Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Πρέπει νά περάσουν 100 χρόνια γιά τήν διακήρυξη τῆς ἁγιότητος ἕνος νέου Ἁγίου;

Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου

Ἀπό τόν Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ζητήθηκε ἀπό τόν γράφοντα ἡ «ἐκφορά γνώμης» σχετικά μέ τό ἄν καί κατά πόσον ὑφίσταται χρονικός περιορισμός γιά τήν διακήρυξη τῆς ἁγιότητος ἑνός νέου Ἁγίου, ἄν – δηλαδή – εὐσταθεῖ τό λεγόμενο ἀπό τόν ἁπλό λαό, ὅτι «πρέπει νά περάσουν 100 χρόνια γιά νά γίνει κάποιος Ἅγιος».
Ἡ μελέτη τοῦ θέματος ἀποδεικνύει, ὅτι δέν ὑφίσταται κανένας χρονικός περιορισμός γιά τήν διακήρυξη τῆς ἁγιότητος ἑνός νέου Ἁγίου. Εἰδικώτερα:
Τήν πρός τούς Ἁγίους τιμή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία διαμορφώθηκε ἤδη ἀπό τούς πρώτους Χριστιανικούς αἰῶνες, ἀρχικά ἀπένειμε τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς κάποια ἰδιαίτερη διαδικασία. Ὅσοι πάθαιναν γιά τόν Χριστό, εἴτε μαρτυροῦσαν - ἔχαναν τήν ζωή τους (Μάρτυρες), εἴτε ἐπιζοῦσαν μετά τήν δοκιμασία (Ὁμολογητές), τιμῶνταν ἀμέσως ἀπό τούς πιστούς ἐφ’ ὅσον ἡ θυσία, τό «ὑπέρ Χριστοῦ πάσχειν», ἦταν ἀρκετό γιά τήν τιμή αὐτή. Ἀργότερα ἡ τιμή ἐπεκτάθηκε καί σέ ὅσα πρόσωπα διακρίνονταν «ἐπ’ ἀρετῆ καί ἁγιότητι βίου».
Ἡ πρός τούς Μάρτυρες τιμή τῆς Ἐκκλησίας ἄρχιζε ἤδη ἀπό τούς συγχρόνους τους, οἱ ὁποῖοι «πρίν ἤ ἐκεῖνοι τελειωθῶσιν» τούς ἀπένειμαν τιμή καί σεβασμό. Αὐτή ἡ ἀναγνώρισι – διαπίστωσι – διακήρυξι τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, ἦταν ἀπό τήν ἀρχή αὐθόρμητη καί δέν ὑπῆρχε καμμία - ἔστω τυπική – μορφή ἀναγνωρίσεως, δηλαδή ἐγκρίσεως ἤ ἀποφάσεως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, τοπικῆς (Ἐπισκόπου) ἤ εὑρύτερης (Συνόδου). Ἐγίνετο ἁπλᾶ μέ τήν ἀποδοχή τοῦ νέου Ἁγίου ἀπό τό σῶμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τόν Κλῆρο - δηλαδή – καί τόν λαό, τούς ποιμένες καί τούς ποιμενομένους. Κάποιες πρωτοβουλίες μάλιστα Ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχῶν γιά τήν ἀποδοχή νέου Ἁγίου, χωρίς τήν συμμαρτυρία τῆς συνειδήσεως τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἔμειναν τελικῶς ἀνενέργητες καί δέν ἔγιναν ἀποδεκτές.
Γράφει σχετικά ὁ Καθηγητής Ἀμ. Ἀλιβιζάτος: «Ἡ καθαρῶς δημοκρατική ἀντίληψις ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ, περί ἴσων ἐν τῶ ἐκκλησιαστικῶ ὀργανισμῶ δικαιωμάτων τῶν Κληρικῶν καί τῶν λαϊκῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀναγνωριζομένης τοῖς Κληρικοῖς Jure Divino – Θείῳ Δικαίῳ κυβερνητικῆς αὐτῶν θέσεως, καταδεικνύει καί καθορίζει τήν ἐν τῶ ἐξεταζομένῳ ζητήματι θέσιν καί συμμετοχήν ἀμφοτέρων τῶν στοιχείων αὐτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ, ἄνεϋ πολλῆς δυσπιστίας ἤ οἱασδήποτε ἀμφισβητήσεως» (Ἀμ. Ἀλιβιζάτου, «Ἡ ἀναγνώρισις τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», σελ. 21).
«Σύσσωμος ἡ Ἐκκλησία – συνεχίζει – κλῆρος καί λαός, ἐν ἀδιασπάστῳ ὁμοφωνίᾳ καί ἄνευ τυπικῶν καί ὀργανωτικῶν πράξεων, ἀνεγνώριζον τήν ἁγιότητα τῶν τιμωμένων, ἡ δέ πάνδημος αὕτη ἀναγνώρισις ἀπετέλει οἱονεί καί τήν ἐπικυρωτικήν καί καθιερωτικήν πρᾶξιν τῆς τῶν Μαρτύρων καί Ἁγίων ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἀναγνωρίσεως» (αὐτ. σελ. 36. Πρβλ. σχετικά: Χρυσ. Παπαδοπούλου, «Περί τῆς ἀνακηρύξεως τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Περιοδικό «Ἐκκλησία», ΙΒ/1934, σελ. 331 – 335. Μητροπ. Δέρκων Κωνσταντίνου Χαρισιάδου, «Ἡ ἀναγνώρισις Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, κατά τήν τάξιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου», στήν «Ἐπιστημονική παρουσία Ἑστίας Θεολόγων Χάλκης», τ. 1/1987, σελ. 225 – 241. Μητροπ. Σερρῶν Κωνσταντίνου, «Περί ἀναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Περιοδικό «Θεολογία», τ. 27/1956, σελ. 609 – 615).
Ὁ τρόπος αὐτός τῆς αὐθορμήτου ἀναγνωρίσεως ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, συνεχίσθηκε ἀναλλοίωτος καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς πρώτης Χριστιανικῆς χιλιετίας, ἀλλά καί κατά τήν δεύτερη. Ὁ Μανουήλ Γεδεών ὁμολογεῖ, ὅτι «κατέττατεν εἰς τόν χορόν τῶν Ἁγίων πάντοτε ὁ λαός: Οἱ κάτοικοι πόλεως, ἐπαρχίας ἤ χωρίου ἤ μοναστηρίου, τόν ὑπ’ αὐτῶν κρινόμενον τοιοῦτον» (Μ. Γεδεών, «Ἁγιοποιήσεις», σελ. 120).
Ἀκόμη καί στίς περιπτώσεις ἐκεῖνες πού κάποια ἀναγνώριση, γιά λόγους ἄλλους κατά περίπτωση, ἔφθανε νά ἀπασχολήσει τήν Ἐκκλησιαστική Ἀρχή, ὁ τελικά δικαιομένος ἦταν ὁ λαός. Κατά τόν Καθηγητή Στυλ. Παπαδόπουλο, «ἡ Σύνοδος διακηρύσσοντας τήν ἁγιότητα, δέν ἀποφασίζει – κρίνει τήν ἁγιότητα. Ἡ πράξη διακηρύξεως σημαίνει ἐδῶ πανηγυρική διακοίνωση γεγονότος ἤδη ἐμφανοῦς καί ἀποδεκτοῦ ἀπό μικρό ἤ μεγάλο ἀριθμό ἀξιοπίστων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας» (Στυλ. Παπαδοπούλου, «Διαπίστωσις καί Διακήρυξις τῆς Ἁγιότητος τῶν Ἁγίων», Ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος», φ. 841, σελ. 1 καί 4).
Τό ὅτι οἱ λαμβανόμενες ἀπό Ἐκκλησιαστική Ἀρχή ἀποφάσεις διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος νέων Ἁγίων, ἐξέφραζαν τήν συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἀποδεικνύουν καί οἱ περιπτώσεις τοῦ Ἱερομάρτυρος Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (τόν ὁποῖο ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης εἰσήγαγε στόν Συναξαριστή του τό 1818, 150 χρόνια πρίν τήν ἐπίσημη διακήρυξη τῆς ἁγιότητός του ἀπό τό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως) καί τοῦ ἐπίσης Ἱερομάρτυρος Σεραφείμ ἀρχιεπ. Φαναρίου. (Βλ. Φ. Μιχαλόπουλου, «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», 1980 καί Μητροπ. Θεσσαλιώτιδος Ἰεζεκιήλ, «Ἀκολουθία Ἱερομάρτυρος Σεραφείμ…», 1931).
Πράγματι, λοιπόν, «κατέττατεν ὁ λαός», ἡ δέ ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἄν καί ὅποτε ὑπῆρχε, σήμαινε ἁπλῶς τήν ἐγγραφή τοῦ ἤδη τιμωμένου Ἁγίου στό Ἑορτολόγιο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ΚΠόλεως.
Ἀπό τά κρατοῦντα στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τήν δεύτερη χιλιετία, θά ἀναφέρουμε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις:
Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθάτος, ἀναφέρει στήν βιογραφία τοῦ ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ὅτι μετά ἀπό ραδιουργίες τοῦ Μητροπολίτου Νικομηδείας Στεφάνου, ὁδηγήθηκε ὁ Συμεών σέ δίκη ἐνώπιον τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου τῆς ΚΠόλεως μέ τήν κατηγορία, ὅτι τόν Γέροντά του Στουδίτη Μοναχό Συμεών τόν Εὐλαβῆ τόν θεωροῦσε Ἅγιο καί τιμοῦσε μέ μεγαλοπρέπεια τήν ἐτήσια μνήμη του. Σημειώνεται ἐδῶ, ὅτι ὁ τότε Πατριάρχης ΚΠόλεως Σέργιος, «τήν μνήμην τιμῶν τοῦ Συμεών τοῦ Εὐλαβοῦς, ἔστελλε κατά τήν ἐπέτειον ἱεράν ἐπ’ αὐτῶ μνήμην, ἐπί καί ἕξ ἔτη, θυμιάματα καί λαμπάδας» (Μ. Γεδέων αὐτ. σελ. 121).
Ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου, ἀφοῦ ἄκουσε κατήγορο καί κατηγορούμενο, «οὐδέν μέν ἐψηφίσατο κατά τῆς αἰωνοβιότου συνηθείας τοῦ πανηγυρίζειν ἑκάστην μονήν τήν μνήμην ὡς ἄν γινώσκωσι μοναχῶν ἐπ’ αὐστηρότητι βίου καί ἐπ’ εὐσεβείᾳ» (Μ. Γεδεών αὐτ. σελ. 121). Διέταξε ὅμως καί τόν Συμεών νά περιορίσει τήν μεγαλοπρέπεια τῆς μνήμης τοῦ Γέροντός του καί νά ἀφαιρεθοῦν οἱ εἰκόνες του πού ἦσαν «πολλαχοῦ άναστηλωμέναι» (ἴσως γιά νά ἱκανοποιηθεῖ καί ὁ κατήγορος Μητροπολίτης).
Παρόμοιο εἶναι καί τό παράδειγμα τῆς τιμῆς πρός τόν ἅγ. Συμεών τόν Νέο Θεολόγο. Ὁ ὅσ. Νικήτας ὁ Στηθάτος, ἀμέσως μετά τήν κοίμησι τοῦ ὁσ. Συμεών, ἔγραψε βιογραφικό ἐγκώμιο πρός τιμήν του καί συνέθεσε Ἀκολουθία, τήν ὁποία ἔψαλλε ἐπί τοῦ τάφου του. Σημειώνουμε, ὅτι ἐκτός ἀπό τήν Μονή τοῦ ἁγ. Μάμμαντος ΚΠόλεως (ὅπου εἶχε διατελέσει ἡγούμενος ὁ ὅσ. Συμεών) καί ἄλλες μονές εἶχαν εἰσαγάγει τήν μνήμη του στή λατρευτική τους καθημερινότητα (ὅπως ἐκείνη τῶν Ἰωάννου καί Φιλοθέου ΚΠόλεως).
Ἡ ὁσ. Εἰρήνη, ἡγουμένη τῆς Μονῆς Χρυσοβαλάντου ΚΠόλεως, ἐτιμᾶτο ἀμέσως μετά τήν μακαρία της κοίμηση πανηγυρικά ἀπό κάποιο συγγενή της, ὁ ὁποῖος εἶχε σωθεῖ ἀπό θανατική καταδίκη διά πρεσβειῶν της καί σταδιακά ἡ μνήμη της ἐπεκτάθηκε καί ἐκτός τῶν ὁρίων τῆς μετανοίας της.
Μία πλέον ἐπίσημη σχετική μαρτυρία εἶναι ὅσα εἶπε ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγ. Φιλόθεος ὁ Κόκκινος ἐνώπιον τῆς κατά Κυδώνη Συνόδου, περί τῆς τιμῆς τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἕξι μόλις χρόνια μετά τήν κοίμηση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ὁ Φιλόθεος ὁμολογεῖ τά ἀκόλουθα:
«Διά τοῦτο καί ἐγώ (ἐνν. γιά τήν ὅλη βιοτή τοῦ Γρηγορίου), ἐν τῶ μοναστηρίῳ τοῦ Ἀκαταλήπτου καθήμενος καί ἰδιάζων, περιφανῆ τινά καί μεγάλην ἑορτήν ἐπετέλουν τῶ Ἁγίῳ τούτῳ… Ἐπεί οἱ Λαυριῶται ἔγραψαν καί ἀνέφερον ἡμῶν περί τούτου, ἔγραψα πρός ἐκείνους ἵνα πᾶς ὁ βουλόμενος ἑορτάζη τοῦτον κατ’ ἰδίαν… Ἐν τῆ Μεγάλῃ δέ Ἐκκλησίᾳ οὐκ ἐποιοῦμεν τοῦτο καί καθόλου ταῖς λοιπαῖς ἐκκλησίαις πανταχοῦ, ὅτι οὔπω περί τούτου τῆ Ἱερᾶ Συνόδῳ ἐκοινωνησάμην» (Μ. Γεδεών αὐτ. σελ. 122).
Ὁ ἴδιος Πατριάρχης ἅγ. Φιλόθεος ἀναφέρει τό παράδειγμα τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου, τόν ὁποῖο ὁ Θεός «ἐδόξασε διά τῶν θαυμάτων καί μήπω τῆς Ἐκκλησίας ἀναστηλωσάσης αὐτόν, ἑορτήν ἐπετέλουν περιφανῆ οἱ τοῦ μοναστηρίου αὐτοῦ μοναχοί καί τήν ἱεράν αὐτοῦ εἰκόνα ἔφερον ἐν τῆ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας».
Κατά τήν ἐξεταζομένη πάντως περίοδο ἄρχισε σταδιακά νά ἐμφανίζεται ἡ πρακτική τῆς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος νέων Ἁγίων μέ ἀπόφαση μείζονος ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, δηλαδή Συνόδου, ἀσχέτως τοῦ χρόνου κατά τόν ὁποῖο εἶχαν κοιμηθεῖ. Οἱ σχετικές περιπτώσεις εἶναι οἱ ἐξῆς:
Τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (+ 1359), ἐπί πατριαρχείας ἁγ. Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου (1354 – 1355, 1364 – 1376), 6 χρόνια μετά τήν κοίμησή του!
Τοῦ ἁγ. Γερασίμου Κεφαλληνίας (+ 1579), ἐπί πατριαρχείας Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως (+ 1638), 50 περίπου χρόνια μετά τήν κοίμησή του.
Τοῦ ἁγ. Διονυσίου ἀρχιεπ. Αἰγίνης (+ 1622), ἐπί πατριαρχείας Γαβριήλ Γ’ (1716 – 1723), σχεδόν 100 χρόνια μετά τήν κοίμησή του.
Τῆς Ὁσιομάρτυρος Φιλοθέης τῆς Ἀθηναίας (+ 1589), ἐπί πατριαρχείας Ματθαίου Β’ (1599 – 1602), 10 χρόνια μετά τήν κοίμησή της.
Τό ὅτι ἡ ἀρχαία ἐκκλησιαστική παράδοσις καί πρακτική τῆς πρώτης χιλιετίας σχετικά μέ τήν διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τῶν νέων Ἁγίων, συνέχισε νά τηρεῖται καί κατά τήν δεύτερη χιλιετία, ἀκόμη καί μετά τήν ἐμφάνιση Συνοδικῶν ἀποφάσεως διακηρύξεως (15ος αἰ.), ἀποδεικνύεται καί ἀπό πραγματεία πού ἔγραψε ὁ ὅσ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος μέ τόν τίτλο «Ὅτι οἱ νέοι Μάρτυρες εἰσίν Ἅγιοι καί πρέπει νά τιμῶνται ὡς τοιοῦτοι καί ἄνεϋ κανονικῆς διαγνώσεως τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας».
Μετά τά προηγούμενα εὐχερῶς προκύπτει τό συμπέρασμα, ὅτι δέν ὑπάρχει χρονικός περιορισμός γιά τήν διακήρυξη τῆς ἁγιότητος ἑνός ἱεροῦ προσώπου, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν μάλιστα τοῦ γεγονότος, ὅτι ἀπόφασις Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς (Ἐπισκόπου ἤ Συνόδου), δέν εἶναι κἄν ἀπαραίτητη, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή «προβαίνει στήν διακήρυξη, ὄχι γιά νά ἀποκτήσει ἐγκυρότητα ὁ Ἅγιος, ἀλλά γιά νά πληροφορηθεῖ εὑρύτερα τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας…Τό Πατριαρχεῖο ἐπενέβαινε…ὄχι γιά νά ἐγκρίνει, ἀλλά γιά νά διευρύνει τόν ἑορτασμό τῆς μνήμης του, πού ἤδη γίνοταν» (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ. σελ. 3).
Ἀντιθέτως ἄν χρονίσει ὑπερβαλλόντως ἡ «ἐπ’ ἐκκλησίαις» διακήρυξις τῆς ἁγιότητος ἑνός ἱεροῦ προσώπου, κινδυνεύουν ἐνδεχομένως νά χαθοῦν οἱ πολύτιμες μαρτυρίες τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων τῶν ἐν ζωῆ σημείων καί θαυμάτων του, ἀφ’ ὅσον «στήν πρώτη φάση τῆς διαδικασίας, μέ τρόπο συνήθως ἁπλό καί σπάνια συστηματικό, γίνεται διαπίστωση τοῦ γεγονότος, ὅτι τό τάδε ἀποθανών μέλος τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε καί ἔχει χαρίσματα Ἁγίου. Πρόκειται γιά πράξη ἐμπειρική, πού εἶναι ἀποτέλεσμα θέας τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς καί τῆς δράσεως τοῦ Ἁγίου, ἀλλά καί γνώσεως πού ἀποκτᾶται μέσῳ ἀφηγήσεων ἤ γραπτῶν μαρτυριῶν…(καί) ἡ Σύνοδος διακηρύσσοντας τήν ἁγιότητα, δέν ἀποφασίζει – κρίνει τήν ἁγιότητα (ἀλλά) πράξη διακηρύξεως σημαίνει ἐδῶ πανηγυρική διακοίνωση γεγονότος ἤδη ἐμφανοῦς καί ἀποδεκτοῦ ἀπό μικρό ἤ μεγάλο ἀριθμό ἀξιοπίστων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας» (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ. φ. 843, σελ. 1 καί 4).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου