Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009

ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΘΕΟΤΗΤΑΣ
Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
Σειρά: Παπισμός καί Ορθοδοξία

Η Οντολογία της Θεότητας και η εντελώς διαφορετική της θεώρηση από εκείνην των Πατέρων της Ανατολής και γενικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είναι η βασική κακοδοξία του Παπισμού από την οποίαν προέρχονται όλες οι άλλες δογματικές παρεκκλίσεις, ακόμη και η θεμελιώδης αίρεση του Φιλιόκβε.
Στην Ανατολική Εκκλησία ξεκινούμε από τα πρόσωπα και οδεύουμε προς την ουσία: «Τριάς η εν Μονάδι» σημαίνει, ότι τα τρία Πρόσωπα ενυπάρχουν σε μία και την αυτήν Ουσία. Από το πρόσωπο προχωρούμε προς την υπόσταση και από εκεί στην ουσία. Από την θεώρηση αυτή συμπεραίνεται, ότι όταν αποκαλύπτεται ο Θεός είναι παρόντα και τα τρία πρόσωπα, οπότε έχουμε προσωποκεντρική θεώρηση του Θεού και τελικά Τριαδική Μοναρχία. Στη Δύση, ξεκινούν από την μια Ουσία, στην οποία ενυπάρχουν τα τρία Πρόσωπα: «Μονάς η εν Τριάδι» σημαίνει, ότι σε μια και την αυτήν Ουσία ενυπάρχουν και τα τρία Πρόσωπα. Από την ουσία δηλ. προχωρούμε στην υπόσταση και από εκεί στα πρόσωπα. Από την θεώρηση αυτή συμπεραίνεται, ότι όταν αποκαλύπτεται ο Θεός δεν είναι απαραίτητο να είναι παρόντα και τα τρία Πρόσωπα, οπότε έχουμε ουσιοκεντρική θεώρηση του Θεού και τελικά Τριαδολογικό Ενωτισμό και όχι Τριαδική Μοναρχία.
Επίσης, οι Καππαδόκες Πατέρες εισήγαγαν την έννοια της αιτίας μέσα στο είναι του Θεού, δηλ. έθεσαν το ερώτημα: «Ποιός είναι ο αίτιος της ύπαρξης του Θεού, για το ότι ο Θεός υπάρχει και για το ότι είναι Θεός και υπάρχει ως Τριάδα». Η απάντηση, που έδωσαν ήταν, ότι ο αίτιος για την ύπαρξη του Θεού είναι το πρόσωπο του Πατέρα και μόνον και δεν είναι ούτε η φύση ή ουσία του, ούτε κανένα από τα άλλα δυο πρόσωπα.
Ο αίτιος λοιπόν της ύπαρξης του Θεού είναι το πρόσωπο του Πατέρα, το πρόσωπο δε του Πατέρα είναι το αίτιο της ύπαρξης του προσώπου του Υιού και του προσώπου του Αγίου Πνεύματος. Ο Πατέρας είναι Θεός με την έννοια, ότι δεν λαμβάνει την ύπαρξή του εξ αιτίας κανενός άλλου. Είναι αυτός ο αίτιος της ύπαρξής του, ενώ για τον Υιό και το Πνεύμα, ισχύει ότι έρχονται σε ύπαρξη εξ αιτίας του Πατέρα και ότι συνεπώς μέσα στο Θεό έχουμε αυτή την αναγωγή σε ένα πρόσωπο, σε μια υπόσταση και επομένως σε ένα ελεύθερο αίτιο και όχι σε μια αναγκαστική προβολή ή προέκταση της μιας ουσίας του Θεού, όπως θεωρούν οι Λατίνοι, η θεολογία των οποίων θεωρεί την ουσία του Θεού ως γενεσιουργό αιτία της ύπαρξής του και όχι το πρόσωπό του.
Στην αρχαία φιλοσοφία, τον πρωταρχικό ρόλο, τον οντολογικό, τον είχε πάντοτε η ουσία, ενώ στους Καππαδόκες πάντοτε το πρόσωπο, το οποίο κάνει την ουσία να υφίσταται ως υπόσταση και αυτό σημαίνει ότι ο Θεός υπάρχει αφ’ εαυτού του ελεύθερα και όχι υπό τη δέσμευση της ουσίας, δηλ. η ύπαρξή του δεν έχει πρώτη αιτία την ουσία, η οποία έτσι έχει δέσμια την ύπαρξή του. Έτσι, η Αγία Τριάδα είναι πρωταρχική οντολογική έννοια και δεν πρόκειται για κάτι που το προσθέτουμε στο είναι του Θεού. Αλλά είναι αυτό που κάνει το Θεό να υπάρχει. Δηλαδή, χωρίς την Τριάδα, Θεός δεν υπάρχει, διότι ο μόνος τρόπος να υπάρχει είναι αυτός: Ως Τριάδα. Και αυτό οφείλεται στον Πατέρα, σ’ ένα πρόσωπο και όχι σε μια ουσία. Αυτό λοιπόν που κάνει τον Θεό να υπάρχει, είναι το πρόσωπο του Πατέρα. Αυτή ακριβώς την αντίληψη της αρχαίας φιλοσοφίας, ότι η γενεσιουργός αιτία της ύπαρξης του Θεού είναι η ουσία του, μέσω του Νεοπλατωνισμού και του Αυγουστίνου πέρασε στη Δύση και διαχώρισε και διαφοροποίησε τη θεολογία της από εκείνη της Ανατολής.
Ο Αυγουστίνος (354-420), μη έχοντας υπόψη του τη θεολογία των Καππαδοκών, παρέλαβε την αντίληψη περί Θεού της αρχαίας φιλοσοφίας και θεώρησε, ως γενεσιουργό αιτία της ύπαρξης του Θεού, την ουσία ή φύση του. Αυτή δε είναι τελικά η γενεσιουργός αιτία της πλάνης του Φιλιόκβε και τούτο οφείλεται στο ότι στη Δύση ποτέ δεν αφομοιώθηκε η θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων ακόμη και μέχρι σήμερα. Έτσι, στη μεν Ανατολή, η θεολογία της Αγίας Τριάδας ακολουθεί τη θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων, ενώ στη Δύση ακολουθεί τη θεολογία του Αυγουστίνου.
Το λάθος του Αυγουστίνου στη θεώρηση της Αγίας Τριάδας είναι, ότι αναζητεί την αναλογία στον ένα και μόνο άνθρωπο, ενώ οι Καππαδόκες δεν μπορούσαν ποτέ να δουν τα της Τριάδας παρατηρώντας έναν άνθρωπο. Χρειάζονταν πάντοτε τρεις ανθρώπους για να κάνουν την αναλογία. Δηλαδή, ενώ για τους Καππαδόκες, το κάθε θείο πρόσωπο της Τριάδας ήταν μια πλήρης υπόσταση, στον Αυγουστίνο γίνεται ακριβώς το λάθος, ότι στην Τριάδα βρίσκει μόνον ένα πρόσωπο, διότι υπό την επίδραση του Νεοπλατωνισμού, το ουσιώδες στοιχείο στο πρόσωπο είναι ο νους και έχοντας νου μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας, χωρίς να κοιτάξουμε δίπλα μας. Αρκεί λοιπόν να έχουμε νου, να έχουμε τη δυνατότητα να σκεπτόμαστε, να έχουμε συνείδηση του εαυτού μας, για να κατανοήσουμε, ότι υπάρχουμε. Αυτό συνοψίζεται στο γνωστό ρητό «cogito ergo sum», "εννοώ, άρα υπάρχω". Επομένως, αν πούμε ότι υπάρχουμε, άρα υπάρχουμε, αυτό συμβαίνει σε κάθε έναν ατομικά. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην Τριάδα. Δεν χρειάζονται τρεις για να υπάρχει, ακόμη και ένας αρκεί. Στη Δύση λοιπόν, η Θεότητα στην περιοχή του ακτίστου υπάρχει ακόμη και με ένα πρόσωπο, ενώ στην Ανατολή αυτό είναι αδύνατο. Ένα πρόσωπο στη Θεότητα ίσον κανένα πρόσωπο και επομένως έχουμε ανυπαρξία της Θεότητας.
Έτσι, κατά τον Αυγουστίνο, ο Θεός είναι ο Νους και έχει μια πηγή γνώσης και η γνώση που παράγεται είναι ο Λόγος, το δεύτερο πρόσωπο της Τριάδας, οπότε ο Λόγος είναι ο τρόπος με τον οποίον ο Θεός γνωρίζει, είναι η γνώση. Αλλά γνώση τίνος; Αφού δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός του Θεού. Γνωρίζει φυσικά τον εαυτό του, είναι μια αυτογνωσία. Ο Λόγος γνωρίζει τον Πατέρα, έχει ως αντικείμενο της γνώσης του τον Πατέρα και συνεπώς υπάρχει ένας κύκλος, μια αυτογνωσία του Θεού. Βέβαια, ο Πλατωνισμός θεωρεί το Θεό όχι μόνο ως Νου, αλλά και ως το απόλυτο Αγαθό, επομένως ο Νους είναι Νους Αγαθός και εφ’ όσον είναι Αγαθός έλκει πάντοτε την αγάπη, τον έρωτα, το καλό και την ωραιότητα. Όπως το κάλλος προκαλεί τον έρωτα, έτσι και το αγαθό προκαλεί τον έρωτα, την αγάπη. Αφού λοιπόν ο Θεός είναι το αγαθό και αφού δεν υπάρχει άλλο αγαθό εκτός απ’ Αυτόν, σε ποιόν προκαλεί τον έρωτα; Ο Λόγος είναι μια ετερότητα απέναντι στον Πατέρα και τον γνωρίζει, οπότε γνωρίζοντάς τον, τον γνωρίζει ως αγαθό και τότε γεννιέται ο έρωτας, η αγάπη προς το αγαθό, που είναι ο Πατέρας. Αυτή η αγάπη μεταξύ Υιού και Πατέρα είναι το Πνεύμα. Το Πνεύμα είναι ένας τρίτος τρόπος ύπαρξης, με τον οποίον ο Πατέρας αγαπάει τον Υιό και ο Υιός τον Πατέρα και είναι κατά τον Αυγουστίνο «nexus amores», δεσμός, σύνδεσμος αγάπης, μεταξύ Πατέρα και Υιού. Το Πνεύμα λοιπόν παρουσιάζεται με αυτή την υποστατική ιδιότητα της αγάπης. Αυτή η διαφοροποίηση του Πνεύματος οδηγεί νομοτελειακά στο Φιλιόκβε.
Με τη θεώρηση αυτή του Αυγουστίνου, παρουσιάζεται ένα πρόβλημα: Εάν γίνει δεκτός ο Πατέρας ως Νους, ο Υιός ως Γνώση και το Πνεύμα ως Αγάπη, τότε αμέσως παρουσιάζονται τρεις ξεχωριστοί τρόποι δήλωσης και περιγραφής του περιεχομένου του κάθε προσώπου. Ο Πατέρας έχει την υποστατική ιδιότητα του Νου, ο Υιός της Γνώσης, το Πνεύμα της Αγάπης. Όταν ο Αυγουστίνος δίνει υποστατική ιδιότητα θετική στο Λόγο και λέει ότι είναι η Γνώση του Θεού, τότε όταν μας αποκαλύπτεται ο Λόγος στην «Οικονομική» Τριάδα, στην Οικονομία, θα πρέπει να μας αποκαλύπτεται κατ’ εξοχήν με την ιδιότητά του αυτή την υποστατική, που είναι η Γνώση. Να είναι δηλαδή η αποκάλυψη ή το γνωστικό μέσο με το οποίον φθάνουμε στο Θεό. Και πράγματι, η έννοια του Λόγου στον 2ο και κυρίως στον 3ο αιώνα χρησιμοποιήθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το ότι ο Υιός ταυτίστηκε στο κατά Ιωάννην με το Λόγο, έδωσε την αφορμή στον Ιουστίνο και σε μια σειρά άλλων συγγραφέων εκείνης της εποχής να δουν στο πρόσωπο του Χριστού, το γνωστικό μέσο με το οποίο φθάνουμε στο Θεό. Γι’ αυτό και έβαλε και τους φιλοσόφους όλους μέσα σ’ αυτό το λόγο τον «σπερματικό», όπως τον ονόμασε. Μετέχουν όλοι του Λόγου και επομένως η ιδιότητα του Υιού είναι μια ιδιότητα αποκάλυψης της Γνώσης του Θεού. Συγχρόνως το Άγιο Πνεύμα εμφανίζεται με άλλες ιδιότητες, όπως η ιδιότητα της κοινωνίας και επομένως το Άγιο Πνεύμα μας εμφανίζει το Θεό ως κοινωνία. Για τους Καππαδόκες κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Αποφεύγουν με κάθε τρόπο να δώσουν θετικό περιεχόμενο στις υποστατικές ιδιότητες και θεωρούν ότι η μόνη διατύπωση είναι, ότι ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννητός και το Πνεύμα εκπορευτό, αρνούνται δε επίμονα να προσδιορίσουν τη διαφορά μεταξύ γέννησης και εκπόρευσης, οπότε γι’ αυτούς οι υποστατικές ιδιότητες είναι ακοινώνητες.
Η θεώρηση αυτή του Αυγουστίνου ως προς τις θείες υποστάσεις, δημιουργεί τον κίνδυνο του ανθρωπομορφισμού, τον οποίον οι Ανατολικοί αποφεύγουν. Αυτός ο ανθρωπομορφισμός μπαίνει στη Δυτική θεολογία, καθώς επίσης προβάλλονται ψυχολογικές ιδιότητες και ανθρώπινες εμπειρίες μέσα στη Θεότητα. Και έτσι, η Τριάδα γίνεται ένα σύμπλεγμα και σύνολο ψυχολογικών σχέσεων.
Παρατηρείται επίσης, ότι οι Kαππαδόκες ξεκινούν από την Τριάδα και ειδικά από το πρόσωπο του Πατέρα, ως αιτίας των πάντων, ενώ ο Αυγουστίνος ξεκινάει από τη φύση του Πατέρα και όχι από το πρόσωπό του. Οι Ανατολικοί ομιλούν για το Θεό και εννοούν το πρόσωπο του Πατέρα, ενώ οι Δυτικοί ομιλούν για τη Θεότητα και εννοούν τη φύση του Πατέρα. Στον Αυγουστίνο είναι σαφές, ότι η Θεότητα είναι απρόσωπη, η Θεότητα είναι η θεία φύση, η θεία ουσία. Έτσι, προηγείται ο ένας Θεός, η ουσία και έπεται λογικά η Τριάδα, ως τρόποι με τους οποίους αυτός ο ένας Θεός υφίσταται. Δηλαδή και ο Πατέρας είναι δευτερογενής έννοια εν σχέσει με τον Θεό. Εδώ είναι το τεράστιο λάθος. Ποιος είναι ο ένας Θεός; Οι Πατέρες βέβαια είναι μονοθεϊστές, αλλά ποιος είναι ο ένας Θεός, στον οποίο πιστεύουν όλοι, όταν λένε: «Πιστεύω εις ένα Θεόν…..»; Εάν πούμε, ότι ο ένας Θεός είναι η ουσία, όπως έκανε ο Αυγουστίνος, τότε οι τρεις υποστάσεις, Πατέρας, Υιός, Πνεύμα, τοποθετούνται στην ίδια μοίρα από πλευράς οντολογικής ύπαρξης. Δεν είναι πλέον η αιτία ο Πατέρας με την απόλυτη οντολογική σημασία. Είναι μια πηγή, αλλά μια πηγή με την έννοια της Ουσίας, με τη σημασία ότι η Θεότητα προηγείται, δηλ. η Ουσία προϋπάρχει. Δεν είναι Αυτός που κάνει την ουσία να υπάρχει, η ουσία είναι η αιτία της ύπαρξής του. Ο ένας Θεός λοιπόν, είναι η μία ουσία και αυτό έχει περάσει σε πολλούς Ορθόδοξους, οι οποίοι λένε, ότι ο ένας Θεός είναι η μία ουσία. Στην Ανατολή ο Θεός δεν είναι η μία ουσία, είναι το πρόσωπο του Πατέρα.
Τι συμβαίνει όμως, όταν ο Αυγουστίνος δίνει προτεραιότητα στη ουσία του Θεού και όχι στο πρόσωπό του; Χάνεται η έννοια της αιτιότητας και η έννοια της ελευθερίας στην ύπαρξη του Θεού. Η ουσία, όταν απομονωθεί και είναι απρόσωπη, δημιουργεί αναγκαστικά την ύπαρξη του Θεού, διότι η ουσία περιέχει το στοιχείο της αναγκαιότητας. Η ουσία είναι αυτό που υπάρχει και δεν ρωτάμε, γιατί και πως υπάρχει. Όταν ρωτήσουμε το γιατί και το πώς, τότε φεύγουμε από την ουσία και πηγαίνουμε στις υποστάσεις. Το πώς υπάρχει κάτι, θέτει το ερώτημα της υποστάσεως. Με την ουσία, απλώς καταθέτεις μια οντολογική θέση. Ο Θεός υπάρχει. Κι’ ακόμη εννοείται μ’ αυτό, ότι δεν είναι μια άλλη ουσία. Δεν είναι άνθρωπος, είναι Θεός. Το πώς υπάρχει αυτή η ουσία, είναι το πρόβλημα της υπόστασης. Για τους Καππαδόκες, δεν μπορεί το πώς να ακολουθήσει το ότι υπάρχει. Διότι το πώς, δεν υπάρχει ό, τι υπάρχει. Αυτό θα ειπεί, το ότι δεν υπάρχει ουσία «γυμνή».
Συμπερασματικά, οι Πατέρες της Ανατολής δεν δίνουν προτεραιότητα στην ουσία, αλλά στο πρόσωπο, ενώ αντίθετα στον Αυγουστίνο δίνεται προτεραιότητα στην ουσία και όχι στο πρόσωπο. Πρώτα λέμε, ότι ο Θεός υπάρχει και μετά ρωτάμε πώς υπάρχει. Επίσης, ο Αυγουστίνος θέτει πρώτα την ουσία του Θεού και μετά το θέμα της Τριάδας, γι’ αυτόν ένας Θεός ίσον μία ουσία και όχι ένας Θεός ίσον ο Πατέρας. Το λάθος του Αυγουστίνου, δυστυχώς, έχει περάσει σε πολλές Ορθόδοξες Δογματικές και τονίζεται από πολλούς, ότι η Χριστιανική θρησκεία είναι μια από τις τρεις μονοθεϊστικές, ενώ για την Ορθοδοξία η Αγία Τριάδα είναι ο ένας Θεός, ο ένας Θεός, αλλά όχι μόνος. Επομένως, μεταξύ Δύσης και Ανατολής υπάρχει χάσμα τεράστιο, ως προς την προτεραιότητα της ουσίας έναντι του προσώπου, με άμεσο αποτέλεσμα την τεράστια διαφορά στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, του περίφημου Φιλιόκβε.
Το ερώτημα της σχέσης της «Οικονομικής Τριάδας» προς την Αιώνια Τριάδα συνδέθηκε και με το θέμα του Φιλιόκβε. Οι Πατέρες τόνισαν, ότι η ουσία του Θεού είναι εντελώς ασύλληπτη, αδιανόητη, ακατάληπτη και αμέθεκτη, δηλ. δεν μπορεί κανείς να μετάσχει στην ουσία του Θεού. Αντίθετα, στη Δύση, στους Σχολαστικούς και το Θωμά Ακινάτη, υπάρχει δυνατότητα μετοχής στην ουσία του Θεού. Απ’ αυτή την άποψη, διακρίνεται η «Θεολογία» από την «Οικονομία». Εάν η «Θεολογία» επρόκειτο ν’ ασχοληθεί μόνο με την ουσία του Θεού, τότε δεν θα είχαμε πρόβλημα, διότι η ουσία του Θεού είναι ακατάληπτη και επομένως δεν υπάρχει Θεολογία της ουσίας του Θεού.
Τόσο ο Αυγουστίνος, όσο και οι Άνσελμος του Καντέρμπερυ (1034-1109), Αβελάρδος (1079-1142) και Θωμάς Ακινάτης (1226-1274) στήριξαν το Φιλιόκβε στο επιχείρημα, ότι αφού ο Υιός και Λόγος είναι η Γνώση του Θεού και το Πνεύμα είναι η Αγάπη του Θεού, άρα το Πνεύμα πρέπει να εξαρτάται αιώνια επίσης στην προέλευσή Του και από τον Υιό, διότι (κατά τον Αυγουστίνο) η Γνώση προηγείται της Αγάπης. Δεν μπορείς να αγαπάς κάτι, που δεν γνωρίζεις, αυτό όμως είναι ένα μεγάλο λάθος. Οπότε δημιουργείται ένα λογικό επιχείρημα, μια λογική αναγκαιότητα. Εφ’ όσον δεν μπορείς να αγαπάς κάτι που δεν το γνωρίζεις, δεν μπορεί ο Θεός να αγαπά τον εαυτό Του εάν δεν προηγηθεί η Γνώση Του μέσω του Υιού και μόνο με βάση τη σχέση της μνήμης με τη γνώση που κάνει, συγκεκριμενοποιεί και πραγματοποιεί τη γνωστική ικανότητα του Νου, που είναι ο Θεός. Μόνο πάνω σ’ αυτή τη βάση μπορεί να οικοδομηθεί η Αγάπη, το Πνεύμα. Εδώ έχουμε λογικές αναγκαιότητες πλέον, όταν δώσουμε θετικές ιδιότητες στις υποστάσεις. Και όταν οι Πατέρες αποφεύγουν αυτό το θετικό περιεχόμενο, συγχρόνως εισάγουν ατμόσφαιρα ελευθερίας και όχι αναγκαιότητας (όπως ο Αυγουστίνος και οι λοιποί σχολαστικοί), σ’ όλα τα μεγάλα ερωτήματα. Π.χ. «μπορεί να σαρκωθεί άλλο πρόσωπο της Τριάδας, όπως το Πνεύμα;». Ναι, απαντούν οι σχολαστικοί, όχι λένε οι Πατέρες. Ο Πατέρας ζήτησε από τον Υιό την σάρκωση και Αυτός ελεύθερα είπε το «Ναι» και όχι από λογική ανάγκη.
Ενώ η Ανατολή ξεχώρισε τη «Θεολογία» του Θεού από την «Οικονομία», δηλ. ότι οι διαφορετικές λειτουργίες των προσώπων στην Τριάδα στην «Οικονομία», δεν μπορεί να επεκταθούν στα πρόσωπα του Θεού στη «Θεολογία», αντίθετα στη Δύση φθάσανε στο σημείο να συνδέουν τις διαφοροποιήσεις στην «Οικονομία» με αντίστοιχες διαφοροποιήσεις στη «Θεολογία», δηλ. με οντολογικές διαφοροποιήσεις. Αυτός είναι ένας επί πλέον λόγος του εγκλωβισμού της Δύσης και στο Φιλιόκβε, θεολογικά. Παράδειγμα μπερδέματος στη Δύση «Θεολογίας» και «Οικονομίας» είχε συμβεί και στην Ανατολή τον 4ο αιώνα: Η Αλεξανδρινή δοξολογία είχε τη μορφή «Δόξα τω Πατρί δι’ Υιού εν Αγίω Πνεύματι», που δείχνει τα πρόσωπα στην «Οικονομία». Ο Μ. Βασίλειος αλλάζει αυτόν τον τύπο, στη μορφή: «Δόξα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι», που δείχνει τα πρόσωπα στη «Θεολογία». Στην Αλεξανδρινή μορφή τα πρόσωπα έχουν μια σχέση μεταξύ τους, οπότε βλέπουμε να υπάρχει μια αιώνια εξάρτηση του Πνεύματος από τον Υιό, κάτι στο οποίον ενυπάρχει το Φιλιόκβε. Στη μορφή του Μ. Βασιλείου έχουμε μια ισότιμη σχέση των προσώπων στην Τριάδα, το ένα δίπλα στο άλλο, χωρίς να φαίνεται εξάρτηση του Πνεύματος από τον Υιό. Άλλες είναι λοιπόν οι σχέσεις των προσώπων στην «Θεολογία» και άλλες στην «Οικονομία». Η σύγχυση των δυο αυτών διαφορετικών αντιλήψεων των προσώπων στην Τριάδα είναι η γενεσιουργός αιτία του Φιλιόκβε.
Ως προς την Ουσία μπορούμε να πούμε, ότι είναι κάτι για το οποίο μπορεί να γίνει λόγος ατομικά με αναφορά μόνο σ’ αυτό το αυθυπόστατο και έτσι η Oυσία του Θεού μπορεί να νοηθεί μόνη της. Αυτό σημαίνει το «των καθ’ εαυτών υφεστηκότων» του Γρηγορίου Θεολόγου. Η Ουσία δεν κοινωνείται με πρόσωπα εκτός Αυτής. Από την άλλη, η Ενέργεια «είναι των εν ετέρω θεωρουμένων» και κοινωνείται με άλλα όντα και μπορεί να είναι κοινή. Όσον αφορά το πρόσωπο, δηλώνει μια ταυτότητα, ένα ον, το οποίον ενώ δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του, συγχρόνως δεν μπορεί να βρεθεί και αλλού. Είναι δηλαδή τόσο μοναδικό, τόσο ανεπανάληπτο, τόσο το ίδιο, αυτό που είναι ο εαυτός του, ώστε κανένας άλλος δε μπορεί να είναι αυτό που είναι αυτό. Ο Πατέρας δεν μπορεί να είναι ο Υιός, ούτε το Πνεύμα. Ο Υιός δεν μπορεί να είναι ο Πατέρας, ούτε το Πνεύμα. Οι έννοιες Πατέρας, Υιός και Πνεύμα δηλώνουν υποστάσεις, πρόσωπα και είναι τόσο μοναδικές και ανεπανάληπτες, που το παράδοξο και πολύ σημαντικό είναι, ότι δεν βρίσκονται ούτε εκεί στα όντα με τα οποία, εάν δεν έχουν σχέσεις, δεν βρίσκονται σε σχέση, δεν υπάρχουν. Διότι ο Πατέρας, εάν δεν βρίσκεται σε σχέση με τον Υιό παύει να υπάρχει. Εν τούτοις δεν είναι Υιός. Αυτό είναι το πρόσωπο, η ταυτότητα που πηγάζει από σχέση, από κοινωνία και η οποία καταλήγει σε ακοινώνητα όντα με την έννοια, ότι δεν μπορεί να βρεθεί το ένα ον μέσα στο άλλο, αλλά ούτε και χωρίς σχέση με το άλλο, διότι όταν διακοπεί η σχέση, διακόπτεται η ύπαρξη του προσώπου.
Το ερώτημα είναι, αν κοινωνείται το πρόσωπο. Η απάντηση είναι και ναι και όχι. Το πρόσωπο δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν υπάρχει κοινωνία και σχέση, δηλ. αναφορά, προς άλλα πρόσωπα. Ένα πρόσωπο ίσον κανένα πρόσωπο. Άρα χρειάζεται κοινωνία για να έχουμε πρόσωπα. Αλλά στην κοινωνία αυτή, το κάθε πρόσωπο έχει τις λεγόμενες υποστατικές ιδιότητες, οι οποίες δεν κοινωνούνται. Δεν μπορεί ο Πατέρας να μεταδώσει την πατρότητά του στον Υιό, ούτε την ιδιότητά του. Αυτές οι υποστατικές ιδιότητες, που είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα ή η αγεννησία, η γέννηση και η εκπόρευση.
Τίθεται βέβαια μετά το ερώτημα, εάν ο Υιός γεννάται εκ της ουσίας του Πατέρα ή από το πρόσωπο του Πατέρα. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, με βάση τη θεολογία του αγίου Αθανασίου, δογμάτισε ότι γεννάται εκ της ουσίας του Πατέρα: «Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού, γεννηθέντα εκ του Πατρός μονογενή, τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός, Θεόν εκ Θεού, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι’ ου τα πάντα εγένετο, τα εν τω ουρανώ και τα εν τη γη». Εάν συμβαίνει αυτό, τότε η ουσία είναι καρπογόνος, παράγει ζωή. Οι Καππαδόκες Πατέρες όμως δογματίζουν, ότι ο μόνος αίτιος της γέννησης του Υιού δεν είναι η ουσία του Πατέρα, αλλά το πρόσωπο του Πατέρα. Όταν λέμε λοιπόν, ότι η μόνη αιτία γέννησης του Υιού είναι το πρόσωπο του Πατέρα, αποκλείουμε τον Υιό ως αίτιο, γιατί αποκλείουμε την ουσία ως αίτιο και επομένως αποκλείουμε την περίπτωση του Φιλιόκβε. Αν παραδεχθούμε, όπως η Δύση, ως αίτιο της ύπαρξης του Υιού την ουσία του Πατέρα, τότε παραδεχόμαστε ως αίτιο ύπαρξης του Πνεύματος και τον Υιό, δηλ. παραδεχόμαστε το Φιλιόκβε. Και όπως αναφέρθηκε, όταν η ουσία είναι καρπογόνος, τότε ο Πατέρας κατ’ ανάγκην ήρθε σε ύπαρξη, ενώ όταν το πρόσωπο είναι καρπογόνο, τότε η ύπαρξη του Πατέρα δεν είναι κατ’ ανάγκην, αλλά σε πλήρη ελευθερία. Έτσι η φύση του Πατέρα δεν προϋπάρχει του προσώπου του. Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος επέφερε μια αλλαγή στο Σύμβολο σ’ αυτό το σημείο, αφαίρεσε δηλ. τη γέννηση του Υιού από την ουσία του Πατέρα: «Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων» και έτσι διόρθωσε την Α΄ Οικουμενική και στο σημείο αυτό.
Ο Αυγουστίνος, θέλοντας να μεταφράσει το δόγμα της Αγίας Τριάδας, χρησιμοποίησε την Πλατωνική αντίληψη περί Θεού και έτσι ταυτοποίησε το Θεό ως Νου, που είναι ο Πατέρας, ως Γνώση, που είναι ο Υιός και ως Αγάπη, που είναι το Άγιο Πνεύμα. Έτσι, έφυγε από τις βασικές αρχές που είχαν χαράξει οι Καππαδόκες Πατέρες, τις οποίες αρχές πιθανότατα δεν γνώριζε. Ο Αυγουστίνος θεωρούσε τα τρία πρόσωπα του Θεού, Πατέρας, Υιός, Πνεύμα, ως τρεις ενέργειες του Θεού, τις οποίες μπορούσε να μεταφέρει σ’ έναν άνθρωπο, ενώ οι Καππαδόκες τα τρία πρόσωπα του Θεού τα θεωρούσαν τρεις πλήρεις υποστάσεις, τις οποίες μετέφεραν σε τρεις ανθρώπους. Η αντίληψη αυτή του Αυγουστίνου οδηγεί στον ατομισμό και έτσι τα πρόσωπα κινδύνευαν να γίνουν προσωπεία, να γίνουν ιδιότητες (Σαβελλιανισμός), που έχει ένα και το αυτό ον και όχι τρία πλήρη και ολοκληρωμένα όντα.
Οι Καππαδόκες δεν συγχέουν και δεν χωρίζουν τα τρία πρόσωπα της αγίας Τριάδας σαν ιδιότητες και μάλιστα ψυχολογικές ιδιότητες, όπως νους, γνώση, αγάπη. Αυτά τα τελευταία τα συνδέουν με τη μία φύση του Θεού και όχι με τα τρία πρόσωπά του. Δηλαδή, ο Θεός έχει μια γνώση, μια θέληση, μια αγάπη και όχι τρεις. Ούτε ένα από τα πρόσωπα είναι η γνώση και τα άλλα δεν είναι τίποτα ή αγάπη και τα άλλα δεν είναι τίποτα. Το νου, τη γνώση και την αγάπη την εκφράζουν και τα τρία πρόσωπα και είναι κοινή σ’ αυτά, αλλά δεν είναι αυτό που λέμε υποστατικές ιδιότητες. Αντίθετα, με την παραπάνω θεώρηση του Αυγουστίνου κινδυνεύουμε να προσδώσουμε στο Θεό ψυχολογικές ιδιότητες του ανθρώπου, δηλ. έχουμε τον κίνδυνο του ανθρωπομορφισμού.
Ο Αυγουστίνος ερμηνεύοντας την αντίληψη, ότι ο Θεός είναι μια ουσία με τρία πρόσωπα, τόνισε, ότι ο ένας Θεός είναι η ουσία, τα δε πρόσωπα είναι οι ιδιότητες που έχει αυτός ο Νους. Μ’ αυτό τον τρόπο δίδεται προτεραιότητα στην ουσία, προτεραιότητα στο Θεό Νου, από τον οποίον πηγάζουν τα πρόσωπα, ως δευτερεύοντα στοιχεία. Έτσι στο ερώτημα, ποιος είναι ο ένας Θεός, ο Αυγουστίνος απαντάει: η μία ουσία. Αντίθετα, στους Καππαδόκες, στο ερώτημα, ποιος είναι ο ένας Θεός, η απάντηση είναι: ο Πατέρας. Η μοναρχία δεν έγκειται στην ουσία του Θεού, αλλά έγκειται στο πρόσωπο του Πατέρα. Όταν ο κατεξοχήν Θεός είναι ο Πατέρας, τότε οδηγούμαστε στο ότι την Αγία Τριάδα την ενσωματώνουμε μέσα στην έννοια του ενός Θεού. Επειδή ο ένας Θεός είναι ο Πατέρας και επειδή η λέξη Πατέρας είναι λέξη σχέσης, δεν υπάρχει Πατέρας, χωρίς να υπάρχει Υιός. Και δεν είναι φυσικά Πατέρας μόνο του Υιού, αλλά είναι και Πατέρας και του Πνεύματος, κατά έναν άλλο τρόπο. Άρα και ο Υιός και το Πνεύμα μπαίνουν απ’ τη πρώτη στιγμή μέσα στην έννοια του ενός Θεού.
Έτσι, το δόγμα της Αγίας Τριάδας γίνεται πρωταρχικό. Δεν γίνεται λόγος περί του ενός Θεού πρώτα και ύστερα να κάνεις λόγο για την Αγία Τριάδα. Αυτό τονίζεται ιδιαίτερα, διότι αυτό ακριβώς γίνεται στη Δύση και αυτό ακολουθούν και Ορθόδοξοι Θεολόγοι. Διαχωρίζουν τον ένα Θεό, αυτόν καθ’ εαυτόν και τον εξετάζουν ξεχωριστά από την Αγία Τριάδα, δηλ. αναφέρονται στον ένα Θεό, χωρίς να αναφερθούν ταυτόχρονα στην Αγία Τριάδα. Αλλά, για να αναφερθεί κανείς στον ένα Θεό πρωταρχικά και αποκλειστικά θα πρέπει να ταυτίσει το Θεό με την ουσία και να δώσει στην ουσία προτεραιότητα, να πει ότι πρώτα έρχεται η ουσία και μετά έρχονται τα πρόσωπα, κάτι που κάνει ακριβώς ο Αυγουστίνος. Η Δύση, αλλά και πολλοί Ορθόδοξοι, δίνει προτεραιότητα στην ουσία, ο ένας Θεός είναι η ουσία, η Ανατολή στο πρόσωπο, ο ένας Θεός είναι ο Πατέρας. Και όταν λέμε ο ένας Θεός είναι ο Πατέρας, λέμε ότι ο ένας Θεός είναι η Αγία Τριάδα, γιατί ο Πατέρας είναι έννοια που εμπεριέχει κατ’ ανάγκην την Αγία Τριάδα.
Μπορεί να γίνει λόγος για τον ένα Θεό, ανεξάρτητα από την Αγία Τριάδα; Στη Δύση μπορεί να γίνει αυτό και αυτό γίνεται και στους διαφόρους θεολογικούς διαλόγους με τις άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες, γιατί θεωρείται, ότι όλοι αυτοί πιστεύουν σ’ ένα Θεό και έτσι η Δυτική θεολογία, ο Ιουδαϊσμός και ο Μουσουλμανισμός σ’ αυτό το θέμα ταυτίζονται. Η Ανατολή όμως δεν μπορεί να το δεχτεί αυτό, γιατί ο ένας Θεός είναι η Αγία Τριάδα, πράγμα στο οποίο οι άλλες θρησκείες δεν συμφωνούν. Με αυτή την έννοια και θεώρηση του Θεού, δεν μπορεί να υπάρξει προσέγγιση, αφ’ ενός μεν της Ορθοδόξου Εκκλησίας και αφ’ ετέρου του Παπισμού, Προτεσταντισμού, Ιουδαϊσμού και Μουσουλμανισμού.
Μια άλλη συνέπεια της διαφοροποίησης Ανατολής και Δύσης στο θέμα του Θεού είναι η προσευχή. Μπορώ να προσευχηθώ στον ένα Θεό, σαν τη μία Θεότητα ή όταν λέμε «προσεύχομαι στο Θεό», προσεύχομαι οπωσδήποτε σ’ ένα από τα τρία πρόσωπα ή και στα τρία μαζί. Δεν μπορείς να προσευχηθείς, να απευθυνθείς προσωπικά στην ουσία του Θεού. Μπορείς όμως να προσευχηθείς στον ένα Θεό. Αλλά τότε, εάν ο ένας Θεός δεν είναι η ουσία, σε ποιόν προσεύχεσαι; Στον Πατέρα προσεύχεσαι.
Στην Ορθόδοξη λατρεία υπάρχουν προσευχές που απευθύνονται μόνο στον Πατέρα, ως τον κατεξοχήν Θεό. Βεβαίως, η Αγία Τριάδα δεν μπορεί να χωρισθεί. Όπου είναι ο Πατέρας, είναι και ο Υιός, είναι και το Άγιο Πνεύμα. Εκεί τα πρόσωπα είναι μεν ενωμένα και αλληλοπεριχωρούμενα, αλλά υποστατικά είναι διάφορα και το καθένα είναι αυτό που είναι. Αυτό μας επιτρέπει να προσευχόμεθα σ’ ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Έτσι, ο ίδιος ο Κύριος μας διδάσκει την προσευχή προς τον Πατέρα, ο ένσαρκος Υιός αναφέρεται και προσεύχεται προς τον Πατέρα. Ενώ ήταν μέσα στον Πατέρα με την αλληλοπεριχώρηση, εντούτοις το «ότι ήταν μέσα στον Πατέρα» δεν τον εμπόδιζε από το να μιλάει προς τον Πατέρα: «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς…..». Αυτό είναι το χαρακτηριστικό των υποστάσεων. Όλες οι προσευχές της θ. ευχαριστίας είναι προς τον Πατέρα: «….. κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα». Αλλά και στην αγία αναφορά, προς τον Πατέρα απευθυνόμαστε: «Ο ων Δέσποτα, Κύριε Θεέ, Πάτερ παντοκράτωρ προσκυνητέ, άξιον και δίκαιον και πρέπον τη μεγαλοπρεπεία της αγιωσύνης σου, σε αινείν, σε υμνείν, σε ευλογείν, σε προσκυνείν, σοι ευχαριστείν, σε δοξάζειν τον μόνον όντα Θεόν…..» (Μ. Βασιλείου), αλλά και: «Άξιον και δίκαιον σε υμνείν, σε ευλογείν, σε αινείν, σοι ευχαριστείν, σε προσκυνείν εν παντί τόπω της δεσποτείας σου. Συ γαρ ει Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος, αεί ων, ωσαύτως ων, συ και ο μονογενής σου Υιός και το Πνεύμα σου το Άγιον…..» (Ι. Χρυσοστόμου). Προς τον Υιό έχουμε αντίστοιχες προσευχές, όπως: «Βεβυθισμένος υπάρχων εξ απογνώσεως και πονηρίας πλήρης, λογισμών εναντίων, προς Σε μου τας ελπίδας, Λόγε Θεού, ανεθέμην ο άθλιος, από εχθρών αοράτων και ορατών, επιθέσεώς με λύτρωσαι». Στο Άγιο Πνεύμα προσευχόμεθα: «Βασιλεύ ουράνιε Παράκλητε…..». Αλλά και στην Αγία Τριάδα προσευχόμεθα: «Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς…..». Αλλά και προς τον Χριστό επίσης, όπως: «Δέσποτα Κύριε, Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ο μακροθυμήσας επί τοις ημών πλημμελήμασι…..».
Εξ άλλου, ολόκληρη η Θεία Λειτουργία και λατρεία προς τον Πατέρα προσφέρεται και προσφέρεται από τον ίδιο το Χριστό: «….. Συ γαρ ει ο προσφέρων και προσφερόμερος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος, Χριστέ ο Θεός ημών…..». Ο ίδιος ο Χριστός προσφέρει τη θεία λατρεία προς τον Πατέρα, ο ίδιος προσφέρεται στη Θεία Ευχαριστία και ο ίδιος τη δέχεται, ως το 2ο πρόσωπο, ως Υιός και Λόγος του Θεού. Αλλά επειδή είναι αόρατος, τη θέση του κατέχει ο Επίσκοπος και κατ’ επέκταση ο Πρεσβύτερος.
Στη Δύση, το θέμα της προσευχής προς την Αγία Τριάδα παραμερίσθηκε. Εκεί προσεύχονται γενικά και αόριστα στην ουσία του Θεού ή κυρίως στο Χριστό. Επειδή ο Χριστός είναι και άνθρωπος, υπάρχει η δυνατότητα να τον νοιώθει κανείς περισσότερο υποστατικά σαν πρόσωπο, συναισθηματικά δηλαδή. Με τον Αυγουστίνο προσευχόμαστε αόριστα στον ένα Θεό και όχι αναγκαστικά σε πρόσωπα, εκτός από το πρόσωπο του Χριστού, που είναι συναισθηματικά πιο κοντά μας. Στην Ανατολή ήμαστε Τριαδολάτρες, στη Δύση είναι Χριστολάτρες.
Σε τελική ανάλυση, η Ανατολή θεωρεί ως γενεσιουργό αιτία της ύπαρξης του Θεού, το πρόσωπο του Πατέρα, όπως και το ότι η γενεσιουργός αιτία ύπαρξης του Υιού, αλλά και του Αγίου Πνεύματος είναι πάλι το πρόσωπο του Πατέρα. Αντίθετα, η Δύση θεωρεί ως γενεσιουργό αιτία ύπαρξης του Θεού, την ουσία του Πατέρα, αλλά και ως γενεσιουργό αιτία ύπαρξης του Υιού, αλλά και του Αγίου Πνεύματος πάλι την ουσία του Πατέρα. Αυτή η βασική διαφορά ύπαρξης των προσώπων της Αγίας Τριάδας μεταξύ Ανατολής και Δύσης είναι η αφετηρία διαφοροποίησής των, ως προς το θέμα της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος, το περίφημο Φιλιόκβε.
Συμπερασματικά αποδεικνύεται, ότι οι Παπικοί στην πραγματικότητα λατρεύουν ΑΛΛΟ ΘΕΟ από τους Ορθόδοξους Χριστιανούς. Ενώ για τους Ορθοδόξους ο Θεός είναι ο Πατέρας, για τους Παπικούς «θεός» είναι μια ΑΠΡΟΣΩΠΗ ΟΥΣΙΑ. Γιατί, αν ως πρώτη αιτία δεν νοείται ο Πατέρας, τότε νοείται το απρόσωπο μιας δήθεν Τριαδικής ουσίας. Αυτό με τη σειρά του, πέραν της ειδωλολατρίας, την οποία εισάγει στον Παπισμό, έχει σοβαρές προεκτάσεις στο ζήτημα των ενδοτριαδικών σχέσεων μεταξύ των Προσώπων, ακόμα και στο τι ακριβώς είναι το καθένα από Αυτά! Αλλοιώνεται πλήρως έτσι ολόκληρο το περιεχόμενο της Θεολογίας, και γίνεται αγνώριστο.
Επιπλέον, με το να θεωρηθεί ως «θεός» η Ουσία, δεν υπάρχει υποταγή της ουσίας στο πρόσωπο, αλλά αντιθέτως, του προσώπου στην ουσία. Με άλλα λόγια, ο Πατέρας τότε, ΔΕΝ είναι αυτό που είναι επειδή το θέλει, αλλά επειδή τον υποχρεώνει η ουσία Του! Γίνεται κατανοητό έτσι το μέγεθος της βλασφημίας που εισάγει η παπική θεώρηση περί Θεού. Έχουμε έναν «θεό» με εξάρτηση από την ουσία του, έναν ΔΟΥΛΟ ΘΕΟ, που λειτουργεί βάσει αναγκαιότητας και όχι βάσει ελευθερίας και βούλησης, σαν τους ενδοσυμπαντικούς «θεούς» των ειδωλολατρών, που ορίζονται από την «ειμαρμένη» και όχι από την ελευθερία βούλησης που διαθέτουν.
Δευτερεύουσες συνέπειες των ανωτέρω, (για να κατανοηθεί το βάθος και η σοβαρότητα του ζητήματος), είναι το ότι καταργείται η ελευθερία, ως απαραίτητο συστατικό της ομοίωσης με τον Θεό, και καταρρέει ολόκληρο το σωτηριολογικό δόγμα της Χριστιανικής πίστης, συμπαρασύροντας φυσικά την αγάπη, (εφόσον και τα πρόσωπα της Θεότητας ορίζονται από την ουσία τους και όχι από αυτόβουλη αγάπη). Και καταλήγουμε στον θεό - κριτή - τιμωρό της Δύσης, που μόνο να τον φοβάται και να τον μισεί μπορεί κάποιος!
Από όλα τα ανωτέρω και την αιρετική θεώρηση του θεού - ουσία του Αυγουστίνου, προκύπτει, ότι όχι μόνο δεν πρέπει να αποδεχθούν οι Ορθόδοξοι οποιαδήποτε ένωση με τους Παπικούς, που αποδέχονται το Φιλιόκβε, αλλά πρέπει να απαιτήσουν από αυτούς, να απορρίψουν και την Αυγουστίνια αντίληψη του θεού-ουσία, αν θέλουν να τους αποδεχθούμε και πάλι στην μια Εκκλησία του Χριστού.
Επακόλουθα της στρεβλής θεώρησης της Θεότητας από τους Λατίνους είναι ότι, ενώ στην Ορθοδοξία ο Θεός είναι αγάπη και κρίνει τους ανθρώπους σύμφωνα με τις ίδιες τους τις πράξεις, στον Παπισμό ο Θεός είναι τιμωρός και αίτιος του θανάτου, που είναι αποτέλεσμα της παρακοής. Επίσης, ενώ Ουσία και ενέργεια του Θεού είναι ξέχωρες καταστάσεις άκτιστες, όπου δε εμφανίζεται κτιστή ενέργεια εκεί ενυπάρχει και κτιστή φύση, ο δε κόσμος δεν είναι εικόνα της θείας ουσίας, στον Παπισμό ουσία και ενέργεια του Θεού ταυτίζονται και είναι άκτιστες, αλλά η μεταδιδόμενη στους πιστούς ενέργεια είναι κτιστή, ο δε κόσμος είναι εικόνα της θείας ουσίας. Στην Ορθοδοξία, η θεία ουσία είναι ακατάληπτη, ο δε Θεός γίνεται καταληπτός κατά τις ενέργειές του, ενώ στον Παπισμό, η θεία ουσία δύναται να γίνει καταληπτή, μέσω της οντολογικής απόδειξης. Βέβαια, η ουσία του Θεού δεν είναι γενεσιουργός, αλλά μόνο το πρόσωπο, ενώ στον Παπισμό η ουσία του Θεού είναι γενεσιουργός και όχι το πρόσωπο του. Στην Ορθοδοξία, ο Θεός αγαπά τα εκτός της θ. ουσίας πράγματα, καθώς επίσης και αυτόν τούτον τον ενυπόστατο άνθρωπο, δεν έχει ανάγκη ουδενός, όντας απολύτως ελεύθερος και ενεργεί με ελεύθερη βούληση, ενώ στον Παπισμό ο Θεός αγαπά τα άναρχα, ατελεύτητα και αναλλοίωτα εκτός της θ. ουσίας αρχέτυπα, καθώς επίσης την ανυπόστατη ιδέα περί ανθρώπου, είναι υπόδουλος εις αγέννητα αρχέτυπα και ενεργεί αναγκαστικώς και κατ’ ουσίαν, θαυματουργώντας με την εισαγωγή του υπερφυσικού στο φυσικό ή με την άρση των θεσπισθέντων αιώνιων νόμων. Οι αποδείξεις της ύπαρξης του Θεού είναι κυρίως και κατά βάση κοσμολογικές και τελολογικές, ενώ στον Παπισμό, οι αποδείξεις ύπαρξης του Θεού είναι φιλοσοφικές, οντολογικές ψυχολογικές, ιστορικές και ηθικές. Στην Ορθοδοξία υπάρχει πλήρης διάκριση ακτίστου (της θεότητας) και κτιστού (των πνευμάτων, του κόσμου και του ανθρώπου), αλλά και μετοχή του κτιστού στο άκτιστο, ενώ στον Παπισμό δεν υπάρχει διάκριση ακτίστου και κτιστού, ούτε μετοχή του κτιστού στο άκτιστο. Επίσης ένα άλλο επακόλουθο της διαφορετικής αντίληψης περί της Θεότητας είναι, ότι οι θεοφάνειες δεν είναι τίποτε άλλο παρά η φανέρωση της Αγίας Τριάδας διαμέσου του άσαρκου Λόγου. Στις θεοφάνειες ενυπάρχουν και τα τρία πρόσωπα, λόγω της ταυτότητας της ουσίας των προσώπων και ενυπάρχει τριαδολογική μοναρχία («Τριάς η εν Μονάδι»), ενώ στον Παπισμό, οι θεοφάνειες είναι η φανέρωση ενός εκ των προσώπων της Αγίας Τριάδας, λόγω της ουσιοκεντρικής θεώρησης του Θεού. Στις θεοφάνειες υπάρχει και ενεργεί μόνον ένα των προσώπων και ενυπάρχει τριαδολογικός ενωτισμός («Μονάς η εν Τριόδι»).


ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
Σειρά: Παπισμός καί Ὀρθοδοξία

Οι διαφορές ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τον Παπισμό είναι πολλές και μεγάλες, παλαιές και νεότερες και αφορούν τόσο σε δογματικά ζητήματα. όσο και σε θέματα εκκλησιολογίας και εκκλησιαστικής εμπειρίας, λατρείας, τέχνης και γενικότερα αντιλήψεων και βιοθεωρίας. Επιχειρείται εδώ μια συνοπτική παρουσίαση μέσα από τα κείμενα του Ευαγγελίου, των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, των Αγίων Πατέρων, καθώς και σύγχρονων μεγάλων θεολογικών μορφών των διαφόρων κακοδοξιών του Παπισμού.
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ
Η Ορθόδοξη Λατινική Εκκλησία της Δύσης, στην παλαιά Ρώμη, είχε πάντοτε κοινωνία με την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία της Ανατολής, κατά την 1η χιλιετία της ιστορίας της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, χωρίς να λείψουν βέβαια ποτέ τα μικροπροβλήματα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Το καταλυτικό γεγονός που ανέτρεψε την εν πολλοίς αρμονική κοινωνία Ανατολής και Δύσης είναι η κατάληψη της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους κατά τη διάρκεια του 5ου και 6ου αιώνα, όταν η Δύση ζει τον καταιγισμό των βαρβαρικών επιδρομών που μετέβαλαν ριζικά τα πολιτιστικά και θρησκευτικά δεδομένα της.
Οι Φράγκοι, λαός πρωτόγονος και απολίτιστος την εποχή εκείνη, από την πρώτη στιγμή του εκχριστιανισμού τους, εξέλαβαν και αφομοίωσαν με λανθασμένο τρόπο την χριστιανική διδασκαλία. Η Τριαδολογία και η Χριστολογία τους υπήρξε ανέκαθεν προβληματική, καθώς οι αντιλήψεις τους για την Αγία Τριάδα ήταν έντονα επηρεασμένες από τον Αρειανισμό. Στη Φράγκικη Σύνοδο του Τολέδο του 589, παρά τη φαινομενική καταδίκη του Αρειανισμού, υιοθετούν μια άλλη μορφή λανθασμένης Τριαδολογίας, την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, την οποίαν αργότερα προσέθεσαν και στο Σύμβολο της Πίστης.
Τον 8ο αιώνα, ο βασιλιάς των Φράγκων Κάρολος ο Μέγας (Καρλομάγνος) υποτάσσει τους άλλους λαούς και τους Ηγεμόνες της Ευρώπης και συγκροτεί την ενιαία Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο πολιτικός και θρησκευτικός προσανατολισμός της νέας Δυτικής Αυτοκρατορίας έχει έντονο το στίγμα της διαφοροποίησης και της αντίθεσης προς την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αυτή η αντίθεση λαμβάνει διαστάσεις περιφρόνησης και χλευασμού των Ρωμαίων της Ανατολής, που ήδη είχαν αρχίσει να αποκαλούνται υποτιμητικά από τους Φράγκους «αιρετικοί» και «Γραικοί» (=κλέφτες). Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον 9ο έως τον 13ο αιώνα συναντούμε επανειλημμένα στη Δύση συγγράμματα με τον τίτλο: «Contres errores Graecorum» (Ενάντια στις πλάνες των Γραικών). Ο πολιτισμός και η Ορθόδοξη Πίστη των Ελλήνων ήταν για τους απολίτιστους Φράγκους μέγεθος ακατανόητο και ασύλληπτο, αλλά και ταυτόχρονα απλησίαστο και ανέφικτο και για το λόγο αυτό προτίμησαν να το προβάλουν ως πλάνη και αίρεση!
Από τον 9ο αιώνα οι Φράγκοι, αφού εκδίωξαν τους Ρωμαίους Ορθόδοξους Επισκόπους, διόρισαν δικούς τους Επισκόπους και Ηγουμένους, αρχικά στη Γαλλία. Κατόπιν κατέλαβαν δια της βίας το Ορθόδοξο Λατινικό Πατριαρχείο της Ρώμης και από το 1009 έως το 1046 αντικατέστησαν τους Ορθόδοξους Πάπες της Ρώμης με Φραγκο-Λατίνους, ιδρύοντας ουσιαστικά τον σημερινό Παπισμό. Επομένως, το λεγόμενο Σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης δεν έγινε μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών Ορθοδόξων Ρωμαίων, αλλά μεταξύ των Ορθοδόξων Ρωμαίων της Ανατολής (Πατριαρχείο Κων/πόλεως) και των Φράγκων κατακτητών των Δυτικών Ορθοδόξων Ρωμαίων (Πατριαρχείο Ρώμης).
Με την εκφράγκευση του Ορθοδόξου Πατριαρχείου της Ρώμης εισάγονται σ’ αυτό οι κακοδοξίες και ο ανθελληνισμός των Φράγκων, στοιχεία που δεν έπαψαν έκτοτε να συνιστούν τα κύρια γνωρίσματα και την πεμπτουσία του Παπισμού.

ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

1. - Εκκλησία και Παπισμός
Εσφαλμένα μερικοί ομιλούν για Καθολική Εκκλησία, γιατί ο όρος καθολικός, που ταυτίζεται με το ορθόδοξος, ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς επίσης ο όρος Εκκλησία δεν αρμόζει στο Κράτος του Βατικανού. Ο Παπισμός βρίσκεται εκτός της Εκκλησίας και αυτό φαίνεται από δύο Συνόδους, που για μας τους Ορθοδόξους θεωρούνται Οικουμενικές, στις οποίες γίνεται λόγος για το Filioque και τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Στην Η΄ Οικουμενική Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία ήταν παρόντες και οι εκπρόσωποι του Ορθοδόξου τότε Πάπα της Ρώμης, καταδικάσθηκαν οι Φράγκοι Επίσκοποι, οι οποίοι είχαν προσθέσει στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, γιατί μια τέτοια προσθήκη «κατά γνώσιν εισάγει των ακαταγνώστων και ύβριν των Πατέρων αναπολόγητον», γι’ αυτό και λέγεται ότι «ει μεν των ιερωμένων είη τις παντελεί καθαιρέσει τούτον καθυποβάλλομεν, ει δε των λαϊκών, τω αναθέματι παραπέμπομεν» (όρος πίστεως Η΄ Οικουμενικής Συνόδου). Βέβαια, αυτή η ίδια καταδίκη ισχύει και για τους Πάπες της Ρώμης, από τότε που ο πρώτος Φράγκος Πάπας (Σέργιος Δ΄) κατέλαβε τον θρόνο της Ρώμης και εισήγαγε το Filioque στην ενθρονιστήρια επιστολή του (το 1009) και ο Βενέδικτος Η' το εισήγαγε επισήμως στο Σύμβολο της Πίστεως που αναγιγνωσκόταν στην Θεία Λειτουργία (το 1014). Είναι χαρακτηριστικό, ότι στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας λέγεται ότι όσοι αποξενώνουν «αυτόν τε τον Θεόν Λόγον και το ομοούσιον και ομόδοξον τούτου Παράκλητον Πνεύμα της θεοπρεπούς ομοτιμίας τε και αξίας, ανάθεμα».
Στη Σύνοδο του 1341 επί του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και μάλιστα στον Συνοδικό Τόμο λέγεται, ότι όσοι δέχονται ότι οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές και ιδιαιτέρως όσοι δέχονται ότι το φώς της θεότητος είναι κτιστό, όπως υπεστήριζε ο σχολαστικός Βαρλαάμ ο Καλαβρός και, βεβαίως, αυτό αποτελεί βασικό δόγμα του Παπισμού, όπως φαίνεται στα έργα του Θωμά του Ακινάτη, βρίσκονται εκτός της Εκκλησίας. Γράφεται ότι εάν κάποιος ισχυρίζεται τέτοιες απόψεις και δεν μετανοήσει «αποκήρυκτος έσται και αποτετμημένος της Αγίας του Χριστού Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και του Ορθοδόξου των Χριστιανών συστήματος».
Στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας αναθεματίζονται όσοι δέχονται την περί ιδεών διδασκαλία του Πλάτωνα, δηλαδή την μεταφυσική και την οντολογία και τις απόψεις της Analogia Entis, ότι υπάρχει αναλογία μεταξύ Θεού και κόσμου, και Analogia Fidei, ότι υπάρχει ομοιότητα μεταξύ του Θεού και της Αγίας Γραφής, καθώς επίσης αναθεματίζονται και όσοι δεν δέχονται τα δόγματα με πίστη καθαρά και απλή και ολόψυχη καρδία «αλλά πειρωμένοις αποδείξεσι και λόγοις σοφιστικοίς», δηλαδή εισάγουν την σχολαστική μέθοδο γνώσεως του Θεού. Αναλύοντας περισσότερο το θέμα αυτό μπορούμε να αναφερθούμε στο ότι δύο μεγάλοι θεολόγοι και Πατέρες του Παπισμού είναι ο Άνσελμος Καντερβουρίας και ο Θωμάς Ακινάτης, των οποίων την διδασκαλία αποδέχεται η Παπική θεολογία και η πρακτική του Παπισμού.
Ο Άνσελμος Καντερβουρίας επεξεργάσθηκε και εισήγαγε το θεολογικό δόγμα περί της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης, ότι δηλαδή η αμαρτία του Αδάμ προσέβαλε την δικαιοσύνη του Θεού και ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη και επανέφερε την τάξη στην δημιουργία. Πρόκειται για αλλοίωση της αλήθειας περί του Θεού, αφού παρουσιάζεται ο Θεός με τα ιδιώματα του εμπαθούς ανθρώπου, ο οποίος προσβάλλεται και θίγεται, αλλά και για αλλοίωση του μυστηρίου της θείας ενανθρωπήσεως και της σταυρικής θυσίας του Χριστού. Βέβαια, η θεολογία περί της εξιλεώσεως της θείας δικαιοσύνης υιοθετεί το φεουδαλιστικό σύστημα με όλες τις θεολογικές και κοινωνικές συνέπειες.
Ο Θωμάς ο Ακινάτης που είναι ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος του σχολαστικισμού προσπάθησε να συνδυάσει τις θεωρίες του Αυγουστίνου με τον Αριστοτέλη. Εκτός των άλλων, ταυτίζει την άκτιστη ενέργεια του Θεού με την άκτιστη ουσία Του, αφού ομιλεί για το λεγόμενο actus purus, και εισάγει την εσφαλμένη άποψη περί κτιστών ενεργειών στον Θεό, παρουσιάζει έναν ευδαίμονα Θεό που είναι στην πραγματικότητα απρόσιτος, άγνωστος, απρόσωπος και, βεβαίως, διδάσκει ότι ο άνθρωπος έρχεται σε κοινωνία με τις κτιστές ενέργειες του Θεού. Δηλαδή, η αγάπη, η θεία Χάρη, η ειρήνη του Θεού είναι κτιστές ενέργειες του Θεού. Από την άποψη αυτή προέρχεται η διδασκαλία ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού (Filioque), το καθαρτήριο πυρ, το αλάθητο κλπ. Οι θεωρίες αυτές καταδικάσθηκαν από την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και από την Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που θεωρείται ως Θ' Οικουμενική Σύνοδος, όπως παρουσιάζεται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας. Επίσης αναθεματίζονται όσοι δεν ομολογούν ότι υπάρχει «ουσίαν τε επί Θεού και ουσιώδη φυσικήν ενέργειαν». Για όλους αυτούς τους λόγους ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει: «Οι της του Χριστού Εκκλησίας της αληθείας εισί· και οι μη της αληθείας όντες ουδέ της του Χριστού Εκκλησίας εισί». Το ίδιο λέγει και ο άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λυώνος: Οι «εκτός της αληθείας» ευρίσκονται αυτομάτως «εκτός της Εκκλησίας», γιατί όσοι δεν δέχονται την παράδοση των Αποστόλων και την πίστη της Εκκλησίας τους θεωρούμε, κατά τον άγιο Ειρηναίο, «ως αιρετικούς και κακογνώμονας (κακοδόξους), ή ως σχίζοντας (την Εκκλησίαν) και υπερηφάνους και αυθάδεις».

2.- Αποστολική Διαδοχή και Παπισμός
Επειδή εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχουν Μυστήρια, γι’ αυτό και οι Κληρικοί των Παπικών και αυτός ο Πάπας, για μας τους Ορθοδόξους, δεν έχουν Ιερωσύνη, δηλαδή έχει διακοπεί σε αυτούς η Αποστολική Διαδοχή. Αυτό, βέβαια, μπορεί να ακούγεται λίγο παράξενα, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, βάσει της Ορθοδόξου Θεολογίας.
Η Αποστολική διαδοχή δεν είναι απλώς μια σειρά χειροτονιών, αλλά συγχρόνως και μετοχή στην αποκαλυπτική αλήθεια. Όταν μια Εκκλησία αποκόπτεται από τον κορμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, λόγω δογματικών διαφορών, αυτό σημαίνει ότι υπολείπεται και στο μυστήριο της Ιερωσύνης. Δηλαδή, όταν χάνεται η αποκαλυπτική αλήθεια και υιοθετούνται αιρετικές απόψεις, αυτό έχει συνέπειες και στην Αποστολική Διαδοχή. Διότι οι 'Αγιοι Απόστολοι μετέδιδαν το χάρισμα της Ιερωσύνης, αλλά ταυτόχρονα παρέδιδαν, δια της αναγεννήσεως, και όλη την αποκαλυπτική παράδοση. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε την διδασκαλία του αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λυώνος, στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία συνδέεται στενότατα με την Ορθοδοξία και την Θεία Ευχαριστία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όταν χάνεται η Ορθόδοξη Πίστη, τότε δεν υπάρχει ούτε Εκκλησία, ούτε και Θεία Ευχαριστία. Οπότε ο Κληρικός που χάνει την Ορθόδοξη Πίστη αποκόπτεται από την Εκκλησία και, βεβαίως, τότε δεν υφίσταται και η Αποστολική Παράδοση και Αποστολική Διαδοχή. Το ότι ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την Αποστολική Διαδοχή όχι μόνον με την χειροτονία, αλλά και με την διατήρηση της αληθούς πίστεως, φαίνεται από ένα χωρίο: «Δια τούτο τοις εν τη Εκκλησία πρεσβυτέροις υπακούειν δει, τοις την διαδοχήν έχουσιν από των αποστόλων, καθώς επεδείξαμεν, τοις συν τη επισκοπική διαδοχή το χάρισμα της αληθείας ασφαλές, κατά την ευδοκίαν του Πατρός ειληφόσι».
Επειδή, λοιπόν, δεν υπάρχει Ιερωσύνη στους Παπικούς, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν Μυστήρια, και όσα τελούνται δεν είναι αγιαστικά μυστήρια. Εάν όμως, όπως ισχυρίζονται μερικοί, ο Πάπας έχει Ιερωσύνη, τότε το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι έγκυρο και ο άρτος ο ευρισκόμενος στην Αγία Τράπεζα είναι ο Χριστός, οπότε περιπίπτουν σε δύο σφάλματα ή να κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων, παραβαίνοντας πληθώρα ιερών Κανόνων ή να αποστρέφονται τον Ίδιο τον Χριστό, ευρισκόμενον κατ’ αυτούς πάνω στην Αγία Τράπεζα.
Ο Μ. Βασίλειος αντιμετώπισε στην εποχή του διάφορα προβλήματα για το πώς θα δέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία στους κόλπους της τους αιρετικούς. Αφού κάνει την διάκριση μεταξύ αιρέσεως, σχίσματος και παρασυναγωγής, αναφερόμενος στους αιρετικούς που έχουν αποκλίνει, όπως λέγει ο Γεννάδιος Σχολάριος, «κατ’ ευθείαν ή πλαγίως», «περί τι των άρθρων της πίστεως», γράφει ότι «οι δε της Εκκλησίας αποστάντες, ουκ έτι έσχον την Χάριν του Αγίου Πνεύματος αφ’ εαυτούς· επέλιπε γαρ η μετάδοσις τω διακοπήναι την ακολουθίαν». Δηλαδή, όσοι απομακρύνθηκαν από την Εκκλησία, λόγω διαφοράς πίστεως, έχασαν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορούν να την μεταδώσουν, γιατί διακόπηκε η Αποστολική Διαδοχή. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης παρατηρεί: «Καθώς εν μέλος κοπή από το σώμα, νεκρούται παρευθύς με το να μη μεταδίδεται πλέον εις αυτό ζωτική δύναμις· τοιουτοτρόπως και αυτοί αφ’ ου μίαν φοράν εσχίσθηκαν παρευθύς και την πνευματικήν χάριν και ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος έχασαν, μη μεταδιδομένης ταύτης εις αυτούς δια των αφών και συνδέσμων, ήτοι δια της κατά Πνεύμα ενώσεως».
Επομένως, εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν ενεργούν Μυστήρια, ούτε υπάρχει Ιερωσύνη, ούτε γίνεται αληθής θεία Λειτουργία. Σε αυτό το σημείο στηρίζονται και όλοι οι ιεροί Κανόνες για την απαγόρευση της συμπροσευχής με αιρετικούς. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τηρεί αυτήν την αρχή στην πράξη και αυτό φαίνεται από το εξής απλό γεγονός. Όταν ένας Παπικός «Ιερέας» ή «Επίσκοπος» θέλει να γίνει Ορθόδοξος, δεν δεχόμαστε την «Ιερωσύνη» που είχε, αλλά τον ξαναχειροτονούμε, αφου προηγουμένως τον βαπτίσουμε. Ακόμη δε αυτό γίνεται και με τους σχισματικούς, με τους οποίους δεν έχουμε διαφορά στο δόγμα, αλλά διαφορά «σε κάποια ζητήματα εκκλησιαστικά και ευκολοϊάτρευτα». Και σε αυτούς η Εκκλησία δεν δέχεται την «Ιερωσύνη» τους, όταν έρχονται στην Εκκλησία, αλλά τους ξαναχειροτονεί, επειδή πάσχει η κανονικότητα της Αρχιεροσύνης των «Αρχιερέων» που τους χειροτόνησαν. Αυτό σημαίνει ότι εάν ο Πάπας μετανοήσει και θελήσει να γίνει Ορθόδοξος, τότε, επανερχόμενος στην Εκκλησία, πρέπει να ξαναχειροτονηθεί, αφού κατά τον Αριστηνό «αιρετικός, ο κατά την πίστιν αλλότριος· ο δε κατά τι ιάσιμον ζήτημα, σχισματικός».
Αυτή είναι η βασική εκκλησιολογική θέση όπως την εκφράζει ο Μ. Βασίλειος και η όλη πρακτική της Εκκλησίας. Εφ’ όσον δεν δεχόμαστε την «Ιερωσύνη» των αιρετικών, δεν δεχόμαστε και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την «Ιερωσύνη» τους. Γι’ αυτόν τον λόγο και ο Πάπας δεν θεωρείται διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, έστω και αν στην σημαία του Βατικανού τίθενται τα κλειδιά της Βασιλείας των Ουρανών, με την παρερμηνεία που δίδουν οι Παπικοί στον σχετικό λόγο του Χριστού (Ματθ. 16. 13-20).
Γενικά, πρέπει να πούμε ότι το Βατικανό δεν είναι Εκκλησία, αλλά ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα, ευρισκόμενο εκτός της Εκκλησίας, και ο Πάπας, καθώς και όλοι οι «Κληρικοί» του Βατικανού δεν είναι διάδοχοι των Αποστόλων, δεν έχουν Αποστολική Παράδοση και Διαδοχή. Επομένως, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι και Ρωμαίοι - Ρωμηοί, δηλαδή απόγονοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και Καθολικοί, δηλαδή Ορθόδοξοι, διότι ο όρος Καθολικός δηλώνει το καθ’ όλου, το Ορθόδοξο. Οι Παπικοί είναι Φραγκολατίνοι, μετά την κατάληψη του Θρόνου της Ρώμης από τους Φράγκους, καθώς επίσης και αιρετικοί.
3.- Παπική εξουσία
Πως μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς την εξουσία του Πάπα; Δηλ. είναι εκκλησιαστικός ή πολιτικός ηγέτης; Κατ’ αρχάς, είναι γνωστόν ότι ο Πάπας είναι ο επικεφαλής όλης της «Καθολικής Εκκλησίας». Όμως δεν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε εκκλησιαστικό ηγέτη, ακριβώς γιατί με την αίρεση του Filioque και την αίρεση περί κτιστής Χάριτος του Θεού, έχει απομακρυνθεί από την Εκκλησία, μετά από τις αποφάσεις της Η΄ και Θ΄ Οικουμενικές Συνόδους. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν μπορεί να ονομασθεί εκκλησιαστικός ηγέτης, αλλά θρησκευτικός ή Χριστιανικός, από την άποψη ότι ηγείται μιας μεγάλης χριστιανικής ομάδας - ομολογίας. Εκείνο όμως που είναι βέβαιο και αποδεκτό από όλους είναι ότι ο Πάπας είναι σαφώς πολιτικός ηγέτης, αφού προΐσταται του Κράτους του Βατικανού, που είναι το μικρότερο κράτος στον κόσμο.
Ο Πιπίνος ο Βραχύς, πατέρας του Καρλομάγνου, έδωσε στον Πάπα Στέφανο Γ΄, ως ανταμοιβή για την βοήθειά του να γίνει Βασιλέας των Φράγκων, το Δουκάτο της Ρώμης, το εξαρχάτο της Ραβέννας και την Πεντάπολη. Μάλιστα με δύο εκστρατείες (754 και 756) που έκανε εξεδίωξε από τα μέρη αυτά τους Λογγοβάρδους, και κατ’ αυτόν τον τρόπο ιδρύθηκε το Παπικό Κράτος. Στα νεότερα χρόνια, το 1929, το Βατικανό (περιφέρεια διαμέτρου πέντε χιλιομέτρων) και το Λατερανό (περιφέρεια διαμέτρου ενός περίπου χιλιομέτρου) αναγνωρίσθηκε από την Κυβέρνηση της Ιταλίας ως ανεξάρτητο Παπικό Κράτος. Το ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ο Πάπας Πίος ΙΑ΄ δικαιολόγησε την πράξη αυτή, του να είναι αρχηγός Κράτους, με την άποψη ότι «ο επί της γης αντιπρόσωπος του Θεού δεν δύναται να είναι υπήκοος επιγείου κράτους».
Πρόκειται, λοιπόν, για ένα κοσμικό κράτος, για μια θεοκρατία, στην οποία διασώζονται τα απομεινάρια του Φράγκικου φεουδαλισμού, που βασάνισε την Ευρώπη πολλούς αιώνες, με τραγικές επιπτώσεις στον κοινωνικό τομέα. Και ενώ μερικοί πολεμούν την φεουδαλιστική αντίληψη με την φασιστική νοοτροπία της και ενώ βδελύσσονται την θεοκρατία, εν τούτοις δέχονται την νοοτροπία του Βατικανού και το κοσμικό κράτος του. Και φυσικά επιθυμούν την επίσκεψη του Πάπα ως αρχηγού Κράτους. Όμως ο Πάπας δεν επιθυμεί να εμφανίζεται μόνον ως πολιτικός ηγέτης, αλλά κυρίως και ως θρησκευτικός.
Πάντως, πρέπει να προσέξουμε την σκέψη για την ίδρυση του Παπικού Κράτους, ότι ο Πάπας, επειδή είναι αντιπρόσωπος του Χριστού στην γη, δεν μπορεί να είναι υπήκοος σε κανένα άλλο επίγειο κοσμικό κράτος. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία λέμε ότι ο κάθε Επίσκοπος δεν είναι αντιπρόσωπος του Χριστού, ωσάν ο Χριστός να έχει εκχωρήσει τα δικαιώματά του σε άλλους και Εκείνος κατοικεί στους ουρανούς, αλλά ότι είναι το μυστήριο της αισθητής παρουσίας του Χριστού στην γη. Επίσης, είναι φοβερή η σκέψη ότι, ενώ ο Χριστός υπήρξε κατ' άνθρωπον υπήκοος κάποιου κράτους, και μάλιστα δέχθηκε να απογραφεί και να τηρεί την σχετική νομοθεσία, και ενώ οι άγιοι Πατέρες υπήρξαν υπήκοοι σε κάποιο κράτος, πέρα του ότι είναι πολίτες της Βασιλείας του Θεού, αφού δεν αρνούντο την εγκόσμια υπηκοότητά τους, εν τούτοις ο Πάπας δεν μπορεί να είναι υπήκοος κάποιου επιγείου κράτους! Πως λοιπόν, ορισμένοι δέχονται όλες αυτές τις συνέπειες αυτής της νοοτροπίας, ήτοι την θεοκρατία, τον φεουδαλισμό και την αλαζονεία ενός ανθρώπου;
4.- Βασικές διαφορές
Τα βασικά σημεία διαφοράς μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού αναφέρονται και καταγράφονται σε γενικές γραμμές παρακάτω, ενώ τα επί μέρους στοιχεία θα αναλυθούν σε ξεχωριστή ενότητα.
1. Οι Επίσκοποι της Παλαιάς Ρώμης, παρά τις μικρές και μη ουσιαστικές διαφορές, είχαν πάντοτε κοινωνία με τους Επισκόπους της Νέας Ρώμης και τους Επισκόπους της Ανατολής μέχρι το 1009-1014, όταν για πρώτη φορά κατέλαβαν τον Θρόνο της Παλαιάς Ρώμης οι Φράγκοι Επίσκοποι. Μέχρι το 1009 οι Πάπες της Ρώμης και οι Πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως ήσαν ενωμένοι στον κοινό αγώνα εναντίον των Φράγκων Ηγεμόνων και Επισκόπων, αλλά και των κατά καιρούς αιρετικών.
2. Οι Φράγκοι στην Σύνοδο της Φραγκφούρτης το 794 καταδικάσαν τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων. Επίσης το 809 οι Φράγκοι εισήγαγαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, την διδασκαλία δηλαδή περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Αυτή την εισαγωγή καταδίκασε τότε και ο Ορθόδοξος Πάπας της Ρώμης Λέων Γ΄. Στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του Ορθοδόξου Πάπα της Ρώμης Ιωάννη Η΄, καταδίκασαν όσους είχαν καταδικάσει τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και όσους προσέθεσαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque. Όμως για πρώτη φορά ο Φράγκος Πάπας Σέργιος Δ΄ το 1009 στην ενθρονιστήρια επιστολή του προσέθεσε στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque και ο Πάπας Βενέδικτος Η΄ εισήγαγε το πιστεύω με το Filioque στην λατρεία της Εκκλησίας, οπότε ο Πάπας διεγράφη από τα δίπτυχα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
3. Η βασική διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού βρίσκεται στην διδασκαλία περί της ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας του Θεού. Ενώ οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι ο Θεός έχει άκτιστη ουσία και άκτιστη ενέργεια και ότι ο Θεός έρχεται σε κοινωνία με την κτίση και τον άνθρωπο με την άκτιστη ενέργειά Του, εν τούτοις οι Παπικοί πιστεύουν ότι στον Θεό η άκτιστη ουσία ταυτίζεται με την άκτιστη ενέργειά Του (actus purus) και ότι ο Θεός επικοινωνεί με την κτίση και τον άνθρωπο δια των κτιστών ενεργειών Του, δηλαδή ισχυρίζονται ότι στον Θεό υπάρχουν και κτιστές ενέργειες. Οπότε η Χάρη του Θεού δια της οποίας αγιάζεται ο άνθρωπος θεωρείται ως κτιστή ενέργεια. Αλλά έτσι δεν μπορεί να αγιασθεί. Από αυτήν την βασική διδασκαλία προέρχεται η διδασκαλία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού, το καθαρτήριο πυρ, το πρωτείο του Πάπα κ.λπ.
4. Εκτός από την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού στο θέμα της ουσίας και ενεργείας στο Θεό, υπάρχουν άλλες μεγάλες διαφορές, που έγιναν κατά καιρούς αντικείμενα θεολογικών διαλόγων, ήτοι:
- Το Filioque, ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό με αποτέλεσμα να μειώνεται η μοναρχία του Πατέρα, να καταργείται η τέλεια ισότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδας, να μειώνεται ο Υιός κατά την ιδιότητά Του να γεννά, εάν υπάρχει ενότητα μεταξύ Πατρός και Υιού, να υποτιμάται το Άγιο Πνεύμα ως μη ισοδύναμο και ομόδοξο με τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, αφού παρουσιάζεται ωσεί «πρόσωπο στείρο».
- Η χρησιμοποίηση άζυμου άρτου στην θεία Ευχαριστία που παραβαίνει τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός τέλεσε το μυστικό δείπνο.
– Ο καθαγιασμός των «τιμίων δώρων» που γίνεται όχι με την επίκληση, αλλά με την απαγγελία των ιδρυτικών λόγων του Χριστού «λάβετε φάγετε... πίετε εξ αυτού πάντες...», – Η θεωρία ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη, που παρουσιάζει τον Θεό Πατέρα ως φεουδάρχη και παραθεωρεί την Ανάσταση,
– Η θεωρία περί της “περισσευούσης αξιομισθίας” του Χριστού και των Αγίων που την διαχειρίζεται ο Πάπας,
– Ο χωρισμός και η διάσπαση μεταξύ των Μυστηρίων Βαπτίσματος, Χρίσματος, και Θείας Ευχαριστίας,
– Η διδασκαλία περί της κληρονομήσεως της ενοχής του προπατορικού αμαρτήματος,
– Οι λειτουργικές καινοτομίες σε όλα τα Μυστήρια της Εκκλησίας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Ιεροσύνη, Εξομολόγηση, Γάμος, Ευχέλαιον),
– Η μη μετάληψη των λαϊκών από το «Αίμα» του Χριστού,
– Το πρωτείο του Πάπα, κατά το οποίο ο Πάπας είναι ο «episcopus episcoporum» και η πηγή της ιερατικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας, είναι η αλάθητη κεφαλή και ο Καθηγεμόνας της Εκκλησίας, «κυβερνώντας αυτήν μοναρχικώς ως τοποτηρητής του Χριστού επί της γης» (Ι. Καρμίρης). Με αυτήν την έννοια ο Πάπας θεωρεί τον εαυτό του διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, στον οποίον υποτάσσονται οι άλλοι Απόστολοι, ακόμη και ο Απόστολος Παύλος,
– Η μη ύπαρξη συλλειτουργίας κατά τις λατρευτικές πράξεις,
– Το αλάθητο του Πάπα,
– Το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου και γενικά η Μαριολατρεία, κατά την οποία η Παναγία ανυψώνεται στην Τριαδική θεότητα και μάλιστα γίνεται λόγος και για Αγία Τετράδα,
– Οι θεωρίες της analogia entis και analogia fidei που επικράτησαν στον δυτικό χώρο, – Η συνεχής πρόοδος της Εκκλησίας στην ανακάλυψη των πτυχών της αποκαλυπτικής αλήθειας,
– Η διδασκαλία περί του απολύτου προορισμού,
– Η άποψη περί της ενιαίας μεθοδολογίας για την γνώση του Θεού και των κτισμάτων, η οποία οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης.
5. Επίσης, η μεγάλη διαφοροποίηση, η οποία δείχνει τον τρόπο της θεολογίας βρίσκεται και στην διαφορά μεταξύ σχολαστικής και ησυχαστικής θεολογίας. Στην Δύση αναπτύχθηκε ο Σχολαστικισμός, ως προσπάθεια διερεύνησης όλων των μυστηρίων της πίστης με την λογική (Άνσελμος Καντερβουρίας, Θωμάς Ακινάτης), ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία επικρατεί ο Ησυχασμός, δηλαδή η κάθαρση της καρδιάς και ο φωτισμός του νου, για την απόκτηση της γνώσης του Θεού. Ο διάλογος μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του σχολαστικού Βαρλαάμ είναι χαρακτηριστικός και δείχνει την διαφορά.
6. Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι, ότι στον Παπισμό έχουμε απόκλιση από την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στην θέωση που συνίσταται στην κοινωνία με τον Θεό, δια της οράσεως του ακτίστου Φωτός, οπότε οι θεούμενοι συνέρχονται σε Οικουμενική Σύνοδο και οριοθετούν ασφαλώς την αποκαλυπτική αλήθεια σε περιπτώσεις συγχύσεως, εν τούτοις στον Παπισμό δίνεται μεγάλη σημασία στον θεσμό του Πάπα, ο οποίος Πάπας υπέρκειται ακόμη και από αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα με την λατινική θεολογία «η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε μόνον όταν στηρίζεται και εναρμονίζεται με την θέληση του Πάπα. Σε αντίθετη περίπτωση εκμηδενίζεται». Οι Οικουμενικές Σύνοδοι θεωρούνται ως «συνέδρια του Χριστιανισμού που συγκαλούνται υπό την αυθεντία και την εξουσία και την προεδρία του Πάπα». Αρκεί να βγει ο Πάπας από την αίθουσα της Οικουμενικής Συνόδου, οπότε αυτή παύει να έχει κύρος. Ο Επίσκοπος Μαρέ έγραψε: «Θα ήταν πιο ακριβείς οι ΡΚαθολικοί αν εκφωνώντας το «Πιστεύω» έλεγαν: «καί εις έναν Πάπαν» παρά να λένε: «και εις μίαν..... Εκκλησίαν».
Επίσης, η σημασία και ο ρόλος των Επισκόπων μέσα στην Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι παρά απλή εκπροσώπηση της Παπικής εξουσίας, στην οποία και οι ίδιοι οι Επίσκοποι υποτάσσονται, όπως οι απλοί πιστοί. Στην Παπική εκκλησιολογία ουσιαστικά υποστηρίζεται ότι «η Αποστολική εξουσία εξέλιπε με τους Αποστόλους και δεν μετεδόθη στους διαδόχους τους Επισκόπους. Μονάχα η Παπική εξουσία του Πέτρου, υπό την οποίαν βρίσκονταν όλοι οι άλλοι, μετεδόθη στους διαδόχους του Πέτρου, δηλαδή στους Πάπες». Μέσα σε αυτήν την προοπτική υποστηρίζεται από την Παπική «Εκκλησία», ότι όλες οι Εκκλησίες της Ανατολής είναι διιστάμενες και έχουν ελλείψεις και κατά οικονομίαν μας δέχονται σε κοινωνία, και βέβαια κατ’ οικονομίαν μας δέχονται και ως αδελφές Εκκλησίας, επειδή αυτή αυτοθεωρείται ως μητέρα Εκκλησία και εμάς μας θεωρούν θυγατέρες Εκκλησίες.
7. Το Βατικανό είναι κράτος και ο εκάστοτε Πάπας είναι ο ηγέτης του Κράτους του Βατικανού. Πρόκειται για μια ανθρωποκεντρική οργάνωση, για μια εκκοσμίκευση και μάλιστα θεσμοποιημένη εκκοσμίκευση. Το Κράτος του Βατικανού ιδρύθηκε το 754 από τον Πεπίνο τον Βραχύ, πατέρα του Καρλομάγνου και στην εποχή μας αναγνωρίσθηκε το 1929 από το Μουσολίνι. Είναι σημαντική η αιτιολογία της ανακηρύξεως του Παπικού Κράτους, όπως το υποστήριξε ο Πίος ΙΑ΄: «Ο επί της γης αντιπρόσωπος του Θεού δεν δύναται να είναι υπήκοος επιγείου κράτους». Ο Χριστός ήταν υπήκοος επιγείου κράτους, ο Πάπας δεν μπορεί να είναι! Η παπική εξουσία συνιστά θεοκρατία, αφού η θεοκρατία ορίζεται ως ταύτιση κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας σε ένα πρόσωπο. Σήμερα θεοκρατικά κράτη στον κόσμο είναι δυο, το Βατικανό και το Ιράν.
Είναι χαρακτηριστικά τα όσα υποστήριξε στον ενθρονιστήριο λόγο του ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ (1198-1216): «Αυτός που έχει τη νύμφη είναι ο νυμφίος. Αλλά η νύμφη αυτή (η Εκκλησία) δε συνεζεύχθη με κενά τα χέρια, αλλά πρόσφερε σε μένα ασύγκριτη πολύτιμη προίκα, δηλ. την πληρότητα των πνευματικών αγαθών και την ευρύτητα των κοσμικών, το μεγαλείο και την αφθονία αμφοτέρων..... Σαν σύμβολα των κοσμικών αγαθών μου έδωσε το Στέμμα, τη Μίτρα υπέρ της Ιερωσύνης, το Στέμμα για τη βασιλεία και με κατέστησε αντιπρόσωπο Εκείνου, στο ένδυμα και στο μηρό του οποίου γράφτηκε: ο Βασιλεύς των βασιλέων και Κύριος των κυρίων!».
Επομένως, υπάρχουν μεγάλες θεολογικές διαφορές, οι οποίες καταδικάσθηκαν από την Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου και από την Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως φαίνεται και στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας. Επί πλέον και οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Τοπικές Σύνοδοι μέχρι τον 19ο αιώνα καταδίκαζαν όλες τις πλάνες του Παπισμού. Το πράγμα δεν θεραπεύεται, ούτε βελτιώνεται από κάποια τυπική συγγνώμη που θα δώσει ο Πάπας για ένα ιστορικό λάθος, όταν οι θεολογικές απόψεις του είναι εκτός της Αποκαλύψεως και η Εκκλησιολογία κινείται σε εσφαλμένο δρόμο, αφού μάλιστα ο Πάπας παρουσιάζεται ως ηγέτης του Χριστιανικού κόσμου, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και Βικάριος - αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στην γη, ωσάν ο Χριστός να έδωσε την εξουσία του στον Πάπα και Εκείνος να αναπαύεται ευδαίμων στους Ουρανούς!


Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ
Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
Σειρά: Παπισμός καί Ὀρθοδοξία

Υπάρχουν πλείστοι Ορθόδοξοι θεολόγοι, οι οποίοι θεωρούν, ότι η Ορθοδοξία έχει υποστεί βαθειά επίδραση από τη Δυτική θεολογία, οπότε η δυσκολία αρχίζει με την προσπάθεια του καθορισμού της επίδρασης αυτής και τελικά οδηγούμεθα στο ερώτημα, σε τι διαφέρει η Δυτική από την Ανατολική θεολογία και σε ποια σημεία και σε ποια έκταση έχει γίνει η εισβολή της δυτικής σκέψης στην Ορθόδοξη θεολογία και παράδοση;
Βέβαια, το πνεύμα της Δύσης και το πνεύμα της Ανατολής τελικά διαφέρουν μεταξύ τους πάρα πολύ και αυτή η διαφορά καθιστά αυτά τα δυο μεγέθη ασυμβίβαστα. Η εισβολή αυτή της Δυτικής σκέψης έγινε έγκαιρα αντιληπτή στη Ρωσική Ορθόδοξη Θεολογία, ενώ έμεινε και εν πολλοίς μένει ακόμη απαρατήρητη από την Ελληνική Ορθόδοξη Θεολογία. Η Ελληνική Ορθόδοξη Θεολογία, δυστυχώς, ακολούθησε αυτή τη Δυτική ομολογιακή θεολογία με εκφραστές κυρίως τος Ζήκο Ρώση, Χρ. Ανδρούτσο και άλλους, μεγάλης εμβέλειας ακαδημαϊκούς καθηγητές. Αυτοί, για να αντιπαρατεθούν στα ΡΚαθολικά επιχειρήματα, χρησιμοποίησαν τη Προτεσταντική θεολογία, στη δε αντιπαράθεσή τους με τους Προτεστάντες, χρησιμοποίησαν τα ΡΚαθολικά επιχειρήματα. Με αυτή τη πορεία αναπτύχθηκε η Ελληνική Ορθόδοξη Θεολογία, μέχρι την εμφάνιση του καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη, ο οποίος πρόσφερε και έκανε γνωστά στη θεολογία μας τα Πατερικά έργα σε τέτοιο βαθμό, που άλλαξε άρδην η θεολογική σκέψη και από δυτικοτραφής, άρχισε να στρέφεται στην καθ’ ημάς «άγνωστη» Ανατολή και όλη αυτή η προσπάθεια, γίνεται όχι χωρίς αντιδράσεις, κυρίως από το δυτικοτραφές καθηγητικό κατεστημένο. Πάντως η συμβολή του π. Ρωμανίδη ήταν τόσο καίρια, που σηματοδοτεί την ορθόδοξη θεολογική σκέψη και τη διαχωρίζει σε «προ» και «μετά» Ρωμανίδη εποχή.
Τι είναι όμως αυτά που διαχωρίζουν τη Δυτική από την Ανατολική θεολογία και ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους; Για να προσεγγιστούν οι διαφορές αυτές, πρέπει να πάμε πίσω στις ρίζες της Δυτική σκέψης. Είναι δε πολύ επιβοηθητική η παρατήρηση του π. Florovsky πάνω στις διαφορές αυτές. Υπήρχε ανέκαθεν μέσα στην αρχαία Εκκλησία, λέει, μια κατά κάποιο τρόπο νόμιμη διαφοροποίηση της Δυτικής και της Ανατολικής προσέγγισης. Για να έχουμε τη καθολικότητα της Εκκλησίας είναι απαραίτητη η συνύπαρξη και των δυο αυτών τρόπων προσέγγισης. Είναι χαρακτηριστική επίσης, η μαρτυρία του Επισκόπου Λουγδούνου Ειρηναίου. Η Εκκλησία, λέει, έχει δύο πνεύμονες, τον πνεύμονα της Ανατολής και τον πνεύμονα της Δύσης. Με αυτά λοιπόν τα χαρακτηριστικά της Δυτικής θεολογίας και τις διαφορές με την Ανατολή, μπορεί η πρώτη να ενσωματωθεί και να συνδεθεί με την καθόλου Εκκλησία και από ποια σημεία και πέρα η συνύπαρξη και η σύνθεση αυτών των δυο θεολογιών γίνεται αδύνατη;
Το φαινόμενο της Δυτικής σκέψης εμφανίζεται πολύ νωρίς στην Εκκλησία. Εμφανίζεται πολύ νωρίτερα από τη κάθοδο των Φράγκων στη Ρώμη τον 9ο αιώνα και οφείλεται στη διαφορετική Δυτική Ρωμαϊκή σκέψη, η οποία προτάσσει την πρακτική χρησιμότητα σε οποιοδήποτε θέμα, που την απασχολεί. Κλασσικό παράδειγμα είναι αυτό του τραπεζιού και το τι ερωτήματα δημιουργεί σε ένα σκεπτόμενο άνθρωπο η ύπαρξη ενός τραπεζιού. Ο Εβραίος πιστός θα αναρωτηθεί «ποιός δημιούργησε αυτό το τραπέζι;». Και αυτό σύμφωνα με το Βιβλικό: «Πας οίκος κατασκευάζεται υπό τινος ο δε τα πάντα κατασκευάσας Θεός». Ένας Ορθόδοξος πιστός θα διερωτηθεί «άραγε ποια είναι η φύση του τραπεζιού; τι είναι αυτό που το κάνει να είναι αυτό που είναι;». Είναι το περίφημο οντολογικό ερώτημα της Ανατολής. Η Ανατολή αναζήτησε μέσα και πίσω από τα όντα, τα φαινόμενα, το λόγο των όντων. Το λόγο των όντων τον βρήκε πίσω από τα όντα, μέσα στα όντα και έτσι έφτασε στην έννοια της ουσίας και της φύσεως. Οπότε το ερώτημά του καταλήγει στο ποια είναι η ουσία, η φύση του τραπεζιού; Ο Δυτικός πιστός θα ρωτήσει «ποια είναι η χρησιμότητα του τραπεζιού;». Δηλαδή ο Δυτικός, εάν ένα όν δεν έχει κάποια πρακτική σημασία, δεν τον απασχολεί, δεν τον ενδιαφέρει. Δεν θέτει το ερώτημα του όντος.
Αυτή η τοποθέτηση των τριών απαντήσεων ως προς το πρόβλημα του τραπεζιού μπορεί να μεταφερθεί και στη θεολογία. Στη προσέγγιση στο πρόβλημα του Θεού, ο Εβραίος θα καθορίσει ποιος είναι ο Θεός και θα απαντήσει, ότι είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος. Ο ανατολικός άνθρωπος θα διερευνήσει ποιο είναι το πρόσωπο και ποια είναι η φύση του Θεού. Ο δυτικός άνθρωπος θα προσεγγίσει το θέμα του Θεού με το ερώτημα της χρησιμότητάς του.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω δεδομένα, τρία είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία της Δυτικής θεολογίας:
1/ Το νόημα της θεολογίας είναι στο πως θα μεταφραστεί η θρησκεία σε πράξη, σε ηθική.
2/ Ο δυτικός άνθρωπος ψάχνει στις ρίζες του να βρει την παρουσία του Θεού μέσα στην Ιστορία και τελικά αντί να κοιτάζει τη φύση για να βρει το Θεό, κοιτάζει τις ανθρώπινες πράξεις και
3/ Το δέσιμο του δυτικού ανθρώπου με τους θεσμούς και την οργάνωση της κοινωνίας, που αντανακλάται στην αυστηρή δομή της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Επακόλουθα αυτών των παραδοχών είναι η ανάπτυξη της ψυχολογίας, του ρομαντισμού και του υπαρξισμού στο δυτικό άνθρωπο.
Πως συνδέονται όμως αυτά με τη Θεολογία και τι συνέπειες επιφέρουν στη πίστη; Το χαρακτηριστικό του δυτικού ανθρώπου είναι η ενασχόληση με τη πράξη, την εμπειρία και την αποδοτικότητα στη πράξη. Τα έργα του ανθρώπου δημιουργούν προϋποθέσεις για τη σωτηρία ή όχι; Εδώ η Αυγουστινιάνεια θεολογία απαντάει, ότι τα έργα δεν κάνουν τη σωτηρία. Χρειάζονται για τη σωτηρία, αλλά το ποιος θα σωθεί έχει προκαθορισθεί άνωθεν. Ο Προτεσταντισμός απορρίπτει τα καλά έργα, ως προϋπόθεση για τη σωτηρία και αντίθετα παραδέχεται τη πίστη και μόνον αυτή σαν προϋπόθεση στη σωτηρία. Η Ορθοδοξία απαντάει, ότι ούτε εξασφαλίζουν, ούτε δεν εξασφαλίζουν τη σωτηρία τα έργα. Ο Παύλος είναι κατηγορηματικός: «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» (Γαλ. 5. 6). Βέβαια, χρειάζεται η συνέργεια Θεού και ανθρώπου για τη σωτηρία, αλλά όλα τελικά εναπόκεινται στο έλεος του Θεού.
Αλλά και οι θεσμοί παίζουν μεγάλο ρόλο στη Δύση. Αν καταρρεύσουν, καταρρέει η όλη δομή της Εκκλησίας. Ακόμη και το αλάθητο και το πρωτείο του Πάπα είναι ακριβώς το αποκορύφωμα της δυτικής αντίληψης, ότι ο θεσμός αυτός έχει μέσα του καθ’ εαυτόν την αυθεντία και δεν την παίρνει από πουθενά αλλού. Ακόμη και στα Μυστήρια είναι οι λόγοι του Χριστού, που μετατρέπουν το ψωμί και το κρασί σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Αυτοί οι λόγοι του Χριστού έχουν εγγενή τη σωστική δύναμη, τη δύναμη του μεταβολισμού. Στην Ανατολή γίνεται επίκληση του Αγίου Πνεύματος για τη μεταβολή. Στη Δύση χρειάζεται η καθαρότητα του λειτουργού, δηλ. του θεσμού για να γίνει η μεταβολή. Στην Ανατολή δεν χρειάζεται αυτή η καθαρότητα, γιατί την τελετουργία τελεί το Άγιο Πνεύμα. Η δυσκολία στο δυτικό άνθρωπο είναι λοιπόν, ότι πρέπει αυτός να δεχτεί οπωσδήποτε τη θέση, ότι ο θεσμός αυτός καθ’ εαυτόν έχει οντολογικό χαρακτήρα. Στην Ανατολή κάτι τέτοιο, απλά, δεν συμβαίνει.
Μια κάποια σύντομη παράθεση της Εκκλησιαστικής Ιστορίας στον Ελλαδικό χώρο δείχνει τις επιδράσεις του Παπισμού στο χώρο αυτό και δικαιολογεί ορισμένες παρεκτροπές από την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση της εν γένει Ανατολής.
Ο σημερινός Ελλαδικός χώρος (πλην Θράκης) υπήγετο στην δικαιοδοσία του Επισκόπου Ρώμης από το 67 μ. Χ., επί Πάπα Λίνου, μέχρι το 732 επί Πάπα Γρηγορίου Γ΄, οπότε ο Αυτοκράτορας των Ρωμαίων Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος απέσπασε με πραξικοπηματικό τρόπο τον Ελλαδικό χώρο από τη δικαιοδοσία του Επισκόπου Ρώμης και τον προσάρτησε στη δικαιοδοσία του Επισκόπου Κων/πόλεως, λόγω της εικονόφιλης πολιτικής του Επισκόπου Ρώμης. Έτσι ο Ελλαδικός χώρος υπήγετο στη δικαιοδοσία του Ρώμης επί 665 χρόνια, στη δε δικαιοδοσία του Κων/πόλεως επί 472 χρόνια (από το 732-1204) μέχρι την κατάληψη της Κων/πολης το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας επί Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ και την ίδρυση του Λατινικού κράτους. Από το 1204 και έπειτα και μέχρι και μετά το 1821, ο Ελλαδικός χώρος, ενώ τυπικά ανήκει στον Κων/πόλεως, ουσιαστικά τελούσε υπό Παπική κατοχή. Κατά την περίοδο αυτή και ειδικά εκείνη της Φραγκοκρατίας, όλος ο κλήρος υπήχθη υπό τον Πάπα Ρώμης, στις επαρχίες τοποθετήθηκαν Λατίνοι επίσκοποι ή Λατινίζοντες Ορθόδοξοι ενωτικοί (Ουνίτες) Επίσκοποι.
Ο Νότιος Ελλαδικός εκκλησιαστικός χώρος κατά τη Φραγκοκρατία διαιρέθηκε σε 4 αρχιεπισκοπές - Πατρών, Κορίνθου, Αθηνών και Θηβών - με επικεφαλής Λατίνους Αρχιεπισκόπους. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο πρώτος Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Πατρών είναι ο Anthelmus de Clugny to 1205, o δε Κορίνθου είναι ο Gauthier το 1212 και ο τελευταίος ο Januarius Verolino το 1951! Στην Αθήνα, ο πρώτος Λατίνος είναι ο Verardus, ο δε Επίσκοπος Χαλκίδος, υπό τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών, ο Θεόδωρος, παρέμεινε στην Επισκοπή του, καθότι ορκίστηκε πίστη στον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄, το 1206.
Στο Βορρά, ο πρώτος Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης εγκαθίσταται ο Neuelon to 1204 με 18 Επισκοπές, στο δε Άγιον Όρος οι μοναχοί της Ι.Μ. Ιβήρων υπήχθησαν τότε στην Αγία Έδρα. Βέβαια η διείσδυση του Παπισμού στο άγιο Όρος είχε ήδη γίνει από τον ια΄ αιώνα με την ίδρυση σ’ αυτό της Μονής Αμαλφινών. Επίσης και σε άλλες Μητροπόλεις του Ελλαδικού χώρου εγκατεστάθησαν Λατίνοι Επίσκοποι, όπως στη Μητρόπολη Λάρισας από το 1214.
Στη Νησιωτική Ελλάδα η κατάσταση δεν ήτανε διαφορετική: Στα Δωδεκάνησα εγκατεστάθησαν Λατίνοι Επίσκοποι στις Μητροπόλεις, Αρχιεπισκοπές και Επισκοπές. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι τελευταίοι Λατίνοι Επίσκοποι έφυγαν με την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα το 1947! Στα Ιόνια νησιά η ίδια κατάσταση, μέχρι τουλάχιστον την ενσωμάτωσή τους με την Ελλάδα το 1863, στη δε Κρήτη ήδη έχουμε Λατίνους Επισκόπους από το 1204, ο δε Αρχιεπίσκοπος Κρήτης εγκαθίσταται στο Χάνδακα. Στις Κυκλάδες εγκαθίστανται Λατίνοι Επίσκοποι ήδη από το 1207, οι δε πλείστοι των κατοίκων υπό την πίεση των Λατίνων εκλατινίζονται και προσχωρούν στον Παπισμό. Ο πρώτος Επίσκοπος Σύρου είναι ο Ορθόδοξος Επίσκοπος Μιχαήλ Ψυλλός, ο οποίος ομολόγησε υποταγή στον Πάπα και καθίσταται ο πρώτος Λατίνος Αρχιεπίσκοπος. Έκτοτε και μέχρι σήμερα έχουμε άνθηση του Παπισμού και ειδικά στη Σύρο, όπου ο πληθυσμός είναι μισός-μισός, Ορθόδοξος και Λατίνος, με συμπροσευχές, συλλείτουργα, εναλλάξ συμμετοχές στη Θεία Λατρεία, κοινωνία από το αυτό ποτήριο κ.λπ.
Σ’ όλη τη περίοδο της Φραγκοκρατίας, αλλά και της Τουρκοκρατίας, όσοι Ορθόδοξοι Ιεράρχες δεν υπετάγησαν στον Παπισμό, εγκατέλειψαν τις Επισκοπές τους και με λίγους κληρικούς εγκατεστάθηκαν σε άλλες περιοχές, χωρίς βέβαια το ποίμνιό τους. Στις εκλατινισμένες περιοχές οι Λατίνοι Επίσκοποι είχαν άμεσο βοηθό τους τον Μ. Πρωτοπρεσβύτερο ή Πρωτόπαπα, Ορθόδοξο κυρίως κληρικό, ο οποίος διοικούσε τους υπό τον Λατίνο Επίσκοπο Ορθόδοξους κληρικούς. Εξ άλλου, πλήθος Παπικών μοναχικών ταγμάτων εγκατεστάθηκαν στον Ελλαδικό χώρο: Τεκτόνων, Ιωαννιτών, Ναϊτών, Φραγκισκανών, Δομινικανών, Καρμηλιανών, Καπουτσίνων, Ιησουϊτών, Μαριανών κ.ά.
Επομένως κατά τη δισχιλιετή εκκλησιαστική μας Ιστορία, ο Ελλαδικός χώρος παρέμεινε άμεσα ή έμμεσα υπό Παπική κυριαρχία επί 1300 χρόνια, ενώ υπό Ορθόδοξη κυριαρχία επί 650 χρόνια, δηλ. στα 2/3 της όλης περιόδου υπήγετο στον Παπισμό και είναι όντως θαυμαστό το πώς ο χώρος αυτός δεν έχασε τελείως την πίστη του. Βέβαια, οι Παπικές επιδράσεις κατέστησαν έντονες, τα δε αποτελέσματά τους, τα διαπιστώνουμε σήμερα εύκολα στο δόγμα, στους κανόνες και τη καθημερινή πρακτική.
Από την ίδρυση της Πενταρχίας των Πατριαρχείων υπήρξε διαφοροποίηση της καθόλου Εκκλησίας σε δυο μέρη: της δυτικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο της Ρώμης και της Ανατολικής Εκκλησίας με τα Πατριαρχεία Κων/πόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, τους δυο πνεύμονες της Εκκλησίας, κατά τον άγιο Ειρηναίο Λουγδούνου. Αυτός ο διαχωρισμός έφερε και τη διαφοροποίηση της Δύσης, ως χώρος των Λατίνων και της Ανατολής, ως χώρος των Ελλήνων, στηριζόμενος κυρίως στη γλωσσική διαφοροποίηση, η Δύση με τη Λατινική γλώσσα και η Ανατολή με την Ελληνική.
Έκτοτε, ο διαχωρισμός Έλληνες και Λατίνοι παρέμεινε μέχρι σήμερα και δηλοποιεί την Ανατολή και τη Δύση. Μετά το Σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και εξ αιτίας των αιρετικών θέσεων της Δύσης και την απόκλιση από δόγματα και κανόνες, άρχισε να παρουσιάζονται διάφορες άλλες ονομασίες, που να διαχωρίζουν την Ορθόδοξη Ανατολή από την αιρετική Δύση. Έτσι στην Τοπική Σύνοδο της Κων/πολης του 1722, εκτός από τον πάγιο όρο Λατίνοι, εμφανίζονται οι όροι Παπίστες και Πάπιδες. Στη Σύνοδο της Κων/πολης του 1836 εμφανίζεται ο όρος Παπιστές, στη Σύνοδο δε της Κων/πολης του 1838 εμφανίζεται ο όρος Παπισμός. Με τον όρο Παπισμός για τη Δύση, σε αντιδιαστολή με τον όρο Ορθοδοξία για την Ανατολή, συγκεντρώνει όλες τις αλλοιώσεις που επέφερε η Δύση στο δόγμα, αλλά και στους κανόνες της Εκκλησίας και ειδικότερα της προώθησης από τη Δύση της αντίληψης περί του πρωτείου εξουσίας (και όχι τιμής) του Πάπα της Ρώμης έναντι της καθόλου Εκκλησίας και της υπερτέρας θέσης του έναντι των Συνόδων, καθώς και της αίρεσης του filioque, δηλ. της προσθήκη στο Σύμβολο Πίστης της φράσης «και εκ του υιού», που δηλώνει την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος όχι μόνον εκ του Πατρός, αλλά και εκ του Υιού.
Βέβαια, η Ορθόδοξη Ανατολή δεν υποψιαζόταν, ότι στη Δύση είχε από αιώνες κυριαρχήσει όχι μια αίρεση ή ένα σχίσμα, όπως αυτά που ήξερε η Εκκλησία από το ιστορικό της παρελθόν, αλλά κάτι ριζικά διαφορετικό, τη θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος, την αντιστροφή των όρων του Χριστιανικού Ευαγγελίου. Γι’ αυτό και ενώ μαχόταν ή Ανατολή για το filioque και το πρωτείο, υιοθετούσε ταυτόχρονα την κληρονόμιση του προπατορικού αμαρτήματος, την ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, τα συγχωροχάρτια ως ψυχοχάρτια, τους τιτουλάριους Επισκόπους, τις ενδημούσες Συνόδους, τις εθνοφυλετικές Εκκλησίες και πολλές άλλες δυτικές παρεκκλίσεις από Ορθόδοξες θέσεις. Επιπλέον, θαύμαζε σαν υψηλή και ζηλευτή θρησκευτική καλλιέργεια, τον ατομοκεντρικό ευσεβισμό, τη νοησιαρχική πειθαρχία, την ηθική και νομική συνέπεια της Δύσης και αποτύπωσε ορισμένα από αυτά στις διάφορες Ομολογίες Πίστης, που εμφανίστηκαν τον 17ο αιώνα. Δυο από αυτές, οι Ομολογίες Πέτρου Μογίλα, Μητροπολίτη Κιέβου και Δοσίθεου Νοταρά, Πατριάρχη Ιεροσολύμων, έχοντας στόχο να αναιρέσουν τις Καλβινικές θέσεις του Πατριάρχη Κων/πόλεως Κύριλλου Λούκαρι, παρασύρονται στην υιοθέτηση Ρωμαιοκαθολικών κριτηρίων, γλώσσας και προβληματισμού. Είναι τυπικά δείγματα Δυτικού τύπου «ορθόδοξων» Ομολογιών, δείγματα Ορθοδοξισμού, δηλ. μεταποίησης του εκκλησιαστικού ευαγγελίου σε ιδεολόγημα. Παρόμοιες Δυτικές επιδράσεις έχουμε στη «Φιλοκαλία» (θρησκευτικός ατομοκεντρισμός και σωτηρία μόνο δια της νοεράς προσευχής, με μόνο υποβοηθητικά μέσα, τα Μυστήρια της Εκκλησίας), καθώς και σε έργα του αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη, όπως το Πηδάλιο (συλλογή εκκλησιαστικών νόμων και δικανικών διατάξεων), τα Πνευματικά Γυμνάσματα (Ιγνάτιου Λοϊόλα του Τάγματος των Ιησουϊτών), Αόρατος Πόλεμος (του Lorenzo Scupoli, του τάγματος των Theatini), Χρηστοήθεια και Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον (αντιστροφή της εκκλησιαστικής οπτικής και αχρήστευση της πυξίδας που δείχνει τη διαφορά Εκκλησίας και θρησκείας).




ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
Σειρά: Παπισμός καί Ορθοδοξία

Ο σοφός μελετητής των αιτίων του σχίσματος Ορθοδοξίας – Παπισμού, ο άγιος Νεκτάριος Μητροπ. Πενταπόλεως, έχει γράψει τα κάτωθι: «Η ενότης της Εκκλησίας….. εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού….. Μόνη η Ρωμαϊκή Εκκλησία άλλως αντελάβετο το πνεύμα της ενότητος και δι' άλλων επεζήτησε και επεδίωξε μέσων (εις το πρόσωπο δηλ. των Παπών της Ρώμης, ως διαδόχων, δήθεν, του Αποστόλου Πέτρου). Η διάφορος αύτη αντίληψις του τρόπου της ενότητος προυκάλεσε το σχίσμα….. ένεκα της απαιτήσεως των Παπών της υποταγής της Οικουμενικής Εκκλησίας….. τη επισκοπή της Ρώμης». Αυτός «αληθώς είναι….. ο σπουδαιότερος δογματικός λόγος (του σχίσματος), διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου. Οι λοιποί δογματικοί λόγοι, καίτοι σπουδαιότατοι, δύνανται να θεωρηθώσιν ως δευτερεύοντες και απόρροια του πρώτου τούτου λόγου» (Μελέτη ιστορική περί των αιτίων του Σχίσματος, τ. Α΄, σελ. 94).
Θεμέλιο λοιπόν του Παπισμού είναι η αξίωση αποδοχής ή ανοχής της ηγεμονίας της Ρώμης εφ’ όλης της Χριστιανοσύνης. Από την αξίωση αυτή πηγάζει και κάθε έκπτωση στην πίστη και στο ήθος. Ίσως, δεν είναι ισχυρισμός αβάσιμος, αν πούμε ότι οι εκτροπές της Ρώμης στο δόγμα και οι νεωτερισμοί χαλκεύτηκαν με σκοπό να θεμελιώσει θεολογικά τις αξιώσεις της ή να κατοχυρωθεί ως υπεράνω των Οικουμενικών Συνόδων η αλάθητη, δήθεν, αυθεντία της. Όταν δε κάποιος ή κάποιοι επαρθούν σε ύψος δοτής εκ Θεού (!) αλάθητης αυθεντίας, κανείς ηθικός φραγμός δεν τους δεσμεύει. Ψεύδονται, εξαπατούν και αμαρτάνουν χωρίς αναστολές. Μόνη τους έγνοια έχουν το πώς θα τρυγήσουν την τρυφή της εξουσίας, αντίθετα από την ευαγγελική ρήση: «οίδατε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών….. ουχ ούτως έσται εν υμίν…..» (Ματθ. 20. 25-27).
Η Παπική άρα εκτροπή θα μπορούσε να ανιχνευθεί στους εξής άξονες:
1.- Η έπαρση, που αθετεί το Κυριακό πρότυπο για τον ποιμένα, το «πάντων έσχατος και πάντων διάκονος» και μεταβάλλει το ιερατείο σε σύστημα δομημένης εξουσίας επί του πιστού λαού με κέντρο ένα πρόσωπο.
2.- Η στρέβλωση του πνεύματος του Ευαγγελίου και των Ι. Κανόνων προς εμπέδωση αυτής της αξίωσης.
3.- Η αναγκαία συνέπεια αυτών, η ηθική απαθλίωση του ιερατείου και όχι μόνο.
4.- Η διάβρωση της λαϊκής ευσέβειας, έτσι ώστε ο λαός να μη κρίνει, να μην ελέγχει, να μην αντιδρά.
Βέβαια, δεν καταδικάζονται συλλήβδην οι Δυτικοί, ούτε ακόμη και ο Πάπας σαν πρόσωπα. Όταν ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός έλεγε στην εποχή του το γνωστό «τον Πάπα να καταράσθε», δεν ήταν δυνατόν να κήρυττε πράγματα αντίθετα από το Ευαγγέλιο, που παραγγέλλει: «ευλογείτε και μη καταράσθε» (Ρωμ. 12. 14). Αλλά η μεν εντολή του Ευαγγελίου αναφέρεται σε πρόσωπα, οσονδήποτε αμαρτωλά και πλανεμένα, ο δε Ἀγιος σε στρεβλές νοοτροπίες, διδασκαλίες και καταστάσεις, που έχουν γίνει θεσμοί και βρίσκουν την έκφρασή τους στο λειτούργημα του εκάστοτε Πάπα, σαν να λέμε δηλ. ότι ο Ἀγιος καταδίκαζε και καταριόταν το Παπικό φρόνημα. Όσοι βιώνουν με ευαισθησία και πόνο για το εκκλησιαστικό γίγνεσθαι, καθίστανται μάρτυρες πλήθους γεγονότων, που αποδεικνύουν ότι οι Παπικές νοοτροπίες, διδασκαλίες και συμπεριφορές έχουν εισχωρήσει βαθειά και στον Ορθόδοξο χώρο.
Πολλοί Επίσκοποι, που ασκούν διοίκηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία έχουν, με τις αυταρχικές διεκδικήσεις τους, εκτοπίσει τελείως τη Συνοδικότητα. Δυστυχώς και στον Ορθόδοξο χώρο έχει εφαρμογή ο λόγος του αγίου Νεκταρίου: «Η αλαζονεία και η υπερηφάνεια των αγωνιζομένων δια των μάλλον λεπτών πονηρών τρόπων να τάξωσιν εαυτούς εις τελείαν κυριότητα μιας απολύτου εξουσίας χωρίς καμίαν υποταγήν, έφθασεν ολίγον κατ’ ολίγον να αφαιρέση από του μέσου μιαν τόσον αγίαν και επαινετήν συνήθειαν (την συνοδικότητα)» (αγ. Νεκταρίου, έ.α. σελ. 98).
Η ειρωνεία δε είναι ότι η κατάργηση της συνοδικότητας γίνεται μέσα από «συνοδικές» διεργασίες, που θεσπίζουν τα εντελώς αντίθετα και προς τις Ευαγγελικές αρχές και προς την κοινή λογική. Π.χ. η Α΄ Βατικανή Σύνοδος (1870), που καθιέρωσε το Παπικό αλάθητο, κατ’ ουσίαν αυτοκαταργήθηκε. Μια Σύνοδος όντως αυτοκαταργείται, όταν εκχωρεί υπερεξουσίες στον Πρόεδρό της και αυτή απλώς κυρώνει αποφάσεις σκοπιμότητας, επεξεργασμένες μετά από σκοτεινές συναλλαγές στα άδυτα της διοίκησης. Τέτοια «παπικά» φαινόμενα είναι εμφανέστατα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, π.χ. με τις εκλογές Επισκόπων, Μητροπολιτών και Προκαθημένων.
Στο χώρο της Ανατολής «παπικές» νοοτροπίες και πρακτικές έχουν καθιερωθεί ως «κανονική τάξις», που απορρέει, τάχα, από ηθικά, κανονικά ή ιστορικά δεδομένα της Ι. Παράδοσις. Άλλα, όμως, λένε η ηθική, οι Κανόνες και η Ιστορία και άλλα εφαρμόζονται στην πράξη. Από τη μια έχουμε «τα όμορφα τα λόγια, τα μεγάλα» και από την άλλη τη σκληρή πραγματικότητα. Και πάλι ο άγιος Νεκτάριος παρατηρεί: «Σήμερον άπασα η επί της Συνόδου επιρροή ευρίσκεται εις τας χείρας των εξάρχων, αυτής της Συνόδου στερουμένης ισχύος και βουλήσεως. Προ 1800 ετών η Εκκλησία διακηρύττει ότι τα την πίστιν και την διδασκαλίαν αφορώντα ψηφίσματα πρέπει να έχωσιν υπέρ εαυτών την ηθικήν ομοθυμίαν. Δεν υπάρχει παράδειγμα παροχής δόγματος τινός (ή άλλου θεσπίσματος) αποδεκτού γενομένου επί απλή πλειοψηφία» (έ.α. σελ. 102). Και όμως, η Εκκλησία μας διοικείται από πλαστές συνοδικές ευκαιριακές πλειοψηφίες, κάτω από την εξουσιαστική χειραγώγηση του εκάστοτε Προέδρου της και των περί αυτόν. Και αυτό με την επίκληση του ς΄ κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, επειδή επισφραγίζεται με τη φράση «κρατείτω η των πλειόνων ψήφος». Βέβαια, όχι μόνο δεν τηρείται ο Κανόνας αυτός, αλλά και διαστρέφεται. Μια απλή ανάγνωση του πείθει, ότι επιβάλλει την ουσιαστική ομοφωνία των συνέδρων, των «πλειόνων», μετά την απομόνωση ολίγων, που μειοψηφούν κακοπροαίρετα («δι’ οικείαν φιλονεικίαν»). Έτσι, η διοικητική αυθαιρεσία του ενός οδηγεί σε ηθική καταρράκωση μεγάλου μέρους του κλήρου και του λαού.
Ο πιστός λαός, καταβάλλεται προσπάθεια, να μένει μακριά από τα προβλήματα. Υποθάλπεται έντονα η άγνωστη στο Ευαγγέλιο θέση (η Παπική θέση), ότι η Εκκλησία συμπυκνώνεται στον κλήρο, κάθε δε κριτική ή έλεγχος κατά κληρικών και εν γένει της εκκλησιαστικής διοίκησης, αποτελεί ύβρη κατά της Εκκλησίας. Πολλοί πιστοί, είτε από πνευματική απλότητα, είτε από φόβο μήπως χάσουν την ψυχή τους, βρίσκουν καταφύγιο στη θέση αυτή και ανέχονται κάθε ανωμαλία στην Εκκλησία. Εύκολα μπορεί να συντάσσονται με θερμούς αμύντορες της Ορθοδοξίας, αδιαφορούν, ωστόσο, για την πολιτεία τους, αν και πόσο απέχει από εκείνη, που προδιαγράφει ο Παπισμός, με όλες του τις συνέπειες. Τα απαράδεκτα της δικής μας αυλής δεν τους αγγίζουν. Αφήνουν την Εκκλησία να ανεβαίνει μόνη το Γολγοθά. Δεν χάνουν, ίσως, την ψυχή τους. Είναι κρίμα, όμως, να χάνουν την ψυχή τους τόσοι άλλοι, που μένουν αποίμαντοι.
Η Παπική διείσδυση δεν παρατηρείται μόνο στη δική μας Εκκλησία, είναι φαινόμενο πανορθόδοξο. Εξαιτίας αυτής της διείσδυσης ταλανίζεται η Ορθοδοξία σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Εμείς τι μπορούμε να πούμε; Ο προβληματισμός προβάλλει εφιαλτικός: Quo vadis Orhodoxia, δώρο ατίμητο των Πατέρων μας;
Από την άλλη πλευρά είναι έντονη στις μέρες μας η κινητικότητα στις σχέσεις μεταξύ Ορθοδόξων και ΡΚαθολικών. Ανταλλαγές αποστολών κορυφαίων εκατέρωθεν κληρικών, θεολογικές συζητήσεις χωρίς τέλος, τελετές και κοινές προσευχές. Απώτερος σκοπός λέγεται ότι είναι η προλείανση του εδάφους για μια μελλοντική ένωση των Εκκλησιών. Γίνεται, όμως, κατάλληλος γι’ αυτό το σκοπό διάλογος ή πρόκειται για θέατρο διπλωματίας; Υπάρχει διάθεση να θιγούν και να αρθούν οι υφιστάμενες διαφορές; Μάλλον όχι. Πίσω από μια αστραφτερή επιφάνεια δήθεν αγάπης και με την απουσία της αλήθειας, κρύβεται καχυποψία και ανταγωνισμός για το μοίρασμα της Εκκλησίας. Το πρόβλημα του εκκλησιαστικού status των δυο πλευρών, ούτε καν θίγεται.
Η θέση που διατυπώνεται από πλευράς Ορθοδόξων είναι, ότι ο ΡΚαθολικισμός έχει εκτραπεί από την κοινή αρχαία Παράδοση της Αποστολικής Εκκλησίας. Από την πλευρά του Βατικανού, επίσημα χείλη δηλώνουν απερίφραστα, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει μεν γενικά παραμείνει κοντά στην Αποστολική Παράδοση, έχει εκπέσει όμως, διότι δεν αποδέχεται το πρωτείο εξουσίας και αλάθητης αυθεντίας, το οποίο, κατ’ αυτούς, είναι προνόμιο και αποστολική κληρονομιά στον εκάστοτε Επίσκοπο Ρώμης, δηλ. τον Πάπα. Η ένταξη, λένε, κάθε τοπικής Εκκλησίας μέσα στην ευρύτερη Ρωμαϊκή ποίμνη αποτελεί το μόνο αναγκαίο και ικανό τεκμήριο για την γνησιότητά της. Η αποτυχία των διαλόγων κάτω από τέτοιους όρους και προϋποθέσεις, παρά τις όποιες εκατέρωθεν παραχωρήσεις, που προβάλλονται ως δήθεν επιτεύγματα, είναι προδιαγεγραμμένη.
Βαθύς και σοφός μελετητής των αιτίων του Σχίσματος, ο άγιος Νεκτάριος γράφει: «Οι όροι της ενώσεως είναι τοιούτοι, ώστε καθιστώσι την ζητουμένην ένωσιν αδύνατον, διότι δεν έχουσι ουδέν σημείον συναντήσεως….. Η μεν δυτική Εκκλησία εδράζεται επί των πρωτείων του Πάπα κατά την εκδοχήν αυτών υπ’ αυτής, η δε ανατολική Εκκλησία επί των οικουμενικών συνόδων….. Το διδόμενον υπό της ανατολικής Εκκλησίας τω Πάπα πρωτείον τιμής (κη΄ κανόνας Δ΄ Οικ.) είναι ανωφελής παραχώρησις, διότι στερείται ισχύος προς συγκράτησιν του οικοδομήματος της δυτικής Εκκλησίας. Αι διδόμεναι υπό του Πάπα παραχωρήσεις τη ανατολική Εκκλησία ήτοι το εμμένειν αυτήν τοις εαυτοίς δόγμασιν, έθεσι και διατάξεσιν, ουδ' όλως θεωρούνται υπ’ αυτής τοιαύται ως νόμιμοι ούσαι και εδραζόμεναι επί των της Εκκλησίας κανόνων. Διό, ου μόνον εμμένει εν αυτοίς, αλλ’ απαιτεί όπως και αυτός ο Πάπας μεθ’ όλης της δυτικής Εκκλησίας φρονή ως αυτή φρονή και αξιοί, ίνα και αυτός μεθ’ απάσης της δυτικής Εκκλησίας επανέλθη στους κόλπους αυτής….. Ώστε αι φαινόμεναι παραχωρήσεις ουδεμίαν κέκτηνται σημασίαν….. Ίνα δε τελεσθή ένωσις, δέον αι παραχωρήσεις να αίρωσι τα κύρια αίτια του χωρισμού. (Δηλαδή) όταν ο Πάπας παραχωρή εκ των εαυτού και όχι ανέχηται τα καλώς εν τη Εκκλησία κείμενα. Ενόσω τα μεν κύρια αίτια του χωρισμού μένωσι τα αυτά, αι δε Εκκλησίαι αντέχονται των εαυτών, η ένωσις είναι αδύνατος. Ίνα θεμελιωθή αύτη, πρέπει να στηρίζεται επί των αυτών αρχών. Άλλως πας κόπος μάταιος» (έ.α. σελ. 28-29).
Στους Ορθόδοξους κύκλους γίνεται πολύς λόγος για ουσιώδεις δογματικές και τελετουργικές καινοτομίες του ΡΚαθολικισμού. Και όντως υπάρχουν πολλές: το Φιλιόκβε, η άσπιλη σύλληψη της Θεοτόκου, το καθαρτήριο, η μη επίκληση του Αγίου Πνεύματος, η χρήση αζύμων κατά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων, κ. ά. Οι ίδιοι όμως οι Παπικοί πολύ μικρή σημασία δίνουν στις διαφορές αυτές. Είναι πρόθυμοι να τις παραβλέψουν προκειμένου να ενωθεί, δήθεν, η Εκκλησία και παραχωρούν στους Ορθοδόξους το δικαίωμα να κρατήσουν κατά βούληση δόγματα και τάξη της προτίμησής τους, υπό τον όρο ότι θα αποδεχθούν το παπικό πρωτείο και αλάθητο (άγ. Νεκτάριος, έ.α.), δηλ. κατά το υπόδειγμα της Ουνίας. Αυτή είναι η κατ’ εξοχήν διαβλητή εκκλησιαστική αρχή, στην οποίαν εμμένει η Δύση και αυτός είναι ο λεγόμενος Παπισμός.
Για να επιβληθεί η Ρώμη ως θεοσύστατη ρυθμιστική των πάντων αρχή, ήταν ανάγκη να ντύσει θεολογικά τις διεκδικήσεις της. Πήρε αμφιλεγόμενες τάσεις θεολόγων–φιλοσόφων (Άνσελμος, Ακινάτης, κτλ.) ή λατρευτικά τυπικά περιορισμένης εφαρμογής και τα ανέδειξε σε δόγματα. Οι εκτροπές αυτές θα είχαν συν τω χρόνω ξεχαστεί αν δεν χρησίμευαν στους Δυτικούς ως ειδοποιός διαφορά τους από τους, κατ' αυτούς, «ατίθασους» της Ανατολής. Εξ άλλου, τη Ρώμη τη γοητεύει η δύναμη μάλλον, παρά η αλήθεια. Θέλγεται να ακολουθείται από μάζες οπαδών. Υιοθετεί λοιπόν και ντύνει με μανδύα δογματικό δοξασίες, που συγκινούν τα πλήθη («οράματα και θάματα») ή κάνουν τη χριστιανική ζωή εύκολη (π.χ. κατάργηση νηστειών) ή η σωτηρία των πιστών από το περίσσευμα των αξιομισθιών του Χριστού και των Αγίων, (το οποίο διαχειρίζεται ο Πάπας, κτλ.) και αυτά με Παπικές ex cathedra «αλάθητες» διακηρύξεις. Έτσι, ο ΡΚαθολικισμός έχει καταντήσει ένα είδος ειδωλολατρείας και μαγείας, κάτι ανάλογο με τον ταντρικό Βουδδισμό, που αντίθετα με τον «ορθόδοξο» Βουδδισμό, έχει θεοποιήσει τον ίδιο το Βούδδα και με μαγικές συνταγές απλοποιεί πολύ τα πράγματα και έτσι η αρχική δοξασία του Βουδδισμού καταντάει μια μαγική, ειδωλολατρική θρησκεία. Για να ενωθείς με το Απόλυτο Αγαθό, αρκεί να προφέρεις χαμηλόφωνα κάποιες μυστικές συλλαβές!! Αυτές οι μυστικές συλλαβές αποτελούν αντικείμενο έντονης λατρείας. Έτσι, η επίκληση του Βούδδα, αντικαθίσταται με την μηχανική απαγγελία κάποιων συλλαβών, που δεν έχουν ούτε θρησκευτική αξία, ούτε νόημα. Το ίδιο γίνεται με τις θρησκευτικές τελετές, οι οποίες μετατράπηκαν σε μαγικές τελετουργίες. Στο Βουδδισμό, εκείνος, που μπορεί να σε φέρει σε επαφή με το Απόλυτο Αγαθό είναι ένας γιόγκι, ο οποίος έχοντας ως εφόδια τη σκέψη, το λόγο και το σώμα, εξασκεί τις υπερφυσικές δυνάμεις που διαθέτει, με ιδιαίτερη προτίμηση στη ρύθμιση της αναπνοής. Ο διαλογισμός και η εσωτερική γνώση του αρχικού Βουδδισμού, μετατρέπεται εδώ σε ασκήσεις, που θα καταστήσουν τους πιστούς κύριους του αναπνευστικού ρυθμού!! Η περαιτέρω εξέλιξη του «ανορθόδοξου» αυτού Βουδδισμού οδηγεί στον σακτισμό. Ο σακτισμός είναι η δοξασία, που διαστρέβλωσε τελείως τον Βουδδισμό και τον έκανε αγνώριστο. Σακτισμός είναι η δοξασία της λατρείας των γυναικείων θεοτήτων (σακτί) και προέρχεται και αυτός, όπως και ο ταντρισμός, από θρησκευτικές παραφυάδες του Ινδουισμού. Ο ταντρικός Βουδδισμός θέλοντας να φθάσει ταχύτερα στην τελειότητα, προικίζει όλους του βούδδες (φωτισμένους) και τους βοδισάτβας (υποψήφιους για φωτισμό) με ένα θηλυκό συμπλήρωμα, ώστε με ένα ερωτικό αγκάλιασμα να φθάσουν στην αιώνια ένωση. Με τις διαστρεβλώσεις αυτές της αρχικής δοξασίας, το ταντρικό όχημα απομακρύνεται αρκετά από τον παγκοσμίως κατανοητό αγνωστικισμό του Βούδδα. Τελικά αυτή η αίρεση του Βουδδισμού, είναι μόνο κατ’ όνομα Βουδδιστική και το μόνο που έχει απομείνει σ’ αυτήν είναι οι παραδόσεις της αρχικής δοξασίας. Όλα τα υπόλοιπα έχουν κάνει το είδος αυτό του Βουδδισμού τελείως αγνώριστο και ξεκομμένο από την αρχική βουδδιστική δοξασία. Ο δε αντιπρόσωπος του Βούδδα στη γη (η ενσάρκωσή του) είναι ο Δαλάι Λάμα.
Κάτι ανάλογο, τηρουμένων των αναλογιών, συμβαίνει και με τον Παπισμό. Ποιος είναι ο γιόγκι, που θα μεσολαβήσει να ενωθείς με το Θεό; Μα ο Ρωμαίος Ποντίφηκας! Πως θα επιτύχεις τη σωτηρία; Μα, με τη μηχανική απαγγελία κάποιων προσευχών. Τα «οράματα και θάματα» τι είναι; Μα, μαγικές και ειδωλολατρικές τελετές. Ποιος είναι ο αντιπρόσωπος του Χριστού στη γη; Μα, ο vicarious Christi. Ο δε Χριστός πως καταντάει τελικά να είναι; Μα, ένα ξόανο, ένα είδωλο, στη θέση του Βάαλ. Καταντάει να είναι ένα UFO (unknown fluing object), ένα αγνώστου ταυτότητας (ποιος ξέρει τι ακριβώς είναι ο Χριστός;), ιπτάμενο (στους ουρανούς) αντικείμενο (είδωλο, όχι πρόσωπο). Για να τον κατανοήσεις πρέπει να απευθυνθείς στον επί της γης μεσολαβητή, τον Επίσκοπο Ρώμης. Να πως κατάντησε η ηγεσία, αλλά και ολόκληρη η Δυτική «Εκκλησία», που δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία Εκκλησία! Η γραμμή όμως αυτή περνάει εύκολα στις χριστιανικές μάζες, όπως ακριβώς και ο ταντρισμός (ο ειδωλολατρικός βουδδισμός) περνάει εύκολα στις βουδδιστικές μάζες.
Θα πρέπει λοιπόν, η Παπική πλευρά να αξιολογηθεί μάλλον σαν ηθική έκπτωση, που είχε σαν συνέπεια ομολογιακές αλλοιώσεις. Άλλωστε, δόγμα και ήθος είναι οι δυο όψεις του ιδίου νομίσματος. Αν η μια όψη παραχαραχτεί, όλο το νόμισμα γίνεται κίβδηλο. Αλλοίωση της Πίστης και ηθικός εκτραχηλισμός είναι τα φυσιολογικά και αναμενόμενα επακόλουθα της έπαρσης. Όλο το Παπικό οικοδόμημα είναι διαχρονικός καρπός ηγεμονικής έπαρσης (της «επηρμένης οφρύος») των ταγών της Ρωμαϊκής «Εκκλησίας». Για να κτισθεί, χρησιμοποιήθηκαν δόλιες παραχαράξεις και πλαστογραφίες της Αποστολικής Παράδοσης και των ιστορικών γεγονότων και ντοκουμέντων. Για να σταθεί δε, επιστρατεύονται απάτες και όλη η διαπλοκή της διπλωματίας του κόσμου. Βία και εξαπάτηση λαών. Σαφώς, όλα αυτά συνιστούν έσχατη ηθική κατάπτωση. Φυσικά, δεν ήταν δυνατόν να μη μείνουν έξω πεδία ηθικής, για τα οποία κάποιοι «αμύντορες» της Ορθοδοξίας δεν θέλουν να ακούσουν ούτε λέξη. Αυτά δεν έχουν σχέση, ισχυρίζονται, με την πίστη.
Εν τούτοις, ο Βασ. Στεφανίδης γράφει για την «Εκκλησία» της Δύσης κατά τον 9ο-10ο αιώνα στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» (σελ. 481-482): Κάθε Ηγεμόνας εκμεταλλευόταν την Εκκλησία «αδιαφορών δια την ηθικήν και θρησκευτικήν κατάστασιν αυτής (σιμωνία) και παραμέλησιν της αγαμίας. Ο κλήρος και οι μοναχοί διεφθάρησαν….. (οι ευγενείς) ανεβίβαζον εις τον Παπικόν Θρόνον άνδρας συνήθως ανικάνους, πολλάκις διεφθαρμένους….. την εποχήν ταύτην (διαπρεπής διαμαρτυρόμενος θεολόγος του 18ου αιώνα) ωνόμασεν πορνοκρατίαν». Στις μέρες μας, πρώην Ιησουίτης Ιερέας και στενός συνεργάτης των Παπών Ιωάννη 23ου και Παύλου 6ου, που παραιτήθηκε από την Ιεροσύνη (+1999), βαθύς γνώστης των Βατικανείων αδύτων, γράφει το 1981 σε ιστορικό πόνημά του: «Αιρέσεις και αποτρόπαιες εκτροπές είναι στην ημερήσια διάταξη στα σεμινάρια (ιερατικές σχολές), διαπλεκόμενα δίκτυα αυτοπροστατευόμενα ενεργών ομοφυλόφιλων ιερέων, καλογραιών, επισκόπων, ακόμα και καρδιναλίων στραγγαλίζουν κάθε προσπάθεια για αναβάθμιση των ηθών».
Τα ανωτέρω αναγραφόμενα δεν στοχεύουν σε μένος εναντίον των Δυτικών, αλλά σαν κάποιες νύξεις προς όσους θα ήθελαν να δουν την πραγματικότητα: πόσες από τις παραπάνω εκφάνσεις της Παπικής εκτροπής δεν έχουν εισχωρήσει σ’ όλα τα επίπεδα των Ορθοδόξων Εκκλησιών της καθ’ ημάς Ανατολής! Ο ΡΚαθολικισμός έκτισε το οικοδόμημά του και το στηρίζει με φανατισμό. Επιλογή του βέβαια. Από την πλευρά μας τον κρίνουμε αρνητικά και καλά κάνουμε, με πλήθος επιχειρημάτων. Ας μην ανεχόμαστε όμως, να χτίζεται ένα παρόμοιο (Παπικό) οικοδόμημα στον Ορθόδοξο χώρο μας. Όχι στον αυταρχισμό, όχι στη διαστροφή και καταπάτηση των Ι. Κανόνων, όχι στη διαφθορά, όχι στην ειδωλολατρία, όχι στη μαγεία!



Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

ΑΝΤΙΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
Η αντιπαγανιστική νομοθεσία της Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
μέσα από τους Κώδικες
Ο Ιουστινιανός στις 16.11.534, με τη βοήθεια του Τριβωνιανού, εξέδωσε μετά από 6 χρόνια εργασίας, τον νέο Ιουστινιάνειο Κώδικα, που κωδικοποιούσε την μέχρι τότε ισχύουσα νομοθεσία και περιελάμβανε και την τελευταία προσπάθεια κωδικοποίησης της Ρωμαϊκής νομοθεσίας, που είχε γίνει το 435, όταν ολοκληρώθηκε η έκδοση του Θεοδοσιανού Κώδικα. Μετά την έκδοση του Ιουστινιάνειου Κώδικα δεν σταμάτησε η έκδοση νόμων από τον Ιουστινιανό, οι οποίοι δεν κωδικοποιήθηκαν, αλλά εκδόθηκαν ως Novellae (στα ελληνικά Νεαρές, 150 τον αριθμό), που αφορούσαν κυρίως το ιδιωτικό δίκαιο.
Ο Ιουστινιανός το 529 εξαπέλυσε τον τελευταίο "διωγμό" κατά των οπαδών των παλαιών θρησκειών. Μεταξύ άλλων μέτρων, τόλμησε και εξέδωσε διάταγμα με το οποίο έκλεισε την Ακαδημία Αθηνών του Πλάτωνα με παράδοση αιώνων (Ιουστινιάνειος Κώδικας Ι.5,18,4 και Ι.11,10,2). Με την εκδίωξη των φιλοσόφων της Ακαδημίας, οι εναπομείναντες εθνικοί αποκόπηκαν από το εθνικό τους κέντρο και η αρχαία θρησκεία χάνοντας κάθε θεσμική υποστήριξη έσβησε στα μέσα του έβδομου μ.Χ. αιώνα.
Από τον Ιουστινιάνειο Κώδικα 1.11 αντιγράφεται το τμήμα που αφορά την τελευταία εκδοθείσα αντιπαγανιστική νομοθεσία της Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (DE PAGANIS, SACRIFICIIS ET TEMPLIS) από τον ίδιο τον Ιουστινιανό (Β,1,1,19 και Νομοκάνονας 6,3):

C O D E X I U S T I N I A N U S
I. 11
DE PAGANIS, SACRIFICIIS ET TEMPLIS

1.11.9.- Magistratus nostros tam in hac regia urbe quam in provinciis cum summo studio curare iubemus, ut et per se et a religiosissimis, episcopis ea de re certiores facti in omnes paganae superstitionis impietates ex lege inquirant, ne committantur et ut commissa puniantur: quod si earum coercitio provincialem potestatem excedat, ea ad nos referantur, ne in ipsos delictorum causa in incitamentum redundet. Nemini autem liceat sive in testamento sive per donationem quicquam personis vel locis ad susten tandam paganorum impietatem relinquere, etsi hoc specialiter voluntatis vel testamenti vel donationis verbis non contineatur, sed alio modo pro vero a iudicantibus deprehendi possit. Quae autem ita relicta vel donata sunt, illis personis vel locis quibus datavel relicta sunt auferantur et competant civitatibus, in quibus tales personae habitant vel sub quibus tales loci siti sunt, ut ad instar redituum publicorum erogentur. Poenis omni bus, quae ad anterioribus imperatoribus adversus paganum errorem vel in favorem orthodoxae fidei introductae sunt, validis et firmis in perpetuum futuris et per praesentem piam legislationem custoditis.
1.11.9. "Διατάζουμε τους άρχοντές μας, τόσο στη βασιλίδα πόλη όσο και στις επαρχίες, να επιτρέπουν στις επαρχίες, αλλά και όσους διδάσκονται από τους θεοφιλεστάτους επισκόπους, να αναζητούν σύμφωνα με το νόμο όλες τις περιπτώσεις ασεβείας υπέρ της ελληνικής θρησκείας, έτσι ώστε να μη συμβαίνουν, αλλά και, αν συμβαίνουν, να τιμωρούνται. Εάν η διόρθωση των ασεβειών αυτών ξεπερνά τη δικαιοδοσία των τοπικών αρχών, θα πρέπει τα περιστατικά αυτά να προσάγονται σ’ εμάς, έτσι ώστε να μην κατηγορηθούν οι ίδιοι για τα αμαρτήματα αυτά. Να μην έχει κανείς το δικαίωμα να κληροδοτεί με διαθήκη ή να χαρίζει με δωρεά κάτι σε πρόσωπα ή τόπους που έχουν επισημανθεί ότι διαπράττουν την ασέβεια του ελληνισμού, ακόμη κι αν αυτό δεν αναφέρεται ιδιαίτερα μέσα στα άρθρα της διαθήκης ή της δωρεάς, αλλά είναι δυνατό να αντιληφθούν με βεβαιότητα οι δικαστές. Όσα δίδονται ή κληροδοτούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο θα αφαιρούνται από εκείνα τα πρόσωπα ή τους τόπους στα οποία έχουν δωρηθεί ή κληροδοτηθεί και θα αποδίδονται στις πόλεις, στις οποίες τα πρόσωπα αυτά κατοικούν, ή στη δικαιοδοσία των οποίων βρίσκονται οι προαναφερθέντες τόποι, έτσι ώστε να μπορούν να δαπανηθούν σαν να ήσαν πρόσοδοι της πόλης. Να διατηρηθούν και με την παρούσα ευσεβή νομοθεσία κυρίαρχες και εν ισχύ όλες οι τιμωρίες με τις οποίες οι προηγούμενοι βασιλείς είχαν απειλήσει να τιμωρήσουν την ελληνική πλάνη, ή με τις οποίες προσπαθούσαν να διασφαλίσουν την ορθόδοξη πίστη".
1.11.10.- Quoniam nonulli inventi sunt, qui impiorum ac sceleratorum paganorum errore imbuti ea faciunt quae elementem deum ad iustam iram movent, ne ea quidem quae ad hos pertinent inordinata relinquere passi sumus, sed scientes eos deserta veri et solius dei adoratione simulacris insano errore sacrificia obtulisse et sollemnitates omni impietate refertos celebrasse, eos quidem, qui iam, postquam sancto baptismate digni habiti sunt, haec commiserint, congruae delictis quorum convicti sunt animadversioni, et hoc quidem benignius subiecimus: in futurum autem per praesentem legem omnibus edicimus eos, qui Christiani facti et sancto salutarique baptismate quoquo tempore digni habitiu sunt, si adhuc in paganorum errore eos remansisse apparuerit, ultimo supplicio subiectum iri. Qui vero nondum venerando baptismate dignati sunt, eos manifestare se oportet, sive in hac regia urbe sive in provinciis commorentur, et sacrosanctas ecclesias cum uxoribus liberisque et omni domo sub ipsis constituo adire et veram Christianorum fidem doceri, ita vero edoctos priori errore prorsus abiecto salubre baptisma accipere, vel scire, si ea parvi aestiment, se omnium quae ad rem publicam nostram pertinent expertes fore neque eis permitti, ut ullius rei mobilis vel immobilis domini fiant, sed omni re exutos in penuria relinquendos fore, praeterquam quod et competentibus poenis subicientur.
Prohibemus autem, quominus ab iis qui paganorum insania laborant ulla doctrina doceatur, ne hac simulent se eos qui miserabiliter eos frequentant instruere, re vera autem animas discipulorum corrumpant: sed nec ullam annonam a fisco accipiant, cum ne ex sacris quidem litteris ver pragmaticis formis ad eiusmodi aliquid sibi vindicandum admittantur. Sive enim hic aliquis sive in provinciis talis esse probatus fuerit neque ad sacrosanctas ecclesias nostras cum suis, ut dictum est, liberis et uxore festinet, supra memoratispoenis subiacebit et substancias eorum fiscus vindicabit, ipsi autem en exilium mittentur. Si quis autem in re publica nostra se occultans sacrificia vel etiam simulacrorum cultum celebrasse deprehendetur, is ultimis suppliciis percelletur, quae Manichaei et, quod idem est, Borboritae merito subeunt: nam et hos similes illis esse iudicamus. Illud quoque sancimus, ut liberi eorum tenerae aetatis statim et sine dilatione salubre baptisma accipiant, illi vero, qui primamaetatem iam excesserunt, sacrosanctas ecclesias frequententet in sacris scripturis instintuatur et sic sincerae paenitentiae se dedant et pristino errore reiecto venerabile baptisma accipiant: hoc enim modo firmiter veram orthodoxorum fidem suscipiant neque rursus in pristinum errorem recident. Qui vero ideo militiae dignitatis bonorumve retinendorum gratia ipsi quidem simulate ad salubre baptisma accesserunt vel accesserint, uxores autem vel liberos vel reliquos, qui in eorum domo sunt, in paganorum errore reliquerint, eos bonis exui et nostrae rei publicae plane expertes esse iebumus neque non quibus digni sunt poenis subici, cum manifestum sit eos non sincera fide sanctum baptisma accepisse. Haec igitur adversus sceleratos paganos et Manichaeos, quorum Manichaeorum partem et Borboritas esse ostensum est, sancimus.
1.11.10. "Επειδή έχουν συλληφθεί μερικοί, οι οποίοι διακατέχονται από την πλάνη των ανόσιων και μιαρών Ελλήνων, να διαπράττουν εκείνα που δικαιολογημένα εξοργίζουν τον φιλάνθρωπο θεό, δεν ανεχόμαστε να αφήνουμε αδιόρθωτα τα σχετικά με τις πράξεις αυτές, γνωρίζοντας ότι αυτοί εγκατέλειψαν την προσκύνηση του μόνου και αληθινού θεού, και προσέφεραν θυσίες στα είδωλα εξαιτίας ενός ασυλλόγιστου σφάλματος, και πραγματοποίησαν ανόσιες γιορτές. Αν αυτοί διέπραξαν αυτά τα αμαρτήματα, αφού είχαν αξιωθεί το άγιο βάπτισμα, θα υποβληθούν στην αντίστοιχη τιμωρία και μάλιστα με πνεύμα επιείκειας. Στη συνέχεια όμως, με τον παρόντα νόμο ανακοινώνουμε σε όλους ότι εκείνοι μεν που έχουν γίνει χριστιανοί και έχουν αξιωθεί το άγιο και σωτήριο βάπτισμα, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, αν φανούν ότι επιμένουν στην πλάνη των Ελλήνων, θα υποβληθούν στην εσχάτη των ποινών. Όσοι όμως δεν έχουν αξιωθεί ακόμη το σεβαστό βάπτισμα, θα πρέπει να φανερωθούν είτε σε αυτή την πόλη, τη Βασιλεύουσα, είτε στις επαρχίες, και να πάνε στις ιερότατες εκκλησίες μαζί με τις συζύγους τους και τα παιδιά τους και όλα τα μέλη του οίκου τους και να διδαχθούν την αληθινή πίστη των χριστιανών. Έτσι, αφού διδαχθούν και αποβάλουν μια για πάντα την πλάνη που τους διακατείχε προηγουμένως, θα πρέπει να ζητήσουν το σωτήριο βάπτισμα. Διαφορετικά ας γνωρίζουν ότι αν παραμελήσουν να το κάνουν, δεν θα έχουν κανένα πολιτικό δικαίωμα, ούτε θα τους επιτραπεί να είναι ιδιοκτήτες περιουσίας, ούτε κινητής ούτε ακίνητης. Θα τους αφαιρεθούν τα πάντα και θα εγκαταλειφθούν στην ένδεια και, επιπλέον, θα υποβληθούν στις έσχατες τιμωρίες.
Θα παρεμποδίσουμε δε κάθε μάθημα που διδάσκεται από αυτούς που πάσχουν από τη νόσο των ανόσιων Ελλήνων, έτσι ώστε να μην προσποιούνται ότι διδάσκουν όσους φοιτούν κοντά στους διαφθείροντες τις ψυχές των μαθητών με δήθεν αλήθειες. Αλλά δεν θα απολαύσουν σίτιση από το δημόσιο ταμείο αυτοί που δεν έχουν ελευθερία λόγου, ούτε θα διεκδικήσει κανείς για χάρη τους άδεια από τα θεία γράμματα ή τους πραγματικούς τύπους. Γιατί εδώ, αν φανεί κανείς τέτοιος άνθρωπος και δεν τρέξει στις άγιες εκκλησίες μας μαζί με τους συγγενείς του, όποιος έχει, δηλαδή μαζί με τα παιδιά και τις γυναίκες του, θα τιμωρηθεί με τις προαναφερθείσες ποινές. Οι περιουσίες των ανθρώπων αυτών θα δοθούν στο δημόσιο, ενώ οι ίδιοι θα παραδοθούν στην εξορία. Αν κάποιος κρύβεται μέσα στο κράτος μας και πιαστεί να θυσιάζει και να διαπράττει το αμάρτημα της ειδωλολατρίας, θα υποβληθεί στις έσχατες τιμωρίες, τις οποίες υφίστανται δικαίως και οι Mανιχαίοι και οι Bορβορίτες. Γιατί κρίνουμε ότι αυτοί είναι ίδιοι με εκείνους. Θεσπίζουμε δε και νόμο, σύμφωνα με τον οποίο τα παιδιά, όταν είναι σε μικρή ηλικία θα πρέπει να συχνάζουν στις ιερότατες εκκλησίες και να διδάσκονται τις θείες γραφές και τους θείους κανόνες. Έτσι, αφού εννοήσουν καλά την αληθινή πίστη και αποβάλουν την παλαιά πλάνη, θα μπορέσουν να δεχθούν το βάπτισμα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα δεχθούν και θα διαφυλάξουν την αληθινή πίστη των ορθοδόξων χριστιανών και δεν θα αλλάξουν πάλι την πίστη τους προς την παλιά πλάνη. Και όσοι έχουν κάποιο στρατιωτικό ή άλλο αξίωμα ή περιουσία μεγάλη για να κρατήσουν τα προσχήματα, πήγαν ή πρόκειται να πάνε να βαπτιστούν, αλλά αφήνουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους και τα άλλα μέλη του οίκου τους μέσα στην ελληνική πλάνη, διατάσσουμε να δημευθεί η περιουσία τους και να αποκλειστούν από τα πολιτικά δικαιώματά τους, αλλά και να υποβάλλονται σε αντάξιες τιμωρίες, αφού είναι φανερό ότι πήραν το βάπτισμα χωρίς να είναι καθαροί στην πίστη τους. Θεσπίζουμε τους ίδιους νόμους και για τους αλιτήριους Έλληνες και για τους Mανιχαίους, των οποίων μέρος είναι και οι Bορβορίτες".

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Στον ανωτέρω νόμο καταφαίνονται τα εξής:

1.- Η κληροδότηση σε μη Χριστιανό απαγορεύεται, τα δε κληροδοτηθέντα κατάσχονται. Τούτο βέβαια προϋπήρχε του Ιουστινιάνειου Κώδικα. Ήδη απαγορεύεται η κληροδότηση από ορθόδοξους γονείς σε μη ορθόδοξα τέκνα με τον ΚΒ΄ Κανόνα της Συνόδου της Καρθαγένης.
2.- Η αλλαξοπιστία τιμωρείται με την εσχάτη των ποινών.
3.- Το χριστιανικό βάπτισμα καθίσταται υποχρεωτικό, άλλως χάνονται τα πολιτικά δικαιώματα και η περιουσία, επιβάλλεται δε η εσχάτη των ποινών. Η εσχάτη των ποινών επεβάλετο σε όσους Χριστιανούς δήλωναν την ιδιότητά τους, τόσο κατά τους χρόνους των διωγμών τους τρεις πρώτες αιώνες, όσο και στην Σταλινική περίοδο στη Ρωσία.
4.- Κάθε μάθημα, που δεν αφορά στη χριστιανική πίστη, αλλά σε αλλότρια πίστη επισύρει δήμευση της περιουσίας και εξορία. Μήπως υπάρχει σήμερα κατάλοιπο της διάταξης αυτής και στη χώρα μας με την απαγόρευση του προσηλυτισμού;
5.- Η θυσία σε είδωλα επισύρει την έσχατη τιμωρία. Βέβαια η καταστροφή των αγαλμάτων και των βωμών των ειδώλων ήδη είχε επιβληθεί με τον ΠΔ΄ Κανόνα της Συνόδου της Καρθαγένης.
6.- Η καθαρότητα της πίστης, μετά το Βάπτισμα ελέγχεται, η διαπιστούμενη δε μη καθαρότητα τιμωρείται με δήμευση της περιουσίας, αποκλεισμό από τα πολιτικά δικαιώματα και ποινές.

Είναι γνωστόν, ότι ο Κύριος δηλώνει στους όχλους (Ματθ. 8. 34) "όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι".
Ερωτάται, αν η Εκκλησία (Σώμα Χριστού) εν Συνόδω αντέδρασε ή όχι στον ανωτέρω νόμο του μονοθελήτη και αφθαρτοδοκήτη (αιρετικού) "αγίου" Ιουστινιανού (η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Αυγούστου), ο οποίος ευρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τη ανωτέρω ρήση του Κυρίου. Αν αντέδρασε, σε ποιόν Ι. Κανόνα Συνόδου ευρίσκεται η αντίδραση αυτή. Αν όχι, τότε γιατί δεν αντέδρασε. Αναφέρεται αντίδραση σε μεμονωμένα έργα Πατέρων της Εκκλησίας και σε ποια;

ΘΡΗΣΚΕΙΑ Ή ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;
Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου
Κατά κόρον παρουσιάζονται τώρα τελευταία από όλα σχεδόν τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ συζητήσεις πάνω στο θέμα των νέων ηλεκτρονικών ταυτοτήτων και της αναγραφής ή όχι του θρησκεύματος σ’ αυτές. Συζητήσεις επί συζητήσεων πραγματοποιούνται και "ο ένας λέγει το κοντό του και ο άλλος το μακρύ του". Πολλά λόγια ακούγονται περί υποχρεωτικής αναγραφής, προαιρετικής αναγραφής ή καθόλου αναγραφής με επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα, πίσω από τα οποία πολλές φορές κρύβονται ιδιοτελείς σκοποί και συμφέροντα. Ένα πράγμα όμως δεν έχει ακουσθεί ακόμη από θεολόγους, κληρικούς ή εκπροσώπους της Εκκλησίας: ο Ορθόδοξος λόγος.
Είναι γνωστό, ότι ορθόδοξος πιστός, μέλος της Εκκλησίας (του σώματος του Χριστού), νοείται εκείνος ο οποίος τελεί υπό πνευματική παρακολούθηση (δηλ. έχει γέροντα πνευματικό), τακτικά εκκλησιάζεται και μετέχει πλήρως της μυστηριακής ζωής της Εκκλησίας, δηλ. εξομολογείται και κοινωνεί επίσης τακτικά των Αχράντων Μυστηρίων. Είναι εκείνος που προσπαθεί να είναι ταπεινόφρονας, πράος, να ζει ενάρετη ζωή, να είναι ελεήμονας, καθαρμένος στην καρδιά και να μαρτυρεί "Ιησούν Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον".
Από την άλλη μεριά υπάρχει ο άπιστος που δεν είναι μέλος της Εκκλησίας, αυτός που υβρίζει την Εκκλησία, που κοροϊδεύει τον πιστό γιατί προσπαθεί να ζει την εν Χριστώ ζωή, που απορρίπτει ή υβρίζει τον Ι. Χριστό ή αδιαφορεί τελείως κυλιόμενος στο βούρκο της ανομίας και της αμαρτίας.
Υπάρχει όμως και μια τρίτη κατηγορία λεγομένων "πιστών". Εκείνων που επειδή μετείχαν κάποτε του μυστηρίου του Βαπτίσματος και του μυστηρίου του Χρίσματος, θεωρούν εαυτούς ως μέλη της Εκκλησίας, ενώ η όλη συμμετοχή τους στα δρώμενά της έγκειται στον κατά πολύ αραιά διαστήματα "τύποις" εκκλησιασμό, στο άναμμα ενός κεριού, στη λήψη του αντιδώρου (μιας και η λήψη του δώρου γίνεται σπανιότατα και χωρίς προηγουμένως εξομολόγηση) και στη συμμετοχή σε βαπτίσεις, γάμους, κηδείες και μνημόσυνα θεωρούμενα ως κοσμικά γεγονότα. Κατά τα άλλα είναι έτοιμοι να κάνουν κριτική σε όποιο θεολογικό θέμα αναφύεται και σε ό,τι η Εκκλησία και οι πιστοί της πράττουν.
Για τις τρεις κατηγορίες των ανθρώπων αυτών και τις σχέσεις τους με την Εκκλησία, ο Λόγος του Κυρίου στην Αποκάλυψη του Ιωάννη είναι σαφής: "οίδα σου τα έργα, ότι ούτε ψυχρός εί ούτε ζεστός. όφελον ψυχρός ής ή ζεστός. ούτως ότι χλιαρός εί, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου" (Απκ. 3.15-16).
Η κατηγορία των πιστών μελών της Εκκλησίας είναι οι ζεστοί, η κατηγορία των μη πιστών είναι οι ψυχροί και η τρίτη κατηγορία των θεωρουμένων ως "μελών" αυτής είναι οι χλιαροί. Γι’ αυτούς ο Κύριος λέγει: "Επειδή είσαι χλιαρός και ούτε ζεστός, ούτε κρύος, θα σε ξεράσω από το στόμα μου". Δυστυχώς διαπιστώνουμε, ότι αυτοί οι χλιαροί έχουν τον πρώτο λόγο στα τεκταινόμενα εντός της Εκκλησίας μας και προσπαθούν να επιβάλουν τις απόψεις τους στα πιστά μέλη της.
Είναι επίσης γνωστό, ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία είναι η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, η Εκκλησία του σώματος του Χριστού, των αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων, κάθε άλλη δε ονομαζόμενη Εκκλησία έχει αποσχιστεί από Αυτή και είτε βρίσκεται στην κατάσταση του σχίσματος, είτε στην κατάσταση της αίρεσης.
Εκ πρώτης όψεως ο τίτλος του μικρού αυτού πονήματος φαίνεται παράξενος: "Θρησκεία ή Ορθοδοξία;" και τι σχέση μπορεί να έχει αυτό με τις νέες ταυτότητες. Δηλαδή άλλο πράγμα είναι η θρησκεία και άλλο η Ορθοδοξία; Η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία; Τότε τι είναι; Γιατί η Ρωμαϊκή Αυτόκρατορία ενστερνίσθηκε τελικά και ανεγνώρισε την Ορθόδοξη Εκκλησία; μήπως διέγνωσε θεραπευτικές ιδιότητες στο νέο τρόπο ζωής που εισήγαγε αυτή η νέα οργάνωση; μήπως την αντιστοίχησε με την Ιατρική Επιστήμη;
Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος π. Ι. Ρωμανίδης είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός και από το έργο του ερανιζόμαστε κάποια στοιχεία (π. Ι. Ρωμανίδη: "Η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της" Ι. Μ. Κουτλουμουσίου Αγ. Όρους. Τόμος: "Ορθοδοξία, Ελληνισμός, πορεία στην 3η χιλιετηρίδα", 1966 σελ. 67-87):
Οι Πατριάρχες και Προφήτες της Π. Διαθήκης, οι Απόστολοι και οι Προφήτες της Κ. Διαθήκης και οι διάδοχοί τους γνωρίζουν, ότι η θρησκεία είναι νόσος και ο γενικός αρχίατρος της νόσου αυτής είναι ο Κύριος της Δόξης και της Μεγάλης Βουλής Άγγελος. Αυτός εθεράπευσε και προ της ενσάρκωσής του και μετά από αυτή.
Ποια είναι όμως η νόσος; Στον εγκέφαλο υπάρχει το κέντρο της λογικής, στην καρδιά το κέντρο του νου. Η ενέργεια του νου εντός της καρδιάς στροβιλίζεται κυκλικά μέσα στη καρδιά με την προσευχή (καρδιακή προσευχή). Όταν αυτός ο στροβιλισμός ξεφύγει προς το κέντρο του εγκεφάλου (τη λογική), τότε δημιουργείται βραχυκύκλωμα μεταξύ καρδιάς και εγκεφάλου, οπότε τα νοήματα του εγ-κεφάλου που προέρχονται από τον περιβάλλοντα χώρο και κόσμο γίνονται νοήματα της καρδιάς και τότε εκδηλώνεται η ασθένεια της επίδρασης του περιβάλλοντος κόσμου στη καρδιά και ο ασθενής προσβάλλεται από την ασθένεια του περιβάλλοντος κόσμου, γίνεται δηλαδή δούλος του κόσμου και των παθών του.
Θρησκεία είναι η ταύτιση ακτίστου (Θεού) με το κτιστό δηλ. η ταύτιση παραστάσεων του ακτίστου με νοήματα της ανθρώπινης σκέψης, που είναι το θεμέλιο της λατρείας των ειδώλων, η ταύτιση δε των περί Θεού νοημάτων και ρημάτων της Αγ. Γραφής με το άκτιστο ανήκει και αυτή στον κόσμο της ειδωλολατρίας και είναι το θεμέλιο όλων των αιρέσεων.
Πίστη είναι η συνεργασία του πιστού με το Πνεύμα το Άγιο, που εγκαινιάζει τη θεραπεία της ιδιοτελούς αγάπης στη καρδιά και τη μεταβάλει σε ανιδιοτελή αγάπη, η οποία "ου ζητεί τα εαυτής". Η θεραπεία πραγματοποιείται σε τρία στάδια: α/ της κάθαρσης της καρδιάς με την συντριβή της κατά την εξομολόγηση και τη σταδιακή απομάκρυνσή της από κάθε ηδονή και οδύνη, β/ του φωτισμού του νου, του κέντρου αυτού της καρδιάς που επιτυγχάνεται με την συνεχή και αδιάκοπη μνήμη του Θεού, η θεραπεία δε κορυφώνεται με το στάδιο γ/ της θέωσης (δοξασμού) και της απάθειας (μη επιρροής από πάθη) που συνοδεύει τους αγίους. Στο 3ο αυτό στάδιο ο παθών διαπιστώνει: 1/ ότι δεν υπάρχει ομοιότητα κτιστού και ακτίστου και 2/ τον "Θεόν φράσαι αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον" (Άγ. Γρηγόριος Θεολόγος) (Ιεροθέου Βλάχου, Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου. Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Λειβαδειά 1995).
Μετά από όλα αυτά και με γνώμονα τον Αγιογραφικό και Αγιοπατερικό λόγο καλούμαστε να εξετάσουμε από Ορθόδοξη σκοπιά το θέμα των ταυτοτήτων και της αναγραφής του θρησκεύματος σ’ αυτές και να θέσουμε κάποια ερωτήματα:
1.- Τι εννοεί ο Κύριος, όταν λέγει: "απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ" (Ματθ. 22. 21-22). Είναι διαχρονικό αυτό ή αφορά την συγκεκριμένη εποχή που ο Καίσαρας ήτανε εμφανώς άπιστος, ενώ σήμερα είναι εμφανώς (;) πιστός, όπως γνωστός Ιεράρχης προ ημερών γνωμάτευσε; Είναι το δελτίο ταυτότητας έγγραφο του Καίσαρος ή όχι, επιτρέπεται δε η αναγραφή της ομολογίας της πίστης σ’ αυτό, κάτι που αφορά αποκλειστικά τη σχέση του πιστού με το Θεό;
2.- Ο λόγος του Κυρίου είναι σαφής: "Μείζων ο εν υμιν ή ο εν τω Κόσμω" δηλ. πολύ μεγαλύτερος είναι αυτός που είναι μέσα σας (ο Ιησούς Χριστός, του οποίου "τρώγετε τη σάρκα και πίνετε το αίμα") παρά εκείνος που είναι στον κόσμο (Καίσαρας κλπ.). Είναι σωστό αυτή η ομολογία πίστης, δηλ. ότι έχουμε μέσα μας το Χριστό να χρειάζεται πιστοποίηση με σφραγίδα και υπογραφή από όργανο του Καίσαρα; Η σχέση μεταξύ πιστού και Θεού πιστοποιείται με έγγραφα και σφραγίδες;
3.- Πως θα βλέπαμε τη σχέση Καίσαρα και Θεού, σε μια αντίστροφη κατάσταση; π.χ. εάν στη μίτρα και το εγκόλπιο του Επισκόπου αναγραφότανε η φράση : "Ελληνική Δημοκρατία" για να πιστοποιείται και επίσημα (έστω και χωρίς σφραγίδα και υπογραφή), ότι ο "εις τύπον και τόπον Χριστού" επίσκοπος ανήκει στο ΝΠΔΔ που καλείται "Εκκλησία της Ελλάδος", η οποία με τη σειρά της ανήκει στην Ελληνική Δημοκρατία και ως μέλος αυτής θα πρέπει να δηλώνει με τον τρόπο αυτό, ότι είναι Έλληνας πολίτης και πιστός στο δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας;
4.- Μήπως η αναγραφή του θρησκεύματος του Ορθόδοξου Χριστιανού είναι τελικά από Ορθόδοξη σκοπιά αντορθόδοξη, μιας και με την αναγραφή του παραδεχόμαστε, ότι η ιδιότητά μας ως Ορθοδόξων δεν είναι αυτό που πρέπει να είναι, δηλ. το βίωμά μας (ο τρόπος ζωής μας), αλλά το θρήσκευμά μας δηλ. παραδεχόμαστε ότι πάσχουμε από ψυχονευρωτικό νόσημα, στο οποίο θα παραμείνουμε χωρίς προοπτική θεραπείας; μήπως ουσιαστικά παραδεχόμαστε, ότι είμαστε ειδωλολάτρες; μήπως στο θρήσκευμα πρέπει να υπάγονται όλοι οι άλλοι ετερόδοξοι και αλλόδοξοι πλην των πιστών μελών της Ορθόδοξης Εκκλησίας; μήπως αυτή η περίπτωση αφορά και τους χλιαρούς (δηλ. τα μη πιστά "μέλη" της Εκκλησίας);
Το δεύτερο ατιολογικό που παρατίθεται για την αναγραφή του θρησκεύματος είναι η σύνδεση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, ότι αυτά τα δυο δηλαδή είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους και αδιαίρετα. Μήπως στη διασύνδεση αυτή υποκρύπτεται από Ορθόδοξη σκοπιά μια αίρεση; Πρέπει να θυμηθούμε την καταδίκη του "εθνοφυλετισμού" στη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 1872 υπό τον Πατριάρχη Άνθιμο ΣΤ΄, πράγμα που θα πρέπει να μας προβληματίσει. Το θέμα τότε ανέκυψε από την απαίτηση κυρίως Βουλγαρικών Ορθοδόξων κοινοτήτων του εξωτερικού, οι οποίες ηρνούντο να υπαχθούν στον επιχώριο επίσκοπο (Έλληνα, Ρουμάνο, Ρώσο, Σέρβο κλπ), αλλά απαιτούσαν την υπαγωγή τους αποκλειστικά σε Βούλγαρο επίσκοπο. Αυτό απετέλεσε το Βουλγαρικό σχίσμα, το οποίο καταδίκασε η Σύνοδος αυτή.
Γνωρίζουμε ασφαλώς, ότι εν Χριστώ "ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός" (Κολοσ. 3.11). Όλοι βγήκαμε από την πλευρά του Αδάμ και πλασθήκαμε "κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν" Θεού (Γεν. 1.26). Η Εκκλησία μας με την πανορθόδοξη αυτή Σύνοδο του 1872 καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό με τον εξής όρο: "Αποκηρύττομεν κατακρίνοντες και καταδικάζοντες τον φυλετισμόν, τουτέστι τας φυλετικάς διακρίσεις και τας εθνικάς έρεις και ζήλους και διχοστασίας εν τη του Χριστού Εκκλησία ως αντικείμε-νον τη διδασκαλία του Ευαγγελίου και τοις ιεροίς κανόσι των μακαρίων Πατέρων ημών".
Ορθοδόξως λοιπόν οι άνθρωποι δεν διακρίνονται ούτε κατά την φυλή τους, ούτε κατά τη γλώσσα τους, ούτε κατά το χρώμα του δέρματός τους, ούτε με οποιοδήποτε παρόμοιο ή άλλο κριτήριο. Οι άνθρωποι διακρίνονται σε αυτούς που πιστεύουν στο Θεό και σ’ αυτούς που δεν πιστεύουν, σ’ αυτούς που είναι εντός Εκκλησίας και σ’ αυτούς που είναι εκτός αυτής.
Πιστεύουμε, ότι οι ανωτέρω απόψεις και τα ερωτήματα ιδωμένα από καθαρά Ορθόδοξη σκοπιά και σύμφωνα με τα δόγματα και τις παρακαταθήκες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας θα εξετασθούν με τη δέουσα σοβαρότητα και προσοχή, ώστε τα όποια συμπεράσματα και αποφάσεις της Διοίκησης της Εκκλησίας επί του θέματος των ταυτοτήτων να διέπεται από τους κανόνες αυτούς, που είναι και πρέπει να είναι πυξίδα σε κάθε της πράξη. Οπωσδήποτε η Εκκλησία πρέπει να βρίσκεται συνεχώς "εν τω Κόσμω", αλλά δεν πρέπει ποτέ να εκτελεί "τα του Κόσμου"