Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

 ΑΓΙΟΣ  ΜΑΤΘΑΙΟΣ  Ο  ΝΕΟΣ  ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ,
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ  ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (+  1950) 

 Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου
Ἀνάρτησις β', βελτιωμένη  καί  ἐπηυξημένη.

Σημείωσις: Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ εἶναι ἀποκλειστικῶς ἁγιολογικοῦ ἐνδιαφέροντος. Γιά τόν λόγο αὐτό οἱ ἱστορικές παράμετροι τοῦ Βίου τοῦ μακαρίου Πατρός Ματθαίου ἀναφέρονται ἐν συντομίᾳ, διότι περιλαμβάνονται σέ ἰδιαίτερες ἐργασίες οἱ ὁποῖες βρίσκονται σέ ἐξέλιξη καί σύν Θεῶ θά δημοσιευθοῦν μελλοντικῶς. Τό  κείμενο  ἀποτελεῖ  ἕνα  πρῶτο  σχεδίασμα  τοῦ  Βίου  τοῦ  ἁγ. Ματθαίου.    Ἐπίσης, τό κεφάλαιο τῶν σημείων καί θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου ἔχει ἤδη ἐκδοθεῖ καί κυκλοφορεῖ σέ ἰδιαίτερη τομίδιο.


Ὁ ἀοίδημος Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος εἶναι μία τῶν μεγαλυτέρων ἐκκλησιαστικῶν μορφῶν τοῦ 20ου αἰ. Ἀσκητής στήν ἔρημο τοῦ Ἄθωνα, ἀπό τούς πλέον γνωστούς Ἁγιορείτες Πνευματικούς, ἱδρυτικό μέλος τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, κτίτορας Μονῶν καί Μοναστικός Πατέρας, στυλοβάτης τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἱερομόναχος, Ἐπίσκοπος Βρεσθένης (1935 – 1949) καί Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν (1949 – 1950), θαυματουργός πρό καί μετά θάνατον, Μυροβλύτης καί Ἰαματικός, Νέος Ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας καί νεοφανής Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας.


Μέρος Πρῶτο:
Περίοδος Πρώτη (1861 – 1886)
Κρήτη - Ἀλεξάνδρεια - Ἱεροσόλυμα
Ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος γεννήθηκε στήν Πανέθυμο Κισσάμου Κρήτης τήν 1η Μαρτίου 1861. Ἦταν γιός τοῦ Ἱερέως Χαραλάμπους Καρπαθάκη καί τῆς Πρεσβυτέρας Κυριακῆς. Δέκατο τέκνο τῆς Ἱερατικῆς οἰκογενείας, κατά τό Ἅγιο Βάπτισμα ὀνομάσθηκε Γεώργιος. Προερχόταν ἀπό κατά παράδοση Ἱερατική οἰκογένεια. Ὁ πατέρας του ἦταν ὁ 73ος γνωστός Κληρικός τῆς οἰκογενείας του, ὁ πρεσβύτερος ἀδελφός του 74ος καί ὁ ἴδιος 75ος !
Ἤδη ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἐκδήλωσε ζωηρό τό ἐνδιαφέρον γιά τήν πνευματική ζωή. Ἔστι, ὅταν σέ ἡλικία 12 ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανός ἀπό πατέρα, ἡ Πρεσβυτέρα μητέρα του καί ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του Κωνσταντῖνος (ὁ ὁποῖος εἶχε ἤδη ἱερωθεῖ), κάμφηκαν μπροστά στήν ἐπιμονή του καί τόν ὁδήγησαν στήν Ἱερά Μονή Χρυσοπηγῆς Χανίων.
Μονή Χρυσοπηγῆς (ἄλλως Μονή τοῦ Χαρτοφύλακος), ἱδρύθηκε κατά τήν Βενετοκρατία ἀπό τόν Ἰατρό Ἰωάννη Χαρτοφύλακα, ἕναν σπουδαῖο ἄνθρωπο πού πρόσφερε μεγάλες ὑπηρεσίες στόν πλυθησμό κατά τήν ἐπιδημεία πανούκλας τοῦ 1595. Γιά τίς ὑπηρεσίες του αὐτές μάλιστα τιμήθηκε ἀπό τήν Γερουσία τῆς Βενετίας μέ τίτλο εὐγενείας. Ὁ Ἰω. Χαρτοφύλακας συνέταξε καί τό Τυπικό τῆς Μονῆς, τόν τρόπο λειτουργίας της δηλαδή, ὅπου ἀνάμεσα στά ἄλλα προέβλεπε καί τήν διδασκαλία τῶν γραμμάτων μέσα στό μοναστήρι. Ἔτσι στή μονή λειτουργοῦσε σχολεῖο κατά τόν 19ο αἰ. καί ὁ νεαρός Γεώργιος Καρπαθάκης ἀξιοποίησε τήν εὐκαιρία νά μάθει γράμματα.
Ἡ Μονή Χρυσοπηγῆς, ἐρημωμένη ἀπό τούς Γενιτσάρους πρίν τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ἀπό τήν δεκαετία τοῦ 1830 καί μετά ἄρχισε νά διαδραματίζει σημαντικό ἐκκλησιαστικό ρόλο στήν τοπική Ἐκκλησία καί οἱ Ἡγούμενοί της ἀναδεικνύονταν Ἐπίσκοποι Κυδωνίας, κάποιοι ἀπό αὐτούς μάλιστα εἶναι ἐνταφιασμένοι στόν περίβολό της. (Νικ. Ψιλλάκη, «Βυζαντινές Ἐκκλησίες καί Μοναστήρια τῆς Κρήτης», σελ. 130).
Στή Μονή Χρυσοπηγῆς τόν νεαρό Γεώργιο δέχθηκε ὁ Ἡγούμενος ἀρχιμ. Καλλίνικος. Ἀργότερα ὁ Ἡγούμενος, γοητευμένος ἀπό τά προσόντα καί τήν διάθεση τοῦ νεαροῦ, ἔλεγε στόν ἀδελφό του π. Κωνσταντῖνο: «Ποταμός ἀπό πίστι καί εὐσέβεια ξεχειλίζει μέσα ἀπό τά στήθη του. Ὁ ἀδελφός σου, μαθές, ἔχει ἄγρυπνα τά μάτια τῆς ψυχῆς του»!
Ὡς φιλομαθής ὅπου ἦταν ὁ Γεώργιος, μαζί μέ τήν διακονία πού τοῦ ἀνατέθηκε, παρακολούθησε καί τό σχολείο τῆς Μονῆς καί ἡ καθημερινή του τέρψη καί ἐνασχόληση ἦταν ἡ μελέτη τῶν βιβλίων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν βίων τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι γέννησαν στήν ψυχή του τόν πόθο τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως, ἀλλά καί τοῦ μαρτυρίου ὑπέρ Χριστοῦ! Στή Μονή Χρυσοπηγῆς δέχθηκε καί τήν πρώτη του ἐκκλησιαστική διακονία, τήν εὐχή τοῦ Ἀναγνώστου.
Ὁ τότε Ἐπίσκοπος Κυδωνίας Γαβριήλ (Γρηγοράκης, 1869 – 1880), ἀδελφός καί Ἡγούμενος τῆς Μ. Χρυσοπηγῆς (βλ. Ν. Τωμαδάκη, «Ἐπισκοπή καί Ἐπίσκοποι Κυδωνίας», σελ. 25 - 26), βλέποντας τό ἦθος καί τόν ζῆλο τοῦ νεαροῦ δοκίμου, θέλησε νά τόν κρατήσει κοντά του καί νά τόν προετοιμάσει γιά τήν Ἱερωσύνη, ἀλλά ὁ πόθος τοῦ Γεωργίου γιά ἀνώτερες σπουδές τόν ὁδήγησε στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου.
Στήν Τουρκοκρατούμενη Κρήτη ἐκείνης τῆς περιόδου δέν λειτουργοῦσαν Γυμνάσια. Ἔτσι ἡ οἰκογένειά του σκέφθηκε νά τόν στείλει στήν Ἀλεξάνδρεια, τήν «περιλάλητον διά τήν ἄνθησιν τῶν Χριστιανικῶν Γραμμάτων καί τήν ὅλην ἐκκλησιαστικήν Ὀρθόδοξον παράδοσιν» (Πρωθ. Εὐγενίου Τόμπρου, «Ματθαῖος, Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος», 1963, σελ. 16). Ἐκεῖ ἕνας συγγενής τῆς οἰκογενείας Καρπαθάκη, φαρμακοποιός στό ἐπάγγελμα διατηροῦσε φαρμακεῖο.
Ὁ νεαρός Γεώργιος, μέ τήν εὐλογία τοῦ Γέροντός του, ἀναχώρησε γιά τήν Ἀλεξάνδρεια τό 1876. Στή Μονή Χρυσοπηγῆς ἔμεινε ἀπό τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1872 μέχρι τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1876. Ἀργότερα, ἐνῶ ἦταν ἤδη ἀσκητής στό Ἅγιο Ὄρος καί εἶχε ἱδρύσει τίς μονές του στήν Κερατέα τῆς Ἀττικῆς, συνήθιζε νά λέει ὅτι μονή τῆς μετανοίας του ἦταν ἡ Χρυσοπηγή (τήν ὁποία ἐπισκέφθηκε γιά τελευταῖα φορά τό 1920).
Στήν Ἀλεξάνδρεια ὁ Γεώργιος ἔμεινε ἀπό τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1876 μέχρι τόν Μάρτιο τοῦ 1880, ὁπότε καί τελείωσε τίς Γυμνασιακές του σπουδές. Ὅταν παρατήρησε ὅτι εὐσεβεῖς Χριστιανοί τῆς ἐκεῖ Ἑλληνικῆς παροικίας, συνήθιζαν νά πηγαίνουν στήν Παλαιστίνη, γιά νά προσκυνήσουν στούς Ἁγίους Τόπους, ἰδίως κατά τήν περίοδο τοῦ Πάσχα, πρίν τό Πάσχα τοῦ ἔτους 1880 ἐντάχθηκε σέ μία ὁμάδα προσκυνητῶν καί πῆγε στήν Ἁγία Γῆ. «Παραμοναί τοῦ σωτηρίου Πάσχα 1880 - γράφει ὁ Πρωθ. Εὐγένιος - ὁ Γεώργιος ὥδευεν μετ’ἄλλων πολλῶν προσκυνητῶν εἰς τήν πόλιν τῆς Σιών. Ἐνθέως τό πνεῦμα αὐτοῦ ἐφέρετο ἀκάθεκτον πρός τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐνῶ ἐβάδιζεν ἐπί τοῦ ἁγιωνύμου χώρου ἔνθα πόδες ἔστησαν Κυρίου. Προσκυνήσας μετ’ ἄκρας εὐλαβείας καί βαθείας συγκινήσεως ὅλα, διαδοχικῶς, τά σεπτά σκηνώματα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, τῆς Ὑπεραγίας Μητρός Αὐτοῦ, Ἀειπαρθένου Μαρίας καί πάντων τῶν σύν Χριστῶ ἀθανάτως διαλαμψάντων Ἁγίων, Ὁσίων καί Πατέρων, προσῆλθεν εἰς τό Πατριαρχεῖον, ἵνα καθυποβάλη σεβάσματα καί ἐκζητήση τάς θεοπειθεῖς εὐχάς τοῦ Μακαριωτάτου τότε Πατριάρχου Ἱεροθέου» (Πρωθ. Εὐγενίου, «Ματθαῖος…», σελ. 17).
Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Ἱερόθεος (1875 – + 1882, Σαμιακῆς καταγωγῆς, ἀδελφός τῆς Ἱ.Μ. Τιμίου Σταυροῦ Σάμου), «ἀνήρ εὐλαβέστατος καί πνευματοφόρος, ἀμέσως διεῖδεν εἰς τήν προσομιλίαν τοῦ Γεωργίου, σπινθῆρα τοῦ Πνεύματος καί λάμψιν χάριτος θεοδότου καί παρώτρυνεν αὐτόν νά παραμείνη εἰς τήν Ἁγίαν Πόλιν, συνεχίζων τόν μορφωτικόν καταρτισμόν του εἰς τήν ἀκμάζουσαν τότε μεγάλην τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας Ἐκκλησιαστικήν Σχολήν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ» (Πρωθ. Εὐγενίου, «Ματθαῖος…», σελ. 17).
Ἡ περιώνυμος Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἱδρύθηκε τό 1851 ἀπό τόν φιλόμουσο Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Κύριλλο Β’ (1845 – 1872) καί ἄρχισε νά λειτουργεῖ τό 1855, μέ πρῶτο Σχολάρχη τόν λόγιο Διονύσιο Κλεόπα (ἔπειτα Καθηγητή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί Διευθυντή τῆς Ριζαρείου Σχολῆς). Προηγουμένως, ἀπό τό 1788 – 1808 λειτουργοῦσε στά Ἱεροσόλυμα ἡ Πατριαρχική Σχολή, τῆς ὁποίας χρημάτισε Σχολάρχης ὁ διαπρεπής λόγιος Ἰάκωβος ὁ Πάτμιος.
Στή σχολή φοίτησε ἐπί πενταετία (1880 – 1886) καί εἶχε συσπουδαστές τούς μετέπειτα Οἰκουμενιστές καί καινοτόμους Ἱεράρχες Μελέτιο Μεταξάκη (ἐκτός τῶν ἄλλων καί Πατριάρχη ΚΠόλεως) καί Χρυσόστομο Παπαδόπουλο (Καθηγητή τοῦ Πανεπιστημίου καί Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν). Στή Σχολή τοῦ Σταυροῦ ὁ Γεώργιος διδάχθηκε ἐκτός τῶν θεολογικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν μαθημάτων καί πολλές τῶν θύραθεν ἐπιστημῶν, καθώς καί ξένες γλῶσσες. Παράλληλα ἀσχολήθηκε μέ τήν ἁγιογραφία, ἀξιοποιῶντας τό ἔμφυτο ταλέντο του.
Ἀπό τήν Σχολή ἀποφοίτησε τό 1885 καί χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπό τόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Νικόδημο (1883 – 1890) καί γιά ἕνα ἔτος ἐφημέρευσε στόν Πανάγιο Τάφο.
Ὅμως, «ἠνώχλει αὐτόν τό πολυθόρυβον, πολυάνθρωπον καί ἀκατάστατον Κλήρου καί λαοῦ καί οὐδόλως συνεβιβάζοντο τά ἐκ τούτων βιώματα μέ τόν ὁλοσχερῶς ἀναχωρητικόν, φιλέρημον καί προσευχητικόν χαρακτῆρα του, ἀδημόνως ἐπιποθοῦντα τήν ἡσυχίαν καί τάς κατά μόνας ἐντεύξεις καί προσομιλίας πρός τόν Οὐράνιον Πατέρα. Θιασώτης τῆς ἐρημικῆς ζωῆς, πτερούμενος ἔρωτι θεϊκῶ διά τήν τρισόλβιον μακαριότητα τῆς πλήρους ἀποταγῆς τῶν ἐγκοσμίων καί τῆς ὑποταγῆς εἰς τόν σταυρόν τῆς ἀσκήσεως, ἐτράπη ὅπου τόν κατηύθυνε τό ἄστρον τῆς ἐλπίδος, εἰς τό παμπόθητον – δηλαδή – καί τρίς εὐλογημένον Ὄρος τό Ἅγιον» (Πρωθ. Εὐγενίου, «Ματθαῖος…», σελ. 18).


Περίοδος Δεύτερη (1886 – 1926)
Ἡ μοναχική ἀφιέρωσις καί πρώτη ἄσκησις (1886 – 1910)
Φλεγόμενος ἀπό τόν πόθο τῆς ἡσυχίας καί τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως ὁ Ἱεροδιάκονος Γεώργιος, ἀνεχώρησε τήν 30η Ἀπριλίου 1886 μέ τήν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Νικοδήμου γιά τό Ἅγιο Ὄρος. Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε προσκυνηματικῶς τίς ἱστορικές Μονές καί μελέτησε τήν τάξη τους, ἀπογοητευμένος ἀπό τό ἰδιόρυθμο σύστημα πού ἐπικρατοῦσε, ἐπέλεξε τήν σκητιωτικό μοναχικό βίο. Ὑποτάχθηκε στόν ἐνάρετο καί αὐστηρό Γέροντα Νεκτάριο, τῆς Καλύβης τῶν Ἁγίων Πάντων, στή Σκήτη τῆς ἁγ. Ἄννης.
Ὁ μακάριος αὐτός Γέροντας, ἀφοῦ ἐκτίμησε τούς κόπους καί τήν ἄσκηση τοῦ νεαροῦ δοκίμου καί ἀφοῦ ἔλαβε ὑπ’ ὅψη του καί τίς γραπτές συστάσεις τοῦ Πατριάρχου Νικοδήμου, τόν χειροθέτησε Μεγαλόσχημο Μοναχό μέ τό ὄνομα Ματθαῖος, τήν 26η Σεπτεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους 1886. Ἔκτοτε ὁ Μεγαλόσχημος Ἱεροδιάκονος Ματθαῖος ἐπιδόθηκε μέ μεγαλύτερο ζῆλο στήν ἀσκητική ζωή. «Ὑπό τήν σοφήν καθοδήγησιν καί διακυβέρνησιν τοῦ Γέροντος Νεκταρίου, ὁ Μεγαλόσχημος Διάκονος Ματθαῖος ἀρχίζει τήν ἀσκητικήν του παλαίστραν, ρίπτεται μετά ζήλου εἰς τήν κάμινον τῆς ὑποταγῆς πρός ἐκκοπήν τοῦ θελήματος, ἐκ τῆς ὁποίας θά ἐξέλθη ἀργότερον μέ πυρακτωμένας τάς πνευματικάς του δυνάμεις καί μέ ὁλονέν αὐξανόμενον τόν ζῆλον τῆς πνευματικῆς τελειώσεως» (Μητροπ. Πειραιῶς καί Νήσων Νικολάου, Ὁμιλία ἐνώπιον τοῦ Ἱερατικοῦ Συνεδρίου τοῦ 1980. «Κήρυξ Γνησίων Ὀρθοδόξων», τ. 1984, σελ. 180).
Εἶναι χαρακτηριστικό ἕνα περιστατικό πού διασώθηκε ἀπό τούς ἀργότερα ὑποτακτικούς του στήν ἔρημο τοῦ Ἄθωνα, σχετικό μέ τήν αὐστηρότητα τοῦ γ. Νεκταρίου, ἀλλά καί τήν αὐταπάρνηση τοῦ δοκίμου Γεωργίου. Ὅταν ἔφυγε ἀπό τήν Κρήτη ὁ νεαρός Γεώργιος, πῆρε μαζί του σάν εὐλογία καί ἐνθύμιο ἀπό τόν Ἱερέα πατέρα του Χαράλαμπο, ἕνα χρυσό ρολόϊ τσέπης. Τό ρολόϊ αὐτό τό εἶχε πάντα πάνω του, σάν σύνδεσμο μέ τήν οἰκογένειά του τήν ὁποία ἀποχωρίστηκε τό 1876. Ὅμως ὁ Μοναχός δέν ἔχει, δέν ἐπιτρέπεται νά ἔχει δεσμούς μέ τόν κόσμο. Πρίν τήν κουρά του σέ Μεγαλόσχημο ὁ γ. Νεκτάριος τόν κάλεσε καί τόν ὑπέβαλε σέ μία μεγάλη πνευματική δοκιμασία. Τοῦ ζήτησε νά βάλει αὐτό τό ρολόϊ στό μπρούτζινο χουδί (χαβάνι) καί νά τό σπάσει!
«Γέροντα - τοῦ ἀπάντησε ὁ Διάκονος Γεώργιος – εἶναι τό μόνο πού ἔχω ἀπό τόν πατέρα μου».
«Σπᾶστο», τοῦ ζήτησε ἐπιτακτικά ὁ Γέροντας.
«Γέροντα, νά τό πάρετε ἐσεῖς;».
«Σπᾶστο», ἐπανέλαβε ὁ Γέροντας.
Ὁ Διακο-Γεώργιος σκέφθηκε λίγο καί εἶπε: «Νά εἶναι ευλογημένο, Γέροντα». Καί τό ἔσπασε! κόβοντας κάθε δεσμό μέ τόν κόσμο.
«Τώρα εἶσαι ἕτοιμος γιά μοναχός» τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας.


Ὁ «Μέγας Πνευματικός»
Μετά ἀπό πάροδο ἑπτά ἐτῶν μοναχικῆς ὑποταγῆς, τήν 26η Ἰουλίου 1893, ὁ Ἱεροδιάκονος Ματθαῖος χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στήν Ἱερά Μονή ὁσ. Γρηγορίου καί στή συνέχεια καί ἐπί πολλά χρόνια κατεστάθη Πνευματικός τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας.
Ἀπό τῆς κοιμήσεως τοῦ Γέροντός του μ. Νεκταρίου, ὁ Ἱερομ. Ματθαῖος ἐγκαταστάθηκε σέ Κάθισμα - ἐξάρτημα τῆς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας, μέ συνασκητή τόν εὐλαβέστατο μοναχό Λεόντιο, «ὀρτηρόν ἀγωνιστήν καί παλιστήν παντοίας ἐκγρατείας καί ἀρετῆς».
Ὡς Πνευματικός ἔγινε γνωστός σέ ὅλο τό Ὄρος γιά τήν βαθειά πνευματική του ἐμπειρία καί τήν μεγάλη του διάκριση. Οἱ σύγχρονοί του Ἁγιορείτες τόν ὀνόμαζαν «Μέγα Πνευματικό»! Αὐτό προκύπτει καί ἀπό «ἐξ’ ἀντιθέτων» μαρτυρίες, ἀπό μαρτυρίες, δηλαδή, ὄχι Ζηλωτῶν, ἀλλά μνημονευτῶν Ἁγιορειτῶν. Λ.χ. ὁ Ἱερομ. Ἄνθιμος Ἁγιαννανίτης, ὡς Πνευματικό τόν ἐπιγράφει, παρά τήν πικρόχολη παρουσίαση πού τοῦ κάνει, ὡς «πρωτεργάτου τοῦ σχίσματος τῶν Ζηλωτῶν Ματθαιϊκῶν» πού «δέν στέριωσε πουθενά ἐξ αἰτίας τοῦ ἐριστικοῦ του χαρακτῆρα» (Ἱερομ. Ἀνθίμου Ἁγιαννανίτη, «Ἁγία Ἄννα, τό Βῆμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους», 1986, σελ. 77). Ἀπό δέ τόν κορυφαῖο Ἁγιορείτη Μοναχό Ἀθανάσιο Λαυρεώτη (κατά κόμον Σπυρίδωνα Καμπανάο, τόν Ἰατρό) ἀποκλήθηκε «Πρύτανις τῆς Μοναχικῆς Πολιτείας»!
Ὡς Πνευματικός ὁ Ἱερομόναχος Ματθαῖος ὑπηρέτησε ἐκτός τῆς Μεγίστης Λαύρας καί στίς Μονές Διονυσίου, Σίμωνος Πέτρας καί Κωνσταμονίτου, στή Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων, κ.ἄ. περιοχές τοῦ Ἄθωνα.


Ἡ πρώτη ἔξοδος στόν κόσμο (1910 – 1912) - Ἱεραποστολή στήν Πελοπόννησο
Ὑπῆρχε συνήθεια στόν Ἑλλαδικό χῶρο (ἀλλά καί εὑρύτερα) νά καλοῦνται ἀπό μονές ἤ ἐνορίες Ἁγιορείτες Πνευματικοί, γιά τήν στήριξη καί πνευματική κατάρτηση τῶν πιστῶν Χριστιανῶν. Ἔτσι τό 1910, πιστοί ἀπό τήν περιοχή τῆς Ἀργολίδας ἀπευθύνθηκαν στήν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ζήτησαν τήν ἀποστολή Πνευματικοῦ. Τότε ἡ Κοινότητα στράφηκε στή Σιμωνόπετρα καί ζήτησε τήν ἀποστολή στήν Πελοπόννησο τοῦ ἐκεῖ ἀσκούμενου Ἱερομομάχου Ματθαίου.
Ὁ Ἅγιος Πατήρ ἔφθασε στό Ναύπλιο τήν παραμονή τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων τοῦ ἔτους 1910. Ἀμέσως τέλεσε στήν Ἁγία Μονή (Μονή Ζωοδ. Πηγῆς Πρόνοιας) ὁλονύκτιο ἀγρυπνία κατά τό Ἁγιορείτικο Τυπικό. Ὅσοι συμμετεῖχαν ἀμέσως κατάλαβαν, ὅτι μία νέα σελίδα ἄνοιγε στήν πνευματική ζωή τῆς περιοχῆς. Ἡ φήμη τοῦ νέου Πνευματικοῦ ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος διαδόθηκε ἀστραπιαία στήν Ἀργολίδα. Οἱ ἀγρυπνίες ἔγιναν συχνές, ἡ συμμετοχή τοῦ λαοῦ πολύ μεγάλη, τό κήρυγμα τοῦ Ἁγίου Πατρός πύρινο, καταλυτικό, ἀνορθωτικό τῶν ψυχῶν, ἐλεγκτικό τῶν ἁμαρτανώντων, ἀλλά καί παραμυθιτικό τῶν μετανοούντων.
Μέ κέντρο τήν Ἁγία Μονή τοῦ Ναυπλίου ὁ Ἅγιος Πατήρ περιώδευσε ὅλη τήν Πελοπόννησο, μέχρι Λακωνίας καί Σπάρτης. Τότε γνωρίστηκε μέ δύο μεγάλες πνευματικές προσωπικότητες τῆς περιοχῆς καί τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποίες μέσῳ τοῦ προσώπου του συνδέθηκαν ἀργότερα μέ τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος: Τόν ἀρχιμ. Βίκτωρα Μπουλοῦκο καί τήν Ἡγουμένη τῆς ἱστορικῆς Μονῆς Παντανάσσης Μυστρᾶ Γερόντισσα Παϊσία Γιατρά-κου (+ 1945).
ἀρχιμ. Βίκτωρ Μπουλοῦκος ἦταν Λάκωνας στήν καταγωγή, λόγιος καί ἀξιόλογος κληρικός. Μέχρι τό 1935 μόναζε στήν ἱστορική Μονή Τιμίου Προδρόμου στό Καστρί Κυνουρίας. Εἶχε πολλά πνευματικά ἐνδιαφέροντα καί εἶχε δημιουργήσει κύκλους γιά τήν καλλιέργεια καί διάδοση τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί τῆς νοερᾶς προσευχῆς – εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ. Ἀκόμη εἶχε συνδεθεῖ πνευματικά μέ τίς ἀδελφές Παϊσία καί Εὐσεβία Γιατράκου (κόρες τοῦ ἥρωα τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 Στρατηγοῦ Γιατράκου), οἱ ὁποῖες ἀπό τό 1888 μόναζαν στήν ἱστορική Μονή Παντανάσσης Μυστρᾶ (πιθανῶς νά ἦταν ὁ Πνευματικός τῆς Μονῆς). Μέσῳ τῶν δύο αὐτῶν ζηλωτριῶν μοναζουσῶν γνώρισε τό 1910 τόν Ἱερομ. Ματθαῖο καί κυριολεκτικῶς γοητεύθηκε ἀπό τήν προσωπικότητά του. Ὅταν τό 1935 - μέ τήν ἐπιστροφή στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῶν Μητροπολιτῶν Δημητριάδος Γερμανοῦ, πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί Ζακύνθου Χρυσοστόμου - ὁ Ἱερομ. Ματθαῖος χειροτο-νήθηκε Ἐπίσκοπος Βρεσθένης, ὁ π. Βίκτωρ προσχώρησε στή δικαιοδοσία του καί ἐγκατέλειψε τήν μονή του. Ἀρχικά θέλησε νά ἐγκαταβιώσει στό Μυστρᾶ, κοντά στήν ἀγαπητή του ἀδελφότητα τῆς Παντάνασσας, ἀλλά προσέκρουσε στήν Ἀρχαιολογική Ὑπηρεσία. Ἔτσι ἐντάχθηκε στήν νεοσύστατη (1934) ἀνδρική μονή τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου (Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ), τῆς ὁποίας ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία. Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1941. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἡ μονή ἀριθμοῦσε 70 πατέρες!
Γερόντισσα Παϊσία Γιατράκου ἦταν κόρη τοῦ ἥρωα τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 Στρατηγοῦ Γιατράκου καί τῆς εὐλαβεστάτης Πηγῆς (ἔπειτα Γεροντίσσης Παναρέτης), ἡ ὁποία μόνασε τό 1888 στή Μονή Παντανάσσης μαζί μέ τίς δύο κόρες της (ἔπειτα μοναχές Παϊσία καί Εὐσεβία).
Ἐπί τῶν ἡμερῶν τῶν ἀδελφῶν Γιατράκου, ἡ Παντάνασσα καί ὁ Μυστρᾶς γενικότερα τράβηξαν τό ἐνδιαφέρον ἐπιφανῶν ἐκπροσώπων τῶν Γραμμάτων, τῶν Τεχνῶν καί τῆς Πολιτικῆς, Ἑλλήνων καί ξένων, ἀλλά καί ἐκκλησιαστικῶν προσωπικοτήτων (ὁ Γαβριήλ Millet φωτογραφίζει τά μνημεῖα, ἡ S. Dufrenne μελετᾶ τά εἰκονογραφικά προγράμματα, ὁ Μητροπολίτης Θεόκλητος Μηνόπουλος διενεργεῖ τήν πρώτη ἀνεπίσημη ἀνασκαφή, ὁ Νίκος Καζαντζάκης φθάνει προσκυνητής, ὁ Φώτης Κόντογλου ἐργάζεται γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν τοιχογραφιῶν, ὁ Ὀρλάνδος συνεχίζει τίς ἀναστηλώσεις πού εἶχε ἀρχίσει ὁ Ἀδαμαντίου τό 1907 - 1910, ὁ Ζησίου δημοσιεύει τίς ἐπιγραφές, οἱ Ν. Βέης, Ἀ. Ξυγγόπουλος, Δ. Ζακυνθινός, Μαρία Σωτηρίου, Ἐμμ. Χατζηδάκης κ.ἄ. μελετοῦν τά μνημεῖα καί γράφουν γι’ αὐτά).
Ἀκόμη, ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰ. μέχρι καί τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ἐπισκέφθηκαν τήν Παντάνασσα μεγάλες προσωπικότητες τῆς Πολιτικῆς. Τό 1909 ἡ Βασίλισσα Ὄλγα μέ τόν Διάδοχο Κωνσταντῖνο. Ἀργότερα ὁ Βασιλεύς Γεώργιος Β’ μέ τήν Ρουμανίδα σύζυγό του (κατά τόν Νικ. Γεωργιάδη, Πρόεδρο τῆς Πνευματικῆς Ἑστίας Σπάρτης, πρέπει νά ἦταν ἀμέσως μετά τόν θάνατο τοῦ Βασιλέως Ἀλεξάνδρου, διότι ὁ Γεώργιος - ὅπως φαίνεται σέ φωτογραφία τῆς ἐποχῆς – φέρει ἕνα φαρδύ περιβραχιόνιο πένθος). Τό 1928 ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Τό 1937 πάλι ὁ Γεώργιος Β’ καί τό 1939 ὁ Διάδοχος Παῦλος μέ τήν Φρειδερίκη. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι τήν Παντάνασσα ἐπισκέφθηκε καί ὁ ἐκ τῶν Ἡγετῶν τοῦ Ναζισμοῦ Γκαίμπλς.
Μέχρι τό 1940 ὁ Δῆμος Σπαρτιατῶν συνήθιζε νά παραθέτει τό ἐπίσημο πρός τιμήν τῶν ὑψηλῶν ἐπισκεπτῶν γεῦμα, στή στοά τῆς Παντανάσσης.
Μέ τήν Μονή Παντανάσσης καί τίς ἀδελφές Γιατράκου ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος συνδέθηκε τό 1910, κατά τήν διάρκεια τῆς πρώτης ἱεραποστολικῆς περιοδείας του στήν Πελοπόννησο. Στό Μυστρᾶ, γοητευμένος ἀπό τίς φυσικές καλλονές, τήν ἱστορικότητα τοῦ τόπου, τίς καταπληκτικές Βυζαντινές ἐκκλησίες καί - στό πρόσωπο τῆς γ. Παϊσίας καί τῆς ἀδελφότητας τῆς Παντάνασσας - μέ τό πνευματικό του ἄρωμα καί τήν διαχρονική του ἀκτινοβολία, σκέφθηκε νά ἱδρύσει γυναικεία μονή, μέ κέντρο τόν ναό τοῦ ἁγ. Νικολάου. Ἡ ἐκτέλεση τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς προσέκρουσε στήν ἀρχαιολογική σημασία τοῦ χώρου (τό 1922 ὁ Μυστρᾶς ἀνακηρύχθηκε ἐπίσημα ἀρχαιολογικός χῶρος).
Τό πλέον σημαντικό γεγονός τῆς ἡγουμενίας τῆς γ. Παϊσίας ἦταν ἡ μή συμμόρφωση τῆς Μονῆς Παντανάσσης μέ τήν ἡμερολογιακή ἀλλαγή τοῦ 1924. Ἡ πνευματική σχέση καί σύνδεση τῆς ἀδελφότητος μέ τόν Ἱερομ. Ματθαῖο, εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τήν ἐμμονή της στήν ἑορτολογική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ Γερόντισσα Παϊσία κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1945, μετά ἀπό ἡγουμενία 50 ἐτῶν! καί ἐνταφιάστηκε στή μονή της.


Ἡ γνωριμία μέ τόν ἅγ. Νεκτάριο ἐπ. Πενταπόλεως – Ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου
Τό 1910 καί ἐνῶ ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος περιώδευε ἱεραποστολικῶς τήν Πελοπόννησο, πληροφορήθηκε γιά τόν αὐτοεξόριστο στήν Ἑλλάδα Μητροπ. Πενταπόλεως Νεκτάριο (τοῦ κλίματος τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας), τότε Διευθυντή τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς τοῦ ὁποίου ἡ φήμη τῆς ἁγιότητος ἦταν εὑρύτατα διαδεδομένη. Οἱ δύο ἄνδρες συνδέθηκαν ἔκτοτε μέ πνευματική φιλία, μεταξύ τους δέ ὑπῆρξε καί ἀλληλογραφία. Μάλιστα ὁ ἅγ. Νεκτάριος, ἐκτιμήσας τόν χαρακτῆρα του, τόν χειροθέτησε Ἀρχιμανδρίτη καί τοῦ χάρισε ἕνα ἐπιγονάτιό του (σήμερα φυλάσσεται στό Δεσποτικό τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας).
Ἕνα χαρακτηριστικό τοῦ βίου τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου εἶναι, ὅτι ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἐφλέγετο ἀπό τόν πόθο τοῦ μαρτυρίου ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Πίστεώς Του. Τόν μαρτυρικό του ζῆλο ἐξέθρεψε ἀφ’ ἑνός μέν ἡ μελέτη τῶν συναξαρίων τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καί Νεομαρτύρων (ἡ ὁποῖα ἤδη ἀπό τήν παραμονή του στή Μονή Χρυσοπηγῆς ἦταν καθημερινό του ἐντρύφημα), ἀφ’ ἑτέρου δέ ἡ θυσιαστική διάθεση ὑπέρ τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως καί τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος τῶν ὑποδούλων στούς Τούρκους συμπατριωτῶν του Κρητῶν.
Σέ ἐποχές ἱστορικά κοντινές μέ ἐκείνη τῆς παιδικῆς τοῦ νεαροῦ Γεωργίου, πολλοί Κρητικοί εἶχαν θυσιαστεῖ στό βωμό τῆς μανίας τῶν Ὀθωμανῶν κατά τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως. Ἀμέσως μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, εἶχαν τελειωθεῖ μαρτυρικά στό Ρέθυμνο οἱ Ἅγιοι 4 Νεομάρτυρες Ἀγγελῆς, Γεώργιος, Μανουήλ καί Νικόλαος, πρώην κρυπτοχριστιανοί ἀπό τό χωριό Μέλαμπες Ἀμαρίου (+ 1924, 28η Ὀκτωβρίου). Καί τό 1866, ἐνῶ ὁ Γεώργιος ἦταν στήν τρυφερή ἡλικία τῶν 6 ἐτῶν, τήν Κρήτη συγκλόνισε ἡ μεγάλη Ἐπανάσταση τοῦ 1866, μία σελίδα τῆς ὁποίας ἦταν καί τό φοβερό μαρτύριο τοῦ ἁγ. Νεομάρτυρος Γεωργίου ἀπό τόν Ἀλικιανό Κυδωνίας, μία περιοχή κοντινή στήν ἰδιαιτέρα του πατρίδα καί πολύ κοντινή στή Μονή τῆς Χρυσοπηγῆς.
Ἀργότερα στούς Ἁγίους Τόπους ὁ πόθος του γιά τό μαρτύριο θά γιγαντωθεῖ ἀκόμη περισσότερο. Ἡ Παλαιστίνη, σάν γεωγραφικός καί ἱστορικός χῶρος ἀθλήσεως πολλῶν παλαιῶν καί νέων Μαρτύρων, ἄσκησε στήν ψυχή του ἰσχυρή πνευματική γοητεία. Λ.χ. στή Μονή Τιμίου Προδρόμου Ἱεροσολύμων φυλάσσονταν τά Λείψανα τοῦ ἁγ. Νεομ. Παναγιώτου τοῦ Πελοποννησίου, ὁ ὁποῖος εἶχε μαρτυρήσει τό 1820 καί ἡ μνήμη τῆς θυσίας του ἦταν σχετικά νωπή.
Ὁ πόθος τοῦ Μαρτυρίου, λοιπόν, κατέκαιε τήν ψυχή τοῦ Ἱερομ. Ματθαίου. Ἔχει μάλιστα ἀποτυπωθεῖ καί γραπτῶς στό ἐξώφυλλο ἑνός βιβλίου πού ἔφερε μαζί του τό 1911 ἀπό τήν Μονή ἁγ. Αἰκατερίνης Σινᾶ (κατά τό δεύτερο προσκύνημά του στούς Ἁγίους Τόπους). «Ἀξίωσέ με, Ἁγία Αἰκατερίνη - γράφει – νά μαρτυρήσω καί γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ τό αἷμα μου νά χύσω, τό αἷμα καί τό σῶμα μου ὅμως παραναλώσω».
Τό 1910, ἔτος γνωριμίας του μέ τόν ἅγ. Νεκτάριο Πενταπόλεως, ὁ Ἱερομόναχος Ματθαῖος θέτει τό θέμα τοῦ πόθου του γιά μαρτύριο στήν κρίση τοῦ μεγάλου Ἱεράρχου Νεκταρίου καί ὁ ταπεινός Ἅγιος ἀντί νά ἐκφέρει δική του γνώμη, τόν προτρέπει νά μήν κάνει τίποτα πρίν συμβουλευθεῖ διακριτικούς πατέρες! «Πανοσιολογιώτατε πάτερ Ματθαῖε - γράφει σέ ἐπιστολή του τῆς 8ης Νοεμβρίου 1910– καθῆκον μου θεωρῶν νά δώσω ὑμῖν τήν ἐξῆς συμβουλήν, ὡς πρός τό διαφλέγον τήν καρδίαν σου ζήτημα τοῦ μαρτυρίου. Σᾶς συμβουλεύω, πρίν λάβετε συμβουλάς ἐναρέτων Πατέρων, νά μή μεταβῆτε πρός ἀναζήτησιν μαρτυρίου. Εὔχομαι ὅμως ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς, ὑπ’ Οὗ τήν ψυχήν σου τίθεις, νά σέ διαφυλάττη, νά σέ καθοδηγῆ καί διαφωτίζη».
Χαρακτηριστική ἡ ὑψοποιός ταπείνωσις καί τῶν δύο ἁγίων ἀνδρῶν. Ὁ Ἱερομόναχος Ματθαῖος, ἤδη ὥριμος πνευματικά, δέν βασίζεται στή γνώμη του, ἀλλά ταπεινώνεται ἐνώπιον τοῦ μεγάλου ἁγ. Νεκταρίου. Καί ὁ ἐξόριστος Ἱεράρχης Νεκτάριος δέν δίδει γνώμη, ἀλλά παραπέμπει στή γνώμη «ἐναρέτων Πατέρων»!

Δεύτερο Προσκύνημα στούς Ἁγίους Τόπους (1911 – 1912)
Τό ἱεραποστολικό ἔργο τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου στήν Πελοπόννησο, διέκοψε ἡ κακή διάθεση κάποιων Ἱερέων τῆς περιοχῆς τοῦ Ναυπλίου, οἱ ὁποῖοι δέν «ἔβλεπαν μέ καλό μάτι» τήν δραστηριοποίηση τοῦ Ἁγίου Πατρός στήν Ἁγία Μονή καί τήν ἀθρόα προσέλευση τοῦ λαοῦ πρός αὐτόν. Ἔτσι, τόν συκοφάντησαν στόν Ἐπίσκοπο Ἀργολίδος καί Κορινθίας Νίκανδρο, ὁ ὁποῖος καί διέταξε τήν ἐπιστροφή του στό Ἅγιο Ὄρος. Ὅμως στήν ψυχή τοῦ Ἁγίου Πατρός ἡ Ἁγία Μονή εἶχε θέσει τήν σφραγίδα της. Δέν τήν λησμόνησε ποτέ. Ὅταν πλέον βγῆκε στόν κόσμο ὁριστικά (τό 1926), τήν ἐπισκέφθηκε καί πάλι καί θέλησε νά ἱδρύσει ἐκεῖ τήν μονή του, ἀλλά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν ἄλλο, νά ἱδρυθεῖ στήν Κερατέα τῆς Ἀττικῆς. Τίς ἐπισκέψεις του στήν περιοχή ἔμεινε νά θυμίζει τό Μετόχιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου στόν λόφο τῆς Πρόνοιας, ὅπου ἀφιέρωσε δύο εἰκόνες του, μία τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου καί μία τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, τίς ὁποίες ὑπέγραψε ὡς «Ματθαῖος Ἱερομόναχος Ἁγιορείτης 1910».
Πρίν ἐπιστρέψει στόν Ἄθωνα ὁ Ἅγιος Πατήρ, πραγματοποίησε τήν δεύτερη (καί τελευταῖα) προσκυνηματική του ἐπίσκεψη στούς Ἁγίους Τόπους, ἡ ὁποία ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 1911, μέχρι τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1912. Τήν πρώτη φορά εἶχε ἐπισκεφθεῖ τήν Παλαιστίνη μέσῳ Ἀλεξανδρείας τῆς Αἰγύπτου. Τήν φορά αὐτή συμπεριέλαβε στό προσκύνημά του τήν ΚΠολη καί τήν Σμύρνη.
Στήν ΚΠολη, πρίν ἀπό κάθε ἄλλη δραστηριότητα, προσῆλθε στά Πατριαρχεῖα γιά νά πάρει τήν εὐλογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰωακείμ Γ’, τόν ὁποῖο εἶχε γνωρίσει ἐξόριστο στό Μυλοπόταμο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τό 1900. Ὁ Ἰωακείμ δέχθηκε μέ πολύ ἀγάπη καί πατρικό ἐνδιαφέρον τόν μεγάλο Ἁγιορείτη Πνευματικό (τοῦ ὁποίου ἡ φήμη πρό πολλοῦ εἶχε ἐξέλθει τοῦ Ἄθωνος) καί τοῦ ἔδωσε εὐλογία νά ἐξομολογεῖ καί νά κηρύττει ἐντός τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου.
Στή Σμύρνη, «τήν ὡραίαν τῆς Ἰωνίας πρωτεύουσσαν, γνωρίζει ἄνδρα περιφανῆ καί ἐθνοπρεπέστατον, τόν Μητροπολίτην Σμύρνης Χρυσόστομον Καλαφάτην». Κατά τήν διάρκεια τῆς πρώτης ἐξόδου του στόν κόσμο, τό 1911 καί γιά 14 μῆνες, ἐπισκέφθηκε καί πάλι τά Πανάγια Προσκυνήματα τῆς Παλαιστίνης. Κατά τήν ἐκεῖ παραμονή του ἐγκαταστάθηκε στήν ἱστορική Λαύρα τοῦ ἁγ. Σάββα, τῆς ὁποῖας μελέτησε τό Τυπικό, τό ὁποῖο ἀργότερα καθιέρωσε στίς μονές του.
Στό Ἅγιο Ὄρος ἐπέστρεψε τό 1912 καί ἐγκαταβίωσε σέ κελλί τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας (12η Σεπτεμβρίου 1912), ὅπου πρόσθεσε ἄσκηση ἐπί τῆς ἀσκήσεως, προσευχή ἐπί τῆς προσευχῆς, νηστεία ἐπί τῆς νηστείας καί ἀσκλητικούς ἀγώνες ἐπί τῶν ἀγώνων καί κατέστη δοχεῖο τῆς Χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
Γιά τήν ἀρετή του τό 1916 ψηφίσθηκε Προϊστάμενος τοῦ Μετοχίου τῆς Ἀναλήψεως Βύρωνος, μέσῳ τοῦ ὁποίου μεταλαμπάδευσε τό πνευματικό ἰδεῶδες τοῦ Ἁγίου Ὄρους στήν Ἀθήνα. Ὁ πύρινος ζῆλος του καί ὁ χαρισματικός λόγος του σαγήνευσαν ψυχές καί τίς ὁδήγησαν στόν Χριστό. Οἱ ἀγρυπνίες στό μετόχι ἔμειναν ἱστορικές. Τότε δημιουργήθηκε γύρω του μία μικρή συνοδεία φιλομονάχων ψυχῶν, ἀνδρῶν - ὅπως τοῦ Σπυρίδωνος Λιγνοῦ (ἔπειτα ὑποτακτικοῦ του στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί Ἐπισκόπου Βρεσθένης Ματθαίου Β’) - ἀλλά καί γυναικῶν - ὅπως τῆς Μαρίνας Σουλακιώτου (ἔπειτα Ἡγουμένης Μαριάμ), τῆς Εἰρήνης Μενδρινοῦ (ἔπειτα ἡγουμένης Εὐφροσύνης), κ. ἄ., οἱ ὁποίες ἀργότερα ἀποτέλεσαν τόν πυρήνα τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας (1927).
Τό ἔτος 1920 καί ἐνῶ ἐφημέρευε στήν Ἀνάληψη τοῦ Παγκρατίου, ἐπισκέφθηκε γιά πρώτη (μετά τήν ἀναχώρησή του τό 1877) καί τελευταῖα φορά τήν ἰδιαιτέρα του πατρίδα Κρήτη. Τότε ἐπισκέφθηκε προσκυνηματικῶς τίς περισσότερες μονές, μέ πρώτη τήν «πνευματική του μητέρα», τήν Μονή Χρυσοπηγῆς Χανίων. Κατά τό προσκύνημά του αὐτό ζωηρή ἐντύπωση τοῦ προκάλεσε τό σπήλαιο τοῦ Ἀζωγυρέ Σελίνου, στό ὁποῖο ἀσκήθηκαν καί τελειώθηκαν ὁσιακά οἱ Ὅσιοι 99 Πατέρες Κρήτης (πλήν τοῦ ὁσ. Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος ἀσκήθηκε καί τελειώθηκε στό σπήλαιο τοῦ Καθολικοῦ, στό Ἀκρωτήρι Χανίων). Ἔκτοτε ὁ Ἅγιος Πατήρ ἔτρεφε μεγάλη εὐλάβεια στούς Ἁγίους αὐτούς, ὅταν δέ ἵδρυσε τήν ἀνδρική του μονή (τό 1934 στήν Κρόνιζα Κουβαρᾶ Ἀττικῆς), ἤθελε νά τήν οἰκοδομήσει σέ σχῆμα τετραγώνου, μέ πλευρά 99 Χ 99 μέτρων, πρός τιμήν τῶν 99 αὐτῶν Ὁσίων Πατέρων. Ὅμως ἡ μορφολογία τοῦ ἐδάφους δέν ἐπέτρεψε τό ἐγχείρημα καί ἡ μονή οἰκοδομήθηκε μετά τήν κοίμησή του μέ διαστάσεις 70 Χ 70 μέτρα. Πάντως τό πρῶτο Παρεκκλήσιό της (τῶν χειρινῶν Ἀκολουθιῶν τῆς ἀδελφότητος), ἀφιερώθηκε στή μνήμη τῶν Ὁσίων 99 Πατέρων. Στό Παρεκκλήσιο αὐτό βρίσκεται ἀποθησαυρισμένη μεγάλη εἰκόνα τῶν Ἁγίων, ἔργο καί ἀφιέρωμα τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου.


Ἡ ἐξορία στή Μονή Ζερμπίτσας Σπάρτης (1922)
Ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος συνδέεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου Β’ μέ δύο τουλάχιστον περιστατικά. Τό πρῶτο εἶναι ἡ ἐξορία του ἐπειδή ἔλεγξε τόν ἐκκλησιαστικῶς παράνομο γάμο του μέ τήν Πριγκίπισσα τῆς Ρουμανίας Ἐλισσάβετ καί τό δεύτερο ἡ προφητεία του γιά τό μέλλον τοῦ Γεωργίου ὡς Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος, ἐνῶ ἦταν ἐξόριστος στό Λονδίνο κατά τήν Γερμανοϊταλική Κατοχή.
Τήν 27η Φεβρουαρίου 1921 τελέστηκαν στήν Ἀθήνα οἱ διπλοί γάμοι τῶν Διαδόχων τῶν Θρόνων Ἑλλάδος καί Ρουμανίας, Πριγκίπων Γεωργίου (ἔπειτα Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου Β’) καί Καρόλου (ἔπειτα Βασιλέως τῆς Ρουμανίας Καρόλου Β’). Οἱ δύο Πρίγκιπες νυμφεύθηκαν ἀντιστοίχως τίς ἀδελφές τους, ὁ μέν Γεώργιος τήν ἀδελφή τοῦ Καρόλου Πριγκίπισσα Ἐλισσάβετ τῆς Ρουμανίας (1894 – 1956), ὁ δέ Κάρολος τήν ἀδελφή τοῦ Γεωργίου Πριγκίπισσα Ἑλένη τῆς Ἑλλάδος (1896 - 1982).
Ὁ γάμος τοῦ Ἕλληνα Διαδόχου ἦταν παράνομος ἀπό ἐκκλησιαστικῆς πλευρᾶς καί ὁ Ἅγιος Πατέρας ἄσκησε κριτική, τόσο δημόσια, ὅσο καί προσωπική. Σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τοῦ Ἐπισκόπου Γαλακτίωνος, ἐπισκέφθηκε τόν Βασιλέα Κωνσταντίνο Α’ καί τοῦ ἐπέστησε τήν προσοχή. «Καί ἐσένα θά διώξουν - τοῦ εἶπε – καί τά παιδιά δέν θά προκόψουν»!
Σέ ὅτι ἀφορᾶ τό πρῶτο σκέλος τῆς προρρήσεως, μετά τήν Μικρασιατική Καταστροφή, τήν 11η Σεπτεμβρίου 1922 ἐκδηλώθηκε τό Κίνημα τῶν Νικ. Πλαστήρα – Στυλ. Γονατᾶ καί ὁ Βαλιλεύς Κωνσταντῖνος ὑποχρεώθηκε σέ παραίτηση (τήν 27η Σεπτεμβρίου) καί ἐγκατέλειψε τήν Ἑλλάδα. Τόν διαδέχθηκε ὁ Πρίγκιπας Γεώργιος ὡς Βασιλεύς Γεώργιος Β’.
Σέ ὅτι ἀφορᾶ τό δεύτερο μέρος τῆς προρρήσεως τοῦ Ἁγίου Πατρός, «τά παιδιά δέν πρόκοψαν» καί οἱ γάμοι τους δέν εὐλογήθηκαν. Στή Ρουμανία, τό μόνο θετικό ἀπό τόν γάμο τοῦ Καρόλου καί τῆς Ἑλένης ἦταν ἡ γέννηση τοῦ ἔπειτα Βασιλέως Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος τό 1927, σέ ἡλικία 6 ἐτῶν, διαδέχθηκε τόν παππού του Βασιλέα Φερδινάνδο, ἐπειδή ὁ πατέρας του Κάρολος εἶχε ἐρωτευθεῖ μία Ρουμάνα καί εἶχε πάει νά ζήσει μαζί της στό Παρίσι, ἐγκαταλείποντας τήν σύζυγό του Ἑλένη καί παραιτούμενος ἀπό τά διακιώματά του στόν Ρουμανικό Θρόνο!
Στήν Ἑλλάδα ἀπό τόν γάμο τοῦ Γεωργίου Β’ μέ τήν Ἐλισσάβετ δέν γεννήθηκαν παιδιά καί ἡ ἀτεκνία σφράγισε τήν ἀποτυχία τῆς συζυγικῆς τους ζωῆς. Ἡ δεύτερη ἐξορία ἔδωσε στόν Γεώργιο τήν εὐκαιρία νά γνωρίσει τήν γυναῖκα τῆς ζωῆς του, μία Ἀγγλίδα ἀγνώστων στοιχείων πού ἔμεινε ἐρωμένη του μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του. Τελικά τόν Ἰούλιο τοῦ 1935, ἕξι μῆνες μετά τήν παλινόρθωση τῆς Μοναρχίας στήν Ἑλλάδα καί τήν ἐπιστροφή τοῦ Γεωργίου, ἡ Βασίλισσα Ἐλισσάβετ κατέθεσε αἴτηση διαζυγίου καί ἡ ἴδια συνδέθηκε μέ ἕναν Ἕλληνα ἐπιχειρηματία!, μέ τόν ὁποῖο ἐγκαταστάθηκε στή Ρουμανία. Μετά τό τέλος τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου καί τήν κατάργηση τῆς Μοναρχίας στή Ρουμανία, ἡ τ. Βασίλισσα τῆς Ἑλλάδος ἐγκατέλειψε τήν πατρίδα της καί τόν ἐραστή της Ἕλληνα ἐπιχειρηματία καί κατέφυγε στή Γαλλία. Ἐκεῖ ἐρωτεύθηκε ἕναν Γάλλο νεαρῆς ἡλικίας, τόν ὁποῖο υἱοθέτησε στά 60 της χρόνια, λίγο πρίν πεθάνει στίς Κάννες, τό 1947! (Ἕξι μῆνες ἀργότερα ἀπεβίωσε καί ὁ Γεώργιος Β’ στήν Ἑλλάδα, ἀπό συγκοπή καρδιᾶς).
Ἡ κριτική κατά τῶν Πριγκιπικῶν Γάμων εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τήν ἐξορία τοῦ Ἁγίου Πατρός τό 1922, στήν Ἱερά Μονή Ζερμπίτσας Σπάρτης. Ἀνακτορικοί κύκλοι χρησιμοποίησαν ζηλόφθονους Ἱερεῖς καί διέβαλαν τόν ἀρχιμ. Ματθαῖο στόν τότε Μητροπ. Ἀθηνῶν Θεόκλητο (Μηνόπουλο), ὡς δῆθεν ἀναρχικό! Ὁ μακάριος ὅμως ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, εἶδε καί τήν ἐξορία σάν εὐκαιρία ἱεραποστολικῆς ἐργασίας. Ἔτσι χρησιμοποίησε τήν Μονή Ζερμπίτσας σάν κέντρο τῆς ἱεραποστολῆς του στήν Πελοπόννησο.
Ἡ γειτνίαση τῆς Μονῆς Ζερμπίτσας μέ τήν Μονή Παντανάσσης Μυστρᾶ, ἔδωσε στόν Ἅγιο Πατέρα τήν εὐκαιρία τῆς ἄμεσης ἐπαφῆς μέ τήν ἐκλεκτή ἀδελφότητα τῆς Παντάνασσας καί τίς ἀδελφές μοναχές Γιατράκου, Ἡγουμένη Παϊσία καί Μοναχή Εὐσεβία. Γιά δεύτερη φορά σκέφθηκε νά ἱδρύσει μονή στό Μυστρᾶ, μέ κέντρο τόν Ναό τοῦ ἁγ. Νικολάου, ἀλλά καί πάλι ἐμποδίσθηκε ἀπό τήν ἀρχαιολογική σημασία τοῦ χώρου (τό ἴδιο ἔτος 1922 ὁ Μυστρᾶς ἀνακηρύχθηκε ἀρχαιολογικός χῶρος).
Σχετικό μέ τόν Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο καί τόν Βασιλέα Γεώργιο Β’ εἶναι καί τό ἀκόλουθο περιστατικό, γνωστό σάν «Ἐπεισόδιο Δίελλα». Τό περιστατικό δημοσιοποιήθηκε ἀπό τόν Δημοσιογράφο Παναγιώτη Σιφναῖο, τότε Διευθυντή τοῦ Ἐθνικοῦ Ἱδρύματος Ραδιοφωνίας. Σ’ αὐτό ἐμπλέκονται ὁ Βασιλεύς Γεώργιος Β’, ὁ πρώην Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρύσανθος καί οἱ πρώην Πρωθυπουργοί Ἐμμ. Τσουδερός καί Σπ. Μαρκεζίνης.
Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1946 καί ἐνῶ ὁ Γεώργιος ἦταν στό Λονδίνο, μία νεαρή γυναῖκα περίπου 30 ἐτῶν, ὀνόματι Ἕλλη Δίελλα, ἐπισκέφθηκε τόν Παναγιώτη Σιφναῖο καί τοῦ δήλωσε, ὅτι ἦταν ἀπεσταλμένη μιᾶς προορατικῆς Γερόντισσας, ὀνόματι Δέσποινας. Ἡ γ. Δέσποινα (γιά τήν ὁποία δέν ὑπάρχουν ἐπί τοῦ παρόντος ἄλλα στοιχεῖα), ἐπέμενε πώς εἶχε ἕνα μήνυμα γιά τόν ἐξόριστο Βασιλέα. Ὁ Π. Σιφναῖος πράγματι τήν ἐπισκέφθηκε καί ἀπό τό σπίτι της εἶδε νά βγαίνει ὁ γνωστός βιομήχανος Μποδοσάκης - Ἀθανασιάδης. Τό μήνυμα τῆς Γερόντισσας πρός τόν Γεώργιο (τό ὁποῖο ὁ Σιφναῖος διαβίβασε στό Λονδίνο μέσῳ τοῦ Ραούλ Ρωσέτη), ἦταν τό ἀκόλουθο: «Ἡ Παναγία θέλει νά διαβιβάσεις ἐσύ τό μήνυμα πού θά σοῦ πῶ στόν Βασιλέα. Ὁ Βασιλεύς θά ἐπανέλθει στήν Ἑλλάδα, πρίν ἀποβιβαστεῖ ὅμως στήν Ἀθῆνα, πρέπει ἀπαραίτητα νά περάσει ἀπό τήν Τῆνο καί νά προσκυνήσει τήν Μεγαλόχαρη. Ἄν παραλείψει νά τό κάνει, θά πεθάνει ἕξη μῆνες μετά τήν ἐπιστροφή του»!!!
Ὁ Π. Σιφναῖος ἀφοῦ μετέφερε τό μήνυμα, ἐπισκέφθηκε γιά δεύτερη φορά τήν γ. Δέσποινα στό σπίτι της καί ἐκείνη τοῦ ἔδειξε μία εἰκόνα, δῶρο τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ Ἐμμ. Τσουδεροῦ. Διερευνόντας ὁ Σιφναῖος τήν ὑπόθεση διαπίστωσε, ὅτι σύμφωνα μέ μαρτυρία τοῦ Τσουδεροῦ στόν Σπ. Μαρκεζίνη, ὅταν κατά τήν δικτατορία τοῦ Μεταξᾶ καί ἐνῶ ἦταν σέ κατ’ οἶκον περιορισμό στό σπίτι του στήν Ἐκάλη, τόν ἐπισκέφθηκε ἡ γ. Δέσποινα καί τοῦ προφήτευσε, ὅτι «θά γίνει Πρωθυπουργός στό ἐξωτερικό»! Ὁ Πρωθυπουργός τῆς ἀπάντησε, ὅτι προφανῶς ἐννοοῦσε ὅτι θά γίνει Ὑπουργός Ἐξωτερικῶν, ἀλλά ἐκείνη ἐπέμενε, ὅτι θά γίνει Πρωθυπουργός στό ἐξωτερικό. Ὁ Τσουδερός ἔγινε Πρωθυπουργός τῆς Ἑλλάδος (μετά ἀπό πρόταση τοῦ Βασιλέως Γεωργίου Β’), τήν 21η Ἀπριλίου 1941, σέ διαδοχή τοῦ Ἀλεξάνδρου Κορυζή, ὁ ὁποῖος εἶχε αὐτοκτονήσει τρεῖς ἡμέρες νωρίτερα. Τήν 23η Ἀπριλίου μετέφερε τήν Κυβέρνησή του στήν Κρήτη καί ἀπό ἐκεῖ (ἕνα μῆνα ἀργότερα) στήν Αἴγυπτο. Στήν πρωθυπουργία ἔμεινε μέχρι τό 1944. Μετά τήν ἀπελευθέρωση ἐπιστρέφοντας στήν Ἐλλάδα, σέ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης πρός τήν γ. Δέσποινα γιά τήν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας της, τῆς ἔστειλε δῶρο μία εἰκόνα!
Ἐκτός ἀπό τόν Π. Σιφναῖο ἡ γ. Δέσποινα συναντήθηκε γιά τό ἴδιο θέμα καί μέ τόν πρώην Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρύσανθο (τόν ἀπό Τραπεζοῦντος) καί τοῦ ζήτησε ἐπίσης νά μεταφέρει τό μήνυμα στόν ἐξόριστο Βασιλέα. Ὁ Χρύσανθος, ἤδη ἐκθρονισμένος ἀπό τήν περί τόν Ἀρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό Παπανδρέου ἀρχιερατική ὁμάδα, προτίμησε νά μήν ἀναμιχθεῖ, ἀλλά συνέστησε στόν Σπ. Μαρκεζίνη νά φροντίσει νά μεταβεῖ ἡ ἴδια ἡ Δίελλα στό Λονδίνο καί νά ἐνημερώσει προσωπικά τόν Γεώργιο. Ἡ Δίελλα πράγματι πῆγε στήν Ἀγγλία μέ στρατιωτική ἀεροσκάφος, ἀλλά σύμφωνα μέ τόν Ρ. Ρωσέτη, ὁ Γεώργιος «δέν ἔδωσε σημασία»!
Στή συνέχεια τῆς ἱστορίας ἡ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων ἀπέδειξε, ὅτι ἡ προφητεία τῆς γ. Δέσποινας ἦταν ἀπό Θεοῦ. Ὁ Γεώργιος Β’ ἐπέστρεψε στήν Ἑλλάδα τήν 27η Σεπτεμβρίου 1946, χωρίς νά περάσει ἀπό τήν Τῆνο γιά νά προσκυνήσει τήν Παναγία. Ἀπεβίωσε τήν 1η Ἀπριλίου 1947, τέσσερεις ἡμέρες μετά τήν συμπλήρωση ἕξη μηνῶν ἀπό τήν ἐπιστροφή του, ἐντελῶς αἰφνίδια, ἀπό καρδιακή ἀνακοπή!
Τό περιστατικό αὐτό καταχωρεῖται ἐδῶ, διότι σύμφωνα μέ ἐπιβεβαιωμένη μαρτυρία, ἡ γ. Δέσποινα ἦταν πνευματικό τέκνο τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου καί μετέφερε στόν ἐξόριστο Βασιλέα Γεώργιο Β’ τήν δική του προφητεία γιά τό προσωπικό του μέλλον ὡς Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος.


Στό Ἅγιο Ὄρος (1923 – 1926)
Στίς ἀρχές Φεβρουαρίου 1923 μέ Βασιλική χάρι ὁ μακάριος Ματθαῖος ἐπέστρεψε στό Σιμωνοπετρίτικο Μετόχι στό Βύρωνα, ὅμως βρῆκε τά πνεύματα ἐχθρικά πρός τήν ἐκεῖ παρουσία του. Ἔτσι ὑποχρεώθηκε νά ἐπιστρέψει στό Ἅγιο Ὄρος, τήν 20η Φεβρουαρίου 1923. Καί στή μονή τῆς μετανοίας του ὅμως, τήν Σιμωνόπετρα, «μετ’ ἐκπλήξεως διακρίνει εἰς τάς μορφάς ἐνίων τῶν ἀδελφῶν, ποίαν τινα δυσπιστίαν. Ἡ κακόβουλος πρόθεσις τῶν ἐν Ἀθήναις διωκτῶν του, εἶχε φροντίσει νά διασπείρη ψεύδη φρικτά εἰς τάς ἀκοάς τῶν Πατέρων. Παρέστησαν τόν Ὅσιον Πατέρα ὡς ἐπιδιώξαντα, δῆθεν, νά μετατρέψη τόν Ναόν τῆς Ἀναλήψεως καί τό Μετόχιον τοῦ Παγκρατίου, εἰς ἰδίαν αὐτοῦ μονήν! Καί τοῦτο διά νά ἐπιτύχουν τήν ἀπομάκρυνσίν του καί ἐκ τῆς μονῆς τῆς μετανοίας του!
Ἀτάραχος, πλήρης αὐτεπιγνώσεως καί ἡρεμίας ὁ Ματθαῖος, δέν δίδει σημασίαν εἰς τήν τεχνηέντως ἐξυφανθεῖσαν σκευωρίαν. Γνωρίζει τήν ἀνθρωπίνην ἀτέλειαν καί τάς μεθοδείας τοῦ Ἀντιχρίστου. Τήν πίστιν του ἄπασαν στηρίζει εἰς τόν ἐνσθενοῦντα αὐτόν Χριστόν καί εἰς τήν Ὑπεραγίαν Αὐτοῦ Μητέρα. Παρελθόντος τοῦ Πάσχα σπεύδει καί ἐρευνᾶ. Ἀνευρίσκει μέρος ἡσύχιον καί ἐρημικόν, κατάλληλον διά νά ἐπιδοθῆ μέ μεγαλυτέραν ἤδη ἀφοσίωσιν καί ζέσιν εἰς τό θεῖον ἔργον εἰς ὅ , θείᾳ βουλήσει, ἐτάχθη διακονητής καί τελεσιουργός» (Πρωθ. Εὐγενίου, «Ματθαῖος…», σελ. 35).
Ὁ τόπος τόν ὁποῖο ἐπέλεξε ὁ Ἅγιος Πατήρ ἦταν ἡ Βίγλα, στήν περιφέρεια τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἐκεῖ μέ τόν ὑποτακτικό του (ἔπειτα Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Ματθαῖο Β’, + 1963), κτίζει ἕνα κελλί - ἡσυχαστήριο ἀφιερωμένο στόν προστάτη του ἅγ. Μηνᾶ (ναό δέν πρόλαβε νά οἰκοδομήσει, τό ἔκανε ἀργότερα ἡ συνοδεία του).
Κάτω ἀπό τό κελλί ὑπῆρχε ἕνα σπήλαιο. Ἐκεῖ συνήθιζε νά καταφεύγει ὁ μακάριος γιά περισσότερη ἡσυχία καί μόνωση. Προσηύχετο ἀδιαλείπτως, δεμένος μέ ἁλυσίδα ἀπό ἕνα δοκάρι πού εἶχε τοποθετήσει στήν ὀροφή, σέ μία προσπάθεια νά ὑπερνικήσει τήν ἀνάγκη τοῦ ὕπνου! Στό σπήλαιο αὐτό ἀγωνιζόμενος ἔγινε δέκτης πολλῶν ὑπεφυῶν ἀποκαλύψεων καί Ἁγιοπνευματικῶν ἐμπειριῶν.
Τό σπήλαιο εἶχε νοτιοδυτική κατεύθυνση καί τό καλοκαίρι ὁ ἥλιος τό κατέκαιε μέ σφοδρότητα. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Πατήρ ἐκτός ἀπό τίς προσβολές τῶν δαιμόνων, ὑπέφερε καί τόν καύσωνα. Ὅσο γιά τήν συντήρησή του, μέ καλαθάκι ὁ ὑποτακτικός του, τοῦ κατέβαζε καθημερινά λίγο παξιμάδι καί νερό!
Ὁ Ἅγιος Πατήρ ἀνέβαινε ἀπό τό σπήλαιο στό Ἡσυχαστήριο τίς Κυριακές καί τίς ἑορτές γιά νά λειτουργήσει καί πάλι κατέβαινε στήν παλάιστρα τῆς ἀσκήσεώς του, μέ μοναδικό ὑλικό ἐφόδιο ἕνα πρόσφορο τῶν 250 γραμμαρίων (!), ἀλλά ἐνισχυμένος μέ τήν κοινωνία τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων (μαρτυρία τοῦ Ἁγιορείτη ὑποτακτικοῦ του Μοναχοῦ Μηνᾶ). Ὅμως στό ἡσυχαστήριο δέν ὑπῆρχε ναός καί ἔτσι ἦταν ὑποχρεωμένος νά πηγαίνει στό Ἡσυχαστήριο τῶν Εἰσοδείων τῆς Θεοτόκου, στήν ἔρημο τοῦ ἁγ. Βασιλείου.
Ἀγωνιζόμενος μ’ αὐτό τόν αὐστηρό καί ἀπαρνητικό τρόπο ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος, ἀξιώθηκε Ἁγιοπνευματικῶν ἐμπειριῶν καί ἀποκαλύψεων. Ἕνα βράδυ, δεμένος ἀπό τό δοκάρι, ἄρχισε νά λέει τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας, ἡ ἀϋπνία ὅμως τόν κατέβαλε. Πολλές φορές τούς ἄρχισε μέ τό «Ἄγγελος πρωτοστάτης», ἀλλά κατέλειξε νά τό ἐπαναλαμβάνει πάλι καί πάλι, χωρίς νά μπορεῖ νά συνεχίσει. Τελικά, μετά ἀπό πολλές προσπάθειες, μία ὑπερκόσμια φωνή ἀκούστηκε νά λέγει τήν κατάληξη τῶν Χαιρετισμῶν, τό «Ὦ Πανύμνητε Μήτερ»! Ὁ Ἄγγελός του τόν εἶχε πληροφορήσει ὅτι τούς εἶχε τελειώσει!
Στό ἀσκητήριο τοῦ ἁγ. Μηνᾶ ὁ μακάριος καί οὐρανοπολίτης Ματθαῖος, ἐκτός τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς, ἀσκοῦσε καί τήν ἱερά τέχνη τῆς ἁγιογραφίας. Στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας βρίσκεται ἀποθησαυρισμένη εἰκόνα τῆς ἁγ. Θεοπρομήτορος Ἄννης, στήν ὁποία ὁ Ἅγιος Πατήρ ἔχει σημειώσει: «Ἱερόν Ἡσυχαστήριον Ἅγιος Μηνᾶς Βίγλας Μεγίστης Λαύρας, Ματθαῖος Ἱερομόναχος, ἔτει 1924». Ὁμοίως, στό Δεσποτικό τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας, βρίσκεται ὡραιότατη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Μανδηλίου, στήν ὁποία ὁ μακάριος ἔχει γράψει: «Ἱερόν Ἡσυχαστήριον Εἰσόδεια τῆς Θεοτόκου Μεγίστης Λαύρας, Ματθαῖος Ἱερομόναχος, ἔτει 1926».
Κατά τήν ἴδια περίοδο 1923 – 1926 ὑπηρετεῖ σάν Πνευματικός στή Μεγίστη Λαύρα.
Ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος ὁ Ἅγιος Πατήρ ἔφυγε ὁριστικά τό 1926, μετά τήν ἐπιβολή τῆς Παπικῆς καινοτομίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου (1924), γιά νά στηρίξει τούς ἀγωνιζομένους πιστούς στήν γνησιότητα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν πνευματική ζωή. Ὅμως τό Ἅγιο Ὄρος - ὅπως καί ἡ ἰδιαιτέρα του πατρίδα Κρήτη καί οἱ Ἅγιοι Τόποι - εἶχε σημαδέψει γιά πάντα τήν ψυχή του, ἔτσι καί σάν Ἱερομόναχος - Ἀρχιμανδρίτης, ἀλλά καί σάν Ἐπίσκοπος, ὑπέγραφε πάντα σάν «Κρής Ἁγιορείτης Προσκυνητής».


Περίοδος Τρίτη (1926 – 1935)
Στήν ἡγεσία τοῦ Ἀγῶνος τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος
Ἡ ἐπιβολή τῆς Παπικῆς καινοτομίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως τό 1924, προκάλεσε - ὅπως ἦταν φυσικό καί ἀναμενόμενο – μεγάλο σκανδαλισμό τῶν πιστῶν Ὀρθοδόξων, τόσο στόν κόσμο, ὅσο καί στό Ἅγιο Ὄρος. Ἤδη ἀμέσως μετά τήν ἀλλαγή, σέ διάστημα δύο ἑβδομάδων, ἱδρύθηκε στήν Ἀθήνα ὁ «Σύλλογος τῶν Ὀρθοδόξων» (δύο χρόνια ἀργότερα μετωνομάσθηκε σέ «Ἑλληνική Θρησκευτική Κοινότητα τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν»), μέ σκοπό τόν συντονισμό τῆς ἀντιδράσεως κατά τῆς καινοτομίας, ἀλλά καί τήν λειτουργική καί πνευματική ἐξυπηρέτηση τῶν πιστῶν πού ἔμειναν πιστοί στήν ἑορτολογική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἱδρυτής καί πρῶτος Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου τῶν Ὀρθοδόξων ἦταν ὁ Ἀνδρέας Βαπορίδης (+ 1976).
Οἱ πρῶτοι Ἱερεῖς τῶν Γ.Ο.Χ. ἦσαν ἐλάχιστοι. Πρόκειται γιά τούς ἐγγάμους Ἱερεῖς Ἰωάννη Φλώρο (+ 1953), Σπυρίδωνα Οἰκονόμου, Νικόλαο Ἀναγνώστου (Μεσορόπη Καβάλας, + 1929), Βασίλειο Σακελλαρόπουλο, Σωτήριο Σουχλέρη, Γεώργιο Μαυρίδη, Ἀνδρέα καί Παρθένιο (ἀγνώστων ἐπωνύμων, οἱ ὁποῖοι δραστηριοποιήθηκαν στήν περιοχή τῆς Δράμας) καί Στέργιο (ἐπίσης ἀγνώστου ἐπωνύμου, ὁ ὁποῖος δραστηριοποιήθηκε στή Νικήτη Χαλκιδικῆς) καί τούς Ἱερομονάχους Ἄνθιμο Βαγιανό (ἔπειτα προσχώρησε στήν καινοτομία, ἵδρυσε τήν Μονή Παναγίας Βοηθείας Χίου καί πρόσφατα ἀνακηρύχθηκε Ἅγιος ἀπό τήν νεοημ. Ἐκκλησία) καί τόν Ἁγιορείτη Ἀρσένιο Σακελλάριο (ἀδελφό τῆς Μονῆς Σιμωνόπετρας, ὁ ὁποῖος δραστηριοποιήθηκε στή Φθιώτιδα, + 1938).
Τό 1926 οἱ Ἁγιορείτες Μοναχοί καί Ἱερομόναχοι πού ἀντιδροῦσαν στήν ἐπιβολή τῆς καινοτομίας, ἵδρυσαν τόν «Ἱερό Σύνδεσμο τῶν Ζηλωτῶν Μοναχῶν». Πρωτεργάτης τῆς ἱδρύσεως ἦταν ὁ Ζηλωτής Μοναχός Ἀρσένιος Κοτέας. Στόν Ἱερό Σύνδεσμο συμμετεῖχαν μεγάλες μορφές τοῦ Ἁγιορείτικου Μοναχισμοῦ, ὅπως ὁ γ. Καλλίνικος ὁ Ἡσυχαστής (+ 1930). Πρόεδρός του ἐξελέγη ὁ Προηγούμενος τῆς Μονῆς Κωσταμονίτου Ἀρχιμ. Γεδεών Παπανικολάου (+ 1969). Τήν Μεγάλη Πέμπτη τοῦ 1926 ὑπέγραψαν τό Καταστατικό τοῦ Συνδέσμου 450 Μοναχοί καί Ἱερομόναχοι. (Ὁ Ἱερός Σύνδεσμος καταργήθηκε τό ἑπόμενο ἔτος 1927, μέ τήν ἐφαρμογή τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πλήν ὅμως συνέχισε νά ὑφίσταται ἄτυπα καί νά ξυπηρετεῖ τόν Ἀγῶνα, σέ συνεργασία μέ τήν Κοινότητα τῶν Γ.Ο.Χ.).
Τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου ἡγετικό στέλεχος ὑπῆρξε καί ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος. «Μεταβαίνων εἰς τάς διαφόρους Μονάς πρός ἐξομολόγησιν τῶν μοναχῶν – γράφει ὁ ἐπ. Νικόλαος - ἐδίδασκεν αὐτούς καί συνεβούλευε, ἵνα παύσουν τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου καί τῶν λοιπῶν ὁμοφρόνων αὐτοῦ, καινοτόμων Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τό γεγονός ὅμως τοῦτο τόν κατάστησεν μισητόν εἰς τούς ἰθύνοντας τῆς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἐνῶ προηγουμένως μετά χαρᾶς τόν προσεκάλουν πρός ἐξομολόγησιν τῶν μοναχῶν, ἔκτοτε βυθισθέντες εἰς τήν πλάνην τῆς καινοτομίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, ὄχι μόνον τοῦ ἀπαγορεύουν τά ἐξομολογῆ τούς μοναχούς, ἀλλά καί νά ἐξέρχεται τῆς καλύβης αὐτοῦ» (Μητροπ. Πειραιῶς καί Νήσων Νικολάου, «Ἐπί τῆ 34η ἐπετείῳ ἀπό τῆς ὁσίας κοιμήσεως τοῦ Ὁμολογητοῦ Ἱεράρχου Ματθαίου», «Κ.Γ.Ο.» τ. 1987, σελ. 253).
Σχετική μέ τά προηγούμενα εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 610 ἐπιστολή τῶν Ἐπιτρόπων τῆς Ἱ. Μ. Μεγίστης Λαύρας (τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1926), ἡ ὁποία γράφει τά ἀκόλουθα:
«Ἐπειδή ἡ σεβαστή Ἱερά Κοινότης δι’ ἐπανειλημμένων ἐγκυκλίων καταγγέλει τήν ὑμετέραν Πανοσιολογιότητα, ὡς πρόξενον οὗσαν τῶν ἐν ταῖς Ἱεραῖς Μοναῖς Διονυσίου, Κωνσταμονίτου καί Σίμωνος Πέτρας σκανδάλων, ὡς ἐπεμβαίνουσαν εἰς τά ἐσωτερικά τυπικά αὐτῶν. Διά τοῦτο ἡ Ἱερά ἡμῶν Μονή, πρός ἀποφυγήν σοβαρῶν γεγονότων διά τήν ὑμετέραν Πανοσιολογιότητα, ἐντέλλεται διά τούτου τοῦ ἱεροσφραγίστου ἡμῶν Μοναστηριακοῦ Γράμματος νά μή ἐξέρχηται τῆς Καλύβης αὐτῆς, ἀλλά νά ἐφησυχάζη ἐκεῖ, ἀφήνουσα τά Ἱερᾶς Μονάς νά πολιτεύονται κατά τά τυπικά αὐτῶν, τά ἀνέκαθεν καθεστῶτα καί νά παύση τοῦ λοιποῦ τήν ἐξομολόγησιν ἐπί τοῦ ζητήματος τοῦ μνημοσύνου, μή ἐπενβαίνουσα εἰς τά οἰκογενειακά τῶν Μονῶν, ἀλλά περιοριζομένη εἰς τήν καθαρῶς ἐξομολόγησιν τῶν ἀτομικῶν ἑκάστου τῶν προσερχομένων λογισμῶν» Κ.Γ.Ο.» τ. 1987, σελ. 253).
Ὅπως σημειώθηκε στά προηγούμενα, ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος εἶχε δημιουργήσει στήν περιοχή τῆς Ἀττικῆς καί τήν Πελοπόννησο, μεγάλο κύκλο πνευματικῶν τέκνων, ἀπό τήν ἐποχή τῆς πρῶτης ἐξόδου του ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος (τό 1911), τῆς διακονίας του στό Σιμωνοπετρίτικο Μετόχι τῆς Ἀναλήψεως Παγκρατίου (1916 – 1922) καί τῆς ἐξορίας του στή Μονή Ζερμπίτσας (1922 – 1923). Ἡ πνευματική αὐτή σχέση διατηρήθηκε καί συντηρήθηκε μέσῳ τῆς ἀλληλογραφίας, τήν ὁποία ὁ μακάριος διατηροῦσε μέ ὅλα σχεδόν τά πνευματικά του τέκνα (μετά τήν κοίμησή του, τό 1950, ὁ διάδοχός του τότε Ἐπίσκοπος Πατρῶν καί ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Ἀνδρέας, δημοσίευσε ἐπιστολές του σέ ἕνα τόμο).
Οἱ ἐπιστολές αὐτές ἀποδεικνύουν τήν ποιμαντική του προσέγγιση στόν ἄνθρωπο καί τά προβλήματά του. Στίς ἐπιστολές του - ὅπως γράφει ὁ Ἐκπαιδευτικός Ἀνέστης Χατζῆς, σέ εἰσήγησή του μέ θέμα, «Ματθαῖος Καρπαθάκης, ὁ ποιμήν ὁ καλός» - διακρίνεται ἡ φιλομάθειά του (ἡ ὁποία τόν συνόδευε μέχρι τό γῆρας του) καί ἡ συναισθηματική του εὐαισθησία (πολλές φορές ὑπέγραφε «ὁ πατήρ σας ὁ ἐξόριστος»).
«Σέ μία ἐποχή - γράφει - ὅπου ὁ Δυτικός Οὐμανισμός καί οἱ αἱρέσεις φιλοδοξοῦσαν νά ἀπομακρύνουν τήν Ὀρθόδοξο Ἀνατολική Ἐκκλησία ἀπό τίς πηγές τῆς Ἱερῆς της Παραδόσεως καί τοῦ Ἀποστολικοῦ κηρύγματος, βλάστησε μέσα ἀπό τίς ἀθάνατες ρίζες τῶν Κολλυβάδων Πατέρων ὁ ποιμήν ὁ καλός Ματθαῖος Καρπαθάκης, γύρω ἀπό τόν ὁποῖο συγκεντρώθηκαν τά λογικά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ καί σώθηκαν ἀπό τίς πολυώνυμες αἱρέσεις καί τούς ψευδοπροφήτες τοῦ αἰῶνα μας…
Ἡ φωνή τοῦ π. Ματθαίου ἦταν ἀντίλαλος τῆς φωνῆς τοῦ Καλοῦ Ποιμένος Χριστοῦ, τήν ὁποία ἀναγνώρισαν τά πρόβατα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς ποίμνης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ…
Ἦταν ἐνθουσιώδης καί ἐπεδείκνυε πολλή οἰκειότητα καί θερμή πατρική ἀγάπη πρός τά πνευματικά του τέκνα. Ἦταν καλλιεπής καί κατεγίνετο νά βρίσκει νά χρησιμοποιεῖ διάφορα κοσμητικά ἐπίθετα, κυρίως ὅταν ἐπρόκειτο νά ἀναφερθεῖ στό ὄνομα τοῦ Κυρίου καί τῆς Θεοτόκου.
Ἦταν σοφός μέ τήν ἔννοια, ὅτι μποροῦσε νά βλέπει σφαιρικά καί νά ἐκφράζει ἁπλᾶ τό πολυσύνθετο, χρησιμοποιῶντας φράσεις εὐαγγελικές, σάν συνθήματα πού ἀφομοιώνει εὔκολα ὁ ἁπλός λαός, ὅπως «ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν βιάζεται"
Σάν ἱεροκήρυκας ἦταν θετικός. ἠσχολεῖτο κυρίως μέ τήν μακαριότητα τοῦ Παραδείσου καί λιγότερο μέ τήν κόλαση. Περισσόστερο μέ τόν Χριστό καί λιγότερο μέ τόν δ ιάβολο. Περισσότερο μέ τήν χαρά καί λιγότερο μέ τήν λύπη» Κ.Γ.Ο.» τ. 1987, σελ. 145).
Μετά τήν ἐπιβολή τῆς καινοτομίας (1924), ὁ Ἅγιος Πατήρ μέ ἐπιστολές του στηρίζει τούς ἀγωνιζομένους Γνησίους Ὀρθοδόξους καί τούς ἐνδυναμώνει στούς ἀγῶνα τους. «Εὔχομαι – γράφει σέ ἐπιστολή του στόν Ἠλία Πηλαφᾶ, τῆς 9ης Μαρτίου 1924 - ἵνα ἐνδυναμώσει ὑμᾶς ὁ Κύριος ἐν ταῖς δειναῖς, πονηραῖς καί χαλεπαῖς ἡμέραις ταύταις, καθ’ ἄς δυστυχῶς κινδυνεύει τό Ἔθνος μας καί ἡ Ἐκκλησία, Ἥτις πολεμεῖται ὑπό τῶν φαινομένων Αὐτῆς ὡς ποιμένων…Διά τάς φρικτάς δέ καί φοβεράς καινοτομίας, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν τῆς δεινῆς αἱρέσεως τοῦ Ἡμερολογίου καί τῆς καταργήσεως, μεταθέσεως καί μεταρρυθμίσεως τῶν Ἁγίων Δεσποτικῶν καί Θεομητορικῶν ἐορτῶν καί νηστειῶν… οὐαί καί ἀλλοίμονον! Ἴδετε δεινά φοβερά ἐπιτίμια τῶν Ἁγίων Πατέρων καί φρικτά κατά τῶν καινοτόμων ἀναθέματα» Κ.Γ.Ο.» τ. 1987, σελ. 147).
Σέ ἄλλη ἐπιστολή του πρός τήν δόκιμη Μαρία Μακρῆ, τῆς 31ης Μαΐου 1924, γράφει: «Πολύ σᾶς παρακαλῶ κ. Μαρία, εἰπέτε καί εἰς ὅλας τάς ἄλλας ἀδελφάς, ὅτι μεγάλον ἀγῶνα ἔχω ἡμέραν τε καί νύκτα, γράφων εἰς διαφόρους τόπους, ὡς καί ἀκόμη καί ἐντός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πρός στήριξιν τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, ὡς καί σᾶς ἔστειλα ἐπιστολάς Πατριαρχικάς» Κ.Γ.Ο.» τ. 1987, σελ. 147).
Σέ ἄλλη ἐπιστολή του πρός τήν ἴδια (τῆς 30. 6. 1924) γράφει: «Νά μήν στενοχωρηθῆτε οὐδόλως διά στέρησιν τῆς ἐκκλησίας, ὡς καί Ἁγίας Κοινωνίας…Φυλάττετε ἀκριβῶς τό παλαιόν, ὡς σᾶς ἔγραφον, ἵνα μή ὑποπέσητε εἰς τάς σοβαράς καί φρικτάς ἀράς καί ἀναθεματισμούς τῶν Ἁγίων Πατέρων» («Κ.Γ.Ο.» τ. 1987, σελ. 147).
Αὐτή ἡ διαφωτιστική δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ἀλλά καί τῶν λοιπῶν Ζηλωτῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, δέν διέφυγε τῆς προσοχῆς τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου καί τῆς Νεοημ. Συνόδου. Κατά τήν Ζ΄ Ἱεραρχία (Ὀκτ. 1924), ὁ Μητροπ. Δημητριάδος Γερμανός, ἀναφερόμενος στήν ἐπιστολογραφία τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου καί τῶν Ἁγιορειτῶν, εἶπε τά ἐξῆς χαρακτηριστικά: «Μοναχοί τινές ἔγραψαν εἰς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας μου, ὅπως μή ἀκολουθῶσι τό νέον ἡμερολόγιον καί παρέ-πεμψα τήν ὑπόθεσιν εἰς τόν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, ὅστις καί ἐπελήφθη τῶν σχετικῶν ἀνακρίσεων. Οἱ ἴδιοι μοναχοί ἐνσπείρουσι ζηζάνια» (ἀρχιμ. Θεοκλήτου Στράγκα, «Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν», τ. Β, σελ. 1333. Ὁ ἴδιος συγγραφέας ἀρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας, σχολιάζοντας τήν παρέμβαση αὐτή τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ παρατηρεῖ: «Καί ὅμως ὁ Ἱεράρχης οὗτος μετά 11ετίαν ἐτέθη ἐπί κεφαλῆς ὡς ἀρχηγός καί Ἀρχιεπίσκοπος τῶν Παλαιοημερολογιτῶν», αὐτ. σελ. 1333).
Στή συνέχεια τήν νεοημ. Ἱεραρχία ἀπασχόλησε τό ἐνδεχόμενο τῆς ἐξόδου Ἁγιορειτῶν Ζηλωτῶν στόν κόσμο καί τῆς ἐπιρροῆς τους στούς πιστούς. Κατά τήν συζήτηση πού διεξήχθηκε διάφοροι Ἱεράρχες κατέθεσαν τίς ἀκόλουθες ἀπόψεις:
Κορινθίας Δαμασκηνός: «Συνιστῶ τήν ἀπέλασιν τῶν μοναχῶν τούτων, ὅπερ καί ὁ ἴδιος τῆ Ἐπισκοπῆ μου ἔκαμον». (Σ.Σ. δέν εἶναι γνωστό σέ ποιούς μοναχούς ἀναφέρεται).
Ὕδρας Προκόπιος: «Συνιστῶ, ὅπως ἐξ ἀποφάσεως τῆς Ἱεραρχίας καί δαπάναις τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου ἐξορίζονται οἱ Ἁγιορεῖται οὗτοι μοναχοί εἰς Στροφάδες, ἀνακοινωθεῖ δέ τοῦτο τῆ Συνάξει τοῦ Ἁγίου Ὄρους».
Μονεμβασίας Γερμανός: «Εἰς τόν παλαιόν Καταστατκόν Νόμον ὑπῆρχε διάταξις, καθ’ἥν οἱ περιφερόμενοι εἰς τόν κόσμον μοναχοί ἐνεγράφοντο εἰς μονάς ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου ἤ τῆ ὐποδείξη αὐτοῦ συνελαμβάνοντο ὑπό τῆς Ἀστυνομίας, ἐν συνδιασμῶ δέ μέ τά λεχθέντα ὑπό τοῦ Ἁγίου Ὕδρας, θά ἠδύνατο νά ἐξορισθῶσιν εἰς Στροφάδας».
Ἀθηνῶν Χρυσόστομος: «Ἐάν τοῦ λοιποῦ μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἔρχονται ἄνεϋ συστατικῶν ἐπιστολῶν, δέον νά συλλαμβάνωνται καί ἐξορίζωνται». (Ἀρχιμ. Θ. Στράγκα τ. Β’ , σελ. 1333).
Ἡ δραστηριότητα τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν μνημονεύεται μέ ὑβριστικό καί μειωτικό τρόπο καί στήν ὑπ’ ἀριθμ. 2389/16.4.1924 Ἐγκύκλιο τῆς Νεοημ. Ἐκκλησίας. «Τινές μέν τῶν διαβόλων τούτων – γράφεται - ἀπό τῶν ἐρημητηρίων τοῦ ἁγίου Ὄρους, δι’ἐπιστολῶν ἀσυναρτήτων καί βλασφήμων σκανδαλίζουσιν τόν λαόν καί προτρέπουσιν αὐτόν νά ἀποσχισθῆ ἀπό τῆς Ἐκκλησίας, ἄλλοι δέ διεφθαρμένοι ὄντες τόν νοῦν καί ἀποστερημένοι τῆς ἀληθείας (Α’ Τιμ. 6, 5), ὡς οἱ πρῶτοι περιάγουσι τάς πόλεις, τό μοναχικόν σχῆμα καταισχύνοντες, εἰσδύουσι εἰς τάς οἰκίας καί αἰχμαλωτίζουσι γυναικάρια συσσωρευμένα ἁμαρτίαις (Β’ Τιμ. 36) καί διά τούτων τῶν γυναικαρίων σκανδαλίζουσι τῶν ἀκάκων τάς καρδίας… καί διδάσκουσι λοιπόν, ὅτι ἐάν δέν ἑορτάσης ταύτην καί οὐχί ἄλλην ἡμέραν, κολάζεσαι αἰωνίως!» (Περιοδικό «Γνώσεσθε τήν Ἀλήθειαν», τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, φ. 56/Δεκ. 2009, σελ. 186).
Ἡ δραστηριοποίηση τῶν Ἁγιορειτῶν καί δή τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου κατά τῆς καινοτομίας, ἀπασχόλησε τήν Νεοημ. Ἐκκλησία καί σέ ἑπόμενες συνεδριάσεις τῆς Ἱεραρχίας της. Στήν ΙΕ’ Ἱεραρχία (Ὀκτ. 1933), ὁ Ἅγιος Πατέρας ἀναφέρεται γιά πρώτη φορά ὀνομαστικά καί χαρακτηρίζεται «ἀγύρτης» καί «ἐκμεταλλευτής», ἀπό τόν Μητροπ. Ἰωαννίνων Σπυρίδωνα. «Ἐν τῆ Ἱεραρχίᾳ - εἶπε – διεφώνησα τότε, ὅτι πρέπει νά ἐρωτηθοῦν ἅπασαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι περί τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου. Ἐν τούτοις μετά φανατισμοῦ ἐν τῆ ἐπαρχίᾳ μου ὑπεστήριξα τό νέον ἡμερολόγιον… Ἐν τούτοις, ἡ Ἐκκλησία ἀπεφάνθη καί δέν δύναται νά ὑποχωρήση καί μάλιστα προκειμένου περί ἐκμεταλλευτῶν καί ἀγυρτῶν ὡς ὁ Ματθαῖος. Ἐπειδή δέ ἡ ἐνέργεια τῶν Παλαιοημερολογιτῶν εἶναι τάσις πρός διάρρηξιν τοῦ χιτῶνος τοῦ Χριστοῦ, νά καταγγέλωνται οἱ Ἱερεῖς αὐτῶν ἐπί ἀγυρτίᾳ, φατρίᾳ, σκανδάλῳ καί ἐξυβρίσει τῆς Ἱεραρχίας καί οὐχί ἁπλῶς ἐπί Παλαιοημερολογιτισμῶ» (Θ. Στράγκα τ. Γ’, σελ. 1941).
Ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ἀναφέρεται σέ ταραξίες μοναχούς καί στήν ΙΣΤ΄ Ἱεραρχία (Ὀκτ. 1934), ὅταν ἀρνουμένων τῶν Παλαιοημερολογιτῶν νά δεχθοῦν νεοημ. Ἱερεῖς γιά τήν ἐξυπηρέτησή τους, ἀπεφάνθη ὅπως ζητηθεῖ ἀπό τήν Πολιτεία ἡ ἐφαρμογή τῶν νόμων κατά τῶν ταραξιῶν μοναχῶν, ἄλλως νά ἐπαναφέρει «τό δι’ ἑαυτήν ἡμερολόγιον, ὁπότε ἡ Ἐκκλησία θά σκεφθῆ ἀναλόγως» (Θ. Στράγκα τ. Γ’, σελ. 2024).
Παρά τό διαμορφούμενο ἀρνητικό κλίμα καί τά ἐπαπειλούμενα μέτρα κατά τῶν Ἁγιορειτῶν, ἡ Κοινότητα τῶν Γ.Ο.Χ. ἀποφάσισε νά ζητήσει τήν συνδρομή τους, γιά τήν στήριξη καί ἐξυπηρέτηση τῶν ἀγωνιζομένων πιστῶν. Ἔτσι ἀπεστάλη στό Ἅγιο Ὄρος ὁ Ἀλέξανδρος Συμεωνίδης (στέλεχος τῆς Κοινότητος), μέ τήν ἐντολή νά συναντήσει τόν Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο καί νά τόν πείσει νά ἔρθει μαζί του στήν Ἀθῆνα, «τό ταχύτερον». Ὁ Συμεωνίδης πράγματι «συνήντησε τόν Ματθαῖον καί ἀνέπτυξεν εἰς αὐτόν τήν γενικήν τῶν πιστῶν ἐπιθυμίαν καί τήν διακαῆ παράκλησιν καί ὁ Ὅσιος Πατήρ ὑπήκουσεν εἰς τήν φωνήν τοῦ ποιμνίου» (Πρωθ. Εὐγενίου, «Ματθαῖος…», σελ. 39).
Ὁ Ἅγιος Πατήρ ἔφυγε ἀπό τό Ὅρος μετά ἀπό ἐμφάνιση καί ἄδεια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου (βλ. σχ. στά «Θαύματα καί Σημεῖα…»). Ἔφθασε στήν Ἀθήνα τήν 1η Ὀκτωβρίου 1926 καί ἀμέσως ἐγκαταστάθηκε στήν πατρική οἰκία τῆς δοκίμου Μαρίνας Σουλακιώτου (ἔπειτα Γεροντίσσης Μαριάμ), ἐπί τῆς ὁδοῦ Μεγ. Ἀλεξάνδρου ἀριθμ. 71. Ὁ ἱστορικός αὐτός χῶρος ἀποτέλεσε ἀρχικά τό σημεῖο συγκεντρώσεως τῶν περί τόν Ἅγιο Πατέρα φιλομονάχων ψυχῶν καί μετά τήν ἵδρυση τῆς Μονῆς Παναγίας τόν σταθμό ὑποδοχῆς τῶν πολυπληθῶν προσκυνητῶν της.
Μέ ἕδρα καί διαμονή τό ἱστορικό αὐτό μετόχιο, ὁ Ἅγιος Πατήρ λειτουργοῦσε κυρίως νύκτα, σέ ἐξωκκλήσια τῆς περιοχῆς Ἀττικῆς, ἐξωμολογοῦσε τούς πιστούς, κήρυττε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, «ἔφερεν ὡς ἔθνους ζηλωτής τάς εὐθύνας ἑνός Ἀγῶνος δυσχερεστάτου, ἀπαιτοῦντος μόχθους, δάκρυα, ὀδύνας καί αἵματα» (Πρωθ. Εὐγενίου, «Ματθαῖος…», σελ. 40). Παράλληλα ἐπισκεπτόταν συχνά τήν Πελοπόννησο, ὅπου στερέωνε τούς πιστούς στόν Ἀγῶνα τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας μέ κέντρα τό Μετόχιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου στήν Πρόνοια Ναυπλίου καί τήν Ἱ. Μ. Παντανάσσης Μυστρᾶ. Πρῶτος κληρικός συνεργάτης τοῦ Ἁγίου Πατρός στόν ἀγῶνα αὐτό ἦταν ὁ Ἱερομόναχος Ἰωακείμ Μπουρελάκης ἀπό τήν Ἄρτα (+ 1940).
Μαζί μέ τόν ἀρχιμ. Ματθαῖο ἦρθε στόν κόσμο καί ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου ἀρχιμ. Γεδεών Παπανικολάου, Προηγούμενος τῆς Μονῆς Κωνσταμονίτου
Τό ἔτος 1927 - μέ τήν διάλυση τοῦ Ἱεροῦ Συνδέσμου - ἀπελάθηκαν ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος 19 Ζηλωτές μοναχοί ἀπό τίς Μονές Βατοπεδίου καί Κουτλουμουσίου. Ἀπό τούς μοναχούς αὐτούς ἄλλοι ἀφέθηκαν ἐλεύθεροι καί ἄλλοι περιορίστηκαν σέ μονές τίς Μυτιλήνης καί τῶν Σερρῶν.
Τό ἴδιο ἔτος 1927 βγῆκε στόν κόσμο ὁ ἀρχιμ. Ἱερώνυμος Γεροαντωνάκης, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε τήν Ἱ. Μ. ἁγ. Παρασκευῆς Ἀχαρνῶν. Πρός τά τέλη τοῦ 1927, μέ πρωτοβουλία τοῦ μ. Ἀρσενίου Κοτέα, βγῆκε στόν κόσμο, γιά τήν ἐνίσχυση τοῦ Ἀγῶνος, ἡ πρώτη 4μελής ὁμάδα Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν, ἀποτελουμένη ἀπό τούς Ἱερο-μονάχους Παρθένιο Σκουρλῆ (ἱδρυτή τῆς Ἱ. Μ. Κοιμ. Θεοτόκου Πάρνηθος, ἔπειτα Ἐπίσκοπο Κυκλάδων τῆς Φλωρινικῆς Παρατάξεως), Εὐγένιο Λεμονή, Γεράσιμο Διονυσιάτη (ἱδρυτή τῆς Ἱ. Μ. ἁγ. Γεωργίου Μελισσοχωρίου Θηβῶν) καί Ἀρτέμιο Νοδαράκη (ἱδρυτή τῆς Ἱ. Μ. ἁγ. Ἀρτεμίου Κορυδαλλοῦ Πειραιῶς). Τέλος τό 1929 βγῆκαν στόν κόσμο οἱ Ἱερομόναχοι Ἀκάκιος Παππᾶς (ἱδρυτής τῆς Ἱ. Μ. ἁγ. Νικολάου Παιανίας, ἔπειτα Ἐπίσκοπος Ταλαντίου καί Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Φλωρινικῆς Παρατάξεως), Ἰλαρίων Οὐζουνόπουλος (ἱδρυτής τῆς Ἱ. Μ. Εὐαγγελιστρίας Συκάμινου Ὠρωποῦ), Ἀντώνιος Κουτσονικόλας καί Ἀρτέμιος Ξενοφωντινός, καθώς καί ὁ Μοναχός Νεκτάριος Κατσαρός.
Οἱ Πατέρες αὐτοί σήκωσαν τό βάρος τοῦ Ἀγῶνος συνεργαζόμενοι μεταξύ τους καί μέ τόν Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο, τουλάχιστον μέχρι τό Σχίσμα τοῦ 1937. Ὁ ρόλος πάντως τοῦ Ἁγίου Πατρός στόν Ἀγῶνα ἦταν κορυφαῖος καί αὐτό ἀποδεικνύεται ἀπό πολλά ἔγγραφα ἱστορικῆς σημασίας, ὁμολογιακοῦ καί ἐκκλησιολογικοῦ χαρακτῆρος, στά ὁποῖα ὁ μακαριστός ὑπογράφει πρῶτος μεταξύ τῶν συναγωνιστῶν του Ἁγιορειτῶν. Ἀποδεικνύεται ἀκόμη καί ἀπό τό γεγονός, ὅτι κατά τίς Ἐπισκοπικές χειροτονίες τοῦ 1935, ὁ ἀοίδημος Ματθαῖος ἦταν ὁ μόνος Ἁγιορείτης πού προκρίθηκε γιά τό Ἐπισκοπικό ἀξίωμα. Καί ἐνῶ στό σχετικό ἔγγραφο τῶν τριῶν χειροτονησάντων Ἀρχιερέων (Δημητριάδος Γερμανοῦ, πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί Ζακύνθου Χρυσοστόμου), ἡ χειροτονία τῶν Ἐπισκόπων Μεγαρίδος Χριστοφόρου, Διαυλείας Πολυκάρπου καί Κυκλάδων Γερμανοῦ ἁπλῶς ἀναφέρεται, ἡ ἐκλογή καί χειροτονία τοῦ π. Ματθαίου σέ Ἐπίσκοπο Βρεσθένης καλύπτει μία παράγραφο.


Ἡ Ἱερά Μονή Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας (1927 - 1950)
Σημείωσις: Ἡ ἱστορία τῶν Ἱερῶν Μονῶν Παναγίας καί Μεταμορφώσεως, καλύπτει ἰδιαίτερο τομίδιο τό ὁποῖο ἐκδίδεται προσεχῶς.

Ἀπό τίς πρῶτες προτεραιότητες τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ἀμέσως μετά τήν ὁριστική ἔξοδό του στόν κόσμο (1926), γιά τήν στήριξη τοῦ Ἀγῶνος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἦταν ἡ ἴδρυσις μονῶν. Ἤδη ἀπό τόν καιρό τῶν ἐξοριῶν του (1910 καί 1922) καί κυρίως τῆς ἐφημερίας του στό Σιμωνοπετρίτικο Μετόχι τῆς Ἀναλήψεως Βύρωνος (1917 - 1923) , εἶχε δημιουργηθεῖ γύρω του μία πνευματική ὁμήγυρις φιλομονάχων ψυχῶν, ἀνδρῶν καί γυναικῶν.
Μέ τήν ἄφιξή του στήν Ἀθήνα ὁ ἀοίδημος Πατήρ ἐγκαταστάθηκε στήν οἰκία τῆς τότε δοκίμου Μαρίνας Σουλακιώτου (ἔπειτα Γεροντίσσης Μαριάμ), ἐπί τῆς ὁδοῦ Μεγ. Ἀλεξάνδρου 71 (ὅπου ἔκτοτε δημιουργήθηκε τό ἱστορικό μετόχι τῆς Μονῆς Παναγίας), μαζί μέ τήν μικρή συνοδεία του. Ἡ ἀνέρευση τῆς καταλλήλου τοποθεσίας γιά τήν ἵδρυση μονῆς ἀνατέθηκε στήν τότε δόκιμη Εἰρήνη Μενδρινοῦ (ἔπειτα Γερόντισσα Εὐφροσύνη).
«Μετά ἀπό πολλάς καί δεινάς ταλαιπωρίας - γράφει ὁ Πρωθιερεύς Εὐγένιος - ἐξῆλθε τῆς Ἀττικῆς μετά συνοδείας τινός, ἐξαντλήσασα ταύτην ἕως περάτων καί περιῆλθε τάς νήσους (Σπέτσας, Ὕδραν, Ἄνδρον, Σπετσοπούλαν), φθάσασα καί μέχρι τῆς Μεγαλοννήσου Κρήτης. Ἀλλά, θέλημα Θεοῦ ἦτο νά ὑποστρέψη ἐπί τῶν βημάτων ἡ εὐλαβής ἀνιχνεύτρια καί ἀναλάβη, ἔτι συντονωτέραν ἔρευναν, εἰς τάς τοποθε-σίας τῆς Ἀττικῆς, γύρωθεν Ὑμηττοῦ καί Πεντέλης, περιχώρων Μονῆς Πετράκη, Ξυλοκερίζης, Πόρτο-Ράφτη, Πρασά, Βραώνας, Δασκαλιοῦ, Θορικοῦ, Πλάκας, κ.λ.π. Ἄφνω φωτισθεῖσα, ἔφερε τήν ζητητικήν ἔφεσιν ἕως τοῦ γραφικοῦ ὁρμίσκου τῆς Κακῆς Θαλάσσης, ἐντυπωσιασθεῖσα ἐκ τοῦ ἤρεμου τοπίου, τῆς προοπτικῆς, τοῦ δυσπροσίτου, τῆς σιγηλῆς ἐρημίας καί τῆς ὅλης συμβατότητος τοῦ μέρους πρός ἐναρμόνισιν μετά τῶν ψυχικῶν καταθυμιῶν τοῦ φιλερήμου Μοναχισμοῦ». (Πρωθ. Εὐγενίου Τόμπρου, «Ἡ Ἱ. Μ. Εἰσοδίων Θεοτόκου Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας Ἀττικῆς», 1966, σελ. 12).
Μέ τήν ἀνεύρεση τῆς τοποθεσίας τῆς μονῆς ἀπό τήν δόκιμο Εἰρήνη (γ. Εὐφροσύνη), συνδέεται καί ἕνα θαυμαστό σημεῖο τῆς περί αὐτῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ νεαρή Εἰρήνη μέ τήν συνοδεία της ἔφθασαν στόν τόπο μέ ζῶα ἀπό τήν τότε κώμη τῆς Κερατέας - μέσῳ ἑνός μονοπατιοῦ, διότι δέν ὑπῆρχε δρόμος - ὅμως ὁ ἀγωγιάτης ἔφυγε γιά νά ἐπιστρέψει τό ἀπόγευμα νά τίς παραλάβει. Ἡ ὥρα περνοῦσε καί ἡ νεαρή Εἰρήνη ἄρχισε νά φοβᾶται. Τότε καί ἐνῶ περίμεναν τόν ἀγωγιάτη στή θέση πού στή συνέχεια κτίσθηκε ὁ Παρθενώνας τῆς Μονῆς, ἐμφανίσθηκε ἕνα γέροντας μέ κοντά λευκά γένια καί στρατιωτικό παράστημα. Στήν ἐρώτηση τῶν νεανίδων τί κάνει μέσα στήν ἐρημιά καί ἄν χρειάζεται κάποια βοήθεια, ἐκεῖνος ἀπάντησε πώς δέν χρειάζεται τίποτα καί πώς μένει ἐκεῖ!
Οἱ ἀδελφές δέν ἔδωσαν περισσότερη σημασία καί ἐπέστρεψαν στήν Ἀθήνα. Ὅταν συνάντησαν στό μετόχι τό Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο καί τόν ἐνημέρωσαν σχετικά μέ τήν τοποθεσία, ἐκεῖνος τίς ρώτησε ἄν συνάντησαν ἐκεῖ κανένα ἄνθρωπο. Στή θετική ἀπάντησή τους (γιά τόν ἄγνωστο γέροντα), ὁ Ἅγιος Πατήρ ἁπλᾶ χαμογέλασε, χωρίς νά πεῖ τίποτα περισσότερο.
Λίγο ἀργότερα, «ὁ ἀοίδημος Πατήρ Ματθαῖος, ἐλθών εἰς τόν τόπον, ἐμαγεύθη ἐξ’ αὐτοῦ καί ἐθέλχθη σφόδρα, ἐζήτησε δέ ὅπως ἡ Ἱερά Μονή ἐκεῖ πού, εἰς τά πρανῆ τοῦ ἔναντι τῆς θαλάσσης λόφου, ἀνιδρυθῆ εἰς δόξαν Θεοῦ» (Πρωθ. Εὐγενίου αὐτ. σελ. 12).
Ὅταν ὁ Ἅγιος Πατήρ ἔφθασε στό συγκεκριμένο σημεῖο, εὐλόγησε τόν τόπο καί εἶπε: «Ἐδῶ θά φτιάξουμε τό παρεκκλήσιο τοῦ προστάτου μας ἁγ. Μηνᾶ»! Τότε ἡ ἀδ. Εἰρήνη ἔφερε στή σκέψη της τήν συνάντηση μέ τόν ἄγνωστο γέροντα καί ἔντρομη ἀναγνώρισε στό πρόσωπό του τόν Μεγαλομάρτυρα ἅγ. Μηνᾶ (!), προστάτη τῆς Κρήτης, ἀλλά καί προσωπικά τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ἀφοῦ στό πρός τιμήν του Ἡσυχαστήριο τῆς Βίγλας Ἁγίου Ὄρους, ἔζησε ἀσκητικά καί ἡσυχαστικά, προετοιμαζόμενος γιά τήν διακονία του στόν κόσμο.
Πράγματι, στό σημεῖο αὐτό διαμορφώθηκε ἡ πρώτη κατακόμβη τοῦ Ἀγῶνος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων καί τό πρῶτο (χρονολογικά) Παρεκκλήσιο τῆς Μονῆς, πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Μεγαλομάρτυρος Μηνᾶ.
Ἀρχομένου τοῦ ἔτους 1927 ἀγοράσθηκε ἀπό τήν Μαρίνα Σουλακιώτου (ἔπειτα Γερόντισσα Μαριάμ), ἔκτασις 7 στρεμμάτων (μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 155 συμβόλαιο τῆς 28. 4. 1927, τοῦ Συμβολαιογράφου Κερατέας Παναγιώτου Κουσουλάκου). Τό ἴδιο ἔτος ἔγιναν ἄλλες δύο ἀγορές στό ἴδιο ὄνομα (ἀριθμ. Συμβολαίων 165/24.5.1927 καί 212/8.8.1927).
Οἱ ἱδρύτριες μοναχές τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας - ὅπως προκύπτουν ἀπό τό ἰδιωτικό συμφωνητικό τῆς 7ης Ἀπριλίου 1927, μέ τό ὁποῖο ἀποφασίσθηκε ἡ ἵδρυσις τῆς Μονῆς καί οἱ ὅροι λειτουργίας της - ἦσαν οἱ: 1. Μαρίνα ἤ Μαριάμ Σουλακιώτου τοῦ Δημητρίου. 2. Εἰρήνη ἤ Εὐφροσύνη Μενδρινοῦ τοῦ Ἐμμανουήλ. 3. Μαρία ἤ Μακαρία Τσαγκάρη τοῦ Δημητρίου. 4. Παναγιώτα ἤ Διονυσία Βουνισάκου. 5. Μαρία ἤ Μαρία Φαμέλη. 6. Ἀσημίνα ἤ Ξένη Ταμπακάκη. 7. Ἑλένη ἤ Συγκλητική Καρπαθάκη τοῦ Κωνσταντίνου (κατά σάρκα ἀνηψιά τοῦ Ἁγίου Πατρός, κόρη τοῦ ἀδελφοῦ του Ἱερέως Κωνσταντίνου Καρπαθάκη, Δασκάλα στό ἐπάγγελμα).
Ἡ ἀνέγερση τῆς Μονῆς, πρός τιμήν τῶν Εἰσοδείων τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τήν ἐπωνυμία «Παναγία Πευκοβουνογιάτρισσα», ἄρχισε μέ πολλές δυσκολίες. «Ὑποτρέμων ἐκ τῆς συγκινήσεως – γράφει ὁ Πρωθιερεύς Εὐγένιος - ἔθετο, ἐπ’ εὐλογίᾳ, τόν θεμέλιον λίθον. Ἐν ταυτῶ ἤρξατο ἐν μυρίαις προφυλάξεσιν διά τόν φόβον τῶν διωκτῶν, ἡ ἀνοικοδόμησις τῶν πρώτων κελλίων τῆς σημερινῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς τῆς Μονῆς, τήν δέ 8ην Μαϊου 1928, ἡμέραν ὑπό τοῦ Θεοῦ σεσημασμένην, ἐγκατεστάθησαν εἰς τά κελλία ταῦτα πρός ἰσόβιον ἐγκαταβίωσιν ὁ ἀοίδημος Ὅσιος Πατήρ καί αἱ ἑπτά πρῶται Μοναχαί, μετά τῆς ἐπιστατούσης αὐτάς Γεροντίσσης, ἀξιομακαρίστου ἀδελφῆς ἡμῶν Μαριάμ Σουλακιώτου» (Πρωθ. Εὐγενίου αὐτ. σελ. 12).
«Διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων» ἡ πρώτη πτέρυγα τῆς μονῆς (ἐκείνη τοῦ ἁγ. Μηνᾶ), κτίσθηκε σάν ἀποθήκη. Λόγῳ ἐλλείψεως οἰκονομικῶν πόρων, ἡ ἀνέγερση τῶν πρώτων αὐτῶν κελλιῶν ἔγινε μέ τήν σκληρή προσωπική ἐργασία τῶν ἀδυνάτων μοναζουσῶν, οἱ ὁποῖος μετέφεραν μέ ζεμπίλια ἀπό τήν θάλασσα στή μονή, τήν ἀπαραίτητη ἄμμο καί τά χαλίκια! «Οὐδείς κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου – συνεχίζει ὁ Πρωθ. Εὐγένιος – θά δυνηθῆ νά ἀποδωση, πεζῶς ἤ στιχηρῶς, τήν ἐποποιΐαν, τήν ἀνάτασιν, τό θεῖον μένος, τήν ἐμμονήν, τήν προσκαρτέρησιν, τήν παραναλωματικήν θυσίαν τῶν μοναζουσῶν, ἁπαξαπασῶν, αἱ ὁποῖαι, μιᾶ ψυχῆ καί μιᾶ καρδίᾳ, ἁπαξαπλῶς, οὐδενός ἐφείσθησαν κόπου διά νά φέρωσιν εἰς πέρας τήν ἀποστολήν ἀνεγέρσεως ἱερῶν σκηνωμάτων καί πυργώσεως τῶν Ἱερῶν τοῦ Κυρίου ἐπί λατρείᾳ συγκροτημάτων.
Ἔφερον ἐπ’ ὤμου αἱ μοναχαί σίδηρα και λίθους, ξυλείαν καί πλίνθους, ἀσκούς κονιάματος καί πᾶν, ὅ,τι συνέβαλλεν εἰς τήν οἰκοδομήν τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Μονῆς, καλλιστεύματος τῆς Πίστεως καί ὡραΐσματος τῆς Ὀρθοδόξου καί κατ’ ἀκρίβειαν δεήσεως.
Οἱ ἀσθενεῖς καί κατεσκληκότες ὦμοι τῶν μοναζουσῶν, πεφορτισμένοι ὑπό δυσβαστάκτων φορτίων, ἤθλησαν, πίστει δυναμούμενοι, ὥστε ἐξ’ ἱκανῆς ἀποστάσεως καί ἐδάφους ἀνωφεροῦς, νά μεταφέρουν ὑψηλά, εἰς τήν Ἱεράν Μονήν, τήν οἰκοδομήσιμον ὕλην, σμυρίδας (ζεμπίλια) ἄμμου καί χάλικος ἐκ τοῦ αἰγιαλοῦ εἰς τόν λόφον, ἔνθα νῦν ἐπιχαρίτως προβάλλει τήν ἐξαίσιαν αὐτῆς θέαν ἡ κιβωτός αὕτη τῆς Χάριτος.
Αἷμα καί δάκρυα συνώδευον ἀνά πᾶν βῆμα, τόν ἐργώδη μόχθον πρός ἀνοικοδόμησιν. Ἀρκεῖ νά ἀναλογισθῆ τις, ὅτι ἐδέησε νά κρημνησθῆ, κυριολεκτικῶς, τό ὄρος διά νά ἱσοπεδωθῆ τό ἔδαφος καί οἰκοδομηθῆ ἐπ’ αὐτοῦ ὁ Οἶκος Κυρίου καί τά συγκροτήματα καί παρακολουθήματα αὐτοῦ. Ὁ βράχος ὑπέκυψεν εἰς τήν πίστιν καί τό ὄρος ἐνέδωσεν εἰς τήν προσευχήν(Πρωθ. Εὐγενίου αὐτ. σελ. 15 – 16).
Τίς βαρειές οἰκοδομικές ἐργασίες τῆς Μονῆς ἔκαναν οἱ ἄνδρες τῆς συνοδείας τοῦ Ἁγίου Πατρός (ἀργότερα, μετά τό 1934, Μοναχοί, Ἱερομόναχοι, ἀλλά καί Ἐπίσκοποι, ἀδελφοί τῆς Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ). Γιά τούς «ἐργάτες» αὐτούς εἶχαν κατασκευαστεῖ καλύβες στό δάσος γύρω ἀπό τήν Μονή, ὅπου οἱ ἀγωνιστές αὐτοί ἔζησαν κάτω ἀπό πολύ δύσκολες καί σκληρές συνθῆκες.
Ἡ ἵδρυση τῆς Μονῆς καί ἡ φήμη τῆς ἁγιότητος τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου ἄρχισε νά προσελκύει πολλούς θεοσεβεῖς καί φιλομονάχους, ἄνδρες καί γυναῖκες. Ἔτσι πολύ σύντομα οἱ ἄλλωστε πτωχές καί πενιχρές κτηριακές ἐγκαταστάσεις ἀποδείχθηκαν ἀνίκανες νά στεγάσουν τό πλήθος τῶν προσερχομένων. Ἔτσι ἄρχισε ἡ ἀνέγερση τοῦ Ἱεροῦ Παρθενῶνος τῆς Μονῆς. Ὁ Ἅγιος Πατήρ τόν θεμελίωσε σέ σχῆμα τετραγώνου μέ ἐσωτερική αὐλή, διαστάσεων 33 Χ 33 μέτρων, σέ ἀνάμνηση τῶν ἐτῶν τῆς ἡλικίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέχρι τήν κοίμησή (τό 1950) ὁ Παρθενώνας εἶχε διαμορφωθεῖ καί περιλάμβανε πολλά κελλιά, τήν Τράπεζα καί ἐργαστήρια.
«Ὁ Παρθενών – γράφει ὁ Πρωθ. Εὐγένιος – σύγκειται ἐκ τριῶν ὀρόφων, καλλιπρεπῶν εἰς τήν ὄψιν καί ἐξαισίως διατεταγμένων…Ὁ Παρθενών, εἰς ὅν εἰσερχόμεθα διά δευτέρας σιδηρᾶς πύλης, προβάλλει ὄντως μεγαλοπρεπής, διδάσκων τά κατορθώματα τῆς πίστεως καί τᾶς ἀφοσιώσεως πρός τόν Θεόν. Ἄνωθεν τῆς δευτέρας αὐτῆς πύλης εὕρηται εἰκών τῶν Εἰσοδείων τῆς Θεοτόκου, ἀναγράφουσα ὕπερθεν τό προαιώνιον σύνθημα τῆς ὄντως Μοναστικῆς Ὀρθοδόξου Ἑλλη-νικῆς Πολιτείας: «ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ἤ ΘΑΝΑΤΟΣ»… Ἡ εἴσοδος ἐπιτρέπεται μόνον εἰς ὥρας καταλλήλους καί ὑπό συνοδείαν ἀδελφῆς τοῦ Ξενῶνος, πάντοτε δέ κατόπιν εὐλογίας τῆς Γεροντίσσης… Ἐν τῶ μέσῳ αὐτοῦ λευκάζοντες, ἐν θεσπεσίᾳ ἁρμονίᾳ πρός τό περιβάλλον καί τήν ἔμψυχον καί ἄψυχον περισσέουσαν ὁσιότητα, προβάλλουν οἱ τάφοι τῶν κτιτόρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, Ὁσίου Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν Ματθαίου καί τῆς ἐν Κυρίῳ κοιμηθείσης Γεροντίσσης Μαριάμ» (Πρωθ. Εὐγενίου αὐτ. σελ. 22 - 24).
Στήν ΒΑ ἄκρη τῆς πρώτης (βόρειας) πτέρυγας τοῦ Παρθενώνος διαμορφώθηκε (ὅπως προαναφέρθηκε) ὁ πρῶτος Ναός τῆς Μονῆς, τό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μεγαλομάρτυρος Μηνᾶ, «πρός τήν ἱεράν μνήμην τοῦ ὁποίου ὁ Πατήρ ἡμῶν Ματθαῖος μεγίστην ἔτρεφε καί ἀνεκλάλητον εὐλάβειαν. Καί τό θεοσκέπαστον τοῦτο Ναΐδριον ἐπρόκειτο νά καταστῆ ἡ περικλεής Ἱερά Κατακόμβη τοῦ Ἀγῶνος ἡμῶν, ἐν τῆ ὁποίᾳ τά μέγιστα τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων ἐτελεσιουργηθήσαν. Ἀληθής πρωτοχριστιανική κατακόμβη, περιδόξαστος καί περικλεής, ἐγένετο τό Ναΐδριον τοῦτο, κέντρον πανιέρων προσευχῶν καί δεήσεων καί στοχασμῶν κατά τάς Θείας Λειτουργίας, ὅτε ἡ Ἀναίμακτος Θυσία, ὡς ὕμνος καί αἶνος πρός οὐρανόν ἀνεπέμποντο, εἰς εὐχαριστίαν πολλήν» (Πρωθ. Εὐγενίου αὐτ. σελ. 14).
Τό Ἱερό Βῆμα τοῦ Παρεκκλησίου τοῦ ἁγ. Μηνᾶ ἔχει κατεύθυνση πρός τά ἀνατολικά, κατά τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ὁ κυρίως ναός του – λόγῳ τῆς διαμορφώσεως τοῦ ἐδάφους - ἔχει κατεύθυνση βορειαδυτική. Πρόκειται γιά τό ἐπίμηκες ἰσόγειο τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς τοῦ Ἱεροῦ Παρθενῶνος τῆς Μονῆς. Εἶναι διακοσμημένο μέ σειρά ἀξιολόγων φορητῶν εἰκόνων καί ἀποπνέει ἄρωμα κατανύξεως καί ἁγιότητος. Πρόκειται γιά ἕναν τόπο στόν ὁποῖο πραγματικά ἀναπαύθηκε ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ.
Στό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μηνᾶ ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος λειτούργησε γιά πρώτη φορά τόν Μάρτιο τοῦ 1928. Ἔκτοτε καί μέχρι τήν ἀνέγερση τοῦ λαμπροῦ Καθολικοῦ τῶν Εἰσοδείων τῆς Θεοτόκου, στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ’70, τό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μηνᾶ ἦταν ὁ πρῶτος Μητρολιτικός Ναός τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στόν ὁποῖο ἔγιναν οἱ χειροτονίες 8 Ἐπισκόπων: Κατά τήν ἀνασυγκρότητη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τό ἔτος 1952, τῶν Ἀρχιερέων Μεσσηνίας Χρυσοστόμου (+ 1956), Βρεσθένης Ματθαίου Β’ (+ 1963), Θηβῶν Ἰωάννου (+ 1964), Ἀττικῆς Μελετίου (+ 1966) καί Τρίκκης Βησσαρίωνος (+ 1977). Καί τό ἔτος 1957 τῶν Ἀρχιερέων Πειραιῶς Ἀνθίμου (1958), Σαλαμῖνος Θεοκλήτου (1958) καί Τήνου Ἀγαθαγγέλου (ἔπειτα Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, + 1967).
Τό ἔτος 1930 ἄρχισαν οἰκομικές ἐργασίες ΒΑ τοῦ Παρθενῶνος, γιά τήν στέγαση μοναζουσῶν γεροντικῆς ἡλικίας, ἀνικάνων πρός ἐργασία καί ἀσθενῶν. Στό ἐσωτερικό αὐτοῦ τοῦ Γηροκομείου – Νοσοκομείου διαμορφώθηκε τό Παρεκκλήσιο τῆς ἁγ. Ματρώνας, γιά τήν λειτουργική ἐξυπηρέτηση τῶν ἐκεῖ νοσηλευομένων ἀδελφῶν. Ἡ πτέρυγα αὐτή ἀντικαταστάθηκαν κατά τήν δεκαετία τοῦ ’60 μέ νέα, συγχρόνου κατασκευῆς καί προδιαγραφῶν. Στό Παρεκκλήσιο αὐτό «ἀπόκειται θαυματουργός εἰκών τῆς ἁγ. Ματρώνης, βλύζουσα ἰαμάτων, ἐκ Χίου μετενεχθεῖσα καί θαυμάσια ἀεί ἐπιτελοῦσα εἰς τούς ἐπικαλουμένους αὐτήν πιστούς, μοναχούς, λαϊκούς καί κληρικούς» (Πρωθ. Εὐγενίου αὐτ. σελ. 16).
Νότια τῆς Μονῆς καί ἔξω ἀπό τόν περίβολο, ὑπῆρχε ἡ ἀπαραίτητη γιά τήν λειτουργία τοῦ συγκροτήματος πηγή νεροῦ. Ἡ πηγή αὐτή δι’ εὐχῶν τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου ἀναδείχθηκε νέα Πηγή Σιλωάμ, ἀφοῦ μέ τό νερό της ἡ Χάρις τῆς Παναγίας ἐλέησε πολλούς ἀσθενεῖς. Ἡ θαυματουργική χάρις τῆς πηγῆς ἐκδηλώθηκε ἀρχικά σέ μία ἄτεκνη γυναῖκα. Ἡ γυναῖκα αὐτή μετά ἀπό πολλές προσπάθειες νά ἀποκτήσει παιδί, ἄκουσε γιά τήν ἁγιότητα τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, μέ τήν ἐλπίδα ἑνός θαύματος. Ὁ Ἅγιος Πατήρ ἀφοῦ ἄκουσε τό αἴτημά της τῆς διάβασε κάποιες εὐχές, τήν διαβεβαίωσε γιά τήν δύναμη τῆς προσευχῆς καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τό πλάσμα Του καί τήν ἔστειλε νά πιεῖ νερό ἀπό τήν πηγή. Ἕνα μῆνα ἀργότερα ἡ γυναῖκα ἐπέστρεψε χαρούμενη στό μοναστήρι καί ἀνακοίνωσε ὅτι εἶχε συλλάβει παιδί! Ὅταν τό θαῦμα αὐτό ἄρχισε νά διαδίδεται, τό μοναστήρι ἔγινε τόπος προσκυνήματος. Πολλές ἄτεκνες γυναῖκες ἔφταναν στό μοναστήρι καί ζητοῦσαν τήν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Πατρός καί ἐκεῖνος ἀφοῦ τούς διάβαζε τίς σχετικές εὐχές, τίς ἔστελνε νά πιοῦν νερό τῆς πηγῆς, μέ βεβαιότητα στή δύναμη τῆς Παναγίας καί κατά τήν πίστι τῶν προσερχομένων ἡ Παναγία θαυματούργησε πολλές φορές.
Παράλληλα ἄρχισε νά διαδίδεται καί ἡ φήμη τοῦ κατά τῶν πονηρῶν πνευμάτων χαρίσματος τοῦ Ἁγίου Πατρός. Ἔτσι πολλοί συγγενεῖς πασχόντων νά τούς φέρνουν στό μοναστήρι, μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἀπαλλαγῆς τους ἀπό τήν δαιμονική ἐπιρροή. Σεβόμενος ὁ Ἅγιος Πατήρ τήν ἰδιαιτερότητα τοῦ προβλήματος, δέν κρατοῦσε τούς πάσχοντες «μέσα στόν κόσμο». Οἱ πάσχοντες καί οἱ συγγενεῖς τους διέμεναν στόν Ξενῶνα καί οἱ πιό ἐπικίνδυνοι ἀπό αὐτούς, μέχρι τήν θεραπεία τους, δένονταν στήν πηγή μέ ἁλυσίδα (ἡ ὁποία σώζεται μέχρι σήμερα)!
Κατά τούς λόγους τοῦ Κυρίου καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ θεραπεία πασχόντων ἀπό δαιμονική ἐπιρροή ἀπαιτοῦσε πολύ προσευχή καί μεγάλη νηστεία. Καί ἐπειδή οἱ ἴδιοι οἱ πάσχοντες δέν μποροῦσαν νά προσευχηθοῦν καί νά νηστέψουν λόγῳ τῆς καταστάσεώς τους, ἔπρεπε νά νηστεύψουν καί νά προσευχηθοῦν οἱ συγγενεῖς, ἡ ἀδελφότητα τῆς Μονῆς, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Πατέρας, στή δύναμη τῶν εὐχῶν τοῦ ὁποίου προσέφευγαν οἱ πάσχοντες.
Παλαιές μοναχές τῆς Μονῆς ἔλεγαν, ὅτι τά «σαραντάρια» (40 ἡμέρες αὐστηρῆς νηστείας – ξηροφαγίας μέ ψωμί καί νερό μία φορά τήν ἡμέρα!), οἱ ἀγρυπνίες, τά κομποσχοίνια καί οἱ μετάνοιες, ἦταν κάτι συνηθισμένο στό μοναστήρι τήν ἐποχή τοῦ Ἁγίου Πατρός, διότι πάντοτε ὑπῆρχαν πάσχοντες γιά τούς ὁποίους ζητοῦσαν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἐμφανής χάρις τῆς Παναγίας στό χῶρο τῆς πηγῆς ὁδήγησε τόν Ἅγιο Πατέρα τό 1932 στήν ἀνοικοδόμηση τοῦ Παρεκκλησίου τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Τό Παρεκκλήσιο αὐτό χρησιμοποιοῦνταν γιά τίς λειτουργικές ἀνάγκες τῶν προσκυνητῶν πού φιλοξενοῦνταν στόν Ξενῶνα. Τό 1941, ζῶντος τοῦ Ἁγίου Πατρός, τό Παρεκκλήσιο ἀνακαινίσθηκε ἐκ βάθρων καί διαμορφώθηκε σέ μεγάλο πετρόκτιστο ναό Βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, ὅπου ἐκτός τῆς κεντρικῆς Ἁγίας Τραπέζης πρός τιμήν τῆς Ζωοδόχου πηγῆς, διαμορφώθηκαν καί τά Παρεκκλήσια τῆς Κοιμ. Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας καί Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας.
Μέχρι τήν δεκαετία τοῦ ’70, κατά τήν ὁποία κτίσθηκε τό Καθολικό τῶν Εἰσοδείων τῆς Θεοτόκου, ὁ Ναός τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς ἀποτελοῦσε τόν μοναδικό μεγάλο ναό τῆς Μονῆς.
Τό 1933, πάνω ἀπό τό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μηνᾶ, ἐσωτερικά στήν αὐλή τοῦ Παρθενῶνος, διαμορφώθηκε τό Παρεκκλήσιο τῆς ἁγ. Μεγαλομ. Μαρίνης, γιά τίς θερινές ἀκολουθίες τῆς ἀδελφότητος, τίς ὁποίες οἱ πολυπληθεῖς μοναχές παρακολουθοῦσαν ἀπό τήν αὐλή. «Τό Παρεκκλήσιον τοῦτο – γράφει ὁ Πρωθ. Εὐγένιος - ἐπέπρωτο, χάριτι Θείᾳ, νά προσλάβη ἰδιάζουσαν ἰστορικήν ἀξίαν διά τήν ἀκριβῆ καί ἀπαρέγκλητον Ὀρθοδοξίαν, γενόμενον ἱερόν τελεσιουργιῶν τῶν πρώτων χειροτονιῶν Ὀρθοδόξων Ἀρχιερέων τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, τελεσθεισῶν ἐν ἔτει 1935, ὅτε καί ἐχειροτονήθη ὁ ἀείμνηστος ἡμῶν πατήρ Ματθαῖος, ὡς Ἐπίσκοπος τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Βρεσθένης» (Πρωθ. Εὐγενίου αὐτ. σελ. 16). Τό Παρεκκλήσιο τῆς ἁγ. Μαρίνης ὀνομάζεται καί «Παρεκκλήσιο τῶν Χειροτονιῶν» λόγῳ τῶν Ἐπισκοπικῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935, ἀλλά καί λόγῳ τῶν χειροτονιῶν ἄλλων κληρικῶν καί τῆς μεγαλοσχημίας (κουρᾶς) μοναζουσῶν.
Τό 1939 καί ἐνῶ εἶχε ἤδη διαμορφωθεῖ τό Δεσποτικό τῆς Μονῆς, οἰκοδομήθηκε «ὕπερθεν αὐτοῦ» τό Παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Τριάδος, «τό καί θεαματικώτερον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ὡς ἐν περιόπτῳ σημείῳ ἐκτισμένον καί παρέχων ἔκλαμπρον τήν θέαν, καθ’ ὅλην τήν γύρωθεν περιοχήν» (Πρωθ. Εὐγενίου αὐτ. σελ. 16). Τό Παρεκκλήσιο αὐτό ἁγιογραφήθηκε ἀπό Ρώσο ἁγιογράφο, Λοχαγό τοῦ Τσαρικοῦ Στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ὄντας ἐξόριστος στή Δύση, βρῆκε καταφύγιο στή Μονή, ὅπου ἔμεινε τρία χρόνια, «ἀναπαυόμενος καί παρηγορούμενος ἐκ τῶν κακουχιῶν τοῦ πολέμου».
Τό Δεσποτικό τῆς Μονῆς «εὕρηται δεξιά τῆς κυρίας εἰσόδου τοῦ Παρθενῶνος ἤ δευτέρας πύλης» καί ἀποτελεῖται ἀπό τό κελλί καί τό γραφεῖο τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου. Σ’ αὐτό «εὑρίσκονται θαυμάσιαι Βυζαντιναί εἰκόνες, ἔργα τῆς ἁγίας χειρός τοῦ εἰς Κύριον κοιμηθέντος Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν Ματθαίου, ἀρίστου ἁγιογράφου, πλουσίως παρά τοῦ Κυρίου ἐλεηθέντος, ἔτι καί διά τοῦ ὑπερόχου τούτου ταλάντου. Τά περιώνυμα ταῦτα ἔργα, τά ἐμποιοῦντα θεόφρονα θαυμασμόν, οὐ μήν ἀλλά καί δέος διά τό βύθιον τοῦ ἐνορατικοῦ στοχασμοῦ, τοῦ ἐνθυμίζοντος ἐκστάσεις Προφητῶν, εἶναι ἡ Δευτέρα Παρουσία, τό Ἅγιον Μανδήλιον καί ἡ ἁγία Θεοπρομήτωρ Ἄννα, εἰς δέ τό γραφεῖον τοῦ ἀειμνήστου ἡ μεγαλοπρεπής εἰκών τοῦ Κριτηρίου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, παριστῶσα τόν Πιλάτον, τούς Ἰουδαίους, τήν Κρίσιν καί στήν Σταύρωσιν Αὐτοῦ καί τήν ἀναπαράστασιν ἐν λεπτομερείας τῶν παθημάτων τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν. Ἀλλά καί ἄλλαι πολλαί εἰκόνες, ἔργα Βυζαντινῆς τέχνης, θαυμάζονται πάντοτε ὑπό τῶν εὐσεβῶν προσκυνητῶν ἐν τῶ γραφείῳ τούτῳ τοῦ ἀοιδήμου ἡμῶν καί Ὁσίου Ἡγέτου» (Πρωθ. Εὐγενίου αὐτ. σελ. 23 – 24).
«Περί τό τέλος τοῦ σωτηρίου ἔτους 1939 καί πρίν ἤ ἡ λαῖλαψ τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ἀναφλέξη τήν Οἰκουμένην, ἡ Ἱερά ἡμῶν Μονή εἶχεν ὁπωσδήποτε ἀπό οἰκοδομικῆς πλευρᾶς ἀποκατασταθεῖ. Κελλία ἀρκετά εἶχον κτισθῆ διά τήν ἐγκατάστασιν τῶν μοναζουσῶν καί τά ἀναγκαῖα παρεπόμενα εἶχον οἰκοδομηθεῖ, ὡς Τράπεζα, μαγειρεῖα, πλυντήρια, ἐργαστήρια ἐνδυμάτων, κλίβανοι, ἐργαστήρια ὑποδημάτων, πλεκτικῆς κ.λ.π., οὐ μήν καί ὁ Ξενών, ἔξωθι τοῦ περιβόλου τῆς Μονῆς, διά τήν φιλοξενίαν τῶν προσκυνητῶν.
Ταῦτα πάντα, ἐκ πρώτης ὄψεως ἐμφαίνονται ἀρκετά καί ἱκανοποιητικά, ἀληθῶς ὅμως εἶναι λίαν ἀνεπαρκῆ διά τήν ἀνάπτυξιν τῆς πνευματικῆς δραστηριότητος τῆς Μονῆς καί τήν διαμονήν τῶν μοναζουσῶν τῆς Ἱερᾶς Ἀδελφότητος, ὧν ὁ ἀριθμός κυμαίνεται πάντοτε καί πέραν τοῦ ὁρίου τῶν 300 μοναζουσῶν» (Πρωθ. Εὐγενίου αὐτ. σελ. 18).

Ἡ Ἱερά Μονή Μεταμ. Σωτῆρος Κρονίζης Κουβαρᾶ Ἀττικῆς (1934 - 1950)
Πέραν ὅμως τῶν φιλομονάχων γυναικῶν, ἤδη ἀπό τήν περίοδο τῆς πρώτης ἐξόδου τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου στόν κόσμο (1911), εἶχαν ἐλκυσθεῖ ἀπό τήν ὁσιακή του βιοτή στή μοναχική πολιτεία καί πολλοί εὐσεβεῖς ἄνδρες. Οἱ ἄνδρες αὐτοί, ἀπό τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας (1927) ἐγκαταβίωσαν σέ πρόχειρα οἰκήματα ἐκτός τῆς μονῆς, ἐργαζόμενοι σκληρά γιά τήν ἀνοικοδόμησή της.
Τό πλήρωμα τοῦ χρόνου γιά τήν ἵδρυση ἀνδρικῆς μονῆς ἦρθε τό 1934. Τότε ἀγοράσθηκαν 800 στρέμματα ἀγροτικῆς καί δασικῆς περιοχῆς, στή θέση Κρόνιζα τῆς κοινότητος Κουβαρᾶ (ἰδιοκτησίας τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς Ἰω. Δροσοπούλου) καί ἱδρύθηκε ἡ Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος, κοντά σέ πηγή νεροῦ. Στίς πρῶτες πτωχές καί πενιχρές ἐγκαταστάσεις τῆς μονῆς (δύο παλαιά οἰκήματα πού προυπῆρχαν μέσα στήν περιοχή), ἐγκαταβίωσαν ἀρχικά περί τούς 25 μοναχούς, οἱ ὁποῖοι γιά τίς καθημερινές ἀκολουθίες χρησιμοποιοῦσαν τό ἐξωκκλήσιο τοῦ ἁγ. Νικολάου (ὑπαγόμενο στήν ἐνορία Κουβαρᾶ).
Στό σημεῖο πού ἱδρύθηκε ἡ Μονή ἀρχικά ὑπῆρχε δάσος. Ὅταν ἦρθε ὁ Ἅγιος Πατέρας, ζήτησε καί ἔφτιαξαν μία καλύβα ἀπό κλαδιά. Μέσα σ’ αὐτή τήν καλύβα ἔβαλε «Εὐλογητός», εἶπε τά Εἰρηνικά κ.λ.π. «Ἐδῶ πού εἶναι ἡ καλύβα - εἶπε προφητικά – θά γίνει ἡ ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος». Ἡ προφητεία αὐτή ἐκπληρώθηκε πολύ ἀργότερα, κατά τήν δεκαετία τοῦ 1980, μέ τήν ἀνέγερση τοῦ λαμπροῦ Καθολικοῦ πρός τιμήν τῆς Θείας Μεταμορφώσεως.
Τό ἔτος 1939 καί ἐνῶ οἱ μοναχοί ἦσαν περίπου 40, οἰκοδομήθηκε τό πρῶτο (χρονολογικά) οἴκημα τῆς μονῆς, μέ ἐσωτερικό Παρεκκλήσιο ἀφιερωμένο στόν ἅγ. Εὐαγγελιστή Ματθαῖο. Στή συνέχεια στήν κορυφή τοῦ λόφου πού δεσπόζει τῆς περιοχῆς, οἰκοδομήθηκε τό Παρεκκλήσιο τοῦ Προφήτη Ἠλία, στό ὁποῖο τό 1948 τελεσιουργήθηκαν οἱ ἱστορικές Ἐπισκοπικές χειροτονίες τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τίς ὁποίες ὁ ἀοίδημος Πατήρ Ματθαῖος, ἤδη Ἐπίσκοπος Βρεσθένης, μετέδωσε τήν γνησία καί ἀνόθευτο Ἀποστολική Διαδοχή, τήν ὁποία εἶχε λάβει κατά τήν ἐπισκοπική χειροτονία του τό 1935.
Τό ἔτος 1948 ὁ Ἅγιος Πατήρ ἔθεσε τόν θεμέλιο λίθο τῆς κυρίως μονῆς. Ἐπιθυμία του ἦταν νά οἰκοδομηθεῖ κατά τό πρότυπο τῶν μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους σέ σχῆμα τετραγώνου, μέ τό Καθολικό στό κέντρο του. Ὡς πρός τίς διαστάσεις ἤθελε νά εἶναι 99 Χ 99 μέτρα, πρός τιμήν τῶν Ὁσίων 99 Πατέρων Κρήτης, ὅμως ἡ μορφολογία τοῦ ἐδάφους περιώρισε τήν οἰκοδομή στά 70 Χ 70 μέτρα. Μέχρι τήν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Πατρός τό 1950, εἶχαν οἰκοδομηθεῖ δύο ὄροφοι τῆς βορεινῆς πτέρυγας, μέ τό Παρεκκλήσιο τῶν Ὁσίων 99 Πατέρων, 25 κελλιά καί βοηθητικοί χώροι.
Ἀρχικά ἡ ἡγουμενεία τῆς Μονῆς Μεταμοφώσεως ἀνατέθηκε ἀπό τόν Ἅγιο Πατέρα στόν παλαιό του γνώριμο Λάκωνα κληρικό ἀρχιμ. Βίκτωρα Μπουλοῦκο (προερχόμενο ἀπό τήν Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου Καστρίου Κυνουρίας), ὁ ὁποῖος ἡγουμένευσε μέχρι τήν κοίμησή του, τό 1941. Στή συνέχεια ἡγουμένευσε ὁ Προηγούμενος τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος Ἁγίου Ὄρους καί στενός συνεργάτης τοῦ Ἁγίου Πατρός ἀρχιμ. Γεδεών Πάσιος, ὁ ὁποῖος τό 1948 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος μέ τό ὄνομα Σπυρίδων, ὑπό μόνου τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου. Γιά μιρκό διάστημα ἡγουμένευσε στή Μονή καί ὁ Ἱερομ. Ἀντώνιος Θανάσης (ὅταν ὁ Καθηγούμενος Γεδεών εἶχε ἀποσταλεῖ γιά ἐκκλησιαστική ὑπηρεσία στή Μακεδονία). Τό 1950, ἔτος κοιμήσεως τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, οἱ μοναχοί τῆς Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως ἦσαν περίπου 170.
Ἡ Μονή Μεταμορφώσεως κτίσθηκε μέ πολλές δυσκολίες, κυρίως μέ τήν προσωπική ἐργασία τῶν ἐκεῖ ἐγκαταβιούντων καί ἀσκουμένων πατέρων. Τό Τυπικό τῶν Ἀκολουθιῶν καί τῆς μοναστικῆς ζωῆς εἶναι αὐτό τῆς γυναικείας Μονῆς Παναγίας, πρέπει νά προστεθεῖ ὅμως ἡ σκληρή ἐργασία τῶν μοναχῶν (γεωργικές καί κτηνοτροφικές ἐργασίες, ἀλιεία, ἐσωτερικές διακονίες, ἀνοικοδόμηση, κ.λ.π.).
Ἐκτός ἀπό τήν κύρια μονή, γιά τίς ἀνάγκες τῆς ἀδελφότητος ὑπάρχουν καί δύο Μετόχια. Τό πρῶτο, πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, βρίσκεται ἔξω ἀπό τήν πόλη τῆς Κερατέας, στίς ὑπώριες τοῦ Ὄρους Ὄλυμπος. Ἐκεῖ ἀπό τήν ἐποχή τῆς Τουρκοκρατίας ὑπῆρχε ὁ ναός τοῦ Θεολόγου (ὑπαγόμενος στήν ἐνορία τῆς πόλεως). Λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς θέσεως καί τῆς πηγῆς νεροῦ πού ὑπῆρχε, ὁ Ἅγιος Πατήρ προχώρησε στήν ἀγορά 200 στρεμμάτων (κατάλληλων γιά γεωργικές ἐργασίες) καί στήν ἀνέγερση ἐγκαταστάσεων. Τό μετόχι αὐτό ἦταν γνωστό σάν «Μετόχι τῶν ἀσθενῶν καί τῶν τιμωρημένων», διότι σ’ αὐτό ἐγκαταβιοῦσαν οἱ ἀσθενεῖς μοναχοί μέχρι τήν ἀποθεραπεία τους, ἀλλά καί οἱ μοναχοί πού εἶχαν ἐπιτίμιο, μέχρι τήν ἐκτέλεση τοῦ κανόνα πού τούς εἶχε ἐπιβληθεῖ.
Στήν κορυφή τοῦ παρακείμενου τοῦ μετοχίου λόφου ὁ Ἅγιος Πατέρας οἰκοδόμησε Ἱερό Κάθισμα, στό ὁποῖο συνήθιζε νά ἡσυχάζει. (Ἀργότερα, στή δεκαετία τοῦ ‘80, ὁ διάδοχος τοῦ Ἁγίου Πατρός ἀρχιεπ. Ἀνδρέας, ἀνοικοδόμησε τό Κάθισμα καί ἀνήγειρε δύο παρεκκλήσια, πρός τιμήν τοῦ Εὐγγ. Ματθαίου, τό ὁποῖο καί ἐγκαινίασε, καί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Τήν ἴδια περίοδο ἀνήγειρε καί τό Παρεκκλήσιο τῆς Γεννήσεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στό χῶρο τῶν ἀρχικῶν ἐγκαταστάσεων τοῦ Μετοχίου).
Τό δεύτερο μετόχιο τῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως δημιουργήθηκε στήν πόλη τῶν Θηβῶν καί διαθέτει Παρεκκλήσιο πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Μεγαλομ. Γεωργίου. Σκοπός τῶν ἐκεῖ ἐγκαταβιούντων μοναχῶν εἶναι ἡ καλλιέργεια τῶν κτημάτων πού διαθέτει ἡ Μονή στήν περιοχή τῶν Θηβῶν. Μέχρι τήν ἀνέγερση τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγίων Ταξιαρχῶν, τό μετόχι ἐξυπηρετοῦσε καί τίς ἀνάγκες τῶν Ὀρθοδόξων τῶν Θηβῶν.
Στή Μονή Μεταμορφώσεως, ἐμπνεόμενοι ἀπό τήν ὁσιακή βιοτή τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ἀσπάσθηκαν τόν μοναχικό βίο ὁλόκληρες οἰκογένειες. Εἶναι χαρακτηριστικές οἱ περιπτώσεις τοῦ Μοναχοῦ Βίκτωρος Ματθαίου (ἀρχικά στενοῦ συνεργάτου τοῦ Ἁγίου Πατρός, ἀλλά μετά τήν κοίμησή του ἀποστάτου καί σκανδαλοποιοῦ), ὁ ὁποῖος μόνασε τό 1934 μαζί μέ τήν 12μελή οἰκογένειά του!, καθώς καί τῆς οἰκογενείας Μπαλτσάκη ἀπό τήν Φτέρη Σπερχειάδος, τῆς ὁποίας ὁ πατέρας, ἡ μητέρα καί πέντε ἀδελφοί ἔγιναν μοναχοί τό 1939 (ἀπό αὐτούς οἱ δύο ἀναδείχθηκαν Ἐπίσκοποι).
Ἡ Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως – τόσο ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ὅσο καί μεταγενεστέρως - ἀποτέλεσε γιά τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τό πνευματικό Της πανεπιστήμιο καί τό φυτώριο τῶν περισσοτέρων ἀγάμων κληρικῶν Της. Ἀπό τίς μοναχικές της τάξεις προῆλθαν μέχρι τό σχίσμα τοῦ 2005 οἱ ἀκόλουθοι 45 Κληρικοί:
Οἱ Ἀρχιερεῖς (ἀναφέρονται κατά τήν σειρά τῆς ἐπισκοπικῆς τους χειροτονίας) Τριμυθοῦντος Σπυρίδων (Πάσιος, 1948), Πατρῶν Ἀνδρέας, ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν (Ἀνέστης, 1948), Θεσσαλονίκης Δημήτριος (Ψαροθεοδωρόπουλος, 1948), Θηβῶν καί Λεβαδείας Ἰωάννης (Μπαλτσάκης, 1952), Τρίκκης καί Σταγῶν Βησσαρίων (Μπαλτσάκης, 1952), Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Μελέτιος (Κωστάκης, 1952), Μεσσηνίας Γρηγόριος (Ρούσσης, 1957), Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Ματθαῖος (Μακρῆς, 1973), Πειραιῶς καί Νήσων Νικόλαος (Μεσσιακάρης, 1973), Βρεσθένης Λάζαρος (Ἀθανασίου, 1973), Κρήτης Εὐμένιος (Σηφάκης, 1973), Σερβίων καί Κοζάνης Τίτος (Βλάχος, 1973), Περιστερίου Γαλακτίων (Γκαμίλης, 1995), Κίτρους καί Κατερίνης Γοργόνιος (Ζαρογιάννης, 1995), Βεροίας καί Ναούσης Ταράσιος (Καραγκούνης, 1995), Διαυλείας Ἀνδρέας (Σύρος, 1996) καί Φιλίππων Χρυσόστομος (Σύρος, 1995), συνολικῶς 17!
Οἱ Ἱερομόναχοι (ἀναφέρονται κατά σειράν ἐκδημίας) Ἰωακείμ Μπουρελάκης (+ 1940), Βίκτωρ Μπουλούκος (+ 1941), Θεοδόσιος, Ἀνανίας Πανουσόπουλος (+ 1966), Λουκᾶς Καραΐσκος (+ 1974), Κήρυκος Κοντογιάννης (+ 1974), Πολύκαρπος Ματθιούλης (+ 1981), Ἰωαννίκιος Μπεθάνης (+ 1982), Ἰωαννίκιος Παπαθανασίου (+ 1985), Γαβριήλ Χαραλάμπους (+ 1988), Ἰωνᾶς Μιχαηλίδης (+ 1991), Ἰωάσαφ Τσολάκης (+ 1994), Πέτρος Παπαϊωάννου (1995), Ἀβράμιος Μπαλτσάκης (1995), Παύλος Καραγκούνης (1995), Γρηγόριος Παναγιωτίδης (+ 1996), Θωμᾶς Γκαραγκούνης (+ 1999) καί Εὐλάμπιος Λάζαρης (+ 2002), συνολικῶς 18.
Ἀπό τούς παλαιούς πατέρες τῆς Μονῆς βρίσκεται στή ζωή ὁ Ἱερομ. Ἰωαννίκιος Μενιδιάτης (ἐφημέριος Μεγάρων).
Οἱ Ἱεροδιάκονοι Ρωμανός καί Οἰκουμένιος (Σαγώνας, + 1971).
Ἀκόμη, πρό τοῦ σχίσματος τοῦ 2005, χειροτονήθηκαν οἱ Ἱερομόναχοι Στέφανος καί Νεόφυτος Τσακίρογλου, Δαμασκηνός Πετρογέγας, Κυπριανός Φιλημέγκας, Λάζαρος Ἀθανασώφ (στή συνέχεια Ἐπίσκοπος Ἀμαθοῦντος Κύπρου) καί Ἀνανίας Πανάκος, καθώς καί ὁ Διάκονος Μεθόδιος Χούλης, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τό σημερινό ἱερατικό δυναμικό τῆς Μονῆς.
Τό Τυπογραφεῖο. Ἕνα πολύ σημαντικό τμῆμα τῆς προσφορᾶς τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ἀφορᾶ τό Ἐκκλησιαστικό Τυπογραφεῖο τό ὁποῖο λειτούργησε σέ εὐθύνη καί εὐλογία του τό 1940. Τό τυπογραφεῖο αὐτό ὁ μακάριος ἱδρυτής του τό ὀνόμασε πρός τιμήν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Πευκοβουνογιατρίσσης, ἀλλά λειτούργησε στίς ἐγκαταστάσεις τίς ἀνδρικῆς Μονῆς, μέ εὐθύνη τοῦ Μοναχοῦ Βίκτωρος Ματθαίου, ἐργαζομένων τῶν ἐκεῖ ἐνασκουμένων πατέρων.
Ἀπό τό τυπογραφεῖο αὐτό εἶδαν τό φῶς τῆς δημοσιότητος - παρά τήν Γερμανοϊταλική Κατοχή, τίς τεχνικές δυσκολίες καί τήν οἰκονομική δυσπραγία – μεγάλης πνευματικῆς σημασίας ἐκδόσεις, ὅπως τό Τετραυάγγελο (ἐγκολπίου σχήματος), τό Προσευχητάριο, τό Περιοδικό «Πολύτιμος Θησαυρός Μετανοίας» καί κυρίως ὁ «Μέγας Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἕνα ἔργο μνημειώδες γιά τήν ἐποχή του.
Ὁ Ἅγιος Πατήρ ἤθελε οἱ Χριστιανοί νά μελετοῦν συνεχῶς τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τό Εὐαγγέλιο. Ἀκόμη, κατά τήν διδασκαλία τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, νά τό ἔχουν πάντα μαζί τους ὡς «ἔνθεον φυλακτήριον». Ἔτσι τό 1941 ἐξέδωσε τό Τετραευάγγελο σέ ἐγκόλπιο σχῆμα, σέ χιλιάδες ἀντίτυπα καί τό ἔδιδε εὐλογία στούς πιστούς, οἱ μοναχοί καί οἱ μοναχές μάλιστα τό ἔφεραν πάντα στό στῆθος τους, σέ μία μικρή ὑφασμάτινη θήκη, γιά νά διαβάζουν καθημερινά ἕνα κεφάλαιο, κατά τήν ἐντολή πού τούς εἶχε δώσει.
Στό σφραγισμένο μέ τήν σφραγίδα του ἐσώφυλλο τῆς πρώτης ἐκδόσεως, τό ὁποῖο φέρει ἔντυπη τήν ὑπογραφή του, ὁ Ἅγιος Πατήρ ἔχει γράψει: «ΘΕΙΟΝ ΚΑΙ ΙΕΡΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ - Ἡ Ἀποκάλυψις Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου - Ὁ Βίος τῶν Εὐαγγελιστῶν – Κατά ἀρχαίαν ἔκδοσιν τῆς Βενετίας – ΦΥΛΑΚΤΗΡΙΟΝ ΕΝΘΕΟΝ – Α’ Ἔκδοσις Ἐπισκόπου + Βρεσθένης Ματθαίου, Προσκυνητοῦ Π. Ζ. Τάφου, Ἁγιορείτου, Κρητός, Ἐρημίτου – Δωρέαν Διανέμεται ἀγαπητοῖς ἐν Κῳ πνευματικοῖς τέκνοις – Τυπογραφεῖον Ἱ. Μονῆς Παναγίας μας Πευκοβουνογιατρίσσης Ἀττικῆς, 1941».
Τό Προσευχητάριο κυκλοφόρησε γιά πρώτη φορά τό 1932 καί ἐπανεκδόθηκε τό 1933, 1934, 1936, 1941 καί τό 1949. Ἀποτελοῦσε μαζί μέ τό Τετραευάγγελο καί ἕνα κομποσχοῖνι, τήν τυπική εὐλογία τοῦ Ἁγίου Πατρός πρός ὅλους τούς ἐπισκέπτες του καί τούς προσκυνητές τῶν μονῶν του. Δέν θά ἦταν ὑπερβολή ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι κυρίως χάρις αὐτή τήν ἁγία συνήθεια τοῦ μακαρίου Πατρός, διαδόθηκε ἡ τάξις τῶν καθημερινῶν κατά μόνας ἤ κατ’ οἶκον ἀκολουθιῶν (Μεσονυκτικοῦ, Ὄρθου - Ἑξαψάλμου, Παρακλήσεως, Ἑνάτης, Ἑσπερινοῦ, Ἀποδείπνου, Χαιρετισμῶν), σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα. Παλαιοί πιστοί διηγοῦνται, ὅτι ὑπῆρχε τάξις νά συγκεν-τρώνονται οἱ Ὀρθόδοξοι στούς ναούς ἄνεϋ Ἱερέως (ἤ ἄν δέν ὑπῆρχαν ναοί, σέ ἐξωκκλήσια ἤ κατοικίες πιστῶν) καί νά διαβάζουν μαζί τίς Ἀκολουθίες ἀπό τό Προσευχητάριο (ἤ καί ἀπό τά Λειτουργικά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, ἄν ὑπῆρχε ἠ δυνατότητα). Μάλιστα ὅλοι εἶχαν στά σπίτια τους καί χρησιμοποιοῦσαν Ἁγιασμό, Ἀντίδωρο καί Εὐχέλαιο.
Ἡ προσωπική γνώμη τοῦ γράφοντος εἶναι ὅτι τό σημαντικότερο ἐκδοτικό ἔργο τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου εἶναι ὁ «Μέγας Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ἡ ἔκδοση τοῦ Συναξαριστή ἄρχισε τό 1946 καί μέχρι τήν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Πατρός (τό 1950), εἶχαν ἐκδοθεῖ ἕξη τόμοι. Στήν πρώτη ἔκδοση τοῦ Συναξαριστή σημειώνεται: «Σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου + Ἁγίου Βρεσθένης κ.κ. Ματθαίου, Προσκυνητοῦ τοῦ Π. Ζ. Τάφου, Ἁγιορείτου, Ἐρημίτου, Κρητός» καί «Τυπογραφεῖα Ἱ. Μ. Παναγίας Πνευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας Ἀττικῆς».
Μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Πατρός τό 1950 καί τήν ἀνταρσία ὁμάδος μοναχῶν κατά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ ἡγέτης τῆς ἀνταρσίας Μοναχός Βίκτωρ Ματθαίου οἰκειοποιήθηκε τό Τυπογραφεῖο καί συνέχισε τίς ἐκδόσεις, βοηθούμενος ἀπό τόν Ἱερομ. Ματθαῖο Λαγγῆ. Μετά τόν θάνατο τοῦ μ. Βίκτωρος (1972), τό ἐκδοτικό ἔργο συνέχισε ὁ Ἱερομ. Ματθαῖος (ἀπό τό 1979 Ἐπίσκοπος Οἰνόης τῆς Φλωρινικῆς Παρατάξεως), βοηθούμενος ἀπό τόν Μοναχό Ἠλία.

Περίοδος Τέταρτη (1935 – 1950).


Ἐκλογή καί χειροτονία σέ Ἐπίσκοπο Βρεσθένης (1935)
Ὁ ἀοίδημος Πατήρ Ματθαῖος ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος κάτω ἀπό τίς ἀκόλουθες συνθῆκες:
Τό 1935 (ἔτος μεγάλης ἱστορικῆς σημασίας γιά τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία), τρεῖς Ἀρχιερεῖς τῆς Νεοημ. Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος – οἱ Μητροπολίτες Δημητριάδος Γερμανός, πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος καί Ζακύνθου Χρυσόστομος - ἀποκήρυξαν τήν ὑπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο Νεοημ. Ἐκκλησία καί προσχώρησαν στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Οἱ Ἀρχιερεῖς αὐτοί ἔγιναν δεκτοί ἀπό τούς ὑπάρχοντες Κληρικούς καί τό ἀγωνιζόμενο πλήρωμα τῶν Γ.Ο.Χ. μέ δημόσια ὁμολογία πίστεως καί ἀποκήρυξη τῆς Νεοημ. Ἐκκλησίας ὡς σχισματικῆς.

Οἱ Ἀρχιερεῖς συνεδρίασαν τήν 26η Μαΐου 1935 ὑπό τήν προεδρεία τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ καί ὑπέγραψαν ἔγγραφο ἐπιγραφόμενο «Διαμαρτυρία καί Δήλωσις πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», τό ὁποῖο ἀπέστειλαν διά δικαστικοῦ ἐπιμελητοῦ τήν ἑπομένη 28η Μαΐου, μετά ἀπό πανηγυρική Θεία Λειτουργία στόν Ἱ. Ν. Κοιμ. Θεοτόκου Κολωνοῦ, συμμετεχόντων 25.000 περίπου πιστῶν!

Στή συνέχεια οἱ τρεῖς Ἀρχιερεῖς, συγκροτοῦντες τήν πρώτη Ἱερά Σύνοδο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, προχώρησαν στήν ἐκλογή καί χειροτονία 4 νέων Ἐπισκόπων. Ὅπως προκύπτει ἀπό τό σχετικό ἀνακοινωθέν, «τήν παρελθοῦσαν Τετάρτην ἐψηφίσθη καί ἐχειροτονήθη Κανονικῶς ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης, Γερμανός Βαρυκόπουλος Ἐπίσκοπος Κυκλάδων. Τήν Πέμπτην ἐψηφίσθη καί ἐχειροτονήθη Κανονικῶς ὁ Ἀρχιμανδρίτης καί Ἐφημέριος τοῦ Στρατοῦ Χριστόφορος Χατζῆς Ἐπίσκοπος Μεγαρίδος, ἀποσπα-σθείσης ἐκ τῆς ὑδροκεφάλου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν.Τήν Παρασκευήν ἐψηφίσθη καί ἐχειροτονήθη κανονικῶς ὁ Ἀρχιμανδρίτης Πολύκαρπος Λιώσης, Ἐφημερεύων Ἱεροκήρυξ τῆς ἐνορίας Ὑπαπαντῆς Πειραιῶς, Ἐπίσκοπος τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Διαυλείας.

Τήν ἐπιοῦσαν συνελθοῦσα ἡ Ἱερά Σύνοδος ὑπό τήν προεδρίαν τοῦ Σεβασμιωτάτου Δημητριάδος Γερμανοῦ καί λαβοῦσα ὑπ' ὄψιν τάς πολυτιμωτάτας ὑπηρεσίας ἅς προσήνεγκε καί προσφέρει ὑπέρ τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, ὅν διεξάγωμεν πρός ἀναστήλωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας καί εἰρήνευσιν τῆς Ἐκκλησίας ὁ Πανοσιολογιώτατος Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κερατέας Ἱερομόναχος Ματθαῖος Καρμπαθάκης, ἀπόφοιτος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Σταυροῦ, καί ἐπιθυμοῦσα ἀφ' ἑνός μέν νά ἀμείψη τάς πολυτίμους αὐτοῦ ὑπηρεσίας, καί ἀφ' ἑτέρου νά ἐνθαρρύνη καί νά ἐνισχύση περισσότερον αὐτόν εἰς τόν Ὀρθόδοξον ἀγῶνα, παμφηφεί ἐψήφισεν αὐτόν καί κανονικῶς ἐχειροτόνησεν Ἐπίσκοπον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Βρεσθένης».

Οἱ χειροτονίες καί τῶν 4 νέων Ἀρχιερέων ἔγιναν στήν Ἱερά Μονή Παναγίας Κερατέας, στό Παρεκκλήσιο τῆς ἁγ. Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης, γνωστό ἔκτοτε σάν «Παρεκκλήσιο τῶν Χειροτονιῶν».

Ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Βρεσθένης τό Σάββατο, 8η Μαΐου 1935, σέ ἡλικία 74 ἐτῶν, ὅπως προκύπτει ἀπό τό ἀκολούθως δημοσιευόμενο χειροτονητήριό του, τό ὁποῖο φυλάσσεται στό Δεσποτικό τῆς Μονῆς Παναγίας:

Πιστοποιητικόν Χειροτονίας

Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῶν ἀκολουθούντων τό πάτριον ἐκκλησιαστικόν ἑορτολόγιον, ἀποτελουμένη ὑπό τῶν Σεβασμιωτάτων Ἱεραρχῶν Δημητριάδος Γερμανοῦ, Προέδρου καί τῶν μελῶν αὐτῆς πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί Ζακύνθου Χρυσοστόμου διαβεβαιοῦμεν, ὅτι τήν 8ην Ἰουνίου τοῦ χιλιοστοῦ ἑνιακοσιοστοῦ τριακοστοῦ πέμπτου ἔτους, ἡμέραν Σάββατον, μετά τήν νενομισμένην κανονικήν ψήφισιν καί τό ἐπακολουθῆσαν μήνυμα, ἐχειροτονήσαμεν ἐν τῶ Ἱερῶ Ναῶ τῆς Ἁγίας Μαρίνης, τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Εἰσοδείων Κερατέας, τῆ ἐπικλήσει καί χάριτι τοῦ Παναγίου καί τελεταρχικοῦ Πνεύματος τόν ἐψηφισμένον Ὁσιολογιώτατον Ματθαῖον Καρμπαδάκην, ἡγούμενον τῆς ἐν Κερατέᾳ Ἱερᾶς Μονῆς τῶν Εἰσοδείων, Ἐπίσκοπον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Βρεσθένης. Εἰς δέ τήν περί τούτου βεβαίωσιν ἐξεδόθη τό παρόν, κεκυρωμένον ἰδίαις ἡμῶν ὑπογραφαῖς.

Ἐν Ἀθήναις τῆς θ’ Ἰουνίου 1935

+ Ὁ Δημητριάδος Γερμανός, Πρόεδρος

+ Ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος

+ Ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος

Ἡ ὑπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Παπαδόπουλο Νεοημ. Ἱεραρχία, ἀντιμετώπισε τό σημαντικό αὐτό γεγονός σάν Ἀρχιερατικό κίνημα στρεφόμενο κατά τῆς Ἐκκλησίας καί παρέπεμψε τούς Ἀρχιερεῖς σέ δίκη. Τελικά ἐπιβλήθηκε στούς Ἀρχιερεῖς οἱ ποινή τῆς καθαιρέσεως καί τοῦ σωματικοῦ περιορισμοῦ (ὁ Δημητριάδος Γερμανός στή Μονή Χοζοβιωτίσσης Ἀμοργοῦ, ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος στή Μονή ἁγ. Διονυσίου Ὀλύμπου, ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος στή Μονή Ρομβοῦ Ἀκαρνανίας, ὁ Μεγαρίδος Χριστόφορος στήν κατοικία του στήν Φρεαττύδα Πειραιῶς, ὁ Διαυλείας Πολύκαρπος στό Ὀρφανοτροφεῖο του «Ἅγιος Γεώργιος» Ταμπουρίων Πειραιῶς, ὁ Κυκλάδων Γερμανός στή Μονή Στροφάδων καί ὁ Ἅγιος Πατήρ Βρεσθένης Ματθαῖος στή μονή του).


Ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος ὡς Ἐπίσκοπος Βρεσθένης (1935 – 1949) καί Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν (1949 – 1950)
Χειροτονίες Κληρικῶν. Ὡς Ἐπίσκοπος ὁ Ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος ἀνέδειξε ἱκανό ἀριθμό Κληρικῶν, τούς ὁποίους χειροτόνησε εἴτε ὁ ἴδιος ὡς Ἐπίσκοπος Βρεσθένης (1935 – 1949), εἴτε - μετά τό 1948 - μέ ἐντολή καί εὐλογία του οἱ Ἐπίσκοποι πού χειροτονήθηκαν ἀπό αὐτόν.

Πρώτη χειροτονία του ὑπῆρξε ὁ Ἱερομόναχος Κωνσταντῖνος Ἀλεξανδρόπουλος (ἐφημέριος Ν. Ἐλβετίας Ἀθηνῶν). Ἀκολούθησαν τό 1937 ὁ Ἱερεύς Εὐστάθιος Μάραντος (Καλαμάτα, + 1982), τό 1938 ὁ Ἱερομόναχος Ἰωαννίκιος Παπαθανασίου (ἱδρυτής τῆς Ἱ. Μ. ἁγ. Παρασκευῆς Ταχίου Θηβῶν, + 1985), τό 1940 ὁ Ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Ἀνέστης (ἀπό τό 1948 Ἐπίσκοπος Πατρῶν Ἀνδρέας καί ἀπό τό 1972 Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, + 2005), τό 1941 ὁ Ἱερομόναχος Βασίλειος Μπαλτσάκης (ἀπό τό 1952 Ἐπίσκοπος Τρίκκης καί Σταγῶν Βησσαρίων, + 1977) καί ὁ Ἱερομόναχος Γεώργιος Κωστάκης (ἀπό τό 1952 Ἐπίσκοπος Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Μελέτιος, + 1966), τό 1946 ὁ Ἱερομόναχος Εὐμένιος Σηφάκης (ἀπό τό 1973 Ἐπίσκοπος Κρήτης, + 1981) καί ὁ Ἱερεύς Ἀθανάσιος Παπουλίδης (Ἱερομόναχος Μηνᾶς, Θεσσαλονίκη, + 1989), τό 1947 ὁ Ἱερομόναχος Ἰωαννίκιος Μπεθάνης (Μάνδρα, + 1982), ὁ Ἱερομόναχος Προκόπιος Μπαλτσάκης (ἀπό τό 1952 Ἐπίσκοπος Θηβῶν καί Λεβαδείας Ἰωάννης, + 1964) καί ὁ Ἱερομόναχος Δαμιανός Ψαροθεοδωρόπουλος (ἀπό τό 1948 Ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Δημήτριος, + 1976), τό 1948 ὁ Ἱερομόναχος Λάζαρος Ἀθανασίου (Καθηγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως, ἀπό τό 1973 Ἐπίσκοπος Βρεσθένης, + 1989) καί ὁ Ἱερομόναχος Πολύκαρπος Ματθιούλης (Μ. Παναγίας, + 1981) καί τό 1949 ὁ Ἱερεύς Χρύσανθος Τσιανάκας (Ἀγναντερό Καρδίτσης).

Στό πνευματικό δυναμικό τοῦ μακαρίου Ἀρχιερέως περιλαμβάνονται καί οἱ ἀκόλουθοι κληρικοί (τῶν ὁποίων τά στοιχεῖα πού ἀφοροῦν τήν χειροτονία, βρίσκονται ὑπό ἐπεξεργασία): Ἱερομόναχος Λουκᾶς Καραΐσκος (+ 1974), Ἱερομόναχος Ἰωάσαφ Τσολάκης (+ 1994), Ἱερομόναχος Ἰωαννίκιος Μενιδιάτης, Ἱερομόναχος Πέτρος Παπαϊωάννου, Ἱερομόναχος Γρηγόριος Ρούσης (ἀπό τό 1958 Ἐπίσκοπος Μεσσηνίας, 1995, + 2009), Ἱερομόναχος Κάλλιστος Κατσούλης, Ἱερεύς Γεώργιος Μπλιόκας, Ἱερεύς Εὐάγγελος Μανώλης, Ἱερομόναχος Ἀνανίας Πανουσόπουλος, Ἱερομόναχος Γαβριήλ Χαραλάμπους, Ἱερομόναχος Ἰωνᾶς Μιχαηλίδης, Ἱερομόναχος Εὐλάμπιος Λάζαρης (+ 2002), Ἱερεύς Θωμᾶς Παπαδόπουλος, Ἱερεύς Σπυρίδων Χαδιάρης, Ἱερεύς Γεώργιος Χαδιάρης καί ὁ Ἱερεύς Μιχαήλ Ἀκαμάτης.

Τό 1948 ὁ Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος Σπυρίδων χειροτό νησε μέ εὐλογία τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου τόν Ἱερομόναχο Παΐσιο Ροῦσκα (+ 1982), ἀδελφό τῆς Ἱ. Μ. ἁγ. Ἄννης Λυγαριᾶς Λαμίας.
Κτιτορικό ἔργο. Ὁ ἀοίδημος Πατήρ Ματθαῖος ὡς Ἱερομόναχος καί Ἐπίσκοπος ἐπετέλεσε σπουδαῖο κτιτορικό ἔργο. Τό 1918, ὡς ὑπεύθυνος τοῦ Σιμωνοπετρίτικου Μετοχίου τοῦ Βύρωνος, ἀνακαίνισε ἐκ βάθρων τόν Ἱ. Ν. Ἀναλήψεως. Ὁ Ναός περατώθηκε τό 1922 καί φέρει πέντε ὡραιότατους τρούλλους. Ὁ Ἅγιος Πατήρ τόν ἀνοικοδόμησε τρισυπόστατο (τό δεξιό Παρεκκλήσιο ἀφιερώθηκε στήν προστάτιδα τῆς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας ἁγ. Μαγδαληνή καί τό ἀριστερό στόν προστάτη του ἅγ. Μονᾶ).

Κατά τήν περίοδο 1923 – 1926 θεμελίωσε στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους τόν Ναό τοῦ ἁγ. Μηνᾶ (τόν ὁποῖο ἀποπεράτωσε ἀργότερα ὁ ὑποτακτικός του μοναχός Νεκτάριος, ἔπειτα Ἐπίσκοπος Βρεσθένης Ματθαῖος Β’).

Ἀπό τῆς καθόδου του στόν κόσμο (1926), ἵδρυσε (ὅπως προαναφέρθηκε) τίς Ἱερές Μονές Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας (1927) καί Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ (1934), γιά τήν προώθηση τοῦ Ἀγῶνος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Τό 1935, εὐλόγησε τήν ἵδρυση τῆς γυναικείας Ἱ. Μ. Εἰσοδείων τῆς Θεοτόκου Καλαμῶν, τήν ὁποία ἵδρυσε ἡ πνευματική του θυγατέρα Γερόντισσα Εὐφημία (Λυμπερέα, + 1978).

Τό 1943, εὐλόγησε τήν ἵδρυση τῆς ἀνδρικῆς Ἱ. Μ. ἁγ. Ἄννης Λυγαριᾶς Λαμίας, τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ Ἁγιορείτης ἀρχιμ. Μηνᾶς Βρεττός (+ 1988).

Ἀπό τό 1935 κ. ἐξ. εὐλόγησε τήν ἀνέγερση 35 Ἱερῶν Ναῶν. Κύριος ὑπεύθυνος ἦταν ὁ Πρωτοσύγκελλός του Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος, ὁ ὁποῖος συνεργάστηκε γιά τόν σκοπό αὐτό μέ τούς κατά τόπους ἐκκλησιαστικούς ἐπιτρόπους καί τούς Ὀρθοδόξους πιστούς. Ἀπό τούς ναούς αὐτούς πολλούς εὐτύχησε νά ἐγκαινιάσει ὁ ἴδιος, ἐνῶ ἄλλους ἐγκαινίασαν οἱ ὑπ’ αὐτόν Ἐπίσκοποι (μετά τό 1948).

1. Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλλιθέας Ἀθηνῶν (Καθεδρικός Ναός ἐπί τῶν ἡμερῶν του).

2. Ἁγίας Τριάδος Ν. Λαχαναγορᾶς Ἀθηνῶν.

3. Ἁγίου Γεωργίου Ἀμαρουσίου Ἀττικῆς.

4. Ἁγίας Τριάδος Κ. Ἡλιουπόλεως Ἀθηνῶν.

5. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἐλευσῖνος Ἀττικῆς.

6. Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου Μάνδρας Ἀττικῆς.

7. Ἁγίας Τριάδος Μαγοῦλας Ἀττικῆς.

8. Εὐαγγελιστρίας Μεγάρων.

9. Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου Βιλλίων Ἀττικῆς.

10. Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου Κερατέας.

11. Ἁγίας Μαρίνης Λαυρίου (Μετόχιο Ἱ. Μ. Παναγίας).

12. Ἁγίου Σπυρίδωνος Καρέα Ἀττικῆς.

13. Τριῶν Ἱεραρχῶν Κιάτου Κορινθίας.

14. Ἁγίου Δημητρίου Πατρῶν.

15. Εὐαγγελιστρίας Κέρτεζης Καλαβρύτων.

16. Ἁγίας Τριάδος Παρθενίου Τριπόλεως.

17. Ἁγίας Τριάδος Σπάρτης.

18. Ζωοδ. Πηγῆς Καλαμῶν.

19. Εὐαγγ. Ματθαίου Λεύκτρων Θηβῶν.

20. Εὐαγγελιστρίας Μελισσοχωρίου Θηβῶν.

21. Ἁγίου Γεωργίου Θηβῶν (Μετόχιο τῆς Ἱ. Μ. Μεταμορ-φώσεως).

22. Ἁγίων Κων/νου καί Ἑλένης Καπαρελίου Θηβῶν.

23. Εὐαγγελιστρίας Δομβραίνης Θηβῶν.

24. Εὐαγγελιστρίας Δεσφίνης Παρνασίδος.

25. Κοιμ. Θεοτόκου Τυρνάβου Λαρίσης.

26. Κοιμ. Θεοτόκου Πυργετοῦ Λαρίσης.

27. Ἁγίου Γεωργίου, κοινότητος Ἁγίου Ἀναργύρων Λαρίσης.

28. Ἁγίων Κων/νου καί Ἑλένης Ἀγναντεροῦ Καρδίτσης.

29. Ἁγίας Σοφίας Τρικάλων.

30. Ἁγίου Γεωργίου Θεσσαλονίκης.

31. Ἁγίας Τριάδος Λουτροῦ Βεροίας.

32. Ἁγίου Χαραλάμπους Κοζάνης.

33. Εὐαγγ. Ματθαίου Πόρου Τροιζηνίας.

34. Ἁγίων Ἀποστόλων Λαζαράτων Λευκάδος.

35. Μεταμ. Σωτῆρος Μαργαρικαρίου Ἡρακλείου.


Οἱ Ἐπισκοπικές χειροτονίες τοῦ 1948.

Σημείωσις: Τά ἀφορῶντα στίς Ἐπισκοπικές χειροτονίες τοῦ 1948 περιλαμβάνονται σέ ἰδιαίτερο τομίδιο τό ὁποῖο θά ἐκδοθεῖ προσεχῶς.
Μετά τήν ἔκπτωση ἀπό τῆς Ὁμολογίας τοῦ  1935 τῶν Ἀρχιερέων Δημητριάδος Γερμανοῦ, πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου, Ζακύνθου Χρυσοστόμου, Διαυλείας Πολυκάρπου καί Μεγαρίδος Χριστοφόρου (1935 - 1937) καί τήν ἀποστασιοποίηση τοῦ Κυκλάδων Γερμανοῦ (1942), ὁ μακαριστός Ματθαῖος ἔμεινε ὁ μοναδικός Ἐπίσκοπος στόν Ἑλλαδικό χῶρο, ὁ  ὁποῖος  διακρατοῦσε  μέ  συνέπεια  τήν  Ὁμολογία  τοῦ  1935. Τό ἔτος 1948, σέ ἡλικία 87 ἐτῶν, μετά ἀπό πολλές ἀπέλπιδες προσπάθειες ἑνώσεως μετά τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων (στήν βάση τῆς Ὁμολογίας τοῦ 1935), ἀλλά καί ἐξευρέσεως γνησίως Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου ἀπό τό ἐξωτερικό, «ψήφῳ Κλήρου καί λαοῦ», προχώρησε στήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέ τήν ἐκλογή καί χειροτονία τεσσάρων Ἐπισκόπων γιά τήν διαποίμανση τῶν Ἐκκλησιῶν Ἑλλάδος καί Κύπρου.

Πρῶτος χειροτονήθηκε σέ Ἐπίσκοπο Τριμυθοῦντος (γιά τήν ἐμπερίστατη Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Κύπρου), ὁ Προηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενοφῶντος Ἁγίου Ὄρους ἀρχιμ. Γεδεών Πάσιος (ἀπό τούς πρῶτους Ἁγιορεῖτες συνεργάτες τοῦ Ἁγίου Πατρός, δεύτερος Καθηγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ). Χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος ὑπό μόνου τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου - καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ σχετικοῦ Κανόνος, «διά τό ἐμπερίστατον τῆς Ἐκκλησίας» - τήν 1η Σεπτεμβρίου 1948, στό Παρεκκλήσιο τοῦ Προφ. Ἠλιοῦ τῆς Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως καί ἔλαβε τό ὄνομα Σπυρίδων, πρός τιμήν τοῦ ἁγίου προκατόχου του στήν Ἐπισκοπική Ἕδρα ἁγ. Σπυρίδωνος. (Ὁ ἐπ. Σπυρίδων ἀπελάθηκε ἀπό τίς Βρεττανικές Δυνάμεις Κατοχῆς τῆς Κύπρου, μετά ἀπό παρέμβαση τῆς ἐκεῖ τοπικῆς Νεοημ. Ἐκκλησίας καί ἔκτοτε ἐφησύχαζε σέ ἐρημητήριο τῆς περιοχῆς Κερατέας).

Δεύτερος χειροτονήθηκε σέ Ἐπίσκοπο Πατρῶν (τήν 13η Σεπτεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους), ὁ ἀδελφός τῆς Ἱ. Μ. Μεταμ. Κουβαρᾶ Ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Ἀνέστης, μέ τό ὄνομα Ἀνδρέας, πρός τιμήν καί μνήμην τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῶν Πατρῶν καί πολιοῦχου τῆς πόλεως ἁγ. Ἀποστόλου Ἀνδρέου. (Τό 1950, μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Πατρός, ὁ ἐπ. Ἀνδρέας τόν διαδέχθηκε στήν πνευματική ἐπιστασία τῶν Ἱερῶν Μονῶν Παναγίας καί Μεταμορφώσεως καί τό 1972 ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν).

Τρίτος χειροτονήθηκε σέ Ἐπίσκοπο ΘεσσαλονίκηςἹερομόναχος Δαμιανός Ψαροθεοδωρόπουλος, ἐπίσης ἀδελφός τῆς Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως, μέ τό ὄνομα Δημήτριος, πρός τιμήν καί μνήμην τοῦ πολιούχου τῆς Θεσσαλονίκης ἁγ. Μεγαλομ. Δημητρίου. (Ὁ ἐπ. Δημήτριος ἦταν Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κατά τήν περίοδο 1950 -1958, ἀπό τῆς κοιμήσεως τοῦ Ἁγίου Πατρός, μέχρι τῆς ἀναδείξεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἀγαθαγγέλου).

Τέταρτος - τέλος - χειροτονήθηκε σέ Ἐπίσκοπο Κορινθίας, ὁ Ἱερομόναχος Κάλλιστος Μακρῆς, ἀδελφός τῆς Ἱ. Μ. Εὐαγγελιστρίας Ἀθηκίων Κορινθίας, πνευματικό ἀνάστημα τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Μωϋσέως (+ 1946).

Μέ τίς χειροτονίες αὐτές ἀνασυγκροτήθηκε ἡ διαλυμένη ἀπό τά σχίσματα Ἱερά Σύνοδος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐνισχύθηκε ὁ Ἀγώνας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων στήν Μεγαλόννησο Κύπρο (ὁ ἐπ. Σπυρίδων ἀμέσως μετά τήν χειροτονία του πῆγε στήν Κύπρο καί ἐργάστηκε μέ ἰδιαίτερο ζῆλο καί αὐταπάρνηση γιά τήν διάδοση τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας καί τήν ὀργάνωση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, χειροτονῶντας 10 νέους κληρικούς, ἱδρύοντας μονές, ἐγκαινιάζοντας ναούς καί «κηδόμενος ἐν παντί» τοῦ ποιμνίου του) καί συνετρίβησαν τά σχέδια τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ ὁ ὁποῖος ἀνέμενε τήν διάλυση τοῦ ποιμνίου τῶν Γ.Ο.Χ. μετά τόν θάνατο τοῦ γέροντος ἐπ. Ματθαίου.

Ἔκτοτε ὁ Ἀγῶνας τῶν Γ.Ο.Χ, ἔλαβε νέες διαστάσεις. Οἱ «ἀπό Ματθαίου Ἀρχιερεῖς» διέσχιζαν μέ κόπους καί πόνους καί διωγμούς ὅλη τήν Ἑλλάδα, ἱδρύοντας καί ἐγκαινιάζοντας ναούς καί στηρίζοντας τό ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας. Περιοχές πού δέν εἶχαν δεῖ ποτέ Ὀρθόδοξο Ἀρχιερέα ἀπό τό Σχίσμα τοῦ 1924, ὑποδέχονταν μέ ἱερή συγκίνηση τούς Ἀρχιερεῖς καί τούς βοηθοῦσαν μέ ἐνθουσιαστική καί θυσιαστική διάθεση στό ἔργο τους. Ἔκτοτε ἀρχίζει καί ἡ «μετά λιτανείας καί πομπῆς» τελετή τῆς Καταδύσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καί τοῦ Ἁγιασμοῦ τῶν Ὑδάτων στό Φαληρικό Δέλτα (ἡ ὁποία συνεχίζεται μέχρι τῶν ἡμερῶν μας), ἡ ὁποία ἀπ’ ἀρχῆς προσέλαβε τήν μορφή δημόσιας μαρτυρίας τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί διαμαρτυρίας κατά τίς περιόδους τῶν διωγμῶν κατά τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων.

Μεταξύ τῶν σημαντικῶν ἀποφάσεων τῆς ὑπό τόν ἐπ. Ματθαῖο Ἱερᾶς Συνόδου εἶναι ἡ ἐκλογή του σέ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν (εἶναι ὁ πρῶτος Γνησίως Ὀρθόδοξος Ἀρχιεπίσκοπος μετά τό νεοημ. Σχίσμα τοῦ 1924) καί ὁ Ἀφορισμός τῆς Μασωνίας (καί οἱ δύο ἀποφάσεις ἐλήφθησαν τήν 25η Νοεμβρίου 1949).


Τό ὁσιακό τέλος

Ὁ μακάριος Πατήρ μετά ἀπό ἀσκητικούς ἀγῶνες δεκαετιῶν (στούς Ἁγίους Τόπους, στό Ἅγιον ῎Ορος Ἄθω καί στίς μονές του, Παναγίας Κερατέας καί Μεταμορφώσεως Κουβαρᾶ), ἐπλήρωσε τό κοινόφλητο χρέος τοῦ θανάτου τήν 14η Μαϊου 1950, πλήρης ἡμερῶν καί ἔργων, σέ ἡλικία 89 ἐτῶν, νοσηλευόμενος λόγῳ ἡλικίας καί γήρατος στό ἱστορικό Μετόχιο τῆς ὁδοῦ Μεγ. Ἀλεξάνδρου 71.

Τά τέλη του ὑπῆρξαν ὁσιακά. Πρίν παραδώσει τήν μακαρία του ψυχή στόν Νυμφίο του Χριστό, φάνηκε νά τελεῖ ἐπί τοῦ στήθους του τήν Θεία Λειτουργία καί νά κοινωνεῖ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων! Στή συνέχεια καί ἀφοῦ τελείωσε τό κομποσχοίνι του, τό παρέδωσε στήν παρευρισκομένη Καθηγουμένη τῆς Μονῆς Παναγίας Γερόντισσα Μαριάμ καί ἐξέπνευσε!

Μετά τήν κοίμηση τοῦ ἁγ. Ματθαίου καί τήν μεταφορά τοῦ σκηνώματός του στήν Ἱ. Μ. Παναγίας, τελέστηκε Ἁγιασμός, ὁ ὁποῖος εὐλογήθηκε μέ τό νεκρό του χέρι! Ὁ Ἁγιασμός αὐτός παραμένει μέχρι σήμερα ἄσηπτος, 60 χρόνια μετά τήν ὁσιακή του κοίμηση, σάν νά εὐλογήθηκε τήν προηγουμένη ἡμέρα! Ποσότητες αὐτοῦ τοῦ Ἁγιασμοῦ βρίσκονται στήν κατοχή διαφόρων κληρικῶν καί ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, διατίθενται σέ ἀσθενεῖς πού εὐεργετοῦνται ἀπό τόν Θεό, δι’ εὐχῶν τοῦ ἁγ. Ματθαίου.

Τό Ἱερό Λείψανο τοῦ Ἁγίου Πατρός, εὐπρεπισμένο ἐπί θρόνου, ἐκτέθηκε σέ τριήμερη προσκύνηση στό Δεσποτικό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας καί παρά τήν θερμότητα τῆς περιόδου ἐκείνης, δέν παρουσίασε σημεῖα φθορᾶς! Ἀντιθέτως, τό Τίμιο Λείψανο μυρόβλησε!

Τό ἐξαιρετικό αὐτό γεγονός - ἀπολύτως βεβαιομένο καί μαρτυρημένο - πολεμήθηκε ἀπό τούς Φλωρινικούς καί πολεμεῖται μέχρι σήμερα. Μάλιστα, ψευδομάρτυρες πού χρησιμοποιήθηκαν κατά τήν δίκη τῆς μακαριστῆς Γεροντίσσης Μαριάμ τό 1950 (μέ ἀφορμή τά δῆθεν σκάνδαλα τῆς Μονῆς Παναγίας πού ἀποκαλύφθηκαν), φέρονται νά κατέθεσαν τά ἀκόλουθα, σύμφωνα μέ δημοσίευμα τῆς Ἀθηναϊκῆς ἐφημερίδος «Ἐλευθερία» (φ. Κυριακῆς 19.11.1950):

«Ἡ Ἡγουμένη Μαριάμ μετά τόν θάνατο τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου Καρπαθάκη, διέδωσε ἐπίτηδες ὅτι τό πτῶμα του «μυρόβλησε»! Διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ προσέλκυσαν ἑκατοντάδες ἁπλοϊκούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔπσυσαν ἐκεῖ ἀπό πολλά μέρη τῆς Ἑλλάδος, γιά νά δοῦν τό θαῦμα τοῦ ἁγ. Ματθαίου, τοῦ ὁποίου τό πτῶμα ἔβγαζε δῆθεν μῦρο. Στήν πραγματικότητα ὅμως ἡ πονηρή Ἡγουμένη, εἶχε ραντίσει τό πτῶμα του μέ ἄρωμα, γιά νά παραπλανήσει τούς εὐσεβεῖς καί νά δημιουργήσει θρύλο πέριξ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ματθαίου».

Τί ὅμως ἀκριβῶς συνέβη καί πότε; Μετά τήν ὁσιακή του κοίμηση, τό Λείψανο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου, ἐνδεδυμένο τά ἀρχιερατικά ἄμφια καί εὐπρεπισμένο σέ θρόνο/πολυθρόνα, ἐκτέθηκε σέ τριήμερο λαϊκό προσκύνημα, στό Δεσποτικό τῆς Μονῆς Παναγίας. Τήν τρίτη ἡμέρα καί πρίν τήν ἔναρξη τῆς ἐξοδίου Ἀκολουθίας, τό Λείψανο – τό ὁποῖο δέν παρουσίαζε κανένα σημεῖο φθορᾶς καί ἀποσυνθέσεως, ἀκόμη καί τήν φυσιολογική νεκρική ἀκαμψία - ἵδρωσε ἀπό κεφαλῆς μέχρι ποδῶν! Στό μέτωπο καί τούς κροτάφους τοῦ Ἁγίου Πατρός ἐμφανίστηκαν θρόμβοι ὑδρώτος! Τό ἴδιο συνέβη ἐσωτερικῶς τῶν ἀμφίων στό σῶμα του, σέ σημεῖο νά γεμίσουν τά παπούτσια του!

Οἱ μάρτυρες τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἦσαν ἑκατοντάδες, ὑπῆρξε μάλιστα καί σχετική δημοσίευση στόν «Κήρυκα Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων». Ὁ γράφων - πέραν τῆς μαρτυρίας παλαιῶν μοναζουσῶν τῆς Μονῆς Παναγίας, οἱ ὁποίες μέ ἀξιόλογη διαφορά χρόνου βεβαίωσαν τό γεγονός – ἀλλά καί λαϊκῶν (ὅπως ἀγωνιστῶν Ὀρθοδόξων τῆς Κρήτης), κατέχει καί τήν μαρτυρία τριῶν κεκοιμημένων ἤδη Κληρικῶν, τῶν Ἐπισκόπων Τρίκκης καί Σταγῶν Βησσαρίωνος καί Κρήτης Εὐμενίου καί τοῦ Ἱερομονάχου Θωμᾶ Γκαραγκούνη, αὐτοπτῶν μαρτύρων τοῦ γεγονότος. (Ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος Βησσαρίων, τότε Ἱερομόναχος Βασίλειος, διακρίνεται στίς φωτογραφίες πού ἔχουν διασωθεῖ νά σηκώνει μαζί μέ ἄλλους Κληρικούς τήν πολυθρόνα μέ τό Λείψανο τοῦ κεκοιμημένου Ἀρχιεπισκόπου. Στήν ἴδια φωτογραφία δύο χέρια προσπαθοῦν νά συγκρατήσουν τήν κεφαλή του, ἡ ὁποία «πέφτει» πρός τά ἐμπρός, ἐπειδή δέν ὑπῆρχε νεκρική ἀκαμψία! Ὁ δέ Ἐπίσκοπος Εὐμένιος, τότε Ἱερομόναχος, «ἄγγιξε» τό σημεῖο, μαζί μέ τήν κατά σάρκα ἀνηψιά τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου μοναχή Συγκλητική, ἡ ὁποία στεκόταν δίπλα του).

Ὅλοι οἱ αὐτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν στόν γράφοντα τόν γεγονός ὅπως ἀκολουθεῖ: Τό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Πατρός ἵδρωσε κατά τήν τρίτη ἡμέρα. Θρόμβοι ἰδρῶτα ἐμφανίσθηκαν στό μέτωπο καί τούς κροτάφους καί ἄρχισαν νά κυλοῦν πρός τά κάτω. Σύντομα διαπιστώθηκε, ὅτι εἶχε ἰδρώσει ὅλο του τό σῶμα καί εἶχαν γεμίσει τά παπούτσια του! Ἀμέσως οἱ παριστάμενοι ἀρχίσαν νά μαζεύουν τό ἐκχεόμενο μύρο μέ ὅ,τι μπορούσαν (οἱ περισσότεροι μέ τά μαντήλια τους, κάποιοι κληρικοί μέ τά ἄμφιά τους, μοναχοί καί μοναχές μέ τά ράσα τους). Κατά τήν ἐκφορά, ὅπου ἔσταζε τό μύρο, οἱ πιστοί ἔσπευδαν νά μαζέψουν τό χῶμα! Ἀμέσως ἀποδείχθηκε, ὅτι τό μῦρο εἶχε θεραπευτικές ἰδιότητες (ἡ ἀδελφή τῆς Μονῆς Παναγίας μ. Πατρικία πού εἶχε πρόβλημα στό μάτι της, μόλις σταυρώθηκε μέ αὐτό θεραπεύθηκε!).

Τῆς ἐξοδίου Ἀκολουθίας τοῦ μακαριστοῦ Πατρός προέστη ὁ Σεβ. Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος Σπυρίδων, συμπαραστατούμενος ὑπό τῶν Σεβ. Ἀρχιερέων Πατρῶν Ἀνδρέου καί Θεσσαλονίκης Δημητρίου (τοῦ ἐπ. Κορινθίας Καλλίστου ἀσθενοῦντος) καί ὅλων σχεδόν τῶν κληρικῶν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, συμμετεχόντων χιλιάδων (ὅπως μαρτυροῦν φωτογραφίες τῆς ἐποχῆς) πιστῶν ἀπό ὅλη τήν χώρα καί τό ἐξωτερικό. Ἡ κηδεία ὑπῆρξε κάτι τό ἐξαιρετικό. Ὁ νεοημ. Μητροπ. Δημητριάδος Χριστόδουλος (ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπος), στή γνωστή διατριβή του περί τοῦ (κατ’ αὐτόν) παλαιοημερολογιτικοῦ ζητήματος σημειώνει, ὅτι ὁ ἐπ. Ματθαῖος ἐνταφιάσθηκε μέ τιμές Πατρός τῆς Ἐκκλησίας!

Τόν μεστό νοήματος καί συναισθήματος ἐπικήδειο λόγο ἐκφώνησε ὁ Πρωτοσύγκελλος τοῦ μεταστάντος Πρωθιεράρχου Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος.

Ὁ νεκρός τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἐνταφιάσθηκε ἐντός τοῦ Ἱεροῦ Παρθενῶνος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας (τρία χρόνια ἀργότερα ἐνταφιάσθηκε δίπλα του ἡ μαρτυρική Γερόντισσα Μαριάμ, πρώτη Καθηγουμένη καί κτίτωρ τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας).


Περίοδος Πέμπτη (1950 – σήμερα)

ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ – ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ

Α. Ἡ μνήμη τῆς Ἐκκλησίας - Ἡ τιμή του ὡς Ἁγίου

Ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος, τιμώμενος ὡς Ἅγιος «ἔτι ζῶν», τιμήθηκε ἰδιαιτέρως ὡς Ἅγιος, ἀμέσως μετά τήν ὁσιακή του κοίμηση. Τό ἔτος 1953 - ἐν μέσῳ τοῦ φοβεροῦ διωγμοῦ τοῦ Νεοημ. Ἀρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου, ἀλλά καί ἐν μέσῳ τοῦ μεγάλου θορύβου τῶν δῆθεν σκανδάλων τῆς Μονῆς Παναγίας πού «ἀποκαλύφθηκαν» - ἡ ἀδελφότητα τῆς Μονῆς Παναγίας ὑποχρεώθηκε νά ἀπαντήσει δημόσια  στίς κατηγορίες τῶν Φλωρινικῶν, περί ἁγιοποιήσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου. 

Ἡ ἀπάντηση περιλαμβάνεται σέ ἐπιστολή τῆς 17ης Ἰουλίου 1953, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται πρός τήν «ποθεινοτάτην ἀδελφήν, κατά πίστιν ἐκλεκτήν τοῦ Θεοῦ καί εὐλαβεστάτην Αἰκατερίνην» (τῆς ὁποίας ἡ ταυτότητα δέν ἔχει διασωθεῖ). Ἀποτελεῖ τήν «πανυπέρτιμον ἀπολογίαν (τῆς Μονῆς) πρός τούς ἀθέους καί ὑπερηφάνους ἁγιοκατηγόρους, διότι ἀπετόλμησαν χείλη δόλια ἀπατεώνων καί θνητοψύχων λυμεώνων τῆς εὐσεβείας, ἐκ συστήματος σκανδαλοποιῶν, νά λαλήσωσιν ἀνομίας κατά τοῦ δικαίου καί Πατρός Πατέρων παναοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυροῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, εἰς τάς ἀκοάς τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων καί πιστῶν Χριστιανῶν, ὅτι δυσωδίασεν καί διελύθη ἤ ὅτι ἀνεκομίσθη εἰς κατάστασιν ἀφωρισμένου καί ὅσας ἄλλας βλασφημίας ἐξερεύγονται τοῦ ψεύδους τά ταμεῖα».

Ἡ ἐπιστολή αὐτή βρέθηκε ἀπό τόν Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκο (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), «εἰς τό ὑποτυπῶδες Ἀρχεῖον τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, τό ὁποῖον ἠδυνήθημεν νά περισυλλέξωμεν εἰς τό Ἐπισκοπεῖον τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, μετά τήν βαρβαρικήν κατάληψιν τῶν Κέντρων τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, (Πνευματικόν Κέντρον Περιστερίου καί Στέγη Φιλοξενίας Κληρικῶν Ἁγίας Τριάδος), ὅπου εἴχαμε ὀργανώσει ἕνα πολύ καλό Ἀρχεῖο, τό ὁποῖον - δυστυχῶς - οἱ περί τόν Νικόλαον βάρβαροι κατακτηταί ἀχρήστευσαν». Παρουσιάστηκε ἀπό τόν ἴδιο γιά πρώτη φορά σέ ἐκδήλωση πρός τιμήν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου τό 2007 καί τό 2010 δημοσιεύθηκε στό Διαδύκτιο. Ἡ ἐπιστολή ἔχει ὡς ἐξῆς (ἀσφαλῶς  δέν  συμμεριζόμεθα    τίς  ὑπερβολές  στίς  ἐκφράσεις  καί  τίς  ὀξύτατες  διατυπώσεις, πλήν  δέν  δυνάμεθα  νά  τίς  ἀπολείψουμε):

ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΕΥΚΟΒΟΥΝΟΓΙΑΤΡΙΣΣΗΣ

ΠΡΟΣ ΑΔΕΛΦΗΝ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΝ

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν καί τοῦ Ἁγίου μας Πατρός Ματθαίου τοῦ νέου Μυροβλήτου καί Θαυματουργοῦ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν ἐλέησον ἡμᾶς. ΑΜΗΝ.


Θεοτόκε ἡ ἐλπίς πάντων τῶν Χριστιανῶν, σκέπε, φρούρει, φύλαττε τούς ἐλπίζοντας εἰς Σέ. ΑΜΗΝ.


«Φανερά ἐστί, τά τέκνα τοῦ Θεοῦ καί τά τέκνα τοῦ διαβόλου» (Ἰω. Α, 3, 10).


Ἀδελφή ποθεινοτάτη, κατά πίστιν ἐκλεκτή τοῦ Θεοῦ καί εὐλαβεστάτη Αἰκατερίνη. Εὐχόμεθα εὐοδοῦσθαι καί ὑγιαίνειν ψυχῆ τε καί σώματι. Δόξα τῶ Ἁγίῳ Θεῶ ἡμῶν ἐν πρώτοις τόν καταξιώσαντα - δι’ ἀκαταπαύστων ἱκεσιῶν τῆς Πανάγνου Θεομήτορος Παμμακαρίστου Μαρίας τῆς Ἀειπαρθένου καί τῶν πρεσβειῶν τοῦ Μακαριωτάτου Πατρός ἡμῶν ΜΑΤΘΑΙΟΥ τοῦ νέου Μυροβλύτου καί Θαυματουργοῦ - ἡμᾶς τούς ἀχρείους δούλους Του, ἐν μοναχοῖς καί ἀνθρώποις ἐσχάτους, νά σᾶς χαιρετίσωμεν καί πάλιν πνευματικῶς καί ἐγκαρδίως, γράφοντες ἀδελφικῶς πρός τήν ὑμετέραν ἀγάπην.

Αὐτός «ὁ Θεός τῶν δυνάμεων καί πάσης σαρκός, ὁ ἐν Ὑψίστοις οἰκῶν καί τά ταπεινά ἐφορῶν, καρδίας τε καί νεφρούς ὁ ἐτάζων καί τά κρυπτά τῶν ἀνθρώπων σαφῶς ἐπιστάμενος», διά τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης καί διά λόγων καί παραδειγμάτων ἐδίδαξεν, ὅτι ἡ εὐλάβεια καί ἡ περιποίησις καί ἡ πρός τούς ἐναρέτους καί ἁγίους ἀνθρώπους τιμή, εἶναι ἔργον θεῖον, εἶναι νομοθεσία κοινή εἰς πάντας καί παραγγελία ἀναγκαία καί λίαν θεάρεστος πράξις. Ἀπεναντίας ἡ ἐξουδένωσις, ἡ καταφρόνησις, ἡ ἀνευλάβεια, ἡ κατάκρισις, ἡ δι’ ἔργου ἤ διά λόγου ἤ δι’ ἄλλου ὁποιουδήποτε τρόπου περιφρόνησις τῶν δούλων τοῦ Ὑψίστου ἐναρέτων ἀνθρώπων ἐν γένει καί ἰδιαίτατα τῶν Ἱερωμένων Ποιμένων καί Διδασκάλων, οἵτινες συνεργοῦσιν καί κοπιῶσιν ὑπέρ τῆς κοινῆς τῶν πιστῶν ώφελείας, ὡς ποδηγέται τῆς θεοσεβείας, ὀργήν θεήλατον, ἀφανισμόν καί ἐξολόθρευσιν ἀνείκαστον, ταχέως ἐπιφέρει κατά τό ρηθέν: «Ὁ ἁπτόμενος ὑμῶν (τῶν Ἁγίων) ὡς ὁ ἀπτόμενος τῆς κόρης τοῦ ὀφθαλμοῦ αὐτοῦ» (Ζαχ. β,8).

Τοῦτο καί διά πραγμάτων ἐβεβαίωσεν ὁ Θεός. Τήν ἀδελφήν τοῦ Θεόπτου Μωϋσέως Μαριάμ ἐλέπρωσε, τοῦ Βασιλέως Ἱεροβοάμ τήν παμβέβηλον χεῖρα ἐξήρανε (Γ΄ Βασιλ. ιγ,4), τά μικρά παιδάρια ἐν Βαιθήλ ἅτινα περιέπαιζον τόν Προφήτην Ἐλισσαῖον παρέδωσε τοῖς ἄρκτοις τοῦ δρυμοῦ εἰς κατάβρωμα (Α΄ Βασιλ. β,24), τόν Ἀνανίαν καί τήν Σαπφείραν ἐθανάτωσε αὐθωρεί (Πράξ. ε,5), τόν μάγον Ἐλύμαν παραχρῆμα ἐτύφλωσε (Πράξ, ιγ, 11) καί μέ ἄλλα σημεῖα καί τέρατα ἐξαίσια ἐπάταξε τούς ἀσεβεῖς καί καταφρονητάς τῶν Ἁγίων Του ὡς γέγραπται: «Μή ἅπτεσθε τῶν χριστῶν μου καί ἐν τοῖς Προφήταις μου μή πονηρεύεσθε» (Ψαλμ. ρδ,15).

Εἶναι πανθομολουμένως οἱ Ἅγιοι ἄνθρωποι θεοπροστάτευτοι καί τοποτηρηταί καί ἐπίτροποι Αὐτοῦ ἐπί τῆς γῆς, Ὅστις ἔδωκεν αὐτοῖς τήν ἐξουσίαν τοῦ θείου αὐτοῦ κράτους, ὥστε πάντα τά κτίσματα ὑλικά καί αἰσθητά - ἀλλά καί τά ἄϋλα καί νοερά - εὐλαβοῦνται, ὑποτάσσονται, ὑπηρετοῦν καί ὑπακούουν εἰς τούς Ἁγίους ἀπαρεγκλίτως: «Οἱ πεποιθότες ἐπί Κύριον ἐχθροῖς φοβεροί καί πᾶσι θαυμαστικοί». Καθότι οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ δεικνύουν τήν θείαν εὐγένειαν μέ τήν ὁποίαν ἐπλάσθη ὁ ἄνθρωπος «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» ὑπό τοῦ Δεσπότου τῶν ἀπάντων.

Οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ εἶναι σάλπιγγες τοῦ ἐν Σινᾶ νόμου καί τοῦ ἐν Ἱερουσαλήμ Εὐαγγελίου καί ἐν γένει τῶν θείων καί ἀρρήτων τοῦ Θεοῦ μυστηρίων εἰς σωτηρίαν ἡμῶν. Εἶναι τῆς ἀρετῆς οἱ ἐργάται ὑπό τῶν μεγίστων δωρεῶν τοῦ Θεοῦ ἔμπλεοι καί ἑνί λόγῳ οἱ Ἀρχιστράτηγοι τοῦ Ὑψίστου διά τῶν ὁποίων πολεμεῖται ἡ ἁμαρτία. Εἶναι τά ἐκλεκτά Αὐτοῦ ὄργανα διά τῶν ὁποίων ὁ πιστός στηρίζεται εἰς τήν ἀρετήν. «Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῆ γῆ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος, πάντα τά θελήματα αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς» (Ψαλμ. ιε, 3). Εἶναι ἐπίγειοι Ἄγγελοι καί οὐράνιοι ἄνθρωποι, φωστῆρες παμφαέστατοι τῆς ἄνω Βασιλείας, ὡς καί κατοικητήρια τῆς Ἁγίας Τριάδος (Ἰω. ιδ, 23), διότι ἀγαπῶσι τόν Θεόν ἐξ’ ὅλης τῆς ψυχῆς καί καρδίας καί ἰσχύος καί διανοίας κατά τόν Κυριακόν λόγιον (Μάρκ. ιβ, 30). Ἑπομένως ὅστις τιμᾶ αὐτούς, τιμᾶ τόν ἐν αὐτοῖς ἐνοικοῦντα Θεόν, ὅστις δέ περιφρονεῖ αὐτούς, περιφρονεῖ τόν Θεόν τόν κατοικοῦντα ἐν αὐτοῖς (Λουκ. ι, 16), ὡς μᾶς διδάσκει ἡ Θεία Γραφή καί οἱ Θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἐπιχειροῦμεν κατ’ ἀκολουθίαν καί ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι, πανευλαβῶς καί προσηκόντως ἐκ καθήκοντος ὑπερτάτου καί πατροπαραδότου νά ἀπονείμωμεν τόν δίκαιον σεβασμόν καί τήν τιμήν πρός τόν Μακαριώτατον Πνευματικόν ἡμῶν Πατέρα καί Ποιμενάρχην ΜΑΤΘΑΙΟΝ, τόν νέον Μυροβλύτην καί θαυματουργόν, δι’ αἰώνιον μνημόσυνον καί ὡς πανυπέρτιμον ἀπολογίαν πρός τούς ἀθέους καί ὑπερηφάνους ἁγιοκατηγόρους. Ἀναφωνοῦμεν λοιπόν, μετά τοῦ θεοκήρυκος Ἀποστόλου Παύλου: «’Αδελφοί, γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῆ Πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε» (Α΄ Κορ. ιστ, 13). Διότι ἀπετόλμησαν «χείλη δόλια» ἀπατεώνων καί θνητοψύχων λυμεώνων τῆς εὐσεβείας, ἐκ συστήματος σκανδαλοποιῶν, νά λαλήσωσιν ἀνομίας κατά τοῦ δικαίου καί Πατρός Πατέρων παναοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυροῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, εἰς τάς ἀκοάς τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων καί πιστῶν Χριστιανῶν (ὅτι δυσωδίασεν καί διελύθη ἤ ὅτι ἀνεκομίσθη εἰς κατάστασιν ἀφωρισμένου καί ὅσας ἄλλας βλασφημίας ἐξερεύγονται τοῦ ψεύδους τά ταμεῖα).

Πιστεύομεν τῆ καρδία καί ὁμολογοῦμεν τῶ στόματι ἡμεῖς οἱ ταλαίπωροι καί ἐλάχιστοι, εὑρισκόμενοι εἰς τήν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος, (τόν πρόσκαιρον τοῦτον βίον) ὅτι: Τό πολυτιμώτατον, ἠδύπνοον καί λίαν ἀρωματισμένον ἐκ πάσης ἀπόψεως ρόδον, ὁ μέγας καί οὐρανόφρων ΜΑΤΘΑΙΟΣ, εἶναι τῶν Ἀποστόλων ὁμότροπος καί ὁμόθρονος, τῶν Μαρτύρων καί Ὁμολογητῶν ἰσοστάσιος, ἡ δόξα καί τό κλέος τῶν Ἀρχιερέων, τό σεμνολόγημα τῶν Ἀσκητῶν, ὁ καθαιρέτης καί ἀναιρέτης τῆς ἀθέου Νεοημερολογιτικῆς πλάνης, ὁ ὑπέρμαχος καί φύλαξ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ πολύαθλος καί μυρίαθλος Ὁμολογητής, ὁ παμμέγιστος στρατηγός καί τροπαιοφόρος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὁ θεόφρων καί θεηγόρος, ὁ θεόπτης καί θεόληπτος, ὁ πανευκλεής καί πανόλβιος, ὁ θεομακάριστος καί θεοστήρικτος, ὁ θεόπνευστος καί θεόσοφος, ὁ θεοφόρος καί φωτοφόρος Ἱεράρχης εἰς τάς ἐσχάτας αὐτάς ἡμέρας τοῦ 8ου αἰῶνος τοῦ ἀπατεῶνος! Τό ὄνομά του τό ἅγιον κατεγράφη εἰς τό πλάτος τῆς καρδίας μας, ἵνα καί τήν γλῶσσαν ἡμῶν ποιήση θαυματουργικῶς ὁ πανσεβάσμιος καί πανθαύμαστος Πατήρ ἡμῶν «κάλαμον γραμματέως ὀξυγράφου», ὅπως διακηρύξωμεν εἰς τῆς οἰκουμένης τά πέρατα, ὅτι αὐτός μόνος ὁ ἀπλανής φωστήρ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ὁ ἀξιοΰμνητος, ὁ συμπολίτης καί σύσκηνος τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων, ἔσωσεν ἡμᾶς ἐκ τῆς σκοτίας καί κρημνοῦ τῶν αἱρέσεων.

Οὗτος ἀνεδείχθη γενάρχης τῆς εὐσεβείας, παιδιόθεν ἀφιερωθείς εἰς τόν Θεόν, ὡς σκεῦος τίμιον καί δοχεῖον τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί τήν Ἀρχιερωσύνην θεία ψήφῳ ἔλαβεν. Ἐπειδή ὁ Δημητριάδος Γερμανός, ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος καί ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος, τῆ θεία φωνῆ τοῦ χριστωνύμου Κλήρου καί λαοῦ ἐχειροτόνησαν τόν θεῖον Ματθαῖον Ἐπίσκοπον Βρεσθένης κατά τό φαινόμενον, ὁ δέ Θεός κατά τό νοούμενον.

Ὁ θεοκήρυξ ΜΑΤΘΑΙΟΣ μέ τήν ζωοποιόν νέκρωσιν τῆς σαρκός καί τό θεοειδές πρόσωπον, προκινδυνεύων ἕως αὐτοθανάτου εἰς τόν ὑπέρ πάντων Ἱερόν ἡμῶν Ἀγῶνα, ἀποτελεῖ τό καύχημα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς τρισηλίου Θεότητος τό ἐθελόθυτον θῦμα, ἐν νηστείᾳ, ἀγρυπνίᾳ καί προσευχῆ τό ἀθλοφόρον καί σεπτόν αὐτοῦ σῶμα ἀναλώσας. Τόν μυρίολβον τοῦτον θησαυρόν, ἤγουν τό ἅγιόν του λείψανον, τό ἤδη συγκεκαλυμμένον ἐν τῆ γῆ, «δι’ ἀποκρύφους λόγους», Αὐτός ὁ Θεός μόνος θέλει ἀποκαλύψει ὑπερλάμποντα καί ἀποθεωμένον μέ τάς θείας Αὐτοῦ χάριτας, ὅταν προστάξη.

Ὡς ἐλλόγιμος δέ καί τοῦ διδάσκειν ἔμπειρος, μέ τούς στεφάνους τῆς μακαρίας ὑποταγῆς τούς πολυτιμήτους ἐστολισμένος, ἐξέχεεν ἀφθόνως καί ἀόκνως ποταμούς ὕδατος ζῶντος τῶν Ἀγγελικῶν μαθημάτων τῆς οὐρανίου ἐπιστήμης μέ τά μελισταγῆ ρεῖθρα τῆς διδασκαλίας του, ὁ ἐν ἀρετῆ διαβεβοημένος καί θεόκλητος Ποιμενάρχης ἡμῶν, ἀποδείξας ἔργῳ καί λόγῳ, ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν εἶναι θεοδίδακτος, θεοπαράδοτος καί θεοπολυπλασίαστος.

Δέν ἔκλεισε ποτέ τό εὔλαλον ἐκεῖνο στόμα εἰς τούς θέλοντας ἐν ἀληθείᾳ σωθῆναι, τό ὁποῖον Πνευματοκινήτως ἀνεβλάστησε τά Πατρῶα Δόγματα τῆς υἱοθεσίας καί τό φρύαγμα τῶν νεοφανῶν θεομάχων ἠδάφισε ἐπί τῆς πέτρας τῆς ἐνθέου ἡμῶν Πίστεως. Κατά μείζονα λόγον νέον Μυροβλήτην παρευθύς τοῦτον καθομολογοῦμεν, ἐπειδή εἴδομεν μέ τούς ὀφθαλμούς μας καί ἐψηλαφίσαν αἱ χεῖρες ἡμῶν τό σημεῖον τοῦτο εἰς τό ἅγιον αὐτοῦ σκῆνος, τό ὁποῖον ἀναμφιβόλως προσκυνήσαντες «ἐλάβομεν χάριν ἀντί χάριτος». (Ἰω. α, 16). Διόπερ πάντων τῶν Ἁγίων τό πλήρωμα αὐτόν γνωρίζομεν, ὁδηγούμενοι ὑπό τῶν θεοσδότων Γραφῶν καί προδήλως ἑπόμενοι τῶν Ἀποστολικῶν καί Πατρικῶν Παραδόσεων. Καί μή εἴπη τις, (ἀπατώμενος ἐκ τοῦ ἐχθροῦ ἅμα καί ἀνθρωποκτόνου διαβόλου), ὅτι ἡμεῖς οἱ οὐτιδανοί καί ἀνάξιοι καί πάσης ἀρετῆς ἔρημοι ἁγιοποιοῦμεν αὐθορμήτως ἤ αὐθαιρέτως τόν μέγαν Ἀρχιποίμενα καί ἀείμνηστον τῶν Ἀθηνῶν Πρόεδρον Μακαριώτατον Ματθαῖον ἤ ὅτι μέ οὐρανομήκεις ἐπαίνους πλέκομεν ἐγκώμια καί τιμῶμεν τήν μνήμην αὐτοῦ, γράφοντες τάς γραμμάς ταύτας παρά τά διατεταγμένα! Μή γένοιτο!

Τῆ ἀληθεία ὁ Θεός ἀντιδοξάζει τούς δοξάζοντας Αὐτόν εἰς τόν κόσμον τοῦτον, μέ τό φῶς τῶν ἀρετῶν καί τῶν καλῶν ἔργων θαυμασιώτατα. «Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» (Ψαλμ. ξζ 36). Ἐφόσον μάλιστα «νόμοι καί Προφῆται» εἰς τόν χορόν τῶν Ἁγίων Πάντων κατατάσσουσι τόν θεῖον μυστολέκτην ΜΑΤΘΑΙΟΝ καί ἑορτάζεται «μέ τούς προστεθέντας καί προστιθεμένους Δικαίους, Προφήτας, Ἀποστόλους, Μάρτυρας, Ὁμολογητάς, Ποιμένας, Διδασκάλους καί Ὁσίους ὁμοῦ», τό δέ Ἅγιον Λείψανόν του ἀπέβη ἔνθεον φυλακτήριον ἡμῶν, ὡς καί θαῦμα τῶ θαύματι ἐπακολουθεῖ ἀφότου αὐτόν ἐγνωρίσαμεν, πῶς πρέπει ν’ ἀκούσωμεν ἐκείνους ὅπου διδάσκουν μάταια καί ψευδῆ, ὅλως διόλου ἐνάντια τῆς ἀληθείας;

Ἱστορήσαμεν ὡσαύτως τήν ἱεράν του εἰκόνα μέ τόν φωτοστέφανον τῆς αἴγλης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς Θεοῦ κατοικητήριον τοῦτον ὄντα ἀναντιρρήτως καί πεπληρωμένον καθολοκληρίαν ὑπό τῶν δωρεῶν τῆς θείας Χάριτος. Σημειωτέον διά τούς τυχόν ὡς ἀκριβολόγους καί κανονολόγους ἐπαιρομένους, ὅτι ἄλλοτε οἱ ἐλέῳ Θεοῦ Αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου παριστάνοντο εἰς τάς προσωπογραφίας των (καίπερ κοινοί θνητοί) ἐντός φωτοστεφάνου, τιμῆς ἕνεκεν. Πόσης τιμῆς καί εὐλαβείας εἶναι ἄξιος ὁ οὐρανόθεν τήν χάριν δεδεγμένος ΜΑΤΘΑΙΟΣ, ὁ ἀξιοθαύμαστος καί ἀξιάγαστος, τοῦ ὁποίου τάς ἀρετάς καί τά ἔνθεα κατορθώματα ἀποθαυμάζουν καί ἀνομολογοῦν καί αὐτοί οἱ ἐχθροί τῆς Πίστεως, κατά τόν Θεολόγον Γρηγόριον τόν λέγοντα, «οἶδε καί πολέμιος ἀνδρός ἀρετήν θαυμάζειν»;

Δέν κάμνομεν βεβαίως κανένα πρᾶγμα ἔξω ἀπό τήν Παράδοσιν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Θεοφόρων Πατέρων μας. Καθόσον ἡ τιμή αὕτη πρός τόν Ἁγιώτατον ΜΑΤΘΑΙΟΝ, κατά τούς Πατερικούς λόγους, ἀναφέρεται εἰς τό πρωτότυπον, δηλαδή τόν Χριστόν, ὡς ψάλλομεν: «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε». Καί ὁ Ἅγιος ἡμῶν Πατήρ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ὑπῆρξεν ἐπί πλέον τύπος Χριστοῦ, εἰς πρᾶξιν, λόγον καί θεωρίαν, ἐκατώρθωσε πᾶσαν ἀρετήν καί ἐδοξάσθη διά τῶν ἐπακολουθούντων θαυμάτων καί θά δοξάζεται. Διότι ὑπάρχει ἐν Χριστῶ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατά τάς μέχρι τοῦδε ἱεράς μαρτυρίας καί ἡγίασε μέ τά ἰδικά του μέλη τό θεῖον ὄνομα, τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα.

Προσκυνοῦντες, λοιπόν, τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Πατρός μας, ἐν αὐτῶ προσκυνοῦμεν τόν Χριστόν τόν λέγοντα ἐν τῶ ἱερῶ Αὐτοῦ Εὐαγγελίῳ: «’Εν ἐκείνη τῆ ἡμέρᾳ γνώσεσθε ὑμεῖς ὅτι ἐγώ ἐν τῶ Πατρί μου καί ὑμεῖς ἐν ἐμοί, καγώ ἐν ὑμῖν» (Ἰω. ιδ, 20-21). Θέλομεν ὄντως νά εἴμεθα φιλοπάτορες υἱοί καί οὐχί ἀχάριστοι πρός τόν Μακαριώτατον Πατέρα μας καί Διδάσκαλον, τόν ὁδηγόν καί εὐεργέτην μας, τοῦ ὁποίου τάς Ἱεράς Μονάς κατοικοῦμεν, τῶν διδασκαλιῶν ἐντρυφῶμεν, καί τόν ἄρτον τρώγομεν.

Αὐτός ἡμᾶς ἐφώτισε καί τώρα αὐτός πρεσβεύει ὑπέρ ἡμῶν καί μᾶς βοηθεῖ πάντοτε ὡς Πατήρ φιλόστοργος εἰς τούς διωγμούς τῶν ἀντιχρίστων Φραγκοδεσποτοπαπάδων, ὡς καί αὐτός μόνος θά ἀνορθώση καί πάλιν τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ ἀπό τῶν σημερινῶν συμφορῶν, διότι ὁ ἴδιος κατευθύνει ἀδιαλείπτως τόν Ἱερόν τῆς Ὀρθοδοξίας Ἀγῶνα. Καί ἄν μή γένοιτο, ἀθετήσωμεν αὐτόν, εἴμεθα παραβάται τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν (βιβλ. ζ, κεφ. ιζ) καί ἀθετοῦμεν Αὐτόν τόν Χριστόν κατά τάς Γραφάς.

Ὅθεν ὁ ἅγ. ΜΑΤΘΑΙΟΣ, ὁ νέος Μυροβλήτης καί Θαυματουργός, εἶναι παντός εἴδους ὕμνων, εὐφημιῶν καί ἐγκωμίων ἄξιος εἰς τούς ἐσχάτους τούτους καιρούς καί θά τόν τιμήσουν λαοί, φυλαί καί γλῶσσαι, ὅταν γνωρίσουν τήν ἄμαχον αὐτοῦ δύναμιν καί τήν ἐν οὐρανοῖς παρρησίαν του, ἄνθρωποι καί δαίμονες θά θαυμάσωσιν (ἀναγνώσατε τήν δι’ Ἀγγέλου ἀποκάλυψιν τοῦ Ἀββᾶ Μακαρίου καί τόν βίον τοῦ Ὁσίου Παχωμίου τῆς Μεγάλου).

Ἀμφιβάλλετε; Ἰδού λοιπόν ἀφοῦ ἀπῆλθεν τῆς ζωῆς ταύτης ἡ ἱερά ἐκείνη κεφαλή, ἤρχισαν αἱ θλίψεις καί οἱ ἀναστεναγμοί μας, τά κακά καί αἱ συγχύσεις, αἱ ταραχαί καί αἱ ἀποστασίαι, οἱ διωγμοί καί αἱ φυλακαί καί αἱ ἐξορίαι, τό κλείσιμον τῶν Ἱερῶν Ναῶν μας, ἡ διάλυσις τῶν Ἱερῶν τῆς Ὀρθοδοξίας Μονῶν, ἡ ἐξουδένωσις καί ἡ χαλάρωσις τῆς «παρατάξεώς» μας καί ὅσα ἄλλα δεινά καί ἀδιήγητα καί χαλεπά! Ὅλοι οἱ τόποι τώρα ἐμπίπτουν ἀπό συμφορᾶς εἰς συμφοράν καί «ἐπί τῆς γῆς συνοχή ἐθνῶν ἐν ἀπορία, ἠχούσης θαλάσσης καί σάλου. Ἀποψυχώντων ἀνθρώπων ἀπό φόβου καί προσδοκίας τῶν ἐπερχομένων τῆ οἰκουμένη» (Λουκ. ΚΑ, 25,26) Καί ἄν, παρακαλοῦμεν, δέν ὑπῆρχεν ὁ στερρός καί ἀσάλευτος πύργος τῶν Ἱερῶν Μονῶν του, ἔνθα τόν θησαυρόν τόν πολύτιμον τῆς Ἁγίας ἡμῶν Πίστεως καί τό μύρον τῆς εὐσεβείας ἐκ τοῦ ἁγίου Λειψάνου τοῦ σεπτοῦ ἡμῶν Ποιμενάρχου πλουτοῦμεν πάντες, ποῖοι καί πόσοι θά ἦσαν σήμερον Χριστιανοί Ὀρθόδοξοι πιστοί καί γνήσιοι; Δέν εἶναι κατά ταῦτα, ὁ Ἅγιος ἡμῶν Πατήρ ἐκεῖνος ὅπου ἐπέστρεψεν πολλούς τῶν υἱῶν τοῦ νέου Ἰσραήλ ἐπί Κύριον τόν Θεόν αὐτοῦ, ἐν πνεύματι καί δυνάμει Ἠλιοῦ; Πόσοι ἐξάλλου ἐλθόντες εἰς τάς Ἱεράς Μονάς του καί προσπίπτοντες εἰς τούς πόδας του μετά πίστεως, ἐλυτρώθησαν ἐκ παντοίων νόσων καί κινδύνων, ἀνέβλεψαν πνευματικῶς ἐκ τοῦ σκότους τῶν ἁμαρτιῶν, λαβόντες διπλῆν τήν θεραπείαν, ψυχῆ τε καί σώματι;

Καί οὐ μόνον τότε, ἀλλά καί σήμερον ἐκεῖνος ὅστις θέλει τόν ἐπικαλεσθῆ μετά πίστεως, τόν εὑρίσκει βοηθόν καί ἱατρόν εἰς πᾶσαν αὐτοῦ θλῖψιν καί ἀσθένειαν. Καί ὄχι μόνον ὅσοι ἔρχονται εἰς τόν ἅγιόν του τάφον, τόν μυροβόλον καί ἁγιόλεκτον, ἀλλά καί ὅσοι ἀπό μακρόθεν ἤθελον τόν ἐπικαλεσθῆ μετά θείου δέους ἤ τήν ἁγίαν του εἰκόνα ἤθελον μετά ὁλοψύχου ζέσεως κατασπασθῆ, εἴτε πάσχωσιν, εἴτε ὑποφέρωσιν, εἴτε παντοιοτρόπως κινδυνεύουσι καί θλίβονται, φθάνει παρευθύς, θεραπεύων τάς ἀνάγκας ἑκάστου καί ἀποπληρῶν παντοτεινήν ἐπιθυμίαν, κἄν καί τό ὄνομά του προφέρωσιν!

Θά ἀπαλλάξη, τέλος, ἡμᾶς ὁ ἱερομύστης ΜΑΤΘΑΙΟΣ ἐκ τοῦ σχισματικοῦ ὀλέθρου τῶν ψευδαδέλφων Φλωρινικῶν, ἤτοι ἐκ «τῆς συναγωγῆς τοῦ Σατανᾶ τῶν λεγόντων Ἰουδαίους εἶναι (δηλονότι ἐκλεκτοί τοῦ νέου Ἰσραήλ ἤ Παλαιοημερολογῖται) καί οὐκ εἰσίν, ἀλλά ψεύδονται» (Ἀποκ. γ, 9), ἵνα πλανῶσι τούς Γνησίους Ὀρθοδόξους πιστούς Χριστιανούς τά εἰδωλόθυτα τῆς Ἑσπερίας - ἐξέλιξιν καί συγχρονισμόν – τρώγωσι χάριν τῆς προόδου καί τῆς μόδας, λησμονοῦντες οἱ τάλαινες ὅτι «ἡ ἀλήθεια τοῦ Κυρίου μένει εἰς τόν αἰῶνα». Οἱ σύγχρονοι αὐτοί «Νικολαῖται», ἐν ὄψει τοῦ θριάμβου τῆς Ὀρθοδοξίας, κατηγοροῦσιν ἡμᾶς ἡμέραν καί νύκτα, ἔχοντες λόγους συμβιβασμοῦ καί συνοδοιπορίας μέ τόν διάβολον τῆς πλάνης.

Οἱ Φλωρινιακοί μιγάδες ἀντιστρατεύονται εἰς τάς ἐπαγγελίας τῶν Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν περί τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐξουθενοῦντες τάς προφητείας καί τόν Πνευματικόν ἡμῶν Πατέρα διαβάλλοντες. Ἐάν πράγματι ψεύδονται οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ψευδόμεθα καί ἡμεῖς. Εἰ δέ μή οἱ ψευδοπροφῆται Φλωρινικοί οἱ ὁποῖοι βλασφημοῦν, ἐκπειράζουν καί ἀπιστοῦν εἰς τόν Θεόν, ὡς ὁ ἀγνώμων ληστής, θά φιμωθῶσιν ἐξάπαντος.

Ὅθεν ὅσοι πιστοί προσέλθετε νά ψάλλωμεν ὅλη ψυχῆ καί διανοίᾳ τόν παρά πόδας κατανυκτικώτατον ὕμνον, πανευφροσύνως πρός τόν ἀλήστου μνήμης Ἀρχιποίμενα, προστάτην καί ὁδηγόν μας:


Ἦχος πλ. α΄. «Βασίλισσα τοῦ κόσμου»

Ματθαῖε Ἱεράρχα, ἀστέρα φαεινέ, καύχημα Ὀρθοδόξων, τραῦμα τῶν κακοδόξων, Ποιμήν ἀληθινέ.

Μή μᾶς ἐγκαταλείψεις, προστάτα τῶν Μονῶν, τήν ποίμνην σου σκορπῖσαν, ὅπως τήν παρασύρουν, εἰς σπήλαιον ληστῶν.

Βλέπε, Πατέρα, βλέπε, πῶς μᾶς διώκουνε, τό πῶς μᾶς ὀνειδίζουν καί ἀποσχηματίζουν καί μᾶς ἐμπαίζουνε.

Ματθαῖε Μυροβλῦτα, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν, διωγμούς νά ὑποστῶμεν, ὅπως ἀξιωθῶμεν μετά τῶν ἐκλεκτῶν.

Προφύλαξόν μας, Πάτερ, ἀπό τῶν συμφορῶν καί χαροποίησόν μας, τρέξε καί σκέπασόν μας, ἐκ ζάλης πειρασμῶν.

Ματθαῖε Ποιμενάρχα, Μακαριώτατε, πηγή Ὀρθοδοξίας, ψυχῆς παρηγορία, Πατέρα Ἱερώτατε.

Προστάτα τῶν Μονῶν μας, πάντας ἐνίσχυσον, εἰς συμφοράς καί θλίψεις μή μᾶς ἐγκαταλείψεις, ἀλλά βοήθησον.

Πληγαί νηπίων εὔχου ἵνα μᾶς λογισθοῦν, οἱ ἐμπαιγμοί τοῦ κόσμου καί οἱ ἐχθροί τοῦ σκότους, ὅπως καταισχυνθοῦν.

Στερέωσόν μας, Πάτερ, διά Χάριτος Θεοῦ, Πίστιν ν’ ὁμολογῶμεν, ἄν καί θανατωθῶμεν, ἐξ’ ἀσεβοῦς λαοῦ.

Τό πνεῦμα προηγεῖται καί ἡ σάρξ ἀσθενεῖ, νεφέλη ἡ εὐχή σου, εἰς τέκνα σου νά δίδη χαρά καί ὑπομονή.

Ποσῶς μή φοβηθῶμεν, νά ὑπομείνωμεν καί σέ τόν Μυροβλήτην, πρός Κύριον μεσίτην, νά μεγαλύνωμεν.

Καί στήριξόν μας, Πάτερ, πρέσβευε πρός Θεόν, νά μή λιποψυχοῦμε καί νά μή κλονισθοῦμε στόν ἔσχατον καιρόν. ΑΜΗΝ.


Ἀπό τήν ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρουσα καί μεγάλης ἱστορικῆς σημασίας αὐτή ἐπιστολή προκύπτουν τά ἀκόλουθα σημαντικά στοιχεῖα:

1. Ἡ ὡς πρός Ἅγιο τιμή πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ματθαῖο ἄρχισε ἀμέσως μετά τήν ὁσιακή του κοίμηση.

2. Ἡ τιμή αὐτή ἐκφράστηκε μέ τήν κυκλοφορία εἰκόνας του («ἱστορήσαμεν τήν ἱεράν του εἰκόνα μέ τόν φωτοστέφανον τῆς αἴγλης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς Θεοῦ κατοικητήριον τοῦτον ὄντα ἀναντιρρήτως καί πεπληρωμένον καθολοκληρίαν ὑπό τῶν δωρεῶν τῆς θείας Χάριτος»), μέ τήν σύνθεση ὕμνου πρός τιμήν του καί τήν προσκύνηση τοῦ τάφου καί τῶν Λειψάνων του («τό μύρον τῆς εὐσεβείας ἐκ τοῦ ἁγίου Λειψάνου τοῦ σεπτοῦ ἡμῶν Ποιμενάρχου πλουτοῦμεν πάντες»).

3. Ἡ ἀδελφότητα τεκμηριώνει θεολογικά καί Πατερικά αὐτή τήν τιμή («πανευλαβῶς καί προσηκόντως ἐκ καθήκοντος ὑπερτάτου καί πατροπαραδότου ἀπονέμωμεν τόν δίκαιον σεβασμόν καί τήν θείαν προσκύνησιν πρός τόν Μακαριώτατον Πνευματικόν ἡμῶν Πατέρα καί Ποιμενάρχην ΜΑΤΘΑΙΟΝ τόν νέον Μυροβλύτην καί θαυματουργόν…, ἵνα μή εἴπη τις, (ἀπατώμενος ἐκ τοῦ ἐχθροῦ ἅμα καί ἀνθρωποκτόνου διαβόλου), ὅτι ἡμεῖς οἱ οὐτιδανοί καί ἀνάξιοι καί πάσης ἀρετῆς ἔρημοι ἁγιοποιοῦμεν αὐθορμήτως ἤ αὐθαιρέτως τόν μέγαν Ἀρχιποίμενα καί ἀείμνηστον τῶν Ἀθηνῶν Πρόεδρον Μακαριώτατον Ματθαῖον ἤ ὅτι μέ οὐρανομήκεις ἐπαίνους πλέκομεν ἐγκώμια καί τιμῶμεν τήν μνήμην αὐτοῦ, γράφοντες τάς γραμμάς ταύτας παρά τά διατεταγμένα».

4. Ἡ πρός αὐτόν τιμή βασίζεται: Α’ στήν παγκοίνως ὁμολογουμένη ἀσκητική βιοτή τοῦ ἀνδρός («τῆς τρισηλίου Θεότητος τό ἐθελόθυτον θῦμα, ἐν νηστείᾳ, ἀγρυπνίᾳ καί προσευχῆ τό ἀθλοφόρον καί σεπτόν αὐτοῦ σῶμα ἀναλώσας») καί στήν ἀρετή του («ὑπῆρξεν τύπος Χριστοῦ, εἰς πρᾶξιν, λόγον καί θεωρίαν καί ἐκατώρθωσε πᾶσαν ἀρετήν… τοῦ ὁποίου τάς ἀρετάς καί τά ἔνθεα κατορθώματα ἀποθαυμάζουν καί ἀνομολογοῦν καί αὐτοί οἱ ἐχθροί τῆς Πίστεως»), Β’ στά δι’ εὐχῶν του (καί μετά θάνατον διά πρεσβειῶν του) σημεῖα καί θαύματα («ἐδοξάσθη διά τῶν ἐπακολουθούντων θαυμάτων… Ὅστις θέλει τόν ἐπικαλεσθῆ μετά πίστεως, τόν εὑρίσκει βοηθόν καί ἱατρόν εἰς πᾶσαν αὐτοῦ θλῖψιν καί ἀσθένειαν… φθάνει παρευθύς, θεραπεύων τάς ἀνάγκας ἑκάστου καί ἀποπληρῶν παντοτεινήν ἐπιθυμίαν, κἄν καί τό ὄνομά του προφέρωσιν»), Γ’ στή μυροβλυσία τοῦ Λειψάνου του («νέον Μυροβλήτην παρευθύς τοῦτον καθομολογοῦμεν, ἐπειδή εἴδομεν μέ τούς ὀφθαλμούς μας καί ἐψηλάφισαν αἱ χεῖρες ἡμῶν τό σημεῖον τοῦτο εἰς τό ἅγιον αὐτοῦ σκῆνος") καί Δ’ στήν συμβολή τοῦ στόν Ἀγῶνα ὑπέρ τῆς γνησιότητος τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως («εἰς τάς ἐσχάτας αὐτάς ἡμέρας τοῦ 8ου αἰῶνος τοῦ ἀπατεῶνος», ὡς «καθαιρέτης καί ἀναιρέτης τῆς ἀθέου Νεοημερολογιτικῆς πλάνης» καί «ἐκεῖνος ὅπου ἐπέστρεψεν πολλούς τῶν υἱῶν τοῦ νέου Ἰσραήλ ἐπί Κύριον τόν Θεόν αὐτοῦ, ἐν πνεύματι καί δυνάμει Ἠλιοῦ», τοῦ ὁποίου «δέν ἔκλεισε ποτέ τό εὔλαλον ἐκεῖνο στόμα εἰς τούς θέλοντας ἐν ἀληθείᾳ σωθῆναι, τό ὁποῖον Πνευματοκινήτως ἀνεβλάστησε τά Πατρῶα Δόγματα τῆς υἱοθεσίας καί τό φρύαγμα τῶν νεοφανῶν θεομάχων ἠδάφισε ἐπί τῆς πέτρας τῆς ἐνθέου ἡμῶν Πίστεως»).

5. Ἡ ἀδελφότητα δέν διστάζει νά κατονομάσει τίς κατηγορίες κατά τοῦ πνευματικοῦ της Πατρός, ἀλλά καί τόν χῶρο προελεύσεως τῶν κατηγοριῶν αὐτῶν. Οἱ κατηγορίες προέρχονται ἀπό τόν χῶρο τῶν Φλωρινικῶν Παλαιοημερολογιτῶν καί ἀναφέρονται τόσο στήν κατάσταση τοῦ Λειψάνου του («ὅτι δυσωδίασεν καί διελύθη ἤ ὅτι ἀνεκομίσθη εἰς κατάστασιν ἀφωρισμένου καί ὅσας ἄλλας βλασφημίας ἐξερεύγονται τοῦ ψεύδους τά ταμεῖα»), ὅσο καί στήν πίστη στίς σχετικές μέ τήν ΚΠολη προφητείες («ἀντιστρατεύονται εἰς τάς ἐπαγγελίας τῶν Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν περί τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐξουθενοῦντες τάς προφητείας καί τόν Πνευματικόν ἡμῶν Πατέρα διαβάλλοντες. (Ὅμως) ἐάν πράγματι ψεύδονται οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ψευδόμεθα καί ἡμεῖς»).

6. Ἐκφράζεται, τέλος, στήν ἐπιστολή ἡ βεβαιότητα τῆς νίκης τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, τόσο ἔναντι τῶν ἐξωτερικῶν, ὅσο καί τῶν ἐσωτερικῶν ἐχθρῶν Της («αὐτός ἡμᾶς ἐφώτισε καί τώρα αὐτός πρεσβεύει ὑπέρ ἡμῶν καί μᾶς βοηθεῖ πάντοτε ὡς Πατήρ φιλόστοργος εἰς τούς διωγμούς τῶν ἀντιχρίστων Φραγκοδεσποτοπαπάδων, ὡς καί αὐτός μόνος θά ἀνορθώση καί πάλιν τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ ἀπό τῶν σημερινῶν συμφορῶν, διότι ὁ ἴδιος κατευθύνει ἀδιαλείπτως τόν Ἱερόν τῆς Ὀρθοδοξίας Ἀγῶνα» καί «θά ἀπαλλάξη ἡμᾶς ὁ ἱερομύστης ΜΑΤΘΑΙΟΣ ἐκ τοῦ σχισματικοῦ ὀλέθρου τῶν ψευδαδέλφων Φλωρινικῶν»), ἀλλά καί τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ ἰδίου προσωπικῶς ὡς Ἁγίου, Μυροβλήτου καί Ὁμολογητοῦ («θά τόν τιμήσουν λαοί, φυλαί καί γλῶσσαι, ὅταν γνωρίσουν τήν ἄμαχον αὐτοῦ δύναμιν καί τήν ἐν οὐρανοῖς παρρησίαν του»).
Πλέον τῶν προηγουμένων, ἡ ἀδελφότητα τῆς Μονῆς Παναγίας συνέθεσε καί Ἀκολουθία πρός τιμήν τοῦ ἁγίου Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου, ψαλλομένη κατ’ ἔτος κατά τήν ἐπέτειο τῆς κοιμήσεώς του, τήν 14η Μαΐου, τήν ὁποία τιμοῦσε μέ ὁλονύκτιο ἀγρυπνία. Ἀκόμη, μετά ἀνακομιδή τῶν τιμίων Λειψάνων του, αὐτά κατατέθηκαν ἀρχικά σέ ἁπλή ξύλινη λάρνακα καί στή συνέχεια σέ καλλιτεχνική μεταλλική, λιτανεύονταν κατά τίς πανηγύρεις τῆς Μονῆς (ἑορτές Κοιμήσεως, Εἰσοδείων, Ζωοδ. Πηγῆς καί Ἁγίας Τριάδος, καθώς καί στόν Ἑσπερινό τῆς Ἀγάπης), ἐκτιθέμενα ἔκτοτε σέ προσκύνηση στήν αἴθουσα τοῦ Δεσποτικοῦ, μαζί μέ τόν τρίχινο σάκκο του καί τήν ἁλυσίδα τῆς ἀσκήσεώς του.

Λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψη τήν μέχρι σήμερα (2010) πορεία τοῦ θέματος τῆς ἁγιότητος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου, διαπιστώνουμε ὅτι ἡ πρακτική αὐτή (τῆς ἀπονομῆς, δηλαδή, πρός αὐτόν τιμῶν ὡς πρός Ἅγιο) τῆς Μονῆς Παναγίας, δέν ἦταν κάτι πού ἐξέφραζε ἀποκλειστικά καί μόνο τήν ἀδελφότητά της (πολυμελή ἄλλωστε, ἀποτελουμένη τήν ἐποχή πού συντάχθηκε ἡ ἐπιστολή ἀπό 300 περίπου μοναχές!), ἀλλά καί τήν κοινή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόσο σέ Ἑλλαδικό, ὅσο καί σέ οἰκουμενικό ἐπίπεδο.

Παρόμοιες τιμές πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ματθαῖο ἀποδόθηκαν καί ἀπό τήν ἀδελφότητα τῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως (ἡ ὁποία κατά τήν κοίμησή του ἀριθμοῦσε περί τούς 170 μοναχούς), στό προσκυνητάρι τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἔκτοτε καί μέχρι σήμερα ἡ εἰκόνα του! Μάλιστα ἰδιαίτερες τιμές ἀποδόθηκαν καί ἀπό πρόσωπα τά ὁποῖα ἐντός τοῦ 1950, ἀποσχίστηκαν ἀπό τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί προσχώρησαν στήν Φλωρινική παρασυναγωγή, χωρίς ὅμως - ὅπως δήλωναν - νά προδώσουν τήν μνήμη του καί τήν πνευματική του παρακαταθήκη! Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ Μοναχός Βίκτωρ Ματθαίου (ἐκ τῶν βασικῶν συνεργατῶν του, ὁ ὁποῖος ἡγήθηκε τό 1950 τῆς ἀνταρσίας 35 περίπου μοναχῶν, κατά τῆς «ἀπό Ματθαίου» Ἱερᾶς Συνόδου), ἀμέσως μετά τήν κοίμησή του δημοσίευσε στόν «Μέγα Συναξαριστή» τήν φωτογραφία τοῦ ἀειμνήστου ἐν μέσῳ δύο ὑποκλινομένων Ἀγγέλων, γεγονός πού σχολιάστηκε (καί σχολιάζεται ἀκόμη) δυσμενέστατα ἀπό τούς Φλωρινικούς. (Παρόμοιο ὅμως περιστατικό ἀναφέρεται καί στόν βίο τοῦ ἁγ. Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου, ὁ ὁποῖος ἁγιογραφήθηκε νά ἀνέρχεται στόν οὐρανό σέ παράσταση παρόμοια τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου! Μάλιστα, ἡ παράστασις ἁγιογραφήθηκε ζῶντος τοῦ Ἁγίου!).

Ἡ παράστασις αὐτή, καθώς καί ἡ πρώτη εἰκόνα του πού φιλοτεχνήθηκε ἀπό τήν Μονή Παναγίας, δέν ἔλειπαν ἀπό κανένα σπίτι Ὀρθοδόξου στήν Ἑλλάδα καί τήν Κύπρο! Τό πλήρωμα τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποιμένες καί ποιμενόμενοι, κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί, ἦσαν ἀπολύτως βέβαιοι περί τῆς ἁγιότητος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου, βεβαιότητα πού εἶχε ἐνισχυθεῖ καί ἀπό πολλά σημεῖα καί θαύματα, γιά τά ὁποῖα πανελληνίως ὑπῆρχαν ἔγκυρες καί ἀσφαλεῖς μαρτυρίες.

Κατά τήν δεκαετία τοῦ ’50, ὁ Μοναχός Κοσμᾶς ὁ Λευκάδιος, ἀσκούμενος ἔξω τῆς Μονῆς Παναγίας, ἔκτισε ναό πρός τιμήν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου. Πρόκειται γιά τόν πρῶτο ἱστορικά ναό πρός τιμήν του.

Τό 1983 φιλοτεχνήθηκε μία εὑρύτατα διαδεδομένη φορητή εἰκόνα του.

Τό 1985 φιλοπονήθηκε ἀπό τόν γράφοντα ἡ δεύτερη κατά ἱστορική σειρά Ἀκολουθία πρός τιμήν του.

Τό 2005, τοιχογραφήθηκε εἰκόνα του στή μετώπη τοῦ γυναικωνίτη τοῦ Ἱ. Ν. ἁγ. Δημητρίου Ἀχαρνῶν, δίπλα στήν εἰκόνα τοῦ ἁγ. Νεκταρίου ἐπ. Πενταπόλεως, μέ τόν ὁποῖο (ὅπως ἀναφέρθηκε προηγουμένως), εἶχε συνδεθεῖ πνευματικά ἀπό τό 1910.

Τό 2006, κατά τά ἐγκαίνια ἀπό τόν Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας κ. Κήρυκο τοῦ ἱστορικοῦ Ἱ. Ν. ἁγ. Σπυρίδωνος Καρέα, ἡ Ἁγία Τράπεζα πέραν τοῦ ἁγ. Σπυρίδωνος, καθιερώθηκε ἐπ’ ὀνόματι καί πρός τιμήν καί τοῦ ἁγ. Ματθαίου τοῦ νέου Ὁμολογητοῦ.

Τό 2007, ἱδρύθηκε στό Βανκούβερ τοῦ Καναδᾶ ἀπό τήν ἐκεῖ Γνησία Ὀρθόδοξο Κοινότητα ναός πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Ἀποστόλου Θωμᾶ καί τοῦ ἁγ. Ματθαίου τοῦ νέου Ὁμολογητοῦ. (Τό 2010, τῆς πανηγύρεως τῆς 14ης Μαΐου προέστη ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Κήρυκος).

Τό 2008, μετά τήν ἕνωση μέ τήν τοπική Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας, ἔγινε γνωστό ὅτι ὁ νεοφανής Ἅγιος τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας ὅσ. Ἰωάννης ὁ Ρουμάνος (+ 1960, τοῦ ὁποίου τό χαριτόβρυτο Λείψανο σώζεται ἀδιάφθορο στή Μονή Χοζεβᾶ Ἱεροσολύμων), τιμοῦσε ἰδιαίτερα τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ματθαῖο, ὡς Ἅγιο καί Ὁμολογητή καί ἐξῆρε τήν συμβολή του στόν Ἀγῶνα κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ - Νεοημερολογιτισμοῦ. Συνιστοῦσε μάλιστα σέ ὅσους τόν ἐπισκέπτονταν νά ἀναζητήσουν καί νά ὑπαχθοῦν στούς Ἐπισκόπους, τούς «ἀπό Ματθαίου»!

Τέλος, τό 2009, γιά νά ἐκφρασθεῖ ἡ κατά Θεόν ἑνότητα τῶν τοπικῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὁ ναός τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Παναγίας Παραμυθίας Ἀχαρνῶν, ἐγκαινιάστηκε πρός τιμήν τῶν τριῶν νεοφανῶν Ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδοξίας ἁγ. Θεοδοσίου τοῦ Καυκάσου (+ 1948), ἁγ. Ματθαίου Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν (+ 1950) καί ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χοζεβίτου (+ 1960). Στά ἐγκαίνια συμμετεῖχαν οἱ Σεβ. Μητροπολίτες Μεσογαίας κ. Κήρυκος (Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος), Κένυας κ. Ματθαῖος (Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας), Κιέβου κ. Σεραφείμ (Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας) καί Κιτίου κ. Παρθένιος (Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου), ἐκφράζοντες τήν ἑνότητα τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, στή βάση τῆς γνησίας Ὀρθόδοξου Ὁμολογίας - Ἐκκλησιολογίας.


Ἐπίλογος

Τά θαύματα καί σημεῖα τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ματθαίου – σέ συνδιασμό μέ τήν προσφορά του στόν Ἀγῶνα τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί στήν διαμόρφωση, διατύπωση καί διάδωση τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας - Ἐκκλησιολογίας - ὡς ἐπιβεβαιωμένα καί μαρτυρημένα στοιχεῖα ἀποδεικνύουν, ὅτι ὁ ἀγωνοθέτης Χριστός ἐνέκρινε καί ἐπιβράβευσε τόν ἀγῶνα τοῦ μακαρίου Πατρός Ματθαίου καί τόν ὁποῖο ἐλέησε μέ τά εἰδικά χαρίσματα πού δίδει μόνο στούς Ἁγίους Του, ὅπως τῆς διοράσεως, τῆς προοράσεως, τῆς προφητείας, τῆς θαυματουργίας, τῶν θεραπειῶν καί τῆς μυροβλυσίας. Γιά τοῦτο καί ἡ ἁγιότητά του ἀναγνωρίζεται ἀπ’ ἀρχῆς ἀπό τό πλήρωμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τοῦ πνευματικοῦ χώρου τῆς Ὁποίας ἀναδείχθηκε, δηλαδή τῆς οἰκουμενικῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφοῦ «Ἁγιοπατερική, συνεχής καί ἀμετάβλητη συνείδηση εἶναι, ὅτι ἡ ἁγιότητα ἀναγνωρίζεται μέ βάση τήν φανέρωσή της ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, μέσῳ τῆς διενεργείας αὐθεντικῶν θαυμάτων (καί) αὐτό τό κριτήριο εἶναι ἐκκλησιαστικό, τό ἀσφαλέστερο καί ἐπικρατέστερο στό χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἁγιολογίας» (Πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, «Ἁγιότης Μαρτυρουμένη», Λευκωσία 1989, σελ. 4).

Διά πρεσβειῶν τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν ΜΑΤΘΑΙΟΥ,

τοῦ Νέου Ὁμολογητοῦ,

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.


















































































































































































































































































































































































































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου