Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΗΣ ΜΥΣΤΡΑ
Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Περιεχόμενα

Α. Τό Συνέδριο τοῦ 1989 - Ἡ Εἰσήγηση - Ἡ Πρόταση.
Β. Χρονολογικός Πίνακας.
Γ. Ἡ Μονή Παντανάσσης.
Πρόλογος κ. Johanes Hermser.
Προλεγόμενα τοῦ συγγραφέα.
Α. Ἀπό τήν καταστροφή (1825) στήν ἐπανίδρυση (1850) –
Ἡ Μοναχή Εὐφημία.
Β. Καθηγουμένη Παναρέτη (Γιατράκου, 1888 – 1895).
Γ. Καθηγουμένη Παϊσία (Γιατράκου (1895 – 1945).
Δ. Καθηγουμένη Πελαγία (Γκουτζούλη, 1945 – 1985).
Ε. Καθηγουμένη Καλλινίκη (Χριστάκου, 1985 – 1990).
Ε. Καθηγουμένη Ἀβερκία (1990 - σήμερα).

Τό Συνέδριο τοῦ 1989 - Ἡ Εἰσήγηση - Ἡ Πρόταση
«Ὁ τελικός σκοπός τῆς εἰσόδου τῆς χώρας εἰς τόν εὑρύτερο κύκλο τῆς Εὐρώπης εἶναι πνευματικός, δηλαδή τί θά προσφέρει ὁ τόπος αὐτός εἰς αὐτό πού λέγεται πνεῦμα τῆς Εὐρώπης καί πού ἔχει τήν καταγωγή του ἀπό αὐτά τά χώματα. Διά νά ἐπιτελέσωμε τόν πνευματικό μας σκοπό μέσα στήν Εὐρώπη, χρειάζομαστε νά ἱδρύσωμε Κέντρα Ἑλληνικῶν Σπουδῶν, μέ τά ὁποῖα θά συντελέση ἡ Ἑλλάς εἰς τήν ἀναγέννηση τῆς Εὐρώπης. Διότι χρειάζεται ἡ Εὐρώπη μία καινούργια ἀναγέννηση. Καί ἡ ἀναγέννηση αὐτή – κατά τό πνεῦμα τοῦ μεγάλου Γερμανοῦ ποιητοῦ, τοῦ Γκαῖτε – εἶναι δυνατόν νά γίνει μόνον στήν Ἑλλάδα».

Ἀκαδημαϊκός Ἰωάννης Θεοδωρακόπουλος

Τήν 30η Σεπτεμβρίου – 1η Ὀκτωρβίου 1989, συγκλήθηκε στή Σπάρτη καί τόν Μυστρᾶ - μέ πρωτοβουλία τοῦ Καθηγητοῦ Ἄγγελου Νεζερίτη - Διεθνές Ἐπιστημονικό Συνέδριο μέ θέμα τόν Μυστρᾶ καί τήν Βυζαντινή Λακωνία. Τῆς Ὀργανωτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συνεδρίου προήδρευσε ὁ Καθηγητής τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Σπυρίδων Τρωϊάνος, συμμετεῖχαν δέ ἔγκριτοι ἐπιστήμονες καί λόγιοι, Ἕλληνες καί ξένοι (Ἀκαδημαϊκός Johanes Hermser, Καθηγητής Ε.Μ.Π. Γεώργιος Λάβας, π. Σταμάτιος Σκλήρης, κ.ἄ.).
Ὁ γράφων συμμετεῖχε στό ἐν λόγῳ Συνέδριο μέ εἰσήγηση σχετικά μέ τήν Μονή Παντανάσσης Μυστρᾶ ἀπό τῆς καταστροφῆς τοῦ Μυστρᾶ ἀπό τόν Ἰμπραήμ (1825), μέχρι τότε (1989). Ἡ εἰσήγηση αὐτή εἶδε τό φῶς τῆς δημοσιότητος στό Ἐπιστημονικό Περιοδικό «ΒΥΖΑΝΤΙΝΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ» τοῦ Καθηγητοῦ Ἀγγέλου Νεζερίτη (εἰδικός τόμος πεπραγ-μένων τοῦ Συνεδρίου, 1989) καί στό Περιοδικό «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΟΗ» (φ. 25/Νοέμβριος 1989) μέ τόν τίτλο «Ἡ Βυζαντινή Μονή Παντανάσσης Μυστρᾶ κατά τήν περίοδο ἀπό τό 1825 ἕως σήμερον».
Ἀκόμη στό ἴδιο Συνέδριο κατατέθηκε ἀπό τόν γράφοντα «Πρόταση γιά τήν σύσταση Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς μέ ἀντικείμενο μελέτης τήν ὁλική ἀναστήλωση τοῦ Μυστρᾶ καί τήν ἵδρυση καί λειτουργία στό χῶρο του Ἀνωτάτου Ἐκπαιδευτικοῦ Ἱδρύματος Βυζαντινῶν Σπουδῶν».
Ἡ πρόταση ὑπῆρξε καρπός ἔντονου προβληματισμοῦ πάνω στήν ἀξιοποίηση καί προβολή τῆς πνευματικῆς κληρονομιᾶς τοῦ Μυστρᾶ. Στή συγκεκριμένη πρόταση ἐθίγησαν τά θέματα τῆς ὁλικῆς ἀναστηλώσεως τοῦ Μυστρᾶ, τῆς ὑπό ὅρους ἐπιστροφῆς τῶν κατοίκων, τῆς ἐπανδρώσεως καί λειτουργίας τῶν μονῶν, τῆς ἐπιστροφῆς τῶν ναῶν στή λατρεία καί τέλος τῆς ἱδρύσεως καί λειτουργίας Ἀνωτάτου Ἐκπαιδευτικοῦ Ἱδρύματος Βυζαντινῶν Σπουδῶν.
Γιά τήν στήριξη τῆς προτάσεως ἀναφέρθηκαν τά ἀκόλουθα:
Α. Τά περισσότερα κέντρα τοῦ Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ - στήν Ἑλλάδα τά Μετέωρα, τό Ἅγιο Ὄρος, ἡ Πάτμος, κ. ἄ. καί στό ἐξωτερικό ἡ Μονή Ρίλας στή Βουλγαρία, ἡ Μονή Στουντένιτσας στή Σερβία κ.λ.π. – δέν εἶναι ἁπλᾶ μουσειακοί χώροι, ἀλλά ζωντανά κύτταρα πού τιμοῦν καί προβάλλουν μέ τήν λειτουργία τους τήν ἐποχή καί τόν πολιτισμό τους.
Β. Πολλές χῶρες, μέσα σέ χώρους μεγάλης ἱστορικῆς κ. ἄ. Σημασίας, ἔχουν ἐγκαταστήσει ἐκπαιδευτικά ἱδρύματα (π.χ. στή Ρωσία ἡ Θεολογική Ἀκαδημία τῆς Μόσχας λειτουργεῖ στή Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος - ἁγ. Σεργίου).
Γ. Ὑπάρχει διεθνές (Unesco), ἀλλά καί Εὐρωπαϊκό ἐνδιαφέρον γιά θέματα ἀναστηλώσεων, ὅπως ἀποδεικνύουν οἱ χρηματοδοτήσεις σχετικῶν προγραμμάτων ἀπό τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση (λ.χ. πρός τό Κέντρο Διαφυλάξεως Ἁγιορειτικῆς Κληρονομίας, τήν Μονή ὁσ. Λουκᾶ Βοιωτίας, κ.λ.π.).
Δ. Τό θέμα τῆς ἱδρύσεως καί λειτουργίας Ἀνωτάτου Ἐκπαιδευτικοῦ Ἱδρύματος ἔχει τεθεῖ καί παλαιότερα (Ἐλευθέρα Φιλοσοφική Σχολή τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Ἰω. Θεοδωρακόπουλου).
Σάν μέσα ὑλοποιήσεως τῆς προτάσεως ἀναφέρθηκαν ἡ συνεργασία Ἐπιτροπῆς – τοπικῆς Ἐκκλησίας – τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως – πολιτιστικῶν καί πνευματικῶν φορέων τῆς Λακωνίας, ἀλλά καί τῆς εὑρύτερης περιοχῆς - ἁρμοδίων ὀργάνων καί ὑπηρεσιῶν τῆς Πολιτείας - Ἑλληνικῶν καί ξένων πανεπιστημιακῶν καί πνευματικῶν Ἱδρυμάτων – Διεθνῶν Ὀργανισμῶν.
Οἱ κυριώτερες θέσεις πού διατυπώθηκαν κατά τήν μακρά συζήτηση πού ἀκολούθησε (τήν ὁποία διηύθυνε ὁ Γερμανός Καθηγητής P. Srien), εἶναι οἱ ἀκόλουθες:
Ὁ κ. Νικ. Γεωργιάδης (Πρόεδρος της Πνευματικῆς Ἑστίας Σπάρτης) ἀνακοίνωσε, ὅτι τό θέμα τῆς ὁλικῆς ἀναστηλώσεως τοῦ Μυστρᾶ ἀπασχολεῖ σοβαρά τήν Πολιτεία καί τούς τοπικούς φορεῖς. Συγκεκριμένα ἀπό ἐτῶν λειτουργεῖ ἡ Ὑπηρεσία Ἀναστηλώσεων Μνημείων Μυστρᾶ, ὑπό τήν ἐπίβλεψη τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ καί Ἐπιστημῶν (Ὑπηρεσία Βυζαντινῶν Ἀρχαιοτήτων), ἡ ὁποία ἐπιχορηγεῖται ἀπό τήν Ἀρχαιολογική Ἑταιρεία. (Σχετικά μέ τό θέμα τῶν ἀναστηλώσεων μέχρι τό 2009, βλ. σχετική ἀναφορά στά ἑπόμενα).
Ἐπίσης τό θέμα τῆς Σχολῆς (γενικώτερα Πανεπιστημίου Πελοποννήσου μέ ἕδρα τήν Τρίπολη), ἔχει ἀπασχολήσει τό Περιφερειακό Συμβούλιο Πελοποννήσου, ἡ δέ μελέτη τοῦ ὅλου θέματος ἔχει ἀνατεθεῖ σέ ὁμάδα Καθηγητῶν τοῦ Παντείου Πανεπιστημίου.
Ἀναφέρθηκε ἐπίσης, ὅτι στήν προηγούμενη Ὑπουργό Πολιτισμοῦ Μελίνα Μερκούρη, εἶχαν ὑποβληθεῖ δύο πρατάσεις γιά τήν ἵδρυση στό Μυστρᾶ Ἐρευνητικῶν Κέντρων. Ἡ πρώτη ἀφοροῦσε τήν ἵδρυση Κέντρου Ἐρευνῶν Μεσαιωνικῶν Θεμάτων. Ἡ δεύτερη - πού ἔγινε ἀπό τήν Μαρία Beau, τοῦ Κέντρου Χειρογράφων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῶν Παρισίων - ἀφοροῦσε τήν ἵδρυση κέντρου ἐρευνῶν τοῦ ἔργου 80 τουλάχιστον προσωπικοτήτων, πού διάφυγαν στή Δύση ἀπό τόν Μυστρᾶ (καί τήν Πελοπόννησο γενικώτερα) καί συνέβαλαν σημαντικά στήν Εὐρωπαϊκή Ἀναγέννηση. Καί ἐνῶ ἀπό πλευρᾶς Ἑλληνικῆς Πολιτείας δέν ἔχει ὑπάρξει ἀκόμη (ἀναφερόμεθα στό 1989) κάποια ἐπίσημη κίνηση, ἡ ἴδια ἡ κ. Beau ἔχει ἵδρύσει ἕναν ἄτυπο Σύλλογο γιά τήν ὑποστήριξη τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, στόν ὁποῖο - ἐκτός ἄλλων προσωπικοτήτων – συμμετεῖχε καί ὁ τέως Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας Βαλερύ Ζισκάρ Ντ’ Ἐσταίν.
Ὁ κ. Σπ. Τρωϊάνος (Καθηγητής τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν), τόνισε τήν ἀνάγκη προσεκτικοῦ σχεδιασμοῦ καί σοβαρῆς μελέτης τοῦ ὅλου θέματος, διότι γενικῶς παρατηρεῖται προχειρότητα σέ ὅτι ἀφορᾶ τήν ἵδρυση καί λειτουργία νέων Πανεπιστημίων ἤ Σχολῶν καί ἐπέμενε ἰδιαίτερα στήν ἀνάγκη, ἄν τελικά ἱδρυθεῖ Σχολή, νά λειτουργήσει ἐκτός τοῦ ἀρχαιολογικοῦ χώρου.
Ὁ κ. Γεώργιος Λάββας (Καθηγητής τοῦ Πολυτεχνίου), ὑποστήριξε τήν ἴδια ἄποψη, τονίζοντας ἐπίσης τήν ἀνάγκη προσεκτικῆς μελέτης, γιά νά ἀποφευχθοῦν τά λάθη παρομοίων περιπτώσεων, ὅπως ἐκείνων τῶν Μετεώρων καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου ἡ προσπάθεια ἑνοποιήσεως παλαιοῦ καί νέου τελικά ἔδιωξε τούς μοναχού (Μετέωρα) ἤ ἀλλοιώνει τόν χαρακτῆρα ἱστορικῶν τόπων (λ.χ. ἡ διάνοιξη δρόμων καί ἡ παρουσία αὐτοκινήτων στό Ἅγιο Ὄρος).
Ἀπόν τόν Πρεσβύτερο Λάζαρο τέλος (θεολόγο καί δάσκαλο, ἐφημερίο τοῦ Νέου Μυστρᾶ), τονίσθηκε τό θέμα τῆς καθημερινῆς βεβηλώσεως τῶν Βυζαντινῶν Ναῶν τοῦ Μυστρᾶ ἀπό τούς θρησκευτικά ἀδιάφορους (σχεδόν στό σύνολό τους) τουρίστες, καθώς καί ἡ ἀδυναμία τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας νά χρησιμοποιεῖ τούς ναούς αὐτούς γιά λατρευτικές ἐκδηλώσεις (πλήν τῶν τεσσάρων καθιερωμένων ἐτησίως, τῶν Λειτουργιῶν - δηλαδή – στόν ἅγ. Δημήτριο τῆς Μητροπόλεως στή μνήμη τοῦ Ἁγίου καί κατά τό μνημόσυνο τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τῆς Λειτουργίας στήν Παντάνασσα τήν Δευτέρα τοῦ Πάσχα καί τῆς Ἀκολουθίας τῶν Δ’ Χαιρετισμῶν στόν ἅγ. Δημήτριο Μητροπόλεως).
Τό κείμενο πού καταχωρεῖται στή συνέχεια ἀποτελεῖ βελτιωμένη μορφή τῆς δημοσιευθείσης εἰσηγήσεως, βάσει στοιχείων πού προέκυψαν στή συνέχεια (ἐπιστολή τοῦ Γερμανοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ Johanes Hermser, ἐπιστολή Νικ. Γεωργιάδη τῆς Πνευματικῆς Ἑστίας Σπάρτης, διορθώσεις τῆς ἀδελφῆς τῆς Μονῆς Παντανάσσης Μοναχῆς Εὐφροσύνης Παντζούρη, κείμενα Ν. Καζαντζάκη καί Ἀθηνᾶς Ταρσούλη) καί εἶναι ἐνημερωμένο σέ ὅτι ἀφορᾶ τήν 20ετία πού ἔχει παρέλθει (1989 – 2009).
Τό κείμενο δέν ἀναφέρεται ἀναλυτικά στήν ἱστορία καί τήν καλλιτεχνική ἐκτίμηση τοῦ Μυστρᾶ (γενικά) καί τῆς Μονῆς Παντανάσσης (εἰδικά), διότι δέν εἶναι αὐτό τό θέμα καί ἀντικείμενό του.
Σχετικά μέ τήν κατάσταση τῶν ἀναστηλώσεων 20 χρόνια μετά τό Συνέδριο (2009), ὁ Γ. Ξεπαπαδάκος στόν τόμο «Μυστρᾶς» (τῆς σειρᾶς «Μοναστήρια καί Προσκυνήματα τῆς Ἑλλάδας» (2009) σημειώνει:
«Ἡ παρούσα φάση ἀναστήλωσης στόν ἀρχαιολογικό χῶρο τοῦ Μυστρᾶ, ἔχει προὑπολογισμό 4.402.000 εὐρώ, ποσό πού καλύπτεται ἀπό εὐρωπαϊκά προγράμματα κατά 75% καί ἀπό ἐθνικούς πόρους κατά 25%. Μέχρι σήμερα ἔχουν ἐπισκευασθεῖ μέ στερεωτικές ἐπεμβάσεις καί συμπληρώσεις, δρόμοι, καλντερίμια καί σκαλοπάτια ἀπό τό Κάστρο πρός τήν Ἄνω Πύλη καί ἀπό ἐκεῖ πρός τό Παλάτι καί τήν Μονή τῆς Παντάνασσας, ἐνῶ ἔχουν γίνει καί πολλές ἐπεμβάσεις στά περισσότερα τμήματα τοῦ ὁδικοῦ δικτύου τῆς Κάτω Πόλης.
Πρόσφατα ἐπίσης ὁλοκληρώθηκε ἡ στερέωση τοῦ Φράγκικου κάστρου στήν κορυφή τοῦ λόφου, ἐνῶ ἔργα συντήρησης πραγματοποιήθηκαν στά τείχη τῶν Μονῶν καί στίς Πύλες τῆς Μονεμβασιᾶς καί τοῦ Ναυπλίου. Στίς ἐκκλησίες τοποθετήθηκαν ὑαλοστάσια καί θύρες, ἐνῶ στόν ἅγ. Δημήτριο καί τήν Παντάνασσα μπῆκαν καινούργια κεραμίδια, μέ ἀποκατάσταση τῶν ἀνοιγμάτων στά παράθυρα τῶν τρούλων τους.
Πρόσφατα ξεκίνησε καί ἡ ἀναστήλωση τῆς οἰκίας Λάσκαρη. Ἔχει ἤδη ἀποκατασταθεῖ ὁ οἰκοδομικός ὀργανισμός καί σύντομα ὁλοκληρώνεται ἡ ἀνακατασκευή τῆς στέγης.
Τό μεγαλύτερο ἀπό ὅλα τά ἔργα ἀναστήλωσης ἀφορᾶ τό Παλάτι. Ἔχουν ἤδη τελειώσει ἡ συντήρηση στίς τοιχοδομίες καί τίς θλοδομίες καί ἡ ἀνακατασκευή τῶν κεραμοσκεπῶν. Ἡ ριζική
ἀνακαίνιση τοῦ Παλατιοῦ θά τό καταστήσει ἐπισκέψιμο γιά τό κοινό ἀπό τό 2010» (σελ. 91).

Β. Χρονολογικός Πίνακας.

Α. Φραγκοκρατία (1249 – 1262).
1249. Ὁ Φράγκος Γουλιέλμος Βιλλαρδουϊνος κτίζει τό φρούριο τοῦ Μυστρᾶ.
1261. Μάχη τῆς Πελαγονίας - Ὁ Βιλλαρδουϊνος αἰχμαλωτίζεται ἀπό τόν Αὐτοκράτορα τῆς Νικαίας Μιχαήλ Παλαιολόγο καί γιά νά ἀπελευθερωθεῖ ὑποχρεώνεται νά δώσει στούς Βυζαντινούς τά κάστρα τῆς Μονεμβάσιας, τῆς Μαΐνης καί τοῦ Μυστρᾶ.
1262. Παράδοση τοῦ Μυστρᾶ στούς Βυζαντινούς.

Β. Βυζαντινοκρατία (1263 – 1460).
1262 – 1308. Βυζαντινός Στρατηγός ἐτήσιας θητείας.
1308 – 1348. Μόνιμος Βυζαντινός Στρατηγός.
1308 – 1316. Μιχαήλ Καντακουζηνός.
1316 – 1322. Ἀνδρόνικος Ἀσάν.
1348 – 1460. Δεσποτάτο.
1348 – 1380. Μανουήλ Καντακουζηνός.
1380 – 1383. Ματθαῖος Καντακουζηνός.
1383 – 1384. Δημήτριος Καντακουζηνός.
1384 – 1407. Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος.
1395. Εἰσβολή τῶν Τούρκων – Λεηλασία Κορίνθου καί Ἄργους.
1407 – 1443. Θεόδωρος Β’ Παλαιολόγος.
1423. Εἰσβολή τῶν Τούρκων – Λεηλασία Λακωνίας.
1443 – 1449. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.
1449. Ὁ Κων. Παλαιολόγος στόν Αὐτοκρατορικό Θρόνο.
1449 – 1460. Δημήτριος Παλαιολόγος.
1460. Τουρκική κατάκτηση.

Γ. Τουρκοκρατία (1460 – 1828).
1464. Ἐπιδρομή τῶν Ἐνετῶν τοῦ Σιγισμούνδου Μαλατέστα – Μεταφορά
τῶν Λειψάνων τοῦ Γεωργίου Γεμιστοῦ - Πλήθωνος στό Ρίμινι.
1687. Ἐπιδρομή τῶν Ἐνετῶν τοῦ Φραγκίσκου Μοροζίνι – κατάληψη τοῦ
Μυστρᾶ.
1687 – 1715. Ἐνετική κατοχή.
1715. Ἀποκατάσταση τῆς Τουρκικῆς κυριαρχείας.
1770. Κίνημα τοῦ Ὀρλώφ – Λεηλασία τοῦ Μυστρᾶ ἀπό τούς Ἀλβανούς.
1821. Ἡ Ἑλληνική Ἐπανάστασις.
1825. Πυρπόληση τοῦ Μυστρᾶ ἀπό τόν Ἰμπραήμ.
1828. Ἡ Ἑλληνική ἀνεξαρτησία.

Δ. Ἐλεύθερο Ἑλληνικό Κράτος (1828 – σήμερα).
1831. Ἵδρυση τῆς νέας Σπάρτης ἀπό τόν Ὄθωνα.
1922. Ἀνακήρυξη τοῦ Μυστρᾶ σέ Ἀρχαιολογικό χῶρο.
1953. Ἀποχώρηση τῶν τελευταίων κατοίκων.
1989. Ὁ Μυστρᾶς ἐγγράφεται στόν κατάλογο μνημείων τῆς Unesco.

Γ. Ἡ Μονή Παντανάσσης.

Πρόλογος
κ. Johanes Hermser, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τῆς Κλασσικῆς Φιλολογίας καί τῆς Βυζαντινῆς Ἱστορίας στό Πανεπιστήμιο τοῦ Βερολίνου, Μέλους τῆς Ἀκαδημίας τῶν Ἐπιστημῶν τῆς Γερμανίας.

Ὁ Μυστρᾶς, ὁ ὁποῖος βρίσκεται κοντά στήν κλασσική Σπάρτη, εἶναι ἕνας ἀπό τούς πλέον σημαντικούς ἱστορικούς τόπους τῆς Ἑλλάδος. Κτίστηκε σάν φρούριο ἀπό τούς Φράγκους ἄρχοντες τῆς Πελοποννήσου καί πρός τό τέλος τῆς Βυζαντινῆς περιόδου, στήν ἐποχή τῶν Παλαιολόγων, ἔγινε τό διοικητικό κέντρο ἑνός Δεσποτάτου, ἕδρα Ὀρθόδοξου Μητροπολίτη, κέντρο βιοτεχνικῆς δραστηριότητας – κυρίως στήν κατασκευή μεταξωτῶν – καθώς ἐπίσης καί λαμπρό πολιτιστικό κέντρο, τό ὁποῖο σφράγισε ἡ προσωπικότητα τοῦ πολιτικοῦ φιλοσόφου Γεωργίου Γεμιστοῦ - Πλήθωνος.
Ἡ Ἑλληνική ἐπιστήμη ἔχει ἐρευνήσει κατά τρόπο ἐντυπωσιακό αὐτή τήν μοναδική Βυζαντινή πολιτεία μέ τά μνημεῖα της καί τά ἔργα τέχνης. Ὅμως παρ’ ὅλα αὐτά ἡ πόλη αὐτή δέν ἔχει κατακτήσει – τόσο στήν Ἑλληνική, ὅσο καί στή διεθνή ἐπιστημονική συνείδηση – τήν θέση πού τῆς ἀνήκει καί πού ἀπορρέει ἀπό τήν ἱστορική της σπουδαιότητα. Χρειάζεται νά γίνουν ἀκόμη πολλά στούς τομεῖς τῆς συντηρήσεως καί τῶν ἀναστηλώσεων καί προκύπτει τό ἐρώτημα μήπως πρέπει νά ἀναβιώσει αὐτή ἡ σημαντική πολιτιστική, ἐπιστημονική καί πνευματική παράδοση, γιά νά ἐμπλουτίσει τό παρόν μας.
Ὁ Καθηγητής Μάρκου ἔχει ὑποβάλλει ἐνδιαφέρουσες σχετικές προτάσεις. Ἀκόμη καί ἀπό τήν ἄποψη τοῦ φιλελληνισμοῦ, τοῦ εὐχόμαστε κάθε ἐπιτυχία.

Johanes Hermser (1990)

Προλεγόμενα
«Στήν ἀνατολική πλαγιά τοῦ βουνοῦ, σέ μέρος ἀπότομα κατηφορικό, κτίσθηκε ἡ Μονή τῆς Παντάνασσας. Σήμερα μένουν ἐκεῖ εὐλαβικές καί φιλόξενες μοναχές, πού διατηροῦν ζωντανή τήν συνέχεια τῆς μεσαιωνικῆς παράδοσης. Ἔτσι, τό μνημεῖο διατηρεῖται καλύτερα ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα στό Μυστρᾶ».

Μανώλης Χατζηδάκης, Ἀκαδημαϊκός

Γιά τόν Βυζαντινό Μυστρᾶ γενικά καί τήν Μονή Παντανάσσης εἰδικά, ὑπάρχει πλούσια βιβλιογραφία. Δεκάδες Ἕλληνες καί ξένοι εἰδικοί, ἔχουν κατά καιρούς προσεγγίσει τόν χῶρο καί τά μνημεῖα του καί ἔχουν διατυπώσει τίς ἀπόψεις καί κρίσεις τους σέ πληθώρα βιβλίων, δημοσιευμάτων, διαλέξεων, κ.λ.π. Τό μοναδικό κενό πού παρατηρεῖται – στήν κάλυψη τῆς περιόδου ἀπό τήν καταστροφή τοῦ Μυστρᾶ ἀπό τόν Ἰμπραήμ (1825), μέχρι σήμερα (2009) - ἐπιχειρεῖ νά καλύψει αὐτή ἡ ἐργασία, μέ τήν δημοσίευση τῶν ἱστορικῶν κ. ἄ. Στοιχείων πού ἀφοροῦν τήν Μονή Παντανάσσης, τό μοναδικό ζωντανό μνημεῖο τοῦ Μυστρᾶ, τά ὁποῖα βεβαίως σέ κάποια σημεῖα δέν ἀφοροῦν μόνο τήν Μονή, ἀλλά καί τόν περιβάλλοντα χῶρο της, ὁλόκληρη δηλαδή τήν Βυζαντινή νεκροπολιτεία.
Ἡ ἱστορία τῆς περιόδου πού ἐξετάζεται, ἀποκαλύπτεται ἀπό τίς προσωπικές ἀφηγήσεις τῶν μοναζουσῶν τῆς Παντανάσσης ἤ τίς ἀναμνήσεις καί ἀφηγήσεις παλαιοτέρων, ἀπό κάποιες πτωχές σημειώσεις πού διασώθηκαν καί ἀπό ἐλάχιστα – πλήν πολύτιμα – δημοσιεύματα τοῦ τοπικοῦ Τύπου. Σέ ὅλη τήν ἐξεταζομένη περίοδο, πού ἐκτείνεται σέ διάστημα 185 ἐτῶν, κυριαρχεῖ ἡ ζωή καί ἡ διακονία τοῦ μοναστηριοῦ, προβάλλεται δέ ἰδιαιτέρως τό ἄξιο μιμήσεως παράδειγμά της, τῆς λειτουργίας – δηλαδή – μονῆς μέσα σέ χῶρο μεγάλης ἱστορικῆς, θρησκευτικῆς, πνευματικῆς, καλλιτεχνικῆς καί ἀρχαιολογικῆς σημασίας. Τό παράδειγμα αὐτό πολλοί καί σοβαροί λόγοι ἐπιβάλλουν νά προβληθεῖ καί νά ἐπεκταθεῖ.
Περισσότερα στοιχεῖα σχετικά μέ τά πρόσωπα πού διακόνησαν τήν Παντάνασσα, θά δημοσιοποιηθοῦν μέ ἔκδοση πού ἑτοιμάζει ἡ Μονή, ὁπότε ἀναλόγως θά διορθωθεῖ καί τό παρόν κείμενο.

Α. Ἀπό τήν καταστροφή (1825) στήν ἐπανίδρυση (1850) - Ἡ Μοναχή Εὐφημία.
Ὁ Μυστρᾶς καταστράφηκε τό 1825 ἀπό τόν Ἰμπραήμ καί τούς Αἰγυπτίους, οἱ ὁποῖοι στήν προσπάθειά τους νά καταπνίξουν τήν μεγάλη Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ἐνέπρυσαν τήν Πελοπόννησο καί τήν ποτέ ἔνδοξη πρωτεύουσα τῶν Βυζαντινῶν Δεσποτῶν. Στήν Παντάνασσα ἡ πυρκαγιά κατέστρεψε τά κελλιά καί τούς βοηθητικούς χώρους. Στό Καθολικό δέν ὑπάρχουν ἴχνη φωτιᾶς, ἡ ὕπαρξη ὅμως μεταγενεστέρου τέμπλου μαρτυρεῖ, ὅτι καί ἐκεῖ ἔγιναν κάποιες – μικρῆς κλίμακας – καταστροφές. Τό βέβαιο εἶναι, ὅτι τότε ἡ Μονή ἐρημώθηκε καί χάθηκαν ὅλα τά κειμήλιά της.
Ἡ καταστροφή τοῦ Μυστρᾶ ὁλοκληρώθηκε τό 1831, μέ τήν ἵδρυση τῆς νέας Σπάρτης. Τότε ἔφυγαν καί οἱ τελευταῖοι κάτοικοι, γιά νά κατοικήσουν στή νέα πόλη, κάποιοι μάλιστα ἀφαίρεσαν ἀρχιτεκτονικά μέλη παλαιῶν κτηρίων γιά νά χτίσουν τά καινούργια σπίτια τους. Ἔτσι ὁ Μυστρᾶς ἐρημώθηκε καί ἀφέθηκε στό ἔλεος τοῦ χρόνου, τῆς ἀμάθειας καί τῶν στοιχείων τῆς φύσεως. Τά παλάτια, τά ἀρχοντικά, οἱ ἐκκλησίες καί τά κοινά σπίτια κατέρρευσαν (οἱ ἐκκλησίες λιγώτερο).
Μέσα σ’ αὐτό τό κλίμα ἐγκαταλείψεως, θά περίμενε κανείς ὅτι καί ἡ Παντάνασσα, τό λαμπρό κτίσμα τοῦ Πρωτοστράτορα Ἰω. Φραγκόπουλου, θά μετατρέπονταν κι αὐτό σέ πένθιμα χαλάσματα. Ὅμως αὐτό ἀποφεύχθηκε χάρι στήν ἀφιέρωση μιᾶς βοσκοπούλας τῆς περιοχῆς, τῆς Εἰρήνης, ἡ ὁποία μόνασε στήν Παντάνασσα σάν Εὐφημία Μοναχή. Τό γεγονός αὐτό συνέβη τό 1850 καί ὁριοθετεῖ τήν νέα περίοδο τῆς ἱστορίας τῆς Μονῆς.
Ἐπί τῶν ἡμερῶν τῆς Μοναχῆς Εὐφημίας, τό πλέον σημαντικό γεγονός μετά τήν ἐπανίδρυση τῆς μονῆς, εἶναι ἡ ἀναγνώριση ἀπό τήν Πολιτεία τῶν μοναζουσῶν ὡς φυλάκων ἀρχαιοτήτων (περίπου τό 1875). Ἡ πρώτη μνεία πού τεκμηριώνει τόν διορισμό, βρίσκεται στό ὑπ’ ἀριθμ. 194 φῦλλο τῆς τοπικῆς ἐφημερίδας «ΗΧΩ ΤΟΥ ΤΑΫΓΕΤΟΥ», τῆς 3. 12. 1881. Ἐκεῖ ὁ Βουλευτής Λακωνίας Βαλασό-πουλος μεταξύ ἄλλων ἀναφέρει, ὅτι φρόντισε γιά τόν διορισμό ἀρχαιοφυλάκων, χωρίς νά ἀναφέρεται ὁ χῶρος στόν ὁποῖο διορίσθηκαν. Μέ δεδομένο, ὅτι τήν ἐποχή ἐκείνη τό Μουσεῖο Σπάρτης (τό ὁποῖο κτίσθηκε τό 1873), εἶχε δύο μόνο αἴθουσες μέ μία μικρή συλλογή γλυπτῶν καί μέχρι τό 1940 ἕνα μόνο φύλακα καί ὅτι δέν ὑπῆρχαν τότε στήν περιοχή προστατευόμενοι ἀρχαιολογικοί χῶροι, οἱ ἀρχαιοφύλακες πού διορίσθηκαν ἦσαν οἱ μοναχές τῆς Παντανάσσης, μέ ἀνικείμενο εὐθύνης τίς Βυζαντινές ἐκκλησίες τοῦ Μυστρᾶ.
Μία δεύτερη μνεία τοῦ γεγονότος ὑπάρχει στήν ἐπίσης τοπική Ἐφημερίδα «ΛΑΚΕΔΑΙΜΩΝ» (φ. 22/28. 6. 1909). Τότε ἐπισκέφθηκε τήν Λακωνία ὁ Διάδοχος Κωνσταντῖνος. Ἐνθουσιασμένος ὁ ἔπειτα Στρατηλάτης ἀπό τήν περιποίηση καί τήν φιλοξενία τῶν μοναζουσῶν τῆς Παντάνασσας, αὐξάνει τόν μισθό τους ἀπό 20 σέ 40 δραχμές τόν μῆνα, «διά φύλακτρα τῶν ναῶν τοῦ Βυζαντινοῦ Μυστρᾶ».

Β. Καθηγουμένη Παναρέτη (Γιατράκου, 1888 – 1895).
Τό 1888 μόνασε στήν Παντάνασσα ἡ Πηγή Γιατράκου (Καθηγουμένη Παναρέτη), κόρη τοῦ ἥρωα τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 Στρατηγοῦ Γιατράκου, μαζί μέ τίς δύο κόρες της (ἔπειτα μοναχές Παϊσία καί Εὐσεβία).
Οἱ τρεῖς πρώτες αὐτές ψυχές πού ἀφιερώθηκαν στή Μοναχική Πολιτεία, μέ πάρα πολλές δυσκολίες, πρακτικές καί ἄλλες, συνέχισαν τό ἔργο τῆς Μοναχῆς Εὐφημίας στήν ἀνοικοδόμηση τῆς Μονῆς. Τότε ἀνοικοδομήθηκε ἡ μοναδική πτέρυγα κελλίων καί βοηθητικῶν τῆς Μονῆς, ἕνα χαμηλό κεραμοσκεπές οἴκημα τό ὁποῖο καταλαμβάνει ὅλο τό μῆκος τῆς νότιας πλευρᾶς τῆς Μονῆς, δηλαδή τήν ἀριστερή πλευρά τῆς αὐλῆς. Τό οἴκημα αὐτό φωτίζεται ἀπό παράθυρα πού ἀνοίγονται στήν ἐξωτερική του πλευρά καί ἔχει πανοραμική θέα πρός τόν Πάρνωνα καί τήν πεδιάδα τῆς Σπάρτης.Ἡ σύνδεση τῶν χώρων εἶναι ἐσωτερική, ἐνῶ ὑπάρχουν μερικές πόρτες καί στήν πλευρά τῆς αὐλῆς.
Τήν ἴδια ἐποχή διαμορφώθηκε μᾶλλον καί τό μοναδικό Παρεκκλήσιο τῆς Μονῆς, πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Παντελεήμονος, γιά τίς καθημερινές Ἀκολουθίες τῆς ἀδελφότητος. Πρόκειται γιά μικρό, μονόχωρο ναϊσκο, ἀκριβῶς κάτω ἀπό τό δάπεδο τῆς στοᾶς τοῦ Ναοῦ, μέ εἴσοδο ἀπό τήν αὐλή τῆς Μονῆς.
Ἄν ὁ Ἰω. Φραγκόπουλος ὑπῆρξε κτίτορας τῆς Μονῆς τό 1428, ἡ Γερόντισσα Παναρέτη ὑπῆρξε ἡ δεύτερη κτιτόρισσα, ἀφοῦ μέ τήν ἐγκατάστασή της ἐκεῖ τό 1860, ἐγκαινίασε τήν δεύτερη περίοδο ζωῆς καί ἱστορίας τῆς Μονῆς, ἡ ὁποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Γ. Καθηγουμένη Παϊσία (Γιατράκου, 1895 – 1945).
Ἡ Γερόντισσα Παναρέτη κοιμήθηκε εἰρηνικά περί τό 1895. Τήν διαδέχθηκε ἡ κατά σάρκα θυγατέρα της Γερόντισσα Παϊσία, ἡ ὁποία ἡγουμένευσε 50 χρόνια ! (1895 – 1945), ὅμως στήν Παντάνασσα κυριαρχεῖ ἡ χαρισματική προσωπικότητα τῆς κατά σάρκα ἀδελφῆς της Μοναχῆς Εὐσεβίας.
«Ἡ μοναχή Εὐσεβία - γράφει ἡ μ. Εὐφροσύνη Παντζούρη - ἦτο ἄνθρωπος μέ μεγάλην θρησκευτικήν καί ἱστορικήν μόρφωσιν καί ἰσχυράν μνήμην. Ἦτο εἰς θέσιν νά ἀπαγγέλη ἀπό μνήμης κείμενα Ἁγίων Πατέρων ὁλοκλήρων σελίδων, καθώς καί βίους Ἁγίων καί διάφορα ἱστορικά γεγονότα, μέ ἀκριβεῖς χρονολογίας καί λεπτομερείας».
Ἡ μ. Εὐσεβία ὑπῆρξε ἐπίσης συγγραφέας τοῦ βιβλίου «Βυζαντιναί Ἀρχαιότητες Μυστρᾶ», τό ὁποῖο ὑπογράφεται «ὑπό Εὐσεβίας Γιατράκου, Μοναχῆς, Ἀρχιφύλακος Μυστρᾶ».
Ἐπί τῶν ἡμερῶν τῶν ἀδελφῶν Γιατράκου (γ. Παϊσίας καί μ. Εὐσεβίας), δημιουργήθηκε στή Σπάρτη τό ἐπ’ ὀνόματι τῆς Παναγίας Ἐλεούσης Μετόχιο τῆς μονῆς (ἐπί τῆς ὁδοῦ Μενελάου), στό ὁποῖο φυλάσσεται παλαιά θαυματουργός εἰκόνα τῆς Παναγίας. Σχετικά μέ τήν εἰκόνα εἶναι γνωστά τά ἀκόλουθα στοιχεῖα: Ἡ εἰκόνα (σέ μορφή τριπτύχου) μεταφέρθηκε στή Σπάρτη ἀπό τήν Μικρά Ἀσία κατά τήν διακυβέρνηση τοῦ Ἰω. Καποδίστρια (1831), ἀπό τήν οἰκογένεια Ρουσοπούλου. Γιά διάστημα 111 χρόνων (1831 – 1942), φυλάσσονταν στήν κατοικία τῆς οἰκογενείας αὐτῆς, μέ εὐθύνη τῆς Μοναχῆς Ἀβερκίας Ρουσοπούλου (+ 1942). Τό 1957 διορίσθηκε ἀπό τήν Μονή Παντανάσσης ὑπεύθυνη τοῦ Μετοχίου ἡ Μοναχή Καλλινίκη (Χριστάκου, ἔπειτα Γερόντισσα), χάρις στίς προσπάθειες τῆς ὁποίας κτίσθηκε ναός καί βοηθητικό κτίσμα. Πρόκειται γιά ναό μικρῶν διαστάσεων, ρυθμοῦ μονόκλιτης βασιλικῆς, ἁγιογραφημένο ἀπό τόν Εὐάγγελο Μαυρικάκη (μαθητή τοῦ Φ. Κόντογλου).
Ἀκόμη ἐπί τῶν ἡμερῶν τῶν ἀδελφῶν Γιατράκου, ἡ Παντάνασσα καί ὁ Μυστρᾶς γενικότερα τράβηξαν τό ἐνδιαφέρον ἐπιφανῶν ἐκπροσώπων τῶν Γραμμάτων, τῶν Τεχνῶν καί τῆς Πολιτικῆς, Ἑλλήνων καί ξένων, ἀλλά καί ἐκκλησιαστικῶν προσωπικοτήτων (ὁ Γαβριήλ Millet φωτογραφίζει τά μνημεῖα, ἡ S. Dufrenne μελετᾶ τά εἰκονογραφικά προγράμματα, ὁ Μητροπολίτης Θεόκλητος Μηνόπουλος διενεργεῖ τήν πρώτη ἀνεπίσημη ἀνασκαφή, ὁ Νίκος Καζαντζάκης φθάνει προσκυνητής, ὁ Φώτης Κόντογλου ἐργάζεται γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν τοιχογραφιῶν, ὁ Ὀρλάνδος σνεχίζει τίς ἀναστηλώσεις πού εἶχε ἀρχίσει ὁ Ἀδαμαντίου τό 1907 - 1910, ὁ Ζησίου δημοσιεύει τίς ἐπιγραφές, ὁ Ἱερομ. Ματθαῖος Ἁγιορείτης θέλει νά ἱδρύσει μονή, οἱ Ν. Βέης, Ἀ. Ξυγγόπουλος, Δ. Ζακυνθινός, Μαρία Σωτηρίου, Ἐμμ. Χατζηδάκης κ.ἄ. μελετοῦν τά μνημεῖα καί γράφουν γι’ αὐτά).

Ὁ Γαβριήλ Millet
Κατά τήν περίοδο 1904 – 1906 βρίσκεται στό Μυστρᾶ ὁ Γάλλος λόγιος Γαβριήλ Millet, μελετητής τῆς Βυζαντινῆς Τέχνης καί συγγραφέας σπουδαίων σχετικῶν ἔργων. Ὁ Millet φωτογραφίζει τίς τοιχογραφίες τῆς Παντάνασσας, προηγουμένως ὅμως χρησιμοποιεῖ δοκιμαστικά κάποιο βερνίκι πού ἔδινε προσωρινά στίς τοιχογραφίες καλό φωτισμό, στή συνέχεια ὅμως προκαλεῖ φθορές. Ὅταν οἱ μοναχές διαπίστωσαν τίς φθορές, κατά τήν δεύτερη ἐπίσκεψη τοῦ Millet τοῦ ἀπαγόρευσαν νά συνεχίσει τήν φωτογράφιση.
Τελικά ὁ Millet κάνει γνωστό τόν Μυστρᾶ στό Δυτικό κόσμο μέ πολύ σπουδαίες ἐκδόσεις του (“Inscriptions inedites de Mistra” 1906, “Monuments Byzantines de Mistra” 1910, “L’ Ecole Grecque dans l’ architecture Byzantine” 1916).

Ὁ Ν. Καζαντζάκης
Δέν εἶναι γνωστό πότε ἐπισκέφθηκε τόν Μυστρᾶ ὁ Νίκος Καζαντζάκης. Ἦταν κάποια Μεγάλη Παρασκευή καί ὁ ἴδιος φοιτητής. Γιά τήν ἐπίσκεψη αὐτή καί τίς ἐντυπώσεις του ἀπό τήν Παντάνασσα, γράφει στήν «Ἀναφορά στό Γκρέκο» (ἔκδοση 1981, σελ. 193 – 194):
«Διψοῦσα. Μπῆκα στό γυναικεῖο μοναστήρι τῆς Παντάνασσας, νά μέ φιλέψουν οἱ καλόγριες ἕνα ποτήρι νερό. Λάμπει ἡ αὐλή, τά κελλιά ἀσβεστωμένα, πεντακάθαρα, στρωμένοι οἱ καναπέδες μέ κεντητές πατανίες. Τρέχουν οἱ καλόγριες νά μέ καλωσορίσουν, ἄλλες πιασμένες από τούς ρευματισμούς, ἄλλες νέες, περίσσια χλωμές, γιατί δουλεύουν πολύ γιά νά ζήσουν, ἀγρυπνοῦν καί προσεύχονται καί δέν ἔχουν νά φᾶνε καί νά χορτάσουν. Ὅταν ἔχουν ὧρες λεύτερες σκύβουν ἀπάνω στό ἐργόχειρό τους καί κεντοῦν πατροπαράδοτα ξόμπλια (κυπαρισσάκια, σταυρούς, γλάστρες μέ γαρούφαλα καί μοναστήρια καί μικρά τριαντάφυλλα μέ κόκκινο μετάξι.
Στό μελιχρό φῶς τοῦ δειλινοῦ ἡ Παντάνασσα ἔλαμπε σάν φιλντισένιο βυζαντινό πυξίδι, μέ ὑπομονή καί ἀγάπη δουλεμένο, γιά νά σκεπάζει τη μυρόβλυτη πνοή τῆς Παναγιᾶς. Τι ἑνότητα, περισυλλογή καί χάρη, ἀπό τό ἀγκωνάρι τοῦ θεμελιοῦ, ὥς τήν ἐρωτική καμπυλότητα τοῦ τρούλου. Ὁλάκερος ὁ χαριτωμένος ναός ζοῦσε καί ἀνέπνεε γαλήνια, σά ζεστός ζωντανός ὀργανισμός. Ὅλες οἱ πέτρες, τά σκαλίσματα, οἱ ζωγραφιές, οἱ καλόγριες, ζοῦσαν σάν ὀργανικά συστατικά τοῦ γυναικείου μοναστηριοῦ, θαρρεῖς κι ὅλα μαζί γεννήθηκαν ἀπό τόν ἴδιο δημιουργικό σκιρτημό ἕνα μεσημέρι
»
Ὁ Καζαντζάκης ἦρθε καί δεύτερη φορά στό Μυστρᾶ, ὅταν δούλευε ἐκεῖ ὁ Κόντογλου. Ὁ κυρ Φώτης ὑποδέχτηκε τόν Καζαντζάκη «ἀνάμεσα σέ περίπλοκες σκαλωσιές, ἀνάερα κρεμασμένος σάν πολυέλεος» καί τοῦ εἶπε: «Κοίταξε. Ὅλα αὐτά τα χωνιασμένα θάματα, πρέπει νά τά ξεσκεπάσουμε, νά τά ζωντανέψουμε, χωρίς νά ἀγγίξουμε καί νά ἀλλάξουμε τό πρότυπο. Δουλειά πολύ δύσκολη, θέλει ὑπομονή, τέχνη καί ἀγάπη. Ἄν δέν πιστεύεις στή δουλειά τούτη, ἄν δέν πιστεύεις στό Θεό, τίποτα δέν μπορεῖς νά κάνεις».
Ὁ Καζαντζάκης ἐντυπωσιασμένος ἀπό τόν Κόντογλου ἔγραψε σχετικά:
«Τά μάτια του λάμπουν εὐχαριστημένα, γιατί ξέρει πῶς ἐκτελεῖ τό χρέος του. Καί τά χέρια του εἶναι γεμάτα ἀνυπομονησία καί δύναμη. Πάλεψε πολύ στή ζωή του, πόνεσε, μέ τά ἐφήμερα δέν μπόρεσαν νά τόν λυγίσουν. Πῶς νά λυγίσουν ἕναν ἄνθρωπο πού πιστεύει στό Θεό;» («Ἐπιθεώρηση Χωροφυλακῆς», φ. 136/Ἀπριλίου 1981, σελ. 244).

Ὁ Φώτης Κόντογλου
Ὅμως οἱ τοιχογραφίες τῆς Παντάνασσας καί γενικά τοῦ Μυστρᾶ, μπορεῖ νά ὑπέστησαν λίγες φθορές ἀπό τόν Millet, εἶχαν ὅμως ὑποστεῖ φθορές ἀπό τήν ὑγρασία καί τά ἅλατα πού ἐπεσώρευσε ὀ χρόνος. Ἔστι τό 1935 ἔρχεται ταπεινός προσκυνητής στό Μυστρᾶ ὁ ἀναστηλωτής τῆς Βυζαντινῆς ἁγιογραφικῆς τέχνης κατά τόν 20ο αἰ. Φώτης Κόντογλου. Ὁ Κόντογλου ἔμεινε στό Μυστρᾶ πολύ καιρό, μελέτησε τίς τοιχογραφίες καί μαζί μέ τήν τότε νεαρή Μοναχή Καλλινίκη (Χριστάκου, ἔπειτα Ἡγουμένη, + 1997), προσοντοῦχο ἁγιογράφο, ἐπενόησε μέθοδο συντηρήσεως καί ἀποκαταστάσεως τοιχογραφιῶν, τήν ὁποία υἱοθέτησε ἡ Ἀρχαιολογική Ὑπηρεσία. Στή Μοναχή Καλή, «τό δεξί χέρι τοῦ Κόντογλου στήν ἀποκάλυψη, ἀποκατάσταση καί συντήρηση τῶν τοιχογραφιῶν» («Ἐπιθεώρηση Χωροφυλακῆς», φ. 136/Ἀπρίλιος 1981, σελ. 244), ὠφείλει ἡ Ἑλλάδα, ἀλλά καί ἡ παγκόσμια καλλιτεχική κληρονομιά, τήν διάσωση τοιχογραφιῶν γιά τίς ὁποίες ἔχει γραφεῖ, ὅτι «πουθενά ἀλλοῦ, ἐκτός ἴσως ἀπό τίς τοιχογραφίες τοῦ Campo Santo τῆς Πίζας, δέν ἔχει ἀποδοθεῖ ὀξύτερα ἡ φρίκη τοῦ θανάτου στή γλῶσσα τῶν εἰκόνων» (ὁ Hans Wilheim Haussing γιά τήν Ἔγερση τοῦ Λαζάρου).
Ὁ Κόντογλου πού ἀφιέρωσε ἕνα σημαντικό κομμάτι τῆς ζωῆς του στό Μυστρᾶ καί στήν Παντάνασσα, βλέποντας κάποτε νά καταρρέει ἀπό ἕνα μνημεῖο ἕνα μέρος καί νά πέφτει στή γῆ, ἔγραψε: «Τό κοτρώνια γυρίζουν πάλε καί καί πάλε πίσω στή μάνα τους, ἀγνώ-ριστα, σάν κάθε πέτρα τοῦ βουνοῦ. Τά μαζώνει ὁ φουκαρᾶς ὁ βλάχος καί χτίζει τήν καλύβα του, γιά νά φυλαχτεῖ ἀπό τόν πάγο καί τη βροχή. Καί κεῖνα ὑποταχτικά στή μοῖρα τους βλέπουνε κι ἀκοῦνε τά βάσανα τῆς φτώχειας, τό ἴδιο ὅπως βλέπανε κι ἀκούγανε ἄλλη φορά τά μυστικά τοῦ Βασιλιᾶ» («Ἐπιθεώρηση Χωροφυλακῆς», φ. 136, Ἀπρίλιος 1981, σελ. 244).

Ἡ Ἀθηνᾶ Ταρσούλη
Πρίν τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ἐπισκέφθηκε τόν Μυστρᾶ ἡ Ἀρχόντισσα τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων Ἀθηνᾶ Ταρσούλη. Σέ κείμενό της πού δημοσιεύθηκε τό 1936 γράφει γιά τήν Παντάνασσα: «Εἶναι τό φιλόξενο μοναστήρι μέ τά ὁλοκάθαρα κελλιά, πού τό διαφεντεύουν οἱ ἀδελφές Εὐσεβία καί Παναρέτη Γιατράκου, καταγόμενες ἀπό τήν ἱστορική οἰκογένεια τῶν Γιατράκων τῆς Λακωνίας. Οἱ δύο αὐτές εὐλαβικές γυναῖκες ἔχουν ἀφιερώσει ἐπί σαράντα χρόνια τήν ζωή τους στή συντήρηση τοῦ θαυμαστοῦ αὐτοῦ μνημείου τῆς οἰκοδομικῆς τέχνης». Μάλιστα στό δημοσιευμένο ἔργο της, ἡ Ταρσούλη δημοσιεύει καί σκίτσο τῆς Μοναχῆς Εὐσεβίας.
Ἀπό τήν περιγραφή τῆς Ταρσούλη προκύπτει καί μία κακή στιγμή τοῦ μοναστηριοῦ. «Ἀπό τοῦ σημερινοῦ τέμπλου τίς εἰκόνες - γράφει – πολύ μεταγενέστερες, ἡ Παναγία στά δεξιά τῆς Ὡραίας Πύλης, ἤτανε ὁλοσκέπαστη ἀπό χρυσάφι, διαμάντια, μαργαριτάρια καί πολύτιμα πετράδια, ἀφιερώματα εὐλαβικῶν ψυχῶν. Τελευταῖα, μία χειμωνιάτικη νύχτα, ἱερόσυλοι μπῆκαν καί γύμνωσαν ἀπό τόν θησαυρό τήν εἰκόνα».

Πολιτειακοί καί Πολιτικοί Ἄρχοντες
Ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰ. μέχρι καί τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ἐπισκέφθηκαν τήν Παντάνασσα μεγάλες προσωπικότητες τῆς Πολιτικῆς. Τό 1909 ἡ Βασίλισσα Ὄλγα μέ τόν Διάδοχο Κωνσταντῖνο. Ἀργότερα ὁ Βασιλεύς Γεώργιος Β’ μέ τήν Ρουμανίδα σύζυγό του (κατά τόν Νικ. Γεωργιάδη, Πρόεδρο τῆς Πνευματικῆς Ἑστίας Σπάρτης, πρέπει νά ἦταν ἀμέσως μετά τόν θάνατο τοῦ Βασιλέως Ἀλεξάνδρου, διότι ὁ Γεώργιος - ὅπως φαίνεται σέ φωτογραφία τῆς ἐποχῆς – φέρει ἕνα φαρδύ περιβραχιόνιο πένθος). Τό 1928 ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Τό 1937 πάλι ὁ Γεώργιος Β’ καί τό 1939 ὁ Διάδοχος Παῦλος μέ τήν Φρειδερίκη. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι τήν Παντάνασσα ἐπισκέφθηκε καί ὁ ἐκ τῶν Ἡγετῶν τοῦ Ναζισμοῦ Γκαίμπλς.
Μέχρι τό 1940 ὁ Δῆμος Σπαρτιατῶν συνήθιζε νά παραθέτει τό ἐπίσημο πρός τιμήν τῶν ὑψηλῶν ἐπισκεπτῶν γεῦμα, στή στοά τῆς Παντανάσσης.

Ὁ Ἱερομόναχος Ματθαῖος Ἁγιορείτης
Τό 1910 συνδέθηκε μέ τόν Μυστρᾶ καί τήν Μονή Παντανάσσης ὁ Κρητικῆς καταγωγῆς Ἁγιορείτης Ἱερομόναχος Ματθαῖος Καρπαθάκης, ἐξόριστος τότε στή Μονή Ζερμπίτσας, λόγῳ κριτικῆς τοῦ γάμου τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου μέ τήν Γερμανίδα Πριγκίπισσα Σοφία, χωρίς νά προηγηθεῖ τό Βάπτισμά της.
Ὁ Ματθαῖος βρέθηκε καί πάλι στή Λακωνία τό 1922, καί πάλι ἐξόριστος, λόγῳ ἐμπλοκῆς του στή διαμάχη Βασιλέως Κωνσταντίνου - Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Κατά τήν δεύτερη αὐτή περίοδο τῆς ἐξορίας του συνδέθηκε ἀκόμη περισσότερο μέ τήν γ. Παϊσία καί τήν Μονή Παντανάσσης.
Ὁ Ματθαῖος, κληρικός διακρινόμενος γιά τούς ἀγῶνες του, τήν πνευματική καί θεολογική του συγκρότηση καί τήν ἐκκλησιαστική του παιδεία (ἦταν ἀπόφοιτος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Ἱεροσολύμων καί ἐπί 45ετία σπηλαιώτης ἀσκητής στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους), ὑπῆρξε μεγάλος ἐραστής τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχικοῦ ἰδεώδους καί ταυτόχρονα λάτρης τοῦ Βυζαντίου καί τῶν ἰδεῶν του. Στό Μυστρᾶ, γοητευμένος ἀπό τίς φυσικές καλλονές, τήν ἱστορικότητα τοῦ τόπου, τίς καταπληκτικές Βυζαντινές ἐκκλησίες καί - στό πρόσωπο τῆς γ. Παναρέτης καί τῆς ἀδελφότητας τῆς Παντάνασσας -μέ τό πνευματικό του ἄρωμα καί τήν διαχρονική του ἀκτινοβολία, ἀποφάσισε νά ἱδρύσει γυναικεία μονή, μέ κέντρο τόν ναό τοῦ ἁγ. Νικολάου. Ἡ ἐκτέλεση τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς προσέκρουσε στήν ἀρχαιολογική σημασία τοῦ χώρου (τό 1922 ὁ Μυστρᾶς εἶχε ἀνακηρυχθεῖ ἀρχαιολογικός χῶρος) καί ἔτσι ἵδρυσε τήν μονή του στήν Κερατέα τῆς Ἀττικῆς, τό 1927.
Εἶναι ἄξιο ἀναφορᾶς, ὅτι ἡ μονή αὐτή (Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης), γνώρισε ἐξαιρετική ἀνάπτυξη καί καί ἔφθασε στά χρόνια τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου νά ἀριθμεῖ 400 Μοναχές (!), ἀριθμό καταπληκτικό τόσο γιά τήν ἐποχή μας, ὅσο καί γιά Ἑλληνικά δεδομένα. Ἀκόμη, ὁ Ματθαῖος ἵδρυσε τό 1934 καί ἀνδρική μονή στήν ἴδια περιοχή (Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Κουβαρᾶ). Ἡ μονή αὐτή τό 1950 (ἔτος κοιμήσεώς του), ἀριθμοῦσε 170 μοναχούς! Εἶναι εὐνόητο, ὅτι ἄν ὁ Ματθαῖος εἶχε ἱδρύσει τίς μονές του στό Μυστρᾶ, ἡ ἐμφάνιση καί ἐξέλιξη τοῦ χώρου θά ἦταν τελείως διαφορετική, ἀφοῦ ἡ Βυζαντινή καστροπολιτεία θά εἶχε μετατραπεῖ σέ μοναχική πολιτεία.

Ἡ ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου (1924)
Τό πλέον σημαντικό γεγονός τῆς ἡγουμενίας τῆς γ. Παϊσίας ἦταν ἡ μή συμμόρφωση τῆς Μονῆς Παντανάσσης μέ τήν ἡμερολογιακή ἀλλαγή τοῦ 1924. Ἡ πνευματική σχέση καί σύνδεση τῆς ἀδελφότητος μέ τόν Ἱερομ. Ματθαῖο, εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τήν ἐμμονή της στήν ἑορτολογική παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, δεδομένου ὅτι ὁ Ματθαῖος ἦταν ἀπό τά ἡγετικά στελέχη τοῦ Ἀγῶνος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν (κοινῶς Παλαιοημερολογιτῶν). Δέν εἶναι γνωστό ποιός ἐξυπηρετοῦσε πνευματικά καί λειτουργικά τήν μονή μέχρι τό 1935 (ὁπότε προσχώρησε ὁ Λάκωνας κληρικός Βίκτωρ Μπουλοῦκος), τό πλέον πιθανό ὅμως εἶναι νά τήν ἐξυπηρετοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Ματθαῖος (τουλάχιστον σάν Πνευματικός) καί κληρικοί τῶν μονῶν του (λ.χ. ὁ π. Ἰωακείμ Μπουρελάκης, ἀπό τούς πρώτους συνεργάτες του).

Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Βίκτωρ Μπουλοῦκος
Τό 1935 εἶναι ἔτος ἱστορικό γιά τήν Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος, διότι τρεῖς Ἀρχιερεῖς τῆς Νεοημερολογητικῆς Ἐκκλησίας (οἱ Μητροπολίτες Δημητριάδος Γερμανός, πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος καί Ζακύνθου Χρυσόστομος), ἀποκήρυξαν τήν ὑπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρυσόστομο (Παπαδόπουλο) Νέοημερολογητική Ἱεραρχία ὡς σχισματική καί ἀνέλαβαν τήν διαποίμανση τῶν Γ.Ο.Χ. Ἡ πρώτη σημαντική ἐνέργεια τῶν τριῶν Μητροπολιτῶν ἦταν ἡ χειροτονία 4 Ἐπισκόπων καί ἡ συγκρότηση Ἱερᾶς Συνόδου. Μεταξύ τῶν νέων Ἀρχιερέων ἦταν καί ὁ Ἱερομ. Ματθαῖος, ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε σέ Ἐπίσκοπο Βρεσθένης (πῆρε δηλαδή τίτλο Ἐπισκοπῆς τῆς περιφερείας τῆς Λακωνίας).
Ἡ προσχώρηση τῶν τριῶν Μητροπολιτῶν καί ἡ συγκρότηση Ἱερᾶς Συνόδου εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τήν προσχώρηση στήν Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. καί ἄλλων κληρικῶν τῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας. Μεταξύ αὐτῶν ἦταν ἡ ἀδελφότητα τῆς Σκήτης Παναγουλάκη Καλαμῶν (ὑπό τόν Ἱερομ. Γεράσιμο Πουλουπάτη, ἔπειτα Ἐπίσκοπο Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας, + 1952), ἡ Μονή Τιμίου Προδρόμου Κορώνης Μεσσηνίας (ὑπό τόν Ἱερομ. Θεόδουλο Ἀναγνωστόπουλο), ὁ Θεολόγος Μοναχός Κυπριανός Λαχανᾶς καί ὁ Ἀρχιμανδρίτης Βίκτωρ Μπουλοῦκος.
Ὁ ἀρχιμ. Βίκτωρ (κατά κόσμον Βασίλειος) ἦταν Λάκωνας στήν καταγωγή, λόγιος καί ἀξιόλογος κληρικός. Μέχρι τό 1935 μόναζε στήν ἱστορική Μονή Τιμίου Προδρόμου στό Καστρί Κυνουρίας (δέν ἐπιβεβαιώνεται, ὅτι ἦταν Ἡγούμενος τῆς Μονῆς). Μέ τήν Γερόντισσα Παϊσία, τήν Μοναχή Εὐσεβία καί τήν ἀδελφότητα τῆς Παντάνασσας διατηροῦσε στενή πνευματική σχέση. Μέσῳ τῶν δύο αὐτῶν ζηλωτριῶν μοναζουσῶν εἶχε γνωρίσει τόν Ἱερομ. Ματθαῖο καί ἔτσι τό 1935 ἦταν ἕτοιμος νά ἀσπασθεῖ τίς ἐκκλησιολογικές του θέσεις.
Ὁ ἀρχιμ. Βίκτωρ ἀρχικά ἤθελε νά ἐγκαταβιώσει στό Μυστρᾶ, ἀλλά προσέκρουσε στήν Ἀρχαιολογική Ὑπηρεσία. Ἔτσι ἐντάχθηκε στήν νεοσύστατη (1934) ἀνδρική μονή τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου (Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ), τῆς ὁποίας ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία. Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1941. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἡ μονή ἀριθμοῦσε 70 πατέρες!

Δ. Καθηγουμένη Πελαγία (Γκουτζούλη, 1945 – 1985).
Ἡ Γερόντισσα Παϊσία κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1945, μετά ἀπό ἡγουμενία 50 ἐτῶν! Τήν διαδέχθηκε ἡ Γερόντισσα Πελαγία (Γκουτζούλη, + 1985), γόνος παλαιᾶς ἀρχοντικῆς οἰκογενείας τῆς Λακωνίας, ἡ ὁποία ἡγουμένευσε 40 χρόνια!
Ἡ Γερόντισσα Πελαγία (τήν ὁποία ὁ γράφων εἶχε τήν ἰδιαίτερη τιμή νά γνωρίσει προσωπικά τό 1980), ἦταν μία χαρισματική προσωπικότητα καί καλλιτεχνική φύση. Μιλοῦσε ἀπταίστως Γαλλικά, γνώριζε πιάνο, ἦταν καλή ζωγράφος (συνεργάσθηκε μέ τόν Κόντογλου στή συντήρηση τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ Μυστρᾶ), εἶχε ἐπικοινωνιακή εὐχέρεια καί κυρίως ἦταν γνήσια μοναχή καί διακριτική πνευματική μητέρα. Στό πρόσωπό της ὁ Μυστρᾶς καί ἡ Παντάνασσα εἶχαν μία ἐξαιρετική πρέσβειρα. Ἐπί τῶν ἡμερῶν της ἐπισκέφθηκαν τήν Βυζαντινή πολιτεία ὑψηλές κυρίες τῶν Ἰνδιῶν (πού ἔφθασαν στόν τόπο ἐνδεδυμένες τήν χαρακτηριστική ἐνδυμασία τῆς χώρας τους), οἱ Ἕλληνες Πρωθυπουργοί Κων. Καραμανλῆς καί Ἀνδρέας Παπανδρέου καί δεκάδες ἐκπρόσωποι τῶν Γραμμάτων, τῆς Τέχνης καί τῶν Ἐπιστημῶν, Ἕλληνες καί ξένοι.
Κατά τήν κοίμησή της, τό 1985, ἡ τοπική ἐφημερίδα «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ» (φ. 7.8.1985), ἔγραψε μεταξύ ἄλλων καί τά ἀκόλουθα: «Ἡ ἐκλιποῦσα ἦταν μία δεσπόζουσα μορφή τοῦ σύγχρονου Χριστιανικοῦ μας πανθέου. Προικισμένη μέ ἔξοχα ψυχικά καί πνευματικά χαρίσματα, ἀκολούθησε ἀπό νεαρωτάτης ἡλικίας τόν μοναχικό βίο καί ἀφιέρωσε τήν ζωή της στή λατρεία τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀγάπη τῶν συνανθρώπων της. Γλωσσομαθής, μέ εὑρύτατη γενική μόρφωση καί ποτισμένη μέ τά γνήσια ἀνθρώπινα ἰδανικά, διατήρησε τήν πίστη καί τήν ἐθνική φλόγα στήν ἱστορική Μονή τῆς Παντάνασσας τοῦ Μυστρᾶ. Καί στίς ἐπαφές της μέ τίς μυριάδες διακεκριμένους ξένους ἐπισκέπτες τοῦ ἱεροῦ χώρου, ἀπεδείχθη ἡ καλλύτερη πρέσβειρα τῆς χώρας μας, ἀφοῦ μέ τήν παρουσία καί τήν ἐν γένει συμπεριφορά της, μεταλαμπάδευε τήν ἀγαθή φήμη τῆς Ἑλλάδος σ’ ὁλόκληρο τόν κόσμο.
Ἡ φιλαλληλία της ὑπῆρξε παροιμιώδης, ἀλλά σιωπηλή, ὅπως ταίριαζε στόν ἔξοχο χαρακτῆρα καί τήν ταπεινοφροσύνη της. Οἱ διοικητικές της ἱκανότητες ἦταν ἄψογες, ἀλλά διακριτικές. Ἐνέπνεε μέ τό παράδειγμά της, ἀγαποῦσε μέ ἀνιδιοτέλεια…
Στίς πολλές θύελλες, ἐθνικές καί κοινωνικές, τῶν τελευταίων 50 ἐτῶν, πριστοιχούμενοι πάντοτε ἀπό ἱκανές καί ἐμπνευσμένες μοναχές, κράτησε ἀκλόνητη τήν φήμη τῆς ἱστορικῆς Μονῆς καί τήν διατήρησε πάντοτε ἄσβεστο πνευματικό, Ἑλληνοχριστιανικό φάρο. Συνέδεσε τό ὄνομά της μέ τήν ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς ἀκροπόλεως καί συνέχισε ἐπάξια, διευρύνοντας καί βελτιώνοντας τό ἔργο τῶν ἀειμνήστων προκατόχων της
».
Ἀκόμη, τό Περιοδικό «ΚΗΡΥΞ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» (φ. Ὀκτωβρίου 1985), ἔγραψε μετά τήν κοίμησή της μεταξύ ἄλλων καί τά ἀκόλουθα: «Ὑπῆρξε σπανία προσωπικότης τοῦ συγχρόνου Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ, διεκρίνετο διά τήν ὑψηλήν πνευματικήν συγκρότησίν της, τήν καλωσύνην της, τήν εὐγένειαν τῆς ψυχῆς, τήν ταπεινοφροσύνην καί ἐν γένει ἦτο πεπληρωμένη ἀρετῶν, μέ τάς ὁποίας ἐνέπνεε τάς μοναχάς καί ἀνεβίβασε τό κῦρος τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ μοναστικοῦ καθιδρύματος…
Ἡ ἐξαιρετική δημιουργικότης καί λάμπουσα δραστηριότης της ἐπεκτείνεται εἰς πολλούς τομεῖς, ἀλλά κυρίως εἰς τήν διαφύλαξιν ἑνός μνημείου, διά τό ὁποῖον σεμνύνεται ὁ Ἑλληνισμός καί ἡ Ὀρθοδοξία καί τό ὁποῖον ἀποτελεῖ κατ’ οὐσίαν τήν ἐπιβίωσιν ἑνός λαμπροῦ πολιτισμοῦ καί τήν συνέχειαν μιᾶς λαμπρᾶς Ἑλληνοχριστιανικῆς κληρονομίας.
Τό ἔργον της, ἑπομένως, δέν εἶναι μόνον θρησκευτικόν, ἀλλά καί ἐθνικόν».

Ε. Καθηγουμένη Καλλινίκη (Χριστάκου, 1985 – 1990).
Ἡ Γερόντισσα Πελαγία κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1985. Τήν διαδέχθηκε ἡ Γερόντισσα Καλλινίκη.
Ἡ κατά κόσμον Καλή Χριστάκου γεννήθηκε τό 1900 στήν παρακείμενη τοῦ Μυστρᾶ κοινότητα τῆς Μαγούλας. Ἦταν ἄνθρωπος «σπανίας εὐφυϊας καί ἐπιδεξιότητος, πολυτάλαντος καί χαρισματοῦχος, διά τοῦτο καί ἀσχολήθηκε μέ πολλάς τέχνας κατά τήν διάρκεια τῆς ζωῆς της» («Κ.Γ.Ο.», τ. 1990, σελ. 20). Ἀπό τήν ἡλικία τῶν 10 ἔτων ἄρχισε νά τήν ἐνδιαφέρει τό ἐμπόριο, ἐνῶ βοηθοῦσε τόν πατέρα της στίς ἀγροτικές ἐργασίες καί τήν μητέρα της στά οἰκακά. Καταγομένη ἀπό οἰκογένεια κυνηγῶν, ἔγινε καλή κυνηγός, ἀλλά καί ἄφθαστη στήν ἱππασία!
Στήν ἡλικία τῶν 20 ἐτῶν σπούδασε ζωγραφική – κκλασσική (ἀναγεννησιακή) ἁγιογραφία, ἀρχικά κοντά στόν Ἁγιογράφο Σπῦρο Μοσχονᾶ καί στή συνέχεια (μοναχή πλέον) κοντά στό ζωγράφο Παντελῆ, ὁ ὁποῖος ἔκανε σχέδια τῶν τοιχογραφιῶν τῆς Παντανάσσης, γιά λογαριασμό τοῦ Βυζαντινοῦ Μουσείου τῶν Ἀθηνῶν. Ἔργα της ὑπάρχουν στό τέμπλο τοῦ ναοῦ τῆς Παντανάσσης καί σέ ἄλλους ναούς τῆς Λακωνίας.
Στήν ἡλικία τῶν 15 ἐτῶν πῆρε τήν ἀπόφαση νά μονάσει, ἀλλά ἡ οἰκογένειά της πρόβαλε ἀντιρρήσεις, ἔτσι μόνο μετά ἀπό 6 χρόνια, μπόρεσε νά ὑλοποιήση τόν πόθο της. Τόν Μάϊο τοῦ 1921, σέ ἡλικία 21 ἐτῶν, κοινοβίασε στή Μονή Παντανάσσης καί ὑποτάχθηκε στίς ἀδελφές Γιατράκου (γ. Παναρέτη καί μ. Εὐσεβία).
Τό 1924 ἄρχισε νά ἀσχολεῖται μέ τήν τέχνη τῆς φωτογραφίας. Ἀγόρασε ἐπαγγελματική φωτογραφική μηχανή, ἐγκατέστησε ἐργαστήριο σέ ἕνα ἀπό τά κελλιά τῆς μονῆς καί ἐκτύπωνε ταχυδρομικές κάρτες μέ τίς ἐκκλησίες καί τά τοπία τοῦ Μυστρᾶ! Ἡ ἔκδοση τῶν καρτῶν σταμάτησε ὅταν τήν ἐκτύπωση ἀνέλαβε ἡ Ἀρχαιολογική Ὑπηρεσία.
Τό 1937 ἔλαβε τήν ρασοσευχή καί τό μοναχικό ὄνομα Καλλινίκη. Τό ἴδιο ἔτος, ἔπειτα ἀπό πολλές προσπάθειες εἰδικῶν ἀρχαιολόγων καί ἁγιογράφων (Ὀρλάνδου, Ξυγγόπουλου, Καλλιγᾶ, Κόντογλου, Στέρνη), γιά τήν ἐξεύρεση τρόπου καθαρισμοῦ τῶν τοιχογραφιῶν, ἐφεύρε τόν τρόπο καί συνεργάσθηκε στενά μέ τόν Κόντογλου γιά τήν στερέωση καί τόν καθαρισμό τῶν Βυζαντινῶν ναῶν τοῦ Μυστρᾶ. Ἀργότερα γιά τό ἴδιο θέμα συνεργάσθηκε μέ τήν Βυζαντινολόγο Μαρία Σωτηρίου, ἱδρύτρια τοῦ Βυζαντινοῦ Μουσείου Ἀθηνῶν. Σάν συντηρητής ἐργάσθηκε στούς ναούς τῆς Περιβλέπτου, τῶν ἁγ. Θεοδώρων, τοῦ Ἀφεντικοῦ (Ὁδηγητρίας), στόν μικρό ἅϊ Γιάννη καί τελευταῖα στήν Ἁγία Σοφία. Ἐκεῖ τερμάτισε τήν καριέρα της λόγῳ ὑπερκοπώσεως, τό 1957, μετά ἀπό 20 χρόνια ὑπηρεσίας καί διακονίας τῆς ὑψηλῆς εἰκονογραφικῆς τέχνης.
Τό 1945 (μετά τήν κοίμηση τῶν ἀδελφῶν Γιατράκου καί τήν ἀνάδειξη τῆς γ. Πελαγίας), ἀνέλαβε οἰκονόμος τῆς Μονῆς, θέσει πού διατήρησε μέχρι τό 1985! Τό 1957 ἀνέλαβε τό Μετόχιο τῆς Παναγίας Ἐλεούσης, στό ὁποῖο ἔκτισε ναό, ἁγιογραφημένο ἀπό τόν μαθητή τοῦ Κόντογλου Εὐάγγ. Μαυρικάκη.
Τό 1985, μετά τήν κοίμηση τῆς γ. Πελαγίας, ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία τῆς Μονῆς. Ἐπίσημα χειροθετήθηκε Ἡγουμένη τό 1989, ἀπό τόν τότε Προκαθήμενο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Ἀνδρέα (+ 2005), ὁπότε καί ἔλαβε τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα.
Ἡ γ. Καλλινίκη εἶχε ἀκόμη καί ποιητική φλέβα. Κατέλειπε δύο ἔξοχα δείγματα τοῦ ποιητικοῦ της ταλέντου, ἕναν ὕμνο πρός τήν Παντάνασσα καί ἄλλον ἕνα πρός τήν Παναγία Ἐλεοῦσα.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 20η Νοεμβρίου 1990, σέ ἡλικία 90 ἐτῶν, μετά ἀπό μακρά δοκιμασία ἐξ αἰτίας προβλήματος τοῦ στομάχου. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία της ἐψάλλη στήν Παντάνασσα ἀπό τόν Ἱερομ. Νεόφυτο Τσακίρολγου. Ἐνταφιάσθηκε στό κοιμητήριο τῆς μονῆς. Ἀποχαιρετιστήριους λόγους ἀπηύθυναν ἐκ μέρους τῆς ἀδελφότητος ἡ Μοναχή Εὐφροσύνη καί ἐκ μέρους τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ὑπηρεσίας ἡ Ἔφορος Αἰμιλία Μπακούρου.
Ἡ μ. Εὐφροσύνη μεταξύ ἄλλων εἶπε:
«Δυνατή ἔργῳ καί λόγῳ. Δυναμική καί πραεῖα. Ἁπλῆ καί ἄκακος. Εὔσπλαχνος καί δικαία. Φορεύς τῆς εἰλικρινοῦς καί ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης. Ἀγάπης πρῶτον πρός τόν Θεόν, τόν ἀθάνατον αὐτῆς Νυμφίον, καί δεύτερον εἰς τόν πλησίον της. Ὑπερασπιστής τῶν ἀδικουμένων, τῶν χηρῶν καί ὀρφανῶν. Μήτηρ πλήρους στοργῆς καί προνοίας. Ὑπόδειγμα ἀξιομημίτου ὑπομονῆς ἐν τῆ ἀσθενείᾳ της. Ψυχή ἐλεύθερη καί ζῶσα ἐν Θεῶ καί θεοποιουμένη τῆ ἐλευθερίᾳ τῆ ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ.
Ταπεινή τῆ καρδίᾳ, μέ ὑψηλούς πάντα στόχους. Φιλάδελφος, φιλεύσπλαχνος καί φιλόστοργος ἐν τῆ ἀδελφότητι καί εἰς πάντα ἄνθρωπον. Βράχος ἀκλόνητος ἐν τῆ πίστει καί τῆ Ὀρθοδόξῳ Ὁμολογίᾳ. Κανών ἀρετῆς ἀκριβέστατος
».
Ἡ Ἔφορος Αἰμιλία Μπακούρου μεταξύ ἄλλων εἶπε:
«Στόν τομέα τόν ἀρχαιολογικό καί τόν καλλιτεχνικό, στάθηκε πρωτοπόρος μέ τό ἔργος της καί συνάδελφος στόν ἀγῶνα γιά τήν σωτηρία τῶν ἀρχαίων, φύλακας, συντηρητής καί ἀρχαιολόγος μαζί.
ὅσοι ἐργαζόμαστε ἐδῶ, καταφεύγαμε πολλές φορές στή δική της ψυχική μεγαλωσύνη καί κατανόηση. Κατανοοῦσε καί κατηύθυνε, ἀλλά κυρίως μετέδιδε δύναμη. Μέ μοναδικό τρόπο μετέδιδε δύναμη σ’ ὅποιον κατέφευγε στό δικό της θάρρος. Νοιαζόταν γιά ὅλους, ἐντός κι ἐκτός τῶν τειχῶν καί γιά τά ἀνθρώπινά μας προβλήματα. Γι αὐτό ὁ θάνατός της θ’ ἀφήσει μεγάλο κενό. Αὐτό τό κενό καλοῦνται νά πληρώσουν οἱ παλαιότερες καί νέες ἀδελφές τῆς μονῆς. Συντριμένες σήμερα γιά τόν ἀποχωρισμό τῆς Ἡγουμένης τους, συσπειρωμένες αὔριο γύρω ἀπό τήν Παναγία τήν Παντάνασσα, ὅπως πάντα, ὅπως παλιά, θ’ ἀκολουθήσουν τήν ἴδια πορεία
».
Ἡ τοπική ἐφημερίδα «Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ» ἔγραψε σχετικά (φ. 14. 12. 1990): «Μία σεβάσμια μορφή τῆς Ὀρθοδοξίας, ἕνα πραγματικό κόσμημα τοῦ μοναδικοῦ βίου, ἔφυγε πρόσφατα ἀπό τοῦτο τόν κόσμο. Ἡ ἡγουμένη τῆς Ἱ. Μ. Παντανάσσης Μυστρᾶ Καλλινίκη Χριστάκου, εἰς ἡλικίαν 90 ἐτῶν ἐξεδήμησε πρός Κύριον καί ἐνεταφιάσθη στό κοιμητήριο τῆς μονῆς. Στήν τελευταία της κατοικία τήν συνόδευσαν πολλοί κάτοικοι τοῦ Μυστρᾶ καί τῆς εὑρύτερης περιοχῆς καί ἐπί τῆς σοροῦ της κατέθεσαν στεφάνους ἡ Ὑπηρεσία Βυζαντινῶν Ἀρχαιοτήτων, ἡ Ἐπιτροπή Ἀναστηλώσεως τῶν Μνημείων Μυστρᾶ καί οἱ φύλακες τῶν ἀρχαιοτήτων Μυστρᾶ…
Ἡ Ἡγουμένη Καλλινίκη γεννήθηκε στή Μαγούλα τῆς Σπάρτης καί ἀπό νεαρωτάτης ἡλικίας εἰσῆλθε στήν ὁλιγομελῆ - τότε - ἀδελφότητα τῆς Ἱ. Μ. Παντανάσσης, μέ ἀποκλειστικό σκοπό νά ἀφιερώσει τήν ζωή της στήν λατρεία τοῦ Θεοῦ καί τίς ἀπεριόριστες δυνατότητές της στήν ὑπηρεσία τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ. Γι αὐτό καί πέραν τῶν καθαρῶς θρησκευτικῶν καθηκόντων ἠσχολεῖτο μέ πάθος μέ τήν διατήρηση καί διάσωση τῶν ἀνεκτιμήτων ἀρχαιολογικῶν θησαυρῶν τοῦ Βυζαντινοῦ Μυστρᾶ καί ἰδίως μέ τήν ἀποκάλυψη τῶν ἀριστουργηματικῶν τοιχογραφιῶν τῶν ἐκκλησιῶν του. Ἐκτός τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων της καί πέραν τῶν καλλιτεχνικῶν καί ἄλλων χρήσιμων δραστηριοτήτων της, ἀνέπτυξε καί πλούσια φιλανθρωπική δραστηριότητα, μέ σεμνό καί ἀθόρυβο τρόπο. Ἐπί 70 χρόνια ὑπῆρξε ἕνα ὁλοζώντανο κύτταρο τῆς θρησκείας, τῆς ἀνθρώπινης καλωσύνης καί τῆς ἀκάματης ἐργατικότητας
».
Τέλος τό Περιοδικό «ΚΗΡΥΞ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» (φ. Ἰαν. 1991, σελ. 22), ἔκλεισε τό ἐπιμνημόσυνο ἀφιέρωμά του μέ τά ἀκόλουθα: «Ὡς Ὀρθόδοξος μοναχή διεκρίνετο διά τήν προσήλωσίν της καί τόν διάπυρον αὐτῆς ζῆλον εἰς τήν γλυκυτάτην Ὀρθοδοξίαν, τόν ἔνθεον αὐτῆς ἔρωτα, τήν ἀγάπην διά τό μοναστήρι της, τόν σεβασμόν πρός τίς Γερόντισσές της, τήν ἀγάπην της πρός τίς ἀδελφές, τήν στοργήν της πρός τά πνευματικά της τέκνα καί τόν ἱεραποστολικόν της ζῆλον, διότι πολλάς ψυχάς ὡδήγησε εἰς τήν Ἁγίαν Ὀρθοδοξίαν διά τοῦ λαμπροῦ της παραδείγματος, τῆς ἐμμονῆς της εἰς τήν πατρώαν πίστιν καί εὐσέβειαν καί διά τοῦ πειστικοῦ της λόγου καί τῆς καθαρᾶς της προσευχῆς».

Ε. Καθηγουμένη Ἀβερκία (1990 - σήμερα).
Τό ἔργο τῶν ἀοιδήμων Γεροντισσῶν Παναρέτης (Γιατράκου, + 1895), Παϊσίας (Γιατράκου, + 1945), Πελαγίας (Γκουτζούλη, + 1985) καί Καλλινίκης (Χριστάκου, + 1990), συνεχίζει ἀπό τό 1990 ἡ Ὁσιωτάτη Γερόντισσα Ἀβερκία, ἡ ὁποῖα προϊσταται ἀδελφότητος 6 μοναζουσῶν. Οἱ μοναχές, γνήσια ἱστορική συνέχεια τῆς Βυζαντινῆς Μονῆς, συνεχίζουν σέ ὅλα τήν Ὀρθόδοξη μοναστική παράδοση. Τό μετόχι τῆς Παναγίας Ἐλεούσας ἀποτελεῖ Πανλακωνικό προσκύνημα. Τό φιλανθρωπικό ἔργο τῆς μονῆς σημαντικό καί ἄξιο ἐπαίνου, ἐφ’ ὅσον ἡ μονή σιωπηλά καί ἀθόρυβα ἐπισκέπτεται καί ἔρχεται βοηθός τῶν δεομένων ὑλικῆς καί ἠθικῆς συμπαραστάσεως.
Ἡ παράδοση συνεχίζεται. Ἡ Παντάνασσα λειτουργεῖ καί καταθέτει μαρτυρία. Αὐτό προκύπτει ἀπό τήν ἔγγραφη μαρτυρία διακεκριμένων ἐκπροσώπων τῶν Γραμμάτων καί τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἐπιστήμης, ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20ου μέχρι σήμερα.
Ἔγραψε ὁ Ν. Καζαντζάκης στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰῶνα: «Λάμπει ἡ αὐλή, τά κελλιά ἀσβεστωμένα, πεντακάθαρα, στρωμένοι οἱ καναπέδες μέ κεντητές πατανίες… Στό μελιχρό φῶς τοῦ δειλινοῦ ἡ Παντάνασσα ἔλαμπε σάν φιλντισένιο βυζαντινό πυξίδι, μέ ὑπομονή καί ἀγάπη δουλεμένο, γιά νά σκεπάζει τη μυρόβλυτη πνοή τῆς Παναγιᾶς».
Τό ἴδιο ἐπανέλαβε ὁ Μανώλης Χατζηδάκης τό 1937: «Σήμερα μένουν ἀκόμη ἐκεῖ εὐλαβικές καί φιλόξενες μοναχές, πού διατηροῦν ζωντανή τήν συνέχεια τῆς μεσαιωνικῆς παραδόσεως. Ἔτσι, τό μνημεῖο αὐτό διατηρεῖται καλύτερα ἀπ’ὅλα τ’ ἄλλα στό Μυστρᾶ».
«Μόλις περάσει κανείς τό κατώφλι τοῦ μοναστηριοῦ - γράφει ἡ Ἐπιμελήτρια Βυζαντινῶν Ἀρχαιοτήτων Χ. Ἀνδρεοπούλου – Κοιλάκου στή δεκαετία τοῦ ‘80 – νοιώθει κάπου κοντά του τήν ζωντανή παρουσία. Εἶναι οἱ ποτισμένες γλάστρες, οἱ φρεσκοασπρισμένοι τοῖχοι τῶν κελλιῶν, πού φανερώνουν ὅτι πίσω τους ζοῦν οἱ μοναδικοί κάτοικοι τούτης τῆς νεκρῆς πολιτείας, οἱ εὐγενικές καί καλόκαρδες καλόγριες».
Στήν ἴδια διαπίστωση κατέλειξε καί ὁ Γ. Ξεπαπαδάκος τό 2009: «Πέρα ἀπό τήν ἀξία της ὡς Βυζαντινό μνημεῖο, ἡ Παντάνασσα εἶναι ἕνας χῶρος προσευχῆς καί ἄσκησης, μέ ἀσβεστωμένη αὐλή, λουλούδια καί γάτες. Τόν διακονοῦν ἕξη γλυκύτατες παρουσίες μέ μοναχική περιβολή. Ἐδῶ ἡ καρδιά τοῦ Βυζαντίου χτυπάει ἀκόμα».
Στό πρόσωπο τῆς Παντανάσσης καί τῶν μοναζουσῶν της, ὁ Βυζαντινός Μυστρᾶς συνεχίζει νά ζῆ καί νά συγκλονίζει ψυχές, ὅπως τοῦ Maurice Barres ὁ ὁποῖος ἔγραψε: «Ὁ Βεζούβιος συγκίνησε τήν ψυχή μου λιγότερο ἀπό αὐτό τό ὡραῖο ἡφαίστειο Ἱστορίας καί Ποίησης».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου