Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Η εκκλησιαστική, αλλά και κάθε άλλη περιουσία φυσικού ή νομικού προσώπου διέπεται εκτός των άλλων επί μέρους διατάξεων και από το άρθρο 51 του εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, κατά το οποίο, η απόκτηση κυριότητας κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή της. Η απαρχή του Νόμου αυτού βρίσκεται στο διάταγμα της βαυαρικής αντιβασιλείας του 1835, το οποίον όρισε, ότι: «οι πολιτικοί νόμοι (δηλ. το αστικό δίκαιο) των βυζαντινών αυτοκρατόρων….. θέλουν ισχύει μεχρισού δημοσιευθή ο πολιτικός κώδηξ, του οποίου την σύνταξιν διατάξαμεν ήδη».
Εκτός όμως των ανωτέρω γενικών διατάξεων για τις κάθε φύσεως περιουσίες, τα περί της εκκλησιαστικής ιδιαίτερα περιουσίας διέπονται κυρίως από τον ΙΒ΄ Κανόνα της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και είναι γνωστόν, ότι για την Εκκλησία, οι εκκλησιαστικοί νόμοι υπέρκεινται των πολιτικών βάσει αποφάσεων των Γ΄ και Δ΄ Οικουμενικών Συνόδων και των αναφορών του Μ. Φωτίου ως εξής:
Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος: «Ει δε τις μαχόμενον τύπον τοις νυν ωρισμένοις προσκομίσοι, άκυρον τούτον είναι έδοξε τη αγία πάση και οικουμενική συνόδω».
Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος: «οι ενδοξώτατοι άρχοντες είπον. Τω θειωτάτω Δεσπότη πάσης οικουμένης Μαρκιανώ, ήρεσε, μη κατά τα θεία γράμματα ή πραγματικούς τύπους τα των οσιωτάτων επισκόπων προβαίνειν, αλλά κατά τους Κανόνες τους παρά των αγίων Πατέρων νομοθετηθέντας. Η σύνοδος είπε. Κατά των Κανόνων, πραγματικόν μηδέν ισχύσει. Οι Κανόνες των πατέρων κρατείτωσαν. Και πάλιν δεόμεθα, ώστε αργήσαι αναντιρρήτως τα επί βλάβη των Κανόνων πραγματικά, πραχθέντα τισίν εν πάση επαρχία, κρατήσαι δε τους Κανόνας δια πάντων….. πάντες τα αυτά λέγομεν. Όλα τα πραγματικά αργήσει. Οι Κανόνες κρατείτωσαν….. Κατά την ψήφον της αγίας συνόδου και εν ταις άλλαις επαρχίαις απάσαις τα των Κανόνων κρατείτω».
Μ. Φώτιος: «Οι τοις Κανόσιν εναντιούμενοι πραγματικοί τύποι, άκυροι εισι». Και «Οι μεν γαρ, ήγουν οι Κανόνες, παρά βασιλέων και των αγίων Πατέρων εκτεθέντες και στηριχθέντες, ως αι θείαι Γραφαί δέχονται. Οι δε νόμοι, παρά βασιλέων μόνον εδέχθησαν ή συνετέθησαν και δια τούτο ου κατισχύσουσι των θείων Γραφών, ουδέ των Κανόνων».
Σύμφωνα με τον ΙΒ΄ της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου έχουμε τα κάτωθι: «Ει τις Επίσκοπος ευρεθείη, ή Ηγούμενος, εκ των αυτουργίων του Επισκοπείου, ή του Μοναστηρίου, εκποιούμενος εις αρχοντικήν χείρα, ή ετέρω προσώπω εκδιδούς, άκυρον είναι την έκδοσιν, κατά τον Κανόνα των αγίων Αποστόλων τον λέγοντα. πάντων των εκκλησιαστικών πραγμάτων ο Επίσκοπος εχέτω την φροντίδα, και διοικήτω αυτά ως Θεού εφορώντος. Μη εξείναι δε αυτώ σφετερίζεσθαί τι εξ αυτών, ή συγγενέσιν ιδίοις τα του Θεού χαρίζεσθαι. Ει δε πένητες είεν, επιχορηγείτω ως πένησιν, αλλά μη προφάσει τούτων τα της Εκκλησίας απεμπολείτω. Ει δε προφασίζοιντο ζημίαν εμποιείν, και μηδέν προς όνησιν τυγχάνειν τον αγρόν, μηδ’ ούτω τοις κατά τόπον άρχουσιν εκδιδόναι τον τόπον, αλλά Κληρικοίς, ή γεωργοίς. Ει δε πανουργία πονηρά χρήσοιντο, και εκ του Κληρικού, ή γεωργού, ωνήσηται άρχων τον αγρόν, και ούτως άκυρον είναι την πράσιν, και αποκαθίστασθαι εν τω Επισκοπείω, ή εν τω Μοναστηρίω, και ο Επίσκοπος ή ο Ηγούμενος τούτο ποιών εκδιωχθήτω, ο μεν Επίσκοπος, του Επισκοπείου, ο δε Ηγούμενος, του Μοναστηρίου, ως διαρπάζοντες κακώς, ά ου συνήγαγον».
Αυτούργια, στον παρόντα κανόνα, ονομάζονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία, που παράγουν εισόδημα και μάλιστα τα ακίνητα, όπως χωράφια, αμπέλια, ελαιώνες και άλλα. Όποιος, σύμφωνα με τον παρόντα κανόνα, ήθελε να δώσει ιδιοκτησία, Επίσκοπος από την Επισκοπή ή Ηγούμενος από τη Μονή σε άρχοντα με πώληση ή με ανταλλαγή, αυτή η μεταβίβαση είναι άκυρη και οι ιδιοκτησίες αυτές πρέπει να επιστρέφονται στην Επισκοπή ή στη Μονή. Εάν δε τυχόν ο Επίσκοπος ή ο Ηγούμενος προφασίζονται, ότι το τάδε χωράφι ή το αμπέλι δεν αποφέρει εισόδημα και κέρδος, αλλά μόνο ζημιά, τότε να το πωλούν όχι σε άρχοντες και δυνάστες, αλλά σε Κληρικούς ή γεωργούς, ανθρώπους δηλ. ταπεινούς και ευτελείς. Εάν δε αυτοί θελήσουν με πανουργία να δώσουν πρώτα στους πένητες αυτά τα ακίνητα με σκοπό να τα πάρουν αργότερα οι άρχοντες, τότε η πώληση να θεωρείται άκυρη, ο Επίσκοπος δε που έκανε την πώληση να εκδιώκεται από την Επισκοπή, ο δε Ηγούμενος να εκδιώκεται από τη Μονή και τούτο διότι εκείνα που αφιερώνουν άλλοι στη Μονή ή την Επισκοπή, άλλοι κακώς διασκόρπισαν και πούλησαν.
Τα αφιερωμένα στη Μονή κινητά ή ακίνητα θεωρούνται αφιερώματα στο Θεό και ονομάζονται ιερά και πτωχικά, ως ιερά δε πρέπει να δίδονται σε Κληρικούς και ως πτωχικά να δίνονται σε πτωχούς, όπως είναι οι γεωργοί. Από την άλλη, οι άρχοντες, ούτε ιερείς είναι, ούτε πτωχοί, γι’ αυτό δεν πρέπει να πωλούνται ή να δίνονται σ’ αυτούς. Ένα άλλο στοιχείο είναι, ότι σε δεδομένη στιγμή μπορεί εύκολα να τα ξαναγοράσει, η Επισκοπή ή η Μονή, από αυτούς, ενώ είναι δύσκολο να τα αγοράσει από τους άρχοντες. Αντίθετα, μια περιοχή μπορεί να δοθεί σε κάποιον για ορισμένο χρόνο ως επικαρπία, ενώ η Μονή ή η Επισκοπή έχουν την ψιλή κυριότητα. Η μοναδική περίπτωση, που επιτρέπεται η πώληση περιουσίας Επισκοπής ή Μονής είναι, σύμφωνα με την ρα΄ Νεαρά του Ιουστινιανού, για την απόκτηση χρημάτων προς εξαγορά Ορθοδόξων αιχμαλώτων.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου