Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Η  ΔΡΑΣΗ  ΤΩΝ  ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΩΝ
Επίδραση του Παπισμού στον Ορθόδοξο χώρο μετά το Σχίσμα (5)

Ιω. Καρδάση, Χημικού - Οικονομολόγου

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΙ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ
Εκτός από τους Ιησουίτες, με την πρωτοβουλία του Pere Joseph de Paris, εγκαθίστανται και Καπουκίνοι, στην Κωνσταντινούπολη (1627), στα νησιά του Αιγαίου και στα Μικρασιατικά παράλια, Κύπρο (Λευκωσία, Πάφος και Λάρνακα στα 1637), στη Χίο (1627), Νάξο (1627), Σμύρνη (1628), Σύρο (1636), Άνδρο (1638), Κουσάντασι (1641), Ναύπλιο (1643, 1656), Αθήνα (1656), Μήλο (1661), Χανιά (1675), Πάρο (1676), Πάτμο (1684), Κίμωλο (1710) κ.λπ. όπου ιδρύουν μοναστήρια. Οι Καπουκίνοι, που ας σημειωθεί ήταν όλοι Γάλλοι, ανοίγουν σχολεία σε όλους αυτούς τους τόπους, καθώς και σε διάφορα μέρη του εσωτερικού της Μικράς Ασίας και της Συρίας, αλλά οι μαθητές σχετικά ήταν λίγοι, γιατί η φτώχεια, η έλλειψη τροφής, ρούχων και βιβλίων, εμπόδιζε τους περισσότερους να φοιτούν. Ειδικά στα νησιά Σύρο, Νάξο, Χίο και Τήνο επί δύο αιώνες, σε χωριστά Σεμινάρια, Καπουκίνοι και Ιησουίτες μόρφωναν στελέχη για τον Καθολικό Κλήρο του Αιγαίου, τα διδασκόμενα μαθήματα ήταν συνήθως τα στοιχειώδη (ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, και στους προχωρημένους ξένη γλώσσα, στοιχεία φιλοσοφίας, δογματική και ηθική). Οι Καπουκίνοι είναι οι πρώτοι που εγκαινίασαν στην Ανατολή, Κωνσταντινούπολη και Χίο, τη διδασκαλία θηλέων. Οι Γάλλοι, ιδίως με τους Καπουκίνους, θέτουν τα θεμέλια της πολιτικής τους αίγλης και επιρροής στην Ανατολή. «Όλη η Καθολική νεολαία, που γεννιέται σήμερα στα νησιά του Αρχιπελάγους, τονίζει ανήσυχος ο Βάιλος Alv. Contarini στα 1640, ανατρέφεται και μορφώνεται από Γάλλους Καπουκίνους».
Η μόρφωση στα σχολεία αυτά απέβλεπε βέβαια να εκπληρώσει σκοπούς πολιτιστικούς και πνευματικούς, αλλά προ πάντων να διαπλάσει την ψυχή των νέων, σύμφωνα με το πνεύμα της Καθολικής Εκκλησίας. Η κύρια ξένη γλώσσα που δίδασκαν ήταν η Ιταλική, η γλώσσα όχι μόνο της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά και του εμπορίου στην Ανατολή. Και στον 17 αι. ακόμη η γλώσσα αυτή εξακολουθούσε να είναι η πιο διαδεδομένη στην Ανατολή, υπόλειμμα της εμπορικής και πολιτικής δραστηριότητας της Βενετίας, Γένουας, Πίζας, καθώς και των μικρών Ιταλικών κρατιδίων, που ιδρύθηκαν στις Ελληνικές χώρες μετά την Τέταρτη Σταυροφορία. Από τα μέσα όμως του 17 αι., με την βαθμιαία παρακμή των εμπορικών εκείνων Δημοκρατιών και την παράλληλη εξάπλωση των Γάλλων και Άγγλων στην Ανατολή, αρχίζει να διαδίδεται η Γαλλική γλώσσα.
Οι μισσιονάριοι αυτοί, όπως και οι Ιησουίτες, προσφέρουν ακόμη τις ιατρικές τους συμβουλές και γνώσεις με ανιδιοτέλεια και αυταπάρνηση στους ταλαιπωρημένους Χριστιανικούς πληθυσμούς της Εγγύς Ανατολής, όπου οι αρρώστιες και οι επιδημίες βέβαια δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο. Γενικώς δεν είναι φανατικοί, επομένως δεν είναι αντιπαθείς, όπως οι Ιησουίτες. Ορισμένοι μάλιστα πρέπει να ήταν πολύ αγαπητοί. Γι’ αυτό ίσως, η εγκατάσταση των Καπουκίνων προκαλεί την δυσφορία και δυσαρέσκεια των Ιησουιτών, με τους οποίους έρχονται και σε προστριβές και διενέξεις σε ορισμένους τόπους, εκδηλώσεις που τους εκθέτουν στα μάτια των Ελλήνων. Οι Γάλλοι Βασιλείς Ερρίκος Δ’ (1589-1610) και οι διάδοχοί του με τις Capitulations, υποστηρίζουν ηθικά και υλικά τόσο τους Ιησουίτες, όσο και τους Καπουκίνους, γιατί έτσι υποβοηθούν όχι μόνον την εξάπλωση του Καθολικισμού, αλλά και την ακτινοβολία του Γαλλικού ονόματος. Αποτέλεσμα, να στερεώνεται συνεχώς η θέση της Γαλλίας στην Ανατολή και ν’ αποκτά τις συμπάθειες των Χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δικαιολογημένα λοιπόν ο Λουδοβίκος ΙΓ’ (1610-1643) παραγγέλλει στον Πρεσβευτή του στην Κων/πολη και στους Προξένους του στα μεγάλα κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, να τους προστατεύουν και να τους βοηθούν κάθε φορά που θ’ αντιμετώπιζαν δυσκολίες και θα είχαν την ανάγκη τους.
Ιδίως ο Πρεσβευτής της Γαλλίας Philippe de Harlay, comte de Cesy, κατά το μακροχρόνιο διάστημα της παραμονής του στην Τουρκία (1619-1641) δείχθηκε θερμότατος υποστηρικτής των Καθολικών μισσιοναρίων, Ιησουϊτών, Καπουκίνων κ.λπ. Βρισκόταν σε συνεχή επαφή με την Παπική Αυλή, παρακολουθούσε άγρυπνα τις κινήσεις των Προτεσταντών και τις σχέσεις τους με την Ορθόδοξη Εκκλησία και είναι αυτός κυρίως, που με τις συνεχείς μηχανορραφίες του προκάλεσε την πτώση του Πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρι. Στην εγκατάσταση μάλιστα των Καπουκίνων, η συμπαράσταση και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Cesy είχαν εκδηλωθεί τόσο θερμά, ώστε συχνά να προκαλούν την ευγνωμοσύνη του P. Joseph.
Η ευνοϊκή αυτή μεταχείριση των Καπουκίνων από τον Γάλλο Πρεσβευτή, αντανακλούσε ασφαλώς και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Βασιλιά, χωρίς την βοήθεια του οποίου οι Καπουκίνοι θα ήταν ένα μεγάλο βάρος για την Propaganda Fidei, όπως ομολογούσε ο P. Joseph. Ήταν και αυτός ακόμη ένας λόγος, για τον οποίο οι Ιησουίτες αντιδρούσαν στις Ελληνικές χώρες.
Οι δυσκολίες που συναντούσαν οι Καπουκίνοι και ο ανταγωνισμός των Ιησουϊτών κούρασαν πολλούς και τους έκαναν να λιποψυχήσουν. Και εφόσον ζούσε ο P. Joseph, οι Καπουκίνοι, παρά τις αδυναμίες που παρουσίαζε το τάγμα τους, μπορούσαν ν’ αντιμετωπίζουν το μέλλον με αισιοδοξία. Με τον θάνατό του όμως χάνουν ένα πολύτιμο στήριγμα και οργανωτικό πνεύμα. Έτσι, οι Ιησουίτες με την σιδερένια πειθαρχία τους παραμένουν οι κύριοι στρατιώτες του Καθολικισμού στην Εγγύς Ανατολή. Είναι οι πιο πολλοί και οι πιο φανατικοί.
Αν εξαιρέσουμε τους Μοναχούς, ο εντόπιοι Ορθόδοξοι κληρικοί ήταν ανεκτικοί και οι σχέσεις τους με τους μισσιοναρίους μάλλον αγαθές: Τους επέτρεπαν να λειτουργούν στις εκκλησίες τους και έρχονταν ελεύθερα να τους ακούσουν ή τους άφηναν, αλλά συχνά τους καλούσαν να κηρύττουν τον θείο λόγο κατά την μέθοδο του ιδρυτή του τάγματος Ιγνατίου Loyola (1495-1556) (τα κηρύγματά τους τα παρακολουθούσαν και οι ίδιοι ακόμη οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι) και να εξομολογούν. Έτσι μέσα στους Ορθόδοξους ναούς υπήρχαν και Ιερά Βήματα κατά τον Λατινικό λειτουργικό τύπο, τα οποία σώζονταν ως τις αρχές ακόμη του 19ου αι. Η ελευθερία των μισσιοναρίων έφθανε κάποτε ως την πρόκληση. «Όταν θαρρετά κηρύσσουμε τον λόγο του Θεού, ομολογεί ο Pere Richard, μέσα στις εκκλησίες των Ελλήνων, καταδικάζουμε τα σφάλματά τους με ελευθερία και προσπαθούμε με όλα τα δυνατά μέσα να τους επαναφέρουμε στην υποταγή της Αγίας Έδρας». Θα ανέχονταν άραγε οι Δυτικοί παρόμοια κηρύγματα Ορθοδόξων στην Δύση; Γενικά οι Ιεραπόστολοι βρίσκουν θρησκευτική ανοχή στα νησιά, εκτός αν θίξουν τους κατοίκους σε ορισμένα ευαίσθητα σημεία που αφορούν το δόγμα η τους Αγίους των, όπως π. χ. τα επεισόδια και η αναταραχή που προκάλεσε κατά τα μέσα του 17ου αι. στις Κυκλάδες ο P. Franccois Rossiers της Σαντορίνης, με τις επιθέσεις του εναντίον του Γρηγορίου του Παλαμά.
Οι Ιεραπόστολοι νόμιζαν ότι, αν διέθεταν χρήματα, θα μπορούσαν, επωφελούμενοι και από την ανέχεια των νησιωτών, να προσελκύσουν πολλούς στο Δυτικό δόγμα. Θα κατόρθωναν να εξαγοράσουν τις συνειδήσεις των Επισκόπων, ώστε να τους δώσουν «κάθε άδεια να δράσουν μαζί με τους κατώτερους κληρικούς, να τους εξομολογούν, να τους κάνουν κηρύγματα και να τους διδάσκουν ό,τι θα ήθελαν».

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝOI ΣΤΗ Μ. ΑΣΙΑ
Στα 1627 εγκαθίστανται Καπουκίνοι και στην Σμύρνη, οι οποίοι εξομολογούν τους Ορθοδόξους και ελεύθερα κηρύττουν τον θείο λόγο στις εκκλησίες τους. Ορισμένοι μάλιστα, εφοδιασμένοι με ειδικές άδειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εισδύουν στο εσωτερικό και διατρέχουν ολόκληρη τη Μ. Ασία. Ιησουίτες αποπειράθηκαν να εγκατασταθούν το 1627 και στην Κύπρο, με την συμπαράσταση του ευγενούς Κυπρίου Ματθαίου Κιγάλα, αλλ’ απέτυχαν, γιατί κατηγορήθηκαν ως Ισπανοί κατάσκοποι. Παραλίγο μάλιστα να βρουν το θάνατο επάνω στην φωτιά.
Με τόλμη και θερμό ζήλο, οι μισσιονάριοι αναλαμβάνουν επικίνδυνες ιεραποστολές μέσα από την Τραπεζούντα ως τα βάθη της Μ. Ασίας, της Αρμενίας, Περσίας, της Μεσοποταμίας ή και σ’ αυτήν ακόμη την Αιθιοπία. Έτσι, Ιησουίτες μοναχοί έχουν εγκατασταθεί στη Μογγολία, στο Θιβέτ, στο Χαλέπι, στη Δαμασκό, μια αλυσίδα ζηλωτών του τάγματος αυτού, που δεν παραλείπουν να βρίσκονται σε επαφή ο ένας με τον άλλο.
Κατά τα μέσα του 17 αι. παρατηρείται ζωηρή κίνηση για την ίδρυση, αποκατάσταση ή ενίσχυση των Ιησουϊτικών αποστολών και ιδίως για την ίδρυση σχολείων στις διάφορες μεγάλες πόλεις (Ρόδο, Πάτρα, Θεσσαλονίκη, Ναύπλιο).

ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ
Οι Κυκλαδίτες, επηρεασμένοι από το μακροχρόνιο Φραγκικό περιβάλλον, που είχε συνυφάνει Καθολικούς και Ορθοδόξους μέσα στην ίδια θρησκευτική και πολιτική ατμόσφαιρα, ζουν μέσα σε ειρηνική συμβίωση τις θρησκευτικές ιδέες και τα λειτουργικά ήθη και έθιμα της Καθολικής Εκκλησίας, δεν αντιδρούν ή δείχνουν μικρές αντιδράσεις σε ορισμένα ζητήματα διαφορών με την Ορθόδοξη Εκκλησία ή και δεν συνειδητοποιούν τις διαφορές αυτές. Έτσι π.χ. Έλληνες της Χίου και των Κυκλάδων παρακολουθούν με μεγάλο ενδιαφέρον, συμμετέχουν ψυχικά, θα έλεγε κανείς, στη γιορτή της Αγίας Δωρεάς (S. Sacrement), όταν η υποβλητική λιτανεία περνά μέσα από τους δρόμους. Κανείς Ορθόδοξος δεν εργάζεται ή δεν τολμά να εργαστεί την ημέρα εκείνη. Πολλοί ξαπλώνονται κατά γης για να περάσει το αρτοφόριο από πάνω τους, οι άρρωστοι πιάνουν θέσεις στους δρόμους, απ’ που θα περάσει η πομπή και παρακαλούν μεγαλόφωνα το Χριστό να τους θεραπεύσει. Όλοι φιλούν με σεβασμό το σκεύος και το εγγίζουν με λουλούδια και κλαδιά μυρτιάς, που τα φέρνουν έπειτα στα σπίτια τους και τα σκορπίζουν στα κτήματά τους. Επίσης σε στιγμές κρίσιμες δεν παραλείπουν οι Ορθόδοξοι και οι Καθολικοί Ιερείς να ενώσουν τις δεήσεις τους στον Θεό, για να πετύχουν το ποθούμενο, όπως π. χ. με κοινή λιτανεία στην Σαντορίνη για να παρακαλέσουν τον Θεό να βρέξει. Η συστηματική διερεύνηση των αμοιβαίων σχέσεων αποτελεί ενδιαφέρον θέμα της ιστορίας του Νέου Ελληνισμού.
Εκτός από τις επιδράσεις της Δυτικής Εκκλησίας στον Αιγαιοπελαγίτικο χώρο, πρέπει να σημειωθεί και η επιρροή των μεγάλων Καθολικών δυνάμεων της εποχής, της Βενετίας και ιδίως της Γαλλίας. Επειδή οι περισσότεροι μισσιονάριοι είναι Γαλλικής καταγωγής, προβάλλουν μαζί με την παρεχόμενη παιδεία και το όνομα της Γαλλίας, καλλιεργούν τις συμπάθειες των Αιγαιοπελαγιτών, ιδίως των Κυκλαδιτών, προς την δύναμη αυτή και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την επέκταση της επιρροής της. Το γεγονός αυτό δεν μένει απαρατήρητο από τους Βενετούς που ενδιαφέρονται άμεσα για τον ζωτικό αυτό χώρο. Έτσι, ο Βάιλος Giovanni Morosini στα 1680 εφιστούσε την προσοχή της Βενετικής Γερουσίας στο σημείο αυτό σημειώνοντας, ότι οι Ιησουίτες και οι Καπουκίνοι «όλοι Γάλλοι... συναγωνιζόμενοι ο ένας τον άλλον στο καίριο σημείο της παιδείας, κάνουν προσφιλές το όνομα της Γαλλίας στις ψυχές εκείνων των κατοίκων».






























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου