Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Η ΕΠΙΔΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
ΣΤΟΝ ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ ΤΩΝ ΓΑΛΑΤΩΝ


Τοῦ M. Foatelli - Ἐπεξεργασία: Ἀντ. Μάρκου


Ὁ Χριστιανισμός διαδόθηκε στήν Γαλατία (σημερινή Γαλλία), μέσῳ τῶν πολυάριθμων Ἑλληνικῶν ἀποικιῶν πού ἄνθιζαν ἐκεῖ ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων. Τά Ἑλληνικά σχολεῖα τῆς Μασσαλίας ἦσαν ἀξιόλογα, οἱ δέ νεαροί Ρωμαῖοι εὐγενεῖς φοιτοῦσαν εὐχαρίστως σ’ αὐτά, διότι τά θεωροῦσαν ἐφάμιλλα τῶν σχολείων τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ Ρωμαῖος λόγιος Τάκιτος βεβαιώνει, ὅτι ἐκεῖ τά ἤθη ἦσαν πολύ αὐστηρά, ὁ δέ πενθερός του Στρατηγός Ἀγρίκολας (ὁ νικητής τῶν Βρεττανῶν), ὁ ὁποῖος εἶχε τήν εὐκαιρία νά σπουδάσει στήν Μασσαλία, διατήρηση ἁγνή τήν νεότητά του χάρις στούς δασκάλους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
Ἀκόμη καί σήμερα θαυμάζει κανείς τά ἀρχαῖα Ἑλληνικά μνημεῖα τῆς Γαλλίας, κυρίως στήν μεσημβρινή χώρα. Ἐκεῖ βρίσκονται ἡ ὀχυρή Πόλις τῶν Ἑλλήνων (σημερινή πόλις τοῦ Ἁγίου Βλασίου, κοντά στήν πόλη Μπέρ), ἡ Ἁγία Πόλις Γκλάνουμ στήν ἐπαρχία τοῦ Ἁγίου Ρέμ, κ.ἄ.
Ἡ ὕπαρξη πατροπαράδοτων θρησκευτικῶν δοξασιῶν στήν Γαλατία, δέν ἐμπόδισε τήν διείσδυση ἀνατολικῶν θρησκειῶν, κυρίως κατά τόν 3ο μ. Χ. αἰ. Μία ἀπό αὐτές ἦταν ἡ λατρεία τῆς Κυβέλης, τῆς μητέρας τῶν θεῶν κατά τούς Φρύγες. Αὐτή ἦταν ἡ περισσότερο διαδεδομένη τήν ἐποχή ἐκείνη, ὁ δέ σύζυγός της Ἄττις θεωροῦνταν θεός τῆς βλαστήσεως. Οἱ ἀρχαῖοι Γαλάτες πίστευαν, ὅτι αὐτός πέθαινε τόν χειμῶνα καί ἀνασταίνονταν τήν ἄνοιξη. Ἐρρείπια ναῶν τῆς Κυβέλης βρέθηκαν στήν Μασσαλία, τήν Ἀρελάτη, τήν Νίμ καί τήν Λυών.
Ἄλλη ἀνατολική θρησκεία πού διαδόθηκε στήν ἀρχαῖα Γαλατία ἦταν ἐκείνη τοῦ Μίθρα, ἡ ὁποία ἦταν Περσικῆς προελεύσεως. Ἡ λατρεία αὐτή διαδόθηκε κυρίως ἀπό τούς στρατιώτες τῶν Ρωμαϊκῶν λεγεώνων. Ἀνάγλυφα καί ἐπιγραφές τῆς λατρείας τοῦ Μίθρα βρέθηκαν κυρίως στίς πόλεις τῆς περιοχῆς τοῦ Ρήνου, διότι ἐκεῖ ἀκριβῶς ἦταν τά στρατόπεδα τῶν λεγεώνων πού προστάτευαν τά σύνορα ἀπό τίς ἐπιδρομές τῶν βαρβάρων.
Μία ἄλλη ἀνατολική λατρεία, Αἰγυπτιακῆς προελεύσεως τήν φορά αὐτή, ἦταν ἐκείνη τῆς Ἴσιδος καί ἦταν διαδεδομένη σ’ ὁλόκληρη τήν Γαλατία. Ἀρχαιολογικές ἀνασκαφές ἔχουν ἀποκαλύψει ναούς στίς περιοχές τῆς Μασσαλίας, τῆς Ἀρελάτης, τῆς Λυών, τῆς Σουασόν καί τοῦ Νίμ. Στίς πόλεις αὐτές κυκλοφοροῦσαν καί Αἰγυπτιακά νομίσματα μέ τόν φοίνικα καί τόν κροκόδειλο.
Κυρίως ὅμως στή Γαλατία ἦταν εὐρύτατα διαδεδομένος ὁ Ἑλληνισμός μέ τόν πολιτισμό του, τίς θρησκείες του, τίς ἰδέες του καί τήν Τέχνη του. Στίς πλέον ἀξιόλογες Γαλατικές πόλεις ὑπῆρχαν Ἑλληνικές παροικίες, οἱ ὁποῖες ἀκμάζουν μέχρι καί τόν 7ο μ.Χ. αἰ.
Στήν διάδοση τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ συντέλεσε καί τό γεγονός, ὅτι πρός τά τέλη τῆς Κλασσικῆς ἀρχαιότητος οἱ Ἑλληνιστές Σύριοι ἀντικατέστησαν τούς Φοίνικες στό ἐμπόριο καί ἀναδείχθηκαν οἱ μεγαλύτεροι θαλασσοπόροι τῆς Μεσογείου. Αὐτό εἶχε σάν συνέπεια τήν διάδοση τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ (ὅπως αὐτός διαμορφώθηκε στά μετά τόν Μέγα Ἀλέξανδρο Ἑλληνιστικά Βασίλεια τῆς Ἀνατολῆς) καί βεβαίως τῆς Ἑλληνικῆς γλῶσσας. Ἡ γλῶσσα αὐτή ἦταν διαδεδομένη σ’ ὁλόκληρη τήν Γαλατία κατά τούς πρωτοχριστιανικούς αἰῶνες καί ἦταν ἡ ἐπίσημη γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἀποδεικνύουν οἱ ἐπιγραφές τῶν χριστιανικῶν τάφων.
Ὁ Ἐπίσκοπος Παρισίων Εὐσέβιος (591), καταγόταν ἀπό Συριακή ἀποικία! Ὁ ἅγ. Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Τουρώνης διηγεῖται, ὅτι ἀντικατέστησε τούς ἄρχοντες τῆς Ἐκκλησίας του μέ Σύριους. Ὅταν ὁ Βασιλεύς Γκοντράν μπῆκε στήν Ὀρλεάνη τό 585, ἐπεφημήθηκε ἀπό τόν λαό σέ τρεῖς γλώσσες, Ἑβραϊκά, Λατινικά καί Ἑλληνικά.
Στόν Βίο τῆς ἁγ. Βενοβέφας γράφεται, ὅτι ὁ ἅγ. Συμεών ο Στυλίτης (πού ἀσκήτευε κοντά στήν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας τόν 7ο αἰ.), ἔστειλε τούς χαιρετισμούς του στήν Ἁγία μέσῳ ἐμπόρων πού ταξίδευαν γιά τό Παρίσι καί οἱ ὁποῖοι μποροῦσαν νά μιλήσουν μέ εὐχέρεια μέ τόν Ἅγιο, διότι γνώριζαν τήν Ἑλληνική γλῶσσα. Χωρίς ἀμφιβολία οἱ ἔμποροι αὐτοί ἦσαν Σύριοι ἐγκατεστημένοι στήν Γαλατία.
Ἡ ἐγκατάσταση τῶν Σύριων Ἑλληνιστῶν στήν Γαλατία, βοήθησε σημαντικά τούς Χριστιανούς ἱεραποστόλους πού ἔφθαναν ἀπό τήν Ἀνατολή. Ἔτσι οἱ κήρυκες τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ συνάντησαν σ’ αὐτή τήν χώρα πρόσφορο ἔδαφος γιά τήν ἵδρυση τῶν πρώτων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν. Μέ πυρήνα τούς Ἕλληνες καί τούς Σύριους τό Χριστιανικό φῶς ἐξαπλώθηκε πλέον μεταξύ τῶν Γαλατῶν καί τῶν Ρωμαίων.
Καί στήν Γαλατία ὑπῆρξαν διωγμοί κατά τῶν Χριστιανῶν, τούς ὁποίους μνημονεύουν οἱ πολύτιμες ἐπιστολές τῶν Χριστιανῶν τῆς Λυών καί τῆς ἐν Λοθοραγγίᾳ Βιέννης πρός τίς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας. Ἀπό τό μοναδικῆς σημασίας αὐτό στοιχεῖο πληροφορούμεθα, ὅτι τήν ἐποχή ἐκείνη Ἐπίσκοπος τῆς Λυών ἦταν ὁ Ποθεινός, ὁ ὁποῖος ἦταν μαθητής τοῦ ἁγ. Πολυκάρπου Ἐπισκόπου Σμύρνης (μαθητοῦ τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί Εὐαγγελιστοῦ).
Σύμφωνα μέ μία ἀρχαῖα συναξαριστική παράδοση, ἕνας λαμπρός Μάρτυρας, ὁ ἅγ. Συμφοριανός, ἀκρωτηριάστηκε καί κατασπαράχθηκε ἀπό τούς εἰδωλολάτρες πού συμμετεῖχαν σέ μία τελετή τῆς Κυβέλης, κάτω ἀπό τούς ἤχους κυμβάλων καί τυμπάνων! Μάλιστα ἡ μητέρα του ἐνθάρρυνε τόν Μάρτυρα, ὥστε νά ἀντέξει τούς πόνους τοῦ φοβεροῦ μαρτυρίου του!
Παρά τήν Ἑλληνική καί Συριακή ἐπιρροή ὁ εὐαγγελισμός τῶν Γαλατῶν ἔγινε μέ πολύ ἀργό ρυθμό. Τόν 3ο μ.Χ. αἰ. οἱ Χριστιανικές κοινότητες ἦσαν περιορισμένες καί οἱ Γαλάτες χωρικοί παρέμεναν εἰδωλολάτρες, ὥστε ἡ λέξη paganus – εἰδωλολάτρης νά σημαίνει κατ’ ἐπέκταση χωρικός.
Οἱ ἱεραπόστολοι διασχίζοντες τίς Γαλατικές ἐπαρχίες ἀνακάλυπταν ἕνα κόσμο πρωτόγονο, μέ θρησκευτικές δοξασίες καί αὐτῆς τῆς Νεολιθικῆς Ἐποχῆς. Οἱ ἀνώτερες δυνάμεις πού λατρεύονταν ἦσαν ἀναρίθμητες: Ὑπῆρχαν θεοί τῶν πηγῶν, τῶν ἀσθενειῶν,κ.λ.π. θεοί προστάτες πόλεων καί χωριῶν, ἀκόμη καί ἱερά δένδρα!
Μέγας Ἀπόστολος τῶν Γαλατικῶν φυλῶν ἀναδείχθηκε ὀ ἅγ. Μαρτῖνος, Ἐπίσκοπος Τουρώνης, τοῦ ὁποίου οἱ ἱεραποστολικές περιοδείες ἄρχισαν τό 375. Ὁ μαθητής καί βιογράφος του Σουλπίκιος Σεβῆρος γράφει, ὅτι γιά τόν ἐκχριστιανισμό τῶν Γαλατῶν ὁ Ἅγιος συνεργάσθηκε μέ μοναχούς τοῦ Λιγκουζέ καί τοῦ Μαρμουτιέ, μονῶν πού ἵδρυσε ὁ Ἅγιος κατά τό πρότυπο τῶν Πατέρων τῆς ἐρήμου.
Ὁ Μοναχισμός γεννήθηκε στήν Ἀνατολή. Ὅταν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, ἐξόριστος στή Δύση, ἐπισκέφθηκε τήν Γερμανική πόλη τῶν Τρεβήρων, ἔγινε ἀφορμή νά γνωρίσει ἡ Δύση τήν ζωή τοῦ ἁγ. Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου καί τῶν ἄλλων πνευματοφόρων ἀσκητῶν τῆς Θηβαΐδος. Ὁ ἅγ. Μαρτῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε ἀπό τήν νεότητά του τήν ζωή τῶν ἐρημιτῶν, γοητεύθηκε ἀπό τούς λόγους τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου καί ἵδρυσε στή Γαλατία κατά τά Αἰγυπτιακά πρότυπα τήν Μονή τοῦ Λιγκουζέ. Μετά τήν χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο Τουρώνης, δημιούργησε ὄχι μακρυά ἀπό τήν πόλη μία μικρή Θηβαΐδα, ὅπου ἀποσύροταν γιά μελέτη καί προσευχή. Σ’ αὐτό τόν ἴδιο εὐλογημένο τόπο ἀναπτύχθηκε ἀργότερα ἡ Μονή τοῦ Μαρμουτιέ.
Ὁ ὅσιος Ἰωάννης Κασσιανός, παρακινούμενος ἀπό τόν ἴδιο ἔνθεο ζῆλο, ἵδρυσε τήν Μονή τοῦ ἁγ. Βίκτωρος στή Μασσαλία, ὁ δέ ὅσ. Ὀνωράτος ἵδρυσε τήν μονή στά νησιά τῶν Λερηνῶν, σύμφωνα μέ τούς Κανόνες τοῦ Μεγάλου Παχωμίου.
Σ’ αὐτές τίς Γαλατικές Μονές ὑπῆρχαν καί ἀδελφοί ἀπό τήν Ἀνατολή, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν στήν Δύση τήν ἐπιστήμη τοῦ πνεύματος, πολύτιμα χειρόγραφα, εἰκόνες, ἐκκλησιαστικά ξυλόγλυπτα. Ὑπάρχουν ἐπίσης καί ἀρχιτέκτονες ἀπό τήν Ἀνατολή. Ὁ Αἰμίλιος Μάλ ἀναφέρει, ὅτι ἡ ἐκκλησία ἡ λεγόμενη Τρίλοβος καί οἱ τροῦλλοι τοῦ ἁγ. Ὠνωράτου, ἔχουν ὁμοιότητες μέ τίς ἐκκλησίες τῶν Αἰγυπτιακῶν μονῶν.
Κατά τήν περίοδο ἐκείνη τά γραπτά μνημεῖα εἶναι σπάνια. Παρά ταῦτα εἶναι γνωστό, ὅτι τό 470 στήν Κλερμόντ τῆς Ἀβέρνης, μέ εὐλογία τοῦ τοπικοῦ Ἐπισκόπου Ἀπολλυναρίου, ἕνας μοναχός πού ἔφθασε ἐκεῖ ἀπό τίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Εὐφράτη, ὁ Ὅσιος Ἀβραάμ, ἵδρυσε τήν Μονή τοῦ ἁγ. Μάρτυρος Κύρου τῆς Κιλικίας. Ἡ μονή αὐτή μέσα σέ λίγο χρονικό διάστημα ἀριθμοῦσε πολλούς μοναχούς καί ἔτσι ἡ τιμή πρός τόν Μάρτυρα Κῦρο ἐξαπλώθηκε σ’ ὁλόκληρη τήν Ἀβέρνη.
Ἡ Ἀνατολή παράλληλα ἦταν ἀδύνατον νά μήν προσελκύσει τό ἐνδιαφέρουν τῶν Ἐπισκόπων τῆς Γαλατίας. Ὁ Ἐπίσκοπος Τουρώνης Λικίνιος ἔμεινε στήν Ἀνατολή γιά μεγάλο διάστημα. Ὁ Ἐπίσκοπος Ὠξέρ ἅγ. Ἀματέρ ἐπισκέφθηκε τήν Ἀντιόχεια. Ὁ Ἐπίσκοπος Λυών ἅγ. Δίκαιος ἐγκατέλειψε τήν Ἐπισκοπή του καί πῆγε νά ζήσει μαζί μέ τούς μοναχούς τῆς Αἰγύπτου.
Ἡ Χριστιανική εὐσέβεια ἀποδίδει ἀρχικά τήν ἁρμόζουσα τιμή στούς Μάρτυρες. Ὅσοι ἔχυσαν τό αἷμα τους ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ, ἔτυχαν τοῦ στεφάνου τῆς νίκης κατά τοῦ διαβόλου. Ὅμως ἀμέσως μετά τούς Μάρτυρες καί οἱ Ὅσιοι ἀξιώθηκαν τῆς ἴδιας τιμῆς. Οἱ μοναχοί θριάμβευσαν στόν κόσμο, διότι ἡ ζωή τους στήν ἔρημο ἦταν ὄντως ἀγγελική. Γιά τόν λόγο αὐτό συχνά Γαλάτες καί Ρωμαῖοι Χριστιανοί, ἐπιχειροῦσαν μεγάλα ταξείδια μέχρι καί τήν Αἴγυπτο, γιά νά ζήσουν καί νά θαυμάσουν ἔστω καί γιά λίγες ἡμέρες τόν πνευματικό πλοῦτο τῶν ἀσκητῶν. Ὑπάρχει ἕνα σχετικό τεκμήριο τοῦ 4ου αἰ., τό Ὁδοιπορικό τῆς Αἰθερίας ἀπό τήν Ἰσπανία. Ἐκεῖ περιγράφεται τό προσκύνημά της στήν Ἀνατολή (στήν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας γιά νά πρσκυνήσει τόν τάφο τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ, στήν Ἁγία Γῆ τῆς Παλαιστίνης καί σ’ ὁλόκληρη τήν Μικρά Ἀσία).
Κατά τόν 7ο αἰ. ἡ Βυζαντινή ἐπίδραση στήν Γαλατία καί στήν Δύση γενικώτερα ἦταν πολύ μεγάλη. Ἡ θρησκευτική τέχνη ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπό τήν Ἀνατολή (ἀρχιτεκτονική, ψηφιδωτά, διακοσμήσεις ναῶν, εἰκόνες, τοιχογραφίες). Σταδιακά τά κλασσικά πρότυπα ἐγκαταλείπονται καί ὁ Λατινικός κόσμος χάνει τήν γοητεία του. Ἡ Ρώμη εἶναι μία ἐπαρχιακή πόλη πού ἐξαρτᾶται ἀπό τόν Αὐτοκράτορα πού μένει στήν ΚΠολη (στήν Νέα Ρώμη μετά τήν Β’ Οἰκουμενική Σύνοδο τοῦ 381). Ὁ ἐκπρόσωπος - Ἔξαρχος τοῦ Αὐτοκράτορα στήν Δύση μένει στή Βυζαντινή Ραβέννα.
Τήν ἐποχή ἐκείνη ἡ Ρωμαϊκή Ἐκκλησία ἐξελληνίζεται. Κατά τό πρῶτο μισό τοῦ 7ου αἰ. οἱ Πάπες εἶναι Ἕλληνες ἤ Σύριοι στήν καταγωγή. Στό ἑορτολόγιο εἰσάγονται ἑορταῖς πού διαμορφώθηκαν στήν Ἀνατολή (ὅπως ἡ Κοίμησις τῆς Παναγίας). Τέλος κτίζονται ναοί πρός τιμήν ἀνατολικῶν Ἁγίων, ὅπως τοῦ ἁγ. Μεγαλομ. Γεωργίου, τῶν ἁγ. Θεοδώρων καί τοῦ ἁγ. Μηνᾶ τοῦ Αἰγυπτίου.
Συγχρόνως πολλοί μοναχοί ἀπό τά μοναστικά κέντρα τῆς Ἀνατολῆς ἐγκαθίστανται στήν Ρώμη καί ἰδρύουν μονές. Ἡ κίνηση αὐτή γίνεται περισσότερο αἰσθητή μετά τήν Ἀραβική κατάκτηση τοῦ 7ου αἰ., διότι οἱ μοναχοί ὑποχρεώθηκαν ἀπό τά πράγματα νά ἐγκαταλείψουν τίς χώρες καταγωγῆς τους (τήν Παλαιστίνη, τήν Συρία, τήν Μεσοποταμία καί τήν Αἴγυπτο). Ἔτσι ἡ Ρώμη σταδιακά ἀλλάζει ὄψη καί οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Γαλατίας πού τήν ἐπισκέπτονται κατά τόν 6ο καί 7ο αἰ., συναντοῦν μέσα στήν ἀρχαῖα πρωτεύουσα τοῦ κόσμου τήν Ἀνατολή.
Ὁ Ἀπόστολος τῶν Παρισίων ἅγ. Διονύσιος εἶναι ὁμοϊδεάτης τοῦ ἁγ. Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, μαθητοῦ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἡ Ἐκκλησία τῶν Παρισίων συνδέθηκε ἀπ’ ἀρχῆς μέ τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, καθώς καί τόν Ἑλληνοχριστιανικό Πολιτισμό. Ὁ ἅγ. Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης εἶναι μία παράδοσις καί μία σχολή στήν ὁποία μαθήτευσε χωρίς ἀμφιβολία ὁ ὁμώνυμός του Μάρτυρας τοῦ 3ου αἰ. ἅγ. Διονύσιος τῶν Παρισίων, ὁ ὁποῖος εἶναι Ἕλληνας στήν καταγωγή, ὅπως μαρτυρεῖ τό ὄνομά του. Μία λαϊκή παράδοσις δέχεται, ὅτι μπῆκε στό Παρίσι ἀπό τήν Ρωμαϊκή ὁδό τοῦ ἁγ. Ἰακώβου ἡ ὁποία ὁδηγοῦσε στήν Ὀρλεάνη, μία πόλη πού εἶναι ἀπολύτως βέβαιο πώς φιλοξενοῦσε μία ἀξιόλογη Ἑλληνική παροικία.
Ἕνας περισσότερο γνωστός Ἅγιος, ὁ Καίσαρας τῆς Ἀρελάτης (502 – 542), στό ἔργο του «Περί τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος» μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι τήν Ἐκκλησία τῆς Ἀρελάτης ἵδρυσε ὁ μαθητής τῶν Ἀποστόλων ἅγ. Τρόφιμος, τῆς Ναρμπόν ὁ ἅγ. Παῦλος, τῆς Τουλούζης ὁ ἅγ. Σατουρνῖνος καί τῆς Βιζόν ὁ ἅγ. Δάφνιος. Χάρις σ’ αὐτούς τούς μαθητές τῶν Ἀποστόλων, ἱδρύθηκαν Ἐκκλησίες σ’ ὁλόκληρη τήν Γαλατία.
Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι οἱ πιστοί τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν ἦσαν τόσο κατηρτισμένοι στά θέματα τῆς Πίστεως, ὥστε ποτέ οἱ ἐχθροί τῆς ἀληθείας δέν ἐπιβλήθηκαν σ’ αὐτούς. Ἄξιο μνείας εἶναι τό γεγονός, ὅτι στήν ἐποχή τοῦ Ἐπισκόπου Καίσαρος οἱ Ἀρειανοί πού ἦσαν παντοδύναμοι σ’ ὅλη τήν Χριστιανωσύνη, δέν βρῆκαν ἔδαφος γιά νά ἀναπτυχθοῦν στήν Γαλατία.
Ἀντάξιοι μέ τούς προηγουμένους ἱεραποστόλους εἶναι καί οἱ ἱδρυτές τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς νοτίου Γαλατίας. Πιθανολογεῖται, ὅτι ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος πέρασε ἀπό τήν Ναρμπονέζ, στήν πορεία του πρός τήν Ἰσπανία. Μετά τήν ἐπίσκεψή του αὐτή ἔμειναν πίσω οἱ μαθηταί του Τρόφιμος τῆς Ἀρελάτης καί Παῦλος τῆς Ναρμπόν.
Σύμφωνα μέ μία λαϊκή παράδοση ὁ ἅγ. Τρόφιμος τῆς Ἀρελάτης εἶναι ὁ μνημονευόμενος στίς Πράξεις (21, 29) καί στήν Β’ πρός Τιμόθεο Ἐπιστολή τοῦ ἀπ. Παύλου Ἀπόστολος ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα καί ὁ ἅγ. Παῦλος τῆς Ναρμπόν εἶναι ὁ Ἀνθύπατος τῆς Κύπρου Σέργιος Παῦλος (Πράξ. Κεφ. 23). Αὐτός ὁ τελευταῖος ἦταν πρόσωπο ἐξαιρετικά σεβαστό καί οἱ πιστοί τόν ἀποκαλοῦσαν Παῦλο τῆς Ναρμπόν, γιά νά τόν διακρίνουν ἀπό τόν διδάσκαλό του Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν Παῦλο.
Ἡ Ναρμπονέζ καί ἡ Μασσαλία, πόλεις δεκτικές τῶν Ἀνατολικῶν ἐπιδράσεων, δέν ἦταν δυνατόν νά περιμένουν 200 χρόνια γιά νά εὐαγγελισθοῦν. Ἤδη ἀπό τά τέλη τοῦ 1ου μ. Χ. αἰ. Χριστιανοί ἱεραπόστολοι διείσδυσαν στίς περιοχές τους. Ὁ ἐκκλησιαστικός Ἱστορικός Εὐσέβειος Καισαρείας (+ 339), συντάκτης τῆς πρώτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, φαίνεται πώς δέν διαθέτει πολλά στοιχεῖα γιά τό θέμα αὐτό, ἐλπίζουμε ὅμως ὅτι οἱ ἀνασκαφές καί οἱ ἀρχαιολογικές ἔρευνες θά φωτίσουν κάποτε τίς ἀρχές τῆς ἱστορίας τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Γαλατῶν.
Στήν Δυτική Ἐκκλησία ἡ ζῶσα παράδοσις ἐξαφανίσθηκε δυστυχῶς πρός ὄφελος τῆς λεγομένης ἱστορικῆς κριτικῆς, ἡ ὁποία δῆθεν προάγει τήν ἀλήθεια. Πολλές φορές ὅμως αὐτό συνιστᾶ πλάνη, διότι οἱ σοφοί τῆς σήμερον διατυπώνουν θεωρίες τίς ὁποίες μελετοῦν. Οἱ δέ ἀναγνώστες παρακινούμενοι ἀπό πανεπιστημιακούς τίτλους καί μεγάλα ὀνόματα, θεωροῦν τίς θεωρίες αὐτές σημαντικές καί ἀλάνθαστες. Ὅμως τό φῶς τό ἀνθρώπινο εἶναι σχετικό, μόνον οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ζῶσα παράδοσις, στοιχεῖα οὐράνια, μποροῦν νά προσφέρουν τήν ἱστορική ἀλήθεια.
Ἀπό καταγωγῆς ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἡ μοναδική ὁδός σωτηρίας, ἡ ὁποία ἀντιτίθεται πρός τίς θρησκευτικές δοξασίες πού παρήλασαν ἀπό τήν Γαλατία. Κατά τόν 3ο μ. Χ. αἰ. ἡ εἰδωλολατρεία ψυχομαχεῖ, μετά τά ἰσχυρά κτυπήματα πού δέχθηκε ἀπό τήν ἐμφάνιση καί τήν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἰδίως γιά τούς τελευταίους ὁπαδού της εἶναι δρᾶμα φοβερό νά βλέπουν τούς ναούς τους κατεστραμμένους, τά μνημεῖα τῶν θεῶν τους ριμαγμένα καί τά ἱερά δένδρα ξεριζωμένα. Στίς διασταυρώσεις τῶν δρόμων ὑψώνεται τώρα ὁ Σταυρός, τό σύμβολο τῆς νίκης. Γιά τούς Χριστιανούς τά μνημεῖα τῶν εἰδωλολατρῶν καί τά ἱερά τους εἶναι ἔργα τοῦ διαβόλου. Ὅταν, λοιπόν, οἱ κήρυκες τῆς Χριστιανικῆς ἀληθείας ἱεραπόστολοι ἔκτιζαν μία ἐκκλησία, ἔβαζαν τά κατεστραμμένα ἀγάλματα τῶν θεῶν κάτω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα, σάν σημεῖο νίκης καί θριάμβου. Ὁ Σουλπίκιος Σεβῆρος ἀναφέρει, ὅτι ὁ Σατανᾶς παρουσιάζοταν συχνά στόν ἅγ. Μαρτῖνο τῆς Τουρώνης μέ τό πρόσωπο τοῦ Δία, τοῦ Ἑρμῆ ἤ τῆς Ἀφροδίτης! Γιά τούς πρώτους Χριστιανούς οἱ εἰδωλολατρικοί θεοί δέν ἦσαν σύμβολα ἤ δυνάμεις ἀφηρημένες, ἀλλά ζωντανές σατανικές ὀντότητες, οἱ ὁποῖες ἔπρεπε νά νικηθοῦν ὄχι μόνον μέ τήν προσευχή, ἀλλά καί μέ τήν ἀπαγόρευση τῆς λατρείας τους πού δημιουργοῦσε δεσμό μεταξύ αὐτῶν καί τῶν ἀνθρώπων.
Στό σημεῖο αὐτό θά ἦταν μεγάλη παράλειψη νά μήν μνημνεύσουμε τίς Ρωμαϊκές λεγεώνες, οἱ ὁποῖες εἶχαν συσταθεῖ ἀπό στρατιώτες ξένους, ἀνάμεσα στούς ὁποίους ὑπῆρχε καί μεγάλος ἀριθμός νεοφωτίστων Χριστιανῶν ἀπό τίς ἀνατολικές ἐπαρχίες. Ἄξια ἀναφορᾶς εἶναι ἡ θυσία τῆς Λεγεώνος τῆς Θηβαϊδος, ἡ ὁποία κάτω ἀπό τήν ἡγεσία τοῦ διοικητοῦ της ἁγ. Μαυρικίου ἀρνήθηκε νά ἀκολουθήσει τήν ἀντιχριστιανική γραμμή τοῦ Ρωμαίου Αὐτοκράτορα καί προτίμησαν ὅλοι νά φονευθοῦν, παρά νά πολεμήσουν κατά ἀδελφῶν.
Ἀπό τά προηγούμενα συμπεραίνεται, ὅτι ἡ δυτική αὐτή γῆ τῆς Γαλατίας, εὐαγγελίσθηκε ἀρχικά ἀπό τήν Ἀνατολή. Δέν εἶναι λοιπόν σήμερα καθόλου παράξενο νά παίζει ἡ Ὀρθοδοξία ρόλο οὐσιαστικό στή στροφή τῆς Γαλλίας πρός τίς πηγές τοῦ φωτός καί τῆς χάριτος. Πολύ συχνά ἡ Ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται μέσα στόν χρόνο, γι’ αὐτό ἡ Ἀνατολική Ἐκκλησία μπορεῖ σήμερα νά ἐπανευαγγελίσει τήν Δύση πού ἔχει χάσει τόν προσανατολισμό της. Ἡ Ἀνατολή ὀφείλει νά δείξει στήν Δύση τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο ἐκπρορεύεται ἀπό τό Ὄρος Θαβώρ καί τό ὁποῖο μέ τήν χάρη τῆς Πεντηκοστῆς διατήρησε σάν κόρη ὀφθαλμοῦ διά μέσου τῶν αἰώνων.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου