Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Ἀρχική δημοσίευσις στό Περιοδικό «Ὀρθόδοξος Πνοή» (φ. 18/Ἰουλίου 1989, σελ. 115 – 128), μέ τόν τίτλο «Μελέτη περί Ἁγίων καί θαυμάτων καί περί τῆς διαπιστώσεως καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων, κατά τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδοξίας». Ἡ καταχώρηση στή συνέχεια ἀποτελεῖ βελτιωμένη μορφή τοῦ ἀρχικοῦ κειμένου.

Εἰσαγωγή
Τό θέμα τῆς διαπιστώσεως καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων ἔχει τίς ἐξῆς δύο ἐπί μέρους παραμέτρους:
α. Ποιός καί βάσει ποιῶν κριτηρίων μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ Ἅγιος;
β. Μέ ποιό τρόπο, (ποιά διαδικασία) καί ἀπό ποιόν διαπιστώνεται καί διακηρύσσεται ἡ ἁγιότητα τῶν νέων Αγίων;
Ἡ ἀπάντηση στό πρώτο ἐρώτημα προκύπτει ἀπό πληθώρα στοιχείων τῆς Ἁγιοπατερικῆς γραματείας καί τῆς σύγχρονης θεολογικῆς γραφίδας πού τήν ἐκφράζει. Καί ἡ ἀπάντηση στό δεύτερο ἐρώτημα ἀπό τήν διαχρονική πράξη καί παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Εἰδικώτερα:

Μέρος Πρῶτο:
Κριτήρια ἤ σημεῖα τῆς «ἀληθοῦς ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητος»
«Τρία θεωροῦνται τά μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα. Πρῶτον Ὀρθοδοξία ἄμωμος, εἶτα ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπασῶν - ἐν αἷς ἕπεται ἡ περί τήν Πίστιν μέχρις αἵματος ἀντικατάστασις - καί ἡ παρά Θεοῦ, τέλος, ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων. Τό πρῶτον ἐστι καί εἰς σωτηρίαν ἀναγκαιότατον. Τό δεύτερον εἰς ἁγιωσύνης χαρακτῆρα. Ἀλλά καί τό τρίτον ἀναγκαιότατον καὐτό εἰς ἀπόδειξιν».
Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Νεκτάριος

Κατά τόν Ἱερό Δαμασκηνό οἱ Ἅγιοι εἶναι «οἱ ἔμψυχοι ναοί τοῦ Θεοῦ, τά ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα», τά ἱερά ἐκεῖνα πρόσωπα στά ὁποῖα «διά τοῦ νοῦ τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνώκησεν ὁ Θεός» Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», PG 94, 1164Β – 1168C). Ἄλλως, «τά πρόσωπα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα ἔχουν φθάσει στή θέωση καί συνιστοῦν τούς μάρτυρές της μέσα στήν Ἱστορία» (Πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, «Ἁγιότης Μαρτυρουμένη», Λευκωσία 1989, σελ. 4). Ὅμως ἡ θέωση δέν ἐπιτυγχάνεται ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, παρά μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία καί μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Νεκτάριος, στήν ἀπάντησί του πρός τούς Παπικούς τῆς ἐποχῆς του οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσαν τήν ἀνάξειξη Ἁγίων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054, θέτει σάν πρώτη, βασική καί ἀπαραίτητη προϋπόθεση γνήσιας καί ἀληθινῆς ἁγιότητος, τήν Ὀρθόδοξη Πίστη, δηλαδή τήν μετοχή στό σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας Πρός τάς προσκομισθείσας θέσεις παρά τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις φρατόρων, διά Πέτρου τοῦ αὐτῶν μαϊστορος, Περί τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα ἀντίρρησις», Ἰάσιο 1682, σελ. 201. Πρβλ. Εὐγενίου Βουλγάρεως, «Πρός Πέτρον Κλαίρκιον - Περί τῶν μετά τό σχίσμα Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν γενομένων ἐν αὐτῆ θαυμάτων», 1844, σελ. 6).
«Ἁγιοπατερική, συνεχής καί ἀμετάβλητη συνείδηση εἶναι – γράφει ὁ π. Γ. Μεταλληνός - ὅτι ἡ ἁγιότητα ἀναγνωρίζεται μέ βάση τήν φανέρωσή της ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, μέσῳ τῆς διενεργείας αὐθεντικῶν θαυμάτων. Αὐτό τό κριτήριο εἶναι ἐκκλησιαστικό, τό ἀσφαλέστερο καί ἐπικρατέστερο στό χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἁγιολογίας…
Τό κείμενο αὐτό (ἐνν. τοῦ Πατριάρχου Νεκταρίου), γραμμένο μετά ἀπό δεδομένη Δυτική πρόκληση καί διεπόμενο ἀπό τήν σαφή βούληση νά διασταλεῖ ἡ Ὀρθόδοξη πράξη ἀπό τήν Δυτική παραχάραξη, εἶναι σημαντικότατο γιά τήν θεολογική πληρότητά καί σαφήνειά του. Διαφοροποιεῖ ἀφ’ ἑνός τήν ἀληθή ἀπό τήν ὑποτιθέμενη («σεσοφισμένη», πρβλ. Β’ Πέτρου 1, 16) ἁγιότητα καί ἀφ’ ἑτέρου ἐντοπίζει τήν πιστοποίηση τῆς ἁγιότητος στή θεία καί ὄχι στήν ἀνθρώπινη πλευρά» (Γ. Μεταλληνοῦ αὐτ. σελ. 6 - 7).
«Ἡ Ἐκκλησία, ὡς ζῶν σῶμα τοῦ ζῶντος Θεοῦ - γράφει ὁ Καθηγητής Συμεών Πασχαλίδης – διασώζει διαχρονικά ἐν ἑαυτῆ τό στοιχεῖο τῆς ἁγιότητος. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πρός τόν περιούσιο λαό Του (Λευϊτ. 11, 44), πού ἐπαναλαμβάνει ὁ ἀπ. Πέτρος, «κατά τόν καλέσαντα ὑμᾶς ἅγιον καί αὐτοί ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῆ γενήθητε. Διότι γέγραπται, ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἅγιος ἐγώ εἰμί» (Α’ Πέτρου 1, 16), δέν συνιστᾶ ἁπλῶς δείκτη γιά τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας πρός τήν ὁδό τῆς ἁγιότητος, ἀλλά προσδιορίζει μέ δυναμικό τρόπο καί τήν διαχρονικότητά της. Ἐφ’ ὅσον ὁ Θεός αὐτοπροσδιορίζεται ὡς ἅγιος, τότε καί ἡ Ἐκκλησία Του εἶναι ἁγία. Καί ἐφόσον εἶναι ἁγία ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, τότε καί τά μέλη Της, οἱ πιστοί, εἶναι ἅγια, καί τό ἀντίστροφο» (Συμεών Πασχαλίδη, «Οἱ νέοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας», Περιοδικό «Θεοδρομία», τ. 2/2003, σελ. 29).
Ὁ ὅσ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος διδάσκει σχετικά: «Μία εἶναι, Μία καί Μόνη ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία ἡ ἀληθινή, ἡ νύμφη ἡ καλή, ἡ ἐκλεκτή…Ποία εἶναι αὐτή; Αὐτή ἡ ἐδική μας ἁγία Μήτηρ, τοῦτ’ ἔστιν ἡ Ἀνατολική. Πόθεν δῆλον; Ἀπό τήν ἁγιότητα τῶν τέκνων Της. Ἁγία ἡ ρίζα, ἅγιοι καί οἱ καρποί. Ἐπειδή οὐ δύναται δένδρον σαπρόν ποιεῖν καρπούς καλούς. Δέν πιστεύετε; Ἐξαριθμήσομαι αὐτούς καί ὑπέρ ἄμμον θαλάσσης πληθυνθήσονται» (ὁσ. Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, «Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ὁ Ἀντίπαπας», Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 258. Ἀκόμη, γιά τόν ὅρο «Ἅγιος» βλέπε: H. Delehaye, “Sanctus”, 1927. M. P. Asting, “Die Heiligkeit im Urchristentum”, 1930. Ἀνδρέα Φυτράκη, "Λείψανα καί τάφοι Μαρτύρων κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνας", 1955).
Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης σχετικά μέ τήν σχέση θαυμάτων καί ἁγιότητος σημειώνει: «Εἶναι γνώμη τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι τῶν μέν Ὁσίων τά Λείψανα δέν προσκυνοῦνται ὡς ἅγια, ἄν ὁ Θεός δέν ἀποδείξη δι’ αὐτῶν θαύματα ἤ τό ὀλιγώτερον τά τιμήση διά τῆς εὐωδίας, μέ τό νά μήν εἶναι ἀποδεδειγμένα εἰς τούς ἀνθρώπους ἡ ἐν κρυπτῶ πίστις καί ἀγάπη αὐτῶν πρός τόν Θεόν. Τῶν δέν Μαρτύρων τά Λείψανα προσκυνοῦνται ὡς ἅγια καί χωρίς θαυμάτων καί εὐωδίας, μέ τό νά γίνεται φανερά εἰς ὅλους διά τῆς ἐμπράκτου ἀποδείξεως τοῦ μαρτυρίου, ἡ εἰς Θεόν τελεία πίστις καί τελεία ἀγάπη αὐτῶν. Τῶν ὁποίων τούτων προηγουμένως καί φανερῶς εὑρισκομένων εἰς τούς Μάρτυρας, ὡς παρακολουθήματα εἶναι πλέον τά θαύματα καί σχεδόν λογίζονται, ὅσον εἰς ἀπόδειξιν, περιττά» Νέον Μαρτυρολόγιον», σημ. σελ. 24).
Τά θαύματα, σάν "ἄνωθεν ἐπιβεβαίωση τοῦ ἁγιότητος τοῦ συγκεκριμένου προσώπου", ἀναζητοῦνται καί στήν περίπτωση διακηρύξεως ἁγιότητος λόγῳ "ἐξεχουσῶν ὑπηρεσιῶν πρός τήν Ἐκκλησία" (π. Γ. Μεταλληνός). Χαρακτηριστικές εἶναι οἱ περιπτώσεις τόσο Χριστιανῶν Ἡγεμόνων - ὅπως τοῦ Μεγ. Κωνσταντίνου καί τῆς Αὐγούστας Θεοδώρας - ὅσο καί Ἱεραρχῶν προμάχων τῆς Πίστεως, ὅπως τοῦ Σπυρίδωνος ἐπ. Τριμυθοῦντος καί τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Στήν ὑμνογραφία τῆς 21ης Μαϊου, ὁ Μέγας Κωνσταντίνος τιμᾶται ὄχι μόνο γιά τίς ὑψηλές - πράγματι - ὑπηρεσίες του πρός τόν Χριστιανισμό καί τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί γιά τήν θεοπτική του ἐμπειρία, ("τύπον σταυροῦ έν οὐρανῶ κατοπτεύσας..., (ἐδέχθης) τήν γνῶσιν τοῦ Πνεύματος"), ἡ ὁποία (θεοπτία) ἀπέδειξε τήν ἄνωθεν ἐπιλογή του ("τοῦ σταυροῦ σου τόν τύπον ἐν οὐρανῶ θεασάμενος... τήν κλήσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος"), ἀλλά καί γιά τά θαύματά του ("οὗ ἡ λάρναξ ἰάσεις βρύει").
Ἡ Αὐγούστα Θεοδώρα, τιμᾶται ὄχι μόνο γιά τίς ὑπηρεσίες πρός τήν Ἐκκλησία καί τήν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων Εἰκόνων, ἀλλά καί γιά τά θαύματά της καί γιά τήν ἀφθαρσία τοῦ Λειψάνου της ("ἡ θήκη, θεόπνευστε, τῶν σῶν ἁγίων λειψάνων, πλήρης οὗσα χάριτος, καταφλέγει τούς δαίμονας").
Ὁ ἅγ. Σπυρίδων, τιμᾶται πρωτευόντως σάν θαυματουργός - μέ κύριο θαῦμα τήν ἀφθαρσία τοῦ Λειψάνου του - καί δευτερευόντως σάν ὁμολογητής τῆς Πίστεως καί πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τήν Α' Ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδο (καί τά δύο στοιχεῖα τῆς ἁγιότητός του ἀναφέρονται στό Ἀπολυτικίκιό του: "Τῆς Συνόδου τῆς πρώτης ἀνεδείχθης ὑπέρμαχος καί θαυματουργός... διό νεκρά σύ ἐν τάφῳ προσφωνεῖς καί ὄφιν είς χρυσοῦν μετέβαλες").
Γιά δέ τόν ἅγ. Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, πρόμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τόν 14ο αἴ., ὁ ἅγ. Φιλόθεος ὁ Κόκκινος γράφει: "Στέργω καί τιμῶ τοῦτον ὡς Ἅγιον ἀπό τῶν θαυμάτων αὐτοῦ, ἅ μετά τήν ἐνθένδε πρός Κύριον ἐκδημίαν εἰργάσατο, ἰαμάτων πηγήν τόν ἴδιον ἀναδείξας τάφον" (PG 151, 648/9).
Μέρος Δεύτερο:

Διαδικασία διαπιστώσεως καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος

«Τήν εἰς τόν χορόν τῶν Ἁγίων καταρίθμησιν ἔκρινε ὁ λαός, αὐτός εἰς τό Ἑορτολόγιον κατατάττων, κατέττατε δέ καί ὁ Αὐτοκράτωρ, ἀλλ’ ἀπητεῖτο ἡ τοῦ λαοῦ συγκατάθεσις, ἐπί τῆ ἐξασκήσει τοῦ δικαιώματος τούτου».

Μανουήλ Γεδεών

Α. Οἱ χρησιμοποιούμενοι ὅροι
Προκείμενου περί τῆς διαπιστώσεως καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων, ἔχουν κατά καιρούς χρησιμοποιηθεῖ διάφοροι ὅροι, οἱ σπουδαιότεροι τῶν ὁποίων εἶναι οἱ ἐξῆς:
Ἁγιοποίησις. Κατά τόν Καθηγητή Στυλ. Παπαδόπουλο, «ὁ ὅρος «ἁγιοποίησις» προϋποθέτει μέ ἀπόλυτη σαφήνεια, ὅτι τό ἐκκλησιαστικό σῶμα πού τήν ἐπιχειρεῖ, ἀνεξάρτητα μέ τήν ἐσωτάτη διάθεσή του, μπορεῖ νά κάμει κάποιον Χριστιανό Ἅγιο. Τό πλήρωμα – δηλαδή – τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐνορίας ἤ μονῆς καί τελικά ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων πού λειτουργεῖ ἐπικυρωτικά, μπορεῖ νά κάμει κάποιον μετά τόν θάνατό του Ἅγιο. Τέτοια ἀντίληψη, τήν ὁποία προϋποθέτει ἡ λέξη «ἁγιοποίηση» (ποιῶ ἅγιο), εἶναι ἀπόλυτα ξένη πρός τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας» (Στυλ. Παπαδοπούλου, «Διαπίστωσις καί Διακήρυξις τῆς Ἁγιότητος τῶν Ἁγίων», Ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος», φ. 841, σελ. 1).
Ἀνακήρυξις καί Ἀναγνώρισις. Κατά τόν Καθηγητή Ἀμίλκα Ἀλιβιζάτο, «ὁ ὅρος «ἀναγνώρισις» προκρίνεται τοῦ ὅρους «ἀνακήρυξις», καθ’ ὅσον ἡ μέν ἀνακήρυξις ἔχει τήν ἔννοιαν τῆς ἐπισήμου καί αὐθεντικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἁγιοποιήσεως τῶν νέων Ἁγίων, ἡ δέ ἀναγνώρισις ἔχει τήν ἔννοιαν τῆς ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας (Κλήρου καί λαοῦ), αὐθορμήτου ἀναγνωρίσεως τῆς ὑφισταμένης ἁγιότητος τῶν τιμωμένων Χριστιανῶν, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι κατά πάντα σύμφωνον πρός τε τήν πρᾶξιν καί τήν διδασκαλίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» (Ἀμ. Ἀλιβιζάτου, «Ἡ ἀναγνώρισις τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», σελ. 18).
Σχετικά μέ τόν ὅρο «ἀνακήρυξις» ὁ Καθηγητής Στυλ. Παπαδόπουλος παρατηρεῖ: «Γραμματικά ἡ λέξις «ἀνακήρυξις» σημαίνει τήν ἀναγόρευση σέ Βασιλιά, Πρόεδρο, κ.λ.π. Πρίν τήν πράξη τῆς ἀναγορεύσεως ὁ Βασιλιάς, ὁ Πρόεδρος ἤ ὁ Βουλευτής, δέν μποροῦν νά ἀσκοῦν τά βασιλικά, προεδρικά ἤ τά βουλευτικά δικαιώματα καί καθήκοντα. Στήν περίπτωση ὅμως τοῦ Ἁγίου συμβαίνει ἀκριβῶς τό ἀντίθετο. Πρίν ἀπό τήν ἐπίσημη πράξη ἀνακηρύξεώς του ἦταν Ἅγιος. Δημιουργοῦσε, θαυματουργοῦσε, παραμυθοῦσε, ἀνάλογα μέ τό πόσο τόν εἶχε χαριτώσει ὁ Θεός. Ἐκεῖνο πού ἡ Σύνοδος προσέφερε μέ τήν πράξη ἀνακηρύξεως, ἦταν ἡ εὑρύτερη γνωστοποίηση τῆς ἁγιότητος τοῦ ἄλφα ἤ βῆτα ἱεροῦ ἄνδρα» (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ. σελ. 4).
Καί περί τοῦ ὅρου «ἀναγνώρισις» σημειώνει: «Ἡ λέξη «ἀναγνώρισις»…εἶναι ὅντως προτιμότερη ἀπό τίς προηγούμενες, ἀλλά ὄχι καί ἡ καταλληλότερη. Ἡ ἔννοιά της εἶναι: Ἀναγνωρίζω κάτι πού μέχρι τώρα δέν γνώριζα ἤ καί γνώριζα, δέχομαι κάτι ὡς πραγματικό, παρέχω σέ κάποιον ἤ σέ κάτι νομιμότητα, διαβεβαιώνω, ἀναγνωρίζω κάτι πού δέν εἶναι γνωστό… Ἡ κυρία ἀδυναμία τῆς λέξεως «ἀναγνώρισις», χρησιμοποιουμένης ὡς ὅρου γιά τήν διακήρυξη τῆς ἁγιότητητος ἑνός πιστοῦ, βρίσκεται στό ὅτι ἡ ἐνέργεια καθ’ ἑαυτήν τοῦ ἀναγνωρίζειν, προϋποθέτει ρόλο ἀποφασιστικό στό ὁποιοδήποτε σῶμα πού ἀναγνωρίζει κάποιον ἤ κάτι… Στήν περίπτωση ὅμως τοῦ Ἁγίου ἡ τοπική Ἐκκλησία καί ἡ Σύνοδος πού «ἀναγνωρίζουν», δέν παίζουν ρόλο ἀποφασιστικό, ἀλλά διαπιστωτικό καί ἐξαγγελτικό. Δέν ἀποφασίζουν γιά τήν ἁγιότητα κάποιου, ἀλλά διαπιστώνουν ἁπλῶς αὐτό πού ὑπάρχει καί ἰσχύει» (αὐτ. σελ. 4).
Διαπίστωσις, Διακήρυξις, Ἐγγραφή στό Ἁγιολόγιο. Οἱ ὅροι προτάθηκαν ἀπό τόν Καθηγητή Στυλ. Παπαδόπουλο. «Στήν πρώτη φάση τῆς διαδικασίας - γράφει – μέ τρόπο συνήθως ἁπλό καί σπάνια συστηματικό, γίνεται διαπίστωση τοῦ γεγονότος, ὅτι τό τάδε ἀποθανών μέλος τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε καί ἔχει χαρίσματα Ἁγίου. Πρόκειται γιά πράξη ἐμπειρική, πού εἶναι ἀποτέλεσμα θέας τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς καί τῆς δράσεως τοῦ Ἁγίου, ἀλλά καί γνώσεως πού ἀποκτᾶται μέσῳ ἀφηγήσεων ἤ γραπτῶν μαρτυριῶν...
Στήν δεύτερη φάση τῆς διαδικασίας, γιά νά τιμηθεῖ ἕνας ἱερός ἄνδρας ὡς Ἅγιος σήμερα, περιλαμβάνεται ἀναγκαστικά ἡ ἐπίσημη ἀπό Σύνοδο ἐξαγγελία καί ἀνακοίνωση ἐκείνου πού διαπιστώθηκε, τῆς ἁγιότητος – δηλαδή - ἑνός ἀποβιώσαντος μέλους τῆς Ἐκκλησίας… Ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας διακηρύσσει, δέν ἐλέγχει τήν ἁγιότητα τοῦ τάδε Ἁγίου. Διακηρύσσει τήν ἤδη διαπιστωμένη ἁγιότητα, διακηρύσσει τελικά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ τάδε ἀποθανών πιστός εἶναι Ἅγιος καί πρέπει νά θεωρεῖται καί νά τιμᾶται ὡς Ἅγιος…
Στήν τελευταῖα φάση τῆς διαδικασίας ἔχουμε τήν ἐγγραφή τοῦ Ἁγίου στό Ἑορτολόγιο
» (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ., φ. 848, σελ. 1 καί 4).

Β. Ἡ ἀκολουθούμενη διαδικασία
1. Ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν πρώτη χιλιετία.
Ἡ πρός τούς Ἁγίους τιμή τῆς Ἐκκλησίας διαμορφώθηκε ἤδη ἀπό τούς πρώτους Χριστιανικούς αἰῶνες. Ἀρχικά τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπένειμε τήν τιμή στούς Μάρτυρες, αὐτούς πού πρόσφεραν τήν ζωή τους ὑπέρ τῆς Πίστεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι πάθαιναν γιά τόν Χριστό, εἴτε μαρτυροῦσαν - ἔχαναν τήν ζωή τους (Μάρτυρες), εἴτε ἐπιζοῦσαν μετά τήν δοκιμασία (Ὁμολογητές), τιμῶνταν ἀμέσως ἀπό τούς πιστούς ἐφ’ ὅσον ἡ θυσία, τό «ὑπέρ Χριστοῦ πάσχειν», ἦταν ἀρκετό γιά τήν τιμή αὐτή. Ἀργότερα ἠ τιμή ἐπεκτάθηκε καί σέ ὅσα πρόσωπα διακρίνονταν «ἐπ’ ἀρετῆ καί ἁγιότητι βίου».
Ἡ πρός τούς Μάρτυρες τιμή τῆς Ἐκκλησίας ἄρχιζε ἤδη ἀπό τούς συγχρόνους τους, οἱ ὁποῖοι «πρίν ἤ ἐκεῖνοι τελειωθῶσιν» τούς ἀπένειμαν τιμή καί σεβασμό. Αὐτή ἡ ἀναγνώρισι – διαπίστωσι – διακήρυξι τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, ἦταν ἀπό τήν ἀρχή αὐθόρμητη καί δέν ὑπῆρχε καμμία - ἔστω τυπική – μορφή ἀναγνωρίσεως, δηλαδή ἐγκρίσεως ἤ ἀποφάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, τοπικῆς (Ἐπισκόπου) ἤ εὑρύτερης (Συνόδου). Ἐγίνετο ἁπλᾶ μέ τήν ἀποδοχή τοῦ νέου Ἁγίου ἀπό τό σῶμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τόν Κλῆρο - δηλαδή – καί τόν λαό, τούς ποιμένες καί τούς ποιμενομένους. Κάποιες πρωτοβουλίες μάλιστα ἐκκλησιαστκῶν Ἀρχῶν γιά τήν ἀποδοχή νέου Ἁγίου, χωρίς τήν συμμαρτυρία τῆς συννειδήσεως τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἔμειναν τελικῶς ἀνενέργητες καί δέν ἔγιναν ἀποδεκτές.
Γράφει σχετικά ὁ Καθηγητής Ἀμ. Ἀλιβιζάτος: «Ἡ καθαρῶς δημοκρατική ἀντίληψις ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ, περί ἴσων ἐν τῶ ἐκκλησιαστικῶ ὀργανισμῶ δικαιωμάτων τῶν Κληρικῶν καί τῶν λαϊκῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀναγνωριζομένης τοῖς Κληρικοῖς Jure Divino – Θείῳ Δικαίῳ κυβερνητικῆς αὐτῶν θέσεως, καταδεικνύει καί καθορίζει τήν ἐν τῶ ἐξεταζομένῳ ζητήματι θέσιν καί συμμετοχήν ἀμφοτέρων τῶν στοιχείων αὐτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ, ἄνεϋ πολλῆς δυσπιστίας ἤ οἱασδήποτε ἀμφισβητήσεως» (αὐτ. σελ. 21).
«Σύσσωμος ἡ Ἐκκλησία – συνεχίζει – κλῆρος καί λαός, ἐν ἀδιασπάστῳ ὁμοφωνίᾳ καί ἄνευ τυπικῶν καί ὀργανωτικῶν πράξεων, ἀνεγνώριζον τήν ἁγιότητα τῶν τιμωμένων, ἡ δέ πάνδημος αὕτη ἀναγνώρισις ἀπετέλει οἱονεί καί τήν ἐπικυρωτικήν καί καθιερωτικήν πρᾶξιν τῆς τῶν Μαρτύρων καί Ἁγίων ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἀναγνωρίσεως» (αὐτ. σελ. 36. Πρβλ. σχετικά: Χρυσ. Παπαδοπούλου, «Περί τῆς ἀνακηρύξεως τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Περιοδικό «Ἐκκλησία», ΙΒ/1934, σελ. 331 – 335. Μητροπ. Δέρκων Κωνσταντίνου Χαρισιάδου, «Ἡ ἀναγνώρισις Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, κατά τήν τάξιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου», στήν «Ἐπιστημονική παρουσία Ἑστίας Θεολόγων Χάλκης», τ. 1/1987, σελ. 225 – 241. Μητροπ. Σερρῶν Κωνσταντίνου, «Περί ἀναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Περιοδικό «Θεολογία», τ. 27/1956, σελ. 609 – 615).
Ὁ τρόπος αὐτός τῆς αὐθορμήτου ἀναγνωρίσεως ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, συνεχίσθηκε ἀναλλοίωτος καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς πρώτης Χριστιανικῆς χιλιετίας, ἀλλά καί κατά τήν δεύτερη. Ὁ Μανουήλ Γεδεών ὁμολογεῖ, ὅτι «κατέττατεν εἰς τόν χορόν τῶν Ἁγίων πάντοτε ὁ λαός: Οἱ κάτοικοι πόλεως, ἐπαρχίας ἤ χωρίου ἤ μοναστηρίου, τόν ὑπ’ αὐτῶν κρινόμενον τοιοῦτον» (αὐτ. σελ. 120). Ἀκόμη καί στίς περιπτώσεις ἐκεῖνες πού κάποια ἀναγνώριση, γιά λόγους ἄλλους κατά περίπτωση, ἔφθανε νά ἀπασχολήσει τήν ἐκκλησιαστική Ἀρχή, ὁ τελικά δικαιομένος ἦταν ὁ λαός. Κατά τόν Καθηγητή Στυλ. Παπαδόπουλο, «ἡ Σύνοδος διακηρύσσοντας τήν ἁγιότητα, δέν ἀποφασίζει – κρίνει τήν ἁγιότητα. Ἡ πράξη διακηρύξεως σημαίνει ἐδῶ πανηγυρική διακοίνωση γεγονότος ἤδη ἐμφανοῦς καί ἀποδεκτοῦ ἀπό μικρό ἤ μεγάλο ἀριθμό ἀξιοπίστων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας» (αὐτ. φ. 843, σελ. 1 καί 4).
Τό ὅτι οἱ λαμβανόμενες ἀπό ἐκκλησιαστική Ἀρχή ἀποφάσεις διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος νέων Ἁγίων, ἐξέφραζαν τήν συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἀποδεικνύουν καί οἱ περιπτώσεις τοῦ Ἱερομάρτυρος Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (τόν ὁποῖο ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης εἰσήγαγε στόν Συναξαριστή του τό 1818, 150 χρόνια πρίν τήν ἐπίσημη διακήρυξη τῆς ἁγιότητός του ἀπό τό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως) καί τοῦ ἐπίσης Ἱερομάρτυρος Σεραφείμ ἀρχιεπ. Φαναρίου. (Βλ. Φ. Μιχαλόπουλου, «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», 1980 καί Μητροπ. Θεσσαλιώτιδος Ἰεζεκιήλ, «Ἀκολουθία Ἱερομάρτυρος Σεραφείμ…», 1931).
Πράγματι, λοιπόν, «κατέττατεν ὁ λαός», ἡ δέ ἀπόφαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἄν καί ὅποτε ὑπῆρχε, σήμαινε ἁπλῶς τήν ἐγγραφή τοῦ ἤδη τιμωμένου Ἁγίου στό Ἑορτολόγιο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ΚΠόλεως. Δηλαδή ἡ Σύνοδος, «προβαίνει στήν διακήρυξη, ὄχι γιά νά ἀποκτήσει ἐγκυρότητα ὁ Ἅγιος, ἀλλά γιά νά πληροφορηθεῖ εὑρύτερα τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας…Τό Πατριαρχεῖο ἐπενέβαινε…ὄχι γιά νά ἐγκρίνει, ἀλλά γιά νά διευρύνει τόν ἑορτασμό τῆς μνήμη του, πού ἤδη γίνοταν» (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ.).
Ἡ ἀναμονή τῆς ἐπίσημης ἀποφάσεως ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Ἀρχή, σέ καμμία περίπτωση δέν σημαίνει, ὅτι δέν τιμᾶται "μέ τόν συνήθη ἐκκλησιαστικό τρόπο ὁ Ἅγιος, δηλαδή νά μήν ἑορτάζεται ἡ μνήμη του μέ συγκεκριμένη Ἀκολουθία οὔτε τοπικά, πρίν διακηρυχθεῖ ἡ ἁγιότητά του ἀπό τό Πατριαρχεῖο, μολονότι τοπικά ὁ Ἅγιος θεωρεῖται καί ἀντιμετωπίζεται σάν Ἅγιος" (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ., φ. 844, σελ. 1).

2. Ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν δεύτερη χιλιετία
α. Ἡ πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
Ἀπό τά κρατοῦντα στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τήν δεύτερη χιλιετία, θά ἀναφέρουμε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις:
Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθάτος, ἀναφέρει στήν βιογραφία τοῦ ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ὅτι μετά ἀπό ραδιουργίες τοῦ Μητροπολίτου Νικομηδείας Στεφάνου, ὁδηγήθηκε ὁ Συμεών σέ δίκη ἐνώπιον τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου τῆς ΚΠόλεως μέ τήν κατηγορία, ὅτι τόν Γέροντά του Στουδίτη Μοναχό Συμεών τόν Εὐλαβῆ τόν θεωροῦσε Ἅγιο καί τιμοῦσε μέ μεγαλοπρέπεια τήν ἐτήσια μνήμη του. Σημειώνεται ἐδῶ, ὅτι ὁ τότε Πατριάρχης ΚΠόλεως Σέργιος, «τήν μνήμην τιμῶν τοῦ Συμεών τοῦ Εὐλαβοῦς, ἔστελλε κατά τήν ἐπέτειον ἱεράν ἐπ’ αὐτῶ μνήμην, ἐπί καί ἕξ ἔτη, θυμιάματα καί λαμπάδας» (Μανουήλ Γεδέων αὐτ. σελ. 121).
Ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου, ἀφοῦ ἄκουσε κατήγορο καί κατηγορούμενο, «οὐδέν μέν ἐψηφίσατο κατά τῆς αἰωνοβιότου συνηθείας τοῦ πανηγυρίζειν ἑκάστην μονήν τήν μνήμην ὡς ἄν γινώσκωσι μοναχῶν ἐπ’ αὐστηρότητι βίου καί ἐπ’ εὐσεβείᾳ» (Μανουήλ Γεδεών αὐτ. σελ. 121). Διέταξε ὅμως καί τόν Συμεών νά περιορίσει τήν μεγαλοπρέπεια τῆς μνήμης τοῦ Γέροντός του καί νά ἀφαιρεθοῦν οἱ εἰκόνες του πού ἦσαν «πολλαχοῦ άναστηλωμέναι» (ἴσως γιά νά ἱκανοποιηθεῖ καί ὁ κατήγορος Μητροπολίτης).
Παρόμοιο εἶναι καί τό παράδειγμα τῆς τιμῆς πρός τόν ἅγ. Συμεών τόν Νέο Θεολόγο. Ὁ ὅσ. Νικήτας ὁ Στηθάτος, ἀμέσως μετά τήν κοίμησι τοῦ ὁσ. Συμεών, ἔγραψε βιογραφικό ἐγκώμιο πρός τιμήν του καί συνέθεσε Ἀκολουθία, τήν ὁποία ἔψαλλε ἐπί τοῦ τάφου του. Σημειώνουμε, ὅτι ἐκτός ἀπό τήν Μονή τοῦ ἁγ. Μάμμαντος ΚΠόλεως (ὅπου εἶχε διατελέσει ἡγούμενος ὁ ὅσ. Συμεών) καί ἄλλες μονές εἶχαν εἰσαγάγει τήν μνήμη του στή λατρευτική τους καθημερινότητα (ὅπως ἐκείνη τῶν Ἰωάννου καί Φιλοθέου ΚΠόλεως).
Ἡ ὁσ. Εἰρήνη, ἡγουμένη τῆς Μονῆς Χρυσοβαλάντου ΚΠόλεως, ἀρχικά ἑτιμᾶτο κατ’ ἔτος πανηγυρικά ἀπό κάποιο συγγενή της, ὁ ὁποῖος εἶχε σωθεῖ ἀπό θανατική καταδίκη διά πρεσβειῶν της καί σταδιακά ἡ μνήμη της ἐπεκτάθηκε καί ἐκτός τῶν ὁρίων τῆς μετανοίας της.
Μία πλέον ἐπίσημη σχετική μαρτυρία εἶναι ὅσα εἶπε ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγ. Φιλόθεος ὁ Κόκκινος ἐνώπιον τῆς κατά Κυδώνη Συνόδου, περί τῆς τιμῆς τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἕξι μόλις χρόνια μετά τήν κοίμηση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ὁ Φιλόθεος ὁμολογεῖ τά ἀκόλουθα:
«Διά τοῦτο καί ἐγώ (ἐνν. γιά τήν ὅλη βιοτή τοῦ Γρηγορίου), ἐν τῶ μοναστηρίῳ τοῦ Ἀκαταλήπτου καθήμενος καί ἰδιάζων, περιφανῆ τινά καί μεγάλην ἑορτήν ἐπετέλουν τῶ Ἁγίῳ τούτῳ… Ἐπεί οἱ Λαυριῶται ἔγραψαν καί ἀνέφερον ἡμῶν περί τούτου, ἔγραψα πρός ἐκείνους ἵνα πᾶς ὁ βουλόμενος ἑορτάζη τοῦτον κατ’ ἰδίαν… Ἐν τῆ Μεγάλῃ δέ Ἐκκλησίᾳ οὐκ ἐποιοῦμεν τοῦτο καί καθόλου ταῖς λοιπαῖς ἐκκλησίαις πανταχοῦ, ὅτι οὔπω περί τούτου τῆ Ἱερᾶ Συνόδῳ ἐκοινωνησάμην» (Μανουήλ Γεδεών αὐτ. σελ. 122).
Ὁ ἴδιος Πατριάρχης ἅγ. Φιλόθεος ἀναφέρει τό παράδειγμα τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου, τόν ὁποῖο ὁ Θεός «ἐδόξασε διά τῶν θαυμάτων καί μήπω τῆς Ἐκκλησίας ἀναστηλωσάσης αὐτόν, ἑορτήν ἐπετέλουν περιφανῆ οἱ τοῦ μοναστηρίου αὐτοῦ μοναχοί καί τήν ἱεράν αὐτοῦ εἰκόνα ἔφερον ἐν τῆ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας».
Κατά τήν ἐξεταζομένη πάντως περίοδο ἄρχισε σταδιακά νά ἐμφανίζεται ἡ πρακτική τῆς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος νέων Ἁγίων μέ ἀπόφαση μείζονος Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, δηλαδή Συνόδου. Οἱ σχετικές περιπτώσεις εἶναι οἱ ἐξῆς:
Τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἐπί πατριαρχείας ἁγ. Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου (1354 – 1355, 1364 – 1376).
Τοῦ ἁγ. Γερασίμου Κεφαλληνίας, ἐπί πατριαρχείας Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως (+ 1638).
Τοῦ ἁγ. Διονυσίου ἀρχιεπ. Αἰγίνης, ἐπί πατριαρχείας Γαβριήλ Γ’ (1716 – 1723).
Τῆς Ὁσιομάρτυρος Φιλοθέης τῆς Ἀθηναίας, ἐπί πατριαρχείας Ματθαίου Β’ (1599 – 1602).
Τό ὅτι ἡ ἀρχαία ἐκκλησιαστική παράδοσις καί πρακτική τῆς πρώτης χιλιετίας σχετικά μέ τήν διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τῶν νέων Ἁγίων, συνέχισε νά τηρεῖται καί κατά τήν δεύτερη χιλιετία, ἀκόμη καί μετά τήν ἐμφάνιση Συνοδικῶν ἀποφάσεως διακηρύξεως (15ος αἰ.), ἀποδεικνύεται καί ἀπό πραγματεία πού ἔγραψε ὁ ὅσ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος («Ὅτι οἱ νέοι Μάρτυρες εἰσίν Ἅγιοι καί πρέπει νά τιμῶνται ὡς τοιοῦτοι καί ἄνεϋ κανονικῆς διαγνώσεως τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας», Ἀρχιεπ. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου αὐτ.).
Τό ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς πρέπει νά βρίσκονται σέ συμφωνία μέ τήν συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, ἀποδεικνύονται ἀπό τά ἀκόλουθα δύο περιστατικά:
Τό πρῶτο ἀφορᾶ προσπάθεια ἐπιβολῆς ἀπό Ἐκκλησιαστική Ἀρχή κάποιου προσώπου ὡς Ἁγίου. Πρόκειται γιά τήν ἀναφερόμενη ἀπό τόν ἐκκλησιαστικό Ἱστορικό Σωκράτη περίπτωση τοῦ μοναχοῦ Ἀμμωνίου, μέ πρωταγωνιστή μάλιστα τόν ἅγ. Κύριλλο, Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἐκκλησιαστική Ἱστορία» 7/14, PG 67, σελ. 768 Α). Ὅπως γράφει καί ὁ Μανουήλ Γεδεών, «πάθος ἀνήφθη προσωπικόν μεταξύ Κυρίλλου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας καί Ὀρέστου τοῦ τῆς πόλεως ταύτης Ἐπάρχου… Κατελθόντες δέ εἰς τήν πόλιν μοναχοί, περί τούς πεντακοσίους, ἀφοσιωμένοι τῶ Κυρίλλῳ, ἐπετέθησαν κατά τοῦ Ὀρέστου, ὑβρίζοντες αὐτόν ὡς εἰδωλολάτρην… Εἷς ἐξ αὐτῶν, Ἀμμώνιος καλούμενος, ἔριψε κατά τῆς κεφαλῆς τοῦ Ὀρέστου λίθον, ἔρρευσε σ’ αἷμα πολύ. Συλληφθείς ὁ Ἀμμώνιος ἐτιμωρήθη, τιμωρούμενος δέ ἀπέθανε. Ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ἀπένειμε αὐτῶ τιμάς Ἁγίου καί μετωνόμασεν ἀπό Ἀμμώνιον Θαυμάσιον» (Μ. Γεδεών, «Ἁγιοποιήσεις», σελ. 119 – 110). Καί κατά τόν Σωκράτη, «Μάρτυρα χρηματίζειν ἐκέλευσεν καί λόγον ἐπ’ ἐκκλησίαις ἐξεφώνησεν».
Συνεχίζοντας ὁ ἱστορικός λέγει γιά τόν εὐσεβῆ λαό: «Οἱ σωφρονοῦντες, καίπερ ὄντες Χριστιανοί, οὐκ ἀπεδέξαντο τήν περί τούτου σπουδήν τοῦ Κυρίλλου. Ἠσπάσαντο γάρ προπετείας δίκην δεδωκέναι τόν Ἀμμώνιον, οὐ μήν ἀνάγκη ἀρνήσεως Χριστοῦ, ἐναποθανεῖν τοῖς βασάνοις. Διό καί Κύριλλος κατά βραχύ, τῶ ἡσυχάζειν, λήθην τοῦ γενομένου εἰργάσατο» (Σωκράτης αὐτ.).
Τό δεύτερο περιστατικό ἀφορᾶ τόν διά Χριστόν Σαλό Προκόπιο τοῦ Οὔστιουγκ Ρωσίας, τοῦ ὁποίου τήν ἁγιότητα ἀμφισβήτησε ὁ τοπικός κλῆρος. Ὁ διά Χριστόν Σαλός Προκόπιος (+ 1303), τιμήθηκε ἰδιαίτερα ἀπό τόν λαό τῆς περιοχῆς του (Οὔστιουγκ Ρωσίας) καί μετά τόν θάνατό του ἕνα ξύλινο παρεκκλήσιο ὑψώθηκε πάνω ἀπό τόν τάφο του. Ὁ τοπικός κλῆρος - προφανῶς θιγμένος ἀπό τήν δημόσια στηλίτευση τῶν κοινωνικῶν, ἀλλά καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν κακῶς κειμένων ἀπό τόν Σαλό - ἀντέδρασε στήν «αὐθαιρεσία» τοῦ λαοῦ καί κατεδάφισε τό παρεκκλήσιο! Ὅμως ὁ λαός ἐπέμεινε καί τελικά ὁ ὅσ. Προκόπιος, μέ διαπιστωμένη τήν ἁγιότητά του ἀπό τόν λαό καί «βοῶσα ὑπέρ αὐτοῦ» τήν κοινή ἐκκλησιαστική συνέιδηση, ἐπιβλήθηκε καί στήν Ἐκκλησιαστική Ἀρχή καί ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε Συνοδικά.

β. Ἡ πράξη τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας
Ἐνῶ, ὅπως ἀναφέραμε, κατά τήν δεύτερη χιλιετία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀκολούθησε τήν ἀρχαία ἐκκλησιαστική πράξη καί τήν πρακτική τῆς πρώτης χιλιετίας στό θέμα τῆς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τῶν νέων Ἁγίων, στήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054 παρατηρεῖται σοβαρή ἀπόκλιση, μέ ὅλο καί ἐπισημότερη παρέμβαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς καί δή τοῦ Πάπα.
Κατά τόν 11ο αἰ. οἱ Πάπες Οὐρβανός Β’, Κάλλιστος Β’ καί Εὐγένιος Γ’ περιώρισαν τήν πρωτοβουλία τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων καί τελικά τό 1634 ὁ Πάπας Οὐρβανός Ζ’ μέ εἰδική ἀπόφασή του, καθώρισε τό «ἀνακηρύσσειν Ἁγίους» σάν ἀποκλειστικό δικαίωμα τοῦ ἑκάστοτε Πάπα.
Ἡ ἀνακήρυξις (διότι οὐσιαστικά περί ἀνακηρύξεως πρόκειται) τῶν Ἁγίων στόν Παπισμό, πῆρε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου τήν μορφή μιᾶς πολύπλοκης νομικῆς διαδικασίας. Κατ’ αὐτή ὁ «ὑποψήφιος ἅγιος» ὑποβάλλεται σέ ἐξονυχιστική ἔρευνα πάνω σέ ὅλα τά θέματα πού πιθανόν ἀφοροῦν τό πρόσωπό του (πίστις, βίος, θαύματα, λείψανο, κ.λ.π.). Τήν ἔρευνα διεξάγει μία εἰδική ἐπιτροπή, ἡ Promotor Fidei, ἕνα μέλος τῆς ὁποίας μάλιστα ὁρίζεται "συνήγορος τοῦ Διαβόλου - Advocatus Diaboli", μέ σκοπό τήν παρουσίασι τῶν πιθανῶν μελανῶν σημείων τῆς ζωῆς τοῦ ἐξεταζομένου.
Ἐάν μετά τήν περάτωση τῆς ἐξετάσεως δέν ὑπάρχει διαφωνία στήν ἐπιτροπή, τότε ὑποβάλλεται στόν Πάπα ἡ σχετική πρόταση ἁγιοποιήσεως, μετά τήν ὁποία ὁ Πάπας ἐκδίδει τήν ἀνάλογη ἀπόφαση ἁγιωνυμίας ἤ μακαριωνυμίας. Χαρακτηριστικό τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν Παπικῶν ἀπό τῆς παράδοση καί πράξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς πρώτης χιλιετίας, εἶναι ἡ ὕπαρξη δύο εἰδῶν Ἁγίων, τῶν «Ἁγίων – Sanctus» (οἱ ὁποῖοι τιμῶνται ἀπό ὅλη τήν Παπική Ἐκκλησία) καί τῶν «Μακαρίων - Beatus» (οἱ ὁποῖοι τιμῶνται τοπικά). (Βλ. C. Beceari, "Ἀναγνώρισις Ἁγίων καί Μακαρίων", στήν "Καθολική Ἐγκυκλοπαίδεια", τ 7, σελ. 364 κ. ἐξ.)
γ. Παπική ἐπιρροή στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
Τά προηγουμένως διαλαμβανόμενα περί τῆς πράξεως τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας ἔχουν «ἐν πολλοῖς» εἰσαχθεῖ καί στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἀλλά καί ἡ ἀντίστοιχη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Εἰδικώτερα:

1. Ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας
Στή Ρωσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, βοηθούσης τῆς ἀπολυταρχίας τῶν Τσάρων, ἐπικράτησε σταδιακά μία πολύπλοκη διαδικασία ἡ ὁποία ἀπαιτοῦσε ἐκτός ἀπό τήν συμμετοχή τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς (ἀρχικά τοῦ Μητροπολίτη Ρωσίας, ἔπειτα τοῦ Πατριάρχη Μόσχας καί τελικά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου), μέ τήν συμμετοχή καί τῆς Πολιτειακῆς Ἀρχῆς (τοῦ Τσάρου – Αὐτοκράτορα). Ἡ διαδικασία αὐτή διαμορφώθηκε κυρίως ἀπό τήν βασιλεία τοῦ Μεγάλου Πέτρου (1682 - 1725), ὅταν στά πλαίσια τῆς δυτικοποιήσεως τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας, υἱοθετήθηκαν Δυτικές (ἐν προκειμένῳ Παπικές) πρακτικές καί στό θέμα αὐτό.
Χαρακτηριστικό τῆς συμμετοχῆς καί τοῦ ἐνεργοῦ ρόλου τοῦ Ἡγεμόνα στό θέμα τῆς διακηρύξεως τῶν Ἁγίων εἶναι τό γεγονός, ὅτι κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ (1547 – 1584), διακηρύχθηκε ἡ ἁγιότητα 39 νέων Ἁγίων (μέ τίς Συνόδους τοῦ 1547 καί τοῦ 1549), ἐνῶ τό 1903 ὁ Τσάρος Νικόλαος Β’ καί ἡ Αὐτοκρατορική Οἰκογένεια συμμετεῖχαν προσωπικά στίς τελετές διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ.
Κατ’ ἀρχήν στό Ρωσικό Ἁγιολόγιο ὑπάρχουν Ἅγιοι καί Μακάριοι, μέ τήν ἔννοια τῶν καθολικά καί τοπικά τιμωμένων ἱερῶν προσώπων, ὅπως ἀντίστοιχα συμβαίνει καί στόν Παπισμό.
Σέ ὅτι ἀφορᾶ τήν διαδικασία, ἀρχικά τήν ἀναγνώριση – διαπίστωση διενεργεῖ ὁ Ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς πού ἀναδείχθηκε ὁ νέος Ἅγιος καί τελικά ἡ Σύνοδος μέ τήν παρουσία τοῦ Μονάρχη προβαίνει στή διακήρυξη. Κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας ἐξετάζονται καταλεπτῶς τά τοῦ βίου καί τῶν θαυμάτων καί ἰδιαίτερα τά τῶν Λειψάνων τοῦ νέου Ἁγίου (οἱ Ρῶσοι δίνουν μεγάλη σημασία στήν διατήρηση - ἀφθαρσία τῶν σωμάτων τῶν Ἁγίων).
Ἡ ἐπίσημη τελετή διακηρύξεως περιλαμβάνει ἀρχικά ἐπιμνημόσυνη δέηση (γιά τήν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς τοῦ διακηρυσσομένου Ἁγίου), στή συνέχεια ἀποκάλυψη τῆς εἰκόνας του (ἐνῶ ψάλλεται τό Ἀπολυτίκιό του) καί κατόπιν πανηγυρική Θεία Λειτουργία προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου (κατά τήν α’ καί β’ Πατριαρχική Περίοδο, 1589 – 1721 καί 1917 - σήμερα) ἤ τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου (κατά τήν Συνοδική Περίοδο, 1721 - 1917), συμπαραστατουμένου ἀπό πολλούς Ἀρχιερεῖς, παρουσίᾳ τοῦ Τσάρου – Αὐτοκράτορα. Τά Λείψανα τοῦ νέου Ἁγίου, ἄν ὑπάρχουν, κατατίθενται σέ λάρνακα, ἡ ὁποία συνήθως προσφέρεται ἀπό τά Ἀνάκτορα.
Σχετικά μέ τό θέμα τῆς ἀφθαρσίας τῶν ἁγίων Λειψάνων, ἡ τοπική Σύνοδος τῆς Μόσχας τοῦ 1551 - ὑπό τήν προερδεία τοῦ Μητροπ. Ρωσίας ἁγ. Μακαρίου (1542 – 1563), κατά τήν βασιλεία τοῦ Τσάρου Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ - γνωστή σάν «Σύνοδος τῶν Ἑκατό Κεφαλαίων», ὅρισε ὅπως «τά τῶν νεκρῶν σώματα, τά εὑρισκόμενα καί ἐν τοῖς νῦν καιροῖς τούτοις ἀκέραια καί ἄλυτα, μή τολμηζέτω τις ἀπό τοῦ νῦν, ἄνεϋ ἀξιοπίστου μαρτυρίας καί Συνοδικῆς ἀποφάσεως, σέβεσθαι ὡς ἅγια, διότι εὑρίσκονται πολλά σώματα ἀκέραια καί ἄλυτα, οὐχί ἀπό ἁγιωσύνης, ἀλλά ὡς ὑπ’ ἀφορισμοῦ καί κατάρας» (Κ. Δεληκάνη, «Πατριαρχικά Ἔγγραφα», τ. 3, σελ. 136. Βλ. ἀκόμη J. Bois, "Ἡ ἀναγνώρισις τῶν Ἁγίων εἰς τήν Ρωσικήν Ἐκκλησίαν", στό "Λεξικό τῆς Καθολικῆς Θεολογίας", τ. 7, σελ. 1659 καί ἐξ.).

2. Τό ἐρώτημα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας (1931)
Τό 1931, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας, ἐπί Πατριάρχου Μύρωνος Κριστέα, ὑπέβαλλε στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό ἐρώτημα περί τοῦ πῶς «μετά θάνατον κάποιος ἀναγνωρίζεται καί ἀνακηρύσσεται Ἅγιος». Τό ἐρώτημα αὐτό οἱ περί τήν Ἁγιολογία καί τό Κανονικό Δίκαιο εἰδικοί, ἀπ’ ἀρχῆς θεώρησαν περιττή καί καρπό τῆς ἐπικρατούσης σέ κάποιους ἐκκλησιαστικούς κύκλους ἀντιλήψεως, περί προσαρμογῆς κάθε ἐκκλησιαστικῆς πράξεως σέ συγκεκριμένο ἐπίσημο καί προκαθορισμένο τυπικό.
Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀπάντησε τήν 24. 3. 1931, πρόχειρα καί βεβιασμένα ὅπως ἀποδεικνύεται, τά δέ κύρια σημεῖα τῆς ἀπαντήσεως εἶναι τά ἀκόλουθα:
«Κατά τήν παρ’ ἡμῖν παράδοσιν ἐφαρμόζονται - προκειμένου περί ἀναγνωρίσεως καί κατατάξεως εἰς τόν χορόν τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ὑπό τοῦ Θεοῦ δεδοξασμένων προσώπων – αἱ ἐξῆς γενικαί ἀρχαί:
Α. Ἡ ἐξέλεγξις τῶν στοιχείων τῆς ἁγιότητος διά Συνόδου…
Β. Ἡ ἐξέλεγξις περιτεύει τῶν ἱερῶν ἐκείνων προσώπων, ὅπερ ἡ γενική ἐκκλησιαστική συνείδησις ποιμένων τε καί ποιμενομένων ἀνεγνώρισεν ὡς Ἁγίους καί ὡς τοιούτους ἐπί μακρόν ἤδη χρόνον τιμᾶ καί γεραίρει. Τῶν ἱερῶν τούτων προσώπων, τῶν σιωπηρῶς μέχρι τοῦ νῦν ὡς ἡγιασμένων παρά τοῦ Θεοῦ τιμωμένων, γίνεται τυπική ἀναγνώρισις ὑπό τῆς Ἐκκλησίας κατά τά ἀνωτέρω.
Γ. Κατά τήν ἀνακήρυξιν γίνεται σχετική ἐκκλησιαστική πρᾶξις…
Δ. Ἡ πρᾶξις τῆς ἀνακηρύξεως ὑπογράφεται πανηγυρικῶς ἐν τῶ ναῶ… (δίδονται λειτουργικές ὁδηγίες).
Ε. Εὐκαίρως περί τῶν ἀξιολογοτώρων ἐκ τῶν ἀνακηρυχθησομένων Ἁγίων, συντάσσεται καί ἰδιαιτέρα ἀνάλογος Ἀκολουθία…
Στ. Ἐπίσης ἀναγκαῖα ἐστίν ἡ ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων, ἄν ταῦτα σώζονται, καί τό χρῖσμα αὐτῶν δι’ Ἁγίου Μύρου. Κατά τήν ἀνακομιδήν δέ τῶν Λειψάνων, συνήθεις εἰσί παννυχίδες καί Λειτουργίαι πανηγυρικαί
» (Περιοδικό «Ὀρθοδοξία» ΚΠόλεως, τ. 6/1931, σελ. 281 κ. ἐξ.).
Κατά τόν Μανουήλ Γεδεών, ἡ ἀπάντηση στήν ἐρώτηση αὐτή, «ἔδειξεν τήν εἰς εἰδήσεις πτωχείαν τῶν πολυμαθῶν αὐτῆς συντακτῶν, ἀρκεσθέντων εἰς τήν λεηλασίαν τῶν προλεγομένων τοῦ «Ἑορτολογίου» του (Μανουήλ Γεδεών, εἰσαγωγικά «Ἁγιοποιήσεων»).
Πάνω στά διατυπούμενα στό προηγούμενο ἔγγραφο εἶναι ἀναγκαίες κάποιες παρατηρήσεις:
Α. Ἡ διατύπωση τῆς πρώτης παραγράφου, περί ἐξελέγξεως «τῶν στοιχείων τῆς ἁγιότητος διά Συνόδου», ἀποτελεῖ σαφέστατη υἱοθέτηση τῆς Παπικῆς σχετικῆς ἐπιτροπῆς (Promotor Fidei).
Β. Τό γραφόμενο στή δεύτερη παράγραφο περί «τυπικῆς ἀναγνωρίσεως», βρίσκεται σέ πλήρη ἀσυμφωνία μέ τήν πράξη καί τήν παράδοση τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καί ἀποτελεῖ καινοτομία.
Γ. Ἀπό τίς δύο πρῶτες παραγράφους προκύπτει, ὅτι κατά τούς συντάκτες τῆς Πατριαρχικῆς ἀπαντήσεως ὑπάρχουν δύο εἰδῶν Ἅγιοι:
1. Οἱ γνωστοί στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐκείνοι δηλαδή τούς ὁποίους «ἡ γενική ἐκκλησιαστική συνείδησις ποιμένων τε καί ποιμενομένων ἀνεγνώρισεν ὡς Ἁγίους καί ὡς τοιούτους ἐπί μακρόν ἤδη χρόνον τιμᾶ καί γεραίρει», τούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή πρέπει νά ἀναγνωρίζει τυπικά («τῶν ἱερῶν τούτων προσώπων, τῶν σιωπηρῶς μέχρι τοῦ νῦν ὡς ἡγιασμένων παρά τοῦ Θεοῦ τιμωμένων, γίνεται τυπική ἀναγνώρισις ὑπό τῆς Ἐκκλησίας») καί
2. Οἱ ἄγνωστοι στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, τούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή, ἀφοῦ ἐξετάσει Συνοδικῶς, ἀναγνωρίζει - ἀνακηρύσσει οὐσιαστικά, δηλαδή ἁγιοποιεῖ.
Τέτοιες δοξασίες εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστες στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὁ Καθηγητής Στυλ. Παπαδόπουλος γράφει: «Ἀκόμη καί ἄν στήν πρώτη φάση μεσολαβήσει ἔρευνα συστηματική, δηλαδή ἄν ἡ Σύνοδος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἐρευνήσει μέ ἀπεσταλμένους τά ἀφορῶντα τόν Ἅγιο, πάλι περί ἁπλῆς διαπιστώσεως θά πρόκειται. Θά κληθοῦν, δηλαδή, κάποιοι νά καταθέσουν – πληροφορήσουν, τι διαπίστωσαν στόν βίο καί τό ἔργο τοῦ Ἁγίου καί τι τό θαυμαστό ἔπεσε στήν ἀντίληψή τους, πού νά ὀφείλεται στίς πρεσβεῖες τοῦ ἀποβιώσαντα ἱεροῦ ἄνδρα. Καί ἡ συστηματική ἑπομένως ἔρευνα εἶναι πάλι διαπιστωτική, ἁπλή διαπίστωση…
Δέν ἐξετάζεται λεπτομερῶς, ὅπως γίνεται στήν Παπική Ἐκκλησία, ὁ βίος τοῦ Ἁγίου καί δέν μπαίνουν σέ κάποια ζυγαριά οἱ ἀρετές, ἡ κατά περίπτωση συμπεριφορά του, οἱ πνευματικές ἀποτυχίες καί ἐπιτυχίες. Πολύ περισσότερο πού οἱ γνήσιοι πνευματικοί ἄνδρες φροντίζουν νά κρύπτουν τίς πνευματικές τους κατακτήσεις, φοβούμενοι τόν κίνδυνο τῆς κενοδοξίας, τῆς ἐπάρσεως. Ἀπόλυτο κρητήριο γίνονται τά ἐξαιρετικά χαρίσματα πού ὁ Θεός ἔδωσε χάριν τῶν ἀνθρώπων. Ἀφοῦ ὁ Θεός ἔδωσε τά χαρίσματα αὐτά, σημαίνει ?τι ἔκρινε - ἀποφάσισε γιά τήν ἁγιότητα τοῦ ἄλφα ἤ βῆτα πιστοῦ. Δέν ἐπιτρέπεται, λοιπόν, νά κρίνουμε τήν ἀπόφαση – θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀνακρίνοντας καί ζυγίζοντας λεπτομερῶς τά θετικά καί ἀρνητικά σημεῖα τῆς ζωῆς του. Κύριο ἔργο μας εἶναι ἡ διαπίστωσις τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου, τά ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα καί μερικά περιττά καί ἀντιπνευματικά
» (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ., φ. 843, σελ. 4).
Δ. Τό ἴδιο ἄγνωστος στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση εἶναι καί ὁ διαχωρισμός τῶν Ἁγίων σέ ἀξιολογωτέρους καί μή. Οἱ Ἅγιοι ὑπέρκεινται ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἁπλᾶ ἄλλων ἡ μνήμη εἶναι οἰκουμενικά γνωστή καί ἄλλων τοπικά.
Ε. Ἡ ἀναφερόμενη στήν ἕκτη παράγραφο χρήση τῶν Λειψάνων μέ Ἅγιο Μῦρο, προσκρούει στόν ΜΖ’ Ἀποστολικό Κανόνα καί στόν ΙΠ’ τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης (Ράλλη – Ποτλῆ, «Σύνταγμα Κανόνων», ΚΕ’ ἐρώτηση Θεοδώρου τοῦ Βαλσαμῶνος, τ. Δ’, σελ. 467).

4. Ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἀπό τοῦ αὐτοκεφάλου της (1833) μέχρι σήμερα, ἔχουμε μία μόνο Συνοδική διακήρυξη ἁγιότητος νέου Ἁγίου, τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Ε’ Πατριάρχου ΚΠόλεως, τό 1921. Τήν ἁγιότητα τοῦ Ἱερομάρτυρα καί Ἐθνομάρτυρα Πατριάρχη διακήρυξε «δι’ εὐνοήτους λόγους», ἀντί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μέ Σύνοδο πού συκλήθηκε στήν Ἀθήνα τήν 8. 10. 1921, ὑπό τήν προεδρεία τοῦ Μητροπ. Ἀθηνῶν Θεοκλήτου, μέ τήν συμμετοχή 16 Ἀρχιερέων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τοῦ παρεπιδημοῦντος Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Φωτίου. (Βλ. Ἀντ. Μάρκου, " Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Ε’ - ὁ Ἱερομάρτυρας καί Ἐθνομάρτυρας Οἰκουμενικός Πατριάρχης").
Ἔκτοτε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπευθύνεται στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο διενεργεῖ τίς διακηρύξεις μέ ἀπόφασι τῆς περί τόν Θρόνο Ἱερᾶς Συνόδου (ἔτσι ἔχει διακηρυχθεῖ ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἡ ἁγιότητα τῶν Ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, Νεκταρίου ἐπ. Πενταπόλεως, Ἀρσενίου τοῦ Παρίου, Πελαγίας τῆς Τήνου, Λυδίας τῶν Φιλίππων, Παναγῆ Μπασιᾶ, Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκη, Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, Εὐσταθίου καί Συμεών Ἀρχιεπισκόπων Θεσσαλονίκης, Μακαρίου τοῦ Πατμίου, Ἐφραίμ τοῦ Ὄρους Ἀμώμων, Νεομαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης Θέρμης Λέσβου, κ. ἄ.).

Συμπεράσματα
Α. Τό ζητούμενο κατά τήν διαδικασία διαπιστώσεως τῆς ἁγιότητος ἑνός προσώπου εἶναι πρῶτον ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις – μετοχή στό σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί δεύτερον τά διά πρεσβειῶν του θαύματα, «ἐν ζωῆ καί μετά θάνατον». Μάλιστα τά θαύματα στήν ἐποχή μας - «τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις τῆς πονηρίας», τῆς «ἤδη καί τά θαύματα παραπλαττούσης καί τάς ἀρετάς τῆ ὑποκρίσει μᾶλλον κιβδηλευούσης» - θεωροῦνται σημαντική παράμετρος, γιά τοῦτο «λίαν θηρεύομέν τε καί ἀπαιτοῦμεν καί εἰς κρίσιν καλοῦμεν, καίτοι τοῖς πάλαι, εἰλικρινέστερον κατά Θεόν πολιτευομένοις, οὐ πάνυ τοῦτο ἀντεξητάζετο» (Πρβλ. Εὐγενίου Βουλγάρεως, «Πρός Πέτρον Κλαίρκιον…», σελ. 113).
Β. Τήν ἁγιότητα ἑνός ἀποθανόντος μέλους τῆς Ἐκκλησίας διαπιστώνει «σύσσωμος ἡ Ἐκκλησία, Κλῆρος καί λαός, ἐν ἀδιασπάστῳ ὁμοφωνίᾳ καί ἄνευ τυπικῶν καί ὀργανωτικῶν πράξεων» (Ἀμ. Ἀλιβιζάτος). «Μέ τρόπο συνήθως ἁπλό καί σπάνια συστηματικό, γίνεται διαπίστωση τοῦ γεγονότος, ὅτι τό τάδε ἀποθανών μέλος τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε καί ἔχει χαρίσματα Ἁγίου. Πρόκειται γιά πράξη ἐμπειρική, πού εἶναι ἀποτέλεσμα θέας τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς καί τῆς δράσεως τοῦ Ἁγίου, ἀλλά καί γνώσεως πού ἀποκτᾶται μέσῳ ἀφηγήσεων ἤ γραπτῶν μαρτυριῶν» (Στυλ. Παπαδόπουλος).
Γ. Τήν ἁγιότητα πού διαπιστώθηκε διακηρύσει ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή (Σύνοδος) τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκε ὁ νέος Ἅγιος. «Ἡ ἐπίσημη ἀπό Σύνοδο ἐξαγγελία (εἶναι) ἀνακοίνωση ἐκείνου πού διαπιστώθηκε, τῆς ἁγιότητος – δηλαδή - ἑνός ἀποβιώσαντος μέλους τῆς Ἐκκλησίας… Ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας διακηρύσσει, δέν ἐλέγχει τήν ἁγιότητα τοῦ τάδε Ἁγίου. Διακηρύσσει τήν ἤδη διαπιστωμένη ἁγιότητα, διακηρύσσει τελικά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ τάδε ἀποθανών πιστός εἶναι Ἅγιος καί πρέπει νά θεωρεῖται καί νά τιμᾶται ὡς Ἅγιος» (Στυλ. Παπαδόπουλος).
Δ. Ἡ ἀναμονή τῆς ἀποφάσεως - πράξεως διακηρύξεως τῆς διαπιστωμένης ἁγιότητος ἑνός προσώπου, ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Ἀρχή (Σύνοδο) τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκε, δέν συνεπάγεται ὅτι δέν τιμᾶται "μέ τόν συνήθη ἐκκλησιαστικό τρόπο ὁ Ἅγιος, δηλαδή δέν ἑορτάζεται ἡ μνήμη του μέ συγκεκριμένη Ἀκολουθία οὔτε τοπικά, πρίν διακηρυχθεῖ ἡ ἁγιότητά του ἀπό τό Πατριαρχεῖο, μολονότι τοπικά ὁ Ἅγιος θεωρεῖται καί ἀντιμετωπίζεται ὡς Ἅγιος" (Στυλ. Παπαδόπουλος).
Ε. Ὁμοίως τήν ἐγγραφή τοῦ νέου Ἁγίου στό Ἑορτολόγιο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκε, διενεργεῖ ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή (Σύνοδος) τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου