Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ»
Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Τό κείμενο αὐτό ἀρχικά παρουσιάστηκε σάν ὁμιλία σέ ἑσπερινή ἐκδήλωση στόν Ἱ. Ν. ἁγ. Δημητρίου Ἀχαρνῶν, τήν Κυριακή 23η Νοεμβρίου 1998. Ἡ ἐκδήλωση εἶχε διοργανωθεῖ μέ τήν εὐλογία τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κυροῦ Ἀνδρέου (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), μερίμνῃ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου, στά πλαίσια τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς χιλιετηρίδος ἀπό τῆς ὁσίας κοιμήσεως τοῦ ἁγ. Νίκωνος (998 – 1998). Στή συνέχεια τοῦ κείμενο κυκλοφόρησε σέ ἰδιαίτερο τομίδιο 30 σελίδων, στή σειρά τῶν ἐκδόσεων τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου ἁγ. Αἰκατερίνης, Στρογγύλης Κορωπίου Ἀττικῆς.

Εἰσαγωγή.
Ἡ ἐποχή τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεως τοῦ ὁσ. Νίκωνος.
Τό ἔτος 1998 συμπληρώθηκαν 1000 ἔτη (988 - 1988) ἀπό τῆς μακαρίας κοιμήσεως τοῦ ὁσ. Νίκωνος τοῦ «Μετανοεῖτε», κήρυκος τοῦ Εὐαγγελίου μέ ἱεραποστολικό ἔργο μεγάλης θρησκευτικῆς καί ἐθνικῆς σημασίας. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀποδίδει ἐξέχουσα τιμή σ’ αὐτό τόν σκαπανέα Ἱεραπόστολο, ἰδιαιτέρως ἡ Ἳερά Μητρόπολις Μονεμβασίας καί Σπάρτης, ἡ ὁποία τόν θεωρεῖ πολιοῦχο της.
Γιά νά γίνει κατανοητό τό μέγεθος, τόσο τῆς προσωπικότητος τοῦ Ὁσίου, ὅσο καί τῆς προσφορᾶς του στήν Ἐκκλησία καί τό Ἔθνος, πρέπει νά γίνει ἀναφορά στήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στήν Ἑλλάδα κατά τόν 10ο αἰ. (κατά τόν ὁποῖο ἔδρασε ὁ Ἅγιος), ἀπό ἄποψη κοινωνική, πολιτική καί θρησκευτική.
Στά μέσα τοῦ 8ου αἰ. (τό 746 μ. Χ.), ἡ Πελοπόννησος ἀρχικά καί στή συνέχεια καί ἡ ὑπόλοιπη Ἑλλάδα, κτυπήθηκε ἀπό ἐπιδημική νόσο. Οἱ συνέπειες τῆς ἐπιδημίας στόν πληθυσμό ἦσαν τρομακτικές. Οἱ κάτοικοι ἀποδεκατίσθηκαν. Ἔτσι ὁ Αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Ζ’ ὁ Πορφυρογέννητος ἀναγκάστηκε νά μεταφέρει στήν Ἑλλάδα καί κυρίως στήν Πελοπόννησο Σλαβικούς πληθυσμούς. Οἱ Σλάβοι ἀφοῦ ἐγκαταστάθηκαν, ἄρχισαν νά δημιουργοῦν προβλήματα στήν Αὐτοκρατορία. Τό 807 μάλιστα ἔφτασαν νά πολιορκήσουν τήν Πάτρα (ἡ διάσωση τῆς πόλεως τότε ἀποδόθηκε σέ θαῦμα τοῦ πολιούχου της ἁγ. Ἀποστόλου Ἀνδρέα). Μόλις τό 849 ὁ Αὐτοκράτορας Θεόφιλος κατάφερει νά ὑποτάξει τούς Σλάβους τῆς Πελοποννήσου, ἐκτός ἀπό τίς φυλές τῶν Μηλιγγῶν καί τῶν Ἐζεριτῶν, οἱ ὁποῖες κατέφυγαν σέ ἀπρόσιτες περιοχές τοῦ Ταϋγέτου (οἱ δύο αὐτές φυλές ὑποτάχθηκαν τελικά τό 922, ἀπό τόν Στρατηγό Κρηνίτη Ἀροτρᾶ).
Ἕνα δεύτερο πρόβλημα γιά τήν νότια Ἑλλάδα ἦταν ἡ Ἀραβοκρατούμενη Κρήτη, ἡ ὁποία εἶχε μετατραπεῖ σέ ὁρμητήριο πειρατῶν. Ἔτσι οἱ ντόπιοι πληθυσμοί, ἐκτός ἀπό τά πρακτικά προβλήματα πού καθημερινά ἀντιμετώπιζαν ἀπό τίς πειρατικές ἐπιδρομές, βρίσκονταν σέ κάθετη πτώση τοῦ κοινωνικοῦ, ἠθικοῦ καί πνευματικοῦ τους ἐπιπέδου. Ἡ συμβίωση μέ τά Σλαβικά στοιχεῖα (τά ὁποῖα ἐλάχιστα εἶχαν ἐκχριστιανιστεῖ καί διατηροῦσαν τά εἰδωλολατρικά τους ἔθιμα καί τίς παγανιστικές τους δοξασίες), ἡ ἔντονη Ἑβραϊκή παρουσία - ἰδίως στή Λακωνία, ὅπου Ἑβραῖοι εἶχαν ἐγκατασταθεῖ ἀπό τούς προηγούμενους αἰῶνες - (ἡ ὁποία παρουσία ἀσφαλῶς ἐπηρέαζε τόν κοινωνικό περίγυρο) καί ἡ ἐπαφή μέσῳ τῶν Ἀράβων μέ τόν Μωαμεθανισμό, ὄχι μόνον ἐμπόδιζαν τήν ἐπί Ἑλληνορθοδόξων βάσεων κοινωνική καί πνευματική ἀνάπτυξη, ἀλλά δημιουργοῦσαν καί ἕνα ἐπικίνδυνο κλῖμα θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ.
Τό ἱεραποστολικό ἔργο τοῦ ὁσ. Νίκωνος τοποθετεῖται σ’ αὐτήν ἀκριβῶς τήν κρίσιμη ἐποχή. Ὑπῆρξε διπλῆς κατευθύνσεως, θρησκευτικό καί ἐθνικό, καί ἀπό τά πράγματα ἀποδείχθηκε σωστικό γιά τό Ἔθνος. Μέ τόν ζῆλο του ὁ Ὅσιος πέτυχε νά ἐνσωματώσει στόν Ἑλληνισμό τό Σλαβικό στοιχεῖο – στήν περιοχή τῆς Λακωνίας – καί νά τό ἐμποτίσει μέ τίς θρησκευτικές ἰδέες τῆς Ὀρθοδοξίας καί τά Ἑλληνικά ἐθνικά ἰδανικά. Τό ἴδιο συνέβη καί σέ ἄλλες περιοχές τῆς Αὐτοκρατορίας, ὅπως στήν Κρήτη, ὅπου ὑπῆρχε ἀντιχριστιανική καί ἀνθελληνική δραστηριότητα ἀλλοδόξου καί ἀλλοεθνοῦς στοιχείου.
Τό κήρυγμα ὅμως μετανοίας τοῦ ὁσ. Νίκωνος ἀπευθύνθηκε κυρίως στούς πιστούς, στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τά ὁποῖα κινδύνευαν νά καταλήξουν ὀπαδοί μιᾶς παρηκμασμένης θρησκείας καί ὄχι βιωματικά μέλη τῆς Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ Εὐαγγελικός βίος καί ἡ ἱεραποστολική πολιτεία τοῦ Ἁγίου, ἀποτελοῦν κυρίως μηνύματα πρός τούς πιστούς καί πρότυπα μιμήσεως τοῦ φωτεινοῦ του παραδείγματος.

Γέννηση καί καταγωγή τοῦ ὁσ. Νίκωνος
Ὁ ὅσ. Νίκων ἦταν Ἕλληνας Ποντιακῆς καταγωγῆς. Γεννήθηκε μεταξύ τῶν ἐτῶν 920 – 925 στήν περιοχή τῆς Τραπεζοῦντας καί ἦταν γόνος πλούσιας οἰκογένειας γαιοκτημόνων. Αὐτό τοῦ ἐπέτρεψε νά λάβει ἱκανή γιά τήν ἐποχή του παιδεία. Τήν Χριστιανική ἀνατροφή του τήν πῆρε κυρίως ἀπό τό παράδειγμα τῶν ἐναρέτων γονέων του. Ἡ οἰκογένειά του μποροῦσε νά ἐξασφαλίσει στό νεαρό «κατά κόσμον» Νικήτα ἄνετη διαβίωση καί ἀφθονία ὑλικῶν ἀγαθῶν, ὅμως ἡ ἁγνή ψυχή τοῦ νέου «εἰς οὐδέν ἐλογίζετο τάς ἀπολαύσεις τοῦ κοσμικοῦ βίου», κατά τούς βιογράφους του. Καί ἡ ἀφορμή γιά τήν ὁριστική ρήξη μέ τόν κόσμο καί τήν ματαιότητά του, δόθηκε ὅταν ὁ πατέρας του τοῦ ἔδωσε ἐντολή νά ἐπιθεωρήσει τά οἰκογενειακά κτήματα. «Ἡ ἀφθονία τῶν κτημάτων – γράφει ὁ ἀρχιμ. Ἱερόθεος Κυριαζόπουλος – οὐδεμίαν εὐχαρίστησιν προὐξένησεν εἰς τήν ψυχήν του, ἀντιθέτως ἡ ἀθλιότης τήν ὁποίαν παρετήρησεν εἰς τούς πτωχούς ἐργάτας, οἵτινες ἐκαλλιέργουν τά κτήματα τοῦ πατρός του, χύνοντες ἄφθονον τόν ἱδρῶταν των διά τήν αὔξησιν τοῦ πατρικοῦ πλούτου, ἐγέννησαν μέσα εἰς τήν ἀνιδιοτελῆ ψυχήν του ἕνα αἴσθημα συμπαθείας μέν πρός τούς πτωχούς ἐκείνους καλλιεργητάς, ἀποστροφῆς δέ πρός τήν ζωήν τοῦ κόσμου καί τῆς ὕλης» (ἀρχιμ. Ἱεροθέου Κυριαζοπούλου, «Ὁ Ὅσιος Νίκων ὁ Μετανοεῖτε», 1963, σελ. 18).
Ἡ ἀνθρώπινη τραγωδία πού ἀντίκρυσε στό πρόσωπο τῶν δουλοπαροίκων, τόν ὁδήγησαν στίς ἐξῆς φιλοσοφικές σκέψεις (ὅπως διασώζονται σέ κώδικα τῆς Μονῆς Κουτλουμουσίου Ἁγίου Ὄρους): «Ὦ τῆς ἀπάτης τοῦ βίου. Ὄντως μάτην ταράττεται πᾶς ἄνθρωπος. Μακάριοι καί τρισμακάριοι οἱ πάντα καταλείψαντες διά τόν Κύριον, ἵνα τῶν ἐπηγγελμένων τύχωσιν ἀγαθῶν. Τι γάρ κέρδος ἔσται ἀνθρώπῳ, τῶ τόν κόσμον ὅλον ἐπαπολαύσαντι, τήν δέ ψυχήν ζημιουμένῳ, ἦς πᾶς ὁ κόσμος οὐκ ἔστιν ἀντάξιος; Ἐξέλιπεν ὁ χόρτος καί τό ἄνθος ἐξέπεσε, τό δέ ρῆμα Κυρίου εἰς τόν αἰῶνα μένει» (ἀρχιμ. Μελετίου Γαλανοπούλου, «Βίος…», σελ. 34).

Στό στάδιο τῆς ἀσκήσεως καί τῆς προετοιμασίας
Μέ τίς προηγούμενες σκέψεις ὁ Νικήτας ἀποφάσισε νά ἐγκαταλείψει τά ἐγκόσμια. Χωρίς νά ἐνημερώσει τήν οἰκογένειά του ἄφησε τά πατρικά κτήματα καί κατευθύνθηκε μέσα ἀπό δύσβατες περιοχές στά σύνορα τοῦ Πόντου καί τῆς Παφλαγονίας, στή Μονή τῆς Χρυσόπετρας. Πρίν μπεῖ στό μοναστήρι ἱκέτευσε τόν Θεό μέ θερμή προσευχή, νά ἀποκαλύψει στόν Ἡγούμενο καί τούς ἀδελφούς τόν ὑποκάρδιο πόθο του νά ἐνδυθεῖ τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα τῶν Μοναχῶν.
Ἡ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στή ζωή τοῦ δούλου Του ὑπῆρξε ἄμεση καί οὐσιαστική. Ὁ Ἡγούμενος, ἐνῶ τελοῦσε τήν Θεία Λειτουργία, δέχθηκε θεία ἀποκάλυψη γιά τήν μελλοντική διακονία καί δόξα τοῦ νεαροῦ πού περίμενε στήν πύλη τῆς μονῆς. Ἰδιαίτερα συγκινημένος ἐνημέρωσε τούς ἀδελφούς καί ὅλοι ἔσπευσαν νά ὑποδεχθοῦν τόν μέλλοντα ἀστέρα τῆς Ἱεραποστολῆς. Μάλιστα, χωρίς νά τηρηθοῦν οἱ σχετικοί Κανόνες πού προβλέπουν τήν δοκιμασία τῶν ὑποψηφίων, ὁδήγησαν τόν Νικήτα στό ναό καί τόν ἔκειραν μοναχό μέ τό ὄνομα Νίκων, τό ὄνομα μέ τό ὁποῖο θά ἔμενε στήν Ἱστορία καί τήν αἰωνιότητα.
Ἡ διαγωή τοῦ μ. Νίκωνος στή μονή ὑπῆρξε ὑποδειγματική. «Ὑπακοή ἀδιάκριτος – γράφει ὁ ἀρχιμ. Ἱερόθεος - προσευχή διηνεκής, μελέτη, ἐργασία καί ἐγράτεια αὐστηροτάτη, ἦσαν τά χαρακτηριστικά τῆς νέας του ζωῆς» (αὐτ. σελ. 19). Ὁ πλούσιος νέος, ὁ γιός τοῦ γαιοκτήμονα, ἀνέλαβε τήν διακονία νά προμηθεύει τούς ἀδελφούς μέ ξύλα καί νερό. Ὁ συνηθισμένος στήν ἀφθονία τῶν πατρικῶν ἀγαθῶν Νικήτας, ἔδωσε τήν θέση του στόν ἐγκρατευτή Νίκωνα, ὁ ὁποῖος ζοῦσε μέ ἐλάχιστο ξερό ψωμί, χωρίς ἀνάπαυση νύκτα καί ἡμέρα, μέ τήν ἄσκηση τῆς χαμαικοιτίας.
Μέ τέτοια ἀσκητική διαγωγή ὁ μ. Νίκων σύντομα ἔφθασε σέ ὕψη ἀρετῆς. Ἡ ταπείνωση καί ἡ ὑπακοή, ἡ σεμνότητα καί ἡ σωφροσύνη, ἡ ἀγάπη καί ἡ ὑπομονή, ὅλες γενικά οἱ Χριστιανικές ἀρετές, κοσμοῦσαν τήν ἁγία - πλέον – προσωπικότητά του. Ἀπό τήν ἄσκηση ἡ μορφή εἶχε γίνει «ἀραχνώδης»! Μέσα σέ δύο χρόνια διαμονῆς του στό μοναστήρι, εἶχε ὑπερβεῖ στήν ἀρετή ὅλους τούς μοναχούς, ἀκόμη καί τούς παλαιούς πατέρες. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ ἀδελφότητα τόν ἀπάλλαξε ἀπό τίς ὑποχρεώσεις του στό κοινόβιο καί τοῦ ἐπέτρεψε νά ἡσυχάσει σέ ἕνα ἐρημητήριο, ἔξω ἀπό τό μοναστήριο.
Στή νέα του διαμονή ὁ Ὅσιος πρόσθεσε ἀγῶνες στούς ἀγῶνες του καί ἀσκήσεις στίς ἀσκήσεις του. Δόθηκε ὁλοκληρωτικά στό Θεό καί ἔλαβε πρῶτο ἀντίδωρο τοῦ οὐρανοῦ τό χάρισμα τῶν δακρύων. Κατά τήν διάρκεια τῆς προσευχῆς του τά μάτια του «ἐξέχεον κρουνούς δακρύων», ὥστε νά ὑγραίνεται τό ἔδαφος!
Ὁ Ἡγούμενος, ὁ ὁποῖος παρατηροῦσε τήν πολιτεία του, γνωρίζοντας τήν ἁγνότητα ψυχῆς καί σώματος ἡ ὁποῖα στόλιζε τόν Ὅσιο, ὁμολογοῦσε ὅτι τά δάκρυα αὐτά δέν ἦταν δάκρυα μετανοίας καί ἀποροῦσε. Ἀργότερα σέ κάποια ἐξομολόγηση τοῦ Ὁσίου ἔκπληκτος πληροφορήθηκε, ὅτι ἦσαν δάκρυα συμπαθείας γιά ἐκείνους πού ἀμελοῦν τήν σωτηρία τους, μία θυσία ἀγάπης στό Θεό γιά τούς ἀμελεῖς! Αὐτή ἡ ἀγάπη του τελικά ἦταν τό ὑπόβαθρο τῆς ἱεραποστολικῆς του διακονίας καί τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, στό ὁποῖο κλήθηκε μετά ἀπό συνολική παραμονή δώδεκα ἐτῶν στό μοναστήρι τῆς Χρυσόπετρας.

Στό στάδιο τῆς Ἱεραποστολῆς
Καθ’ ὅλο τό διάστημα τῶν δώδεκα ἐτῶν τῆς ἀπουσίας τοῦ Νικήτα ἀπό τήν πατρική οἰκογένεια, οἱ ἔρευνες γιά τήν ἀνεύρεσή του συνεχίζονταν ἀδιάκοπες. Οἱ γονεῖς, ἄν καί εὐσεβεῖς καί ἐνάρετοι, δέν μποροῦσαν νά δεχθοῦν τήν φυγή τοῦ γιοῦ τους. Μετά τήν πάροδο τῶν δώδεκα ἐτῶν, ὁ ἴδιος προσωπικά ὁ πατέρας τοῦ Ὁσίου, ἡγήθηκε ἑνός ἐρευνητικοῦ ἀποσπάσματος, τό ὁποῖο ἔφθασε στήν περιοχή τῆς Χρυσόπετρας. Ἡ ἐπικείμενη ἄφιξη τοῦ πατέρα του ἀποκαλύφθηκε μέ ὅραμα τόσο στόν Ὅσιο, ὅσο καί στόν Ἡγούμενο τῆς μονῆς. Στόν Ἡγούμενο μάλιστα ἀποκάλυψε ὁ Θεός καί τήν μελλοντική διακονία τοῦ ὁσ. Νίκωνος στόν ἀγρό τῆς Ἱεραποστολῆς. Ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, ὁ Ὅσιος ζήτησε ἀπό τόν Ἡγούμενο εὐλογία νά ἀποχωρήσει. Ὁ καλός πνευματικός πατέρας τόν εὐλόγησε καί μαζί τοῦ ἔδωσε καί εὐλογία - καθώς καί ὁδηγίες - καί γιά τό ἱεραποστολικό ἔργο.
«Νά μεταβεῖς – τοῦ εἶπε - εἰς τό ἀποστολικόν ἔργον, συμφώνως πρός τάς ὁδηγίας τάς ὁποίας ἔδωκεν ὁ Κύριος πρός τούς ἁγίους Του Ἀποστόλους καί μαθητάς. Δέν θά φέρεις μαζί σου οὔτε πῆραν, οὔτε χαλκόν εἰς τήν ζώνην σου, τό δέ ἔνδυμά σου θά εἶναι τρίχινον, ἁπλοῦν καί ἀπέριττον, ἡ τροφή σου λιτή, ἄρτῳ μόνῳ καί ὕδατι τήν ἀνάγκην ἐκπληροῦσα. Νά διατηρήσεις τήν ἁγνότητά σου, ἥτις σέ ὡκείωσε μέ τόν Θεόν καί ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἁγιασμός τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ἐπίσης ἐπιθυμῶ νά ἀποφεύγεις τάς ἀναστροφάς τῶν ἐχόντων κοσμικόν φρόνημα πλουσίων καί ἐπιφανῶν, νά πλησιάζεις δέ τούς ἐνδεεῖς καί τούς ξένους καί νά εὑρίσκεσαι πάντοτε μετά τῶν πνευματικῶς κατηρτισμένων ἀδελφῶν» (ἀρχιμ. Ἱεροθέου αὐτ. σελ. 22).
Κατά τόν Βαρβερινόν Κώδικα ὁ Ἡγούμενος πρόσθεσε καί τά ἐξῆς: «Πάντοτε μέγα βοήσεις τό «μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Μάθετε καλῶς ποιεῖν. Ἐπιστράφητε πρός Κύριον, ζητήσατε αὐτόν ἐκ ψυχῆς, ἵνα καί τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἐπιτύχητε». Τοῦτο γάρ σοι τό κήρυγμα τῆς μετανοίας, ὦ τέκνον, καί ὑποκοριστική σοι ἔσεται προσηγορία καί ζῶντι καί μετά θάνατον».
Ὁ Ὅσιος ἐγκατέλειψε τήν μετάνοιά του, δέν ἀπέφυγε ὅμως καί τήν συνάντηση μέ τόν πατέρα του. Διότι ἔξω ἀπό τό μοναστήρι σταμάτησε τήν φυγή του ὁ πλημμυρισμένος ποταμός Παρθένιος (σήμερα στήν Τουρκική Βαρτάν Σοῦ). Ὅταν ὁ Ὅσιος εἶδε τήν συνοδεία τοῦ πατέρα του νά πλησιάζει, σταθερός στίς ἀποφάσεις του, ρίχθηκε στό νερό ἐπικαλούμενος τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Τότε τόν ἔσωσε ἀπό βέβαιο πνιγμό ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Ὁποία τόν διεκπεραίωσε ἀσφαλῶς στήν ἀντίπερα ὄχθη καί τοῦ πρόσφερε τήν εὐλογία Της μ’ ἕνα σιδερένιο σταυρό, τόν ὁποῖο ἀργότερα ὁ Ὅσιος τοποθέτησε στό ἱεραποστολικό του ραβδί.
Τήν φοβερή αὐτή σκηνή παρακολούθησε ἀπό τήν ἀντίπερα ὄχθη ὁ πατέρας τοῦ Ὁσίου καί ἡ συνοδεία του. Μέ ἀλαλαγμούς χαρᾶς καί σπαραξικάρδιους θρήνους, ὅλοι ζητοῦσαν ἀπό τόν Νίκωνα νά ἐπιστρέψει στήν οἰκογένειά του. Ὁ Νίκων ὅμως – σταθερός στίς ἀποφάσεις του – χαιρέτησε μέ τρεῖς ἐδαφιαῖες μετάνοιες τόν πατέρα του καί προχώρησε στήν ἀποστολή του, κατά τούς λόγους τοῦ Κυρίου «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ὑπέρ ἐμέ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Μετά τήν ἐξέλιξη αὐτή ὁ πατέρας πείσθηκε γιά τό ἀμετάκλητο τῆς ἀποφάσεως τοῦ γιοῦ του καί τοῦ ἔδωσε τήν εὐχή του.
Ὁ ὅσ. Νίκων ἄρχισε τό ἱεραποστολικό του ἔργο καί τό κήρυγμα μετανοίας σέ ἡλικία 36 ἐτῶν. Ἀρχικά ἔδρασε στήν εὑρύτερη περιοχή τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ντυμένος μέ πτωχά ἐνδύματα, μέ αὐστηρή νηστεία καί διαρκῆ προσευχή, περπατοῦσε ξυπόλητος στούς ἔρημους τόπους, ἀλλά καί στίς πόλεις καί στά χωριά, καί ἔλεγχε μέ δριμύτητα τόν ἁμαρτωλό βίο τῶν κατοίκων. Τό κήρυγμά του ἦταν ἀληθινά Προδρομικό, ἀλλά καί ἡ ζωή του ἦταν πραγματική μίμηση τῆς ζωῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
Τό ἔτος 961 ὁ Ὅσιος ἀποβιβάσθηκε στήν Κρήτη. «Δεύτερος Ἀπόστολος Παῦλος τῆς Κρήτης θεωρεῖται ὁ ἅγ. Νίκωνας – γράφει ὁ Μητροπ. Τίτος - ἱεραπόστολος τῆς κεντρικῆς καί ἀνατολικῆς Κρήτης καί τρίτος τῶν ἀναμορφωτῶν τοῦ μοναστικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, μαζί μέ τόν ὅσ. Μελέτιο ἀπό τήν Καππαδοκία, ἀσκηθέντα στό ὄρος Μυουπόλεως, καί τόν ὅσ. Λουκᾶ ἀπό τήν Φωκίδα, ἀσκηθέντα στό ὄρος Στείριο» (Τίτου Συλλιγραδάκη, Μητροπ. Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου, «Κρῆτες Ἅγιοι», 1983, σελ. 202).
Ἡ Κρήτη τήν ἐποχή ἐκείνη εἶχε μόλις ἀνακτηθεῖ ἀπό τούς Ἄραβες. Ὁ τότε στρατηγός καί ἔπειτα Αὐτοκράτορας Νικηφόρος Φωκᾶς, τήν εἶχε ἐπαναφέρει στή Βυζαντινή κυριαρχία μετά ἀπό μία μεγάλη ἐκστρατεία καί φοβερές μάχες. Πιθανῶς ὁ ὅσ. Νίκων νά ἔφθασε στήν Κρήτη μετά ἀπό πρόσκληση τοῦ Φωκᾶ, ἀφοῦ ὁ Νικηφόρος «ἐπρονόησε καί περί τῆς διαδόσεως τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως παρά τοῖς Μωαμεθανοῖς τῆς νήσου καί ἀναζωπυρώσεως ταύτης παρά τοῖς ἰθαγενέσι, παρ’οἷς αὕτη πολυειδῶς ἐνοθεύθη κατά τήν μακράν ἐκείνην κυριαρχίαν» (Παύλου Καρολίδη, «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους»).
Ἴσως ἀκόμη νά προσκλήθηκε ἀπό τόν συμπατριώτη του, ἀπό τόν Πόντο, ὅσ. Ἀθανάσιο τόν Ἀθωνίτη, ὁ ὁποῖος συνώδευσε τόν Φωκᾶ στήν ἐκστρατεία καί κήρυξε στήν Κρήτη γιά ἑπτά χρόνια, πρίν ἱδρύσει στό Ἅγιο Ὄρος τήν Μονή Μεγίστης Λαύρας (963), μέ χορηγεία τοῦ Φωκᾶ ἀπό τά λάφυρα τῆς Κρήτης. Ὅποια καί ἄν εἶναι ἡ αἰτία τῆς παρουσίας τοῦ Ὁσίου στήν Κρήτη, τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι «ἑπτά χρόνια καλλιέργησε τήν χερσωμένη ψυχή της. Τά Ἀραβικά κατάλοιπα γκρεμίστηκαν, τό Ἀραβικό στοιχεῖο ἔσβησε, τά Μουσουλμανικά τεμένη ἐκχριστιανίσθηκαν, ἡ πίστις τοῦ Ναζωραίου ζωντάνεψε, ὁ Κρητικός λαός ζεστάθηκε στό φῶς τοῦ Χριστοῦ» (Μητροπ. Τίτου αὐτ. σελ. 204).
Ἐργαζόμενος ὁ Ὅσιος ἱεραποστολικά στήν Κρήτη, δέχθηκε τήν οὐράνια ἐπίσκεψη τῆς ἁγ. Μάρτυρος Φωτεινῆς, ἡ ὁποία τοῦ ζήτησε νά ἀνοικοδομήσει τόν κατεστραμμένο ναό της, στήν ἐπαρχία Ἀμαρίου Ρεθύμνης. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ σκέφθηκε νά παραβλέψει, ὄχι ἀπό ἀδιαφορία καί περιφρόνηση, ἀλλά ἀπό ἐσωτερική πληροφορία καί πεποίθηση, ὅτι κάπου ἀλλοῦ τόν περίμενε καθῆκον πιό ἐπιτακτικό. Ὅμως τυφλώθηκε καί ἀμέσως αἰσθάνθηκε τήν ἀπείθειά του, ζήτησε συγχώρηση ἀπό τήν Ἁγία, βρῆκε τό φῶς του καί ἀνήγειρε τόν ναό της! Ὁ ναός αὐτός δέν ἦταν ὁ μοναδικός. Ὁ Ὅσιος ἀνήγειρε πολλούς ναούς, ἐγκατέστησε Ἱερεῖς καί συνέστησε ἱδρύματα (τό κτιτορικό του ἔργο συγκρίνεται μέ ἐκεῖνο τοῦ ἄλλου μεγάλου ἱεραποστόλου τῆς Κρήτης, ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Ξένου, ὁ ὁποῖος ἔδρασε τήν ἴδια ἐποχή). Γιά τούς λόγους αὐτούς ἡ μνήμη του παραμένει φωτεινή στήν τοπική Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καί τιμᾶται ἰδιαίτερα.
Ὅταν ὁ Ὅσιος ἔκρινε, ὅτι τό ἔργο του στήν Κρήτη εἶχε ὁλοκληρωθεῖ, ἀναχώρησε γιά τήν νότια Ἑλλάδα. Περίπου τό ἔτος 968 ἦρθε μέ πλοῖο στήν Πελοπόννησο, στήν περιοχή τῆς Ἐπιδαύρου, ἀπ’ ὅπου πῆγε ἐπίσης μέ πλοῖο στήν Ἀθήνα, ὅπου τό σωτηριώδες ἔργο του ἔτυχε καλῆς ὑποδοχῆς. Στήν Εὔβοια, ὅπου κήρυξε στή συνέχεια, τό κήρυγμά του ἐπισφραγίσθηκε μέ δύο θαύματα: Τό πρῶτο ἦταν ἡ θαυμαστή διάσωση ἑνός παιδιοῦ πού ἔπεσε ἀπό μεγάλο ὕψος ἐνῶ παρακολουθοῦσε τόν λόγο του καί τό δεύτερο ἡ θεραπεία μιᾶς δαιμονιζόμενης νέας.
Μετά τήν Εὔβοια ὁ Ὅσιος κήρυξε στή Θήβα καί τήν Κόρινθο. Κατά τήν διαδρομή του πρός τήν Κόρινθο συνάντησε ἕναν ἔφιππο Λάκωνα καί τόν παρεκάλεσε νά πάρει τήν κάπα του μέχρι τήν πόλη. Ὁ ἄγνωστος ὑπάκουσε καί τό πρωϊ φθάνοντας στήν Κόρινθο, βρῆκε ἔκπληκτος τόν Ὅσιο νά κηρύττει στήν κεντρική της πλατεία, ὅπου εἶχε φθάσει «μυστηριωδῶς καί παραδόξως ἀφ’ ἑσπέρας»!
Μετά τήν Κόρινθο ὁ Ὅσιος κατευθύνθηκε στήν Ἀργολίδα. Κατά τήν διαδρομή κήρυξε στό χωριό Ἐνόριο, ἀπ’ ὅπου ζήτησε ἀπό ἕναν χωρικό νά τόν ὁδηγήσει στό Ἄργος. Στό χωρικό αὐτό, ἀφοῦ προηγουμένως τόν συλληπήθηκε γιά τόν θάνατο τοῦ γιοῦ του, προφήτευσε τόν θάνατο τῆς συζύγου του, ὁ ὁποῖος συνέβη μετά ἀπό ἐννέα ἡμέρες! Στό Ναύπλιο, τέλος, ὁ Ὅσιος θεράπευσε κάποιον Ἰωάννη Βλαντέριο καί τήν κόρη του πού ἔπασχαν ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια.

Ἱεραπόστολος στή Λακωνία
Ὁ ὅσ. Νίκων ἐπισκέφθηκε γιά πρώτη φορά τήν Λακωνία ἐνῶ κήρυττε στό Ναύπλιο. Πιθανῶς ἔφθασε ἐκεῖ μέ πλοῖο, μέσῳ Μονεμβασίας. Κατά τήν ἐκεῖ παραμονή του ἐπισφράγισε τό κήρυγμά του μέ τήν ἀνέγερση δύο ναῶν καί στή συνέχεια πῆγε στή Μάνη καί στή Μεσσηνία. Κατά τήν ἐπιστροφή του στή Σπάρτη μέσῳ Ἀρκαδίας, σέ κάποια τοποθεσία μέ τό ὄνομα Μῶρος (ἄγνωστη σήμερα), ἀσθένησε ἀπό ὑψηλό πυρετό καί ἔμεινε γιά ὀκτώ ἡμέρες σέ ἕνα σπήλαιο. Ἐκεῖ - καίτοι ἀσθενής - πρόσφερε στό λαό τοῦ Θεοῦ πού κατέκλυσε τήν περιοχή γιά νά πάρει τήν εὐλογία του, γάργαρο νερό ἀπό ἕνα βράχο, τόν ὁποῖο σάν ἄλλος Μωϋσῆς ἄνοιξε μέ τήν προσευχή του!
Τήν ὁριστική ἐγκατάσταση τοῦ Ὁσίου στή Λακωνία προκάλεσε ἡ μαζική προσφυγή σ’ αὐτόν τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐμπειρία τῆς δυνάμεως τοῦ κηρύγματος καί τῶν θαυμάτων του. Τήν ἐποχή ἐκείνη μάστιζε τήν περιοχή λοιμική νόσος. Μία ἀντιπροσωπεία κατοίκων συνάντησε τόν Ὅσιο στίς Ἀμυκλές καί τοῦ ζήτησει νά ζήσει κοντά τους καί νά εὐχηθεῖ γιά τήν ἀπαλλαγή τοῦ τόπου ἀπό τήν ἐπιδημία. Ὁ Ὅσιος δέχθηκε θέτοντας ἕναν ὅρο: Νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν Σπάρτη τό Ἑβραϊκό στοιχεῖο, διότι ἐπηρέαζε ἀρνητικά τόν πληθυσμό. «Ἐν τούτῳ γάρ μοι εἰ πειθαρχήσητε - τούς εἶπε κατά τόν Κουτλουμουσιανό Κώδικα – καί ἡ λοίμη φεύξεται ἀφ’ ὑμῶν καί ἐγώ ἔσομαι τό λειπόμενον τῆς ἐμῆς βιοτῆς ἐκτελῶν σύν ὑμῖν».
Τήν παραμονή του στή Σπάρτη θέλησε ὁ Ὅσιος νά συνδέσει μέ τήν ἀνέγερση λαμπροῦ ναοῦ πρός τιμήν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τῆς ἁγ. Μάρτυρος Κυριακῆς. Τήν ἀνέγερση ἄρχισε μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἀθηναϊκῆς καταγωγῆς Ἐπισκόπου Θεοπέμπτου καί μέ τήν συμπαράσταση τῶν Χριστιανῶν. Κατά τήν διάρκεια τῆς ἀνεγέρσεως πολλές φορές θαυματούργησαν οἱ προσευχές του (στή μετακίνηση λ.χ. ἑνός μεγάλου βράχου πού ἐμπόδιζε τήν ἐκσκαφή τῶν θεμελίων, στή μετατροπή ξυδιοῦ σέ κρασή ἄριστης ποιότητας, κ.ἄ.). Ὁ ναός κτίστηκε μεταξύ τῶν ἐτῶν 970 – 992. Αὐτό ἐπιμαρτυρεῖ καί ἐπιγραφή μέ τήν χρονολογία 992 πού βρέθηκε στά μέσα τοῦ 20ου αἰ. κατά τήν διάρκεια ἀνασκαφῶν στό χῶρο τοῦ κατεστραμμένου (ἄγνωστο ἀπό πότε) ναοῦ.
Ὁ ναός αὐτός, «ἔτι ζῶντος» τοῦ Ὁσίου, ἐξελίχθηκε σέ μονή μέ μεγάλη κτηματική περιουσία, ἡ ὁποία εἶχε ἀποβεῖ ἄσυλο τῶν ἀσθενῶν ὁλόκληρης τῆς περιοχῆς καί κέντρο μεγάλης φιλανθρωπικῆς καί κοινωνικῆς δραστηριότητος. Στό νοσοκομεῖο τῆς μονῆς αὐτῆς μεταφέρθηκε παράλυτος καί ὁ Στρατηγός τῆς περιοχῆς Γρηγόριος (ὁ ὁποῖος εἶχε προσβάλλει τόν Ὅσιο μέ τήν συμπεριφορά του) καί μετανοημένος ζήτησε ἐκεῖ τίς εὐχές του καί θεραπεύθηκε!
Ἄν ὁ ὅσ. Νίκων δέν ἔπερνε τήν ἐπωνυμία «Μετανοεῖτε», θά μποροῦσε ἄριστα νά ἀποκληθεῖ ἰαματικός καί μυροβλύτης. Τά ἀναφερόμενα θαύματα στούς δύο παλαιούς κώδικες τοῦ βίου του (τόν Βαρβερινό καί τόν Κουτλουμουσιανό), εἶναι πολλά καί τεράστια, τόσα καί τέτοια ὥστε ὁ λαός νά τόν γνωρίζει μέ τό ἐπίθετο «ὁ θεραπευτής»! Τό μοναστήρι του στή Σπάρτη ἦταν ἕνα μεγάλο γιά τήν ἐποχή του νοσοκομεῖο, μέ χώρους νοσηλείας, ἀλλά καί φιλοξενίας τῶν ἀσθενῶν πού ἔφθαναν ἐκεῖ ἀπ’ ὅλη τήν Πελοπόννησο.
Ἕνα ἀπό τά πιο σημαντικά θαύματα τοῦ Ὁσίου ἀφορᾶ τήν θεραπεία τοῦ Στρατηγοῦ Ἀπόκαυκου, διοικητή τῆς Πελοποννήσου, ἡ ὁποία συνέβη κατά τήν εἰσβολή τῶν Βουλγάρων στήν Ἑλλάδα. Ἦταν ἡ κρίσιμη γιά τό Ἑλληνικό Ἔθνος καί τήν Βυζαντινή Αὐτοκρατορία περίοδος τῶν ἐπιδρομῶν τοῦ Βούλγαρου Ἡγεμόνα Σαμουήλ, κατά τίς ὁποίες ἁλώθηκε (μεταξύ ἄλλων) καί ἡ Λάρισα καί συλήθηκε τό Λείψανο τοῦ ἁγ. Ἀχιλλείου, τό ὁποῖο μεταφέρθηκε στήν τότε Βουλγαρική πρωτεύουσα, τήν Ἀχρίδα.
Ἐνῶ ὁ Τσάρος Σαμουήλ κατέβαινε πρός τήν Κόρινθο, ὁ Στρατηγός Ἀπόκαυκος, ὑπεύθυνος γιά τήν ἄμυνα τῆς Πελοποννήσου, ἦταν βαρύτατα ἀσθενής. Μοναδική ἐλπίδα τοῦ Στρατηγοῦ καί τῶν ἐπιτελῶν του ἦταν νά πάει ὁ ὅσ. Νίκων στήν Κόρινθο, γιά νά θεραπεύσει τόν Διοικητή. Ὁ Ὅσιος δέχθηκε - χωρίς νά ὑπολογίσει τούς κόπους τοῦ ταξειδιοῦ - καί πράγματι θεράπευσε τόν Ἀπόκαυκο, στόν ὁποῖο προφήτευσε ὅτι οἱ Βούλγαροι θά ὑποχωροῦσαν, χωρίς αὐτός καί τά στρατεύματά του νά χρειασθεῖ νά πολεμήσουν. Πράγματι οἱ ἐχθροί ὑποχώρησαν , διότι ὁ Αὐτοκράτορας Βασίλειος Β’ ὁ Βουλγαροκτόνος ἡγήθηκε προσωπικά ἐκστρατείας στά μητροπολιτικά ἐδάφη τῆς Βουλγαρίας καί ὁ Σαμουήλ ἀναγκάσθηκε νά ὑποχωρήσει.
Κατά τήν δεύτερη εἰσβολή τοῦ Σαμουήλ στήν Ἑλλάδα, ὁ Βασίλειος Β’ ἔστειλε τόν Στρατηγό Νικηφόρο Οὐρανό νά τούς ἀντιμετωπίσει. Ὁ Νικηφόρος νίκησε τούς Βούλγαρους στήν περίφημη Μάχη τοῦ Σπερχειοῦ (996), κάποιοι στρατηγοί ὅμως τῶν ἀνατολικῶν περιοχῶν συνωμότησαν κατά τοῦ Αὐτοκράτορα καί ἦρθαν σέ συνεννοήσεις μέ τόν Σαμουήλ. Σέ μία τόσο κρίσιμη, ἀλλά καί πολύπλοκη συγκυρία, φυσικό ἦταν νά κατηγορηθοῦν καί ἀθῶοι. Μεταξύ αὐτῶν ἦταν καί ὁ νέος διοικητής τῆς Πελοποννήσου, Πρωτοσπαθάριος Ἰωάννης Μαλακινός, γιά τήν σύλληψη τοῦ ὁποίου ὁ Αὐτοκράτορας Βασίλειος ἔστειλε στή Σπάρτη δύο αὐτοκρατορικούς ἀξιωματούχους καί στρατιωτικό ἀπόσπασμα. Ὁ δυστυχής Στρατηγός ἔστειλε καί εἰδοποίησε τόν ὅσ. Νίκωνα. «Εὖξαι ὑπέρ ἐμοῦ, εὖξαι ὑπέρ ἐμοῦ τοῦ τάλανος, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, ἵνα μή τῆ Βασιλέως ὀργῆ κακῶς ἀπόλωμαι». Ὁ Ὅσιος τόν ἐνθάρρυνε, τόν διαβεβαίωσε γιά τήν ἀποτυχία τῶν συκοφαντῶν καί τοῦ προφήτευσε τήν μελλοντική του δόξα. Πράγματι στήν ΚΠολη ἔλαμψε ἡ ἀλήθεια, ἀποκαταστάθηκε ἡ τιμή τοῦ Μαλακινοῦ, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἀναδείχθηκε Πρόεδρος τῆς Συγκλήτου.

Ἡ ὁσιακή κοίμησις
Ὁ ὅσ. Νίκων κοιμήθηκε εἰρηνικά σέ ὄχι μεγάλη ἡλικία (63 ἤ 68 ἐτῶν), μᾶλλον τό ἔτος 998. Ἡ παράδοση διέσωσε σάν ἡμερομηνία κοιμήσεώς του τήν 26η Νοεμβρίου, ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τήν μνήμη του. Λίγες ἡμέρες πρίν τήν κοίμησή του ἀσθένησε ἐλαφρά καί ἔλαβε «μυστικῶ τῶ τρόπῳ» τήν πληροφορία τῆς ἀναχωρήσεώς του. Κάλεσε τότε κοντά του τούς συμμοναστές του καί τούς συνεργάτες του στό πνευματικό καί κοινωνικο-φιλανθρωπικό ἔργο τῆς μονῆς του καί ἔδωσε τίς τελευταῖες κατευθύνσεις καί συμβουλές. Ἡ πνευματική του διαθήκη περιλαμβάνει ὑποθῆκες μεγάλης σημασίας καί ἀξίας, ἀποτελεῖ ἕνα καταστατικό διάγραμμα Χριστιανικῆς πολιτείας καί ἕναν ἀσφαλῆ ὁδηγό τῆς ζωῆς κάθε Χριστιανοῦ.
Ἡ ἀγγελία τοῦ θανάτου τοῦ Ὁσίου προκάλεσε βαρύ πένθος στή Λακωνία. Ἡ τοπική Ἐκκλησία μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἐπίσκοπο κήδευσε τό ἀσκητικό του σῶμα, τό ὁποῖο ὑπῆρξε ὄργανο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ γιά διάστημα δεκαετιῶν, στό χῶρο τῆς μονῆς του. Προηγουμένως ὁ λαός προσπάθησε νά ἀποκτήσει κάποια εὐλογία ἀπό τό ἱερό Λείψανο (κάποια ράκη ἀπό τά ἐνδύματά του, ἀκόμη καί τρίχες ἀπό τά μαλλιά καί τά γένεια του!), «ἵνα ἔχη τά ἀντικείμενα ταῦτα ὡς ἱερά φυλακτήρια, ὡς ἀλεξιτήρια νόσων καί ἰάσεων πηγήν». Γιά νά ἀσφαλίσει τό Λείψανο ὁ Ἐπίσκοπος τό τοποθέτησε μέσα σέ θήκη ἀπό τήν ὁποία «παρευθύς ἀνέβλυσε θεῖον μῦρον, θεραπευτικότατον πάσης νόσου». Τό μῦρο ἐκεῖνο θεράπευσε ἀνθρώπους μέ χρόνια καί ἀνίατα νοσήματα, τά δέ θαύματα πού ἐπιτελέστηκαν οἱ συγγραφεῖς τῶν κωδίκων δέν μποροῦν νά ἱστορήσουν. «Εὐκολώτερον εἶναι νά ἀριθμήση τις τό πλῆθος τῶν ἀστέρων ἤ τήν ἄμμον τοῦ αἰλιαλοῦ ἤ νά μετρήση τήν θάλασσαν διά ποτηρίου, παρά διηγούμενος νά ἐξιστορήση ὅλα τά ὑπό τοῦ Ὁσίου τελεσθέντα θαύματα, τά ὁποῖα διά τό πλῆθος οὔτε νά λεχθῶσι, οὔτε ν’ ἀκουσθῶσιν εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν» (ἀρχιμ. Ἱεροθέου αὐτ. σελ. 34).
Ἡ μνήμη τοῦ ὁσ. Νίκωνος πρέπει νά ἦταν εὑρύτατα διαδεδομένη ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τῆς κοιμήσεώς του. Χαρακτηριστική ἀπόδειξη ἀποτελεῖ ἡ ἐξαιρετικῆς τέχνης ψηφιδωτή του εἰκόνα στό λαμπρό ναό τοῦ ὁσ. Λουκᾶ στή Βοιωτία, ἔργο τοῦ μέσου τοῦ ἑπομένου τοῦ θανάτου του 11ου αἰ.
Ἡ ἀμείλικτη φθορά τοῦ χρόνου, οἱ ἐχθρικές εἰσβολές καί οἱ ξένες κατακτήσεις (Φράγκων καί Τούρκων), κατέστρεψαν καί ἀφάνισαν τήν μονή καί τόν χαριτόβρυτο τάφο τοῦ Ὁσίου. Σήμερα σώζονται στή Σπάρτη ἐλάχιστα κατάλοιπα τῆς μονῆς, ἐνῶ γιά τά ἱερά Λείψανα δέν σώθηκε καμία πληροφορία, ὁ ὑμνογράφος πάντως ψάλλει στό Ἀπολυτίκιό του: «Χαίρει ἔχουσα ἡ Λακεδαίμων, θείαν λάρνακα τῶν σῶν Λειψάνων, ἀναβρύουσαν πηγάς τῶν ἰάσεων καί διασώζουσαν πάντας ἐκ θλίψεως».
Τήν μνήμη τοῦ ὁσ. Νίκωνος ἀνέσυρε κατά τόν 19ο αἰ. ἀπό τήν λήθη τήν ὁποία ἐπεσώρευσαν οἱ αἰῶνες τῆς δουλείας, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μονεμβασίας καί Σπάρτης Θεόκλητος (Μηνόπουλος, 1892 – 1902, ἔπειτα Μητροπολίτης Ἀθηνῶν), ὁ ὁποῖος μέ τούς ἐμπνευσμένους λόγους του κινητοποίησε τόν ἁγιόφιλο Λακωνικό λαό καί ἔκτισε «ἐν μιᾶ νυκτί» τόν πρῶτο πρός τιμήν τοῦ Ὁσίου μικρό ναό. Τόν σημερινό μεγάλο καί μεγαλόπρεπο ναό θεμελίωσε τό 1929 ὁ Μητροπολίτης Γερμανός Τρωϊάνος. Ἡ ἐνέγερση συνεχίσθηκε ἀπό τόν Μητροπολίτη Διονύισο Δάφνο (1936 – 1957), ὁ ὁποῖος καί τόν ἐγκαινίασε τό 1955, παρουσίᾳ τῶν Βασιλέων Παύλου καί φρειδερίκης καί τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου. Ἡ ἁγιογράφηση τοῦ ναοῦ ἔγινε ἀπό τόν Εὐάγγελο Μαυρικάκη, μαθητή τοῦ Φωτίου Κόντογλου, ἐπί Μητροπολίτου Κυπριανοῦ Πουλάκου.
Ἀκολουθία καί Παρακλητικό Κανόνα στόν ὅσ. Νίκωνα συνέθεσε ὁ Μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, Ὑμνογράφος τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.

Ἁγιολογικά κείμενα γιά τόν ὅσ. Νίκωνα
Ὁ κατά πλάτος βίος τοῦ ὁσ. Νίκωνος γράφτηκε ἀπό ἄγνωστο συγγραφέα. Σήμερα σώζονται δύο ἀντίγραφα τοῦ βίου αὐτοῦ, σέ δύο κώδικες, τόν Βαρβερινό τοῦ 15ου αἰ. (φυλάσσεται στή Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ) καί τοῦ Ἐπισκόπου Βρεσθένης Παρθενίου τοῦ ἔτους 1630 (φυλάσσεται στή Μονή Κουτλουμουσίου Ἁγίου Ὄρους). Καί τούς δύο κώδικες μελέτησε ὁ Ἱστορικός Σπυρ. Λάμπρος, ὁ ὁποῖος τό 1909 δημοσίευσε στόν «Νέο Ἑλληνομνήμονα» σύντομο βίο τοῦ Ὁσίου.
Μέρος τοῦ βίου τοῦ Ὁσίου συμπεριέλαβε στήν Πατρολογία του ὁ Ἀββᾶς Migne, ἐνῶ κυκλοφοροῦν Γερμανικές καί Γαλλικές μεταφράσεις του.
Ἡ μνήμη τοῦ ὁσ. Νίκωνος περιλαμβάνεται καί στό Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο (βλ. D. Attwater, “A Dictionary of the Saints”, 1938. Ἐπίσης J. Baydot, “Dictionary D’ Hagiographie”, 1925. Καί V. C. Goksexj, “A Biographical Dictionary of the Saints”, 1924). Στό ὑπόμνημα τοῦ Μαρτυρολογίου ἐσφαλμένα ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ὅσιος ἦταν Ἀρμένιος στήν καταγωγή. Τό σφάλμα αὐτό μπῆκε καί στόν Συναξαριστή τοῦ ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί στά Συναξάρια τοῦ Μηναίου καί τοῦ Ὠρολογίου. Τό κείμενο τοῦ «Μεγάλου Συναξαριστοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» ἀποκαθιστᾶ τήν ἀλήθεια ἀναφέροντας, ὅτι ὁ Ὅσιος γεννήθηκε στόν Πολεμωνιακό Πόντο, «τεκμαίρεται δέ ὅτι Ἕλλην ἦτο οὗτος καί οὐχί Ἀρμένιος, διότι ἑλληνιστί ὡμίλει καί ἔγραφε καί ὡς Ὀρθόδοξος Ἕλλην μοναχός ἐπολιτεύθη, ἐνῶ οἱ Ἀρμένιοι κατά τήν ἐν λόγῳ ἐποχήν εἶχον ἤδη ἀποσχισθεῖ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» (τόμος Νοεμβρίου, ἔκδοσις 1979, σελ. 664 – 667).
Ἀπό τίς Ἑλληνικές ἐκδόσεις τοῦ βίου τοῦ ὁσ. Νίκωνος μνημονεύουμε: Ἐκείνη τοῦ ἀρχιμ. Μελετίου Γαλανοπούλου (ἔπειτα Μητροπ. Κυθήρων), ἡ ὁποία ἐκδόθηκε τό 1933 καί κάλυψε τόμο 270 σελίδων. Αὐτή τοῦ Δικηγόρου Σπάρτης Ἀγησιλάου Ἀγουρίτσα, τοῦ ἔτους 1941. Καί τέλος τρίτη τοῦ ἀρχιμ. Ἱεροθέου Κυριαζοπούλου (πρώτη ἔκδοσις τό 1953 καί δεύτερη τό 1962).

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ Νίκων πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου