Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Ο ΓΕΡΩΝ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (+ 1814)

Τό ακόλουθο ενδιαφέρον ιστορικό πόνημα έχει ληφθεί από τον Ιστότοπο Amen. Σέ μονοτονικό σύστημα παρατίθεται γιά λόγους τεχνικούς.

Ο μακάριος γέρων Ιερόθεος «ήτον γέννημα και βλαστός της περίφημου Πελοποννήσου, ήτοι του Μωρέως, από την επαρχίαν του αγίου Κορίνθου, από ένα χωρίον καλούμενον Συλίβενα (του ποταμού όπου συνορεύει με την επαρχίαν του αγίου Κυρνίτης)». Γεννήθηκε κατά το έτος 1762, από τον Γεώργιο και την Μαλάμω, γονείς «θεοσεβείς, φιλαδέλφους, φιλογείτονες, φιλόπτωχους και ελεήμονες», ως δευτερότοκος υιός τους, και «αναγεννηθείς δια, του αγίου Βαπτίσματος, ωνομάσθη Ιωάννης». Ο βιογράφος του δεν μας παρέχει, δυστυχώς, περισσότερες πληροφορίες για την παιδική του ηλικία μνημονεύει, πάντως, πως «ήτον προς τους γονείς του κατά πάντα υπήκοος, εις όσα, δηλαδή, πρέπει να υποτάσσωνται τα τέκνα εις τους γονείς αυτών», καθώς και ότι βασική του απασχόληση ήταν η διαποίμανση του κοπαδιού που διατηρούσαν οι κτηνοτρόφοι –προφανώς- και γεωργοί γονείς του.

Σε ηλικία εννέα μόλις ετών, κατά το έτος 1771, «απαρνείται τον κόσμον και τα εν κόσμω, γονείς, συγγενείς, φίλους, συνομηλίκους και πάσαν περιουσίαν και όλα τα χαρμόσυνα και ηδέα λεγόμενα του παρόντος και ματαίου αιώνος». Η μητέρα του Μαλάμω τον πηγαίνει στο μοναστήρι του αγίου Γεωργίου του Φονέως (Σ. Ημ. δηλαδή του Φενεού Κορινθίας), όπου τον εμπιστεύεται στον θείο του και ηγούμενο της Μονής Μακάριο. Αφορμή γι΄ αυτήν την «παιδιόθεν» αφιέρωση και προσαγωγή του μικρού Ιωάννου στην Αγγελική Πολιτεία υπήρξε ένα θαυμαστό περιστατικό που συνέβη κατά την περίοδο που αυτός έβοσκε το ποίμνιο των γονέων του. Συγκεκριμένα, η «θαυματουργικώ τω τρόπω» διάσωση του από πτώση που επέφερε βέβαιο θάνατο στον γκρεμνό Άββορο, συνεκλόνισε βαθύτατα την ψυχή της λίαν ευσεβούς εκείνης μητρός, η οποία υπεσχέθη τότε προς την Θεοτόκο και τον άγιο Γεώργιο: «Παναγία μου Θεοτόκε, βοήθησον και Άγιε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρόφθασον και γλύτωσε το παιδίον μου να μην άποθάνη και να το φερω εις το μοναστήριον σου να γένη καλόγηρος»· καθώς επίσης και: «Παναγία μου, βοήθησον [...] άγιέ μου Γεώργιε, βοήθησον και ιάτρευσον το παιδίον μου και να τελειώσω εκείνο όπου σου έταξα». Τούτο, λοιπόν, το ευλαβικό «τάμα» της «φιλοθέου άμα δε και φιλοτέκνου» αυτής μητρός, η κλίση του νεαρού Ιωάννου προς το «μοναδικό επάγγελμα» και κυρίως η κλήση που «παρά Θεού» είχε λάβει, τον οδήγησαν από την παιδική του ηλικία στο μοναστήρι για να ακολουθήσει την παράδοση της οικογενείας του, καθ΄ ότι ο πάππος του ήταν Ιερεύς, αλλά και δύο ακόμη θείοι του Ιερομόναχοι.

Στο μοναστήρι εκείνο και κοντά στον θείο του Μακάριο, ο Ιωάννης εδιδάχθη τα γράμματα μέσα από τις Ακολουθίες της Εκκλησίας, μια και λόγω του νεαρού της ηλικίας του, αφ΄ενός, και των επιδρομών των Αρβανιτών, αφ΄ ετέρου, είχε κάμει μόνο λίγες ημέρες στο σχολείο. Η πολιτεία του ήταν υποδειγματική. Ο Ηγούμενος θείος του, μαζί με την «κατά κόσμον» μόρφωση - πού γρήγορα αφομοίωσε, καθ΄ότι «ήτον φυσικά πολλά ευφυής και οξύνους»- του έδίδαξε και την «ευταξίαν του μοναδικού επαγγέλματος» και «προβαίνοντας εις την ηλικίαν, πρόθυμος εφαίνετον εις τα πάντα και επαινετός». Σε μικρή σχετικά ηλικία εχειροθετήθη Αναγνώστης από τον άλλο θείο του, τον Μητροπολίτη Λακεδαιμόνιας Πανάρετο, και αργότερα εκάρη δόκιμος μοναχός μετονομασθείς Ιωσήφ. Ανέλαβε επιπλέον τις διακονίες του Εκκλησιάρχη και Διαβαστή, στις οποίες αγωνιζόταν και «υπηρετούσεν [...] με πολλήν επιμέλειαν και προθυμίαν, έως όπου έζη ο θείος του». Η καθημερινή του απασχόληση στην εκκλησία, η αναστροφή του με τους πατέρες της Μονής και η μελέτη των άθλων και μαρτυρίων των Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προκαλούν στον Ιωσήφ θαυμασμό και κατάνυξη, συνάμα δε και φλογερό πόθο για «να άκολουθήση την ζωήν και πολιτείαν τους». Ο πόθος αυτός ανάπτει περισσότερο και κατακαίει την καρδιά του όταν πληροφορείται με λεπτομέρειες τη ζωή των Αγιορειτών μοναχών από κάποιον Ιερομόναχο της Μονής Ξενοφώντος που επεσκέφθη τη Μονή τους. Τότε, χωρίς πολλή σκέψη, φεύγει κρυφά απ΄τη Μονή, μαζί με ένα ακόμη αδελφό, με προορισμό το Άγιον Όρος. Δεν είχε, όμως, φθάσει για τον νεαρό και «αγένειο» ακόμη Ιωσήφ η κατάλληλη στιγμή για να ησυχάσει και επιδοθεί στους ασκητικούς αγώνες της Αθωνικής μοναχικής πολιτείας. Ο θείος του, αντιλαμβανόμενος το γεγονός, «στέλνει δύο αδελφούς και τον προφθάνουν εις τον δρόμον όπου περνά κοντά από το χωρίον, Καστανιά λεγόμενον, και τον εγύρισαν εις το μοναστήριον». Στην υπακοή του Ηγουμένου θείου του παραμένει έως το έτος 1782, κατά το οποίο αυτός «απέδωκε το κοινόν χρέος, κοιμηθείς εν Κυρίω». Μετά την εκδημία του θείου του εγκατεβίωσε στο μοναστήρι του αγίου Γεωργίου Φενεού πέντε ακόμη έτη, αγωνιζόμενος σε όλες τις αρετές, μάλιστα δε «υποπιάζων και δουλαγωγών» το φθαρτό σώμα του επί τριετίαν, εργαζόμενος στα «ζευγάρια του μοναστηρίου».Ο νους του, όμως, ήταν πάντοτε στραμμένος προς την απόλυτη μόνωση και υποταγή. Αφ΄ ενός μεν το θεόσταλτο δράμα «του Δεσπότου Χριστού», το οποίο κυριολεκτικά τον συνεκλόνισε, αφ΄ ετέρου δε ο βίος των αγίων Ιωάννου και Συμεών του διά Χριστόν Σαλού, ο οποίος αποτελούσε προσφιλές του ανάγνωσμα, τον ωθούν τελικά να πάρει την απόφαση για φυγή προς τον «φυχοσωτήριον τόπον» του Άθωνος, του «Περιβολιού της Παναγίας».

Κατά το έτος 1787, σε ηλικία 25 ετών, αναχωρεί από τη Μονή του Μωρέως - έπειτα από 16 συναπτά έτη παραμονής του εκεί - μαζί με δύο ακόμη αδελφούς, οι οποίοι «ήσαν κολλημένοι εις την αγάπην του και είχον συμφωνίαν να μή χωρίσουν από λόγου του πώποτε». Πρώτος σταθμός τους ήταν η Ύδρα, όπου βρίσκουν καΐκι και μεταβαίνουν στο Άγιον Όρος. Εκεί επισκέπτονται πρώτα την Ι. Μονή Ξηροποτάμου, όπου ο Ιωσήφ «προσκυνώντας και ασπαζόμενος το Τίμιον και Ζωοποιόν Ξύλον του Ζωηφόρου Σταύρου και τα άγια λείψανα όπου εκεί ευρίσκονται και συνομιλώντας με τους εκείσε πατέρας, ευφράνθη το πνεύμά του λαμβάνοντας ολίγην αναφυχήν». Η επιθυμία του να βρεθεί στο Άγιον Όρος είχε ήδη εκπληρωθεί. Σοβαρότερο όμως μέλημα του ήταν να βρει «τινα άγιον άνθρωπον και πνευματικόν» και να επιδοθεί στην απόλυτη υπακοή και εκκοπή του προσωπικού του θελήματος. Η αναζήτηση αυτή τον οδηγεί στο Πρωτάτο των Καρυών, όπου, στο κελλί του άγιου Σπυρίδωνος, βρίσκει δύο μοναχούς αυταδέλφους, τους Αγάθωνα και Γαβριήλ, κοντά στους οποίους παραμένει για ένα περίπου χρόνο. Στο διάστημα αυτό κείρεται σταυροφόρος μοναχός - κατά το έτος 1788, σε ήλικια 26 ετών - και ονομάζεται απο τους πατέρες εκείνους Ιλαρίων. Κατά την παραμονή του στις Καρυές γνωρίζει επίσης τον γέροντα κύρ Παρθένιο Σκούρτο, «πνευματικόν πρακτικόν και τω όντι άγιον άνθρωπον», ο οποίος, μάλιστα, υπήρξε ο πρώτος του διδάσκαλος και ποδηγέτης στη νηπτική και πνευματική ζωή. Στο κελλί του αγίου Σπυρίδωνος ο Ιλαρίων, εργαζόμενος στο εργόχειρο «τα λεγόμενα φέσια» και μελετώντας το Πατερικό βιβλίο του Ευεργετινού, όπως του υπέδειξε ο πνευματικός του Παρθένιος, «έρχεται -με την πάροδο του χρόνου- και εις ύφηλοτέραν έννοιαν». Η διαρκής αναζήτηση και ο διακαής πόθος του για ησυχία, μόνωση, πλήρη υποταγή, εκκοπή του προσωπικού θελήματος, εγκράτεια και υπακοή, τον οδηγούν στη συνέχεια στη Σκήτη του αγίου Δημητρίου και συγκεκριμένα στον Πνευματικό κυρ Διονύσιο τον εκ Σιατίστης. Κοντά στον πνευματέμφορο εκείνον Γέροντα βρίσκει τον σκοπό της ζωής του, τρυγώντας τις πνευματικές νουθεσίες και διδασκαλίες του και υποτασσόμενος κατά πάντα, «ωσάν ένα πρόβατον εις σφαγήν, όπου και εις την θάλασσαν αν ήθελεν τον προστάξη να πέση ήτον έτοιμος να το κάμη». Ο ευλογημένος αυτός Διονύσιος τον «κουρεύει» μεγαλόσχημο μοναχό -«εις τάς ιζ΄ του Δεκεμβρίου, ήμερα Κυριακή»- μετονομάζοντας αυτόν Ιερόθεο, ενώ κατά το έτος 1790, σε ηλικία 28 ετών, χειροτονείται Ιεροδιάκονος στη Σκήτη του αγίου Δημητρίου, από τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Γεράσιμο. Ο ίδιος Αρχιερεύς τον χειροτονεί Πρεσβύτερο, κατά την Απόδοση της εορτής των Αγίων Θεοφανείων, την 14η Ιανουαρίου, στην Ι. Μονή του αγίου Γεωργίου, «την επονομαζομένην του Ζωγράφου». «Και ούτω, ετέθη ο λύχνος επί την λυχνίαν, φωτίζων παν το πλήρωμα των Ορθοδόξων».

Η μαθητεία του Ιεροθέου στο πλευρό του Πνευματικού Διονυσίου χαρακτηρίζεται από στιγμές πνευματικών εξάρσεων και ανατάσεων της καρδίας του νεαρού μονάχου προς την «ουράνιον Ιερουσαλήμ», γεγονός που, κατά τον Απόστολο, θα τον καταστήσει «άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Τους δύο αγωνιστές και συστρατιώτες στον κοινόν αγώνα κατά του νοητού έχθρού θα χωρίσει μόνον η κοίμηση του Διονυσίου. Όπως ήταν φυσικό, η στέρηση του προσφιλούς Γέροντός του επίκρανε και στενοχώρησε ιδιαίτερα τον Ιερόθεο. Αφού παρέμεινε για ένα ακόμη χρόνο στη σκήτη του αγίου Δημητρίου, μαζί με τον αδελφό του Φιλόθεο - πού είχε ήδη συναριθμηθεί στη συνοδεία του Διονυσίου -, αποφασίζει «να πιάση πάλιν την φίλην του υπακοήν».
Πηγαίνει τότε στη Νέα Σκήτη του αγίου Παύλου, όπου υποτάσσεται στον Θεοφάνη, «θαυμάσιο και ενάρετο πάτερα», ο οποίος εμόναζε εκεί με τον αδελφό του Ιάκωβο. Νέους αγώνες και αθλητικά σκάμματα αναλαμβάνει τώρα ο Ιερόθεος, ο οποίος, εκτός του ότι ήταν «ένα θαύμα τη αληθεία» ως προς την αρετή, υπακοή, υπομονή και ταπείνωση που έδειχνε προς τον Γέροντα, πρωτοστατεί επίσης και στην ανέγερση εκκλησίας προς τιμήν «της Θεοτόκου και Ζωοδοχου Πηγής». Η κακία, όμως, του «αντάρτη εκείνου και μισοκάλου διαβόλου» υπαγορεύει μίσος και ζηλοφθονία στους συνάδελφους του Ιεροθέου, που με ποικίλες συκοφαντίες κατορθώνουν να τον εκδιώξουν από τη Σκήτη. Ο Ιερόθεος, λυπημένος για τα γεγονότα αναχωρεί και αφού συμβουλεύεται πρώτα τον Πνευματικό κυρ Ανανία Λαζό στη Σκήτη της αγίας Άννης, εγκαθίσταται πλέον με τον αδελφό του σ΄ ένα ησυχαστήριο της Μικράς αγίας Άννης, τον άγιο Ονούφριο. Εκεί επιδίδεται αποκλειστικά στη μελέτη και την προσευχή, ενώ η φήμη του αρχίζει να εξαπλώνεται στους γύρω Πατέρες, οι οποίοι τον επισκέπτονται και τον συμβουλεύονται στα πνευματικά θέματα, ωφελούμενοι τα μέγιστα από τη διδαχή του. Μετά από εξαετή παραμονή στο ησυχαστήριο αυτό, το οποίο και ανεκαίνισαν «και απάνωθεν της θύρας ιστόρησαν τας άγιας εικόνας των οσίων πάτερων Ονουφρίου και Πέτρου», ο Ιερόθεος, αναζητώντας περισσότερη άσκηση και σκληραγωγία, μεταβαίνει με τη συνοδεία του σ΄ ένα ερημονήσι, τα Γιούρα, οπού ζη μέσα σε υπόγειο σπήλαιο απολαμβάνοντας «την αμεριμνίαν και ησυχίαν». Στα Γιούρα και τα υπόλοιπα ερημονήσια έζησε «εν όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης» επί ενάμισυ έτος. Έπειτα, λόγω των επιδρομών των κλεπτοκουρσάρων, επέστρεψε πάλι στο Άγιον Όρος και κατοίκησε για δεύτερη φορά στη Σκήτη του αγίου Δημητρίου. Η παραμονή του εκεί διήρκεσε ένα περίπου έτος. Μετά το χρονικό αυτό διάστημα και επειδή η συνοδεία του είχε ήδη κατά πολύ αυξηθεί, εγκαθίσταται σ΄ ένα κελλί που αγόρασε από την Ι. Μονή αγίου Νικολάου του Σταυρονικήτα, τον άγιο Ονούφριο.

Η οσιακή πολιτεία του Ιεροθέου, η βαθειά γνώση των θείων Γραφών και Ιερών Κανόνων, καθώς και η εμπειρία του στα πνευματικά θέματα, προτρέπουν τους προϊσταμένους της Ι. Κοινότητος του Αγίου Όρους να τον «διορίσουν» κοινό πνευματικό ολοκλήρου του Άθωνος. Έτσι, επί πατριαρχίας Καλλινίκου του Ε΄, διορίζεται, παρά τις αντιρρήσεις του, κοινός Πνευματικός του Αγίου Όρους. Ένα χρόνο αργότερα, ο διάδοχος του Καλλινίκου στον Πατριαρχικό Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος ο Ε΄, του στέλνει «ενταλτήριον και επιστολήν», διορίζοντάς τον επισήμως σ΄αυτήν της ιδιαιτέρας σημασίας και πνευματικής βαρύτητας θέση. Επειδή όμως «ουδείς δίκαιος ακατηγόρητος», ο ικανότατος Πνευματικός Γέρων Ιερόθεος κατηγορείται από κάποιον Εσφιγμενίτη Ιεροδιάκονο Αμβρόσιο, ο οποίος τον αποκαλεί αιρετικό και φαρμασώνο, προσάπτοντάς του επίσης μομφή για τη συχνή Θεία Μετάληψη προς την οποία παρακινουσε τους υποτακτικούς του και τους εξομολογουμένους σ΄ αυτόν. Οι προσπάθειες, όχι μόνον του ιδίου του Ιεροθέου, αλλά και του Νικόδημου του Αγιορείτου, να πείσουν τον Αμβρόσιο για την ορθότητα των πεποιθήσεών τους και το εσφαλμένον των δικών του ισχυρισμών, αποβαίνουν άκαρπες. Ο Ιερόθεος αναγκάζεται να απολογηθεί ενώπιον Συνόδου των προϊσταμένων των Μονών του Αγίου Όρους, την 19η Μαΐου του έτους 1807, η οποία τον αθωώνει πανηγυρικά από όλες τις κατηγορίες, ενώ αντιθέτως καταδικάζει τον ιεροκατήγορο Αμβρόσιο. Προς τούτο εκδίδει «συστατικήν αθωωτικήν απολογίαν», η οποία αναγινώσκεται στον ναό του Πρωτάτου. Μετά από ολα αυτά τα γεγονότα ο Ιερόθεος δεν μπορεί πλέον να παραμείνει στο Άγιον Όρος. Συνυπολογίζοντας επίσης το γεγονός ότι «επερίσσευσαν τα δοσίματα και όσοι δεν είχαν τον τρόπον να τα πληρώσουν εξ ανάγκης εμίσευον από το Άγιον Όρος», αποφασίζει να αναχωρήσει με τη συνοδεία του και να κατοικήσει σ΄ένα νησακι απέναντι από τα Τρίκκερα, τον Αλαττά. Εκεί εγκαθίστανται στη Μονή «της Θείας Μεταμορφώσεως και των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων», ασχολούμενοι με το εργόχειρο τους, το οποίο ο Ιερόθεος πωλούσε στη Θεσσαλονίκη ή την Λάρισσα για την εξοικονόμηση των απαραιτήτων αγαθών. Βεβαίως, η καρδιά του Ιεροθέου δεν αναπαύεται σ’ αυτήν τη συνεχή αναστροφή με τον «έξω κόσμο» και τα απανωτά ταξίδια, «ή μάλλον ειπείν αταξίας». Ένα επεισόδιο στη Λάρισσα γίνεται η αφορμή για να στραφούν, ο Ιερόθεος και η συνοδεία του, στην καλλιέργεια της γης, απ΄όπου πλέον εξασφαλίζουν «αυτάρκειαν» και «τα προς το ζην αναγκαία». «Αλλά, καθώς δεν είναι δυνατόν να φύγη τινάς το ποτήριον του θανάτου - όπως γράφει χαρακτηριστικά ο βιογράφος του Ιεροθέου - τοιουτοτρόπως δεν δύναται και να φύγη τινάς, εν όσω ζη, τους διαφόρους πειρασμούς». Οι νέοι πειρασμοί για τον Ιερόθεο προέρχονται αυτήν τη φορά από τους Τρικκεριώτες, άλλοι εκ των οποίων ήθελαν το μοναστήρι «να εξουσιάζεται από την χώρα» και άλλοι «από τον Ιερόθεον και τους μετ΄ αυτόν». Ο Ιερόθεος τότε, ως προγνωστικός και διορατικός, υποψιαζόμενος τί επρόκειτο να ακολουθήσει και εννοώντας τις διαθέσεις των Αρβανιτών, που από καιρό ελυμαίνοντο την περιοχή, παίρνει τη συνοδεία του και με δύο καΐκια φεύγουν για τις Σπέτσες.

Η αναχώρηση του Πνευματικού Γέροντος Ιεροθέου από το «Αγιώνυμον Όρος», προς το οποίο τόσο θερμά «επιποθούσε και εξέλιπεν η ψυχή του», ήταν οπωσδήποτε επιβεβλημένη και αναπόφευκτη. Εσήμανε δε, αφ΄ ενός μεν το πέρας πολυοδύνων πειρασμών, που ο Κύριος «οις οίδε κρίμασιν» επέτρεψε να δοκιμάσουν τη θερμή και ακλόνητη πίστη του, αφ΄ετέρου δε την έναρξη του κηρυκτικού και πνευματικού έργου του Ιερού Πατρός στα ευλογημένα νησιά του Σαρωνικού, Σπέτσες, Πόρο και κατ΄ εξοχήν στην Ύδρα, όπου και «εκατήντησε» τον Σεπτέμβριο του έτους 1813, μετά από σύντομη παραμονή στα δύο ανωτέρω νησιά. Εκεί, και στην υπ΄ αυτού ιδρυθείσα Μονή του Προφήτου Ηλιού, πάνω στην ακμή της πνευματικής του διακονίας, της εξομολογήσεως δηλαδή των πιστών χριστιανών, της διαδόσεως του λόγου του Θεού και της διαποιμάνσεως και κατηχήσεως των υποτακτικών του, αλλά και όλων των κατοίκων της νήσου Ύδρας, "παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, ημέρα Πέμπτη, έτει από Χριστού αωιδ΄[1814], ζήσας τα πάντα έτη επί της γης νβ΄[52]». Κληροδότησε δε ο αοίδιμος στην εκλεκτή του συνοδεία την υποχρέωση για συνέχιση του έργου που ο ίδιος ανέλαβε και με τόσο ζήλο επεδίωξε, προς δόξαν του Τριαδικού Θεού.

Πηγή: Αχιλλέως Γ. Χαλδαιάκη, "Ο Γέρων Ιερόθεος (1762-1814) – Η πολιτεία του κτίτορος της Ι. Μονής Προφήτου Ηλιού Ύδρας και κριτική έκδοση του Βίου του" , Έκδοση Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Ύδρας, Αθήναι 2000.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου