Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Ο ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΕΠ. ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ
ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου

Βελτιωμένο κείμενο λειτουργικοῦ κηρύγματος τό ὁποῖο ἐκφωνήθηκε κατά τήν Θεία Λειτουργία «ἐπί τῆ μνήμῃ καί διακηρύξῃ τῆς ἁγιότητος τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Νεκταρίου ἐπ. Πενταπόλεως, τοῦ Θαυματουργοῦ», κατόπιν εὐλογίας καί παρουσίᾳ τοῦ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου (Ἱ. Ἡσυχαστήριο Παναγίας Παραμυθίας Πλάτωνος Ἀχαρνῶν, 9.11.2010).

Μέ τήν εὐκαιρία τῆς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγ. Νεκταρίου ἐπ. Πενταπόλεως τοῦ Θαυματουργοῦ ἀπό τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, διά τῆς ἀπό 26. 10. 2010 Ἀποφάσεως τοῦ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου, ἀκούσθηκε «λόγος καί ἀντίλογος» ἀπό κάποιες πλευρές, ἐκτός Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Λ.χ. ὁ κ. Βλάσιος Σαββίδης, Καθηγητής Ἀμερικανικοῦ Πανεπιστημίου, διατύπωσε στό Διαδύκτιο τήν θέση, ὅτι «ἐπί πνευματικῶν προσωπικοτήτων τοῦ μεγέθους καί τῆς ἐμβελείας τοῦ ἁγ. Νεκταρίου, τέτοιες ἀποφάσεις εἶναι περιττές (καί) ἡ σχετική ἀπόφασις τοῦ Μητροπ. Κηρύκου θά μποροῦσε νά ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν μόνον ὡς μία ἐπιπρόσθετως μαρτυρία τῆς ἁγιότητός του». Ὁ δέ ἀρχιμ. κ. Νεκτάριος Μ. (νεοημ. Μητροπόλεως τοῦ Λεκανοπεδίου), διετύπωσε τήν θέση, ὅτι «ἡ ἀπόφασις τοῦ Μητροπ. Κηρύκου ἔρχεται «κατόπιν ἑορτῆς», ἐφ’ ὅσον ὁ ἅγ. Νεκτάριος – 90 χρόνια μετά τήν κοίμησή του – εἶναι οἰκουμενικά γνωστός ἀπό τήν Σιβηρία μέχρι τήν Νότια Ἀφρική καί ἀπό τήν Αὐστραλία μέχρι τήν Ἀλάσκα καί τιμᾶται «ὑπό πάντων», ἀνεξαρτήτως τοποθετήσεως».
Γιά νά τοποθετηθοῦμε ἐπί τῶν προηγουμένων, θά πρέπει νά λάβουμε ὑπ’ ὄψη τρεῖς σημαντικές παραμέτρους τοῦ θέματος:
Α. Ἀποφάσεις Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς γιά τήν διακήρυξη τῆς ἁγιότητος νέων Ἁγίων.
Β. Ἐπιθέσεις κατά τοῦ προσώπου τοῦ ἁγ. Νεκταρίου, ὄχι μόνον ὡς Ἁγίου, ἀλλά καί ὡς Ὀρθοδόξου.
Γ. Ἡ θέσις τοῦ ἁγ. Νεκταρίου στήν συνείδηση τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Εἰδικώτερα:

Α. Ἀποφάσεις Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς γιά τήν διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τῶν νέων Ἁγίων.
Εἶναι κοινή ἡ ὁμολογία, ὅτι ὁ ἅγ. Νεκτάριος ὁ Θαυματουργός, Μητροπολίτης Πενταπόλεως, ὁ ἐν Αἰγίνῃ (+ 1920), ἀποτελεῖ ἀναμφιβόλως μία τῶν μεγάλων Πατερικῶν μορφῶν τῆς Ἐκκλησίας διαχρονικῶς. Τό ἔργο του τόν κατατάσσει μεταξύ τῶν μεγάλων Πατέρων καί ἡ μαρτυρουμένη ὑπό τοῦ Θεοῦ διά γνησίων σημείων καί θαυμάτων ἁγιότητά του, τόν κατατάσσει μεταξύ τῶν μεγάλων Ἁγίων.
Ὅμως, ὄχι μόνο στήν περίπτωση τοῦ ἁγ. Νεκταρίου, ἀλλά καί σέ ὅλες τίς ἄλλες περιπτώσεις νέων Ἁγίων, ΔΕΝ εἶναι ἀπαραίτητες Συνοδικές ἀποφάσεις διακηρύξεως ἁγιότητος, διότι τέτοιες ἀποφάσεις Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς (Ἐπισκόπου ἤ Συνόδου), περί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος ἑνός ἀποθανόντος μέλους τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι κάτι σχετικά νέο στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.
Κατά τήν πρώτη Χριστιανική Χιλιετία ἡ πρός τούς Μάρτυρες (ἀρχικά) καί τούς λοιπούς Ἁγίους (στή συνέχεια) τιμή τῆς Ἐκκλησίας, ἄρχιζε ἤδη ἀπό τούς συγχρόνους τους, οἱ ὁποῖοι «πρίν ἤ ἐκεῖνοι τελειωθῶσιν», τούς ἀπένειμαν τιμή καί σεβασμό. Αὐτή ἡ διαπίστωση – διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τῶν Μαρτύρων κ.λ.π. Ἁγίων, ἦταν ἀπό τήν ἀρχή αὐθόρμητη καί δέν ὑπῆρχε καμμία - ἔστω τυπική – μορφή ἀναγνωρίσεως, δηλαδή ἐγκρίσεως ἤ ἀποφάσεως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, τοπικῆς (Ἐπισκόπου) ἤ εὑρύτερης (Συνόδου). Ἐγίνετο ἁπλᾶ μέ τήν ἀποδοχή τοῦ νέου Ἁγίου ἀπό τό σῶμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τόν Κλῆρο - δηλαδή – καί τόν λαό, τούς ποιμένες καί τούς ποιμενομένους. Κάποιες πρωτοβουλίες μάλιστα Ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχῶν γιά τήν ἀποδοχή νέου Ἁγίου, χωρίς τήν συμμαρτυρία τῆς συννειδήσεως τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἔμειναν τελικῶς ἀνενέργητες καί δέν ἔγιναν ἀποδεκτές.
Γράφει σχετικά ὁ Καθηγητής Ἀμ. Ἀλιβιζάτος: «Ἡ καθαρῶς δημοκρατική ἀντίληψις ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ, περί ἴσων ἐν τῶ ἐκκλησιαστικῶ ὀργανισμῶ δικαιωμάτων τῶν Κληρικῶν καί τῶν λαϊκῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀναγνωριζομένης τοῖς Κληρικοῖς Jure Divino – Θείῳ Δικαίῳ κυβερνητικῆς αὐτῶν θέσεως, καταδεικνύει καί καθορίζει τήν ἐν τῶ ἐξεταζομένῳ ζητήματι θέσιν καί συμμετοχήν ἀμφοτέρων τῶν στοιχείων αὐτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ, ἄνεϋ πολλῆς δυσπιστίας ἤ οἱασδήποτε ἀμφισβητήσεως» (Ἀμ. Ἀλιβιζάτου, «Ἡ ἀναγνώρισις τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», σελ. 21).
«Σύσσωμος ἡ Ἐκκλησία – συνεχίζει – κλῆρος καί λαός, ἐν ἀδιασπάστῳ ὁμοφωνίᾳ καί ἄνευ τυπικῶν καί ὀργανωτικῶν πράξεων, ἀνεγνώριζον τήν ἁγιότητα τῶν τιμωμένων, ἡ δέ πάνδημος αὕτη ἀναγνώρισις ἀπετέλει οἱονεί καί τήν ἐπικυρωτικήν καί καθιερωτικήν πρᾶξιν τῆς τῶν Μαρτύρων καί Ἁγίων ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἀναγνωρίσεως» (αὐτ. σελ. 36. Πρβλ. σχετικά: Χρυσ. Παπαδοπούλου, «Περί τῆς ἀνακηρύξεως τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Περιοδικό «Ἐκκλησία», ΙΒ/1934, σελ. 331 – 335. Μητροπ. Δέρκων Κωνσταντίνου Χαρισιάδου, «Ἡ ἀναγνώρισις Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, κατά τήν τάξιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου», στήν «Ἐπιστημονική παρουσία Ἑστίας Θεολόγων Χάλκης», τ. 1/1987, σελ. 225 – 241. Μητροπ. Σερρῶν Κωνσταντίνου, «Περί ἀναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Περιοδικό «Θεολογία», τ. 27/1956, σελ. 609 – 615).
Ὁ τρόπος αὐτός τῆς αὐθορμήτου ἀναγνωρίσεως ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, συνεχίσθηκε ἀναλλοίωτος καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς πρώτης Χριστιανικῆς χιλιετίας, ἀλλά καί κατά τήν δεύτερη. Ὁ Μανουήλ Γεδεών ὁμολογεῖ, ὅτι «κατέττατεν εἰς τόν χορόν τῶν Ἁγίων πάντοτε ὁ λαός: Οἱ κάτοικοι πόλεως, ἐπαρχίας ἤ χωρίου ἤ μοναστηρίου, τόν ὑπ’ αὐτῶν κρινόμενον τοιοῦτον» (Μ. Γεδεών, «Ἁγιοποιήσεις», σελ. 120). Ἀκόμη καί στίς περιπτώσεις ἐκεῖνες πού κάποια διακήρυξη ἁγιότητος, γιά λόγους ἄλλους κατά περίπτωση, ἔφθανε νά ἀπασχολήσει τήν Ἐκκλησιαστική Ἀρχή, ὁ τελικά δικαιομένος ἦταν ὁ λαός. Κατά τόν Καθηγητή Στυλ. Παπαδόπουλο, «ἡ Σύνοδος διακηρύσσοντας τήν ἁγιότητα, δέν ἀποφασίζει – κρίνει τήν ἁγιότητα. Ἡ πράξη διακηρύξεως σημαίνει ἐδῶ πανηγυρική διακοίνωση γεγονότος ἤδη ἐμφανοῦς καί ἀποδεκτοῦ ἀπό μικρό ἤ μεγάλο ἀριθμό ἀξιοπίστων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας» (Στυλ. Παπαδοπούλου, «Διαπίστωσις καί Διακήρυξις τῆς Ἁγιότητος τῶν Ἁγίων», Ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος», φ. 843, σελ. 1 καί 4).
Αὐτή ἡ πρακτική διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος, χωρίς – δηλαδή - ἀπόφαση Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἴσχυσε καί κατά τό πρῶτο μισό τῆς β΄ μ. Χ. χιλιετίας. Εἶναι χαρακτηριστικό τό παράδειγμα τῆς τιμῆς τοῦ ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου πρός τόν Γέροντά του ὅσ. Συμεών τόν Εὐλαβῆ, γιά τήν ὁποία ὁ πρῶτος ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου τῆς ΚΠόλεως, ἡ ὁποία ὅμως «οὐδέν ἐψηφίσατο κατά τῆς αἰωνοβιότου συνηθείας τοῦ πανηγυρίζειν ἑκάστην μονήν τήν μνήμην ὡς ἄν γινώσκωσι μοναχῶν ἐπ’ αὐστηρότητι βίου καί ἐπ’ εὐσεβείᾳ» (Μανουήλ Γεδεών αὐτ. σελ. 121).
Παρόμοιο εἶναι καί τό παράδειγμα τῆς τιμῆς πρός τόν ἅγ. Συμεών τόν Νέο Θεολόγο. Ὁ ὅσ. Νικήτας ὁ Στηθάτος, ἀμέσως μετά τήν κοίμησι τοῦ ὁσ. Συμεών, ἔγραψε βιογραφικό ἐγκώμιο πρός τιμήν του καί συνέθεσε Ἀκολουθία, τήν ὁποία ἔψαλλε ἐπί τοῦ τάφου του. Σημειώνεται, ὅτι ἐκτός ἀπό τήν Μονή τοῦ ἁγ. Μάμμαντος ΚΠόλεως (ὅπου εἶχε διατελέσει Ἡγούμενος ὁ ὅσ. Συμεών) καί ἄλλες μονές εἶχαν εἰσαγάγει τήν μνήμη του στή λατρευτική τους καθημερινότητα (ὅπως ἐκείνη τῶν Ἰωάννου καί Φιλοθέου ΚΠόλεως), χωρίς νά ἔχει προηγηθεῖ ἤ νά θεωρεῖται ἀπαραίτητη ἡ σχετική ἀπόφασις Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς.
Ἕνα ἀκόμη σχετικό παράδειγμα ἀποτελοῦν ὅσα εἶπε ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγ. Φιλόθεος ὁ Κόκκινος ἐνώπιον τῆς κατά Κυδώνη Συνόδου, περί τῆς τιμῆς τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἕξι μόλις χρόνια μετά τήν κοίμηση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ὁ Πατριάρχης Φιλόθεος ὁμολογεῖ τά ἀκόλουθα:
«Διά τοῦτο καί ἐγώ (ἐνν. γιά τήν ὅλη βιοτή τοῦ Γρηγορίου), ἐν τῶ μοναστηρίῳ τοῦ Ἀκαταλήπτου καθήμενος καί ἰδιάζων, περιφανῆ τινά καί μεγάλην ἑορτήν ἐπετέλουν τῶ Ἁγίῳ τούτῳ… Ἐπεί οἱ Λαυριῶται ἔγραψαν καί ἀνέφερον ἡμῶν περί τούτου, ἔγραψα πρός ἐκείνους ἵνα πᾶς ὁ βουλόμενος ἑορτάζη τοῦτον κατ’ ἰδίαν… Ἐν τῆ Μεγάλῃ δέ Ἐκκλησίᾳ οὐκ ἐποιοῦμεν τοῦτο καί καθόλου ταῖς λοιπαῖς ἐκκλησίαις πανταχοῦ, ὅτι οὔπω περί τούτου τῆ Ἱερᾶ Συνόδῳ ἐκοινωνησάμην» (Μανουήλ Γεδεών αὐτ. σελ. 122).
Ὁ ἴδιος Πατριάρχης ἅγ. Φιλόθεος ἀναφέρει τό παράδειγμα τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου Πατριάρχου ΚΠόλεως, τόν ὁποῖο ὁ Θεός «ἐδόξασε διά τῶν θαυμάτων καί μήπω τῆς Ἐκκλησίας ἀναστηλωσάσης αὐτόν, ἑορτήν ἐπετέλουν περιφανῆ οἱ τοῦ μοναστηρίου αὐτοῦ μοναχοί καί τήν ἱεράν αὐτοῦ εἰκόνα ἔφερον ἐν τῆ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας» (Μανουήλ Γεδεών αὐτ. σελ. 122).
Ἡ πρώτη χρονολογικά διακήρυξις ἁγιότητος ἁγίου μέ ἀπόφαση Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς εἶναι ἐκείνη τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ , ἡ ὁποία ἔγινε ἐπί πατριαρχείας τοῦ μαθητοῦ του ἁγ. Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου (1354 – 1355, 1364 – 1376). Γιά ποιό ὅμως λόγο ὁ ἅγ. Φιλόθεος, ἐνῶ τιμᾶ ὡς Ἅγιο τόν διδασκαλό του καί διδάσκαλο ὅλης τῆς Ἐκκλησίας ἅγ. Γρηγόριο, εἰσάγει στήν ἐκκλησιαστική πρακτική τήν δι’ ἀποφάσεως Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς διακήρυξη ἁγιότητος; Γιά νά «κοινωνήση» (λάβει γνώσιν δηλαδή) ἡ Σύνοδος, ὥστε γιά νά ἐξέλθει ἡ μνήμη τοῦ νέου Ἁγίου τῶν στενῶν γεωγραφικῶν καί διοικητικῶν ὁρίων τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἐντός τῶν κόλπων τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκε, γιά νά γίνει γνωστός σέ ὅλη τήν Ἐκκλησία καί γιά νά τιμᾶται ἀπ’ ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως τόπου, φυλῆς καί γλώσσας.
Κατά τά προηγούμενα, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή «προβαίνει στήν διακήρυξη, ὄχι γιά νά ἀποκτήσει ἐγκυρότητα ὁ Ἅγιος, ἀλλά γιά νά πληροφορηθεῖ εὑρύτερα τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας… Τό Πατριαρχεῖο ἐπενέβαινε… ὄχι γιά νά ἐγκρίνει, ἀλλά γιά νά διευρύνει τόν ἑορτασμό τῆς μνήμη του, πού ἤδη γίνοταν» (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ., φ. 843, σελ. 1).

Β. Ἐπιθέσεις κατά τοῦ προσώπου τοῦ ἁγ. Νεκταρίου, ὄχι μόνον ὡς Ἁγίου, ἀλλά καί ὡς Ὀρθοδόξου.
Κατά τήν δεκαετία τοῦ ‘ 70 ὁ ἅγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως καταγγέλθηκε ὡς «μέγας διαβλητής τῆς Εὐαγγελικῆς θεοπνευστίας», εἰκονομάχος, Λατινόφρων, κ.λ.π. ἀπό τήν Μοναχή Μαγδαληνή, Ἡγουμένη τοῦ Ἡσυχαστηρίου Ἀναλήψεως Κοζάνης, ὑπογαμένου στήν δικαιοδοσία τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου Αὐξεντίου, τῆς Φλωρινικῆς Παλαιοημερολογιτικῆς Παρατάξεως. Ἡ ἐν λόγῳ μοναχή μέ βιβλία καί δημοσιεύματά της, προκάλεσε δεινό σκανδαλισμό τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ (Νεοημερολογιτῶν καί Παλαιοημερολογιτῶν), μέ ἀποτέλεσμα νά ἀφοριστεῖ ἀπό τήν Νεοημ. Ἐκκλησία τό 1976, ἐπί Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ, ἀλλά καί νά καταδικαστεῖ ἀπό τήν Παλαιοημερολογιτική ὁμάδα τῶν Καλλιστικῶν, τό 1979. Εἰδικώτερα, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν Νεοημ. Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος:
Τήν 15. 3. 1976 ὁ Μητροπ. Ὕδρας Ἱερόθεος, μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 624/330α ἔγγραφό του πρός τήν περί τόν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ «Ἁγίαν καί Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», κατήγγειλε τήν Μοναχή Μαγδαληνή τῆς Κοζάνης καί ζήτησε τήν «λῆψιν τῶν κατ’ αὐτῆς προβλεπομένων μέτρων, ὡς δεινῶς σκανδαλίσασαν τάς συνειδήσεις τῶν πιστῶν, κατόπιν τῆς ὑπ’ αὐτῆς γενομένης παραφόρου ἐξυβρίσεως καί κατασυκοφαντήσεως ἁγίου ἀνδρός… Ἡ διαληφθεῖσα Μοναχή… ἔθεσεν ἐπ’ ἐσχάτων εἰς κυκλοφορίαν νεώτερον βιβλίον (διά τοῦ ὁποίου)… διαστρέφει τήν διδασκαλίαν καί διδαχήν τοῦ Ἁγίου Πατρός ἡμῶν Νεκταρίου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως (καί) καθάπτεται κατά τρόπον Ἐωσφορικόν τῆς ἱερᾶς βιοτῆς τοῦ θαυματουργοῦ Πατρός, ὅν δαιμονικῶς καθυβρίζει…» (Ἰ. Μ. Χατζηφώτη, «Ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Νεκτάριος Ἐπίσκοπος Πενταπόλεως ὁ Θαυματουργός», σελ. 63 - 64).
Τελικά τήν 25. 6. 1976 ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος τῆς Νεοημ. Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀφόρισε τήν μ. Μαγδαληνή, «διά τάς κατά τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Νεκταρίου τοῦ Θαυματουργοῦ βλασφημίας» (βλ. τό πλήρες κείμενο τοῦ Ἀφορισμοῦ αὐτ. σελ. 66 – 73).
Ἡ κατά τοῦ ἁγ. Νεκταρίου ὅμως πολεμική τῆς μ. Μαγδαληνῆς εἶχε καί θετικά ἀποτελέσματα. Ὑποχρεώσε πολλούς ἐγκρίτους τῶν θεολογικῶν πραγμάτων νά ἀπαντήσουν στίς κατηγορίες της (ἀρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος, μ. Θεόκλητος Διονυσιάτης, μ. Θεοδώρητος Μαῦρος, Ἰω. Χατζηφώτης, Διονύσιος Μπατιστάτος, κ.ἄ.) καί νά προβληθεῖ ἔτσι τό μεγάλης σημασίας συγγραφικό ἔργο τοῦ ἁγ. Νεκταρίου.
Ὡς πρός τά ἐλατήρια τῆς κατά τοῦ ἁγ. Νεκταρίου πολεμικῆς τῆς μ. Μαγδαληνῆς, δέν συμμεριζόμεθα τήν ἄποψη, ὅτι «ὁ βαθύτερος λόγος τῶν ἐπιθέσεων τῆς θλιβερᾶς Μαγδαληνῆς κατά τοῦ ἁγ. Νεκταρίου, εἶναι τό γεγονός ὅτι ἀνεκηρύχθη οὗτος ὑπό τῆς Νεοημερολογητικῆς, ὡς ἡ ἴδια τήν ἀποκαλεῖ, Ἐκκλησίας» (Ἰ. Χατζηφώτη αὐτ. σελ. 16), διότι ἄν αὐτό συνέβαινε, θά ἔπρεπε νά ἔχει ἐπιτεθεῖ καί κατά τῶν λοιπῶν Ἁγίων, ἡ ἁγιότητα τῶν ὁποίων διακηρύχθηκε ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μετά τό Νεοημ. Σχίσμα τοῦ 1924 καί μέχρι τότε, δηλαδή κατά τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ἐπισκόπου Ἄσσου (+ 1150, διακήρυξις τό 1936), τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου (+ 1809, 1955), τοῦ Ἱερομάρτυρος Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (+ 1779, 1961), τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ Παρίου (+ 1877, 1967), τῆς Ὁσίας Πελαγίας τῆς Τήνου (+ 1834, 1970) καί τοῦ Ὁσίου Ἀνθίμου τῆς Κεφαλληνίας (+ 1781, 1974).
Ἔχουμε τήν γνώμη, ὅτι ἡ πολεμική κατά τοῦ ἁγ. Νεκταρίου προέκυψε ἀπό τήν παχυλή άμάθεια τῆς μοναχῆς καί τήν ἐπιλεκτική παρερμηνεία τῶν ἔργων του, παρά τό γεγονός ὅτι στό Ἡσυχαστήριο τῆς Ἀναλήψεως ὑπῆρχε μεγάλη καί πολυδιαφημισμένη βιβλιοθήκη, τήν ὁποία μεταξύ ἄλλων προσωπικοτήτων εἶχε ἐκφράσει τήν ἐπιθυμία νά ἐπισκεφθεῖ καί ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας!
Σέ ὅτι ἀφορᾶ τήν ὁμάδα τῶν Καλλιστικῶν Παλαιοημερολογιτῶν, «εὐθύς ἅμα τῆ συγκροτήσει της», ἐξέδωκε τήν ὑπ’ ἀριθμ. 4/7. 3. 1979 Ἐγκύκλιο, «δι’ ἧς ἐνετέλλετο πρός τά πνευματικά της τέκνα τήν παράδοσιν τῶν βιβλίων τῆς ἁγιομάχου τέως μοναχῆς τῶ πυρί, ἀπήγγειλε ἐναντίον αὐτῆς κατηγορίαν ἐπί βλασφημία, σκνδαλισμῶ τῶν πιστῶν, ἱεροκατηγορίᾳ καί ἀντιποιήσει ἀνωτέρας Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς» (Ἰω. Χατζηφώτη αὐτ. σελ. 77 – 78).
Στήν συνέχεια, τήν 20. 3. 1979 ἡ μ. Μαγδαληνή κλήθηκε νά ἐμφανιστεῖ ἐνώπιον τοῦ Ἱερομ. Δαμασκηνοῦ Τσαπερλῆ πού εἶχε ὁρισθεῖ Ἀνακριτής ἐπί τῆς ὑποθέσεως καί ἐπειδή δέν ἐμφανίσθηκε παραπέμφθηκε στό Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο ἀπό τό ὁποῖο δικάσθηκε ἐρήμην καί καταδικάσθηκε σέ καθαίρεση καί ἔκπτωση ἀπό τῆς ἡγουμενικῆς της θέσεως, πέραν τῆς ποινῆς τῆς ἀκοινωνισίας πού τῆς ἐπιβλήθηκε. (Πρβλ. «Φύλακες Ὀρθοδοξίας», φ. 6, Αὐγ. 1979, σελ. 45 – 47).
Ἡ ἀδράνεια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Αὐξεντίου καί τοῦ Πειραιῶς Γεροντίου ἀπέναντι στήν ἁγιομαχία τῆς μοναχῆς Μαγδαληνῆς (σύμφωνα μέ ἰσχυρή φήμη λόγῳ τοῦ χρηματισμοῦ τους ἀπ’ αὐτήν, ἐφ’ ὅσον ἡ οἰκονομική ἐπιφάνεια τῆς Μονῆς Ἀναλήψεως ἦταν πολύ μεγάλη), χρησιμοποιήθηκε ἀπό τούς Καλλιστικούς σάν ἕνα ἐπιπρόσθετο ἐπιχείρημα τῆς ἀνεπαρκείας τῶν Αὐξεντίου – Γεροντίου νά ἀσκήσουν τήν διοίκηση τῆς ἑνωμένης μέχρι τότε Φλωρινικῆς Παρατάξεως. (Πρβλ. «Φύλακες Ὀρθοδοξίας» φ. 19/1980, σελ. 74).
Παράλληλα ἡ ἀδράνεια τῶν Αὐξεντίου – Γεροντίου ἐπέτρεψε τήν διάδοση τῶν ἁγιομαχικῶν ἰδεῶν τῆς μ. Μαγδαληνῆς στόν χώρο τους, μέ ἀποτέλεσμα ἕνας τῶν νεοχειροτονηθέντων Ἀρχιερέων τοῦ 1979, ὁ γέρων Ἐπίσκοπος Αἰγίνης Παΐσιος Φιλοκαλιώτης, νά συνταχθεῖ ἀνοικτά μέ τήν μοναχή καί νά συντελέσει στήν διεύρυνση τοῦ προβλήματος, χωρίς νά καταδικαστεῖ ποτέ ἀπό τήν Σύνοδο Αὐξεντίου – Γεροντίου.

Γ. Ἡ θέσις τοῦ ἁγ. Νεκταρίου στήν συνείδηση τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἡ θέσις τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σχετικά μέ τήν ἁγιότητα ἤ μή τοῦ Μητροπ. Πενταπόλεως Νεκταρίου, ἦταν ἀπ’ ἀρχῆς θετική. Εἶναι ἄξιο ἀναφορᾶς ἕνα «ἐν πολλοῖς» ἄγνωστο σχετικό περιστατικό, τό ὁποῖο περιλαμβάνεται στό τευχίδιο πού κυκλοφόρησε πρόσφατα μέ τόν τίτλο «Θαύματα καί Σημεῖα τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ματθαίου τοῦ Νέου Ὁμολογητοῦ, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος (+ 1950)», ἐκδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς καί συγγραφέα τόν γράφοντα.
Τό ἔτος 1920, ἔτος κοιμήσεως τοῦ Μητροπ. Πενταπόλεως Νεκταρίου, ἐπικράτησε προβληματισμός μεταξύ τῶν Πατέρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, σχετικά μέ τό ἄν ἦταν ἤ ὄχι Ἅγιος. Κάποιοι τότε πῆραν τήν πρωτοβουλία νά ἀπευθυνθοῦν σχετικά στόν μεγάλο Ἀθωνίτη Πνευματικό καί ἀσκητή, Λαυρεώτη Ἱερομόναχο Ματθαῖο Καρπαθάκη. Τοῦτο ἔγινε γιά δύο λόγους: Πρῶτον, διότι οἱ δύο ἄνδρες (Νεκτάριος καί Ματθαῖος), συνδέονταν μέ πνευματική φιλία. Ὁ Ἱερομ. Ματθαῖος εἶχε γνωρίσει προσωπικά τόν ἐπ. Νεκτάριο, ὅταν ὁ πρῶτος ἦταν Προϊστάμενος τοῦ Σιμωνοπετρίτικου Μετοχίου τῆς Ἀναλήψεως στόν Βύρωνα καί ὁ δεύτερος Διευθυντής τῆς Ριζαρείου Σχολῆς τῶν Ἀθηνῶν. Μάλιστα ὁ ἐπ. Νεκτάριος εἶχε χειροθετήσει τόν Ἱερομ. Ματθαῖο ἀρχιμανδρίτη καί τοῦ εἶχε χαρίσει ἕνα ἐπιγονάτιό του (σήμερα φυλάσσεται στό Δεσποτικό τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας). Καί δεύτερον διότι ὁ Ἱερομ. Ματθαῖος εἶχε φήμη διορατικοῦ καί προορατικοῦ Πνευματικοῦ Πατρός καί οἱ ἐρωτήσαντες Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἦσαν βέβαιοι, ὅτι θά λάμβαναν μέσῳ αὐτοῦ τήν κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ «ἄνωθεν» ἀπάντηση.
Ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος, ἀσκούμενος τότε στό ἐρημητήριο τοῦ ἁγ. Μῆνα, στό ἀκρωτήριο τῆς Βίγλας, ζήτησε ἀπό τούς Πατέρες νά προσευχηθοῦν καί ὁ ἴδιος κατά τήν συνήθειά του βγῆκε στήν ἔρημο γιά νά ζητήσει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, μέ τριήμερη νηστεία καί θερμή προσευχή. Ὅταν μετά τό τέλος τοῦ τριημέρου ἐπέστρεψε στό ἐρημητήριο, εἶπε μέ βεβαιότητα στούς παρισταμένους Πατέρες, «Ναί, ὁ Νεκτάριος εἶναι Ἅγιος», χωρίς ὅμως νά ἀποκαλύψει τί ἀκριβῶς τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό.
Ἡ ὁμολογία αὐτή τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ἀποτελεῖ οὐσιαστικά τήν πρώτη χρονολογικά διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγ. Νεκταρίου. Ἀμέσως μετά τήν «ἄνωθεν» αὐτή πληροφορία ὁ Ἅγιος Πατήρ ἔκειρε Μεγαλόσχημο τόν ὑποτακτικό του Μοναχό Συμεών καί τόν ὀνόμασε Νεκτάριο, πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Νεκταρίου. (Τό ἔτος 1952, κατά τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ μ. Νεκτάριος κλήθηκε νά βοηθήσει τόν Ἀγῶνα στόν κόσμο, δέχθηκε στήν Ἱερωσύνη καί χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος. Πρόκειται περί τοῦ ἁπλοῦ καί ἐναρέτου Ἐπισκόπου Βρεσθένης Ματθαίου Β’, + 1963).
Ἀργότερα ἀπό τόν ἴδιο Ἁγιορειτικό χῶρο προῆλθε καί ὁ ἐπαξίως φέρων τό ὄνομα τοῦ ἁγ. Νεκταρίου Πενταπόλεως ἀρχιμ. Νεκτάριος Τσίκουρας, ἐπί σειρά δεκαετιῶν ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ν. ἁγ. Μηνᾶ καί τῆς Ἱ. Μονῆς ἁγ. Σοφίας Καλύμνου.
Τόν σεβασμό πρός τό πρόσωπο τοῦ ἁγ. Νεκταρίου καί τήν τιμή του ὡς Ἁγίου, συνέχισε καί ὁ διάδοχος τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, Ἐπίσκοπος Πατρῶν (1948 – 1972) καί Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν (1972 – 2003) κυρός Ἀνδρέας (+ 2005), ὁ ὁποῖος ἐκτός ἄλλων ἔδωσε τό ὄνομα τοῦ ἁγ. Νεκταρίου στήν ἔπειτα Καθηγουμένη τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας Γερόντισσα Νεκταρία Καραγκούνη.
Στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ’80 καί ἐνῶ ὁ θόρυβος κατά τῆς ἁγιότητος, ἀλλά καί τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ ἁγ. Νεκταρίου ἀπό τήν πλευρά τῆς Μοναχῆς Μαγδαληνῆς τῆς Κοζάνης συγκλόνιζε τήν Ἑλλάδα καί κλόνιζε συνειδήσεις ἤδη ἀπό τήν προηγουμένη δεκαετία, δύο κληρικοί τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, οἱ Ἱερομόναχοι Παῦλος Καραγκούνης καί Καλλίνικος Σελληνιωτάκης, ἀνήγειραν ναούς πρός τιμήν καί μνήμην τοῦ ἁγ. Νεκταρίου. Ὁ π. Παῦλος - ἀδελφός τῆς Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ, τότε ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ν. Τιμίου Προδρόμου Ρούφ Ἀθηνῶν - ἀνήγειρε τό ἐσωτερικό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Νεκταρίου, στό Συνοδικό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς μετανοίας του. Καί ὁ π. Καλλίνικος - Ἀρχιερατικός Ἐπίτροπος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γ.Ο.Χ. Κρήτης μέχρι τό 1995 - ἀνήγειρε στήν γεννέτειρά του Μεγ. Βρύση Ἡρακλείου, τόν δισυπόστατο Ἱ. Ν. ἁγ. Τριῶν Ἱεραρχῶν καί ἁγ. Νεκταρίου, τόν ὁποῖο χρησιμοποιοῦσε ὡς κέντρο τῶν ἱεραποστολικῶν καί ποιμαντικῶν του δραστηριοτήτων στήν Κρήτη.
Ἀκόμη, ναοί πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Νεκταρίου λειτουργοῦν στήν Ἱερά Μητρόπολη Κένυας (ἐνοριακός, ὑπό τήν δικαιοδοσία τοῦ Σεβ. Μητροπ. Κένυας κ. Ματθαίου) καί στήν ἐνορία ἁγ. Κων/νου καί Ἑλένης Μπίρμινχαμ Ἀγγλίας (παρεκκλήσιο, ὑπό τήν δικαιοδοσία τοῦ Σεβ. Μητροπ. Κιτίου κ. Παρθενίου).
Κατά τήν δεκαετία τοῦ ’80 ἐπίσης, ὁ λόγιος Μοναχός Παῦλος ὁ Κύπριος, φιλοπόνησε Ἀκολουθία πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Νεκταρίου (ἡ ὁποία παραμένει ἀνέκδοτος).
Τήν ἴδια περίοδο στό χωριό Χαλκί Κορινθίας, εἶχε δημιουργηθεῖ ἀπό Φλωρινικό Μοναχό, Ἡσυχαστήριο πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Νεκταρίου. Ὅταν ἄρχισαν τά σκάνδαλα τῆς μ. Μαγδαληνῆς, ὁ ἐν λόγῳ μοναχός παρασύρθηκε καί ὄχι μόνον ἀπέρριψε τόν ἅγ. Νεκτάριο ὡς Ἅγιο καί ἀφιέρωσε τό Ἡσυχαστήριο στόν ἅγ. Νεκτάριο Πατριάρχη ΚΠόλεως, ἀλλά σκοτιζόμενος ἀπό τόν πονηρό πνεῦμα τῆς ἁγιομαχίας, προχώρησε σέ ἕνα ἀνοσιούργημα: Ἔσβυσε στήν ἐφέστια εἰκόνα τοῦ Ἡσυχαστηρίου τήν τιμία κεφαλή τοῦ ἁγ. Νεκταρίου Πενταπόλεως καί τήν ἀντικατέστησε μέ τήν κεφαλή τοῦ ἁγ. Νεκταρίου ΚΠόλεως!!! Ἀργότερα, μετά τήν φοβερή αὐτή πράξη, ὁ μοναχός εἶδε στόν ὕπνο του τόν ἅγ. Νεκτάριο Πενταπόλεως νά τοῦ λέει: «Γιατί κατέστρεψες τό κεφάλι μου; Θέλεις νά καταστρέψω τό δικό σου;»!!! Τελικά ὁ μοναχός σκοτώθηκε σέ φοβερό τροχαῖο ἀτύχημα, κατά τό ὁποῖο τό κεφάλι του ἀποκόπηκε ἀπό τό ὑπόλοιπο σῶμα!!!
Μετά τό κακό αὐτό τέλος τοῦ μοναχοῦ, τό Ἡσυχαστήριο περιῆλθε στήν ἰδιοκτησία τοῦ κ. Δημ. Κάτσουρα καί στήν δικαιοδοσία τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἡ μνήμη τοῦ ἁγ. Νεκταρίου Πενταπόλεως ἀποκαταστάθηκε.
Ὑπέρ τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγ. Νεκταρίου Πενταπόλεως ἔχουν καταχωρηθεῖ πλεῖστα ὅσα δημοσιεύματα στό ἐπίσημο δημοσιογραφικό ὄργανο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τό Περιοδικό «Κήρυξ Γνησίων Ὀρθοδόξων».
Πέραν τῶν προηγουμένων ἱερές εἰκόνες (φορητές ἤ τοιχογραφίες) τοῦ ἁγ. Νεκταρίου Πενταπόλεως ὑπάρχουν σέ ὅλους σχεδόν τούς Ναούς, τίς Μονές καί τά Παρεκκλήσια τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί στίς κατοικίες τῶν Ὀρθοδόξων. Μάλιστα, στόν Ἱ. Μητροπολιτικό Ναό ἁγ. Δημητρίου Ἀχαρνῶν, ὁ ἅγ. Νεκτάριος βρίσκεται ἁγιογραφημένος μαζί μέ τόν ἅγ. Ματθαῖο τόν Νέο Ὁμολογητή. Καί τοῦτο γιά νά τονισθεῖ, ὅτι ὅπως ἦταν συνδεδεμένοι στήν παρούσα ζωή μέ τούς πνευματικούς δεσμούς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί τῆς ἐργασίας τῶν ἀρετῶν, ἔτσι ἀπό κοινοῦ ἀπολαμβάνουν τήν τιμή τῆς Ἐκκλησίας καί τήν οὐράνια μακαριότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Συμπεράσματα
Στήν περίπτωση τοῦ ἁγ. Νεκταρίου ἡ ἀπόφασις διακηρύξεως τῆς ἁγιότητάς του ἀπό τόν Σεβ. Μητροπολίτη κ. Κήρυκο, ἑδραζομένη ἐπί τῆς ἀπό 27. 7. 2010 σχετικῆς Ἀποφάνσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δέν ἔρχεται νά προσθέσει περισσότερη ἐγκυρότητα στήν ἁγιότητα τοῦ ἁγ. Νεκταρίου, ἀλλά ἔρχεται νά πληροφορήσει τό πλήρωμα τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας περί τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγ. Νεκταρίου.
Καί τοῦτο διότι ὁ ἅγ. Νεκτάριος ἀμφισβητήθηκε ὄχι μόνον ὡς Ἅγιος, ἀλλά καί ὡς Ὀρθόδοξος, ἀπό τόν εὐρύτερο χώρο τῶν Φλωρινικῶν Παλαιοημερολογιτῶν. Τό ἄν αὐτό βρῆκε ἀπήχηση ἤ ὄχι καί σέ κάποια πρόσωπα ἐντός τοῦ χώρου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, αὐτό ἐπί τοῦ παρόντος δέν ἀποδεικνύεται. Ἁπλῶς κάποιοι διατύπωναν τήν θέση, ὅτι «ἐπί τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγ. Νεκταρίου δέν ὑπάρχει ἀπόφασις Ὀρθοδόξου Συνόδου». Ἡ θέση αὐτή μᾶλλον αἰτιολογεῖται ἀπό τήν ἄγνοια τῶν ἰσχυόντων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πάνω στό θέμα τῆς διαπιστώσεως καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων. Γιά τήν οἰκονομία κάποιων συνειδήσεων λοιπῶν, στό ἐξῆς ὑπάρχει ἀπόφασις Ὀρθοδόξου Συνόδου, ἡ ὁποία ἐκφράζει τήν ἀπ’ ἀρχῆς θέση τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας – θέση ἡ ὁποία τεκμηριώνεται ἀπό τήν ὁμολογία τοῦ ἰδίου τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ἀλλά καί τήν ἐκκλησιαστική πράξη 90 ἐτῶν - ὅτι ὁ ἅγ. Νεκτάριος ἐπ. Πενταπόλεως εἶναι Ἅγιος καί τιμᾶται ὡς Ἅγιος.

Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός,
ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου