Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΓΝΩΣΙΑ
Φιλοκαλικά Θέματα Ερημικής Εσωτερικότητος

Ιω. Κορναράκη, Ομ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή: Ιστοσελίδα Ι. Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου Θεσσαλονίκης.

Η αυτογνωσία έχει αναγνωρισθή από καιρό σαν το πιο δύσκολο εγχείρημα του ανθρώπου στην περιοχή της κατακτήσεως της πνευματικής ωριμότητος. Είναι αλήθεια, που δεν μπορεί να αμφισβητηθή, ότι όσο πιο πολύ γνωρίζει το άτομο τον εαυτό του, υπό ορισμένους φυσικά όρους, τόσο περισσότερο ωριμάζει ψυχολογικά και πνευματικά. Κάθε πράξη και εμπειρία αυτογνωσίας είναι ένα βήμα προς την ολοκλήρωση της ωριμότητος.
Αλλ’ η Ψυχολογία, ιδιαίτερα σήμερα, υποστηρίζει ότι η αυτογνωσία, για να θεωρείται πράγματι παράγων ωριμότητος, δεν πρέπει να εννοείται σαν μια αποκλειστικά «ατομική» ενέργεια και εμπειρία. Γιατί είναι αλήθεια ότι ο ίδιος ο όρος της «αυτογνωσίας» αποτελεί συχνά μια παγίδα για τον άνθρωπο που θα ήθελε να προχώρηση σε μια καλύτερη και βαθύτερη γνωριμία με τον εαυτό του. Και τούτο επειδή, εκ πρώτης όψεως, αυτογνωσία θα ειπή να στρέψης την ερευνητική προσοχή σου και τους προβολείς της διανοίας σου στο εσώτερο βάθος της ατομικότητός σου. Όμως, μια τέτοια, λειτουργία της εσωτερικότητος, σημαίνει συγχρόνως ψυχολογικό και πνευματικό περιορισμό, «εγκλεισμό», μέσα στην ατομικότητα με την πιο περιωρισμένη έννοια. Αυτός που εργάζεται στην ανασκαφή και βυθοσκόπηση της εσωτερικότητός του περιορίζεται μοιραία στον εαυτό του και άρα αποξενώνεται από την ψυχολογική και πνευματική υπόσταση του πλησίον.
Ο Jung έκανε την παρατήρηση ότι «κατανοούμε τους άλλους μόνο στο ίδιο μέτρο στο οποίο κατανοούμε τον εαυτό μας». Στις διατομικές μας σχέσεις βλέπουμε τον πλησίον μας με το πρίσμα της ιδικής μας ατομικότητος. Και την ίδια αυτή ψυχολογική αλήθεια επαναλαμβάνει και ο Γέρων Σιλουανός με τα λόγια του Γέροντος Σωφρονίου. «Έκαστος των ανθρώπων βλέπει εις τους άλλους εκείνο μόνον, το οποίον εις την πνευματικήν του πείραν εγνώρισε περί εαυτού του ιδίου. Διά τούτο η στάσις του ανθρώπου έναντι του πλησίον είναι ασφαλές σημείον του βαθμού αυτογνωσίας εις τον οποίον έφθασεν» (1). Όταν δηλαδή στέκεται κανείς μπροστά στον πλησίον για να τον κατανοήση ή να τον «κρίνη», στέκεται «ασυνείδητα» (χωρίς να το καταλαβαίνη) μπροστά στον εαυτό του. Βλέπει στον άλλο αυτό μόνον που ο ίδιος «εγνώρισε» στον εαυτό του.
Η όψη αυτή της θεωρήσεως του πλησίον καταντά λοιπόν μια ασυνείδητη (ανεπίγνωστη) αυτοθεώρηση. Και είναι αλήθεια ότι πρόσφατες ψυχολογικές έρευνες κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι αυτός που κρίνει τον άλλον προσπαθεί κατά βάθος να κατανοήση τον εαυτό του. Πρόκειται βέβαια εδώ για μια παρά πολύ γνωστή, αλλά και παρά πολύ ευαίσθητη ψυχολογική λειτουργία της εσωτερικότητος, την προβολή. Όσο ολιγώτερη είναι η αυτογνωσία, τόσο δεσποτικώτερη γίνεται η λειτουργία της προβολής. Η προσπάθεια της βαθυτέρας γνωριμίας του εαυτού μας μειώνει κάθε φορά και περισσότερο τη δύναμη της προβολής και μας ελευθερώνει από τις αυταπάτες. Γιατί η προβολή κάνει το άτομο να νομίζη, ότι γνωρίζει καλά τον πλησίον, ενώ κατ’ ουσίαν η εικόνα που το άτομο αυτό έχει σχηματίσει για τον πλησίον είναι η εικόνα του εαυτού του. Προβολή θα ειπή να βλέπη κανείς στον άλλον ελαττώματα ή αρετές, συναισθήματα και διανοήματα που όμως είναι αποκλειστικά δικά του βιώματα. Κατά τρόπο που το ίδιο το άτομο δεν ημπορεί να αντιληφθή («ασυνείδητα») φορτώνει στον πλησίον του τα βιώματα αυτά και τα θεωρεί σαν χαρακτηριστικά της προσωπικότητος του πλησίον.
Από την άλλη μεριά ο Jung υπογραμμίζει τη σημασία της ενδοβολής (Introjection) στη σύγχυση των διατομικών σχέσεων. Η ενδοβολή είναι ψυχολογική λειτουργία αντίθετη της προβολής. Αυτό σημαίνει ότι ιδιότητες και χαρακτηριστικά (δηλ. βιώματα), που ανήκουν πράγματι στον πλησίον, τα θεωρεί το άτομο σαν δικά του βιώματα. Έτσι η προβολή και η ενδοβολή είναι δυο ψυχολογικές λειτουργίες που κυριαρχούν στην ατομικότητα, όταν η προσπάθεια για αυτογνωσία είναι ανύπαρκτη ή ασθενική. Αλλά και στην περίπτωση που η αυτογνωσία ασκείται συστηματικά είναι όμως παγιδευμένη σ’ ένα ψυχολογικό ατομισμό, κι οι δυο αυτές λειτουργίες διαταράσσουν ψυχολογικά το άτομο και το καταδικάζουν σε μια στασιμότητα πνευματική.
Ο Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος ασχολείται διεξοδικά με το θέμα της αυτογνωσίας στην επιστολή του «Προς Λεόντιον Ηγούμενον» (2). Υποστηρίζει, ότι όσο κι αν θεωρεί κανείς τον εαυτό του καλλιεργημένο πνευματικά, πρέπει να εμπιστεύεται την πνευματική του δίαιτα και την όλη εργασία της «τελειώσεώς» του «τοις διακριτικωτάτοις των Πατέρων». Η συνήθεια (που παγιώνεται με τη δύναμη μιας δεσποτικής αλαζονείας), να εμπιστεύεται κανείς τον εαυτό του μόνο ... στον εαυτό του, παγιδεύει το άτομο σε μια κατάσταση στασιμότητος, απ’ την οποία δεν ημπορούν να το αποκολλήσουν «ατομικές» προσπάθειες μιας ολόκληρης σκληρής ασκητικής ζωής.
Για να παρουσιάση ζωντανά την πλάνη, στην οποία περιέρχεται εκείνος που εμπιστεύεται τον εαυτό του μόνο στον εαυτό του, διηγείται ο άγιος Κασσιανός διά του στόματος του αββά Μωυσή την εξής ιστορία (3):
Ήταν κάποτε ένας αδελφός πολύ σπουδαίος και πνευματικός. Μια φορά όμως ενοχλήθηκε φοβερά από τις καυτερές προσβολές του «δαίμονος της πορνείας». Σ’ αυτή λοιπόν την κατάσταση, που ο αγώνας του γινότανε κουραστικός και του δημιουργούσε μια ανυπόφορη ψυχική ένταση, σκέφθηκε να επισκεφθή ένα γέροντα ασκητή, «προς την ηλικίαν αποβλέπων», για να του εξαγορεύση τους λογισμούς του και να του αποκαλύψη τις δραματικές όψεις του ψυχικού και πνευματικού του προβληματισμού. Αλλά ο γέρων ασκητής, «ακούσας, άπειρος ων, αγανακτών, άθλιον έλεγε τον αδελφόν και ανάξιον του μοναχικού σχήματος, ως τοιούτους δεξάμενος λογισμούς». Ο γέρων ασκητής εκεραυνοβόλησε τον κλονιζόμενο από τις προσβολές του δαίμονος της πορνείας μοναχό με τους μύδρους μιας κατακρίσεως συντριπτικής. Του απέδωσε την ευθύνη και του κατελόγισε θανάσιμη ενοχή, γιατί δέχθηκε ο μοναχός αυτός να πιαστή στήθος με στήθος μ’ ένα δαίμονα τόσο αποκρουστικό και πανάθλιο.
Λοιπόν, «τοιαύτα ακούσας ο αδελφός, απογνούς εαυτού και καταλείψας τον ίδιον τόπον, επί τον κόσμον επανήρχετο». Η απόγνωση εκυρίευσε οριστικά πλέον τον μαχητή μοναχό γιατί σκέφθηκε ότι, για να τον κατακρίνη τόσο πολύ ο λευκότριχος από τα χρόνια και την πείρα γέρων, σημαίνει πως δεν είναι φτιαγμένος για μοναχός. Έτσι ξεκίνησε από το κελλί του γέροντα για την πόλη. Με τον τρόπο αυτό, έστω κι αρνητικά, θα έλυνε το πρόβλημά του και θα ησύχαζε.
Όμως, «κατά Θεού οικονομίαν, απαντά αυτώ ο αββάς Απολλώς, των γερόντων ο δοκιμώτατος και βλέπων αυτόν τεταραγμένον και πάνυ σκυθρωπόν, ηρώτα αυτόν λέγων, τέκνον, τις η αιτία της τοσαύτης στυγνότητος;».
Το σχέδιο του Θεού διορθώνει με θαυμαστή οικονομία και αξιοποιεί θετικά τα λάθη και τις αδυναμίες της ανθρωπίνης συμπεριφοράς και μάλιστα εκείνης των «πνευματικών» ηγετών. Έτσι η πορεία του μοναχού προς τον πνευματικό θάνατο σταμάτησε με την παρουσία του δοκιμωτάτου Γέροντα Απολλού. Διακριτικός αλλά και προορατικός και διορατικός ο γέρων Απολλώς, μα πιο πολύ «πνευματικός» με την πλήρη ασκητική έννοια της λέξεως αυτής, διορθώνει με πολλή σοφία και ποιμαντική τέχνη το ασύγγνωστο λάθος του γέροντα ασκητού, που ώθησε τον μοναχό στην απελπισία και την απογοήτευση.
Αφού επέμεινε να μάθη το λόγο της σκυθρωπότητος του αδελφού και αφού άκουσε το σκοπό της δραματικής του πορείας («απογνούς ουν εμαυτού, απέρχομαι εις τον κόσμον»), «πολλά παρεκάλει και ενουθέτει» αυτόν. Ο δοκιμώτατος Γέρων Απολλώς επρόβαλλε στον αδελφό, κατά τη δραματική αυτή ώρα της εξουθενώσεώς του, το ανδρικό μεγαλείο του ασκητικού φρονήματος. «Μη ξενίζου τέκνον, μηδέ απελπίσης σεαυτόν». Μη παραξενεύεσαι και μη απελπίζεσαι, παιδί μου, λέγει στον πτοημένο μοναχό. Στάσου με το κεφάλι ψηλά, με το αγωνιστικό σου φρόνημα ακμαίο. Γιατί αυτό που σου συμβαίνει ούτε περίεργο είναι, ούτε αφύσικο. Δεν ευρίσκεσαι σε μονοπάτι λαθεμένο. Παλαίεις μόνο επάνω στη νόμιμη κονίστρα των ασκητικών μόχθων και αγωνισμάτων.
Και για να γίνη πειστικός ο Γέρων Απολλώς φέρνει μπροστά στα πνευματικά μάτια του έκπληκτου μοναχού τα προϊόντα της ιδικής του αυθεντικής αυτογνωσίας. Εξαγορεύει σ’ αυτόν τον εσώτερο κόσμο του που εγνώρισε βήμα με βήμα σ’ ένα σκληρό αγώνα αυτογνωσίας και αδιάλειπτης ενδοσκοπήσεως. «Εγώ γαρ εν τοιαύτη ηλικία και πολιά υπάρχων, σφόδρα υπό τούτων των λογισμών οχλούμαι». Εξομοιώνεται πλήρως, ο δοκιμώτατος Γέρων, με τη δραματική κατάσταση του αδελφού. Αποκαλύπτει σ’ αυτόν μια αλήθεια συγκλονιστική μα σωτήρια. Με τον τρόπο αυτό πέρνει αυτόματα επάνω του όλο τον πόλεμο του δαίμονος της πορνείας και καταπίνει λαίμαργα όλη τη φρίκη του πολέμου αυτού, ικετεύοντάς τον. «Μη ουν αθυμήσης επί τη τοιαύτη πυρώσει, ήτις ου τοσούτον ανθρωπίνη σπουδή θεραπεύεται, όσον τη του Θεού φιλανθρωπία». Με τα λόγια αυτά ο Γέρων Απολλώς συμπληρώνει το οδόφραγμα που σταματά πράγματι την πορεία του πτοημένου αδελφού προς τον κόσμο. Η δύναμη που χρειάζεται κανείς για να ξεπεράση τους κινδύνους ενός απειλητικού και ισχυρού πειρασμού δεν πηγάζει από την ανθρώπινη φύση αλλά χορηγείται πλούσια απ’ τη φιλανθρωπία του Θεού. Η σκέψη ότι κανείς μόνος του πρέπει να ξεπεράση τους πειρασμούς του, είναι όχι απλώς ανθρώπινη αλλά αλαζονική.
Έτσι ο γέρων Απολλώς προσφέρει στον μαχητή Μοναχό δυο πνευματικά ερείσματα που του αρνήθηκε ο πνευματικός του οδηγός: Αφ’ ενός την ψυχολογική και πνευματική εξίσωση, με μια εξαγόρευση του δικού του αγώνος και αφ’ ετέρου την υπόμνηση του ελέους του Θεού. Και τα δυο αυτά πνευματικά στοιχεία είναι, αλήθεια, αλληλένδετα. Όσο πιο πολύ γνωρίζει κανείς τον εαυτό του τόσο πιο βαθειά αισθάνεται την ανάγκη να ζητήση το έλεος του Θεού. Κι αντίθετα. όσο πιο μακριά ευρίσκεται από τον εαυτό του, τόσο περισσότερο εξαρτά τις πνευματικές του επιδιώξεις από τον εαυτό του.
Αλλά ο Γέρων Απολλώς δεν κατάφερε μόνο να ενθαρρύνη το μοναχό να συνεχίση τον αγώνα του με τη δύναμη της φιλανθρωπίας του Θεού. Προσπάθησε συγχρόνως να δώση ένα μάθημα αυτογνωσίας και ποιμαντικής τέχνης στον ασκητή, που αντιμετώπισε αδέξια το προβληματισμό του αδελφού. Προς το σκοπό αυτό παρεκάλεσε τον τελευταίο να επιστρέψη στο κελλί του και να περιμένη να περάση η ημέρα. «Μόνον δε την σήμερον χάρισαί μοι και υπόστρεψον εις το κελλίον σου. Εποίησε δε ο αδελφός ούτω».
Αφού λοιπόν άφησε ενισχυμένο κάπως τον αγωνιζόμενο σκληρά μοναχό, ήλθε ο αββάς Απολλώς και στάθηκε έξω από το κελλί του γέροντος ασκητού. Εκεί κάνει την εξής προσευχή «μετά δακρύων». «Κύριε, ο τους πειρασμούς υπέρ του συμφέροντος επάγων, μετάστρεψον τον πόλεμον του αδελφού εις τούτον τον γέροντα, ίνα διά της πείρας εις το γήρας αυτού μάθη, άπερ εν τω μακρώ χρόνω ουκ εδιδάχθη, όπως συμπάσχη τοις πολεμουμένοις».
Μόλις ετελείωσε ο αββάς Απολλώς την προσευχή του αυτή, βλέπει Αιθίοπα να στέκεται κοντά στο κελλί του γέροντος και να στέλνη επάνω του καυτερά βέλη. Ο ταλαίπωρος γέρων, φορτωμένος με τα βέλη αυτά, γυρόφερνε μέσα στο κελλί του σαν μεθυσμένος. Κι επειδή δεν ημπορούσε να υπομείνη την αφόρητη αυτή κατάσταση, «εξελθών του κελλίου, τη αυτή οδώ η και ο νεώτερος, επί τον κόσμον εχώρει». Αλλ’ ο αββάς Απολλώς, που ευρίσκετο συνεχώς έξω από το κελλί του γέροντος, εφρόντισε να τον συναντήση, καθώς εκείνος έφευγε τρεχάτος για την πόλη. Κι αφού τον πλησιάζει τον ερωτά. «Πού πορεύη; τις δε η αιτία της κατεχούσης σε ταραχής;» Το ερώτημα αυτό σαν καυτός έλεγχος πληροφορεί τον γέροντα, ότι ο αββάς Απολλώς τα γνωρίζει όλα. Αντιλαμβάνεται πως δεν ημπορεί να του κρύψη τίποτε, γι’ αυτό προτιμά να σιωπήση επίμονα. Τότε όμως ο Γέρων Απολλώς ευρίσκει την ευκαιρία να του δώση το μάθημα που θα τον βοηθούσε να γνωρίση καλύτερα τον εαυτό του και επομένως και τον αδελφό του.
«Γύρισε στο κελλί σου, λέγει στον «αμαθή» γέροντα. Και στο μέλλον φρόντισε να αντιληφθής πολύ καλά την ασθένειάν σου. Προσπάθησε να γνωρίσης τον εαυτό σου σ’ όλο το βάθος και το πλάτος των αδυναμιών του. Κι αν εσύ δεν αντιμετωπίζης πειρασμούς τόσο μεγάλους όσο ο αδελφός, να σκέπτεσαι ότι ο διάβολος ή σε αγνοεί ή σε περιφρονεί, γι’ αυτό δεν αξιώθηκες να παλαίψης μαζί του. Αλλά τί λέγω να παλαίψης; Εσύ δεν ημπόρεσες να αντέξης προσβολή μιας ημέρας και αναστατωμένος και πανικόβλητος επήρες το δρόμο για την πόλη. Για σκέψου όμως, αλήθεια, ότι σου εδόθηκε η ευκαιρία να ενισχύσης και να ενθαρρύνης νεώτερόν σου που πολεμήθηκε σκληρά από τον ίδιο τον δαίμονα που σε εξουθένωσε και εσύ τον έσπρωξες στην απόγνωση. Δεν έλαβες υπ’ όψη σου καθόλου το σοφό εκείνο παράγγελμα που λέγει. «Ρύσαι απαγομένους εις θάνατον. και εκπριάν κτεινομένους μη φείση» (Παροιμ. 24, 11). Ούτε τα λόγια του Σωτήρος Ιησού που προτρέπουν «κάλαμον συντεθλασμένον μη συντρίβειν και λίνον καπνιζόμενον μη σβεννύειν» (Ματθ. 12, 20). Και συμπληρώνει ο σοφός και διακριτικώτατος Απολλώς. «Ουδείς γαρ του εχθρού φέρειν ηδύνατο τας επιβουλάς, αλλ’ ουδέ τον έμπυρον της φύσεως βρασμόν σβέσαι, ει μη η του Θεού χάρις εφρούρει την ανθρωπίνην ασθένειαν».
Η μακροχρόνια λοιπόν άσκηση δεν εβοήθησε τον γέροντα να αποκτήση αυτογνωσία, για να ημπορέση έτσι να κατακτήση έδαφος και στην ετερογνωσία. Η μόνωσή του στην έρημο και οι ασκητικοί του αγώνες παρέμειναν εξωτερικά στοιχεία μιας ζωής χωρίς ενδοσκοπήσεις και βυθοσκοπήσεις αυτοθεωρήσεως!
Συμβαίνει πράγματι να αγωνίζεται κανείς σκληρά στην περιοχή των αρετών και μάλιστα στην εγκράτεια, χωρίς όμως να αισθάνεται την ανάγκη να γνωρίση μεθοδικά και σωστά τον εσώτερο εαυτό του. Στην περίπτωση αυτή θεωρεί την αυτογνωσία χρήσιμη, την αντιλαμβάνεται όμως σαν ένα περιορισμό στην ατομικότητά του, σαν μια (νόμιμη) αποξένωση από τον αδελφό. Έτσι συμβαίνει πράγματι να συμπεριφέρωνται με σκληρότητα και απανθρωπιά προς τον πλησίον «πνευματικοί» άνθρωποι, που έχουν να επιδείξουν πλούσια διαπιστευτήρια αυτοθυσίας (Α’ Κορ. 13, 3), ιδρώτων, ανιδιοτελείας, πνευματικής «σοφίας» και άλλων, γιατί όχι, ασκητικών αρετών. Κι εμείς οι ίδιοι διαπορούμε με τον εαυτό μας για την σκληρότητα ή την ψυχική αντίσταση και την ψυχολογική ακαμψία που δείχνουμε στον πλησίον μας. Η εγωκεντρική αντίδρασή μας στις διατομικές μας σχέσεις έχει τέτοια ανακλαστικότητα που πολλές φορές δεν ημπορούμε να αντιληφθούμε την έκταση του κακού που κάνουμε στους άλλους και όταν ακόμη τους επιδαψιλεύουμε την «αγάπη» μας.
Στο επίκεντρο των διατομικών σχέσεων που συμπλέκονται ψυχολογικά απ’ το παραπλανητικό παιχνίδι της προβολής και της ενδοβολής, ευρίσκεται πάντοτε η απώθηση της ενοχής. Όποιος απωθεί την ενοχή του, μένει τελικά ξένος προς τον πλησίον του, γιατί ήδη έχει αποξενωθή από τον εαυτό του. Η απώθηση της ενοχής τον προικίζει με σκληρότητα στη συμπεριφορά του προς τον πλησίον και πολύ περισσότερο με μια έλλειψη κατανοήσεως και συμπαθείας. Η καταδίκη του αδελφού από τον γέροντα ασκητή πρέπει να κατανοηθή σαν αντίδραση στη δική του απωθουμένη ενοχή. Ο γέρων ασκητής δεν είχε εξοικειωθή με την ενοχή του με την δύναμη μιας «φωτιστικής» αυτογνωσίας. Γι’ αυτό κατακρίνοντας τον αδελφό τόσο βίαια, κατέκρινε ανεπίγνωστα (χωρίς να το γνωρίζει) τον ίδιο τον εαυτό του. Αν είχε μάθει να κατακρίνη τον εαυτό του μ’ ένα αυθεντικό πνεύμα ασκητικής ταπεινώσεως, θα έδειχνε συμπάθεια στον αγώνα του αδελφού. Γιατί είναι αλήθεια ακλόνητη και αδιάσειστη, ότι, όσο πιο πολύ γνωρίζει κανείς την άβυσσο του ενοχικού και ακαθάρτου βάθους του εαυτού του, τόσο περισσότερη συμπάθεια και κατανόηση δείχνει στους πειρασμούς του αδελφού. Όσο περισσότερο σκληρός κριτής του πλησίον είναι, τόσο καθαρότερα αποκαλύπτει την παγίδευσή του στα ενοχικά και πάντοτε απωθούμενα συμπλέγματά του.
Οπωσδήποτε όμως ο γέρων ασκητής, χάρις στη θεία οικονομία, έλαβε ένα εντυπωσιακό μάθημα ετερογνωσίας. Έστω και με αυτόν τον ανεπιθύμητο τρόπο ανεκάλυψε στους πειρασμούς του αδελφού την αληθινή πνευματική του φυσιογνωμία: Τον «καθυστερημένο» πνευματικά εαυτό του.
Πώς όμως θα ημπορέση ο σύγχρονος Χριστιανός να αντιληφθή το είδος και την ποιότητα της ιδικής του εσωτερικότητος και μάλιστα πώς θα κατορθώση να κατανοήση την ψυχολογική και πνευματική αμοιβαιότητα αυτογνωσίας και ετερογνωσίας σε σχέση με την εσωτερικότητα αυτή; Το πρόβλημα δεν είναι εδώ θεωρητικό. Είναι πρώτα - πρώτα υπαρξιακό..!

1. "Ο Γέρων Σιλουανός του Άθω". Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 97.
2. "Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών". Τόμος Α’, σελ. 81 εξ.
3. Ένθ’ ανωτ. σελ. 90 εξ.
























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου