Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

ΣΥΝΟΨΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ  ΠΟΡΕΙΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΔΥΣΗΣ

Του  κ. Ιωάννη  Καρδάση

Βασικά, υπήρχαν ανέκαθεν διαφορετικές προσεγγίσεις ανάμεσα στο Ανατολικό και Δυτικό μισό του Χριστιανικού κόσμου. Η ανατολική Χριστιανοσύνη αναπτύχθηκε σε χώρες διαποτισμένες από το Ελληνιστικό πνεύμα, το πολιτιστικό υπόβαθρο, την κοινή ελληνική γλώσσα και την αρχαία ελληνική τέρψη του φιλοσοφικού στοχασμού. Οι ανατολικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχαν ανέκαθεν πολύ υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, από τις αντίστοιχες δυτικές και εκεί η Εκκλησία αναπτύχθηκε σε μια ατμόσφαιρα όπου όλοι, κληρικοί και λαϊκοί, ενδιαφέρονταν για θεολογικές συζητήσεις. Η προσπάθεια κάθε στοχαστή να αποτιμήσει κατά τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο την πλήρη φιλοσοφική σημασία της χριστιανικής Αποκάλυψης, έγινε αιτία ατέλειωτων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων, κατέστη δε απολαυστική η ενασχόληση με την απόδειξη, ότι τα φιλοσοφικά συμπεράσματα είχαν διαστρέψει τη χριστιανική Αποκάλυψη. Κανένας δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχτεί ως ορθόδοξες τις απόψεις οποιουδήποτε άλλου θεολόγου, χωρίς μια πλήρη επιχειρηματολογία και επομένως υπήρχε η αίσθηση, ότι η ορθή πίστη μπορούσε να επιβεβαιωθεί μονάχα από μια γενική σύναξη, όπου θα αντιπροσωπεύονταν όλα τα μέλη της Εκκλησίας σε μια Οικουμενική Σύνοδο, διάδοχο της σύναξης των Αποστόλων, μετά την Πεντηκοστή.
Οι συνάξεις αυτές ήταν συχνά καταιγιστικές και η σωματική βία δεν ήταν φαινόμενο άγνωστο, ορισμένες δε φορές δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει κανείς, ότι το ‘Αγιο Πνεύμα ήταν όντως παρόν. Η μειοψηφία σπανίως ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί την απόφαση της πλειοψηφίας και από αυτές τις διαφωνίες προέκυπταν οι διάφορες αιρέσεις. Από τη διαφωνία απόψεων, μέχρις αυτές να θεωρηθούν αιρετικές μεσολαβούσε ικανό χρονικό διάστημα (π.χ. δυο αιώνες στην περίπτωση του Μονοφυσιτισμού). Στην Ανατολή, όπου υπήρχε συνήθεια στη διαφορετικότητα, εξασκούσαν επίσης την «Οικονομία», που σήμαινε το έλεος, την αγάπη, την καταλλαγή.
Όταν ο Αυτοκράτορας αποδέχτηκε τον Χριστιανισμό, έγινε δεκτός ως η κεφαλή της Χριστιανικής κοινότητας και μπορούσε για την προσφορά του προς την Εκκλησία να ανακηρυχθεί ‘Αγιος, ακόμη και εάν παρέκλινε της ορθής πίστης (όπως ο Μ. Κωνσταντίνος στον Αρειανισμό ή ο Ιουστινιανός Α΄ στον Αφθαρτοδοκητισμό, Θεοπασχιτισμό και Μονοθελητισμό). Καθήκον του Αυτοκράτορα ήταν η σύγκλιση των Οικουμενικών Συνόδων και η προεδρία αυτών, η δε τελετή ενθρόνισης μεταβλήθηκε σε θρησκευτικό μυστήριο, αλλά πάντα με την έννοια του διαδόχου του Καίσαρα. Ουδείς ήταν ανώτερος του Αυτοκράτορας, ακόμη και οι μεγάλοι εκκλησιαστικοί Ιεράρχες ή οι Πατριάρχες, οι οποίοι ήταν δεύτεροι «τη τάξει» μετά από αυτόν. Τους τελευταίους διόριζε ή καθαιρούσε κατά το δοκούν (π.χ. Ιουστινιανός Α΄ με τους Πάπες Βιγίλιο και Πελάγιο Α΄). Γενικά, ο Αυτοκράτορας, ως πηγή του νόμου, ήταν υπεύθυνος για τα πολιτικά θέματα και ο Πατριάρχης για τα εκκλησιαστικά, σε ορισμένες δε περιπτώσεις ο Πατριάρχης αντιδρούσε σε θέματα πίστεως ή ηθικής στον Αυτοκράτορα (π.χ. ο Πατριάρχης Ευφήμιος αρνήθηκε να στέψει τον Αυτοκράτορα Αναστάσιο Α΄ το 491 για θέμα πίστεως ή ο Πατριάρχης Πολύευκτος αρνήθηκε να στέψει τον Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή το 969 για παράνομη σχέση).
Στην Ανατολή, η Ορθόδοξη «άποψη» δεν ήταν πάντα ξεκάθαρη και οι θεολόγοι, ενώ μπορούσαν να υποστηρίζουν την ίδια θέση σε μια διαμάχη, συχνά επικαλούνταν επιχειρήματα τελείως αντιφατικά μεταξύ τους. Η ορθή λατρεία ήταν πολύ σημαντικότερη της Πίστης και υπήρχε βαθειά αφοσίωση στη Λειτουργία, που διαμορφώθηκε οριστικά μετά την Εικονομαχία, η δε μετάφραση της Λειτουργίας στις τοπικές διαλέκτους ήταν αποδεκτή.
Αντίθετα, στη Δύση η θεώρηση των πραγμάτων ήταν τελείως διαφορετική. Ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε πιο αργά στη Δύση απ’ ότι στην Ανατολή και έτσι ο παγανισμός επιβίωσε πολύ περισσότερο στην πρώτη, ιδιαίτερα στους καλλιεργημένους κύκλους. Στη Δύση οι θεολογικές διαμάχες ήταν περιορισμένες, η δε γλώσσα η Λατινική δεν ήταν το ίδιο εύκαμπτη και με λεπτά νοήματα όπως η Ελληνική, αλλά ικανή για τη νομική επιστήμη. Τελικά, η Λατινική κουλτούρα και γλώσσα τέθηκαν στην υπηρεσία της Εκκλησίας.
Όταν η Αυτοκρατορική εξουσία κατέρρευσε στη Δύση, υπό την πίεση της βαρβαρικής επέλασης, ο μόνος οργανισμός που επιβίωσε ήταν η Εκκλησία. Οι διάφοροι κυβερνήτες και εκπρόσωποι του Αυτοκράτορα εξαφανίστηκαν, αλλά ο Πάπας και η Δυτική Εκκλησία παρέμειναν. Αυτοί διαπραγματεύθηκαν με τους βαρβάρους κατακτητές και συνέχισαν να διοικούν τις πόλεις και σε ορισμένες περιπτώσεις οι Πάπες ήταν οι εκπρόσωποι του Αυτοκράτορα στη Δύση, του οποίου η εξουσία τυπικά υπήρχε, ο δε Αυτοκρατορικός Ρωμαϊκός νόμος διατηρήθηκε από την Εκκλησία. Αργότερα, τη θέση του Αυτοκράτορα στη Δύση την πήρε ο Πάπας, ο οποίος κληρονόμησε τη θέση του μοναδικού ηγέτη, από τον οποίον πήγαζε ο νόμος.
Το πολιτιστικό επίπεδο στη Δύση ήταν γενικά πολύ χαμηλότερο απ' ότι στην Ανατολή και η παιδεία, λόγω των επιδρομών ήταν σχετικά ανύπαρκτη, η δε μόνη εκπαίδευση που παρέμεινε, κυριολεκτικά για τους κληρικούς, ήταν η εκκλησιαστική. Παράδειγμα, ελάχιστοι λαϊκοί ήξεραν ανάγνωση και έτσι, η Δυτική Λατινική Λειτουργία ήταν ακατανόητη στους πιστούς, ενώ στην Ανατολή η Λειτουργία ήταν κατανοητή στο μέσο πιστό. Ως εκ των ανωτέρω, η ανάμειξη ενός λαϊκού στη Δύση σε θρησκευτικά ζητήματα ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, ενώ αντιστρόφως ο μορφωμένος κλήρος παρενέβαινε όλο και περισσότερο στα κρατικά ζητήματα.
Η μονοκρατορική δομή της Δυτικής Εκκλησίας υπό τον Πάπα ήταν η αναπότρεπτη συνέπεια των ιστορικών δεδομένων, αντλώντας τη θεωρητική της κατοχύρωση από Πέτριες αξιώσεις: Ο Απόστολος Πέτρος ήταν ο ηγέτης των Αποστόλων, η πέτρα επί της οποίας οικοδομήθηκε η Εκκλησία, σ’ αυτόν είχαν δοθεί τα κλειδιά του Παραδείσου και η εξουσία του δεσμείν και λύειν. Έτσι, οι Επίσκοποι της Ρώμης θεωρούσαν, ότι είχαν κληρονομήσει αυτές τις εξουσίες. Ο Πάπας δεν ήταν μόνο ο ανώτατος κυβερνήτης της Εκκλησίας, αλλά και ο ανώτατος κριτής επί δογματικών ζητημάτων, η δε Οικουμενική Σύνοδος θα είχε ως ρόλο να επιδοκιμάσει και να διακηρύξει τις Παπικές ανακοινώσεις. Η πίστη έγινε μια σειρά άρθρων που περιείχαν το θείο νόμο. Ορισμένα δόγματα θεωρήθηκαν ορθά και νόμιμα, άλλα ήταν εσφαλμένα και παράνομα, επιπλέον δε ο Πάπας ταυτιζόταν με την Εκκλησία. Προσβολή στο πρόσωπο του Πάπα θεωρείτο προσβολή προς σύνολη τη Δυτική Εκκλησία, το δε αλάθητο θεωρείτο αποκλειστικό προνόμιο του Πάπα. Στην Ανατολή, αυτά τα ανωτέρω κατατιθέμενα ήταν απλώς αδιανόητα. Η Οικουμενική Σύνοδος ήταν η έκφραση της Εκκλησίας, η δε προσβολή προς τον Πατριάρχη αφορούσε προς το πρόσωπό του και μόνο. Ένας ανατολικός Πατριάρχης δεν είχε κληρονομήσει Αποστολικές εξουσίες ενός μόνον Αποστόλου, ούτε θεωρείτο ποτέ αλάθητος, μάλιστα μπορούσε κάλλιστα να καταδικαστεί και για αίρεση ακόμη.
Η Δυτική Εκκλησία έτεινε να γίνει ένας συγκεντρωτικός φορέας με ηγέτη μια μονοκρατορική και θεόπνευστη κεφαλή, η δε διεύθυνση βρισκόταν στα χέρια έμπειρων διοικητών και νομικών, των οποίων η θεολογία αντανακλούσε μια τέτοια θεώρηση. Η τάση αυτή γνώρισε την πλήρη πραγμάτωσή της στο πρόσωπο του Πάπα Γρηγόριου Ζ΄ και του Ιννοκέντιου Γ΄, αλλά η τάση αυτή ήταν πάντα παρούσα και εάν δεν συνέβαινε αυτό, η Εκκλησία της Ρώμης δεν θα είχε επιβιώσει στον ταραγμένο και σκοτεινό Μεσαίωνα.
Με την πάροδο των αιώνων, η συνεννόηση μεταξύ Ανατολής και Δύσης γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Στη θεωρία, λίγο πολύ πλησίαζαν, αλλά σε επίπεδο πρακτικής υπήρχε μεγάλη απόκλιση στα Μυστήρια και τη λειτουργική ζωή. Η Ανατολή στηριζόταν περισσότερο στην Πίστη, η Δύση περισσότερο στο Νόμο. Και οι δυο υποστήριζαν ασύμβατες απόψεις περί της εκκλησιαστικής εξουσίας. Στην Ανατολή, η διοίκηση ανήκε στον Αυτοκράτορα και η Πίστη στις Οικουμενικές Συνόδους, στη Δύση ο Πάπας ήταν ο διάδοχος του Αυτοκράτορα, αλλά και του αγίου Πέτρου. Τον διχασμό των δυο κλάδων επέτεινε η γλωσσική διαφοροποίηση, η οποία πολλές φορές ήταν η αιτία αντιδικιών, που οφείλονταν σε αθέλητα μεταφραστικά λάθη. Με τον καιρό δημιουργήθηκε έχθρα, παρ’ όλον ότι αποτελούσαν τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
Κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325) την Εκκλησία αποτελούσαν τρία Πατριαρχεία: Ρώμης, Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας με αυτή τη σειρά πρωτείων. Και οι τρεις αυτοί θρόνοι θεωρούντο Πέτριοι θρόνοι, γιατί ιδρύθηκαν από τον Απόστολο Πέτρο (Ρώμη και Αντιόχεια) ή τον μαθητή του, Απόστολο Μάρκο (Αλεξάνδρεια). Η προτεραιότητα της Ρώμης, εκτός από την ίδρυσή της από τον Απόστολο Πέτρο, οφειλόταν και στο ότι υπήρξε η πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, ενώ ακολουθούσε η Αλεξάνδρεια η πιο ισχυρή πόλη της Αυτοκρατορίας και το βασικό της λιμάνι. Ο Επίσκοπος Ρώμης έχαιρε ιδιαίτερου σεβασμού και θεωρείτο ότι είχε το προβάδισμα στα εκκλησιαστικά πράγματα. Η ηγεσία του σήμαινε πολλά περισσότερα από ένα απλό πρωτείο τιμής, χωρίς να υπάρχει σαφής ορισμός ή κάποια νομική κατοχύρωση, παρ’ όλον ότι υπήρχε πλήθος παραδειγμάτων, από τον 4ο αιώνα και μετά, παραδοχών από Ανατολικούς εκκλησιαστικούς Πατέρες του ηυξημένου αυτού πρωτείου του Επισκόπου Ρώμης. Αν ο Μ. Κων/νος και η οικογένειά του δεν είχαν πέσει στην αίρεση του Αρειανισμού –την οποίαν είχε αποκηρύξει η Ρώμη- είναι πιθανόν, ότι ο Επίσκοπος Ρώμης θα είχε ίσως γίνει η επίσημη κεφαλή της Εκκλησίας, κάτι που υποδηλώνει κάπως η Σύνοδος της Σαρδικής, που το 343 κατέστησε τη Ρώμη, ως το αρμόδιο δικαστήριο για προσφυγές σχετικές με εκκλησιαστικές διαφορές (γ΄ και ε΄ Κανόνες).
Η κατάσταση περιεπλάκη με την ίδρυση της Νέας Ρώμης (Κων/πολη), ως της νέας πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας. Η μεταφορά της πρωτεύουσας από την παλαιά Ρώμη στη νέα Ρώμη (το 330) φαίνεται να στενοχώρησε αφάνταστα την πρώτη, που δεν το συγχώρησε ποτέ, γι’ αυτό και έπλασε τη θεωρία της ψευδο-Κωνσταντίνειας δωρεάς. Αυτό αποτελεί ένας μύθο, που πλάστηκε στη Ρώμη αρχικά τον 5ο αιώνα, κατά τον οποίον ο Ρώμης Σίλβεστρος (315-335) κατήχησε και βάπτισε τον Μ. Κωνσταντίνο, ο οποίος έπασχε από λέπρα, από την οποίαν ιάθηκε και έτσι καθαρίστηκε και στην ψυχή και στο σώμα. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Αυτοκράτορας δώρισε στον Πάπα πλείστα όσα προνόμια, όπως το πρωτείο, επίσης δε τη Ρώμη, την Ιταλία και όλες τις δυτικές επαρχίες. Ο μύθος αυτός συμπληρώθηκε τον 8ο αιώνα και αναφέρεται σε επιστολή του Ρώμης Αδριανού Α΄ προς τον Καρλομάγνο, από τον οποίον ζητούσε την επικύρωση. Δυστυχώς, τα περί της δωρεάς αυτής αναφέρονται στη Εκκλ. Ιστορία του Αθηνών Μελέτιου και ελέγχονται ως ανακριβή. Η πληροφορία αυτή πέρασε και στο ιστολόγιο της Εκκλησίας της Ελλάδος (Συναξαριστής), αλλά και στην υμνολογία της Εκκλησίας.
Κατά την Β΄ Οικουμενική Σύνοδος (381) η Επισκοπή Βυζαντίου, που υπήγετο στην Αρχιεπισκοπή Ηρακλείας ανυψώθηκε και έλαβε τη δεύτερη θέση, μετά τη Ρώμη, μαζί με εδαφικές αρμοδιότητες, που αφαιρέθηκαν από τη Ρώμη και την Αντιόχεια. Έτσι, η σειρά των θρόνων θα είναι: Ρώμη, Κων/πολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια. Ο Νέας Ρώμης (ως ο Επίσκοπος της νέας έδρας της Αυτοκρατορίας) θα είναι ιεραρχικά ίσος με τον Επίσκοπο της Παλαιάς Ρώμης ερχόμενος 2ος μετά από αυτόν (γ΄ κανόνας). Τώρα ήταν η Αλεξάνδρεια, που έβγαινε χολωμένη.
Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος (431) κήρυξε την αυτονομία της Εκκλησίας της Κύπρου (η΄ κανόνας) και την απήλλαξε από την υπαγωγή της στο Πατριαρχείο Αντιοχείας. Έτσι, η Κυπριακή Εκκλησία είναι η πρώτη και μοναδική Εκκλησία (εκτός των πέντε Πατριαρχείων), η οποία κατέστη ανεξάρτητη, με απόφαση Οικουμενικής Συνόδου.
Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (451) αναβίβασε τον θρόνο της Κων/πολης έτι περισσότερο. Ενώ η Β΄ είχε δώσει στον Κων/πόλεως τα ίσα πρεσβεία μετά τον Ρώμης, η Δ΄ έδωσε τα ίσα πρεσβεία μετά του Ρώμης (κη΄ κανόνας). Τα άλλα Πατριαρχεία ενέδωσαν στον κανόνα αυτόν, ενώ ο Ρώμης άγιος Λέων Α΄ αρνήθηκε να υπογράψει και έτσι η Ρώμη δεν δέχεται έκτοτε τον κανόνα αυτό. Η λεκτική διατύπωση του κανόνα δεν λάμβανε υπόψη, ούτε την παράδοση της Αποστολικής Διαδοχής από τον Απόστολο Πέτρο, ούτε τον ηγετικό ρόλο επί των εκκλησιαστικών ζητημάτων, που είχαν εξασκήσει οι Επίσκοποι Ρώμης. Ακόμη και επιφανείς ανατολικοί Ρωμαίοι αισθάνθηκαν άβολα με τον κανόνα αυτό, γιατί σε καιρούς οξείας διαμάχης έσπευδαν πάντοτε να διακηρύττουν το σεβασμό τους στην έδρα του Αποστόλου Πέτρου και θεωρούσαν μη πειστική την εφεύρεση της ίδρυσης της Εκκλησίας τους από τον Απόστολο Ανδρέα. Αργότερα, ο Πατριάρχης Ανατόλιος (449-458) δήλωσε, ότι εφ’ όσον δεν εγκρίνεται ο κανόνας από τον Πάπα, δεν εγκρίνεται και από αυτόν. Επίσης, η ίδια Σύνοδος ανύψωσε την Επισκοπή Αιλείας Καπιτωλίνας, σε Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, όπως αναφέρεται στον λς΄ Κανόνα της Πενθέκτης.
Πάντως η Ρώμη, κατά την διάρκεια και των οκτώ Οικουμενικών Συνόδων, ουδέποτε επέπεσε σε αίρεση. Καταδίκασε τον Αρειανισμό, τους Πνευματομάχους, τον Νεστοριανισμό, τον Μονοφυσιτισμό, τον Μονοθελητισμό, την Εικονομαχία και την προσθήκη του Φιλιόκβε. Στην Ανατολή, όλα τα Πατριαρχεία είχαν κατά καιρούς πέσει σε μια ή πολλές αιρέσεις και πολλοί Πατριάρχες είχαν καταδικαστεί και αναθεματιστεί. Ο Τόμος του Λέοντα Α΄ θεωρήθηκε ότι εξέφραζε την αληθινή πίστη (με ενστάσεις των Ανατολικών, που προέβαλαν τη θεολογία του Κυρίλλου), αλλά τελικά στη Δ΄ Οικουμενική έχουμε τον πλήρη θρίαμβο του Παπισμού (Πισιδίας Μεθόδιος), η δε πλήρης άρνηση της Ρώμης να δεχτούν τους Μονοφυσίτες εμπόδισαν τους Αυτοκράτορες (αλλά και την Ανατολή) σε μια προσπάθεια προσέγγισης. Από αυτή τη διάσταση προέκυψε το Ακακιανό Σχίσμα (484-518), με πλήρη το θρίαμβο της Ρώμης. Ο θρίαμβος αυτός αποτυπώθηκε στη διατύπωση του Αυτοκράτορα Ιουστίνου Α΄: «Η Καθολική Πίστη έμεινε αλώβητη από την Αποστολική Έδρα».
Αλλά και στην ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο εναντίον του Μονοθελητισμού έχουμε τη Ρωμαϊκή θέση να θριαμβεύει επί των απόψεων, που κατά καιρούς εξέφραζαν ο Αυτοκράτορας και ο Πατριάρχης. Τη θέση της Ρώμης βοήθησε πολύ ένας ανατολικός εκκλησιαστικός Πατέρας, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, αλλά και ο Αυτοκράτορας Κων/νος Δ΄ Πωγωνάτος. Η μεγαλύτερη εύνοια των Αυτοκρατόρων προς τους Πάπες, παρά προς τους Πατριάρχες ήταν το ότι ο Πάπας ήταν περισσότερο σημαντικός καθώς, λόγω της απόστασης, ήταν δυσκολότερο να ελεγχθεί, παράλληλα δε, ήταν και πολιτικά χρησιμότερος λόγω της επιρροής που ασκούσε στην Ιταλία. Έτσι, αν ο Πάπας μπορούσε να κατευναστεί μόνο ταπεινώνοντας τον Πατριάρχη, ο Αυτοκράτορας συνήθως δεν δίσταζε να διατάξει τον Πατριάρχη να αναγνωρίσει την Παπική υπεροχή, ο ίδιος δε, επιθυμούσε διακαώς να δείξει τον σεβασμό του προς το Παπικό αξίωμα. Αυτή η πολιτική έκανε τον Αυτοκράτορα Φωκά (602-610) να αναγνωρίσει στο πρόσωπο του Πάπα Γρηγόριου Α΄, ως «της κεφαλής της Εκκλησίας», σε επιστολή του προς αυτόν. Επίσης, όταν ο Πάπας Κων/νος επισκέφθηκε την Κων/πολη (711) έγινε δεκτός με τιμές από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ Ρινότμητο, ο οποίος γονυπέτησε προ αυτού. Η χειρονομία αυτή έκανε τον Πάπα να αναγνωρίσει (μαζί με τον Αυτοκράτορα), τους μισούς από τους Κανόνες της Πενθέκτης Οικουμενικής (αυτές, που τον συνέφεραν). Γενικά, η Δυτική Εκκλησία θεωρούσε τους Πάπες της αλάθητους, ενώ η Ανατολική δεν θεωρούσε τους δικούς της Πατριάρχες αλάθητους. Η έκφραση άποψης από έναν Πατριάρχη δεν ήταν δεσμευτική για τους διαδόχους του, το ίδιο και για τους Αυτοκράτορες, εκτός αν η γνώμη τους έπαιρνε τη μορφή νόμου. Ακόμη και οι Κανόνες Οικουμενικών Συνόδων, όσο δεσμευτικοί και εάν ήταν, μπορούσαν να βελτιωθούν ή να αλλάξουν. Στην Ανατολή ποτέ δεν υπήρξε αυστηρά νομικό προηγούμενο σε θρησκευτικά ζητήματα, όπως συνέβαινε στη Δύση. Έτσι, αν και ένδεκα (11) Πατριάρχες Κων/πόλεως αποδέχτηκαν την ανωτερότητα του Πάπα, μετά από Αυτοκρατορική υπαγόρευση, όμως οι διάδοχοί τους δεν ήταν υποχρεωμένοι να δεχτούν αυτή την υπαγόρευση.
Ακόμη και την εποχή της Εικονομαχίας, οι θεολόγοι της Ανατολής, όπως ο Ιωάννης Δαμασκηνός και Θεόδωρος Στουδίτης προσέφυγαν στην αντίληψη των Παπών της Ρώμης, δίνοντας έμφαση στην εξουσία τους σε τέτοιο βαθμό, που να θεωρείται θεολογικά ανεπίτρεπτο. Παράδειγμα, η θέση του Θεόδωρου Στουδίτη, που παραχωρούσε στον Πάπα τη διαχείριση μιας νεοφανούς αίρεσης και όχι σε Οικουμενική Σύνοδο (επιστολή προς Λέοντα Γ΄). Όπως στη Δ΄ και την ΣΤ΄ Οικουμενικές Συνόδους, έτσι και στη Ζ΄ πέρασε η γραμμή του Πάπα Αδριανού Α΄ με κάποιες μικρές προσθήκες. Ήταν το 815, που σε νέα κρίση της Εικονομαχίας, οι Στουδίτες, με αρχηγό τον άγιο Θεόδωρο υποστήριξαν, ότι σε καιρούς έκτακτης ανάγκης, ο Πάπας, επί του οποίου πλέον ο Αυτοκράτορας δεν ασκούσε κανέναν έλεγχο, θα έπρεπε να ενεργήσει ως η ανωτάτη εξουσία (παρακάπτοντες βέβαια τις Οικουμενικές Συνόδους). Ο άγιος Θεόδωρος μάλιστα θεωρούσε τον Πάπα, ως τον ανώτατο διαιτητή για ζητήματα δόγματος και υπακοής. Η θεολογία των Στουδιτών θριάμβευσε, η εκκλησιαστική τους θεωρία όμως φάνταζε στους Ρωμαίους υπερβολική και ασύνετη (ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως χαρακτηρίζει τους Στουδίτες ως διαστροφείς του Ευαγγελίου και ως τοποτηρητές του Πάπα στην Ανατολή!).
Όσον αφορά το Filioque, δηλ. την προσθήκη στο Σύμβολο Νικαίας -Κων/πόλεως, αυτή έχει μακρά ιστορία. Ξεκινάει από τη Σύνοδο του Toledo, του 589, που το επιτρέπει, για να κτυπηθεί ο Αρειανισμός των Βησιγότθων. Η προσθήκη βρήκε ένθερμο υποστηρικτή τον Καρλομάγνο, που επιχείρησε να τον επιβάλει στη Ρώμη το 800, χωρίς επιτυχία. Ο Πάπας Λέοντας Γ΄ δεν το δέχτηκε, όχι γιατί δεν ταίριαζε με τη Δυτική παράδοση, αλλά γιατί δεν ήταν καθολικά αποδεκτό. Ο Ιωάννης Η΄ θεώρησε ότι ήταν πολιτικά μη ορθό να αλλοιώσει το Σύμβολο, χωρίς όμως να εντοπίζει θεολογικό πρόβλημα στην προσθήκη. Η προσθήκη επίσημα αναφέρθηκε στην επιστολή αναγνώρισης του Πάπα Σέργιου Δ΄ από τον Πατριάρχη Σέργιο Β΄ το 1009, γι’ αυτό και ο Πάπας δεν αναγράφτηκε στα δίπτυχα μέχρι σήμερα. Έτσι, η Δύση θεωρούσε, ότι η Τριάδα είχε μια υπόσταση με δυο πρόσωπα, ενώ η Ανατολή, ότι η Τριάδα είναι μια ένωση με τρία πρόσωπα (τρεις υποστάσεις). ΤΟ ΚΥΡΙΌΤΕΡΟ όμως στη διαμάχη της Τριάδας βάρυνε πολύ, το ότι το Σύμβολο είχε προκύψει από Οικουμενική Σύνοδο και δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να αλλοιωθεί. Αργότερα, ο Κων/πόλεως Ευστάθιος Α΄ το 1024, έγραψε στον Ρώμης Ιωάννη ΙΘ΄, για διευθέτηση των διαφορών, αναγνωρίζοντας το πρωτείο της Ρώμης, με την τελευταία να παραμένει ως το αρμόδιο δικαστήριο, προς το οποίο μπορούσε κάποιος να προσφύγει για διαιτησία και πληροφορία. Ο Πάπας συμφώνησε, αλλά μετά απέσυρε τη συναίνεση. Αν και η μνημόνευση του Πάπα είχε ήδη σταματήσει από το 1009 στην Κων/πολη, αντίθετα στα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Ιεροσολύμων συνεχίστηκε ακόμη και μετά το Σχίσμα.
Την περίοδο του Σχίσματος (1054) δυο ήταν οι κυρίαρχες μορφές: ο Κων/πόλεως Μιχαήλ Α΄ Κηρουλάριος και ο Ρώμης Λέων Θ΄. Ο πρώτος ήταν ένας πρώην δημόσιος υπάλληλος, ικανός και δυναμικός, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις θεολογίας ή Εκκλησιαστικής Ιστορίας. Του έλειπαν η λεπτότητα, το πνεύμα και η βαθιά κουλτούρα και είχε αποκρυφιστικά ενδιαφέροντα. Αλαζόνας και πολύ φιλόδοξος, καθόλου συμπαθής, πλην όμως με επιρροή μεγαλύτερη και από του Αυτοκράτορα Κων/νου Θ΄ Μονομάχου. Ο δεύτερος ήταν αξιοπρεπής και συνεννοήσιμος άνθρωπος, υψηλόφρων και συμπαθής, πλην όμως είχε μικρό βαθμό ελευθερίας, δεδομένου ότι ήταν αιχμάλωτος των Νορμανδών στο Μπενεβέντο και είχε αφήσει όλη τη διαχείριση στα χέρια του Καρδινάλιου Ουμβέρτου, Επισκόπου του Μπουρμουτιέ, ενός θυελλώδους τύπου με επιθετικό χαρακτήρα, ευέξαπτου και σκαιού. Με αφορμή τη διαταγή του Μιχαήλ Α΄ να μην ακολουθούν οι Λατίνοι τα έθιμά τους, που επέφερε το κλείσιμο των Λατινικών εκκλησιών το 1052, ο Ουμβέρτος παρέλαβε επιστολή του Πάπα με υπεράσπιση των Λατινικών εθίμων, αλλά και της υπεροχής της Ρωμαϊκής Έδρας και μετέβη στην Κων/πολη, όπου την παρέδωσε στον Αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη. Ο Κηρουλάριος απηύθηνε απάντηση προς τον Πάπα με την προσωνυμία «αδελφέ» και όχι «πατέρα», όπως συνηθίζετο από τους προηγούμενους Πατριάρχες και σε ύφος υπεροπτικό, ως ο Πατριάρχης της Οικουμένης. Τα επόμενα είναι λίγο πολύ γνωστά. Στις 15 Απριλίου, ο Πάπας πέθανε και έτσι κανονικά δεν μπορούσε να υπάρξει εκπροσώπηση ενός νεκρού Πάπα. Παρ’ όλα αυτά 3 μήνες αργότερα (16 Ιουλίου 1054) στον Εσπερινό, ο Ουμβέρτος εισήλθε στο Ιερό της Αγίας Σοφίας και άφησε βούλλα αφορισμού κατά του Πατριάρχη και όχι για το πλήρωμα της Εκκλησίας ή τα άλλα Πατριαρχεία. Η Σύνοδος του Πατριαρχείου, που συγκλήθηκε σε 8 ημέρες αναθεμάτισε τον Ουμβέρτο και όχι τον Πάπα ή τη Δυτική Εκκλησία. Οι επόμενοι Πάπες επικύρωσαν τον αφορισμό του Κηρουλάριου, ενώ στην Ανατολή, οι άλλοι Πατριάρχες δεν πείστηκαν από τις θέσεις του Κηρουλάριου και συνέχιζαν να μνημονεύουν τον Πάπα. Ο Κηρουλάριος κατάφερε να εκθρονίσει τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ ΣΤ΄ και εμφάνιζε τον εαυτό του ως Αυτοκράτορα ενδεδυμένο με τα ανάλογα ενδύματα. Τελικά, ο Ισαάκιος Α΄ Κομνηνός τον εκθρόνισε το 1058. Πάντως θεωρείται, ότι αίτιοι του Σχίσματος είναι ο Κηρουλάριος και ο Ουμβέρτος.
Το 1089, ο Πάπας Ουρβανός Β΄ (1088-1099) έστειλε επιστολή προς τον Αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό, με την οποίαν ήρε τον αφορισμό στο πρόσωπό του, από τον προηγούμενο Πάπα Γρηγόριο Ζ΄, με αντάλλαγμα το άνοιγμα των Λατινικών εκκλησιών, πράγμα που έγινε. Πάντως, το αλάθητο του Πάπα διατυπώθηκε με σαφήνεια από τον Ουρβανό Β΄, ο οποίος ως διάδοχος του Πέτρου ήταν και ο ανώτατος δικαστής. Η δήλωση Ουρβανού δυσαρέστησε τον Αντιοχείας Πέτρο, που αντέτεινε, ότι και εκείνος ήταν διάδοχος του Πέτρου κα μάλιστα, ότι η Εκκλησία της Αντιόχειας ιδρύθηκε πριν από την Εκκλησία της Ρώμης. Από την άλλη, η χειροτονία του Αντιοχείας από τον Κων/πόλεως θεωρήθηκε από τον Κηρουλάριο αφορμή για χειροτονίες Ιερέων της Αντιόχειας, πράξη εκκλησιαστικά αντικανονική, που είχε σαν συνέπεια να ζητηθεί συγγνώμη και να δοθεί αυτή από τον Κηρουλάριο. Η επιστολή του Κηρουλάριου προς τον Πέτρο Αντιοχείας δεν έτυχε ευμενούς υποδοχής. Στην απάντησή του χαρακτηρίζει, ότι ορισμένες από τις κατηγορίες του Κηρουλάριου προς τους Λατίνους ήταν αναληθείς, άλλες υπερβολικές και σχεδόν όλες, άνευ σημασίας. Και συνιστούσε την επίδειξη οικονομίας, ακόμη και για το Φιλιόκβε, όπου η άγνοια των Λατίνων οδηγεί σε παρεκκλίσεις. Είναι αρκετό, ότι ομολογούν το Μυστήριο της Τριάδας και την ενανθρώπιση, ίσως δε να έχουν χάσει τα αντίγραφα των πράξεων των πρώτων Συνόδων. Πάντως, η κατάπτωση του Παπισμού την περίοδο του Σχίσματος, στην μεν Ανατολή είχε σαν συνέπεια την εγκατάλειψη της ιδέας της Ρωμαϊκής υπεροχής, στη δε Δύση, αναπάντεχα η Ρώμη, αναβίωνε τις αξιώσεις της με μεγαλύτερο δυναμισμό. Σε σύναξη του Αυτοκράτορα Κων/νου Ι΄ Δούκα, ο άγιος Γεώργιος Αθωνίτης (13 Μαΐου) δήλωσε, ότι δικαίως οι Λατίνοι χρησιμοποιούσαν άζυμα, γιατί ποτέ δεν έπεσαν σε αίρεση, ενώ η Ανατολή είχε πολλές φορές πέσει σε αίρεση, γι’ αυτό χρησιμοποιούσε ένζυμο άρτο, ένα σύμβολο κατά του Απολλιναρισμού. Αλλά και ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας παραδεχόταν, ότι ο ένζυμος άρτος δεν υπήρχε στη Γραφή και τους Κανόνες, η δε νηστεία του Σαββάτου δεν θεωρείτο παράνομη. Ως προς το Φιλιόκβε αιτιάτο τη λατινική λέξη procedure, που στα ελληνικά μεταφραζόταν, ως εκπορεύεσθαι, χείσθαι, διαδίδοσθαι, προβάλλειν. Για δε το πρωτείο, θα έπρεπε να δοθεί δικαιωματικά στη Ρώμη. Με τον Θεοφύλακτο συμφώνησε και ο Άνσελμος, Αρχιεπίσκοπος Καντέρμπουρι, αν και υπέρμαχος του Φιλιόκβε.
Σε όλη την περίοδο των Κομνηνών (Αλέξιος Α΄, Ιωάννης Β΄, Μανουήλ Α΄), η σχέση Αυτοκράτορα και Πάπα ήταν πολύ καλές, το υποτιθέμενο Σχίσμα ούτε λαμβάνετο υπόψη, παρά μόνο με τον Πατριάρχη Κων/πόλεως να μην είναι τόσο νομοταγής στη Ρώμη, όπως παλαιά. Ορισμένοι δε εκκλησιαστικοί ταγοί, όπως ο Θεσ/νίκης Νικήτας (1178) να μη βλέπουν κανένα δογματικό πρόβλημα στο Filioque, θεωρώντας το «εκ του Υιού», το ίδιο με το «δια του Υιού». Ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός (1143-1180), το 1169, πρόσφερε στον Πάπα Αλέξανδρο Γ΄ (1159-1181) την ένωση των Εκκλησιών και τη θέση του Πατριάρχη Κων/πόλεως (που χήρευε, λόγω θανάτου του Λουκά Χρυσοβέργη), με αντάλλαγμα τη στέψη του στη Ρώμη, ως Αυτοκράτορα της Δύσης! (Ράνσιμαν, «Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα», σελ. 170, 174).
Πολλοί των Αυτοκρατόρων, μετά το Σχίσμα, διατήρησαν τις καλές τους σχέσεις με τους Πάπες της Ρώμης, πολλοί δε εξ αυτών νυμφεύθηκαν Λατίνες και Ρωμαιοκαθολικές Πριγκήπισσες, ορισμένοι δε από αυτούς είχαν ασπασθεί τον Παπισμό! Παράδειγμα, του Μανουήλ Α΄, που νυμφεύθηκε δυο φορές, την πρώτη με Γερμανίδα Πριγκήπισσα και τη δεύτερη με Λατίνη Πριγκήπισσα. Ο ίδιος διατηρούσε Λατινική φρουρά στην Κων/πολη, πλήρωσε δε λύτρα, για απελευθέρωση Λατίνων Σταυροφόρων, αιχμαλώτων των Μουσουλμάνων. Όλοι σχεδόν ανεβοκατέβαζαν τους Πατριάρχες, όχι μόνο στην Κων/πολη, αλλά και σε άλλα Πατριαρχεία, όπως π.χ. στην Αντιόχεια. Όχι μόνον η Δυναστεία των Κομνηνών ήταν Παπόφιλοι, αλλά και η διάδοχη Δυναστεία των Αγγέλων.
Οι εντάσεις για το αν οι Λατίνοι ήταν αιρετικοί ή όχι έδιναν και έπαιρναν. Ο Αντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμών, γνωστός κανονολόγος, τους θεωρούσε αιρετικούς, λόγω του Filioque, αν και θεωρούσε, ότι δεν χρειαζόντουσαν Βάπτισμα. Αντίθετα, ο Αχρίδας Δημήτριος Χωματιανός, γνωστός κανονολόγος, δεν θεωρούσε τους Λατίνους αιρετικούς. Ορισμένοι Βυζαντινοί εκκλησιαστικοί άνδρες έφθασαν να διακηρύξουν το 1089, ότι το όνομα του Πάπα είχε αφαιρεθεί από τα δίπτυχα κατά λάθος, από απροσεξία!
Με όλες αυτές τις παλινωδίες, βρέθηκε ο Αλέξιος, ανηψιός του φιλολατίνου Αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄ Άγγελου, να συμμαχήσει με τους αρχηγούς της Δ΄ Σταυροφορίας (εν αγνεία του Ιννοκέντιου Γ΄), να περάσουν από την Κων/πολη και να τον ενθρονίσουν ως Αλέξιο Δ΄, με χρηματικά ανταλλάγματα. Οι Σταυροφόροι δέχτηκαν, ενθρόνισαν τον ανιψιό, ως Αλέξιο Δ΄, αλλά επειδή τελικά δεν πληρώθηκαν, κατέλαβαν την Κων/πολη, το 1204 και την λεηλάτησαν. Εγκατέστησαν λατινική Αυτοκρατορία, χωρίς να ζητήσουν την άδεια του Ιννοκέντιου Γ΄, με Λατίνο Αυτοκράτορα και Λατίνο Πατριάρχη. Η πολιτική και η εκκλησιαστική εξουσία αναχώρησαν και εγκατεστάθησαν στη Νίκαια, ο δε κλήρος, που παρέμεινε στην Κων/πολη ζήτησε να τους επιτραπεί η δημιουργία μιας Ουνίτικης Εκκλησίας, με δική της λειτουργία και Ιεραρχία, υπό την προέχουσα εξουσία της Ρώμης.
Αλλά και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας (1204-1261) δεν έπαψε να έχει επαφές με τη Ρώμη, πολλοί δε Αυτοκράτορες αυτής ήταν Παπόφιλοι, οι δε συλλειτουργίες με τους Παπικούς δεν έπαυσαν, παρ’ όλον ότι το κέντρο της Αυτοκρατορίας είχε καταληφθεί από τους Σταυροφόρους! Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη (1222-1254), ο οποίος με τη συνεπικουρία του Πατριάρχη Κων/πόλεως (στη Νίκαια) Μανουήλ Β΄ (1244-1255), επέτρεψε στους Ορθοδόξους Επισκόπους να συλλειτουργήσουν μετά των Λατίνων (άγιος Νεκτάριος, «Τα αίτια του Σχίσματος», τ. Β΄, σελ. 129). Όσον αφορά δε τις επιγαμίες των Αυτοκρατόρων μετά το Σχίσμα του 1054 με Γερμανίδες ή Λατίνες Πριγκήπισσες, αυτές είναι ουκ ολίγες, τρεις δε από αυτούς ήταν Ρ/Καθολικοί στο δόγμα (Ανδρόνικος Γ΄, Ιωάννης Ε΄ και Ανδρόνικος Δ΄ Παλαιολόγοι) και όλοι αυτοί προστάτες της Ορθοδόξου Πίστεως!
Γενικότερα, επειδή η Κων/πολη είχε αδυναμία να θεμελιώσει Αποστολική Διαδοχή, γι’ αυτό και απέδιδε τιμή στη Ρώμη. Πάντως, η Εκκλησία της Κων/πολης αναγνώρισε επίσημα το πρωτείο της Ρώμης δυο φορές: α/ Το 1274 στη Λυών και β/ το 1439 στη Φλωρεντία. Ενώ δε η Κων/πολη τυπικά υπήρχε σε Σχίσμα με τη Ρώμη ήδη από το 1009 (11ο αιώνα), αντίθετα, η Αντιόχεια και τα Ιεροσόλυμα ήρθαν σε Σχίσμα τον 13ο αιώνα, η δε Αλεξάνδρεια τον 14ο.
Από εκεί και πέρα και μετά την επανασύσταση της Αυτοκρατορίας, το 1261, δεν έπαψαν οι επιγαμίες με ξένες πΠριγκήπισσες, τα συλλείτουργα με τους Λατίνους, επαφές για την ένωση και προσπάθειες των Αυτοκρατόρων να έχουν την πολυπόθητη βοήθεια από τη Δύση μέσω του Πάπα και της υποταγής σ’ αυτόν με αποκορύφωμα, την ένωση των Εκκλησιών με τη Σύνοδο της Φλωρεντίας το 1439. Αυτό όμως δεν απέτρεψε την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας και την υποταγή της στους Τούρκους, το 1453.
Μετά την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας, η πολιτική ηγεσία πέρασε στο Σουλτάνο, η θρησκευτική όμως παρέμεινε στον Πατριάρχη, που κατέστη ουσιαστικά και ο πολιτικός αρχηγός των Ορθοδόξων Ρωμαίων (ή Ρωμηών). Στο διάστημα των 400 ετών κατοχής τμημάτων της Αυτοκρατορίας από τους Τούρκους, η δράση των Λατίνων υπήρξε έντονη, τόσο στο κέντρο της παλαιάς Αυτοκρατορίας, όσο και στην περιφέρεια, αλλά ακόμη και σε αυτό το Άγιον Όρος, η δε επικοινωνία Ορθοδόξων και Λατίνων δεν έπαψε και σε πολλές περιπτώσεις υπήρξαν και συλλείτουργα. Τα παιδιά των πιο εύπορων τάξεων φοιτούσαν σε Λατινικά σχολεία και η Ουνία βρισκόταν στις δόξες της.
Αντίθετα με τις καθημερινές πρακτικές, που δεν πολυενδιαφέρονταν τόσο για τις δογματικές διαφορές, όσο δια «τον άρτον ημών τον επιούσιον», η ανώτατη ηγεσία των Πατριαρχείων της Ανατολής πλειστάκις αποδοκίμασε, στο διάστημα αυτό, τις Λατινικές παραδοχές με Συνόδους, κυρίως στην Κων/πολη. Εκεί καταδικάστηκαν οι δογματικές παρεκκλίσεις των Λατίνων και εν γένει του Παπισμού, αλλά και οι κακοδοξίες της Μεταρρύθμισης των Λουθηρανών, Καλβινιστών κ.λπ.
Μετά την απελευθέρωση τμημάτων της παλαιάς υπόδουλης Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία των εθνικών κρατών, ήρθε σαν συνέπεια και η απόσχιση των εθνικών Εκκλησιών, από το πάλαι ποτέ κέντρο της Αυτοκρατορίας, το Πατριαρχείο της Κων/πολης. Η απόσχιση αυτή είχε σαν συνέπεια την ευχέρεια απ’ ευθείας επαφών με τη Δύση και την εισδοχή θεωριών του Διαφωτισμού, που αλλοίωσαν σε ένα βαθμό την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση. Ο παλαιός συγχρωτισμός Ελλήνων και Λατίνων αναθερμάνθηκε και αμβλήθηκαν οι διαφορές σε τέτοιο βαθμό, που πλέον οι φωνές για «ένωση» των Εκκλησιών έγιναν πιο έντονες. Έτσι, χωρίς επίσημες Συνόδους εντάθηκαν οι επαφές, τα συνέδρια και τα συλλείτουργα, που δεν σταματούν παρά τις διαμαρτυρίες ορισμένων ακαδημαϊκών θεολόγων και υψηλόβαθμων κληρικών. Οι διαμαρτυρίες αυτές κρατούνται στο επίπεδο αυτό, χωρίς να επισυμβαίνουν σπουδαίες δυναμικές αντιδράσεις, παρά κυρίως μόνον από εκείνο το τμήμα των Ορθοδόξων, που δεν δέχτηκαν την Ημερολογιακή Μεταρρύθμιση του 1924 και που για τους υπόλοιπους που την δέχτηκαν (η πλειοψηφία) θεωρήθηκαν σχισματικοί.

Κυριότερες Πηγές:
Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, «Τα αίτια του Σχίσματος».
Πισιδίας Μεθόδιου, «Έλληνες και Λατίνοι».
Στ. Ράνσιμαν, «Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα».









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου