Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ  ΤΑ  ΙΧΝΗ  ΤΟΥ  ΑΓ. ΘΕΟΦΑΝΗ  ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ  ΣΟΛΕΑΣ
(17η Μαΐου)

Του  Μητροπολίτου Μόρφου κ.Νεοφύτου



Είχα πάει σ' ένα χωριό της Μαραθάσας, το Μηλικούρι. Ο σκοπός της επισκέψεως μου ήταν να βρώ μια αρχαία Μονή της Παναγίας της Αρκάς. Λέγεται Αρκά από παραφθορά του ονόματος Αγρεία, πού σημαίνει Παναγία του Αγρού. Στην Κυπριακή διάλεκτο, με τα χρόνια έγινε η Παναγία της Αρκάς. Είχα διαβάσει ότι εκεί ασκήτευσε το 1580 ένας προκάτοχός μου, ο Άγιος Θεοφάνης, για τον όποιο τώρα συγκεντρώνονται διάφορα στοιχεία.
Όταν πρωτόγινα Επίσκοπος, επαρακαλούσα αυτόν τον Άγιο να μου δείξει μιαν εικόνα του και του έλεγα «Άγιε Θεοφάνη, μα τι Άγιος ήσουν; Ούτε μιαν εικόνα δεν έχουμε να σε προσκυ­νούμε! Τόσων Αγίων εσώθηκαν οι εικόνες τους κι εσύ ούτε μιαν εικόνα δεν μας άφησες για να σε ζωγραφίσουμε, να ξέ­ρουμε πως ήσουν στην επίγεια ζωή σου! Ούτε μια Ακολουθία δεν έχουμε, ούτε ξέ­ρουμε που έζησες».
Το μόνο που είχα καταφέρει να βρω ήταν ότι αυτός ό Άγιος έζησε στην περιοχή της Σολέας ως Επίσκοπος, λίγο πριν καταλάβουν οι Τούρκοι την Κύπρο. Λίγα χρόνια ήταν Επίσκοπος. Ηταν πράος άνθρωπος. Μια φορά, λέει η παράδοση, έκανε κάποια επίπληξη στον Οικονόμο της Μητρόπολης - ο όποιος άπ' ό,τι φαίνεται ήτανε θυμώδης τύπος - κι ο Οικονόμος γύρισε και του 'δωσε ένα χαστούκι! Όταν ο Άγιος Θεοφάνης κατάλαβε ότι δεν μπορεί να επιβληθεί στους Ιερείς του, σκέφτηκε «αφού δεν μπορώ να επιβληθώ στους Ιερείς μου, σημαίνει πως δεν κάνω για Δεσπότης». Έτσι ζήτησε άδεια από την Ιερά Σύνοδο της Κύπρου και πήγε στα βουνά του Κύκκου για ασκητής. Συνέχισε τον ασκητικό του βίο μέχρις ότου εκοιμήθη στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, στο Τρόοδος.
Έψαχνα, λοιπόν, να βρω στοιχεία γι' αυτόν τον ασκητή Επίσκοπο. Έτσι, επι­σκέφτηκα τα Καμινάρια, ένα χωριό της Μαραθάσας. Φεύγοντας από εκεί, μου λέει ο Ιερέας - ο οποίος καταγόταν από ένα διπλανό χωριουδάκι, τις Τρεις Ελιές - να πάμε μέχρι το χωριό του για να δούμε το τέμπλο και τις εικόνες. Πήγαμε λοιπόν. Είναι μια ωραιότατη εκκλησία της Παναγίας στις Τρεις Ελιές. Νοικοκυρεμέ­νη, καθαρή, περιποιημένη, πολύ καλύτερη από αυτές που έχουμε στις μεγάλες κοινότητες. Θαύμασα την εκκλησία και καμάρωσα τον Ιερέα για την ευσέβεια και την ευπρέπεια του.
Εκείνες τις μέρες έκανα αυτή την προσευχή στον Άγιο Θεοφάνη, να μου δείξει κάτι, κάποιο σημείο για τη ζωή του. Όπως λοιπόν περιεργαζόμουν την εκκλησία, γυρίζω προς τα πάνω και βλέπω εκεί ψηλά μια εικόνα μαυρισμένη, σαρακοφαγωμένη, σκεπασμένη από το χρόνο. «Ποιός Άγιος είναι εκείνος;», ρωτάω τον Παπά. «Δεν ξέρω», μου λέει, «έτσι τη βρήκα καί δεν την κατέβασα ποτέ μου αυτή την εικόνα». Κατεβάσαμε την εικόνα και όταν την καθάρισα λίγο με το χέρι μου, είδα γραμ­μένο επάνω, «Ο Όσιος Θεοφάνης ο Νέος». «Α!...», λέω, «ο Άγιος απάντησε και μας έδειξε το πρόσωπο του».
Το γεγονός αυτό το θεώρησα ως σημείο και έκτοτε ψάχνω συνεχώς να βρω διάφορα στοιχεία. Και πράγματι βρίσκω συνεχώς πληροφορίες για τη ζωή αυτού του Αγίου προκατόχου μας. Βρήκα ότι άσκήτεψε και στην Παναγία την Άρκά, που βρίσκεται στο χωριό Μηλικούρι και για την οποία είχα αρχίσει να σας λέω. Πήγαμε έξω απ' το χωριό, κάναμε πολύ δρόμο σκαρφαλώνοντας στα βουνά. Δεν υπήρχε καν δρόμος, σ' ένα μονοπάτι περπατούσαμε μέσα στο δάσος. Σε μια στι­γμή, μάλιστα, τέλειωσε και το μονοπάτι και το βουνό άρχισε να αγριεύει. Μετά από λίγο, πράγματι, βρήκαμε μια ερειπωμένη μονή από την οποία σώζονται αρκετά πράγματα. Υπάρχει ένας τοίχος, ύψους δύο και αλλού τριών μέτρων, το Ιερό, η Αγία Τράπεζα και τα παλιά κελιά. ΄Ολα ερειπωμένα, αλλά στη θέση τους. Σαν κάποιον να περίμενε για να τα αναστηλώ­σει. Κάναμε μια συμφωνία με τον Κοινοτάρχη και μερικούς άλλους ανθρώ­πους της Κοινότητας, αποδήμους, να αρχίσουμε προσπάθειες να δημιουργηθεί δρόμος που να πηγαίνει ως εκεί.
Προ­σευχήθηκα πάνω στη χαλασμένη Αγία Τράπεζα και παρακάλεσα την Παναγία να στείλει λίγα χρήματα, για να αρχίσουμε να ανοικοδομούμε την εκκλησία Της τουλά­χιστον. Αυτά. Μετά κατεβήκαμε ξανά στο χωριό, κατακουρασμένοι, αλλά και με μια αίσθηση ότι επισκεφθήκαμε έναν αγια­σμένο τόπο της περιοχής μας - πού τόσους πολλούς έχουμε. Ξεκούραστοι ψυχικά. Στο χωριό με περίμενε ένας γέρος. «Είσαι ο νέος Δεσπότης μας;» μου λέει. Του λέω «ναί, εγώ είμαι». Μου λέει «Λέ­γομαι Δημοσθένης. ΄Ακουσα ότι σήμερα επήγες να δεις την Παναγία της Αρκάς. Επειδή θέλω πριν πεθάνω να δω την εκκλησία κτισμένη, θέλω να σου δώσω χρήματα για να τη φτιάξεις». «Εντάξει», του λέω, «μια άλλη φορά να τα πούμε». Μου λέει «΄Οχι. Δεν ξέρω αν αύριο θα ζω. Θα σου τα δώσω τώρα, Δεσπότη μου, και ό,τι θέλεις κάμε τα». Πήγε κι έφερε δέκα χιλιάδες λίρες. Του λέω «Γέ­ρο, μα είναι τόσα πολλά τα χρήματα, δεν μπορώ να τα πάρω. Να τα καταθέσεις στη Συνεργατική του χωριού σου, να μιλήσεις και με τα παιδιά σου και μετά να κάνεις ένα έγγραφο ότι τα κάνεις δωρεά, για την ανοικοδόμηση της Μονής της Αρκάς». Μου λέει «΄Α! καλά σκέφτηκες». Είδα λοιπόν αμέσως πως η Παναγία μας έστειλε την απάντηση Της.

Ο  Βίος  του  Αγίου  Θεοφάνη
Ο άγιος Θεοφάνης Επίσκοπος Σολέας έζησε στα χρόνια της Ενετοκρατίας. Φαίνεται ότι γεννήθηκε στη Λευκωσία, κατά το δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα. Αρχικά κάρηκε μοναχός στην παλαίφατη Βυζαντινή Μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, στη Λευκωσία.
Ένεκα της αγιότητος του βίου του εξελέγη, παρά τη θέλησή του, Επίσκοπος Σολέας, με έδρα τότε το χωριό Λεύκα, όπως αφήνει να διαφανεί η Έκθεση περί Κύπρου που αντιγράφηκε από τον Franc Bustron στις 13 Δεκεμβρίου 1538.
Ως γνωστόν κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας η έδρα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου βρισκόταν στη Σολιά, εξαιτίας του συνεχιζόμενου καθεστώτος που είχε επιβληθεί από τους Λατίνους και χαρακτηριζόταν από τις διώξεις της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας της Κύπρου. Για αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι ο άγιος Θεοφάνης ο Β΄ Επίσκοπος Σολέας, αποδεχόμενος τελικά το αξίωμα του Επισκόπου Σολέας, στην πραγματικότητα γινόταν Αρχιεπίσκοπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου.
Μετά από ένα σοβαρό επεισόδιο μεταξύ αυτού και του Οικονόμου της Επισκοπής, αποφάσισε να παραιτηθεί του Θρόνου. Συγκεκριμένα μια μέρα ο Επίσκοπος Θεοφάνης κάλεσε τον Οικονόμο και τον ήλεγξε για κάποιο σφάλμα του, αλλά αυτός, άνθρωπος αυθάδης και θρασύς, χειροδίκησε κατά του Επισκόπου του. Ο ταπεινός και πράος Θεοφάνης βλέποντας το λίγο σεβασμό προς το πρόσωπό του και κρίνοντας τον εαυτό του ανάξιο για το υψηλό Επισκοπικό υπούργημα, ζήτησε από τους αντιπροσώπους των Ενετικών Αρχών στο νησί να του επιτρέψουν την παραίτησή του από το Θρόνο.
Παρά την αρχική τους άρνηση, βλέποντας την επιμονή του Αγίου, του έδωσαν την άδεια να παραιτηθεί. Ο Άγιος δεν επέστρεψε στο πολύβουο μοναστήρι των Μαγγάνων, αλλά αποσύρθηκε σύμφωνα με την παράδοση στη Μονή της Παναγίας της Αγρίας, κοντά στο Μηλικούρι. Αργότερα έφυγε από τα όρια της Μητροπόλεώς του και πήγε στην αρχαία Μονή του Αγίου Ιωάννη στο Μέσα Ποταμό, παρά τον Μονιάτη (τότε ανήκε στη δικαιοδοσία της Ιεράς Μητροπόλεως Κιτίου, σήμερα υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού), όπου έζησε «μοναχός του, εις τα βουνά αναχωριτικήν ζωήν, ώστε όπου απέθανε». Ο Άγιος διέμενε σε σπήλαιο, περί τα 70 μέτρα προς τα βόρεια της Μονής, στην τοποθεσία που μέχρι σήμερα ονομάζεται «Μονή του Γουμένου».
Ενώ ήταν εκεί στην Μονή ο Άγιος είδε κάποια νύκτα όνειρο, ότι κάποιος φίλος του του έφερε ένα δοχείο με μέλι, πράγμα που πραγματοποιήθηκε την επόμενη ημέρα. Ευχαρίστησε το φίλο του για το δώρο που του έφερε και «πιάνοντας γιάμα την ξέσταν με όλο το μέλι, την εκτύπησε εις τον τοίχον» λέγοντας του ότι δεν ήθελε να συνηθίσει να πιστεύει, με σατανική ενέργεια, στα όνειρα. Αφού λοιπόν έφθασε σε μέτρα τελειότητος, κοιμήθηκε ειρηνικά το 1550, αφήνοντας φήμη αγίου ανδρός.
Μετά την κοίμηση του Αγίου, οι κάτοικοι του παλιού οικισμού της Τζεράμης έκτισαν εκκλησία στο όνομά του. Όταν ανοίχθηκε ο τάφος του Οσίου 5 ή 6 χρόνια μετά τον θάνατο του, το Λείψανό του βρέθηκε να ευωδιάζει. Στη συνέχεια το Ιερό Λείψανο μεταφέρθηκε στο Καθολικό της Μονής και εναποτέθηκε ευλαβικά στο νάρθηκα. Η τίμια Κάρα του Αγίου που διατηρούσε ακόμη τις σάρκες, τοποθετήθηκε από τους μοναχούς σε αργυρή λειψανοθήκη μέσα στο ναό και αναφέρεται ότι ενεργούσε ποικίλα θαύματα.
Τα στοιχεία αυτά του βίου του Αγίου Θεοφάνους, μας διέσωσε ο Στέφανος Λουζινιανός, που ήταν σύγχρονος του, στα έργα του ("Chorograffia et breve historia universale dell isola de Cipro", Bologna 1573, φυλ. 26v - 27r, παρ. 122 και "Description de toute l ile de Chypre", Paris 1580, φυλ. 59v-60r). Tόσο ο Νεόφυτος Ροδινός ("Περί Ηρώων, Στρατηγών, Φιλοσόφων, Αγίων και άλλων ονομαστών ανθρώπων, όπου ευγήκασιν από το νησί της Κύπρου", έκδ. Γ. Βαλέτα, Αθήνα 1979, σελ. 186 - 187 παρ.113-114), όσο και ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός ("Ιστορία Χρονολογική της νήσου Κύπρου", Βενετία 1788, έκδ. Ν. Καταλάνος και Π. Μιχαηλίδου, Λευκωσία (2)1902, σελ. 523), οι οποίοι αντιγράφουν τον Λουζινιανό, συνέβαλαν και αυτοί με τα έργα τους, στη διάδοση της τιμής του Αγίου στα δίσεκτα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Ο Άγιος εορτάζετο και στην Κοινότητα των Τριών Ελιών Μαραθάσας, της καθ' ημάς Ιεράς Μητροπόλεως, όπου ανευρέθη φορητή εικόνα του Αγίου του 1679, έργο του Ιερομονάχου Λεοντίου από τη Λεμεσό. Η Εκκλησία τιμά τη Μνήμη του στις 17 Μαΐου.

Η Μονή Τιμίου Προδρόμου στον Μέσα Ποταμό
Η μονή είναι κτισμένη σε κατάφυτη περιοχή στις νότιες πλαγιές του Όρους Τρόοδος. Η ίδρυσή της ανάγεται στον 12ο αιώνα, περίοδο ίδρυσης και άλλων μοναστηριών στο Τρόοδος. Η αρχαιότερη μαρτυρία προέρχεται από έγγραφο του 1468 του Φράγκου Βασιλιά της Κύπρου Ιακώβου Β΄ και έχει σχέση με ετήσια χορηγία προς αυτήν. Στη μονή αποσύρθηκε, μετά την παραίτηση από το θρόνο της Επισκοπής Σολέας, ο Επίσκοπος Άγιος Θεοφάνης, όπου και εκοιμήθη το 1550. Το Λείψανό του, όταν ανοίχθηκε ο τάφος του, βρέθηκε αδιάφθορο και ευοδιάζον. Η εικόνα του Τιμίου Προδρόμου, δώρο του Ηγουμένου Σωφρονίου, είναι του έτους 1584.
Τη μονή επισκέφθηκε το 1735 ο μοναχός Βασίλειος Μπάρσκι και έγραψε σχετικά. Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ο Επίσκοπος Κιτίου Μακάριος ο Α΄ στάθηκε νέος κτήτορας. Το 1912 ο Κιτίου Μελέτιος Μεταξάκης ενδιαφέρθηκε για τη λειτουργία της και ανοικοδόμησε μοναστηριακό ξενώνα.
Στα νεότερα χρόνια, με ενέργειες του μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου και την οικονομική συνδρομή του ζεύγους Κωσταντίνου και Εδμέ Λεβέντη, το μοναστήρι αναστηλώθηκε και επανδρώθηκε με νέους μοναχούς από τη Μονή Μαχαιρά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου