Κυριακή, 3 Μαΐου 2009

ΡΩΣΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (5): ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου
Περιεχόμενα
1. Ἡ Ρωσική Ἐκκλησιαστική Γραμματεία.
Α. Ἐκκλησιαστικό Δίκαιο.
Β. Δογματική καί Ἀντιρρητική Γραμματεία.
Γ. Ἱστορική καί Ἁγιολογική Γραμματεία.
2. Αἱρέσεις - Σχίσματα - Θεολογικές Ἔριδες - Σύνοδοι.
3. Ἡ Ρωσική Ἐκκλησιαστική Τέχνη.
Α. Ἐκκλησιαστική Ἀρχιτεκτονική.
Β. Ἐκκλησιαστική Ζωγραφική.
4. Τό Ρωσικό Ἁγιολόγιο.
Α. Γενικά.
Β. Οἱ Ρῶσοι Νεομάρτυρες.
5. Ἡ Μητρόπολη Κιέβου - Ἡ Λατινική προπαγάνδα καί ἡ Οὐνία.

1. Ἡ Ρωσική Ἐκκλησιαστική Γραμματεία
Ἡ ἀναφορά μας στή Ρωσική Ἐκκλησιαστική Γραμματεία εἶναι ἰδιαιτέρως σύντομη, γιά τήν ἁπλή ἐνημέρωση τῶν ἀναγνωστῶν.

Ἀρχικά τήν Ρωσική Θεολογική Γραμματεία ἀποτέλεσαν μεταφράσεις ἔργων Βυζαντινῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Τό μέγεθος τῶν ἐπιρροῶν αὐτῶν καταδεικνύεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ὅταν τόν 16ο αἰ. ὁ Μητροπολίτης Ρωσίας ἅγ. Μακάριος ξεκίνησε τήν συγγραφή τῶν Μηναίων, ἐπί 1.000 περίπου Βίων Ἁγίων μόνον οἱ 40 ἀφοροῦσαν Ρώσους καί εἶχαν συγγραφεῖ ἀπό Ρώσους!
Τό πρῶτο ἔργο πού μεταφράστηκε ἦταν ἡ Ἁγία Γραφή, ἀλλά μόνον ἡ Καινή Διαθήκη. Τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς εἶχαν ἀντικατασταθεῖ ἀπό μία ἱστορική περίληψη, τήν λεγόμενη Παλαιά - Palaea, στήν ὁποία ὅμως εἶχαν συμπεριληφθεῖ καί πληροφορίες ἀπό τά Ἀπόκρυφα. Μεταφράστηκαν ἀκόμη οἱ Βίοι τῶν μεγάλων Ἁγίων, οἱ "Κατά Ἀρειανῶν" λόγοι τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, τά "Ἀσκητικά" καί ἡ "Ἑξαήμερος" τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, 200 περίπου λόγοι τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ἡ "Κλίμαξ" τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Σιναϊτου, οἱ "Κατηχήσεις" τοῦ ἁγ. Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, ἡ "Ἔκθεσις Ὀρθοδόξου Πίστεως" τοῦ Ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ, κ.ἄ. ἔργα Πατέρων, καθώς καί ἱστορικά ἔργα (ἀπό τόν "Ἰουδαϊκό Πόλεμο" τοῦ Ἰώσηπου, μέχρι τό Ἔπος τοῦ Διγενῆ Ἀκρίτα).
Τά προηγούμενα - βεβαίως - ἐνδιέφεραν κυρίως τούς εὐγενεῖς καί τόν ἀνώτερο Κλῆρο (πού εἶχαν κάποια παιδεία), ἐνῶ τίς μάζες τοῦ ἀγγραμμάτου λαοῦ συγκινοῦσε βαθειά ἡ σλαβωνική Θεία Λειτουργία, ἀλλά καί τά ἀναφερόμενα στόν Ἀντίχριστο καί τήν ἐσχατολογία (ἔργα τοῦ Ἰππολύτου καί τοῦ Μεθοδίου Ὀλύμπου).

α. Ἐκκλησιαστικό Δίκαιο
Στόν τομέα τοῦ Δικαίου - μέ δεδομένο, ὅτι παραχωρήθηκαν ἀπό τήν ἀρχή στή Ρωσική Ἐκκλησία συγκεκριμένα δικαστικά δικαιώματα - ὑπῆρξε μία σταδιακή προσαρμογή τοῦ προηγουμένου Rωσικοῦ ἐθιμικοῦ δικαίου, στό Kανονικό 'Eκκλησιαστικό Dίκαιο. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι στή Ρωσική μετάφραση τοῦ τότε Πηδαλίου (Κόρμτσαγια Κνίγκα), εἶχαν συμπεριληφθεῖ ἀποσπάσματα ἀπό τόν Νόμο τοῦ Μωϋσέως, τόν Κώδικα τοῦ Κωνσταντίνου, τόν λεγόμενο Πρόχειρο Νόμο, τά ἐκκλησιαστικά διατάγματα τοῦ Μεγ. Βλαδιμήρου καί τοῦ Γιαροσλάβου τοῦ Σοφοῦ, καθώς καί ἡ μετάφραση τοῦ Νομοκάνονος τοῦ Μεγ. Φωτίου (πού εἶχε κάνει ὁ Ἱσαπόστολος ἅγ. Μεθόδιος γιά τούς Μοραβούς).
Σύμφωνα μέ Διάταγμα τοῦ Μεγ. Βλαδιμήρου, παραχωρήθηκε στήν Ἐκκλησία δικαστική δικαιοδοσία στίς οἰκογενειακές καί κληρονομικές ὑποθέσεις, τόν γάμο καί τό διαζύγιο καί τῆς ἀνατέθηκε ἡ φύλαξη τῶν μέτρων καί τῶν σταθμῶν.
Στά περί Δικαίου ἔργα τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Γραμματείας, περιλαμβάνονται οἱ Κανονικές Ἀποκρίσεις τοῦ Βυζαντινοῦ Μητροπολίτη Ρωσίας Ἰωάννη Β' (1080 - 1089) καί οἱ Ἀποκρίσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ Νήφωνα (1130 - 1156).
Κατά τήν περίοδο τῆς Ταταρικῆς κατοχῆς, ἡ Ρωσική 'Eκκλησιαστική Gραμματεία γενικῶς παρουσίασε παρακμή.

β. Δογματική καί Ἀντιρρητική Γραμματεία
Ἡ Ρωσική Δογματική καί Ἀντιρρητική Γραμματεία εἶχε - κυρίως - ἀντιλατινικό χαρακτῆρα. Ἤδη μία πρώτη ἀναφορά στίς καινοτομίες τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, σχετική μέ τά ἄζυμα, περιέχεται στό Χρονικό τοῦ ἁγ. Νέστορος τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου (11ος αἰ.), στήν ἀναφορά στό βάπτισμα τοῦ Μεγ. Βλαδιμήρου. Μέ τό ἴδιο θέμα τῶν ἀζύμων ἀσχολήθηκε καί ὁ Μητροπολίτης Ρωσίας Λέων (991 - πρίν τό 1007), στόν ὁποῖο ἀποδίδεται σχετική ἐπιστολή. Ὁ "Διάλογος πρός Λατῖνον" τοῦ Μητροπολίτου Γεωργίου, περιλαμβάνει 70 κατηγορίες κατά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν.
Ὁ Μητροπολίτης Ἰωάννης Β' (1080 - 1089), σέ ἐπιστολή πού ἀπηύθυνε στόν ἀντίπαπα Κλήμεντα Γ' (1080 - 1100), ψέγει τούς Ρωμαιοκαθολικούς γιά τά ἄζυμα, τήν ἀγαμία τοῦ Κλήρου, τήν νηστεία τοῦ Σαββάτου, τήν κατάργηση τῆς νηστείας τῆς α' ἑβδομάδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί τό Φιλιόκβε.
Ὁ Μητροπολίτης Νικηφόρος (1104 - 1121), ἀπηύθυνε δύο ἀντιλατινικές ἐπιστολές, μία πρός τόν Μεγ. Ἡγεμόνα Βλαδίμηρο τόν Μονομάχο (στήν ὁποία ἀπαριθμεῖ 20 καινοτομίες) καί μία πρός τόν Ἡγεμόνα τῆς Βολυνίας Ἰζιασλάβο.
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ Νήφων (1130 - 1156), συντάκτης τῶν γνωστῶν Κανονικῶν Ἀποκρίσεων, στήν 10η Ἀπόκριση δέχεται, ὅτι ὅποιος Ρωμαιοκαθολικός ἐπιθυμεῖ νά ἐνταχθεῖ στήν Ὀρθοδοξία, γίνεται δεκτός διά Χρίσματος ἀπό τήν τάξη τῶν Κατηχουμένων.
Σημαντική, ἐπίσης, ὑπῆρξε καί ἡ κατά τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ γραμματεία. Πρῶτος ὁ Μητροπολίτης Ἰλλαρίων, στήν ὁμιλία του "Περί Νόμου καί Χάριτος", τονίζει τήν ὑπεροχή τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως ἔναντι τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου.
Γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως τῶν Ἰουδαϊζόντων, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ Γεννάδιος, μετάφρασε τά ἀντιεβραϊκά ἔργα τοῦ Μαγίστρου Νικολάου Ντεμέρ καί τοῦ διδασκάλου Σαμουήλ Ἐβρέϊν καί ἐνθάρρυνε τόν ὅσ. Ἰωσήφ τοῦ Βολοκολάμσκ νά συγγράψει τόν "Φωτιστή", πού ἀποτέλεσε σταθμό στή Ρωσική ἀπολογιτική.
Ἰδιαιτέρως σημαντική ὑπῆρξε ἡ ἀπολογητική γραμματεία κατά τῶν Λατίνων, τῆς Οὐνίας καί τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἡ ἐπαρκής - ὅμως - παρουσίασις αὐτῆς εἶναι ἐκτός τῶν σκοπῶν τῆς παρούσης Εἰσαγωγῆς.

γ. Ἱστορική καί Ἁγιολογική Γραμματεία
Τό σπουδαιότερο μνημεῖο τῆς πρώϊμης ἱστορικῆς Ρωσικῆς γραμματείας, εἶναι τό Χρονικό τοῦ ὁσ. Νέστορος τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, τό ὁποῖο συντάχθηκε στά τέλη τοῦ 11ου καί στίς ἀρχές τοῦ 12ου αἰ. Στίς ἀρχές ἐπίσης τοῦ 12ου αἰ., ὁ Μεγ. Ἡγεμόνας Βλαδίμηρος ὁ Μονομάχος, ἔγραψε στά παιδιά του τήν «Διδαχή». Στά τέλη τοῦ 12ου αἰ. ἕνας ἄγνωστος συγγραφέας ἔγραψε τήν "Διήγηση τῆς ἐκστρατείας τοῦ Ἰγώρ", τό ὁποῖο ἀναφέρεται στούς ἀγῶνες τῶν Ρώσων κατά τῶν Πολόβτσων ἐπιδρομέων.
Σπουδαία θέση στήν πρώϊμη Ρωσική γραμματεία κατέχουν τά ἁγιολογικά ἔργα, ὅπως τό "Μνήμη καί ἐγκώμιο τοῦ ἁγ. Βλαδιμήρου" τοῦ Μοναχοῦ Ἰακώβου καί τό "Πατερικό" τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, οἱ "Βίοι τῶν ἁγίων Μαρτύρων Βόριδος καί Γκλέμπ" καί ὁ "Βίος τοῦ ἁγίου Θεοδοσίου", τά ὁποῖα συνέγραψε ὁ ὅσ. Νέστωρ.
Κατά τήν περίοδο τῆς Ταταρικῆς κυριαρχίας συνεγράφησαν ἐλάχιστοι βίοι Ἁγίων (τῶν ἁγίων Μιχαήλ τοῦ Τσερνίκωφ, Bογιάρου Θεοδώρου, Ἀλεξάνδρου Νέβσκι, Ἠσαϊου ἐπ. Ροστώβ, Κυρίλλου ἐπ. Τουρώβ, Πέτρου καί Ἀλεξίου Μητροπ. Ρωσίας, Μιχαήλ ἡγεμόνα τοῦ Τβέρ, ἡγεμόνα Δημητρίου Ντόνσκοϊ, Σεργίου τοῦ Ραντονέζ, κ.ἄ.). Ὡς ἁγιολόγοι συγγραφεῖς εἶναι γνωστός ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος ὁ Σοφός καί ὁ Σερβικῆς καταγωγῆς Παχώμιος Λογοθέτης.
Ἰδιαιτέρως σημαντικό εἶναι τό ἁγιολογικό ἔργο τοῦ ἁγ. Μακαρίου Μητροπ. Ρωσίας, προηγουμένως Ἀρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ, ὁ ὁποῖος συνέγραψε σέ 12 τόμους τά λεγόμενα "Μεγάλα Μηναῖα", καθώς καί ὁ Συναξαριστής τοῦ ἁγ. Δημητρίου Ἀρχιεπισκόπου Ροστώφ.

2. Αἱρέσεις - Σχίσματα - Θεολογικές ἔριδες - Σύνοδοι
Ἡ πρώτη σοβαρή αἵρεση στή Ρωσική Ἐκκλησιαστική Ἱστορία εἶναι ἐκείνη τῶν Στριγγολνίκων, οἱ ὁποῖοι - κατά τό πρότυπο τῶν Βογομίλων - ἀρνοῦνταν τήν Ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, τόν θρησκευτικό ἐνταφιασμό, τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἀπόκτηση περιουσίας ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τούς Λειτουργούς Της. Ἡ αἵρεση αὐτή δημιουργήθηκε σάν ἀντίδραση πρός τίς καταχρήσεις τοῦ Κλήρου καί τόν πλουτισμό τῶν μονῶν καί τῆς Ἐκκλησίας γενικώτερα, σέ βάρος τοῦ ἐξαθλιωμένου Ρωσικοῦ λαοῦ.
Τήν αἵρεση ἀντιμετώπισαν ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως Νεῖλος (1382), ὁ Μητροπολίτης Ρωσίας Φώτιος (1416, 1427) καί ὁ ἅγ. Στέφανος Ἐπίσκοπος Πέρμ. Τό 1375 στό Νόβγκοροντ οἱ ἡγέτες τῆς αἱρέσεως Νικήτας καί Κάρπος ἀφωρίσθηκαν καί ρίχτηκαν ἀπό τόν λαό ἀπό μία γέφυρα στόν ποταμό Βολκώφ! "κατά τόν συνήθη ἐν Νόβγκοροντ τρόπον καταδίκης τῶν αἱρετικῶν" (Βλ. Φειδᾶ αὐτ. σελ. 176).
Ἄλλη σοβαρή αἵρεση ἦταν ἐκείνη τῶν Ἰουδαϊζόντων, ἕνα κρᾶμα Ἰουδαϊσμοῦ καί Χριστιανικοῦ ὀρθολογισμοῦ. Τό 1470 ὁ πολυμαθής Ἑβραῖος Σχαρίγια, πέτυχε νά προσηλυτίσει στόν Ἰουδαϊσμό πολλούς λαϊκούς τοῦ Νόβγκοροντ, ἀλλά καί κληρικούς (μεταξύ αὐτῶν τούς Ἱερεῖς Διονύσιο καί Ἀλέξιο). Μεταξύ ἄλλων ἡ αἵρεση ὑποστήριζε, ὅτι ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου θά γίνει τό 1492 (5508 + 1492 = 7000). Ἡ αἵρεση εἶχε τέτοια διάδοση, ὥστε τό 1490 ἀναδείχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ ὁ Ἰουδαϊζων ἀρχιμ. Ζωσιμᾶς (ἐκθρονίσθηκε τό 1497 λόγῳ μέθης). Τῆς αἱρέσεως ἐπιλήφθηκε Σύνοδος στή Μόσχα (1488), ἐνῶ ἄλλη Σύνοδος τό 1503 ἀποφάσισε τόν διά πυρᾶς θάνατο τῶν αἱρετικῶν!
Σοβαρές ἐπίσης ὑπῆρξαν καί οἱ ἀκόλουθες αἱρέσεις:
Ἡ αἵρεση τῶν Χλύστοι δημιουργήθηκε τόν 17ο αἰ. ἀπό κάποιον πού ὑποστήριζε ὅτι ἦταν ὁ Θεός. Οἱ Χλύστοι ἀρνοῦνταν τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τήν Ἁγία Γραφή, ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Θεός ἐνσαρκώθηκε στόν ἄνθρωπο Ἰησοῦ ὁ ὁποῖος πέθανε καί ἐνταφιάσθηκε στά Ἱεροσόλυμα, δίδασκαν ὅτι τό σῶμα ἦταν φυλακή τῆς ψυχῆς, ἀπέρριπταν τόν γάμο καί θεωροῦσαν τά παιδιά ἐνσαρκώσεις τῆς ἁμαρτίας. Στή λατρεία τους ὑπῆρχε τυπικά ἕνας Χριστός καί μία Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ διάβαζαν προφητείες χορεύοντας ἐκστατικά. Κατά τήν δεκαετία τοῦ 1730 μία ὁμάδα τῆς αἱρέσεως αὐτῆς ἀνακαλύφθηκε στή Μόσχα καί 400 μέλη της διώχθηκαν ὡς αἱρετικοί κατά τήν δεκαετία τοῦ 1740. Ἔκτοτε ἡ αἵρεση ἀναπτύχθηκε μυστικά καί κατά τόν 19ο αἰ. ἔφθασε νά ἀριθμεῖ 60.000 μέλη.
Οἱ Σκόπτσυ προέκυψαν ἀπό τούς Χλύστοι τόν 18ο αἰ. Ἀπέρριπταν τίς γεννετήσιες σχέσεις καί εὐνούχιζαν τούς ἄνδρες, ἐνῶ ἔκοβαν τά στήθη τῶν γυναικῶν, γιά νά διατηρήσουν ἠθική καθαρότητα. Ὁ πλέον ἀξιόλογος ἀπό τούς πρώτους ἡγέτες τους ἦταν ὁ Konrad Selivanov, ὁ ὁποῖος ἐξορίστηκε στή Σιβηρία κατά τήν βασιλεία τῆς Μεγάλης Αἰκατερίνης. Κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἀλεξάνδρου Α’ οἱ ὑψηλές του διασυνδέσεις τοῦ ἐπέτρεψαν νά ζῆ σχετικά ἄνετα καί νά διαδίδει τήν διδασκαλία του. Κατά τήν βασιλεία τοῦ Νικολάου Α’ οἱ Σκόπτσυ διώχθηκαν, ἀλλά ἡ μυστική τους διάρθωση τούς ἐπέτρεψε νά ἔχουν μεγάλο ἀριθμό ὁπαδῶν.
Οἱ Πνευματικοί Ἀγωνιστές (Duhodory), ἐμφανίσθηκαν στήν Οὐκρανία σάν μετριοπαθεῖς Χλύστοι, ὀργανώθηκαν σέ αὐστηρές κοινότητες καί παρουσίασαν οἰκονομική ἄνθηση μέ ἀποτέλεσμα νά προσελκύσουν τήν προστασία ὑψηλῶν προσώπων τῆς ἐποχῆς (Γρηγόριος Skovoroda καί Λέων Τολστόϊ). Ἀπέρριπταν τό Τριαδικό Δόγμα. Τό 1899 μία ὁμάδα τους μετανάστευσε στόν Καναδᾶ.
Οἱ Μολοκάνοι (στά ρωσικά σημαίνει, «αὐτοί πού πίνουν γάλα»), προέκυψαν ἀπό τούς Πνευματικούς Ἀγωνιστές. Ἀναγνώριζαν τήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά ἀπέρριπταν τίς ἱεροτελεστίες, τίς εἰκόνες καί τίς νηστείες (ἀπ’ ὅπου καί ὀνομάσθηκαν).
Οἱ Πνευματοφόροι τέλος (Dukhonosty) δημιουργήθηκαν ἀπό τόν Εὐλάμπιο Κοτέλνικωφ στόν ποταμό Ντόν καί ἀντιπροσώπευαν ἕνα συνοθύλευμα μυστικῶν ἰδεῶν. Καλλιεργοῦσαν τήν ἰδέα τῆς «ἐσωτερικῆς Ἐκκλησίας» καί ἀσχολοῦνταν μέ τόν ἀποκρυφισμό. Τό 1817 ὁ Κοτέλνικωφ συνελήφθη καί τελικά πέθανε ἐξόριστος στό Σολόβκι τό 1826, ὅπου ἔχασε τά λογικά του.
Μεταξύ τῶν Συνόδων σημαντικές εἶναι οἱ Σύνοδοι τῶν ἐτῶν 1547 καί 1549, πού προχώρησαν μεταξύ ἄλλων στή διακήρυξη ἁγιότητος νέων Ρώσων Ἁγίων.
Τό 1551 συγκλήθηκε στή Μόσχα ἡ σπουδαιότερη Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ἡ Σύνοδος τῶν Ἑκατό Κεφαλαίων, ἐπί Τσάρου Ἰβάν Δ' τοῦ Τρομεροῦ καί Μητροπ. Ρωσίας ἁγ. Μακαρίου. Οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου ὑπῆρξαν ἀπόρροια τῆς δράσεως τοῦ Φωτιστοῦ τῶν Ρώσων ὁσ. Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ. Ἡ Σύνοδος περιώρισε τήν αὐθαιρεσία τῶν Ἐπισκόπων, καταδίκασε τήν μέθη, τήν τοκογλυφία καί τόν ἀκόλαστο βίο μοναχῶν καί κληρικῶν, ἀπαγόρευσε τήν λειτουργία μικτῶν μονῶν, προγραμμάτισε τήν λειτουργία ἐκκλησιαστικῶν σχολῶν, ἀλλά διακήρυξε τήν ἀνωτερώτητα τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας ἔναντι τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (ἔτσι δημιουργήθηκε τό ὑπόβαθρο τοῦ Σχίσματος τῶν Παλαιοπίστων, τό 1653).
Σημαντικές εἶναι καί ἡ Σύνοδος τοῦ 1666 - 1667 (γιά τήν ὁποία γίνεται ἀναφορά στό περί τῶν Παλαιοπίστων ἄρθρο) καί ἡ Πανρωσική τοῦ 1917 – 1918, μέ τήν ὁποία ἐκτός τῶν ἄλλων ἐπανιδρύθηκε τό Ρωσικό Πατριαρχεῖο (στήν ὁποία γίνεται ἀναφορά στά ἑπόμενα).

3. Ἡ Μητρόπολις Κιέβου – Ἡ Λατινική προπαγάνδα καί ἡ Οὐνία.
Μνημονεύθηκε προηγουμένως ἡ ἀποτυχία τῆς Παπικῆς Σταυροφορίας κατά τῆς Ρωσίας ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι (1240, 1242) καί ἡ προσπάθεια τοῦ Πάπα Ἰννοκεντίου Δ' νά προσεταιρισθεῖ τόν Ἡγεμόνα Ἀλέξανδρο "εἰρηνικῶς". Μετά τήν καταστροφή τοῦ Κιέβου ἀπό τούς Τατάρους (1240), ὁ Ἡγεμόνας τῆς Βολυνίας - Γαλικίας Δανιήλ Ρωμανόβιτς δέχτηκε τήν ἕνωση μέ τόν Πάπα, ὑπό τόν ὅρο τῆς στρατιωτικῆς βοηθείας κατά τῶν Τατάρων, ἀλλά διέκοψε τίς σχέσεις του μέ τήν Ρώμη, ὅταν διαπίστωσε ὅτι ἡ Δύση ἀδυνατοῦσε νά τόν συνδράμει στρατιωτικά. Ὅμως τό 1340 καταλήφθηκε ἀπό τούς Πολωνούς ἡ Γαλικία καί στή συνέχεια ἡ Βολυνία ἀπό τούς Λιθουανούς, λαούς κατά παράδοση Ρωμαιοκαθολικούς. Αὐτό εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τήν αὔξηση τῆς πιέσεως πάνω στούς Ὀρθοδόξους πληθυσμούς γιά ὑπαγωγή στή δικαιοδοσία τοῦ Πάπα. Στό Πσκώφ ἀπό τό 1265 ὁ Ἡγεμόνας ἅγ. Ντόβμοντ – Τιμόθεος (+ 1299), ἀντιμετώπισε μέ ἐπιτυχία τήν Λατινική προπαγάνδα.
Ἡ Λατινική προπαγάνδα εὐνοήθηκε σημαντικά ἀπό τούς Βασιλεῖς τῆς Πολωνίας καί Λιθουανίας Καζιμίρ Δ' (1440 - 1492), Λιθουανίας (1492 - 1500) καί Πολωνίας (1501 - 1506) Ἀλέξανδρο (ὁ ὁποῖος ἐδίωξε τούς Ὀρθοδόξους), Λιθουανίας (1506 - 1544) καί Πολωνίας (1506 - 1548) Σιγισμούνδο Α' καί Λιθουανίας (1544 - 1572) καί Πολωνίας (1548 - 1572) Σιγισμούνδο Β'.
Τό 1461 ἱδρύθηκε ἀπό τόν Καζιμίρ Δ’ ἡ Μητρόπολις Κιέβου, ἡ ὁποία περιλάμβανε τίς κάτω ἀπό Πολωνο-Λιθουανική κατοχή Ρωσικές ἐπαρχίες (Ἐπισκοπές Τσερνίκωφ, Σμολένσκ, Πολότσκ, Λούτσκ, Τούρωφ, Βλαδιμήρ Βολυνίας, Γαλικίας, Περεμύσλ καί Χόλμσκ). Πρῶτος Μητροπ. Κιέβου χειροτονήθηκε στή Ρώμη ἀπό τόν φυγάδα Λατινόφρονα Πατριάρχη ΚΠόλεως Γρηγόριο ὁ ἐπίσης Λατινόφρων Γρηγόριος Μπολγκάριν (1458 – 1473), μαθητής τοῦ ἐκπτώτου Ἑνωτικοῦ Μητροπ. Ρωσίας Ἰσιδώρου τοῦ Πελοποννησίου. Ὁ Γρηγόριος δέχονταν τόν ἑνωτικό ὅρο τῆς Συνόδου Φερράρας – Φλωρεντίας καί μέ τήν οὐσιαστική συνδρομή τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν Ἡγεμόνων τῆς Πολωνίας καί τῆς Λιθουανίας προσπάθησε νά ἐπιβάλλει τήν ἕνωση στούς Ὀρθοδόξους πληθυσμούς.
Τόν Γρηγόριο διαδέχτηκαν οἱ ἑνωτικοί Μητροπολίτες Μισαήλ (1475 – 1480), Σπυρίδων (1479 – 1481, ὁ ὁποῖος ἐκλέχθηκε ζῶντος τοῦ Μισαήλ καί δέν ἀνέλαβε ποτέ τήν ἐξουσία), Συμεών (1480 – 1488), Ἰωνᾶς (1488 – 1494), Μακάριος (1494 – 1497), Ἰωσήφ Α’ (1497 – 1501), Ἰωνᾶς Β’ (1503 – 1507), Ἰωσήφ Β’ (1507 – 1501), Ἰωσήφ Γ’ (1522 – 1507), Μακάριος Β’ (1534 – 1555), Σίλβεστρος (1556 – 1567), Ἰωνᾶς Γ’ (1568 – 1576), Ἡλίας (1576 – 1579), Ὀνησιφόρος (1579 – 1576) καί Μιχαήλ (1589 – 1596). Οἱ ἑνωτικοί Μητροπολίτες Κιέβου δέν ἔμεναν στό κατά παράδοση Ὀρθόδοξο Κίεβο, ἀλλά στό Νόβγκοροντ τῆς Λιθουανίας.
Πέρα ὅμως ἀπό τήν ἑνωτική Μητρόπολη Κιέβου, ἱδρύθηκαν σταδιακά καί Λατινικές Ἐπισκοπές στά κατεχόμενα Ρωσικά ἐδάφη (στό Κίεβο τό 1350, τό Λβώφ καί τήν Γαλικία τό 1361, τό Περεμύσλ τό 1390 καί τό Λούτσκ τό 1585), ἐνῶ τό 1388 ἱδρύθηκε Λατινική Ἐπισκοπή στή Βίλνα.
Ὑπερασπιστές τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τήν ἴδια περίοδο ἀναδείχθηκαν οἱ λαϊκοί καί οἱ μοναχοί, μέ τήν ἵδρυση Ὀρθοδόξων Ἀδελφοτήτων, κάτω ἀπό τήν καθοδήγηση τοῦ μαθητή τοῦ ὁσ. Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ Πρίγκιπα Ἀνδρέα Κούρμπσκυ καί τοῦ Ἡγεμόνα τοῦ Ὀστρόγκ Κωνστα-ντίνου Κωνσταντίνοβιτς, μέ τήν ὑποστήριξη τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Ἰωακείμ ἀναγνώρισε μέ Πατριαρχικό του Γράμμα τήν ἀρχαιότερη Ἀδελφότητα (ἐκείνη τοῦ Λβώφ, 1586) καί ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως Ἱερεμίας Β’ ὁ Τρανός ἐπιστρέφοντας τό 1589 ἀπό τήν Ρωσία (μετά τήν ἵδρυση τοῦ Ρωσικοῦ Πατριαρχείου), εὐλόγησε τήν Ἀδελφότητα τοῦ Λβώφ καί τήν ἵδρυση τῆς Ἀδελφότητας τῆς Ἁγίας Τριάδος Βίλνας (ἡ ὁποία ὀργάνωσε σχολή καί τυπογραφεῖο) καί χειροτόνησε τόν Μητροπ. Κιέβου Μιχαήλ (Ρογκόζα, 1589 – 1596), σέ διαδοχή τοῦ δίγαμου Μητροπ. Ὀνησιφόρου.
Στίς ἡμέρες τοῦ Μητροπ. Μιχαήλ δημιουργήθηκε ἡ Οὐνία. Ἤδη τό 1571 ὁ λόγιος Ἰησουϊτης Πέτρος Σκάργκυ, Διευθυντής τῆς Ἀκαδημίας τῆς Βίλνας, ἔγραψε ἔργο μέ τόν τίτλο «Περί τῆς ἑνώσεως τῆς Ἐκκλησίας», στό ὁποῖο διατυπώνοταν ἡ θέση, ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι ἔπρεπε νά ἀναγνωρίσουν τήν δικαιοδοσία τοῦ Πάπα Ρώμης, διατηρῶντας τό Ὀρθόδοξο Τυπικό καί τά λατρευτικά τους ἔθιμα.
Τό 1591 οἱ ἑνωτικοί Ἐπίσκοποι Λούτσκ Κύριλλος, Λβώφ Γεδεών, Χόλμ Διονύσιος καί Μίνσκ Λεόντιος (οἱ δύο τελευταῖοι ἔγγαμοι πού ζοῦσαν μέ τίς συζύγους τους), ζήτησαν ἀπό τόν Ἡγεμόνα Σιγισμούνδο Β’ τήν διοικητική ὑπαγωγή τῆς Μητροπόλεως Κιέβου στόν Πάπα Ρώμης, μέ τόν ὅρο τῆς διατηρήσεως τοῦ Ὀρθοδόξου λατρευτικοῦ τύπου καί τῶν δικαιωμάτων τους. Τό 1594 ὁ Σιγισμούνδος ἔστειλε στή Ρώμη τούς Ἐπισκόπους Λούτσκ Κύριλλο καί Βλαδίμηρ Ὑπάτιο (πού εἶχε προσχωρήσει), γιά τήν σύνταξη τῆς πράξης τῆς ἑνώσεως, χωρίς ὁ Μητροπ. Μιχαήλ νά μπορέσει νά ἀποτρέψει τήν ἐξέλιξη αὐτή.
Τό 1596 συγκλήθηκε στή Βρέστη ἑνωτική Σύνοδος πού ἐπικύρωσε τήν ἕνωση – Union - Οὐνία. Στή Σύνοδο συμμετεῖχαν χωρίς ἀποτρεπτικό ἀποτέλεσμα οἱ Ἔξαρχοι τοῦ Πατριαρχείου ΚΠόλεως Νικηφόρος καί τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας Κύριλλος Λούκαρις, τῶν ὁποίων κινδύνευσε καί ἡ ζωή ἀπό τούς Οὐνίτες. Στή συνέχεια οἱ Οὐνίτες Ἐπίσκοποι χειροτόνησαν ὁμόφρονές τους Ἐπισκόπους, οἱ Ὀρθόδοξοι Κληρικοί στερήθηκαν τῶν μέσων ἐπιβίωσις καί οἱ Ὀρθόδοξοι γενικά καταδικάσθηκαν σέ κοινωνική περιθωριοποίηση καί ἔχασαν τούς ναούς τους (ἡ Ἁγία Σοφία τοῦ Κιέβου δόθηκε στούς Οὐνίτες καί στή Λαύρα τῶν Σπηλαίων ἐγκαταστάθηκε Οὐνιτική ἀδελφότητα).
Οἱ διάδοχοι τοῦ Μητροπ. Μιχαήλ Ὑπάτιος (Ποτσέϊ, 1599 - 1613) καί Ἰωσήφ (Ρούτσκυ, 1613 – 1637), ἀναδείχθηκαν μεγάλοι διώκτες τῶν Ὀρθοδόξων καί ἡ κατάστασις τῆς Ὀρθοδοξίας ἦταν πλέον τραγική (τό 1610 ὁ δάσκαλος τῆς Ἀδελφότητας τῆς Βίλνας Μελέτιος Σμοτρίτσκυ περιέγραψε τήν θλιβερή κατάσταση στό ἔργο του «Θρῆνος τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας»).
Ἡ Ὀρθοδοξία ὑποστηρίχθηκε ἐνεργά κατά τήν περίοδο αὐτή ἀπό τούς Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας ἅγ. Μελέτιο τόν Πηγᾶ καί Ἱεροσολύμων Θεοφάνη, ὁ ὁποῖος χειροτόνησε Μητροπολίτη Κιέβου τόν Ὀρθόδοξο Ἰώβ Μπορέτσκυ καί Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους γιά τίς Ἕδρες τοῦ Πολότσκ, τοῦ Βλαδιμήρ Βολυνίας, τοῦ Λούτσκ, τοῦ Περεμύσλ, τοῦ Χόλμ καί τοῦ Μίνσκ, χωρίς οἱ χειροτονίες αὐτές νά ἀναγνωριστοῦν ἀπό τήν Πολωνική Κυβέρνηση.
Τό 1621 ὁ Μητροπ. Ἰώβ συγκάλεσε Σύνοδο στό Κίεβο γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς Οὐνίας, μέ τήν ἀνύψωση τοῦ πνευματικοῦ καί μορφωτικοῦ ἐπιπέδου τοῦ Ὀρθοδόξου Κλήρου, τό προφορικό καί γραπτό κήρυγμα, τήν ἵδρυση σχολῶν καί ἀδελφοτήτων, κ.ἄ., μέ τήν συμπαράσταση τῶν Ὀρθοδόξων Κοζάκων Ἀρχηγῶν (τό 1648 οἱ Κοζάκοι ἐξεγέρθηκαν κατά τῶν Πολωνῶν καί ἱδρύθηκε τό αὐτόνομο κράτος τῆς Οὐκρανίας, κάτω ἀπό τήν ἐπικυριαρχεία τῆς Μόσχας).
Τόν Μητροπ. Ἰώβ διαδέχθηκε τό 1631 ὁ Ἐπίσκοπος Σμολένσκ Ἠσαϊας Κοπίνσκυ, ὁ ὁποῖος ἀξιοποίησε τήν εὐκαιρία τοῦ θανάτου τοῦ Ἡγεμόνα Σιγισμούνδου Β’ (1632), γιά ζητήσει τήν ἀναγνώριση τῆς Ὀρθοδοξίας. Πράγματι ἡ Πολωνική Κυβέρνηση ὑποχρεώθηκε ἀπό τά πράγματα νά ἀναγνωρίσει τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ Ὁποία διέθετε πλέον Μητροπολίτη καί τέσσερεις Ἐπισκόπους.
Τόν Μητροπ. Ἠσαϊα διαδέχθηκε τό 1633 ὁ ἅγ. Πέτρος Μογίλας, γιός τοῦ Ἡγεμόνα τῆς Βλαχίας Συμεών Μογίλα, Ἡγούμενος τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου.
Ἡ πάλη μεταξύ Ὀρθοδοξίας – Οὐνίας - Ρωμαιοκαθολικισμοῦ στή Ν. Δ. Ρωσία (Οὐκρανία, Λευκορωσία, Βαλτικές Χώρες), συνεχίστηκε μέ ἔνταση μέχρι τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917. Τό 1794, κατά τήν βασιλεία τῆς Μεγάλης Αἰκατερίνης (1763 - 1796), ἑνώθηκαν μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία 2.000.000 Οὐνίτες, σάν ἀποτέλεσμα τῆς ἐνσωματώσεως τῆς Οὐκρανίας στή Ρωσική Αὐτοκρατορία (1793). Τό 1839, Σύνοδος Οὐνιτῶν στό Πολότσκ, προχώρησε στήν ἕνωση μέ τήν Ὀρθοδοξία ἄλλης ὁμάδος Οὐνιτῶν, ὑπό τόν Ἰωσήφ Σεμάσκο (ἀπό τό 1852 Μητροπ. Λιθουανίας).
Ἀπό τό 1917 κ. ἐξ. ὁ διωγμός τῶν Μπολσεβίκων κατά τῆς Πίστεως γενικά, περιώρισε τίς ἐκκλησιαστικές ἀντιπαλότητες, οἱ ὁποῖες ὅμως ἐπανεμφανίσθηκαν σέ μεγάλο βαθμό μετά τήν κατάρρευση τοῦ Κομμουνιστικοῦ καθεστώτος (ἀνεξαρτησία Οὐκρανίας καί Λευκορωσίας, ἔξαρση τῆς Οὐνίας στίς δύο αὐτές χώρες, σχίσμα τοῦ Μητροπ. Κιέβου Φιλαρέτου, ἵδρυσις Πατριαρχείου Κιέβου, ἐμφάνισις τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας).

4. Ἡ Ρωσική Ἐκκλησιαστική Τέχνη
α. Ἐκκλησιαστική Ἀρχιτεκτονική.
Ὁ Ρῶσος ἱστορικός τῆς Τέχνης I. E. Grabar, γράφει γιά τήν ἐκκλησιαστική ἀρχιτεκτονική τῆς χώρας του: "Ἀπό τά ἐπιτεύγματα τῶν Ρώσων στό χῶρο τῆς ἀρχιτεκτονικῆς ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Ρωσία ἦταν ἡ χώρα τῶν ἀρχιτεκτόνων. Ἡ αἴσθηση τῶν ἀναλογιῶν, ἡ κατανόηση τῶν γραμμῶν, τό διακοσμητικό ἔνστικτο καί ἡ ἰδιοφυϊα τῶν μορφῶν, δηλαδή ὅλες οἱ ἀρχιτεκτονικές ἀρετές τίς ὁποῖες συναντᾶ κανείς διά μέσου τῶν αἰώνων τῆς ρωσικῆς ἀρχιτεκτονικῆς, ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ ρωσικός λαός ἔχει ἕνα ἔκτακτο ἀρχιτεκτονικό ταλέντο" (I. E. Graber, "The History of Russian Art", Μόσχα 1909, τ. 1, σελ. 4).
Κατά τόν Ἕλληνα εἰδικό μελετητή τῆς Ρωσικῆς Ἀρχιτεκτονικῆς, Ἀκαδημαϊκό Σόλωνα Κυδωνιάτη, ἡ Ρωσική Ἀρχιτεκτονική διακρίνεται σέ τέσσερεις περιόδους (βλ. Σόλωνος Κυδωνιάτη, "Ἑλληνική Παρουσία στή Ρωσία - Ἡ Ἀρχιτεκτονική ὡς σύνδεσμος δύο λαῶν", 1989).
πρώτη περίοδος, ἡ Κιεβινή, εἶναι καθαρά Βυζαντινή (10ος - 15ος αἰ.). Κατ' αὐτή, "ἡ Ρωσική Τέχνη ἐξηρτήθη τοσοῦτον ἀπό τῶν Βυζαντινῶν πρωτοτύπων, οὕτως ὥστε νά συνιστᾶ ἐπαρχιακήν ποικιλίαν τῆς καθαρῶς Βυζαντινῆς Τέχνης" (Βλ. Φειδᾶ, αὐτ. σελ. 129). Τήν περίοδο αὐτή οἱ ναοί κτίζονταν μέ βάση τά Βυζαντινά πρότυπα.
Στό Κίεβο ὁ Μεγ. Ἡγεμόνας ἅγ. Βλαδίμηρος ὁ Μέγας ἔκτισε τόν περίφημο Ναό τῆς Δεκάτης, ὁ ὁποῖος καταστράφηκε ἀπό τούς Τατάρους τό 1240. Στό Ναό αὐτό ὁ Βλαδίμηρος χρησιμοποίησε κίονες, ψηφιδωτά καί εἰκόνες ἀπό τήν Βυζαντινή Χερσῶνα. Ὁ ἐπίσης περίφημος Ναός τῆς Ἁγίας Σοφίας Κιέβου, κτίσθηκε στίς ἀρχές τοῦ 11ου αἰ. ἀπό τόν Μεγ. Ἡγεμόνα Γιαροσλάβο τόν Σοφό, σέ ρυθμό πεντάκλιτης Βασιλικῆς. Ὁ ναός αὐτός σώζεται μέχρι σήμερα, μέ τίς προσθῆκες τοῦ 17ου καί 18ου αἰ. τοῦ Μητροπ. Κιέβου ἁγ. Πέτρου Μογίλα καί τοῦ Ἐτμάνου Ἰβάν Μαζέππα. Στό Κίεβο διασώζονται ἀκόμη τό Καθολικό τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων (ἀναστηλωμένο μετά τούς βομβαρδισμούς τῶν Γερμανῶν κατά τόν Β' Παγκόσμιο Πόλεμο) καί ὁ Καθεδρικός Ναός τοῦ ἁγ. Μιχαήλ.
Ἀξιόλογοι ναοί εἶναι ἀκόμη ὁ Ναός τῆς Ἁγίας Σοφίας Νόβγκοροντ (1045 -1052), ὁ Ναός Μεταμ. Σωτῆρος Τσερνίκωφ καί οἱ Ναοί Κοιμ. Θεοτόκου (1158) καί ἁγ. Δημητρίου (1196) Βλαδιμήρ.
δεύτερη περίοδος εἶναι ἡ ἐθνική Ρωσική (τέλη 15ου - τέλη 18ου αἰ.). Κατά τήν περίοδο αὐτή μέ κέντρο τήν Μόσχα, διαμορφώθηκε ὁ κλασσικός τύπος τῶν κρομιόσχημων ρωσικῶν τρούλων καί ἡ ἐθνική ρωσική ἐκκλησιαστική ἀρχιτεκτονική, παραδόξως ὄχι ἀπό Ρώσους, ἀλλά ἀπό Ἰταλούς ἀρχιτέκτονες! (Ὁ Ἀριστοτέλης Fioravanti ἀπό τήν Μπολόνια, προσκλήθηκε στή Μόσχα τό 1475 ἀπό τόν Ἡγεμόνα Συμεών καί ἔκτισε τόν Καθεδρικό Ναό Κοιμ. Θεοτόκου Κρεμλίνου· ὁ Aloiso ὁ Νεώτερος προσκλήθηκε ἀπό τόν Μεγ. Ἡγεμόνα Ἰβάν Γ' τό 1495 καί τό 1505 ἔκτισε τόν Καθεδρικό Ναό τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, στό Κρεμλῖνο· ὁ Πέτρος Ἀντώνιος Solario καί ὁ Μάρκος Ruffo τό 1485 ἀνοικοδόμησαν τά τείχη τοῦ Κρεμλίνου καί μεταξύ τῶν ἐτῶν 1487 - 1481 τό Ἀνάκτορο Granovitaia).
Πρέπει νά σημειωθεῖ, ὅτι ἡ ρωσική εὐσέβεια ἐκφράσθηκε στήν ἀρχιτεκτονική καί μέ τούς πολλούς, μεγάλου ὕψους, συνήθως ἐπιχρυσομένους τρούλλους. Λ. χ. ἡ Ἁγία Σοφία τοῦ Νόβγκοροντ (989) διαθέτει 13 τρούλλους, ὁ Ναός τῆς Δεκάτης στό Κίεβο (989 - 996 καί 1039) διέθετε 25, ἡ Ἁγία Σοφία τοῦ Κιέβου (1037 - 1043) ἔχει 13, ἡ Ἁγία Σοφία τοῦ Πολότσκ (1044 - 1066) ἔχει 7 καί ὁ Καθεδρικός Ναός τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ στό Κίεβο (1078 - 1088) 15! (Γιά τόν συμβολισμό τῶν τρούλλων βλ. I. E. Zabelin, "Distinctive Features of Old Russian Architecture", Μόσχα 1900, σελ. 82).
Στή Μόσχα ὑψώθηκε ὁ περίφημος Καθεδρικός Ναός τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Κρεμλίνου (Οὐπένσκυ Σομπόρ), ἡ Μητρόπολις τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπό τόν Μεγ. Ἡγεμόνα Ἰβάν Καλίτα. Πρόκειται γιά λαμπρό πεντάτρουλλο Ναό, πού κτίσθηκε μεταξύ τῶν ἐτῶν 1475 - 1479, ἀπό τόν Ἰταλό ἀρχιτέκτονα Ἀριστοτέλη Φιορβάντι καί τοιχογραφήθηκε τόν 15ο, 16ο καί 17ο αἰ. ἀπό τούς ἁγιογράφους Διονύσιο, Ἰβάν καί Βόριδα Παϊσέϊν, κ.ἄ. Ἦταν ὁ τόπος ἐνταφιασμοῦ τῶν Μητροπολιτῶν καί Πατριαρχῶν Ρωσίας. Στό ἐσωτερικό του σώζονται ὁ Θρόνος τοῦ Ἰβάν Δ' τοῦ Τρομεροῦ ("Θρόνος τοῦ Μονομάχου", 1571), ἡ λάρνακα τοῦ ἁγ. Ἰωνᾶ Μητροπολίτου Ρωσίας, περίτεχνο θησαυροφυλάκιο Ἁγίων Λειψάνων (ἔργο τοῦ Δημ. Σβέρτσκωφ, 1624), τάφοι Πατριαρχῶν, κ.ἄ. (Βλ. T. V. Tolstaya, "The Assumption Cathedral of the Moscow Kremlin", 1979).
Κτίσθηκαν ἀκόμη στό Κρεμλίνο οἱ Καθεδρικοί Ναοί τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Στό Νόβγκοροντ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Εὐθύμιος, μέ τήν συνδρομή Γερμανῶν ἀρχιτεκτόνων, ὕψωσε τούς ναούς τῆς Μονῆς Βιαζίτσκυ (1439) καί τοῦ ἁγ. Εὐθυμίου (1445). Ἀκόμη, στό Τβέρ ὁ Ἡγεμόνας ἅγ. Μιχαήλ ἔκτισε τόν ναό τῆς Μονῆς Τόρζκ.
Πέραν τῶν χαρακτηριστικῶν ναῶν τοῦ Κρεμλίνου τῆς Μόσχας, κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἰβάν Δ' τοῦ Τρομεροῦ καί σέ ἀνάμνηση τῆς καταλήψεως τοῦ Καζάν, ὑψώθηκε στήν Κόκκινη Πλατεία τῆς Μόσχας, ὁ περίφημος Ναός τοῦ ἁγ. Βασιλείου.
τρίτη περίοδος εἶναι ἡ Νεοκλασσική (τέλη 18ου αἰ. μέχρι τήν Ἐπανάσταση). Ἄρχισε νά ἀναπτύσσεται μέ κέντρο τήν Ἁγία Πετρούπολη κατά τήν βασιλεία τῆς Μεγάλης Αἰκατερίνης. Ὅλες οἱ τάσεις τῆς Δυτικοευρωπαϊκῆς Τέχνης (μπαρόκ, κλασσικισμός, ρομαντισμός, ρεαλισμός), ἐφαρμόσθηκαν καί στή Ρωσία. Ὁ Ἰταλός ἀρχιτέκτονας Βαρθολομαῖος Ραστρέλλι, κατά τήν βασιλεία τῆς Ἐλισάβετ, ἔκτισε ἐκτός ἄλλων τόν Καθεδρικό Ναό τοῦ ἁγ. Ἀδρέου Κιέβου (σέ ρυθμό μπαρόκ) καί οἱ Ρῶσοι Βορονίχιν καί Ζαχάρωφ, ἔκτισαν τόν περίφημο Καθεδρικό Ναό τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν, στήν Ἁγία Πετρούπολη (1811). Ὅμως τό πλέον ἀντιπροσωπευτικό δεῖγμα τῆς νεοκλασσικῆς ρωσικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχιτεκτονικῆς εἶναι ὁ Καθεδρικός Ναός τοῦ ἁγ. Ἰσαάκ, ἐπίσης στήν Ἁγία Πετρούπολη.
Ὁ Ναός εἶναι μονότρουλλος, ὕψους 101, 5 μέτρων, χωρητικότητος 14.000 ἀτόμων! Εἶναι ὁ τρίτος ναός σέ μέγεθος στό Χριστιανικό κόσμο, μετά τίς Βασιλικές τοῦ ἁγ. Πέτρου στή Ρώμη καί τοῦ ἁγ. Παύλου στό Λονδίνο. Ἐγκαινιάσθηκε τήν 30. 5. 1858. Γιά τόν διάκοσμό της χρησιμοποιήθηκαν 400 κιλά χρυσοῦ, 1.000 τόνοι χαλκοῦ καί 16 τόνοι μαλαχίτη! (G. Butikov, "St. Isaac's Cathedral, Leningrad", 1980).
Τό 1817 (12.10), ὁ Τσάρος Ἀλέξανδρος Α' θεμελίωσε στή Μόσχα τόν Ναό τοῦ Σωτῆρος, σέ ἀνάμνηση τῆς διασώσεως τῆς Ρωσίας ἀπό τήν εἰσβολή τοῦ Ναπολέοντα (1812). Πρόκειται γιά ναό Βυζαντινο - Ρωσικοῦ ρυθμοῦ, χωρητικότητος 10.000 ἀτόμων. Τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ ἔγιναν τήν 5. 12. 1883, κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἀλεξάνδρου Γ'. Τό 1917 - 18 στό ναό αὐτό συγκλήθηκε ἡ Πανρωσική Σύνοδος. Τήν 5. 12. 1931 ὁ Στάλιν ἀνατίναξε τόν Ναό, γιά νά κτίσει στήν θέση του τό Μέγαρο τοῦ Σοβιετικοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, ἀλλά τά ἄφθονα νερά πού βρέθηκαν κατά τήν ἐκσκαφή τῶν θεμελίων, ἐπέτρεψαν τήν κατασκευή μόνο μιᾶς κολυμβητικῆς δεξαμενῆς! Μετά τήν κατάρρευση τοῦ Σοβιετικοῦ καθεστῶτος, ὁ ναός ἀνακατασκευάσθηκε πάνω στά ἴδια σχέδια καί ἤδη ἀποτελεῖ ἕνα τῶν μεγάλων ἀξιοθεάτων τῆς Ρωσικῆς πρωτεύουσσας. (N. Malov, "National Shrine - The Cathedral of Christ Saviour in Moscow"· βλ. "The Journal of the Moscow Patriarchate", φ. 11/1989, σελ. 10 - 12 καί 13 - 16).
τέταρτη περίοδος εἶναι ἐκείνη τῆς Σοβιετικῆς κυριαρχείας, ἡ περίοδος τῶν καταστροφῶν ἐκκλησιαστικῶν μνημείων. Μόνο στή Μόσχα, στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰ. ὑπῆρχαν πλέον τῶν 1.000 ναῶν! Ὁ Ρῶσος κλασσικός Λέων Τολστόϊ στό ἔργο του "Μέγας Πέτρος", μνημονεύει τίς "σαράντα φορές σαράντα" ἐκκλησίες τῆς Μόσχας, τῶν ὁποίων οἱ καμπάνες κτυποῦσαν συναγερμό ὅλες μαζί! Ὁ Ἀλέξανδρος Πούσκιν στό ἔργο του "Εὐγένιος Ὀνιέγκιν", γράφει μέ ἐνθουσιασμό γιά τήν λαμπρότητα τῶν χρυσῶν τρούλλων. Ἡ Σοβιετική πραγματικότητα κατεδάφισε τούς περισσότερους ναούς (1931, Καθεδρικός Ναός Σωτῆρος Μόσχας), κάποιους τούς μετέτρεψε σέ μουσεῖα (Ναός Παναγίας Καζάν Ἁγίας Πετρουπόλεως) καί διατήρησε ἐλάχιστους σέ λειτουργία, γιά τίς ἀνάγκες τῆς ἐξωτερικῆς της πολιτικῆς. Στούς τελευταίους ἀνῆκουν οἱ Ναοί τοῦ Κρεμλίνου καί τῆς Λαύρας τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Ναός τοῦ ἁγ. Βασιλείου στήν Κόκκινη Πλατεία, ὁ Πατριαρχικός Ναός τῶν Ἐπιφανίων (15ος αἰ.) καί κάποιοι ἄλλοι. (Γιά τήν Ρωσική Ἐκκλησιαστική Ἀρχιτεκτονική βλ. γενικά H. Faenson - Vl. Ivanov, "Early Russian Architecture", 1975).

β. Ἐκκλησιαστική Ζωγραφική
"Στίς ρωσικές ἐκκλησίες - γράφει ὁ Καθηγητής Ἀθ. Δεληκωστόπουλος - τό κάλλος τῆς διακοσμήσεως εὑρίσκεται σέ ἀπόλυτη ἁρμονία μέ τά χαρακτηριστικά τῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Τό βλέμμα τοῦ πιστοῦ σαγηνεύεται ἀπό τό πλῆθος τῶν σκηνῶν ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί ἀπό τίς μορφές τῶν Ἁγίων, μέ τίς ὁποίες εἶναι εἰκογραφημένοι οἱ τοῖχοι καί οἱ τροῦλλοι...
Ἡ ρωσική εἰκόνα ἀποτελεῖ μία ἀπί τίς πλέον ἐναργεῖς διακηρύξεις τοῦ ἐθνικοῦ θρησκευτικοῦ πνεύματος. Διήκει διά μέσου τῶν αἰώνων καί ἀντανακλᾶ τήν ἐμπειρία τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, συνιστᾶ δέ "ἐνόραση διά τοῦ χρωστῆρος
" (Ἀθ. Δεληκωστόπουλου, "Οἱ σάλπιγγες τῆς Ἰεριχούς...", σελ. 74 καί 77).
Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ἀπό τούς πρώτους Ἁγίους τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι οἱ Ἅγιοι εἰκονογράφοι Ἀλύπιος (+ 1114) καί Γρηγόριος (11ος) καί οἱ δύο μοναχοί τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Ἄλλοι εἰκονογράφοι Ἅγιοι ἦσαν ὁ Μητροπολίτης Ρωσίας Πέτρος (+ 1326), ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ροστώβ Θεόδωρος (+ 1394), ὁ ὅσ. Διονύσιος τοῦ Γκουσίτσκ (+ 1473), ὁ ὅσ. Ἀντώνιος τοῦ Σίγια (+ 1556) καί κορυφαῖος ὅλων ὁ ὅσ. Ἀνδρέας Ρουμπλιώφ (+ 1430) (βλ. γενικά Ἀντ. Μάρκου, "Τό Ρωσικό Ἁγιολόγιο").
Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 12ου αἰ. στή Νερέδιτσα τοῦ Νόβγκοροντ, στό Πσκώφ, στή Σταράγια Λαντόγκα καί στόν ἅγ. Δημήτριο τοῦ Βλαδιμήρ, ἀποτελοῦν ἐπαναλήψεις τῶν ἀριστουργημάτων τῆς ΚΠόλεως, ἐνῶ στήν Ἁγία Σοφία τοῦ Κιέβου διασώζονται ἐξαιρετικά δείγματα ψηφιδωτῶν.
Ἡ τέχνη τῶν φορητῶν εἰκόνων καλλιεργήθηκε ἰδιαίτερα καί ἐνισχύθηκε ἀπό τήν παρουσία στή Ρωσία θαυματουργῶν Βυζαντινῶν Θεομητορικῶν Εἰκόνων, ὅπως τῆς Παναγίας τοῦ Βλαδιμήρ, τῆς Παναγίας τοῦ Σμολένσκ - Ὁδηγήτριας, κ.ἄ. (Βλ. σχετικά Ἀντ. Μάρκου, "Ρωσικές Εἰκόνες τῆς Θεοτόκου"· Περιοδικό "Ὀρθόδοξη Μαρτυρία"Λευκωσίας, φ. 56/1998).
Κατά τήν περίοδο τῆς Μογγολικῆς κυριαρχείας, ἡ ἁγιογραφία γνώρισε μεγάλη ἀκμή, κυρίως χάρις στήν παρουσία στή Ρωσία τοῦ μεγάλου ἁγιογράφου Θεοφάνη τοῦ Ἕλληνα (1327 - 1410). Ὁ Θεοφάνης "ἦταν ὁ καλλιτέχνης, ὁ ὁποῖος μέ τά ἔργα του ἔφερε ἀπό τό Βυζάντιο στή Ρωσία τό κάλλος, τό δραματικό τόνο καί τό πάθος, ἀλλά μέ μία πνοή πνευματικότητος" (Ἀθ. Δεληκωστόπουλου, αὐτ. σελ. 79). Εἰκονογράφησε τούς Ναούς τῆς Ἁγίας Σοφίας καί τῆς Μεταμ. Σωτῆρος στό Νόβγκοροντ, Κοιμ. Θεοτόκου στό Βλαδιμήρ, Κοιμ. Θετόκου στό Βολότοβο καί Γενν. Θεοτόκου, Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ καί Εὐαγγ. Θεοτόκου στή Μόσχα. (Γιά τόν Θεοφάνη βλ. M. Alpatov, "Theophanes the Greek", Μόσχα 1990· Κ. Σαρδελῆ, "Θεοφάνης ὁ Ἕλληνας", 1986· καί τοῦ ἰδίου "Θεοφάνης ὁ Ἕλληνας" στό Περιοδικό "Σύναξη" τ. 28, Ὀκτ. Δεκ. 1988, σελ. 61 - 64).
Ὁ Θεοφάνης ὑπῆρξε δάσκαλος τοῦ μεγαλυτέρου Ρώσου ἁγιογράφου, τοῦ ὁσ. Ἀνδρέα Ρουμπλιώφ, μοναχοῦ τῆς Λαύρας τοῦ ἁγ. Σεργίου. Ὁ Ἀνδρέας Ρουμπλιώφ (1350/1360 - 1430), ἁγιογράφησε ἐπί 27 χρόνια φορητές εἰκόνες στούς Ναούς Εὐαγγ. Θεοτόκου Μόσχας, Κοιμ. Θεοτόκου Βλαδιμήρ καί στή μονή τῆς μετανοίας του, Λαύρα Ἁγίας Τριάδος - ἁγ. Σεργίου. Τοιχογράφησε ἀκόμη ναούς στό Βλαδιμήρ καί τό Ζβενίγκοροντ.
Τό πλέον γνωστό ἔργο τοῦ ὁσ. Ἀνδρέα εἶναι ἡ Εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος - Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ, ἡ ὁποία σήμερα φυλάσσεται στήν Πινακοθήκη Τερτιάκωφ τῆς Μόσχας (State Tretyakjov Galery). "Ὑπεστηρίχθη - γράφει ὁ Βλ. Φειδᾶς - ὅτι ἡ εἰκών ἐφιλοτεχνήθη τό 1411 ἤ τό 1422 ἤ τό 1427, ἀλλ' ὁ καθορισμός τῆς ἀκριβούς χρονολογίας δέν εἶναι εὐχερής. Ὡς τά ἔργα τῶν μεγάλων δημιουργῶν, οὕτω καί ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος διακρίνεται διά τήν συνθετικότητα, τόν ρυθμόν, τόν φωτισμόν, τήν ἀρμονίαν, τήν καθαρότητα καί τήν ἁπλότητα... Ὁ Ἀνδρέας Ρουμπλιώφ ὑπῆρξεν ἀπαράμιλλος ἐκπρόσωπος τῆς ἀρχαίας Ρωσικῆς τέχνης καί κατέστη τό πρότυπον πάντων σχεδόν τῶν μεταγενεστέρων Ρώσων ζωγράφων καί δή καί κατ' ἀπόφασιν τῆς Συνόδου τῶν Ἑκατόν Κεφαλαίων (1551)" (Βλ. Φειδᾶ αὐτ. σελ. 182 - 183).
Κατά τόν Π. Εὐδοκίμωφ ἡ Εἰκόνα φιλοτεχνήθηκε τό 1425. "Τό 1904 - γράφει - ἡ Ἐπιτροπή ἀναστηλώσεως ἀφαιρεῖ τά μεταλλικά κοσμήματα καί μετά ἀπό μία ἐργασία ἀπελευθερώσεως μεταγενεστέρων στρωμάτων, ἡ Εἰκόνα παρουσιάζεται σέ μία τέτοια μεγαλοπρέπεια πού τά μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς συγκινήθηκαν μέ μία λέξη. Μπορεῖ νά πεῖ κανείς μέ βεβαιότητα, ὅτι δέν ὑπάρχει σέ κανένα μέρος τίποτε παρόμοιο ὅσο ἀφορᾶ τή δύναμη τῆς θεολογικῆς συνθέσεως, τόν πλοῦτο τοῦ συμβολισμοῦ καί τήν καλλιτεχνική ὡραιότητα" (Παύλου Εὐδοκίμωφ, "Ἡ τέχνη τῆς εἰκόνας - Θεολογία τῆς ὡραιότητος", ἔκδοσις Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, 1980, σελ. 187).
Τό 1405 ὁ ὅσ. Ἀνδρέας μνημονεύεται τρίτος (μετά τόν Θεοφάνη τόν Ἕλληνα καί τόν Πρόχορο), κατά τήν ἁγιογράφηση τοῦ Ναοῦ Εὐαγγ. Θεοτόκου Κρεμλίνου, ἐνῶ τό 1408 ἁγιογραφεῖ μέ τόν συνεργάτη του Δανιήλ τόν Ναό Κοιμ. Θεοτόκου Βλαδιμήρ.
"Ἡ κυρία συμβολή τοῦ Ἀντρέϊ Ρουμπλιώφ - γράφει ὁ π. Σταμάτιος Σκλήρης - ἔγκειται στήν ἰσορροπημένη σύνθεση τῶν διαφορετικῶν καί κάποτε ἀντιτιθεμένων ρευμάτων καί παραδόσεων τῆς ἐποχῆς του, μέσα σέ μία τέχνη πού ἐνδιαφερόταν νά ἐκφράσει πρωτίστως τό καθολικό ἐκκλησιαστικό βίωμα καί ὄχι προσωπικούς ἤ ἐθνικούς στοχασμούς καί βιώματα" (Στ. Σκλήρη, "Ἀντρέϊ Ρουμπλιώφ, ὁ Ἅγιος τῆς Ρωσικῆς Εἰκονογραφίας"· Περιοδικό "Σύναξη", φ. 28, Ὀκτ. Δεκ. 1988, σελ. 57).
"Ὁ Ρουμπλιώφ - σημειώνει ὁ Ἀθ. Δεληκωστόπουλος - διακρίνεται ὡς τό μεγαλύτερο ζωγραφικό ταλέντο ἀνάμεσα σ' ὅλους τούς Ρώσους Ἁγιογράφους. Χάρις στήν ἁγνότητα τοῦ μοναχικοῦ βίου καί στή σωστή θεολογική του σκέψη, ἀνεδείχθη ὁ πλέον ἐπιφανής ἐκφραστής τῆς Βυζαντινῆς ζωγραφικῆς παραδόσεως" (Ἀθ. Δεληκωστόπουλου αὐτ., σελ. 80 - 81).
Στό τέλος τοῦ 17ου αἰ. ἄρχισε ἡ διείσδυση δυτικῶν ἐπιρροῶν στή Ρωσική Εἰκονογραφία. Στό Νόβγκοροντ ἡ Σχολή Στρογγάνωφ παρήγαγε εἰκόνες μέ μεγάλη ἐκφραστικότητα, λεπτότητα καί ἁρμονία. Κατά τόν 17ο αἰ. διαπρέπει ὁ ἁγιογράφος Σίμων Οὐσακώφ (εἰκονοστάσιο Ναοῦ τῆς Παρθένου τῆς Γεωργίας). Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι κατά τήν ἀνακαίνιση τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ Εὐαγγ. Θεοτόκου Κρεμλίνου (τό 1947), ἀνακαλύφθηκαν τοιχογραφίες τοῦ 17ου αἰ. πού ἔγιναν ἀπό τόν ἁγιογράφο Θεοδόσιο, γιό τοῦ διασήμου ἁγιογράφου Διονυσίου. (Βλ. γενικά γιά τήν Ρωσική Εἰκονογραφία: E. N. Trubetskoi, "Ἡ Ἱστορία τῆς Ρωσίας μέσα ἀπό τήν εἰκονογραφία της", ἔκδοσις Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, 1989· "Οἱ πύλες τοῦ μυστηρίου - Θησαυροί τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τήν Ἁγία Ρωσία", ἔκδοσις Ἐθνικῆς Πινακοθήκης καί Μουσείου Ἀλεξάνδρου Σούτσου).

Ἐπιλογή Βιβλιογραφίας:
I. E. Zabelin, “Distinctive Features of the old Russian Architecture”, 1900.
I. E. Grabar, “The History of the Russian Art”, 1909.
H. Faensen - Vl. Ivanov – Kl. Beyer, “Early Russian Architecture”, 1972.
T. V. Tolstaya, “The Assumption Cathedral of the Moscow Kremlin”, 1979.
Κ. Σαρδελῆ, «Θεοφάνης ὁ Ἕλληνας», 1979.
Τοῦ ἰδίου, «Ὁ ἐν Ρωσίᾳ Θεοφάνης ὁ Ἕλληνας», Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, τ. 28/1988.
G. Butikov, “St. Isaac’ s Cathedral”, 1980.
π. Σταματίου Σκλήρη, «Ἀντρέϊ Ρουμπλιώφ - Ὁ Ἅγιος τῆς Ρωσικῆς Εἰκονογραφίας», Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, τ. 28/1988.
Εὐγ. Τρουμπετσκόϋ, «Ἡ Ἱστορία τῆς Ρωσίας μέσα ἀπό τήν Εἰκονογραφία της», 1989.
Σόλ. Κυδωνιάτου, «Ἑλληνική παρουσία στή Ρωσία - Ἡ Ἀρχιτεκτονική ὡς σύνδεσμος δύο λαῶν», 1989.
N. F. Trutneva, “Russian painters and engravers of the 16th – 18th c.”, 1989.
N. Malov, “National Shrine - The Cathedral of Christ the Saviour in Moscow”, “The Journal of the Moscow Patriarchate”, 11/1989.
Vl. Borozdinov, “The Holy Trinity of St. Andrei Rublev”, “The Journal of the Moscow Patriarchate”, 7/1990.
A. Lorgus, “The spiritual tradition of St. Andrei Ruble», “The Journal of the Moscow Patriarchate”, 1/1990.
M. Alpatov, “Theophanes the Greek”, 1990.

5. Τό Ρωσικό Ἁγιολόγιο
Τό θέμα τοῦ Ρωσικοῦ Ἁγιολογίου καλύψαμε μέ εἰδική ἐρευνητική ἐργασία, ἡ ὁποία ἐκδόθηκε τό 2005 ἀπό τήν Ἱερά Μονή ἁγ. Αἰκατερίνης Στρογγύλης Κορωπίου Ἀττικῆς, μέ τόν τίτλο "Τό Ρωσικό Ἁγιολόγιο" (σ. σ. 120). Βλέπε σχετικό αὐτοτελές ἄρθρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου