της Ουνίας. Για να ενίσχυση τους Ορθοδόξους, ό Κύριλλος έγραψε καί δυο αντι-Λατινικές πραγματείες: α) Περί της αρχής ή του πρωτείου του Πάπα καί β) Διάλογος φιλαλήθους καί ζηλωτού.Στά πλαίσια των αγώνων του εναντίον του Παπικού προσηλυτισμού άρχισε από νωρίς να αναπτύσση σχέσεις με εξέχουσες προσωπικότητες του χώρου της Διαμαρτυρήσεως, όπως ό Αγγλικανός Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ Γεώργιος ‘Αμποτ, οι Βασιλείς Κάρολος Α' της Αγγλίας καί Γουσταϋος - Αδόλφος Β' της Σουηδίας κ.ά. Οί άνθρωποι αυτοί τον θαύμαζαν, τον σέβονταν καί τον αγαπούσαν ειλικρινά, ως μια μοναδική για την εποχή του προσωπικότητα της Εκκλησίας, με στίλβουσα αρετή, σπάνια παιδεία καί γλωσσομάθεια, έξοχη θεολογική συγκρότηση, γνήσιο Πατερικό καί μαρτυρικό ήθος. Σύμφωνα με τον Τrivier, «Οι μεγαλύτεροι πολιτικοί καί σοφοί της Ευρώπης επεζήτουν την φιλίαν του καί ολόκληρος η Ευρώπη κατά τάς αρχάς του ΙΖ' αιώνος αντηχεί από την φήμην των αρετών καί γνώσεων του Έλληνος Πατριάρχου».
Ο Λούκαρις ήλπιζε ότι θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν στην αντιμετώπισι των προσπαθειών του Βατικανού σε βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στίς 4 Νοεμβρίου 1620, η Αγία καί Ιερά Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, εις διαδοχήν Τιμοθέου του Β', εξέλεξε τον έπ' αρετή καί σοφία διαβόητον Πατριάρχη Αλεξανδρείας ως Οικουμενικό Πατριάρχη. Έτσι, ό Κύριλλος Α' ανέλαβε το πηδάλιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου καί του Γένους σε ώρες εξαιρετικά δύσκολες. Στήν Ευρώπη μαινόταν ο Τριακονταετής Πόλεμος. Οί Παπικοί συγκρούονταν σκληρά με τους Προτεστάντες. Η Μεταρρύθμισις είχε αποδεκατίσει το ποίμνιο της Ρώμης καί το Βατικανό, ταπεινωμένο καί αγχωμένο, επάσχιζε ν' ανάκτηση τίς δυνάμεις του, δια πυρός καί σιδήρου. Παράλληλα, θέλησε ν' αναπλήρωση τους λαούς πού ξέφυγαν από τους κόλπους του με καινούργιους πιστούς, τους οποίους έκρινε πώς έπρεπε ν' απόσπαση από τον κόσμο των Ορθοδόξων. Έτσι, η διαβόητη Congregatio de propagandae fides, χρησιμοποιώντας τους Ιησουίτες σαν δυνάμεις καταδρομών καί την Ουνία σαν στολή παραλλαγής (καμουφλάζ), αποδύθηκε σ' έναν ανίερο λυσσαλέο αγώνα κατά της Ορθοδοξίας.
Ο Λούκαρις δεν κάθισε ούτε δευτερόλεπτο με σταυρωμένα χέρια. Με κηρύγματα, με επιστολές, με συστηματική διαφώτιση των πιστών, αγωνιζόταν ν' απόκρουση την Λατινική προπαγάνδα. Δίπλα του στάθηκαν με ειλικρινή αγάπη ο Κορνήλιος Χάγα, Πρεσβευτής των Στάτων Γενεράλων (Ολλανδίας) στην Κωνσταντινούπολη κι ό Εφημέριος της Πρεσβείας Αντώνιος Λεγήρος, καθώς κι ό ‘Αγγλος Πρεσβευτής Σέρ Τόμας Ρώσυ κι ό Εφημέριος της Πρεσβείας του Έντουαρντ Πόκοκ. Η βοήθεια τους ήταν συχνά ανεκτίμητη, την ώρα πού οι Πρεσβευτές της Γαλλίας Σεζύ {Philippe Harlay Comte de Cesy)) καί της Αυστρίας Rudolf Shmid Schwazenhorn - ο κατά τον ανεκδιήγητο Κονταρή «εκλαμπρότατος Αμπασαδόρε του Χριστιανικωτάτου καί Γαληνότατου Βασιλέως καί Αυτοκράτορας Υπεραδόρου», όχι μόνο υπεστήριζαν αναφανδόν, με κάθε θεμιτό καί αθέμιτο μέσο τους Ιησουίτες καί τους Καπουτσίνους, αλλά καί ετοίμαζαν μετά σπουδής την φυσική έξόντωση του μαρτυρικού Πατριάρχου. ‘Αλλωστε, η διαβόητη Congregatio de Propagandae Fidei είχε λάβει κατά την συνεδρία της 25-7-1628, προεδρεύοντος του Πάπα Ουρβανού Η', απόφαση να εξόντωση τον Λούκαρι ως «αιρετικό».Οι Ιησουίτες, τα κύρια προπαγανδιστικά όργανα του Βατικανού καί εν ταύτω πράκτορες (τότε) της Γαλλικής διπλωματίας, την οποία εκ των παρασκηνίων διηύθυνε ο διαβόητος Πιέρ Ζοζέφ Τραμπλαί ή «Τεφρά Πανιερότης» L'Eminance Grise) - όπως πέρασε στη διεθνή διπλωματική γλώσσα - είχαν ιδρύσει για προσηλυτιστικούς λόγους Ελληνικό σχολείο μέσα στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό, όπως γράφει ό Λούκαρις, «τους χάρισε τόση επιτυχία, όση θα είχε καί μια αλεπού στο κοτέτσι». Αναδιοργάνωσε, λοιπόν, ό Κύριλλος εσπευσμένα την Πατριαρχική Σχολή καί ίδρυσε το 1627 Πατριαρχικό Τυπογραφείο (το πρώτο Ελληνικό τυπογραφείο!), για να τυπώνωνται τα ιερά κείμενα καί τα Όρθόδοξα δόγματα στη γλώσσα του λαού, να φωτίζεται ο κόσμος καί να στερεώνεται στην πίστη του. Ή «αγάπη» όμως των Ίησουιτών έσπευσε να διαβάλη στις Τουρκικές αρχές τον Πατριάρχη καί το Πατριαρχικό Τυπογραφείο, με αποτέλεσμα να ορμήσουν οι Γενίτσαροι καί να το καταστρέψουν παντελώς. Οί Ρωμαιοκαθολικοί επανηγύρισαν την συμφορά μας καί παράλληλα κατηγορούσαν καί ειρωνεύονταν τον Ελληνισμό για την αμορφωσιά καί το κατάντημα του. ‘Ομως ό μεγάλος Πατριάρχης έκλεισε κάθε βέβηλο στόμα με τούτα τα λόγια:«Ημπορούσαν να ειπούν οι Λατίνοι ότι χειρότερα είσθε σεις οι Ανατολικοί παρά ημάς, διότι βασιλείαν δεν έχετε. Δια την ύπερηφάνειάν σας την επήρεν ο Θεός… Μάθημα καί σοφίαν δεν έχετε, αμή είστε δούλοι καί έχετε τους Τούρκους επάνω είς τα κεφάλια σας… ‘Οσον πώς δεν έχομεν σοφίαν καί μαθήματα, αλήθεια είναι, αμή ας μετρήσουν δύο πράγματα οι Λατίνοι: Πρώτον, ότι τον καιρόν τον παλαιόν, όσον η σοφία επολιτεύετο εις την Ελλάδα, τους Λατίνους οι ‘Ελληνες ειχον δια βαρβάρους. Καί τώρα, αν εβαρβαρώθημεν ημείς καί εκείνοι εσοφίσθησαν, παράδοξον δεν είναι. Η πτώχεια καί η άφαίρεσις της βασιλείας μας το έκαμαν καί ας έχωμεν υπομονήν.Δεύτερον, ας λογιάσουν ότι αν δεν έχωμεν σοφίαν έξωτερικήν, έχομεν, χάριτι Χριστού, σοφίαν ανωτέραν και πνευματικήν, η οποία στολίζει την Ορθόδοξον μας Πίστιν και εις τούτο είμεθα ανώτεροι από τους Λατίνους εις τους κόπους, εις τας σκληρογωγίας και να σηκώνωμεν τον σταυρόν μας καί να χύνωμεν το αίμα μας δια την πίστιν καί την αγάπην την προς τόν Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Αν είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγκιάν δέκα χρόνους, Χριστιανούς εκεί δεν εύρισκες. Και εις την Ελλάδα τώρα διακοσίους χρόνους ευρίσκεται καί κακοπαθούσιν οι άνθρωποι και βασανίζονται δια να στέκουν εις την πίστιν τους καί λάμπει η Πίστις του Χριστού καί το μυστήριον της ευσέβειας καί σεις μου λέγετε ότι δεν έχομεν σοφίαν; Την σοφίαν σας δεν θέλω εμπρός εις τον Σταυρόν του Χριστού. Κάλλιον ήτο να έχη τινάς καί τα δύο, δεν το αρνούμαι, πλην από τα δύο, τον Σταυρόν του Χριστού προτιμώ».
Τον Σταυρόν του Χριστού που προτιμούσε από την αδιαφόρετη κοσμική σοφία και τις αλεπουδο-ευγένειες των Ρωμαιοκαθολικών ο μεγάλος αυτός Πρωθιεράρχης μας, ο «Μωυσής του Γένους», όπως εύστοχα ονόμασε τον Λούκαρι ο Κ. Σαρδελής, αυτό τον Σταυρό τον σήκωσε πολυειδώς και πολυτρόπως. Οι ασταμάτητες μηχανορραφίες, οι ατέλειωτες ραδιουργίες και οι ασίγαστες διαβολές των Ίησουίτών, τους οποίους είχε επιτέλους καταφέρει να απομακρύνη από τ' Όθωμανικό κράτος το 1627, έστω καί προσωρινά, η ροή αφθόνου χρυσίου από τις Πρεσβείες των Παπικών Βασιλιάδων προς τα θυλάκια του Μεγάλου Βεζύρη καί πολλών επί μέρους οργάνων της Τουρκικής διοικήσεως, η μικρόνοια καί μωροφιλοδοξία ωρισμένων ημετέρων καί μάλιστα του ανεκδιήγητου σπουδαρχίδου Κυρίλλου Κονταρή, του «Κακοεκβερροίας», η βραδύτητα και αδυναμία προς ενέργεια των ξένων φίλων του, ωδήγησαν στο μαρτύριο τον μεγαλόπνοο Πατριάρχη. Μέσα σε δεκάξι χρόνια, πέντε φορές κατέβηκε από τον Πατριαρχικό Θρόνο. Μα καί άλλες τόσες ξανανέβηκε, μετά από απαίτηση κλήρου και λαού, πού αναγνώριζε στο σεπτό πρόσωπο του τον γνήσιο και καλό Ποιμένα, τον μιμητή του Αρχιποίμενος Χριστού. ‘Αλλωστε και η πλειονότης των Αρχιερέων τον αγαπούσε, τον σεβόταν, του ήταν αφοσιωμένη. Έξορίσθηκε επανειλημμένα, ταπεινώθηκε, προπηλακίσθηκε. Η διαβόητη Congregatio de propangadae Fidei προσπάθησε να τον διαβάλη χαλκεύοντας στα σκοτεινά γραφεία της μια Καλβινίζουσα πλαστή, κακέμφατη καί ψευδεπίγραφη «Όμολογία Πίστεως», την οποία ο Λούκαρις ουδέποτε αναγνώρισε, ούτε υπεστήριξε πολεμούμενη. Καλβινιστής, λοιπόν, ό Λούκαρης! Πριν λίγα χρόνια τον είχαν παρουσιάσει ως Παπιστή. Τώρα, ξαφνικά, έγινε ... Προτεστάντης! Αιρετικός! Ποιός; Αυτός πού τον διέκρινε τέτοια ευλάβεια για την Πανάγια, ώστε στα Πατριαρχικά του Σιγίλλια, αναφερόμενος στη Θεοτόκο πάντοτε έγραφε «της Ύπεραγίας μου Θεοτόκου». Ποτέ χωρίς εκείνο το «μου», εκείνη την έκφρασι βαθειάς προσωπικής σχέσεως προς την Μάνα των Χρστιανών, την ώρα που οι Καλβινιστές καί λοιποί Προτεστάντες στο άκουσμα καί μόνο της λέξεως «Θεοτόκος» αρρώσταιναν. Προτεστάντης, αυτός πού κατέταξε επισήμως στη χορεία των Αγίων τον Όσιο Γεράσιμο της Κεφαλλονιάς (Ιούλιος 1626), όταν οί Προτεστάντες αρνούνται την τιμή στους Αγίους. 'Αξιος, λοιπόν, να τον γδάρη ζωντανό η «Ιερά Εξέτασις» καί να τον κάψη επί της πύρας στη Μάλτα! Έτσι, το ξεχείλισμα της αξιομισθίας των Ιησουϊτών ήταν η τελική κατασυκοφάντιση του αγίου Πατριάρχου στον αφειδώς χρηματισθέντα από την Αυστριακή Πρεσβεία Μεγάλο Βεζύρη Ιμπαϊράμ Πασά (συνεργούντος καί του παναθλιωτάτου Κονταρή), ως δήθεν συνεννοουμένου με τους Κοζάκους για επανάσταση και κοινή επίθεση κατά της Όθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο Σουλτάνος Μουράτ Δ', ευρισκόμενος σε εκστρατεία κατά των Περσών στη Μικρά Ασία για ανάκτησι της Βαγδάτης, στο άκουσμα του «κινδύνου» εξέδωσε την άπόφασι για θανάτωσι του Εθνάρχου. Έτσι, στις 27 Ιουνίου 1638, οι Γενίτσαροι συνέλαβαν τον Κύριλλο, τον πήγαν στα παράλια του Αγ. Στεφάνου (Πεσίλκιοϋ, όπου σήμερα το αεροδρόμιο της Κων/πόλεως), τον έπνιξαν καί τον έθαψαν. Κι όταν η πικρή είδησι μαθεύτηκε καί ξεσηκώθηκε ο λαός (ήταν η πρώτη φορά πού εφονεύετο Πατριάρχης) καί γύρεψε το ιερό Του λείψανο να το κηδέψη, «εντίμως καί μετά παρρησίας», ο ανάξιος «διάδοχος» Του καί συνένοχος του αιματός Του Κονταρής συνεννοήθηκε με τους Γενίτσαρους, οι όποιοι λαβόντες αργύριον ικανόν, ξέθαψαν το λείψανο καί το πέταξαν στη θάλασσα. Βρέθηκε αργότερα καί θάφτηκε στο νησύδριο του Αγ. Ανδρέα, στην Προποντίδα.«Καί ούτως εκ ζηλοτυπίας, φθόνου και υποκριτικών τε καί αδικωτάτων συκοφαντιών καταβληβείς, απεβίωσε Κύριλλος ο Λούκαρις, ο μέγιστος εκείνος άνήρ, όστις παρά τα άμεμπτα αυτού ήθη καί τον πάσης επονειδίστου πράξεως ακηλίδωτον βίον, ήτο προωρισμένος να ύποστή, υπερασπίζων την Ευαγγελικήν θρησκείαν, φοβεράς συμφοράς καί σκληρότατον θάνατον» (Τh. Smith «Miscellanea», 1866, σελ. 130).
Σήμερα τα Ιερά Λείψανα του Αγίου ενδόξου Ιερομάρτυρος Κυρίλλου του Λουκάρεως θησαυρίζονται στο Μοναστήρι του, στή Μονή Αγκαράθου της Κρήτης. Η χάρις Του ας σκέπη την Ορθοδοξία όλη καί την πονεμένη μας Ρωμιοσύνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου