Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

ΠΕΡΙ ΑΓΙΟΥ ΜΥΡΟΥ
Σύντομη Θεολογική καί Ἱστορικό – Κανονική Θεώρηση
Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου

Ἀρχικό δημοσίευμα στό Περιοδικό «Ὀρθόδοξος Πνοή» (φ. Μαρτίου - Ἀπριλίου 2006, σελ. 70 – 76), ὡς προετοιμασία τοῦ Καθαγιασμοῦ Ἁγίου Μύρου ὑπό τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διά τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου (Ἱ. Ἐπισκοπικός Ναός ἁγ. Αἰκατερίνης Κορωπίου, Μεγ. Πέμπτη 2006). Κατωτέρω δημοσιεύεται βελτιωμένο.

Τό Ἅγιο Μύρο στήν Παλαιά Διαθήκη
Περί τοῦ Ἁγίου Μύρου, ὡς ὁρατοῦ στοιχείου τῆς ἀοράτου Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τό Μυστήριο τοῦ Χρίσματος, ὑπάρχει μία σαφής προτύπωσις στήν Παλαιά Διαθήκη. Στό 30ο κεφάλαιο τῆς Ἐξόδου (στ’ 22 – 33) γράφεται:
«Ἐλάλησε Κύριος πρός Μωϋσῆν λέγων. Καί σύ λάβε ἠδύσματα, τό ἄνθος τῆς σμύρνης ἐκλεκτῆς πεντακοσίους σίσκλους καί κινναμώμου εὐώδους τό ἥμισυ τούτου διακοσίους πεντήκοντα καί καλάμου εὐώδους διακοσίους πεντήκοντα καί ἴρεως πεντακοσίους σίσκλους τοῦ ἁγίου καί ἔλαιον ἐξ ἐλαιῶν εἴν. Καί ποιήσεις χρῖσμα ἅγιον, μύρον μυρεψικόν τέχνη μυρεψοῦ, ἔλαιον χρῖσμα ἅγιον ἔσται. Καί χρίσεις ἐξ αὐτοῦ τήν σκηνήν τοῦ μαρτυρίου καί τήν κιβωτόν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου καί πάντα τά σκεύη αὐτῆς καί τήν λυχνίαν καί πάντα τά σκεύη αὐτῆς καί τό θυσιαστήριον τοῦ θυμιάματος καί τό θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων καί πάντα αὐτοῦ τά σκεύη, τήν τράπεζαν καί πάντα τά σκεύη αὐτῆς καί τόν λουτῆρα καί τήν βάσιν αὐτοῦ καί ἁγιάσεις αὐτά, ἔσται ἅγια τῶν ἁγίων. Πᾶς ὁ ἀπτόμενος αὐτῶν ἁγιασθήσεται. Καί Ἀαρών καί τούς υἱούς αὐτοῦ χρήσεις καί ἁγιάσεις αὐτούς ἱερατεύειν μοι.
Καί τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ λαλήσεις λέγων, ἔλαιον ἄλλειμα χρίσεως ἅγιον ἔσται τοῦτο ὑμῖν εἰς τάς γενεάς ὑμῶν. Ἐπί σάρκα ἀνθρώπου οὐ χρισθἠσεται καί κατά τήν σύνθεσιν ταύτην οὐ ποιήσετε ὑμῖν ἑαυτοῖς ὡσαύτως. Ἅγιον ἐστί καί ἁγίασμα ἔσται ὑμῖν. Ὅς ἄν ποιήσῃ ὡσαύτως καί ὅς ἄν δῶ ἀπ’ αὐτοῦ ἀλλογενεῖ, ἐξολοθρευθήσεται ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ
».
Ὁ Θεός, δηλαδή, ὄχι μόνο δίδει στόν Μωϋσῆ τήν σύνθεσι τοῦ πρώτου Μύρου, ἀλλά ἀπαγορεύει καί τήν κοσμική χρῆσι του καί τήν διάθεσί του σέ ἀλλογενεῖς. Αὐτό τό ὁποῖο στήν Παλαιά Διαθήκη ἦταν προτύπωσι καί «σκιά τῶν μελλόντων» (Κολοσ. Β’ 17), κατά τήν μετά Χριστόν ἱστορική συνέχεια γεγονός πραγματικό, ὅπως λέγει ὁ ἅγ. Κύριλλος Ἱεροσολύμων: «Ταῦτα μέν ἐκείνοις συνέβηκε τυπικῶς, ἡμῖν δέ οὐ τυπικῶς, ἀλλ΄ ἀληθῶς, ἐπειδή ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χριόμεθα ἀληθῶς» (Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Κατηχήσεις, P.G. 33, 1093).

Τό Ἅγιο Μύρο στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας
Ὅπως προκύπτει ἀπό τήν Καινή Διαθήκη, κατά τούς Ἀποστολικούς Χρόνους, τό βάπτισμα τῶν κατηχουμένων ἀκολουθοῦσε ἡ ἐπίθεσι τῶν χειρῶν τῶν Ἀποστόλων, γιά τήν μετάδοση στούς ἤδη βαπτισμένους τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεῦματος. Στίς Πράξεις μνημονεύονται δύο σχετικά περιστατικά:
Μετά τόν λιθοβολισμό τοῦ Πρωτομάρτυρος καί Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου, «ἐγένετο ἐν ἐκείνῃ τῆ ἠμέρᾳ διωγμός μέγας ἐπί τήν ἐκκλησίαν τήν ἐν Ἱεροσολύμοις. Πάντες δέ διεσπάρησαν κατά τάς χώρας τῆς Ἰουδαίας καί Σαμαρείας, πλήν τῶν Ἀποστόλων…Φίλιππος δέ κατελθών εἰς πόλιν τῆς Σαμάρειας ἐκήσυσσεν αὐτοῖς τόν Χριστόν…Ὅτε δέ ἐπίστευσαν τῶ Φιλίππῳ εὐαγγελιζομένῳ περί τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ὀνόματος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐβαπτίζοντο ἄνδρες τε καί γυναῖκες… Ἀκούσαντες δέ οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις Ἀπόστολοι, ὅτι δέδεκται ἡ Σαμάρεια τόν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀπέστειλαν πρός αὐτούς Πέτρον καί Ἰωάννην. Οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περί αὐτῶν ὅπως λάβωσι Πνεῦμα Ἅγιον. Οὕπω γάρ ἧν ἐπ’ οὐδενί ἐπιπεπτωκός, μόνον δέ βεβαπτισμένοι ὑπῆρχον εἰς τό ὄνομα Κυρίου Ἰησοῦ. Τότε ἐπετίθουν τάς χείρας ἐπ’ αὐτούς καί ἐλάμβανον Πνεῦμα Ἅγιον» (Πράξ. Η’ 1, 5, 12, 14 - 17).
Ἀκόμη, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦρθε στήν Ἔφεσσο, ἀφοῦ ἄφησε τόν συνεργάτη του Ἀπολλώ στήν Κόρινθο, βρῆκε κάποιους πιστούς πού εἶχαν βαπτιστεῖ μέ τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη καί δέν εἶχαν ἀκούσει κἄν γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτοί, «ἀκούσαντες ἐβαπτίσθησαν εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καί ἐπιθέντος αὐτοῖς τοῦ Παύλου τάς χείρας ἦλθε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐπ’ αὐτούς, ἐλάλουν τε γλώσσαις καί προεφήτευον» (Πράξ. ΙΘ’ 5 – 6).
Ἤδη ὅμως ἀπό τῶν Ἀποστολικῶν Χρόνων, ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν ἀντικαταστάθηκε μέ τήν χρίση τοῦ Ἁγίου Μύρου, ὡς ὁρατοῦ σημείου τῆς μεταδόσεως τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τό Μυστήριο τοῦ Χρίσματος. Αὐτό προκύπτει ἀπό κείμενα τοῦ ἁγ. Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τήν Ἀποστολική Παράδοση τοῦ Ἱππολύτου, τίς Ἀποστολικές Διαταγές, τό Εὐχολόγιο τοῦ Σεραπίωνος καί διάφορες Κατηχήσεις (βλ. σχ. ἀρχιμ. Παύλου Μενεβίσογλου, νῦν Μητροπ. Σουηδίας, «Τό Ἅγιον Μύρον ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἀνατολικῆ Ἐκκλησίᾳ, ἰδίᾳ κατά τάς πηγάς καί τήν πράξιν τῶν νεωτέρων χρόνων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου», Θεσσαλονίκη 1983). Ὁ λόγος τῆς ἀντικαταστάσεως ἦταν ἡ αὔξησι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βαπτιζομένων καί ἡ ἀδυναμία τῶν Ἀποστόλων ἀρχικά καί στή συνέχεια τῶν Ἐπισκόπων, νά παρευρίσκωνται σέ ὅλες τίς βαπτίσεις τῶν κατηχουμένων.
Ἡ ἀρχαιότερη μαρτυρία χρίσεως μέ Ἅγιο Μύρο ἀπαντᾶ στόν Θεόφιλο Ἀντιοχείας. «Καλούμεθα Χριστιανοί - γράφει - ὅτι χριόμεθα ἔλαιον Θεοῦ» Πρός Αὐτόλυκον», P.G. 6, 1041).
Ὁ Μέγας Βασίλειος, σέ λόγο του περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γράφει: «Παρά τῶν ἀγράφων τῆς Ἐκκλησίας νομίμων καί τῆς τῶν Ἀποστόλων παραδόσεως, εὐλογοῦμεν… τό ἔλαιον τῆς χρίσεως, διδαχθέντες τοῦτο ἀπό τῆς σιωπωμένης καί τῆς μυστικῆς παραδόσεως» (P.G. 32, 185 καί 188).
Ὁ ἅγ. Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει σχετικῶς: «Ὡς βαπτισθῆναι ἀναγκαῖον καί τῶ Μύρῳ χρισθῆναι ἐστιν ἀνάγκη. Καί τούτου χάριν τοῖς βεβαπτισμένοις ὑπό Φιλίππου, ὡς μόνον τό βάπτισμα δεξαμένοις, Πέτρος καί Ἰωάννης ἐπετίθουν τάς χείρας καί ἐλάμβανον Πνεῦμα Ἅγιον. Ἡ γάρ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν τόν Μύρον παρεῖχεν». Καί συνεχίζοντας ὁ ἴδιος Πατέρας σημειώνει: «Ἀντί τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦτο (δηλαδή τό Ἅγιο Μύρο) δέδοται ὑπό τῶν Ἀποστόλων τοῖς ἐν Χριστῶ βαπτιζομένοις» Περί τῆς Ἱερᾶς Τελετῆς τοῦ Ἁγίου Μύρου», P.G. 155, 188 καί 237).
Τήν ἀπό τῆς Ἀποστολικῆς ἐποχῆς ἀντικατάσταση τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν μέ τήν χρίση τοῦ Ἁγίου Μύρου, δέχεται καί ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός. Στά Πρακτικά τῆς Συνόδου τῆς Μαγεντίας (1549) σημειώνεται, ὅτι «ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν ἀπ’ αὐτῶν τῶν Ἀποστολικῶν Χρόνων ἀντικατεστάθη διά τῆς χρίσεως τοῦ Ἁγίου Μύρου, ὅπερ ἀπομένει τό μόνον ἀπαραίτητον καί οὐσιῶδες ἐν τῶ Μυστηρίῳ τοῦ Χρίσματος» (Mansi 32, 1409).
Ἐκτός ἀπό τό μετά τό Βάπτισμα Μυστήριο τοῦ Χρίσματος, στήν ἐκκλησιαστική πράξη τό Ἅγιο Μύρο χρησιμοποιεῖται ἀκόμη:
Στήν δι’ Ἁγίου Μύρου ἀποδοχή αἱρετικῶν πού ἀσπάζονται τήν Ὀρθόδοξη Πίστη (καί τῶν ὁποίων ἔχει γίνει δεκτό τό Βάπτισμα), σχισματικῶν πού ἐπιστρέφουν στήν Ἐκκλησία ἤ προσώπων πού ἔχουν ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί ἐπιστρέφουν σ’ Αὐτόν (λ.χ. ἐξωμωτῶν, ἀσχοληθέντων μέ μαγεία, κ.λ.π.).
Στά Ἐγκαίνια Ναῶν, γιά τόν Καθαγιασμό τῆς Ἁγίας Τραπέζης καί τῶν ἱερῶν Ἀντιμηνσίων.
Στήν καθιέρωση ἱερῶν ἀντικειμένων καί εἰκόνων.
Στήν ἀνακομιδή Ἱερῶν Λειψάνων.
Κατά τό παρελθόν τό Ἅγιο Μύρο χρησιμοποιοῦνταν καί στήν στέψη Ὀρθοδόξων Βασιλέων καί Αὐτοκρατόρων.

Ὁ Καθαγιασμός τοῦ Ἁγίου Μύρου
Ὁ καθαγιασμός τοῦ ἐλαίου τοῦ Χρίσματος ἦταν ἀνέκαθεν ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου. «Ὁ Ἐπίσκοπος ἄς εὐχαριστῆ ἐπί τό ἔλαιον καί θέτων αὐτό ἐν σκεύη, ἔλαιον εὐχαριστίας ἄς ὀνομάζει» καί «ὁ Ἐπίσκοπος εὔχεται ὑπέρ τοῦ ἐλαίου τοῦ ἐξορκισμοῦ… ἔπειτα δέεται ὑπέρ τό ἔλαιον τοῦ Χρίσματος, τό ὁποῖον εἶναι ἔλαιον εὐχαριστίας», διασώζει ἡ Ἀποστολική Παράδοσις τοῦ Ἱππολύτου (P.G. 1, 800 καί ΒΕΠ 2, 67).
Ἡ Τοπική Σύνοδος τῆς Καρθαγένης (5ος αἰ.), ἀπαγόρευσε τόν Καθαγιασμό Ἁγίου Μύρου ἀπό Πρεσβυτέρους. Ἑρμηνεύοντας τόν στ’ Κανόνα της ὁ Ζωναρᾶς γράφει: «Τοῦτο γίνεσθαι παρά Πρεσβυτέρων ἀπηγόρευσεν ἡ Σύνοδος, παρά γάρ Ἀρχιερέων καί τόν Ἅγιον Χρίσμα τελεῖται καί ἁγιάζεται» (Ράλλη – Ποτλή, «Σύνταγμα τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων», 1852, τ. 3, σελ. 310).
Ἀρχικά ὁ καθαγιασμός Ἁγίου Μύρου ἦταν ἀρχικά δικαίωμα κάθε Ἐπισκόπου, γεγονός πού προκύπτει τόσο ἀπό τόν λεγόμενο Βαρβερινό Κώδικα (Goar «Ἱερόν Εὐχολόγιον», Βενετία 1730, σελ. 503), ὅσο καί ἀπό ἄλλες πηγές, ἀρχαίες καί νεώτερες. Λ.χ. κατά τόν Δίδυμο τόν Ἀλεξανδρέα, «Ἐπίσκοπος μόνος τῆ ἄνωθεν χάριτι τελεῖ τό Χρίσμα» Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», P.G. 39, 721). Καί ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης παρατηρεῖ στό Ἱερό Πηδάλιο: «Τήν τελετήν ταύτην οὐδείς Ἱερεύς δύναται ποιῆσαι κατά τόν Κανόνα, ἀλλά μόνοι οἱ Ἀρχιερεῖς, οἵτινες δύνανται μέν καί καθ’ ἑαυτούς τόν Μύρον τελέσαι, ἀλλά διά τήν εὐπείθειαν καί ὑποταγήν τήν πρός τόν Πατριάρχην, συναγόμενοι ἐν τῆ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ τοῦτο τελοῦσι» (σελ. 476).
Τό δικαίωμα αὐτό - τοῦ Καθαγιασμοῦ, δηλαδή, Ἁγίου Μύρου ἀπό κάθε Ἐπίσκοπο, χωρίς νά γίνεται διάκριση Ἐπισκόπου μιᾶς ἐπαρχίας καί Προκαθημένου μιᾶς εὐρύτερης διοικητικῆς περιφέρειας, Μητροπολίτου ἤ Πατριάρχου - ἴσχυσε μέχρι τόν 8ο μ. Χ. αἰ. Ἔκτοτε σταδιακά ἡ πρακτική αὐτή σχολάζει καί διαδοχικά τό δικαίωμα περιέρχεται στούς Ἐπισκόπους τῶν μεγάλων ἑδρῶν, ἔπειτα στούς Πατριάρχες καί τελικά στόν Πατριάρχη ΚΠόλεως καί αὐτό γιά λόγους διοικητικῆς τάξεως καί πνευματικῆς ἑνότητος τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (βλ. ἀκόμη Νικοδήμου Μίλας, «Τό Ἐκκλησιαστικόν Δίκαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας», 1906, σελ. 527).
Ὅμως τό δικαίωμα τοῦ καθαγιάζειν τό Ἅγιο Μύρο, ἀπό ἔκφραση εὐπείθειας καί σεβασμοῦ πρός τόν Πατριάρχη ΚΠόλεως καί τόν θεσμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, σέ κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκε ὄχι ἁπλᾶ γιά νά ἐκφράσει τήν ἑνότητα τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλά γιά νά τονισθεῖ ἡ πρωτοκαθεδρία τοῦ Θρόνου τῆς ΚΠόλεως τόσο ἔναντι τῶν νεωτέρων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ὅσο καί ἔναντι τῶν Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων, ἀλλά καί «πρός ἀργυρολογίαν»! Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ Καθηγητής Κων. Δυοβουνιώτης ἀναφέρεται σέ δυνατότητα παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ἀπό τόν Πατριάρχη ΚΠόλεως καί στούς ἄλλους Πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι ὅμως χωρίς τήν ἄδειά του δέν μποροῦν νά καθαγιάζουν Ἅγιο Μύρο! (Κων. Δυοβουνιώτου, «Τό Μυστήριον τοῦ Χρίσματος ἐξ ἀπόψεως Κανονικῆς», Περιοδικό «Ἡ Καινή Διδαχή», φ. 1, 1919, σελ. 94).
Σχετικό μέ τήν ἀργυρολογία εἶναι τό ἀκόλουθο περιστατικό: Τό 1670 ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος (1669 – 1707), κατά τήν διάρκεια ποιμαντικῆς περιοδείας του στίς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες, καθαγίασε Ἅγιο Μύρο στό Βουκουρέστι, ἐπί Ἡγεμόνος τῆς Βλαχίας Κωνσταντίνου Καντακουζινοῦ - Μπρινκοβεάνου (Ἐθνομάρτυρος τῆς Ρουμανίας καί Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, + 1714) καί Μητροπολίτου Βλαχίας Θεοδοσίου (20. 5. 1660 – πρό τῆς 24. 6. 1672). Ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης Δοσίθεος γράφει στήν Ἱστορία του:
«Παρεκινήθησαν δέ καί οἱ ἐν Οὐγγροβλαχίᾳ, ἐκ θείας ἐπιπνοίας, εἰς Θείου Μύρου κατασκευήν καί δή τῆ τοῦ κοινοῦ δαπάνῃ. Ἐψήσαμεν αὐτό ἡμεῖς φέρον σχεδόν ὁλκήν λίτρων δέκα πρός ταῖς διακοσίαις, θαυμασιώτατον, καθυπηρετούντων τῆ ἐψήσει τοῦ Ἡγεμόνος, τῶν Ἀρχιερέων, τῶν Ἀρχόντων καί πληθύος Ἱερέων καί διενεμήθη καί ἐν τοῖς ἐν Οὐγγαρίᾳ καί Μολδαβίᾳ καί τοῖς περί τόν Δούναβιν ποταμόν οἰκοῦσι Χριστιανοῖς» (σελ. 1212).
Ὅμως, κατά τήν περίοδο ἐκείνη οἱ Μητροπόλεις Βλαχίας καί Μολδαβίας ὑπήγονταν στήν δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἔτσι ἡ πρᾶξις αὐτή τοῦ Ἱεροσολύμων Δοσιθέου προκάλεσε τήν ἀντίδραση τοῦ ΚΠόλεως Μεθοδίου Γ’ (τοῦ Μαρώνη, 1668 – 1671), παρά τό γεγονός ὅτι ὁ Δοσίθεος καθαγίασε Μύρο γιά τίς ἀνάγκες τῶν Παραδουναβίων ἐπαρχιῶν, «ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τούτου ἐν τῶ Πατριαρχείῳ ΚΠόλεως» (ἀρχιμ. Καλλίστου, «Οἱ ἀγῶνες τῶν Πατριαρχῶν καί τῆς Ἀδελφότητος ὑπέρ τῶν Ἱερῶν προσκυνημάτων κατά τόν ΙΣΤ’ καί ΙΖ’ αἰ.», Περιοδικό «ΝΕΑ ΣΙΩΝ», τ. 23, 1928, σελ. 618). Γιά τό ἴδιο θέμα ὁ Ἰω. Ντούρας γράφει, ὅτι τό γεγονός αὐτό «περιγράφεται ὑπό τοῦ ἰδίου τοῦ Δοσιθέου, ὅ,τι ὅμως ἐκπλήσσει τόν ἀναγνώστην ἐνταῦθα εἶναι οἱ τραχεῖς λόγοι, οἱ χρησιμοποιηθέντες ὑπό τοῦ Δοσιθέου» (Ἰω. Ντοῦρα, «Ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων καί ἡ προσφορά αὐτοῦ εἰς τάς Ρουμανικάς Χώρας», Ἀθῆναι 1977, σελ. 98).
Γράφει σχετικά ὁ Δοσίθεος: «Ὁ δέ ΚΠόλεως Μεθόδιος ἐλυπήθη πῶς δέν ἔκραξαν Ἀρχιερέα του οἱ ἐν Οὐγγροβλαχίᾳ, διά νά πάρη καί ἀπ’ αὐτοῦ ἀργυρίδιον, διά τό ἐψηθέν ἐκεῖσε Ἅγιον Μύρον. Καί δή ἀπηρυθριασμένως καί ἀναισχύντως ἔγραψε μοι πολλά, λίαν ἀμαθῶς. Ἐσυμπέρανε γάρ, ὅτι μόνῳ εκείνῳ ἴδιον τό ἔργον τοῦτο. Ὅμως, τό Ἅγιον Μύρον καί ἁπλός Ἐπίσκοπος κατασκευάζει καί μάλιστα ἀναγκαίως. Ἐπειδή τό Πατριαρχικόν ἀξίωμα εἶναι χθεσινόν καί πρό τούτου ποῖοι ἔψηνον τό Μύρον; Λαβών δέ καιρίαν τήν ἀπόκρισιν καί ὅτι οὐ παρά Κανόνας ἐγένετο, ἀλλά καί ὅτι δικαιώτατα πεποιήκαμεν, φροντίσαντες περί τοῦ κοινοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό τῆς ἀληθείας ταπεινωθείς…, ἀποφαίνεται ὅτι συγχωρεῖ» (Ἀ. Παπαδοπούλου – Κεραμέως, «Ἀνάλεκτα», τ. 1, σελ. 283 – 284).
Τό περί Καθαγιασμοῦ τοῦ Ἁγίου Μύρου δικαίωμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀμφισβητήθηκε ἔμπρακτα ἀπό τίς τοπικές Ἐκκλησίες Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας κ.λ.π. Ὁ Ἄρχων Μυρεψός τοῦ Πατριαρχείου Ἰωσήφ Κωνσταντινίδης γράφει σχετικά: «Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὅμως μπορεῖ νά παραχωρήσει τό δικαίωμα παρασκευῆς Ἁγίου Μύρου στούς Προκαθημένους τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως συνέβη τόν 14ο μ.Χ. αἰῶνα, τότε δηλαδή πού χειρα-φετήθηκε κανονικὰ ἡ Ἐκκλησία τῆς Μεγάλης Ῥωσίας, ἡ ὁποία ἔλαβε ἄδεια καί παρασκεύασε τό δικό της Ἅγιο Μύρο, γιά δική της χρήση. Τό ἴδιο συνέβη καί τό 1882, στήν ἀρχή χωρίς ἄδεια καί στή συνέχεια μέ κάποια ἀνοχή ἀπό τόν Οἰκουμενικό Θρόνο, μέ τέ Πατριαρχεῖα τῆς Ῥουμανίας καί τῆς Σερβίας, μέ ἐπίκεντρο τίς ἐκκλησίες Βουκουρεστίου καί Βελιγραδίου». Τό ἀληθές στό θέμα - ἀφοῦ τά προηγούμενα εἶναι μία κομψή περιγραφή τῆς πραγματικότητας καί μέ δεδομένο, ὅτι καμμία τοπική Ἐκκλησία, μηδέ τῆς Ἑλληνικῆς ἐξαιρουμένης, δέν χειραφετήθηκε μέ κανονικές διαδικασίες – εἶναι, ὅτι τό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως «τήν ἀνάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενο», ἐκχωροῦσε τό δικαίωμα τοῦ καθαγιάζειν Ἅγιο Μύρο, ὅπου δέν μποροῦσε νά ἐπιβάλλει τήν προμήθεια ἀπ’ αὐτό.
Ἡ παλαιότερη ἀπό τίς γραπτές μαρτυρίες πού ἔχουν διασωθεῖ, σχετικά μέ Καθαγιασμούς Ἁγίου Μύρου στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀφορᾶ τόν Καθαγιασμό τοῦ 1208, κατά τήν Φραγκοκρατία, πού ἔγινε ἀπό τόν Πατριάρχη Μιχαήλ Δ’ τόν Αὐτορειανό (1207 – 1213) στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Σέ νεώτερες ἐποχές, μέχρι καί τό τέλος τοῦ 19ου αἰ. ἔγιναν στήν ΚΠολη Καθαγιασμοί Ἁγίου Μύρου ἀπό τούς ἐξῆς Πατριάρχες:
Τό 1705 ἀπό τόν Γαβριήλ Γ’ (1702 – 1707).
Τό 1759 ἀπό τόν Σεραφείμ Β΄ (1757 – 1761).
Τό 1833 ἀπό τόν Κωνστάντιο Α΄ (1830 – 1834).
Τό 1865 ἀπό τόν Σοφρώνιο Γ΄ (1863 – 1866).
Τό 1879 ἀπό τόν Ἰωακείμ Γ΄ τόν Πάνυ (1878 – 1884). Καί
Τό 1890 ἀπό τόν Διονύσιο Ε΄ (1887 – 1891).
Κατά τόν 20ο αἰ. ἔγιναν Καθαγιασμοί Ἁγίου Μύρου ἀπό τούς ἐξῆς Πατριάρχες:
Τό 1903 καί τό 1912 ἀπό τόν Ἰωακείμ Γ΄ τοῦ Πάνυ (φωτό).
Τό 1928 ἀπό τόν Βασίλειο Γ΄ (1925 – 1929).
Τό 1939 ἀπό τόν Βενιαμίν (1936 – 1946).
Τό 1951 καί τό 1960 ἀπό τόν Ἀθηναγόρα (1948 – 1972).
Τό 1973 καί τό 1983 ἀπό τόν Δημήτριο (1972 – 1991).
Τό 1992 καί τό 2002 ἀπό τόν Βαρθολομαῖο (1991 – σήμερα).
Ἀπό τόν κατάλογο προκύπτει, ὅτι ἀπό τῆς ἐποχῆς τοῦ Πατριάρχου Δημητρίου καί ἐντεῦθεν, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο παρασκευάζει Μύρο κάθε δεκαετία, μέ συμμετοχή Ἱεραρχῶν καί ἄλλων Ἐκκλησιῶν.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, κατά τά προβλεπόμενα στόν Συνοδικό Τόμο τοῦ 1850, δεσμεύθηκε «λαμβάνειν, ὁσάκις ἄν χρήζει, καί τό Ἅγιον Μύρον παρά τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας» (Ράλλη – Ποτλῆ αὐτ. τ. 5, σελ. 183). Κατά τῆς δεσμεύσεως αὐτῆς ἔγραψαν οἱ Θεόκλητος Φαρμακίδης, Ἰεζεκιήλ Βελανιδιώτης, Γ. Μαυροκορδάτος, κ. ἄ., πλήν ὅμως ἡ δέσμευσις αὐτή τηρεῖται μέχρι σήμερα.

Τό Ἅγιο Μύρο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
Γιά τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἡ δέσμευση τοῦ Πατριαρχικοῦ καί Συνοδικοῦ Τόμου τοῦ 1850 ἔπαυσε νά ἰσχύει ἀπό τό 1924, ἔτος κατά τό ὁποῖο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀποδέχθηκε τήν εἰσαγωγή τῆς δεδικασμένης Παπικῆς καινοτομίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, ὡς ἐφηρμοσμένου Οἰκουμενισμοῦ. Τό τελευταῖο Ἅγιο Μύρο τό ὁποῖο εἶναι δεκτό ἀπό τούς Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, Κύπρου, Διασπορᾶς κ.λ.π., εἶναι ἐκεῖνο πού καθαγίασε ὁ Πατριάρχης Ἰωακείμ Γ’ ὁ Πάνυ τό 1912.
Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐξαντληθέντων τῶν πρό τοῦ Σχίσματος τοῦ 1924 ἀποθεμάτων, προέβη σέ Καθαγιασμό Ἁγίου Μύρου τό 1958 (φωτό), ἐπί πρωθιεραρχίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἀγαθαγγέλου (+ 1967). Ὁ Καθαγιασμός πραγματοποιήθηκε στήν Ἱερά Μονή Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας Ἀττικῆς καί στό ἱστορικό Παρεκκλήσιο τῆς ἁγ. Μαρίνης (τῶν Χειροτονιῶν τοῦ 1935), συμμετεχόντων ἐκτός τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀγαθαγγέλου, 9 ἀκόμη Ἀρχιερέων (τῶν Σεβ. Ἐπισκόπων Πατρῶν Ἀνδρέου, Θεσσαλονίκης Δημητρίου, Κορινθίας Καλλίστου, Τρίκκης καί Σταγῶν Βησσαρίωνος, Θηβῶν καί Λεβαδείας Ἰωάννου, Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Μελετίου, Βρεσθένης Ματθαίου Β’, Πειραιῶς Ἀνθίμου καί Μεσσηνίας Γρηγορίου).
Ἐξαντληθέντων τῶν ἀποθεμάτων αὐτῶν ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος προέβη ἐκ νέου σέ Καθαγιασμό Ἁγίου Μύρου τό 2006, διά τοῦ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου. Ὁ Καθαγιασμός αὐτός πραγματοποιήθηκε στόν Ἱ. Ἐπισκοπικό Ναό ἀγ. Αἰκατερίνης Κορωπίου.
Σέ ὅτι ἀφορᾶ τήν Ρωσική Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν, γίνεται δεκτό τό Μύρο πού καθαγιάσθηκε τό 1923 ἀπό τόν Ἱερομάρτυρα Πατριάρχη Μόσχας Τύχωνα (+ 1925) καί μετά τό 2006 τό Μύρο πού καθαγιάσθηκε ἀπό τόν Μητροπ. Μεσογαίας Κήρυκο.
Σέ ὅτι ἀφορᾶ τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, γίνεται δεκτό τό Μύρο πού καθαγιάσθηκε ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀγαθάγγελο καί μετά τό 2006 τό Μύρο πού καθαγιάσθηκε ἀπό τόν Μητροπ. Μεσογαίας Κήρυκο.
Τέλος, σέ ὅτι ἀφορᾶ τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας, Ἅγιο Μύρο καθαγιάσθηκε ἀπό τούς Σεβ. Ἐπισκόπους Μπακάου κ. Κασσιανό καί Βράντσεα κ. Γερόντιο.
Γιά τήν ἱστορία ἀναφέρεται, ὅτι σέ παρασκευή μύρου προχώρησαν καί διάφορες σχισματικές Παλαιοημερολογιτικές ὁμάδες τῆς Ἑλλάδος, ὅπως τῶν Καλλιστικῶν τό 1979 καί μεταγενεστέρως τῶν Φλωρινικῶν «Ἀρχιεπισκόπων» Χρυσοστόμου Κιούση καί Μακαρίου Καβακίδη, τοῦ Φλωρινικοῦ «Μητροπ. Πειραιῶς» Ἱεροθέου Κινδύνη καί τοῦ ἀπό Ματθαιϊκῶν «Ἀρχιεπισκόπου» Νικολάου Μεσσιακάρη (2008).

Ἡ παρασκευή καί ὁ καθαγιασμός τοῦ Ἁγίου Μύρου
Τά συστατικά τοῦ Ἁγίου Μύρου ποικίλουν ἀπό ἐποχή σέ ἐποχή. Ἡ πρώτη γραπτή μαρτυρία, ὁ Βαρβερινός Κώδικας (8ος αἰ.), ἀναφέρει 13 ὑλικά. Μετά ἀπό διάφορες διακυμάνσεις (πού προκύπτουν λ.χ. στό Εὐχολόγιο τοῦ Γκόαρ), τό 1951, ἐπί πατριαρχείας Ἀθηναγόρα, τά ὑλικά σταθεροποιήθηκαν στά 57. Ἀπό αὐτά, ἄλλα εἶναι σέ ὑγρή καί ἄλλα σέ στερρεά μορφή.
Τήν βάση τοῦ Ἁγίου Μύρου ἀποτελοῦν τό ἁγνό ἑλαιόλαδο καί τό κόκκινο στυφό κρασί. Σ’ αὐτά κατά τήν διάρκεια τῆς ἐψήσεως προστίθενται καί ἄλλα ἀρωματικά ὑλικά, ἐντόπιας παραγωγῆς (ὅπως τό ἡλιέλαιο, τό κερί μέλισσας, ἡ μαστίχα Χίου καί ὁ κρόκος Κοζάνης), ἀλλά καί ἐξωτικῆς προελεύσεως (λ.χ. ἡ ἀριστολοχία, τό ἐλένιο, ἡ ἐχινάνθη, ἡ ἴριδα καί τό καρποβάλσαμο), γνωστά στό κοινό (ἡ κανέλλα, τό μαῦρο καί τό πράσινο πιπέρι, τό ροδέλαιο, τό νέφτι, τό τζίτζερ ἤ πιπερόριζα), μέ Βιβλική ἀναφορά (ὁ νάρδος καί ἡ σμύρνα) ἤ παντελῶς ἄγνωστα (ὁ ἰνδικός, ὁ στύρακας, ἡ μάκαρις καί τό ἄσσαρο). Τό πλέον πολύτιμο συστατικό τοῦ Ἁγίου Μύρου εἶναι ὁ μόσχος (μία φυσική ἀρωματική οὐσία πού ἐξάγεται ἀπό τόν ἀδένα ἑνός εἴδους ἐλαφιοῦ καί ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πλέον δαπανηρά ὑλικά τῆς ἀρωματοποιΐας).
Σύμφωνα μέ τό τυπικό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τήν παρασκευή τοῦ Μύρου ἐπιβλέπει εἰδική Ἐκκλησιαστική Ἐπιτροπή (τήν ὁποία ἀποτελοῦν Ἐπίσκοποι καί Κληρικοί) καί διενεργεῖ ἡ Ἐπιτροπή τῶν Κοσμητόρων, ἡ ὁποία ἀσχολεῖται μέ τό τεχνικό μέρος καί ἀποτελεῖται ἀπό χημικούς καί φαρμακοποιούς τῶν ὁποίων προεδρεύει ὁ Ἄρχων Μυρεψός.
Ἡ ἔψηση τοῦ Μύρου γίνεται κατά τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἀπό τήν Κυριακή τῶν Βαΐων μέχρι τήν Μεγάλη Τετάρτη, στό εἰδικό Κουβούκλιο πού ὑπάρχει ἀπό πολλῶν δεκαετιῶν στό Πατριαρχεῖο. Προηγεῖται Ἁγιασμός γιά τόν καθαγιασμό τῶν σκευῶν πού θά χρησιμοποιηθοῦν καί σταδιακά ρίχνονται στόν λέβητα (πάντα ἀπό Ἐπίσκοπο) τά διάφορα ὑλικά, σύμφωνα μέ προκαθορισμένη σειρά, ἐνῶ ἀπό τούς παρισταμένους Κληρικούς διαβάζεται τό Ἱερό Εὐαγγέλιο.
Ἡ διαδικασία ὁλοκληρώνεται μέ τό φιλτράρισμα τοῦ Μύρου καί τήν τοποθέτησή του στά εἰδικά δοχεῖα φυλάξεως καί μεταφορᾶς (χρησιμοποιοῦνται πήλινοι Μεγαρικοί πύθοι καί μικρά ἀσημένια δοχεῖα). Αὐτό ἀποτελεῖ τό «Νάρδον ἤ μήπω καθαγιασθέν Ἅγιον Μύρον», τό ὁποῖο καθαγιάζεται ἀπό τόν Πατριάρχη βάσει εἰδικῆς ἱεροτελεστείας, κατά τήν Θεία Λειτουργία τῆς Μεγάλης Πέμπτης.
Εἶναι ἄξιο ἰδιαιτέρας σημειώσεως, ὅτι κατά τόν Καθαγιασμό προβλέπεται ἡ ἔκχυσις παλαιοῦ Καθαγιασμένου Ἁγίου Μύρου στά δοχεῖα τοῦ πρός καθαγιασμόν νέου Μύρου. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὑπάρχει καί στό θέμα τοῦ Ἁγίου Μύρου μία ἐμφανής ἐσωτερική ἀλληλουχία καί συνέχεια. Κατά τόν Καθαγιασμό λ.χ. Ἁγίου Μύρου τό 2006, ἀπό τόν Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκο, χρησιμοποιήθηκε παλαιό Καθαγιασμένο Ἅγιο Μύρο, τόσο τοῦ Καθαγιασμοῦ τοῦ 1958 (ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Ἀγαθάγγελο), ὅσο καί τοῦ Καθαγιασμοῦ τοῦ 1923 (ἀπό τόν Πατριάρχη Μόσχας Τύχωνα).
Μετά τόν Καθαγιασμό τό Ἅγιο Μύρο φυλάσσεται στό Μυροφυλάκιο τοῦ Πατριαρχείου, ἀπ’ ὅπου καί διδεται στίς κατά τόπους Ἐκκλησίες.
Τό στερρεό κατάλοιπο τοῦ φιλτραρίσματος συνήθως γίνεται θυμίαμα καί δίδεται εὐλογία στούς πιστούς. Ἀκόμη, μία ποσότητα Νάρδου φυλάσσεται χάριν εὐλογίας καί ἁγιασμοῦ τῶν πιστῶν, στούς ὁποίους καί δίδεται σέ περιπτώσεις ἀσθενείας.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου