Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Άκρως ενδιαφέρουσα η αναφορά του Αρχιμανδρίτη π. Νικόδημου Μπαρούση στο τεύχος της 6.02.04 του αγαπητού «Ο.Τ.» σχετικά με την αιμοδοσία εκείνων που κοινωνούν και όπως αναφέρεται, τούτο δεν επιτρέπεται εκτός της περίπτωσης επείγουσας ανάγκης για τη σωτηρία ασθενούς, ενώ αντιθέτως στο περιοδικό "Εφημέριος" (τ. 11/2003) αναφέρεται, ότι γενικά επιτρέπεται η αιμοδοσία μετά τη Θ. Κοινωνία "χάριν των συνανθρώπων μας".

Επί των ανωτέρω αναφερομένων, αλλά και όσων γενικά γνωρίζουμε από την Πατερική Θεολογία, θα θέλαμε να παρουσιάσουμε τις εξής παρατηρήσεις:

1.- Ο άγιος Ιω. Χρυσόστομος στην Θ΄ ομιλία του περί Μετανοίας αναφέρει (Ε.Π.Ε. 30. 314 - 316): "Μη θαρρείς πως είναι ψωμί και κρασί. Δεν αποβάλλονται, όπως οι άλλες τροφές. Λέγει χαρακτηριστικά: Μακριά από σένα τέτοιος λόγος, μακριά από σένα τέτοια σκέψη. Όπως το κερί, στην επαφή με τη φωτιά, γίνεται όλο ένα μαζί της, έτσι κι εδώ, ενώνονται τα μυστήρια μ’ όλη την ύπαρξή μας. Δεν μεταλαμβάνετε από άνθρωπο, αλλ’ από τη λαβίδα των Σεραφείμ. Τα χείλη μας ρουφάνε το σωτήριο Αίμα από την άχραντη πλευρά Του”.

2.- Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στην Ε΄ Μυσταγωγική Κατήχηση καταγράφει: "Αλλ’ αυτός ο άρτος του Μυστηρίου, ο άγιος, είναι επιούσιος, οπού θέλει να ειπή ότι αποκαθίσταται και διορίζεται εις την ουσίαν της ψυχής. Αυτός ο άρτος δεν πηγαίνει εις την κοιλίαν, μήτε ευγαίνει εις τον αφεδρώνα, αλλά διαμερίζεται εις όλην σου την σύστασιν προς ωφέλειαν ψυχής τε και σώματος" (έκδοση Αποστολικής Διακονίας, σελ. 209, 211).

3.- Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός στο έργο του "Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως" καταγράφει: "Είναι σώμα και αίμα Χριστού που συντελεί στη συγκρότηση της ψυχής και του σώματός μας, χωρίς να ξοδεύεται ούτε να φθείρεται ούτε να αποβάλλεται ως άχρηστη ύλη - μη γένοιτο - αλλά υπάρχει για την ουσία και τη συντήρησή μας, αμυντικό μέσο εναντίον κάθε βλάβης, καθαρτήρια δύναμη κάθε αμαυρώσεως - αν πάρει κίβδηλο χρυσάφι, με τη δοκιμαστική πύρωση το καθαίρει - για να μη κατακριθούμε στο μέλλον μαζί με τον κόσμο" (Δ΄ 13).

4.- Σύμφωνα με τα ανωτέρω η θ. Κοινωνία ενούμενη με το σώμα μας αναλώνεται αμέσως. Δεν αναφέρεται, ότι το αίμα του Κυρίου ενώνεται με το αίμα του ανθρώπου, διότι αυτό θα προϋπέθετε διαδικασία μέσω της πεπτικής οδού, κάτι που το αποκλείουν οι ανωτέρω ‘Αγιοι. Τέτοια διαδικασία μέσω της πεπτικής οδού δεν οδηγεί μόνο στο κυκλοφοριακό σύστημα, αλλά και στο αναπνευστικό, λεμφικό, ουροποιητικό, απεκκριτικό κ.ά. Εξ άλλου εκτός του καθαρού αρτηριακού αίματος υπάρχει και το ακάθαρτο φλεβικό.

5.- Εάν συνειρμικά το τίμιο αίμα του Κυρίου διοχετεύεται αμέσως στο αίμα του ανθρώπου, πράγμα λανθασμένο, τότε πως μπορεί το τίμιο σώμα του Κυρίου να διοχετευθεί στο αίμα του ανθρώπου, χωρίς να περάσει από το πεπτικό σύστημα (κάτι που αποκλείουν τόσον ο ιερός Χρυσόστομος, όσον και οι άγιοι Κύριλλος Ιεροσολύμων και Ιωάννης Δαμασκηνός). Στην αντίθετη περίπτωση θα είχαμε τα Τίμια Δώρα στην εκπνοή, στα δάκρυα, στις βλέννες, στο πτέρνισμα, στην απόχρεψη, στον ιδρώτα, στα ούρα κ.ά. πράγμα απαράδεκτο. Τι γίνεται δε στην περίπτωση τραυματισμού και ρεύσης αίματος μετά τη λήψη της Θ. Κοινωνίας; Βέβαια η περίπτωση εμετού μετά τη θ. Κοινωνία επιτιμάται (ΛΕ΄ κανόνας αγ. Ιω. Νηστευτή), που εμμέσως πλην σαφώς υπονοεί διέλευση δια της πεπτικής οδού.

6.- Συναφή με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο είναι τα γραφόμενα από τον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων στις μυσταγωγικές κατηχήσεις του (Ε΄ 22. Αποστολική Διακονία, σελ. 227, 229): "Έπειτα, αφού κοινωνήσης το σώμα του Χριστού, πρόσελθε, πλησίασε και εις το ποτήριον του αίματος. Όχι όμως με απλωμένας τας χείρας, αλλά σκύπτοντας εις τρόπον προσκυνήσεως με άκρον σέβας και ευλάβειαν, λέγε το "Αμην" και μεταλαμβάνοντας από το αίμα του Χριστού, αγιάζου. Και εις όσον καιρόν μένει ακόμη εις τα χείλη σου η από μεταλήψεως του αίματος υγρασία, προσεγγίζοντας τα χέρια σου εις τα χείλη σου, αγίαζε και τους οφθαλμούς και το μέτωπον και τα λοιπά αισθητήρια. Τέλος πάντων ανάμεινον την ευχήν και ευχαρίστει τον Θεόν οπού σε ηξίωσε να μεταλάβης τα τέτοια μεγάλα Μυστήρια". Είναι εύλογη εδώ η απορία, όπου το αίμα του Κυρίου διασκορπίζεται σε εξωτερικά σημεία του σώματος, χωρίς να αναφέρεται σφούγγισμα.

7.- Ουδείς κανόνας της Εκκλησίας υπάρχει που να αποκλείει την αιμοδοσία κατά την ημέρα της Θ. Κοινωνίας. Και γιατί μόνο την ίδια την ημέρα και όχι την επομένη; Το ανωτέρω σχόλιο στον ΙΣΤ΄ κανόνα του αγίου Τιμοθέου είναι του αγίου Νικοδήμου και ελέγχεται δια την ορθότητά του. Και τούτο διότι σε άλλο σχόλιό του για την Θ. Κοινωνία στον ΚΗ΄ κανόνα της Πενθέκτης Οικ. Συνόδου, ο άγιος Νικόδημος αναφέρει εσφαλμένως, ότι οι ασθενείς από πανώλη κοινωνούν από ξεχωριστό αγγείο, το οποίο πλένεται με ξύδι.

8.- Ποιος, κατά την αιμοδοσία δύναται να γνωρίζει, εάν το αίμα του θα χρησιμοποιηθεί ή όχι για περίπτωση επείγουσας ανάγκης για σωτηρία ασθενούς, μιας και η έλλειψη αίματος είναι πανθομολογούμενη. Πως θα μπορούσε να διερευνήσει αυτή την περίπτωση;

9.- Ποιος μπορεί να διαβεβαιώσει, ότι αυτός που κοινωνεί λαμβάνει πράγματι το τίμιο σώμα και το τίμιο αίμα του Κυρίου; Αναφέρει ο Μ. Αθανάσιος στο έργο του περί του Μυστικού Δείπνου: "Ως έλαβεν ο Ιούδας το ψωμίον, εισήλθεν ο Σατανάς εις αυτόν, διότι εύρε το καταγώγιον της ψυχής έτοιμον". Ο δε Απ. Παύλος είναι σαφής: "ο γαρ εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει" (Κορ. Α΄ 11. 29), στη δε καλλύτερη περίπτωση, ένας μη άξιος, δεν κοινωνεί του τιμίου σώματος και αίματος, αλλά ψωμί και κρασί. Από τη άλλη πλευρά επειδή ο Κύριος "την πρόθεσιν επαινεί", δια τούτο θεωρείται, ότι μετέλαβε της Θ. Κοινωνίας, ένας ο οποίος αξίως μεν θα κοινωνούσε, αλλά όμως δεν πρόλαβε, λόγω αιφνιδίου θανάτου.

Συμπερασματικά λοιπόν, θεωρούμε ότι η ερμηνεία που δίδουν ο Ιερός Χρυσόστομος και οι άγιοι Κύριλλος και Δαμασκηνός ευρίσκεται κοντά στην αλήθεια, δηλ. η αφομοίωση της Θ. Κοινωνίας γίνεται ακαριαία χωρίς να αφήσει υπολείμματα και δεν ανευρίσκεται σε κανένα συγκεκριμένο σημείο του σώματος, αλλά διαχέεται σ’ ολόκληρο το σώμα. Ως εκ τούτου θεωρείται ορθή η επισήμανση του περιοδικού "Εφημέριος", ότι είναι επιτρεπτή η αιμοδοσία μετά τη Θ. Κοινωνία.

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: Το μεγαλύτερο τμήμα του ανωτέρω κειμένου δημοσιεύθηκε στον ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΤΥΠΟ της 23.4.04.
Η ΗΘΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου


- Στην Ομηρική εποχή, όταν η σύζυγος ήτανε στείρα ή έκανε μόνο κορίτσια, ο σύζυγος εξασφάλιζε αρσενικούς απογόνους με μια από τις παλλακίδες του.
- Ο Γανυμήδης είναι ο ερωμένος του Δία και όχι μόνον οινοχόος (20η ραψωδία Ιλιάδας)
- Ο Δίας παντρεύτηκε την αδελφή του Ήρα.
- Ο Αισχύλος στους "Μυρμιδόνες" παρουσιάζει τον έρωτα του Αχιλλέα προς τον Πάτροκλο.
- Ο Σοφοκλής στη "Νιόβη" παρουσιάζει τον έρωτα των αγοριών.
- Τον έρωτα Αχιλλέα-Πατρόκλου αναφέρει ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο (180α).
- Αναφέρεται επίσης ο έρωτας Θησέα-Πειρίθου.
- Η παιδεραστία υμνήθηκε και από τον Πλάτωνα, που θα την χρησιμοποιήσει σαν σημείο αναγκαίας αφετηρίας για την φιλοσοφική ανάβαση προς τη γνώση του Είναι.
- Οι Πέρσες έμαθαν για τους έρωτες με αγόρια από τους ΄Έλληνες (Ηρόδοτος 1.135).
- Ο Ξενοφώντας λέει στον Κύρο, ότι το «κρεββάτωμα» με ένα νέο είναι "ελληνική συνήθεια" (Κύ-ρου Παιδεία 11, 2, 28).
- Υπερασπιστής του έρωτα των αγοριών (Λουκιανού "Οι Έρωτες").
- Περιγραφή χαϊδέματος και αγκαλιάσματος ολόγυμνων αγοριών στις παλαίστρες (Πλουτάρχου: "Ερωτικός" 751).
- Ο Πεισίας απέτρεπε από τον γάμο τον εραστή του Βάκχονα (Πλουτάρχου "Ερωτικός).
- Ο Ιπποθάλπης έχει ερωμένο τον Λύση (Πλάτωνος "Λύσις" 204) και τραγουδάει για το γεννητικό του όργανο.
- Οι πολεμικοί λαοί, Βοιωτοί, Λακεδαιμόνιοι και Κρήτες δόθηκαν στον έρωτα των αγοριών (Πλουτάρχου "Ερωτικός").
- Οι Κρήτες θεωρούσαν ντροπή για ένα αγόρι από καλή οικογένεια να μην έχει βρει έναν εραστή.
- Στη Βοιωτία, άντρας και παιδί ενώνονταν μ’ έναν αληθινό γάμο (Ξενοφώντας: "Λακεδαιμονίων Πολιτεία").
- Στη Σπάρτη τα παιδιά φτάνοντας στα δώδεκα χρόνια τους και έχοντας καλή φήμη, έβρισκαν τους εραστές, που τους αφοσιώνονταν (Πλούταρχος: "Βίος του Λυκούργου" 17-18).
- Ερωτικό επίγραμμα: "Ποθητή είναι η δροσεράδα του 12χρονου παιδιού, αλλά εκείνου που είναι 13 χρόνων είναι πιο αξιαγάπητη. Πιο γλυκό είναι ακόμη το ερωτικό άνθος που ανοίγει στα 14 χρόνια, κι’ όλο και πιό γοητευτικό εκείνο των 15. Τα 16 χρόνια είναι η θεϊκή ηλικία. 17 δε θα μπορούσα να το πω: μονάχα ο Δίας έχει αυτό το δικαίωμα".
- Ο Ευριπίδης λέγει στον ωραίο Αγάθωνα, που του είχαν πια φυτρώσει γένια, φιλώντας τον και χαϊδεύοντάς τον: "Η ομορφιά μένει ομορφιά ακόμη και στο φθινόπωρό της" (Πλουτάρχου: "Ερωτικός" 770).
- Ο Αγάθωνας, που ο Αριστοφάνης στις "Θεσμοφοριάζουσες" αναφέρει σαν "γυναικωτό", είχε έναν πολύκαιρο δεσμό με τον Παυσανία.
- "Μήτε άλλοτε, μήτε ποτέ άλλοτε περιφρόνησα τις ερωτικές ηδονές, το αναγνωρίζω. Να αγαπάς τους καλοφτιαγμένους και με ευπρεπή ήθη νέους, να το κύριο γνώρισμα μιάς ευαίσθητης και γενναιόδωρης ψυχής" (Αισχίνης: "Κατά Τιμάρχου" 136-137).
- Μια μέρα ο Σοφοκλής 66 χρονών είχε οδηγήσει έξω από τα τείχη των Αθηνών ένα ωραίο αγόρι για να το απολαύσει. Το αγόρι άπλωσε στο χορτάρι τον άθλιο μανδύα του και σκεπάστηκαν και οι δύο με τον ζεστό, πολυτελέστατο, μάλλινο μανδύα του ποιητή. Όταν έγινε η δουλειά, το αγόρι άρπαξε τον μανδύα του Σοφοκλή και τόβαλε στα πόδια, αφήνοντάς του το δικό του" (Αθήναιος ΧΙΙΙ, 605).
- Ο Περικλής επέπληξε τον Σοφοκλή για την παιδεραστική συμπεριφορά του.
- Εκτός του Δία παιδεραστής ήτανε και ο Απόλλωνας.
- Ο Πλάτωνας στο "Συμπόσιο" περιγράφει "καθετί, που κάνουν οι εραστές για το παιδί που λατρεύουν" (183A).
- Οι εραστές είναι βαθειά συγκινημένοι και αναστατωμένοι με μόνη τη θέα ενός αντικειμένου του πολυαγαπημένου τους (Πλάτωνος: "Φαίδρος" 73).
- Ο Κριτόβουλος περιγράφει με έμφαση το βαθύ του αίσθημα για το νεαρό Κλεινία (Ξενοφώντα "Συμπόσιο").
- Ο Άνυτος (μέλλοντας κατήγορος του Σωκράτη) είχε ερωτευθεί τον ωραίο Αλκιβιάδη (Πλούταρχος: "Ερωτικός" 762).
- "Ο Λυσίθεος δηλώνει πως λατρεύει τον Μικίονα ανάμεσα σε όλα τα αγόρια της πόλης, γιατί είναι θαρραλέος" (Επιγραφή του 5ου αιώνα π.Χ. στην Ακρόπολη).
- Ο Αριστείδης και ο Θεμιστοκλής είχαν ερωτευθεί το ίδιο αγόρι, τον ωραίο Στησίλαο από την Κέα (Πλουτάρχου: "Θεμιστοκλής" 3).
- Η ζήλεια για τον αντεραστή έκανε τον εραστή να απομακρύνει από τον ερωμένο κάθε άλλη παρέα (Πλάτωνα: "Φαίδρος" 232).
- Ο Λυσίας αναφέρει τον τσακωμό δύο εραστών για τον ίδιο ερωμένο, τον Θεόδοτο από τις Πλαταιές (Λυσία: "Προς Σίμωνα απολογία").
- Οι καβγάδες και τα φιλιώματα ερωμένου-εραστή έχουν "μιαν εξαιρετική γοητεία και απόλαυση" (Ξενοφώντα: "Ιέρων" 1, 35).
- Ο Βασιλιάς της Μακεδονίας Αρχέλαος δολοφονήθηκε από τον ερωμένο του Κρατέα, ο Αλέξανδρος των Φερών σκοτώθηκε από τον ερωμένο του Πυθόλαο και ο Περίανδρος της Αμβρακίας από τον ερωμένο του, γιατί τον ρώτησε αν άρχισε η εγκυμοσύνη του ! (Πλουτάρχου: "Ερωτικός" 768).
- Όταν ο Αρμόδιος έφθασε στο άνθος της ηλικίας του ο Αριστογείτονας τον έκαμε ερωμένο του. Αλλά ο Ίππαρχος, υιός του Πεισίστρατου επεχείρησε να αποπλανήσει τον Αρμόδιο. Και αυτός το κατήγγειλε στον εραστή του τον Αριστογείτονα, οπότε εραστής και ερωμένος σκότωσαν τον αντίζηλο Ίππαρχο (Θουκιδίδη VI, 54-59 και Αριστοτέλη: "Αθηναίων Πολιτεία" 18). Αυτοί είναι οι περίφημοι τυραννοκτόνοι.
- Ο Ανακρέων τραγούδησε τις χάρες του Κλεόβουλου και του Βάθυλου.
- Ο Πίνδαρος ερωτεύθηκε στα νιάτα του τον Θρασύβουλο και στα γηρατειά του τον Θεοξένη.
- Η ανδρική πορνεία υπήρχε στην Αθήνα, όπως και η γυναικεία (Αισχίνης "Κατά Τιμάρχου" 13-20).
- Στον ιερό λόχο των Θηβών, ο αρχηγός έβαζε τον αγαπημένο δίπλα στον εραστή (Πλουτάρχου "Ερωτικά" 761 B-C).
- Τον ιερό λόχο των Θηβών τον σχημάτιζαν εραστές και ερωμένοι (Πλουτάρχου: "Βίος του Πελοπίδα" 18).
- "Οι εραστές είναι φίλοι εμπνευσμένοι από ένα θεό" (Πλάτωνα: "Φαίδρος" 255).
- Ο Πρωτογένης και ο Πεισίας, φλογεροί υπέρμαχοι του έρωτα για τα αγόρια, μιλούν για τις γυναίκες και για όσους τις αγαπάνε και εκφράζουν τον μισογυνισμό τους (Πλουτάρχου: "Ερωτικός" 751Β και 752C).
- Η κάθε γυναίκα δεν θεωρείτο πρόσωπο με πλήρη δικαιώματα, αλλ’ ως το θάνατό της ήτανε υποταγμένη στην κυριαρχία ενός άνδρα. "Ο μεν γαρ δούλος όλως ουκ έχει το βουλευτικόν, το δε θήλυ έχει μεν αλλ’ άκυρον, ο δε παις έχει μεν αλλ’ ατελές" (Αριστοτέλης). "Η θήλεια φύσις εστί προς αρετήν χείρων της των αρρένων" (Πλάτωνας). "Το άρρεν προς το θήλυ φύσει το μεν κρείττον το δε χείρον" (Αριστοτέλης).
- Οι ποινές στους άγαμους ήτανε εξοντωτικές, ειδικά στη Σπάρτη.
- Η πορνεία στα ιερά προσκυνήματα αναφέρεται ως ιερά πορνεία (Κόρινθος και Ήλιδα).
- Στις γιορτές του Διονύσου περιφέρανε με πομπή το ανδρικό όργανο της αναδημιουργίας, τον "φαλλό".
- Οι Εταίρες, παλλακίδες, περιπατητικές, αυλητρίδες, ελευθεριάζουσες δημιούργησαν θεσμό στην Αρχαιότητα.
- Το πορνικό τέλος εισπράτετο από τους άνδρες πόρνους και τις γυναίκες πόρνες και απεδίδετο στην Πολιτεία.
- Το επάγγελμα της εταίρας πήγαινε από μητέρα σε κόρη (Λουκιανού: "Εταιρικοί Διάλογοι").
- Η προτίμηση σε εραστή, τόσο από άνδρα, όσο και από γυναίκα γινότανε με δημόσια ανακοίνωση σε τοίχο (Λουκιανού: "Εταιρικοί Διάλογοι").
- Οι εκδιδόμενες είχαν τυπωμένο κάτω από τα σανδάλια τους το όνομά τους και όταν περπατούσαν αυτό τυπωνότανε στο χώμα, εξ ού "χαμαιτυπίον".
- Ο Πλάτωνας στην Πολιτεία του μιλάει για την κοινοκτημοσύνη στις γυναίκες. "Τας γυναίκας ταύτας των ανδρών τούτων πάσας είναι κοινάς, ιδία δε μηδενί μηδεμίαν συνοικείν... και μήτε γονέα έκγονον ειδέναι τον αυτού μήτε παίδα γονέα" (Πλάτωνας).
- Κάτι μη ερωτικό. Στη Σπάρτη υπήρχε η μοναδική σ’ ολόκληρο τον κόσμο μέχρι σήμερα επίσημη κρατική σχολή κλοπής.

ΠΗΓΕΣ

- Robert Fracelie´re : Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος των Αρχαίων Ελλήνων.
- : Ο Έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα
- Ζώρζ Ντεβερέ : Βαυβώ, το μυθικό αιδοίο
- Ανδρέα Λεντάκη : Ιερά Πορνεία
ΠΕΡΙ ΕΚΛΟΓΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Με αφορμή την εκλογή Αρχιεπισκόπου, είδαν το φως της δημοσιότητας άρθρα και γνώμες πάνω στην εκλογή αυτή, που δείχνουν, ότι οι συντάκτες τους στερούνται γνώσεων Εκκλησιολογίας, Εκκλησιαστικής Ιστορίας, αλλά και του Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας, όπως θα φανεί, πιστεύουμε, στην παρακάτω ανάλυσή μας.
Τα άρθρα αυτά, είναι μια απάντηση κυρίως στο ερώτημα, πως πρέπει να διενεργείται η εκλογή του Αρχιεπισκόπου και η απάντηση είναι, ότι θα πρέπει να γίνεται, όπως ακριβώς λέει ο λόγος του Θεού, τον οποίο φαίνεται να αναπτύσσουν οι συντάκτες και θέτουν και προτάσεις, όπως τήν μετάκληση στη θέση του Αρχιεπισκόπου ενός Μητροπολίτη για 3-4 χρόνια.
Η εκλογή Επισκόπου αναφέρεται μια φορά στην Κ.Δ. κατά την εκλογή του αποστόλου Ματθία, μετά το θάνατο του Ιούδα (Πράξ. 1. 12-26) και είναι όπως ακριβώς αναπτύσσεται στα άρθρα αυτά. Η παραπομπή στο χωρίο αυτό των Πράξεων των Αποστόλων σηματοδοτεί και τον τρόπο της εκλογής των Επισκόπων στους Αποστολικούς χρόνους. Τα κύρια σημεία της πράξης αυτής είναι δυο. Το πρώτο σημείο είναι η συνάθροιση των πιστών της Εκκλησίας, του Κλήρου (των Αποστόλων) και του λαού, ανδρών και γυναικών και η πρόταση από αυτούς προσώπων για την κενούμενη θέση. Το δεύτερο σημείο είναι η κλήρωση μεταξύ των προτεινομένων προσώπων για την τελική εκλογή.
Από τις αρχές του 2ου αιώνα ο Επίσκοπος εκλεγόταν από τον Κλήρο και το λαό της τοπικής Εκκλησίας και χειροτονείτο από πλησιόχωρους Επισκόπους, σύμφωνα με το πρότυπο της εκλογής του αποστόλου Ματθία. Επομένως, η συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου είχε πρωτεύουσα σημασία στην εκλογή των Επισκόπων και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις (Αμβρόσιος Μεδιολάνων, Συνέσιος Πτολεμαΐδας, κ.λπ.) εξελέγησαν Επίσκοποι κατηχούμενοι ή και αλλόθρησκοι. Πλην όμως, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος με τον δ΄ κανόνα άλλαξε την πρακτική αυτή και απέκλεισε την εκλογή από το λαό, όρισε δε ότι αρμόδια για την εκλογή των Επισκόπων της επαρχίας είναι η Επισκοπική Σύνοδος, χωρίς βεβαίως να αγνοείται και η εκπεφρασμένη πολλές φορές γνώμη της τοπικής Εκκλησίας (Cod. Just. I, 3, 41. Νεαρές 136, 1. 137, 2), η οποία γίνεται με κατακύρωση της εκλογής από το λαό δια βοής.
Στον ανωτέρω κανόνα δ΄ της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου του 325 μ.Χ. προστέθηκαν οι κανόνες ιστ΄, ιθ΄, και κγ΄ της Συνόδου της Αντιόχειας του 341, οι ε΄, ιβ΄ και ιγ΄ της Συνόδου της Λαοδίκειας του 364, ο ιγ΄ της Συνόδου της Καρθαγένης του 418 και ο γ΄ της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου του 789. Έτσι, δυο κανόνες Οικουμενικών Συνόδων και επτά κανόνες Τοπικών Συνόδων αποκλείουν τη συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στην εκλογή Επισκόπου μιας επαρχίας και έτσι η Επαρχιακή Σύνοδος παραμένει το κυρίαρχο εκκλησιαστικό όργανο για την εκλογή των Επισκόπων. Η συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στην εκλογή των Επισκόπων περιορίζεται στην εκ των υστέρων δια βοής αποδοχή ή μη της εκλογής με την κραυγή «άξιος» ή «ανάξιος».
Όσον αφορά τα της εκλογής Επισκόπου αποκλειστικά από Πρεσβυτέρους διαλαμβάνει ο ιζ΄ κανόνας της ΑΒ΄ Συνόδου του 861 επί Μ. Φωτίου, με πρωτοβουλία του και εξ αφορμής της ανόδου αυτού στον Αρχιεπισκοπικό Ορόνο της Κων/πολης απευθείας από την τάξη των λαϊκών. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό απαγορεύεται η εκλογή σε Επίσκοπο λαϊκού ή Μοναχού, αλλά και κληρικού κάτω του βαθμού του Πρεσβυτέρου (πάντοτε αγάμου βέβαια), καθότι θα πρέπει να έχει προηγηθεί η χειροτονία του λαϊκού σε Αναγνώστη, Υποδιάκονο, Διάκονο και Πρεσβύτερο και η παραμονή του σε ένα έκαστο των βαθμών αυτών από επτά ημερών έως τριών μηνών, χρόνο ικανό, για να αποδείξει «και την πίστιν και την καλοκαγαθίαν των τρόπων και την στερρότητα της γνώμης του». Ο κανόνας αυτός θεσπίστηκε με πρωτοβουλία του Μ. Φωτίου, για να κατασιγαστεί η αντίδραση του Πάπα Ρώμης Νικολάου Α΄ για την εκλογή του απευθείας από την τάξη των λαϊκών, καθώς και των Πατριαρχών Νεκταρίου, Ταρασίου και Νικηφόρου. Από αυτούς, αλλά και από άλλους Επισκόπους, έχουμε εκλογή από κατηχούμενο, όπως οι Νεκτάριος και Αμβρόσιος, αλλά και από ειδωλολάτρες, όπως ο Συνέσιος.
Οι συντάκτες των άρθρων αυτών συχνά παραθεωρούν τα του Τόμου του 1850, με τον οποίο αναγνωρίσθηκε η αυτοκεφαλία της Ελλαδικής Εκκλησίας. Σύμφωνα με αυτόν, δεν υπάρχει Προκαθήμενος, αλλά προκαθημένη Αρχή και αυτή είναι η Σύνοδος και ο Μητροπολίτης Αθηνών, ως ο Επίσκοπος της πρωτεύουσας της χώρας, αυτοδικαίως προεδρεύει της προκαθημένης Συνόδου και τίποτε περισσότερο. Έτσι, αν η Πολιτεία μεταφέρει την πρωτεύουσα της χώρας σε άλλη πόλη, π.χ. στην Πάτρα, τότε ο Πατρών θα προεδρεύει της προκαθημένης Συνόδου.
Επομένως, σύμφωνα με τον ανωτέρω Τόμο και τους κανόνες της Εκκλησίας, η εκλογή του Μητροπολίτη Αθηνών (με τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου) πρέπει να γίνεται από τους υπολοίπους Μητροπολίτες της Ελλαδικής Εκκλησίας και μόνο και η εκλογή θα πρέπει να γίνει από Πρεσβύτερο αυτής ή άλλης επαρχίας. Η μετάθεση Επισκόπου από άλλη επαρχία και η εκλογή του στη Μητρόπολη Αθηνών, ούτε από τους Ι. Κανόνες προβλέπεται, αλλά τουναντίον απαγορεύεται από άλλους κανόνες (ιδ΄ Αποστολικός, ιε΄ Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, α΄ Συνόδου Σαρδικής). Είναι γνωστό, από την Εκκλησιαστική Ιστορία, ότι με τον ανωτέρω Τόμο ορίζετο ο Μητροπολίτης Αθηνών και Έξαρχος πάσης Ελλάδος, αργότερα δε (1923) αυτός μετονομάσθηκε σε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος.
Η μετάκληση στη θέση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Επισκόπου άλλης επαρχίας για 3-4 χρόνια έχει προηγούμενο στην Εκλησιαστική Ιστορία και έχει καταδικαστεί από την Εκκλησία. Συγκεκριμένα, υπήρχαν μερικοί Χριστιανοί στην Εκκλησία της Κορίνθου, οι οποίοι αμφέβαλλαν αν ο Επίσκοπος της Εκκλησίας έπρεπε να έχει μόνιμο αξίωμα ή θα έπρεπε να αντικαθίσταται από άλλον μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, αμφέβαλλαν δηλαδή, για το λεγόμενο «ανεξάλειπτο της Αρχιερωσύνης», γιατί οι Επίσκοποι μιας πόλης κατέχουν μόνιμα το αξίωμά τους και δεν είναι σαν τους κρατικούς λειτουργούς, που μετά από ορισμένα χρόνια υπηρεσίας φεύγουν από τη θέση τους ή μετατίθενται σε άλλη υπηρεσία. Το πρόβλημα το πληροφορήθηκε ο Πάπας Ρώμης Κλήμης Α΄ (88-97) και απέστειλε την Α΄ Κορινθίους επιστολή του, στην οποίαν αναφέρει, ότι κανείς δεν επιτρέπεται να αντικαταστήσει τον Επίσκοπο μιας πόλης, γιατί αυτός έχει κατασταθεί στη θέση αυτή από τους Αποστόλους ή τους διαδόχους τους και είναι μόνιμος στη θέση του αυτή. Η Εκκλησία κατακύρωσε συνοδικά τη θέση αυτή του αγίου Κλήμη περί της ισοβιότητας του Επισκόπου στην επαρχία του.
Από τις ανωτέρω καταγραφές βγαίνει το συμπέρασμα, ότι:
1. Η εκλογή Επισκόπου σε μια πόλη γίνεται αποκλειστικά από τους συνεπισκόπους του και όχι από το λαό,
2. Δεν μπορεί να εκλεγεί στη θέση αυτή Επίσκοπος άλλης πόλης, δια του μεταθετού,
3. Η εκλογή Επισκόπου γίνεται από τους Πρεσβυτέρους της αυτής ή άλλης πόλης και
4. Η θέση του Επισκόπου είναι μόνιμη και επομένως απαγορεύεται η εκ περιτροπής τοποθέτηση Επισκόπου σε μια πόλη.
Στη σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα, οι όροι που τηρούνται και είναι σύμφωνοι προς τους κανόνες της Εκκλησίας είναι ο πρώτος και ο τέταρτος, ενώ στην περίπτωση του δεύτερου και τρίτου παραβαίνονται σαφώς οι Κανόνες αυτοί.





Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

ΘΡΟΝΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ
Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου


Ο όρος θρόνοι, στο Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας, χρησιμοποιείται κυρίως για να δηλώσει μια συγκεκριμένη τοπική Εκκλησία. Το περιεχόμενο του όρου δηλώνει, όχι μόνο τη συγκεκριμένη τοπική Εκκλησία (π.χ. Θρόνος της Εκκλησίας της Κων/πολης), αλλά και το σύνολο της διοικητικής δικαιοδοσίας της συγκεκριμένης Εκκλησίας, δηλ. και τις επαρχίες της δικαιοδοσίας. Οι Θρόνοι μπορεί να είναι Επισκοπές, Αρχιεπισκοπές, Μητροπόλεις ή Πατριαρχεία, που κατατάσσονται σε συγκεκριμένη τάξη πρωτοκαθεδρίας. Με την πάροδο των αιώνων και τον τελικό διοικητικό σχηματισμό των τοπικών Εκκλησιών, ως Θρόνοι θεωρούνται κυρίως πλέον οι έδρες των Πατριαρχείων, στα οποία τελούνται κατ’ έτος οι θρονικές εορτές, επ’ ονόματι των Αποστόλων, ιδρυτών των Θρόνων αυτών. Οι Κανόνες της Εκκλησίας κατοχυρώνουν τα δίκαια των Θρόνων και την κανονική λειτουργία τους. Η έννοια των Θρόνων παρουσιάστηκε στην Εκκλησία αμέσως μετά την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381).
Κατά την Αποστολική εποχή (1ο αιώνα), οι Απόστολοι είχαν ορισθεί από τον Ιδρυτή της Εκκλησίας, ως οικουμενικοί Επίσκοποι και ασκούσαν το λειτούργημα της Επισκοπής με τη βοήθεια των μαθητών και των συνεργατών τους και των τοπικών Πρεσβυτέρων και Διακόνων. Ο τίτλος Επίσκοπος στην Κ.Δ. αποδίδεται και στους Πρεσβυτέρους, τους προεστούς, τους έχοντες το προβάδισμα μεταξύ των Πρεσβυτέρων κάθε τοπικής Εκκλησίας, το ίδιο δε φαινόμενο παρατηρείται και στις πηγές της μεταποστολικής εποχής. Η σύγχυση αυτή δεν είναι άσχετη προς τις ειδικές συνθήκες, οι οποίες επικράτησαν κατά την Αποστολική εποχή και κατά την πρώτη μετά το θάνατο των Αποστόλων γενεά, κατά την οποία οι όροι Επίσκοποι και Πρεσβύτεροι εναλλάσσονται για να δηλώσουν τους φορείς της ίδιας εξουσίας. Πιθανότατα στην περίοδο αυτή ο τίτλος Επίσκοπος περιοριζόταν μόνο στους κατά τόπους προεστούς Πρεσβυτέρους, γιατί οι διάδοχοι των Αποστόλων στο Αποστολικό λειτούργημα της Επισκοπής, που προερχόταν κυρίως από τους στενούς και δοκιμασμένους συνεργάτες τους, έφεραν τον τίτλο του Προφήτη ή του Αποστόλου (π.χ. Εβδομήκοντα), ιδιαίτερα μετά το θάνατο των μαθητών του Κυρίου.
Οι μαθητές και διάδοχοι των Αποστόλων, οι οποίοι σαν συνεργάτες τους ήταν γνωστοί και επώνυμοι στις τοπικές Εκκλησίες της πρώιμης μεταποστολικής εποχής, δηλώνονταν και με την απλή παράθεση του ονόματός τους (Κλήμης, Ιγνάτιος, Πολύκαρπος κ.ά.), χωρίς την παράθεση του τίτλου τους. Ωστόσο, όταν τελικά εγκαταστάθηκαν στην τοπική Εκκλησία, που ήταν το κέντρο του Αποστολικού τους έργου, ο τίτλος Επίσκοπος χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά από αυτούς και από όσους αυτοί χειροτόνησαν στις τοπικές Εκκλησίες της περιοχής ευθύνης τους. Αυτό συνέβη κυρίως στις αρχές του 2ου αιώνα, οπότε ο τίτλος Επίσκοπος ταυτίζεται με το φορέα της Αποστολικής Διαδοχής και εξουσίας σε κάθε τοπική Εκκλησία, όπως φαίνεται από τις επιστολές του Αντιοχείας Ιγνάτιου. Τότε αποσαφηνίστηκε η τρίπτυχη ανάπτυξη των βαθμών του ανώτερου Κλήρου (Επίσκοπος–Πρεσβύτερος–Διάκονος) σε κάθε τοπική εκκλησία. Προς το τέλος του 2ου αιώνα άρχισε η ανάπτυξη των ενοριών, στις οποίες ποίμαναν Πρεσβύτεροι με εντολή του Επισκόπου. Όταν αναπτύχθηκαν χριστιανικές κοινότητες πλησίον των πόλεων, όπου ποίμαναν Επίσκοποι, αυτοί μπορούσαν να χειροτονήσουν Επισκόπους υπαγόμενους σε αυτούς, χωρίς καμιά άλλη αυτονόμησή τους (Χωροεπίσκοποι).
Το ανωτέρω τρίπτυχο (Επίσκοπος-Πρεσβύτερος-Διάκονος) παρέμεινε αναλλοίωτο, για τους δυο πρώτους αιώνες, ενώ άρχισε να χρησιμοποιείται ο τίτλος του Αρχιεπισκόπου, ως τίτλος τιμής για τους Επισκόπους μεγάλων πόλεων. Τέτοιο παράδειγμα υπάρχει (κατά τον ιστορικό Σωκράτη) με πόλεις όπως: Άγκυρα, Αδριανούπολη, Ακυληϊα (Τεργέστη), Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια Πισιδίας, Αντιόχεια Συρίας, Έφεσος, Θεσσαλονίκη, Ικόνιο, Ίσπαλη (Σεβίλλη), Καισάρεια Καππαδοκίας, Καισάρεια Παλαιστίνης, Καρχηδόνα, Κορδούη (Κόρδοβα), Κόρινθος, Κωνσταντινούπολη, Λαοδίκεια Συρίας, Λούγδουνο (Λυών), Μασσαλία, Μεδιόλανο (Μιλάνο), Νικομήδεια, Νικόπολη, Νύσσα, Ρώμη, Σεβάστεια, Συρακούσες, Τάραντας, Ταρσός κ.ά. Ο τίτλος Αρχιεπίσκοπος με τη σημασία του πρώτου των Επισκόπων και όχι σαν τίτλος τιμής χρησιμοποιήθηκε αρχικά για τον Επίσκοπο Αλεξανδρείας και στο διάστημα από την Β΄ μέχρι την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο και από τους Επισκόπους Κων/πόλεως, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Μεταξύ αυτών ξεχώρισαν ιδιαιτέρως τρεις ισχυρότατες πόλεις, των οποίων οι Επίσκοποι έχαιραν ιδιαίτερης τιμής. Είναι ο Επίσκοπος Ρώμης, της πρώτης Αποστολικής καθέδρας του Αποστόλου Πέτρου, ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας, την Εκκλησία της οποίας ίδρυσε ο Απόστολος Μάρκος, μαθητής του Πέτρου και ο Επίσκοπος Αντιοχείας, την οποίαν Εκκλησίαν ίδρυσε πάλιν ο Απόστολος Πέτρος. Οι τρεις αυτές Επισκοπές αποκαλούνται και «πετρίνιοι θρόνοι».
Στην πορεία της διάρθρωσης της διοίκησης της ενιαίας Εκκλησίας, παρουσιάστηκε η ανάγκη, όπως οι Επίσκοποι πόλεων μιας επαρχίας υπαχθούν σε μια ενιαία διοίκηση, αυτήν του Επισκόπου της πρωτεύουσας της Επαρχίας, η οποία πρωτεύουσα ονομάσθηκε Μητρόπολη και κατ’ ακολουθίαν ο Επίσκοπος αυτής, Μητροπολίτης. Τότε εισήχθη και το Μητροπολιτικό σύστημα διοίκησης της Επαρχίας, στο οποίο οι Επίσκοποι της Επαρχίας με την κεφαλή αυτής, τον Μητροπολίτη, αποτελούσαν την Σύνοδο της Μητρόπολης. Αυτό το Μητροπολιτικό σύστημα διοίκησης εισήχθη με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325).
Μετά την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο εισήχθη το Πατριαρχικό διοικητικό σύστημα, όπου όλες οι Μητροπόλεις με τις Επισκοπές μιας ευρύτατης διοικητικής περιφέρειας υπήχθησαν στον Επίσκοπο της πρωτεύουσας της μεγάλης αυτής διοικητικής περιφέρειας, ο οποίος απέκτησε τον τίτλο του Πατριάρχη. Τέτοιοι τίτλοι απενεμήθησαν σε πέντε από τους Επισκόπους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: των Επισκόπων Ρώμης, Κωνσταντινούπολης, Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων, τίτλοι οι οποίοι διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα. Κατά καιρούς, ο τίτλος αυτός είχε δοθεί και σε Επισκόπους άλλων πόλεων (Καρχηδόνας κ.ά), αλλά τελικά δεν επικράτησε. Οι Πατριάρχες των πέντε αυτών μεγάλων εκκλησιαστικών περιοχών της Χριστιανοσύνης αναδείχθηκαν οι πέντε διοικητικές κεφαλές του εκκλησιαστικού σώματος και είχαν απόλυτη ανεξαρτησία στα όρια της δικαιοδοσίας τους. Αργότερα, ο τίτλος του Πατριάρχη, αλλά χωρίς τα Πατριαρχικά δίκαια, δόθηκε σε αρχηγούς αυτοκεφάλων Εκκλησιών, όπως Βουλγαρίας, Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας και Γεωργίας. Εν τούτοις, οι νέοι αυτοί Πατριάρχες δεν έχουν την ίδια κανονική κατοχύρωση προς τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία, αφ’ ενός μεν γιατί δεν έχουν τιμηθεί με εξαιρετικά «πρεσβεία τιμής», αφ’ ετέρου δε γιατί δεν έχουν ανακηρυχθεί με απόφαση Οικουμενικής Συνόδου, γι’ αυτό και είναι δυνατή η κατάργησή τους, ενώ τούτο δεν μπορεί να συμβεί με τα πρεσβυγενή.
Κατά την διάρκεια των 20 αιώνων εκκλησιαστικής ζωής έγιναν προσπάθειες από την πρώτη Αποστολική καθέδρα της Ρώμης για υπέρβαση των πρεσβείων τιμής και επέκτασή τους και σε πρεσβεία διακονίας και εξουσίας, ούτως ώστε να διαταραχθεί η, από τις Οικουμενικές Συνόδους, θεσπισθείσα τάξη της Πενταρχίας και η αναγνώριση της καθέδρας αυτής, ως της μοναδικής ανωτάτης εξουσίας της Εκκλησίας, στην οποίαν δέον όπως υπάγονται όλες οι άλλες δικαιοδοσίες και τούτο με πρόφαση την στήριξη στην πρωτοκαθεδρία του αποστόλου Πέτρου έναντι των άλλων αποστόλων. Η απαίτηση αυτή, η οποία ανέκυψε στην καθέδρα αυτή ήδη από τον 1ο αιώνα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει επίσημα αποδεκτή από τις υπόλοιπες τέσσερεις Πατριαρχικές δικαιοδοσίες.
Οι πέντε αυτές Αποστολικές καθέδρες, ήτοι της Ρώμης (του Αποστόλου Πέτρου), της Κων/πολης (του Αποστόλου Ανδρέα), της Αλεξάνδρειας (του Αποστόλου Μάρκου), της Αντιόχειας (του Αποστόλου Πέτρου) και των Ιεροσολύμων (του Αποστόλου Ιακώβου) αποκαλούνται Θρόνοι και είναι οι μόνες που τελούν, κατά παράδοση, τελετές προς τιμήν των ιδρυτών των Θρόνων αυτών, οι οποίες καλούνται θρονικές εορτές. Ουδεμία άλλη εκκλησιαστική δικαιοδοσία (Επισκοπή, Αρχιεπισκοπή, Μητρόπολη, Πατριαρχείο) δικαιούται να επικαλείται επιτέλεση θρονικής εορτής, παρ’ όλον ότι οι Απόστολοι ίδρυσαν εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες και σε άλλες πόλεις της τότε Οικουμένης. Π.χ. είναι ανεπίτρεπτη, αν μη και ύποπτη, η επιτέλεση θρονικής εορτής της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως δήθεν ιδρυθείσης από τον Απόστολο Παύλο.
Είναι γνωστόν, ότι ο Απ. Παύλος κατά τα διάφορα ταξίδια του ανά την τότε «Οικουμένη» πέρασε από διάφορες Ελληνικές πόλεις (Σαμοθράκη, Νεάπολη, Αμφίπολη, Φίλιπποι, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Κόρινθος, Αθήνα, Μυτιλήνη, Σάμος, Κως, Ρόδος, κ.ά.), δίδαξε, έγραψε επιστολές, ίδρυσε εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες (Φιλίππων, Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Κορίνθου), όπως δε και άλλοι απόστολοι (Πέτρος, Ανδρέας, Μάρκος, Ιάκωβος, Βαρνάβας, κ.ά.) αυτές οι δικαιοδοσίες που ίδρυσε αφορούσαν πόλεις και όχι κράτη. Έτσι στην Ελληνική επικράτεια έχουμε επί παραδείγματι την Εκκλησία των Πατρών, που ίδρυσε ο Απόστολος Ανδρέας, την Εκκλησία της Κορίνθου που ίδρυσε ο Απόστολος Παύλος, την Εκκλησία των Θηβών, που ίδρυσε ο Απόστολος Λουκάς, την Εκκλησία της Κρήτης που ίδρυσε ο Απόστολος Τίτος, κ.ά. Στην Αθήνα, ο Παύλος δεν ίδρυσε εκκλησιαστική δικαιοδοσία, δεν κατέστησε Επίσκοπο, δεν έγραψε επιστολή. Πως λοιπόν και με ποιο δικαίωμα ανακηρύσσεται ιδρυτής της λεγόμενης Εκκλησίας της Ελλάδος (φυλετικής Εκκλησίας, ιδρυθείσας από τον Όθωνα) ο Απόστολος Παύλος;
Έτσι, παρατηρούμε, ότι στις Οικουμενικές Συνόδους και στην εν γένει εκκλησιαστική ιστορία έχουμε τους εξής σταθμούς στους εκκλησιαστικούς βαθμούς και τίτλους, καθώς και στην εν γένει εκκλησιαστική τάξη:
1.- Στους Αποστολικούς χρόνους και μέχρι την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο έχουμε τη δημιουργία των τριών εκκλησιαστικών βαθμών, του Διακόνου, του Πρεσβυτέρου και του Επισκόπου. Ο Επίσκοπος είναι η ανώτερη εκκλησιαστική αρχή μιας πόλεως και της γύρω περιοχής της, ενώ αναπτύχθηκε και ο θεσμός του Χωροεπισκόπου, δηλ. ενός Επισκόπου ποιμαίνοντος ύπαιθρο χώρα, τρόπον τινά βοηθό του Επισκόπου της πόλης που ανήκει η ύπαιθρος χώρα, χωρίς καμία διοικητική δικαιοδοσία ή δικαίωμα χειροτονίας Πρεσβυτέρου η Διακόνου (ιγ΄ κανόνας Αγκύρας, 314, ιδ΄ Νεοκαισαρείας, 315). Ο θεσμός αυτός με την πάροδο του χρόνου ατόνησε.
2.- Με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325) εισάγεται επίσημα ο θεσμός του Μητροπολίτη, δηλ. του Επισκόπου μιας πιο ευρύτερης εκκλησιαστικής περιοχής, της Μητρόπολης στην οποίαν υπάγονται οι Επίσκοποι μικρότερων πόλεων και περιοχών και οι οποίοι συγκροτούν, μαζί με τον Μητροπολίτη, την επαρχιακή Σύνοδο της Μητρόπολης (δ΄, στ΄, ζ΄ Α΄ Οικουμενικής). Αξιοσημείωτο είναι, ότι οι Προκαθήμενοι των Αποστολικών θρόνων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ρώμης αναφέρονται ως Επίσκοποι και υπερτερούν των υπ’ αυτών Μητροπολιτών (στ΄ κανόνας). Στον ζ΄ κανόνα για πρώτη φορά αναφέρεται ο Επίσκοπος της Αιλίας Καπιτωλίνας (δηλ. των Ιεροσολύμων), παρ’ όλον ότι υπήγετο στον Μητροπολίτη Καισαρείας της Παλαιστίνης. Στην Α΄ Σύνοδο δεν αναφέρεται καθόλου ο Κων/πόλεως, καθότι δεν είχε ιδρυθεί ακόμη η Νέα Ρώμη και ο Επίσκοπος Βυζαντίου υπήγετο στη Μητρόπολη Ηρακλείας. Έτσι στη Σύνοδο αυτή αρχίζει να σχηματοποιείται η σειρά των Θρόνων: Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Επίσης στη Σύνοδο αυτή αρχίζει να εμφανίζεται η σύγκρουση των Θρόνων με την επιβολή του Όρου της Αλεξάνδρειας, από τον Μ. Κων/νο, αντί εκείνου της Αντιόχειας, με το απλό σκεπτικό, ότι η Αλεξάνδρεια ήταν η ισχυρότερη και πλουσιότερη πόλη της Αυτοκρατορίας, το μεγαλύτερο λιμάνι και η πόλη με τρομερή πνευματική ανάπτυξη, ένα είδος κλασσικής Αθήνας.
3.- Στις μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και μέχρι τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381), συγκροτηθείσες τοπικές Συνόδους Γάγγρας (340), Αντιόχειας (341), Σαρδικής (347) και Λαοδίκειας (364), δεν υπάρχει μεταβολή στο εκκλησιαστικό διοικητικό σύστημα και παραμένει ο θεσμός του Επισκόπου και του Μητροπολίτη, εμφανίζεται δε πάλι ο Χωροεπίσκοπος στον ι΄ κανόνα της Αντιοχείας. Στον γ΄ κανόνα της Σαρδικής πρωτοεμφανίζεται το έκκλητο, το οποίον μπορούν να ασκήσουν Επίσκοποι, όταν κατακρίνονται από άλλους συνεπισκόπους τους, οπότε μπορούν να καταφύγουν στον Επίσκοπο Ρώμης (από αγάπη και τιμή στη μνήμη του Αποστόλου Πέτρου), οπότε εάν αυτός κρίνει το παράπονο ορθό, δύναται να αναπέμψει την υπόθεση προς επανάκριση από τους πλησιόχωρους Επισκόπους της επαρχίας του κατακριθέντα. Παρόμοιος είναι και ο δ΄ της Σαρδικής, όπου την καθαίρεση ενός Επισκόπου από πλησιόχωρους Επισκόπους πρέπει να επικυρώσει ή να ακυρώσει τελικά ο Επίσκοπος Ρώμης. Επίσης και ο ε΄ της αυτής Συνόδου διαλαμβάνει για τον κατηγορούμενο Επίσκοπο, ότι μετά τη δευτέρα κρίση μπορεί εκ νέου να καταφύγει στον Ρώμης, ώστε αν θελήσει να αναψηλαφηθεί η υπόθεσή του, να αποστείλει αντιπροσώπους του σε νέα σύνοδο, που θα κρίνει πάλι τον Επίσκοπο. Σημειωτέον, ότι δεν υπάρχει κανόνας για παρόμοιες περιπτώσεις, που να ασκείται έκκλητο από τον Αλεξανδρείας ή τον Αντιοχείας, οπότε το έκκλητο του Ρώμης, με τους ανωτέρω τρεις κανόνες της Συνόδου της Σαρδικής (γ΄, δ,΄ ε΄) παραμένει και ισχύει για τους Επισκόπους ολοκλήρου της τότε Εκκλησίας.
4.- Στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381) έχουμε οριοθέτηση των δικαιοδοσιών των Επισκόπων Αλεξανδρείας, Ανατολής, Αντιόχειας, Ασίας, Πόντου και Θράκης (β΄ κανόνας), χωρίς να αναφέρεται ο Ρώμης, καθότι η δικαιοδοσία αυτού ήταν η πρώτη που είχε καθορισθεί και δεν υπήρχαν εμπλοκές. Δικαιολογία γι’ αυτό τον κανόνα είναι η επέμβαση του Αλεξανδρείας Πέτρου Β΄ στην χειροτονία του Κων/πόλεως Μάξιμου το 381, που θεωρήθηκε εισπήδηση σε ξένη εκκλησιαστική δικαιοδοσία, η δε απομάκρυνση του Κων/πόλεως Γρηγορίου Θεολόγου ήταν το επιστέγασμα της συνδυασμένης πάλης των θρόνων Ρώμης και Αλεξάνδρειας κατά του νεοεμφανιζόμενου θρόνου της Κων/πόλεως. Απότοκος της ανάδειξης του νέου αυτού θρόνου είναι ότι στη Σύνοδο αυτή με τον γ΄ κανόνα αυτής («Τον μεν Κων/πόλεως Επίσκοπον έχειν τα πρεσβεία της τιμής μετά τον της Ρώμης Επίσκοπον, δια το είναι αυτήν Νέαν Ρώμην»), έχουμε για πρώτη φορά την εμφάνιση του Επισκόπου Κων/πόλεως να καταλαμβάνει την 2η θέση μετά τον Ρώμης, ως προς τα πρεσβεία τιμής, οπότε διαμορφώνεται η τελική κατάταξη των θρόνων, που ισχύει μέχρι σήμερα: Ρώμη, Κων/πολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα. Η εμφάνιση για πρώτη φορά του Επισκόπου Κων/πόλεως και η τοποθέτησή του προ του της Αλεξανδρείας και μετά τον Ρώμης, ενώ ικανοποιεί τη Ρώμη, δεν ικανοποιεί την Αλεξάνδρεια, η οποία μετατίθεται στην 3η θέση στην τάξη της τιμής. Η σύγκρουση των θρόνων έχει ήδη αρχίσει και παίρνει διαστάσεις.
5.- Στις δυο τοπικές Συνόδους, τις μεταξύ της Β΄ και Γ΄ Οικουμενικών Συνόδων διεξαχθείσες, η Κων/πόλεως (394) και η Καρθαγένης (418) δεν βλέπουμε μεταβολές στους θεσμούς Επισκόπων, Αρχιεπισκόπων και Μητροπολιτών, ούτε στους Επισκόπους των 5 μεγάλων εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών. Στην τελευταία Σύνοδο (ριβ΄ κανόνας) καταγράφεται η διχόνοια μεταξύ του Ρώμης Ιννοκεντίου Α΄ και του Αλεξανδρείας Κυρίλλου Α΄ και το Σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών αυτών εξ αφορμής της καταδίκης και εξορίας του Κων/πόλεως Ιωάννη Χρυσόστομου: «Ήρεσεν έτι μην, ώστε περί της διχονοίας της Ρωμαϊκής και Αλεξανδρινής Εκκλησίας, προς τον αγιώτατον Πάπαν Ιννοκέντιον γραφήναι, όπως εκατέρα Εκκλησία προς αλλήλας ειρήνην φυλάξωσιν, ην Κύριος παραγγέλλει». Εδώ, σημειώνεται, ότι είναι η πρώτη φορά, που ο Επίσκοπος Ρώμης αναφέρεται με την προσηγορία Πάπας. Η διχόνοια αυτή αργότερα τερματίσθηκε, μέχρι του σημείου στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο, ο Αλεξανδρείας Κύριλλος Α’ (μέγας θεολόγος) να σέρνει κυριολεκτικά από τη μύτη τον Ρώμης Κελεστίνο Α΄ (αθεολόγητο) και να θριαμβεύει ο θρόνος της Αλεξάνδρειας επί του Θρόνου της Ρώμης.
6.- Στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431) τίποτε δεν πήγε σωστά. Η Σύνοδος ξεκίνησε με απουσία των άλλων Εκκλησιών (Ρώμης, Κων/πόλεως, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων) και με άρνηση του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β΄ να κηρύξει την έναρξη και τούτο, διότι ο Κύριλλος εβιάζετο να καθαιρέσει τον Κων/πόλεως Νεστόριο και έτσι στο πρόσωπό του να κτυπήσει το Θρόνο της Κων/πολης, που είχε υπερσκελίσει εκείνον της Αλεξάνδρειας με το γ΄ κανόνα της Β΄ Συνόδου. Αργότερα, στους Συνοδικούς προστέθηκαν εκείνοι της Ρώμης, που συμφώνησαν με τον Κύριλλο. Οι «ανατολικοί» Επίσκοποι Αντιόχειας και Ιεροσολύμων ήρθαν αργότερα, έμαθαν την έναρξη της Συνόδου, αντέδρασαν και με πρωτοβουλία του Αντιοχείας Ιωάννη Α΄ καθαίρεσαν σε ξεχωριστή σύνοδο τον Κύριλλο. Τότε ο Κύριλλος και οι περί αυτόν επέβαλαν ακοινωνησία και αργία στον Ιωάννη και τους περί αυτόν. Ο Θεοδόσιος Β΄ πληροφορηθείς τα τεκταινόμενα κήρυξε όλες τις αποφάσεις άκυρες και τον Κύριλλο έκπτωτο, καθότι τον θεωρούσε επικίνδυνο άνθρωπο, προς τούτοις δε τον έθεσε στη φυλακή. Εν συνεχεία, ο Κύριλλος δραπέτευσε και έφυγε για την Αλεξάνδρεια, οπότε η Σύνοδος αυτή ούτε άρχισε ποτέ, ούτε έληξε ποτέ και δημιουργήθηκε Σχίσμα μεταξύ Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας για δυο τουλάχιστον χρόνια. Τελικά, με διαμεσολαβήσεις άλλων Επισκόπων και εκατέρωθεν υποχωρήσεις και συνδιαλλαγές δημοσιεύθηκε κείμενο με το όνομα «Έκθεσις Πίστεως των Διαλλαγών», που απετέλεσε τελικά τον Όρο της Γ΄ Οικουμενικής και έτσι τερματίσθηκε το Σχίσμα. Αυτό το μικρό ιστορικό δείχνει τη μάχη της πρωτοκαθεδρίας του Θρόνου της Αλεξάνδρειας έναντι των άλλων Θρόνων και την τελική της επιτυχία. Επίσης στη Σύνοδο αυτή πρωτοεμφανίζεται και κατοχυρώνεται η αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Κύπρου, οπότε οι Επίσκοποι Κωνσταντίας Ρηγίνος, Κυρίνης Ζήνων και Σόλων Ευάγριος αυτονομούνται από τον εναγκαλισμό του Θρόνου της Αντιόχειας, η οποία προσπαθούσε να ασκήσει διοίκηση πάνω στην Εκκλησία της Κύπρου, με το αιτιολογικό ότι οι Κύπριοι εκχριστιανίσθηκαν από τους Αντιοχείς, η δε πολιτική εξουσία εξασκείτο από τον Δούκα της Αντιόχειας. Είναι η πρώτη και μοναδική περίπτωση Εκκλησίας, που η αυτοκεφαλία της έχει δοθεί με απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Είναι ένα ακόμη αποτέλεσμα της πάλης των Θρόνων Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας με επικράτηση του πρώτου. Στη μάχη αυτή, η Αλεξάνδρεια για να επιτύχει το στόχο της και για να κλείσει τα μάτια των Ρώμης Κελεστίνου Α΄ και Σίξτου Γ΄ (θεολογικά ασήμαντων) παραδέχθηκε τις υπερφίαλες απόψεις τους για το πρωτείο και ειδικά του πρώτου στη Σύνοδο αυτή, που κατέθεσε τα παρακάτω, μέσω του αντιπροσώπου του, χωρίς ίχνος αντίδρασης από τους Πατέρες: «Ουδενί αμφίβολόν εστι, μάλλον δε πάσιν τοις αιώσιν εγνώσθη, ότι ο άγιος και μακαριώτατος Πέτρος, ο έξαρχος και κεφαλή των Αποστόλων, ο κίων της πίστεως, ο θεμέλιος της Καθολικής Εκκλησίας, από του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Σωτήρος και Λυτρωτού του γένους του ανθρωπίνου, τας κλεις της βασιλείας εδέξατο. και αυτώ δέδοται η εξουσία του δεσμείν και λύειν τας αμαρτίας, όστις έως του νυν και αεί εν τοις αυτού διαδόχοις και ζη και δικάζει. τούτου τοιγαρούν κατά τάξιν ο διάδοχος και τοποτηρητής, ο άγιος και μακαριώτατος Πάπας ημών Κελεστίνος, ο επίσκοπος, εις ταύτην την αγίαν σύνοδον διαδόχους ημάς της αυτού παρουσίας απέστειλεν…..». Και όλα αυτά για να επιβεβαιωθεί η ασκούμενη (και όχι απλώς ρητορική) πρωτοκαθεδρία του Θρόνου της Αλεξάνδρειας έναντι της Κων/πολης, στο πρόσωπο του Νεστόριου, αλλά και έναντι της Ρώμης στα πρόσωπα των μέτριων αυτών παπών. Βέβαια στη Δ΄ Οικουμενική οι ρόλοι αντεστράφησαν, η Ρώμη θριάμβευσε στο πρόσωπο του Λέοντα Α΄ έναντι της Αλεξάνδρειας, στο πρόσωπο του Διόσκορου, που αφορίσθηκε και έναντι της Κων/πολης με την άρνηση υπογραφής από τη Ρώμη του κη΄ κανόνα περί των ίσων πρεσβείων τιμής Ρώμης και Κων/πολης.
7.- Στο μεσοδιάστημα μεταξύ της Γ΄ και Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου έχουμε μια σύνοδο, που έμεινε στην Ιστορία με το όνομα «ληστρική», ονομασθείσα έτσι από τον Ρώμης Λέοντα Α΄, επειδή οι πατέρες δεν έκανα δεκτή την επιστολή του προς τον Κων/πόλεως Φλαβιανό (Τόμος του Λέοντα) και έτσι αμαύρωσαν (λήστεψαν) το θείο του δίκαιο. Η σύνοδος αυτή συγκλήθηκε στην Έφεσο το 449, με πρόεδρο τον Αλεξανδρείας Διόσκορο, μολονότι η επιστολή Θεοδοσίου Β΄ συνιστούσε εκ περιτροπής προεδρία στους Ιεροσολύμων Ιουβενάλιο και Καισαρείας Θαλάσσιο. Στη σύνοδο αυτή εμφανίζονται οι προθέσεις του Αλεξανδρείας Διόσκορου να γίνει κύριος της Οικουμένης, αλλά εδώ φάνηκε και ο καιροσκοπισμός του Ρώμης Λέοντα Α΄ να γίνει αυτός κυριάρχης, πράγμα που πέτυχε τελικά στην επόμενη Δ΄ Οικουμενική, η οποία υπήρξε ο θρίαμβος του Παπισμού στην Εκκλησιαστική Ιστορία. Μεταξύ των Θρόνων αυτών, το θύμα υπήρξε ο Κων/πόλεως Φλαβιανός. Ο Αλεξανδρείας στη «ληστρική» αυτή Σύνοδο επιτέθηκε ταυτόχρονα κατά Ρώμης, Κων/πόλεως και Αντιόχειας και επιτυγχάνει την αλλαγή της τάξης πρεσβείων τιμής θέτοντας νέα σειρά: Ρώμη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα, Κων/πολη. Ο Ρώμης έλαβε το μέρος της Κων/πολης, από αντίδραση στην Αλεξάνδρεια. Η Σύνοδος αυτή δεν συγκαταριθμείται στις Συνόδους της Εκκλησίας και η νέα σειρά των Θρόνων δεν ίσχυσε. Πάντως, η Δ΄ Οικουμενική δεν αποκήρυξε τη «ληστρική», τουλάχιστον για δογματικούς λόγους.
8.- Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (451) είναι η Σύνοδος της αποθέωσης της παντοδυναμίας του Θρόνου της Ρώμης, τόσο στη θεολογία με την επικράτηση της Λεόντιας θεολογίας έναντι της Κυρίλλειας, όσο και με το πρωτείο της πρωτοθρόνου Αποστολικής καθέδρας της Ρώμης. Έτσι στην προτροπή του Αυτοκράτορα Μαρκιανού για σύνταξη νέου Χριστολογικού Όρου και παρά την αρχική αντίδραση των Πατέρων, συντάχθηκε Όρος Πίστεως, ο οποίος για το πρόσωπο του Χριστού περιείχε τη φράση: «εκ δυο φύσεων νοούμενον». Ο Όρος αυτός, που τελικά ονομάστηκε αρχικός Όρος επιδοκιμάσθηκε έντονα από τους Πατέρες, (πλην των Παπικών), οι οποίοι απαίτησαν την άμεση υπογραφή, χωρίς καμία τροποποίηση, διότι «το άγιον Πνεύμα τον όρον υπηγόρευσεν. Ο όρος ορθόδοξος εστίν» και ζήτησαν να υπογραφεί αμέσως και μάλιστα «επί των Ευαγγελίων», όποιος δε δεν υπέγραφε θεωρείται αιρετικός Νεστοριανός. Οι Παπικοί αντέδρασαν (ουσιαστικά δε ολίγοι Πατέρες), διότι: α/ περιείχε τη φράση: «εκ δυο φύσεων», που θεωρήθηκε μονοφυσιτίζουσα, β/ δεν περιείχε την παραμικρή φράση από τον Τόμο, γ/ είχε έντονα Κυρίλλειο χαρακτήρα. Έτσι, με τη σύμπραξη του Μαρκιανού, που απείλησε να μεταφέρει τη Σύνοδο στη Ρώμη, οι Πατέρες τροποποίησαν τον αρχικό Όρο και την επίμαχη φράση την διατύπωσαν: «εν δυο φύσεσιν….. γνωριζόμενον». Είναι χαρακτηριστικό, ότι από τα διασωθέντα κείμενα, το Ελληνικό κείμενο του όρου περιέχει την πρώτη φράση, ενώ το Λατινικό τη δεύτερη! Επίσης στη Σύνοδο αυτή υπήρξε θρίαμβος του Παπικού πρωτείου από τους Πατέρες με την παραδοχή, ότι ο Απόστολος Πέτρος μιλάει δια του Λέοντα, ότι ο Λέων είναι ο μακαριώτατος άνδρας όλων των Εκκλησιών και ότι είναι ο Αρχιεπίσκοπος πάσης της Οικουμένης. Στη Σύνοδο αυτή έγινε και μια μικρή αναβάθμιση του Θρόνου της Κων/πολης έναντι εκείνου της Ρώμης, όπου με τον κη΄ κανόνα, η νέα Ρώμη: «….. των ίσων απολαύουσαν πρεσβείων τη πρεσβυτέρα Βασιλίδι Ρώμη και εν τοις εκκλησιαστικοίς ως εκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ’ εκείνην υπάρχουσαν». Στον ανωτέρω κανόνα, για πρώτη φορά έχουμε αναφορά στη λέξη «θρόνος» για τους Επισκόπους και των 5 μεγάλων εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών της Αυτοκρατορίας. Τον κανόνα αυτό, η Ρώμη αρνήθηκε να τον υπογράψει και ουδέποτε τον αναγνώρισε. Με τον ανωτέρω κανόνα εισάγεται ο τίτλος του Αρχιεπισκόπου για τον Κων/πόλεως, ο δε τίτλος αυτός αφορά και τους υπόλοιπους 4 θρόνους, σύμφωνα με τον λ΄ κανόνα. Επίσης προσδιορίζεται, ότι ο Αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως διοικεί τους Μητροπολίτες Πόντου, Ασίας και Θράκης, καθώς και εκείνους των γειτονευουσών αυτών περιοχών της βαρβαρικής (π.χ. Αλανία, Ρωσία κ.ά.).
9.- Στο μεσοδιάστημα μεταξύ της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (451) και της Ε΄ (553) πρωτοεμφανίζεται ο τίτλος του Πατριάρχη, ο οποίος απεδίδετο αρχικά στους Αρχιεπισκόπους Ρώμης και Κων/πόλεως και αργότερα και στους υπόλοιπους Αρχιεπισκόπους των Θρόνων, η δε προσαγόρευση Οικουμενικός Πατριάρχης, αρχικά για τον Αρχιεπίσκοπο Κων/πόλεως στο πρόσωπο του Ιωάννη Β΄ (518-520), αργότερα χρησιμοποιήθηκε και τυπικά από τον Αρχιεπίσκοπο Κων/πόλεως Ιωάννη Δ΄ Νηστευτή (582-595), παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του Αρχιεπισκόπου Ρώμης Γρηγορίου Α΄ Διάλογου (590-604) στον Αυτοκράτορα Μαυρίκιο. Πάντως ο Ρώμης Αδριανός Α΄ προσφώνησε τον Κων/πόλεως Ταράσιο, ως Οικουμενικό Πατριάρχη κατά την Ζ΄ Οικουμενική το 787. Έκτοτε ο τίτλος Οικουμενικός Πατριάρχης, για τον Αρχιεπίσκοπο Κων/πόλεως παραμένει ως σήμερα αναλλοίωτος. Από την άλλη, ο εκκλησιαστικός τιμητικός τίτλος Πάπας χρησιμοποιήθηκε από τον 3ο αιώνα κυρίως για τον Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας και από τον 5ο αιώνα και από τον Αρχιεπίσκοπο Ρώμης, αλλά και από άλλους Αρχιεπισκόπους, Επισκόπους και Ιερείς. Σήμερα τον τίτλο αυτό τον κατέχουν αποκλειστικά ο Αρχιεπίσκοπος Ρώμης και ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας. Ο Ρώμης κατά καιρούς έχει προσθέσει και άλλους τιμητικούς τίτλους: Επίσκοπος Ρώμης, Βικάριος του Χριστού, διάδοχος του κορυφαίου των Αποστόλων, άκρος Αρχιερέας της Δύσεως, Πατριάρχης της Δύσεως, Πριμάτος της Ιταλίας, Αρχιεπίσκοπος και Μητροπολίτης της επαρχίας της Ρώμης, αρχηγός του κράτους του Βατικανού, δούλος των δούλων του Θεού. Ο δε Αλεξανδρείας έχει και τον τίτλο: Αυτού θειοτάτη Μακαριότης ο Πάπας και Πατριάρχης της Μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αιθιοπίας, πάσης γης Αιγύπτου και πάσης Αφρικής, Πατήρ Πατέρων, Ποιμήν Ποιμένων, Αρχιερεύς Αρχιερέων, τρίτος και δέκατος των Αποστόλων και Κριτής της Οικουμένης.
10.- Μετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451) η αντίδραση εναντίον της, αλλά και εναντίον του Τόμου του Λέοντα εντάθηκε, καθότι θεωρείτο, ότι η διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου είχε πληγεί και έπρεπε να αποκατασταθεί χωρίς συμβιβασμό. Ο Αντιοχείας Σεβήρος ανέπτυξε ένα τύπο Μονοφυσιτισμού πολύ κοντά στη Χριστολογία του αγίου Κυρίλλου. Απέρριψε, όπως και άλλοι τον όρο της Χαλκηδόνας, ως νεωτερισμό, αλλά ήταν. Η Σύνοδος της Χαλκηδόνας είχε δεχτεί ως πλήρη μέλη της τον Κύρου Θεοδώρητο, τον Μοψουεστίας Θεόδωρο και τον Εδέσσης ΄Ιβα, αλλά παρ’ όλα αυτά η Ε΄ Σύνοδος μετά από 100 χρόνια τους καταδίκασε, για να ικανοποιηθούν οι Μονοφυσίτες, παρ’ όλη τη σφοδρή αντίδραση του Ρώμης Βιγίλιου. Η Σύνοδος εκτός της καταδίκης των τριών ανωτέρω κεφαλών, αναθεμάτισε το πρόσωπο και τα συγγράμματα του Ωριγένη και τα συγγράμματα Δίδυμου και Ευάγριου. Επίσης καθήρεσε τον Πάπα Βιγίλιο, τον οποίον αποκατέστησε ο Ιουστινιανός όταν το επόμενο έτος υπέγραψε τα πρακτικά της Συνόδου (δηλαδή ακύρωσε την απόφαση της Συνόδου!) και τον απέστειλε στη Ρώμη, καθ’ όδόν όμως απεβίωσε. Τα πρακτικά της Συνόδου και τις αποφάσεις της αναγνώρισε και ο διάδοχος του Βιγίλιου, Πελάγιος Α΄, ως και οι μετά από αυτόν Πάπες. Εκείνο όμως το οποίον είναι μεγαλύτερης σημασίας είναι ότι κατά την διάρκειας της μακράς ιστορίας της αντιπαλότητας μεταξύ της σκέψης των Σχολών Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας, οι Αντιοχειανοί είχαν τώρα να υποστούν το μεγαλύτερό τους κτύπημα: η διδασκαλία τους καταδικάσθηκε από μια Οικουμενική Σύνοδο. Οι Αυτοκράτορες Μαρκιανός και Πουλχερία με την υποταγή τους στον Πάπα Λέοντα, ο Ιουστινιανός με την εχθρική στάση του προς το Ελληνικό πνεύμα και ο Ηράκλειος με τη στάση του έναντι των Μονοφυσιτών στη Μ. Ανατολή συνέβαλαν στην παρακμή του Ελληνικού πνεύματος και γενικότερα της Ελληνικής ακτινοβολίας, αλλά και στη συρρίκνωση του Βυζαντίου. Πάντως η Σύνοδος, μολονότι δεν αποτελεί το τελικό συμπέρασμα της Χριστολογίας (γιατί είναι μόνο η μια φάση της), προχώρησε περισσότερο ακόμη προς τις Αντιχαλκηδόνιες Εκκλησίες. Έτσι τελικά, στη Ε΄ Σύνοδο έχουμε θρίαμβο της Αλεξάνδρειας έναντι της Ρώμης και της Αντιόχειας και ανατροπή της κατάστασης, που είχε δημιουργηθεί στην προηγούμενη Δ΄.
11.- Στην ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο, το 681, έχουμε καταδίκη του Μονοθελητισμού και Μονοενεργητισμού και των φορέων των αιρέσεων αυτών, τους οποίους η Σύνοδος αυτή αναθεμάτισε. Σ’ αυτούς συγκαταλέγονται 6 Πατριάρχες: Ρώμης Ονώριος, Κων/πόλεως Σέργιος, Πύρρος, Παύλος, Πέτρος, Αλεξανδρείας Κύρος και ένας Επίσκοπος, ο Φαράν Θεόδωρος. Στη Σύνοδο αυτή έχουμε θρίαμβο του Παπισμού, στο πρόσωπο του Ρώμης Αγάθωνα, με τη βοήθεια του Παπόφιλου Αυτοκράτορα Κων/νου Δ΄ Πωγωνάτου. Ο Αυτοκράτορας στήριξε το Παπικό πρωτείο και ανέθεσε στον Πάπα Αγάθωνα τη σύγκλιση της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, στην οποίαν έγινε δεκτή η επιστολή Αγάθωνα, όπως στην Δ΄ είχε γίνει δεκτός ο Τόμος Λέοντα Α΄. Ο Πάπας Αγάθωνας (678-681) άσκησε και τόνισε ιδιαίτερα το Πρωτείο. Επί ποιμαντορίας του καταργήθηκε η «λογία» (Κορ. Α΄ 16. 1) για την επικύρωση της εκλογής του από τον Αυτοκράτορα. Έκτοτε, η επικύρωση δεν συνοδευόταν από το τεράστιο χρηματικό ποσό που δινόταν στον Αυτοκράτορα για την επικύρωση αυτή (σιμωνία;). Ενεργοποίησε την επιστολή του Κων/νου Δ΄ Πωγωνάτου, για τη σύσταση θεολογικών επιτροπών Ανατολικών και Δυτικών και την επίλυση του σχίσματος της Ραβέννας και της αίρεσης του Μονοενεργητισμού. Επ’ αυτών των θεμάτων παρακαλούσε ο Αυτοκράτορας τον Πάπα να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο για την επίλυσή τους. Ο Πάπας δέχθηκε τη πρόταση και συγκάλεσε τοπική Σύνοδο στη Ρώμη για τη προετοιμασία της Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνεκλήθη στην Κων/πολη ως ΣΤ΄ Σύνοδος και καταδίκασε τον Μονοθελητισμό και Μονοενεργητισμό. Έτσι, στη Σύνοδο αυτή έχουμε επιβολή της Ρώμης, έναντι όλων των άλλων Πατριαρχείων και τελικό κτύπημα κατά των Αντιχαλκηδόνιων Εκκλησιών.
12.- Η Πενθέκτη Οικουμενική (691) συνεκλήθη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ τον ρινότμητο και εξέδωσε αποκλειστικά κανόνες των δυο προηγουμένων Συνόδων Ε΄ και ΣΤ΄, οι οποίες δεν είχαν εκδώσει κανόνες. Στη Σύνοδο αυτή έχουμε την επίσημη αναφορά στους τίτλους Μητροπολίτης και Πατριάρχης στον ζ΄ κανόνα αυτής, αλλά και σε άλλους κανόνες της. Με τον λστ΄ κανόνα της ανανεώνει τον κη΄ κανόνα της Δ΄ περί του Κωνσταντινουπόλεως θρόνου, ως «….. των ίσων απολαύειν πρεσβείων του της πρεσβυτέρας Ρώμης θρόνου και εν τοις εκκλησιαστικοίς ως εκείνον μεγαλύνεσθαι πράγμασιν, δεύτερον μετ’ εκείνον υπάρχοντα, μεθ’ ο της Αλεξανδρέων Μεγαλοπόλεως αριθμείσθω θρόνος, είτα ο Αντιοχείας, και μετά τούτον, ο της των Ιεροσολυμιτών πόλεως». Με τον λθ΄ κανόνα αυτής επιβεβαιώνεται για μια ακόμη φορά, η αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Κύπρου και η ανάδειξη και χειροτονία του Αρχιεπισκόπου αυτής αποκλειστικά από τους δικούς της Επισκόπους.
13.- Στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (787) κατά της Εικονομαχίας, δεν φαίνεται μεταβολή στο εκκλησιαστικό καθεστώς των Θρόνων, εκτός μόνον της de facto αναγνώρισης της διπλής ιδιότητας του Πάπα της Ρώμης, ως εκκλησιαστικού, αλλά και κοσμικού άρχοντος, χωρίς την επιβολή οιασδήποτε ποινής ή άλλης ενέργειας, βάσει των κανόνων της Εκκλησίας, τούτο δε επικυρώνεται από την παρουσία του Πάπα Αδριανού Α΄ (δια των αντιπροσώπων αυτού, Πέτρου Αρχιπρεσβυτέρου Ρώμης και Πέτρου Πρεσβυτέρου και Ηγουμένου της Ι.Μ. αγίου Σάββα Ρώμης) στη Σύνοδο αυτή. Σημειώνεται εδώ, ότι η Εκκλησία της Ρώμης είχε επιτύχει υπό τον Πάπα Στέφανο Γ΄, να αναγνωρισθεί ως αυτόνομο κράτος το 754 από τον Βασιλέα των Φράγκων Πεπίνο Γ΄ τον Βραχύ (715-768, πατέρα του Καρλομάγνου) με συγκεκριμένη εδαφική κυριαρχία, θεσμούς και λειτουργίες εξουσιαστικής επιβολής στις διεθνείς σχέσεις. Η respublica romana μετετράπη από τον Πάπα Στέφανο και τον Πεπίνο σε Patrimonium Petri και ο Φράγκος Βασιλιάς σε Patricius Romanus (Μητροπολίτη Πισιδίας Μεθόδιου, Έλληνες και Λατίνοι, σελ. 74). Έκτοτε και μέχρι του Σχίσματος του 1054, η Εκκλησία της Ρώμης δεν παύει να εμφανίζεται σε όλες τις Συνόδους, όπου έλαβε μέρος, να έχει Προκαθήμενο, κατέχοντα τόσο την εκκλησιαστική, όσο και την κοσμική εξουσία.
14.- Τέλος η Η΄ Οικουμενική Σύνοδος (όπως η ίδια αυτοαποκαλείται) του 879 συντέλεσε στην εκ νέου προσέγγιση Ρώμης και Κωνσταντινούπολης, η διένεξη των οποίων για την ανάρρηση του Φωτίου στον Θρόνο της δεύτερης και την ιεραποστολή στη Βουλγαρία, τις είχε διχάσει. Στη Σύνοδο αυτή καταδικάστηκε επίσης και η προσθήκη του Φιλιόκβε στο Σύμβολο της Πίστης. Η Σύνοδος αυτή είναι η τελευταία Σύνοδος της ενωμένης Εκκλησίας, στην οποία φαίνεται, ότι όλοι οι Θρόνοι ευρίσκονται εν ομονοία.
Από την όλη πορεία της Εκκλησιαστικής Ιστορίας εμφαίνεται, ότι στην καταπολέμηση των διαφόρων αιρέσεων εμφιλοχώρησε και η διαπάλη μεταξύ των Θρόνων για την πρωτοκαθεδρία. Η μόνη αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία θεωρείται και παραμένει εισέτι, εκείνη του Θρόνου της Ρώμης, ως της πρώτης Αποστολικής καθέδρας του πρωτοκορυφαίου Αποστόλου Πέτρου. Παρ’ όλα αυτά ο δευτερόθρονος εκείνος και κατόπιν τριτόθρονος της Αλεξανδρείας πολλάκις προσπάθησε να υπερσκελίσει εκείνον της Ρώμης. Αλλά και μεταξύ των άλλων θρόνων υπήρξε διαμάχη. Έτσι:
1.- Στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, όπου ενυπάρχουν μόνο τρεις θρόνοι: Ρώμης, Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας, η διαμάχη βρίσκεται μεταξύ Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας με νικητή την Αλεξάνδρεια.
2.- Στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, ενυπάρχουν και οι πέντε θρόνοι με τη σειρά που υπάρχει μέχρι σήμερα: Ρώμη, Κων/πολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα. Εδώ έχουμε νίκη της Κων/πολης επί της Αλεξάνδρειας.
3.- Στη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο έχουμε πλήρη θρίαμβο της Αλεξάνδρειας έναντι της Ρώμης και της Αντιόχειας.
4.- Στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο έχουμε πλήρη θρίαμβο της Ρώμης έναντι της Αλεξάνδρειας και μικρή εξύψωση της Κων/πολης.
5.- Στην Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο έχουμε ήττα της Ρώμης και της Αντιόχειας και άνοδο της Αλεξάνδρειας.
6.- Στην ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο, η Ρώμη κατατροπώνει την Αλεξάνδρεια και γίνεται ουσιαστικά επικυρίαρχος στους άλλους θρόνους, κάτι που θα διαρκέσει μέχρι και σήμερα, ακόμη και μετά το Σχίσμα.
Όλες οι παραπάνω εναλλαγές επιτελούνται κυρίως μεταξύ Ρώμης και Αλεξάνδρειας και δευτερευόντως με τους άλλους Θρόνους και μπορεί να παρατηρήσει κανείς, ότι κυρίως αναφέρονται σε διαμάχες μεταξύ των λεγομένων «πετρίνειων θρόνων», Ρώμης, Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας. Ο θρόνος των Ιεροσολύμων φαίνεται να μην εμπλέκεται στις διαμάχες. Η κρίση μεταξύ Ρώμης και Κων/πολης αρχίζει να εμφανίζεται κυρίως στην εποχή του Μ. Φωτίου και μετέπειτα κορυφώνεται με την εγκατάσταση Φράγκων Παπών στη Ρώμη με αποθέωση την κρίση του 1054 με τους αλληλοαφορισμούς. Μετά το Σχίσμα αρχίζει να βαθαίνει το χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης με διαχωρισμό των Θρόνων αφενός της Ρώμης και αφετέρου των υπόλοιπων τεσσάρων δικαιοδοσιών. Προσπάθεια επανένωσης, το 1439, απέτυχε, αλλά δημιούργησε μια άλλη κατάσταση, εκείνη της Ουνίας, δηλ. μιας πλασματικής ένωσης των πέντε Θρόνων υπό την επικυριαρχία του Ρώμης. Προσπάθειες συνένωσης των πέντε Θρόνων έγιναν σ’ όλη τη μέχρι τώρα πορεία της Εκκλησίας και συνεχίζονται με αμφίβολα αποτελέσματα, καθ’ ότι η Ρώμη εξακολουθεί να στηρίζεται στο πρωτείο εξουσίας και όχι στο πρωτείο τιμής, που της έχει παραχωρηθεί τιμής ένεκεν από τις Οικουμενικές Συνόδους, ως της πρώτης Αποστολικής καθέδρας, του Αποστόλου Πέτρου.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ


Ἰωάννη Καρδάση, Χημικού - Οικονομολόγου



Ο Ιωάννης, είναι μια πολύ μεγάλη μορφή της Εκκλησίας μας, είναι ένας από τους 12 Αποστόλους, ο μαθητής ο αγαπημένος του Ιησού. Με το ιστορικό πρόσωπο του Ιωάννη είχαμε ασχοληθεί με σχετικό αφιέρωμα στην μεγάλη αυτή θεολογική μορφή. Στην τωρινή μας παρουσίαση θα καταγράψουμε λίγα λόγια για το έργο του και ιδιαίτερα την φοβερή αποκάλυψη των εσχάτων που δέχτηκε από τον ίδιο τον Κύριο, που είχε ο ίδιος γνωρίσει.
Τα έργα του Ιωάννη είναι τρία:
α. Το Ευαγγέλιο του, που το έγραψε στην Έφεσο και αποτελεί το θεολογικό ευαγγέλιο για την ενσάρκωση του Θεού Λόγου: "Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος" είναι η φοβερή εκείνη πρόταση που εκφράζει όλη την θεολογία της θεότητας του 2ου προσώπου της Αγίας Τριάδας. Και παρακάτω αναφέρει τον δημιουργό του σύμπαντος κόσμου και ότι τίποτε δεν έχει γίνει από όσα έχουν γίνει χωρίς τη θέλησή Του: "Πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν".
β. Οἰ τρεις επιστολές του: Η πρώτη και εκτενέστερη προς τις εκκλησίες της Μ. Ασίας, η δεύτερη προς την «Κυρία», όπως ονομάζει την Εκκλησία γενικώς και η τρίτη προς κάποιον ονόματι Γάιο τον Πρεσβύτερο. Και
γ. Η Αποκάλυψη που έγραψε στην Πάτμο και απευθύνεται στις επτά Εκκλησίες της Μ. Ασίας, μια οπτασία προφητειών για το τέλος του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση, η Αποκάλυψη γράφτηκε σε μια εποχή σχεδόν απόλυτης Ρωμαϊκής κυριαρχίας στη λεκάνη της Μεσογείου. Ο Ιωάννης οραματιζόταν την πτώση της Ρώμης, δανειζόμενος σκηνές κοσμικής καταστροφής από την πρόσφατη πτώση της Ιερουσαλήμ. Στο κείμενο αυτό θα αφιερώσουμε κάποιες γενικές αναφορές:
Είναι γεγονός, ότι η Αποκάλυψη δεν μπορεί να ερμηνευθεί πλήρως και συχνά γίνονται παρεξηγήσεις για το ιερό αυτό βιβλίο. Γι’ αυτό και ιδιαίτερα το χρησιμοποίησαν ή μάλλον έκαναν τη χειρότερη χρήση του ποικίλες αιρέσεις και ευφάνταστοι ψευδοπροφήτες. Πολλοί βλέπουν σ’ αυτό μόνον εικόνες καταστροφής, κατακλυσμούς, συμφορές και τρόμους. Αλλά ο σκοπός της Αποκάλυψης δεν είναι να εμπνεύσει τον φόβο, τον τρόμο και την δειλία, γιατί αυτά δεν είναι μέσα στο πνεύμα της Καινής Διαθήκης, που μιλάει για ελεύθερους ανθρώπους και όχι για δούλους και για έναν Θεό της Αγάπης και όχι της καταστροφής.
Η λέξη Αποκάλυψη σημαίνει την φανέρωση του θελήματος του Θεού. Με την φράση «Αποκάλυψις Ιησού Χριστού», αρχίζει το θεόπνευστο αυτό βιβλίο, δηλαδή φανέρωση του θελήματος του Ιησού Χριστού, από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό και έχει σκοπό να φανερώσει ύψιστες και σωτήριες αλήθειες, που θα συμβούν οπωσδήποτε στο πέρασμα των αιώνων και δηλώνουν την παρουσία του Θεού μέσα στον κόσμο. Ο Θεός διευθύνει, προνοεί και οδηγεί τον κόσμο προς την σωτηρία μέσα από διάφορους δρόμους και παρά την φαινομενική ίσως απουσία ή πολλές φορές αδυναμία του θυσιαζόμενου Αμνού, δηλαδή του Υιού του Θεού, τελικά φανερώνεται, ότι το «Αρνίον» είναι μεν «εσφαγμένον», αλλά πάντοτε «όρθιον».
Βέβαια η εποχή που γράφτηκε η Αποκάλυψη έχει ορισμένα χαρακτηριστικά, που τα παρουσιάζει κάθε εποχή λίγο ή πολύ. Ο Χριστιανισμός αντιμετώπιζε τότε, αλλά και τώρα δεν παύει να αντιμετωπίζει συχνά, έναν κόσμο απάνθρωπο, εχθρικό και βίαιο, όπου οι δυνάμεις του κακού κυριαρχούν και κατευθύνουν τις τύχες του και πολεμούν με λύσσα τις δυνάμεις του καλού, που εκφράζονται από την Εκκλησία. Αλλά και η ίδια η Εκκλησία τότε, όπως και τώρα περνάει κρίσιμες ώρες, γιατί δεν διαθέτει τον πρώτο της ζήλο, τη φλόγα της πίστης, τη θέρμη της αγάπης του αρχέγονου Χριστιανισμού των κατακομβών και τα μέλη της, που είναι άνθρωποι αδύναμοι παρασύρονται από τις σειρήνες του ευδαιμονισμού και ξεχνούν ή πολλές φορές διαστρεβλώνουν το μήνυμα της αγάπης του Θεανθρώπου. Γι’ αυτό υπάρχουν και τα τρομακτικά μηνύματα στο κείμενο, όπου ο προφητικός λόγος φαίνεται σκληρός, μαχαίρι κοφτερό, αλλά που μέσα από τις φοβερές σκηνές αναδύεται το μήνυμα της ελπίδας, το φως μέσα στο σκοτάδι, όπου ο Χριστός ο σταυρωθείς και αναστάς, ο «Μάρτυς ο ζων και αληθινός», θριαμβεύει και θα θριαμβεύει πάντοτε πάνω στις δυνάμεις του σκότους και παρά την φαινομενική κυριαρχία του κακού, η τελική νίκη θα είναι η νίκη του «Αρνίου». Η ελπίδα που μεταδίδεται μέσα από τις αλληγορικές σκηνές, που εμφανίζονται στο ιερό κείμενο, δεν είναι ελπίδα άπιαστη, απατηλή, ρομαντική ή εξωπραγματική. Είναι μια ελπίδα πραγματική, τωρινή, ψηλαφητή, που αποδιώχνει τον φόβο, την θλίψη, τον θάνατο και προσφέρει τη χαρά, τη ζωή, τη γαλήνη στην επίγεια ζωή και την ανταμοιβή στην επουράνια.
Επικρατεί γενικά η αντίληψη -και όχι χωρίς λόγο- ότι είναι ένα κείμενο ακατάληπτο και ανερμήνευτο. Γι’ αυτό και πολλοί, που κατά καιρούς επιχείρησαν να το ερμηνεύσουν, το επικάλυψαν μάλλον παρά το αποκάλυψαν. Είναι γεγονός ότι δεν μπορεί να ερμηνευθεί πλή ρως, το μαρτυρεί ο προφητικός χαρακτήρας του, γι’ αυτό και οι Άγιοι Πατέρες είναι εδώ επιφυλακτικοί. Δεν καταγίνονται με το ιερό βιβλίο της Αποκαλύψεως. Δείγμα της ταπεινοφροσύνης τους. Όσοι θέλησαν να καθορίσουν ακριβείς χρονολογίες για το τέλος του κόσμου, συγκεκριμένα πολιτικά και ιδεολογικά καθεστώτα, πολέμους, σφαγές, λιμούς, λοιμούς, θεομηνίες, μεγάλες καταστροφές και πρόσωπα αντιχρίστων, στο τέλος τίποτα δεν αποκάλυψαν από όσα ο ίδιος ο Ευαγγελιστής μας φανέρωσε. Είναι λάθος ορισμένων ερμηνευτών να αναζητούν λεπτομέρειες για τις φάσεις της πνευματικής αυτής πάλης σε κάθε εποχή και μάλιστα στην σημερινή και μολονότι τα διάφορα γεγονότα τους διαψεύδουν, εν τούτοις αυτοί δεν δείχνουν να συνετίζονται. Αντίθετα άλλοι σοβαροί ερμηνευτές δεν επιχείρησαν να ερμηνεύσουν την Αποκάλυψη «εξ αποκαλύψεως» φοβούμενοι τους αποκαλυπτικούς ακροβατισμούς, αλλά διέτριψαν περισσότερο στα πνευματικά μηνύματα, στη διακρίβωση των θρησκευτικών και θεολογικών νοημάτων και άφησαν όλα τα άλλα στην σοφία του Θεού.
Αλλά η Αποκάλυψη δεν είναι μόνο προφητικό βιβλίο, είναι και ιστορικό. Για τον Ευαγγελιστή Ιωάννη το μέλλον είναι ήδη παρόν και το παρόν προδικάζει το μέλλον. Διηγείται γεγονότα της Εκκλησίας του παρόντος χρόνου, αναφέρει όμως και παρελθόντα και μέλλοντα, αλλά το κέντρο βάρους πέφτει στους έσχατους καιρούς, όπου κεντρικό σημείο αποτελεί η έλευση του Χριστού και δίνεται απάντηση στο πρόβλημα της καθυστέρησης της Δευτέρας Παρουσίας. Στο τελευταίο αυτό ζήτημα υπάρχει μεγάλη διαφορά στον τρόπο αντιμετώπισής του από τους πιστούς τότε, σε σχέση προς τους πιστούς σήμερα. Η πραγματοποίηση της ελπίδας του Ευαγγελίου συνδέονταν στον αρτιγέννητο χριστιανισμό προς την εγγύς ή οσονούπω έλευση της Βασιλείας, ενώ σήμερα, ύστερα από αιώνες ύπαρξης της Εκκλησίας, η σύνδεση αυτή δεν έχει τον επείγοντα χαρακτήρα που είχε αρχικά. Ο σημερινός χριστιανός έχει ανάγκη ενημέρωσης ως προς την προσδοκία της παρουσίας του Χριστού κατά τους αρχικούς χρόνους της Εκκλησίας, αλλιώτικα δυσκολεύεται να αντιληφθεί καταστάσεις όπως αυτή που ανακλάται και αντιμετωπίζεται από την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Πρέπει π.χ. να λάβουμε υπόψη μας πως η τότε χριστιανική αντίληψη περί της εγγύς έλευσης του Ιησού στηριζόταν σε μια γενικότερη στον τότε κόσμο αντίληψη, πως δηλαδή πλησιάζει κάποιο τέλος του κόσμου στην μορφή που τον ξέρουμε, έτσι το χριστιανικό κήρυγμα, πως ο παλαιός αιών τελειώνει και έρχεται με τον Χριστό ο νέος γινόταν εύκολα δεκτό και κατανοητό όχι μόνο από τους Ιουδαίους αλλά και από τους Εθνικούς, χωρίς να απαιτούνται ιδιαίτερες διευκρινίσεις.
Εκτός όμως από τον προφητικό και τον ιστορικό χαρακτήρα της Αποκάλυψης έχουμε και τον ηθικό, τον θεολογικό, τον οντολογικό και τον δραματικό χαρακτήρα της. Η προφητεία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά το μέσο για να φθάσει κανείς στον κύριο στόχο που είναι η πίστη, η αγιότητα και η σταθερότητα στην αρετή. Η θεολογική της αξία είναι ανυπέρβλητη. Με συμ-βολικές εικόνες παρουσιάζει την εσχατολογική διδασκαλία της Κ. Διαθήκης, την διδασκαλία δηλαδή για το τέλος του κόσμου, τη μέλλουσα κρίση και την ανταπόδοση του Θεού. Αυτό διακηρύττεται στο 7ο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, όπως το καθόρισε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος σχετικά με τον Κύριό μας: «Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς» και όπως το συμπλήρωσε η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, για να αντιμετωπίσει τις χιλιαστικές τάσεις που προέκυψαν από το σχετικό χωρίο της Αποκάλυψης, με την φράση: «ου της βασιλείας ουκ εσταί τέλος». Η έλευση του Κυρίου, η προσδοκία της ανάστασης των νεκρών και η αιώνια ζωή αποτελούν βασικές αλήθειες της Ορθόδοξης Πίστης.
Η Αποκάλυψη λοιπόν αποτελεί την μεγαλοπρεπή κατακλείδα της Αγίας Γραφής. Γνωστό είναι ότι η Αγία Γραφή αρχίζει με την Γένεση, όπου εξιστορείται η δημιουργία του κόσμου και η αρχή της ιστορίας και όπου βρίσκονται οι πρώτες ενέργειες του Θεού στον κόσμο και όπου Αυτός προσφέρει τις πρώτες ελπίδες για τον ερχομό του Λυτρωτή. Το Ιερό Βιβλίο τελειώνει με την Αποκάλυψη, όπου παρουσιάζεται η πορεία της Εκκλησίας, η κρίση του κόσμου και ο τελικός θρίαμβος της πίστης και όπου καταγράφονται οι τελευταίες ενέργειες του Θεού δια του Ιησού Χριστού, για την ανακαίνιση των πάντων, την εξάλειψη των δεινών της αμαρτίας και τον θρίαμβο των δικαίων, ο οποίος και καταγράφεται στο κα΄ 3-5: «και ήκουσα φωνής μεγάλης εκ του ουρανού λεγούσης, ιδού η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων, και σκηνώ-σει μετ’ αυτών, και αυτοί λαοί αυτού έσονται, και αυτός ο Θεός εσταί μετ’ αυτών, και εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος ουκ εσταί έτι, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος ουκ εσταί έτι, ότι τα πρώτα απήλθον.»
Μία σύντομη ανάλυση του ιερού βιβλίου, παρά τις όποιες δυσκολίες στην ερμηνεία του δεν παύει να φανερώνει τον σκοπό του. Απευθύνει ισάριθμες επιστολές στις επτά Εκκλησίες της Μ. Ασίας (Εφέσου, Σμύρνης, Περγάμου, Θυατείρων, Σάρδεων, Φιλαδελφείας, Λαοδικείας) και μέσω αυτών σ’ ολόκληρη την Εκκλησία και τους πιστούς της και τους φανερώνει αυτά που πρόκειται σύντομα να συμβούν, «α δει γενέσθαι εν τάχει». Η φράση αυτή περιέχει την βεβαιότητα της σύντομης πραγματοποίησης της θείας βουλής, που δεν είναι άλλη από την ολοκλήρωση της σωτηρίας του ανθρώπου, αυτή δε η θεία επιθυμία διακατέχει όλα τα γεγονότα και διατρέχει όλες τις εικόνες, που είναι συγκλονιστικές. Δεν είναι θεία δέσμευση, αλλά θεία προειδοποίηση γιατί για το Θεό: «... μια ημέρα παρά Κυρίω ως χίλια έτη και χίλια έτη ως ημέρα μια» (Πέτρου Β΄ 3, 8). Για τους πιστούς ισχύει το «εγγύς» της έλευσης του Κυρίου, γιατί βραχύς είναι ο χρόνος της γήινης παρουσίας των και η εκδημία των είναι ουσιαστικά η ημέρα της μερικής και της γενικής κρίσης και Δευτέρας παρουσίας, οπότε θα πρέπει πάντα να είναι έτοιμοι, γιατί ανά πάσα στιγμή μπορεί να παρουσιαστούν ενώπιον του Κυρίου. Τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της σωτηρίας αρχίζουν άμεσα και θα συνεχίζονται μέχρι της συντέλειας των αιώνων και όσοι επιχειρούν κατά καιρούς ακριβείς χρονικούς προσδιορισμούς πάντα πέφτουν έξω με προεξάρχοντες προτεστάντες φουνταμενταλιστές και μάρτυρες του Ιεχωβά, οι οποίοι περιεργάζονται με κάθε λεπτομέρεια τα θεία απόρρητα, που βέβαια δεν προσφέρουν τίποτε στην ψυχική σωτηρία, ο δε Κύριος το λέγει ξεκάθαρα: «ουχ υμών εστί γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο Πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πραξ. 1. 7), αλλά και: «περί της ημέρας εκείνης ή της ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι εν ουρανώ, ουδέ ο υιός, ει μη ο Πατήρ» (Μαρκ. 13, 32). Άρα τον ακριβή χρόνο που θα συμβεί η συντέλεια του κόσμου κανένας δεν γνωρίζει και δεν θα πρέπει να γνωρίζει, η δε άγνοια αυτή έχει μεγάλη χρησιμότητα, γιατί γίνεται αφορμή για συνεχή νήψη και εγρήγορση, άσκηση αρετής, ηθική καλλιέργεια και αδιάκοπο πνευματικό αγώνα και έτσι απομακρύνεται ο κίνδυνος αδράνειας και εφησυχασμού. «Τι γαρ όφελος, ειπέ μοι, μαθείν την ημέραν του τέλους; Αγνοείν δε ταύτην συμφέρει, ίνα πάσαν ημέραν εκείνην είναι νομίζοντες, έτοιμοι προς ταύτην τυγχάνομεν γρηγορούντες, και τον Κύριον ημών περιμένοντες» (Ισίδωρος Πηλουσιώτης).
Αλλά και το άλλο μεγάλο θέμα της παρουσίας του Αντιχρίστου και του σφραγίσματος των πιστών έγινε αφορμή μιας ξέφρενης κούρσας ανακάλυψής του και ανησυχίας για την απώλεια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος για όσους σφραγισθούν, όπως μερικοί ισχυρίζονται. Αντί όμως να ανησυχούν οι πιστοί για την σφραγίδα του Αντιχρίστου, θα πρέπει πιο πολύ να προσέξουν να μην ξεθωριάζει η σφραγίδα του Χριστού, που παίρνουν με το Άγιο Βάπτισμα και αυτό γίνεται, όταν με την ζωή τους βλασφημούν το Πνεύμα το Άγιον, «εν ω εσφραγίσθημεν εις ημέραν απολυτρώσεως» (Εφεσ. 4. 30). Αγωνιούν ορισμένοι μήπως και άθελά τους έχουν σφραγιστεί, ενώ πιθανόν να μην έχουν συνειδητοποιήσει, ότι πράττουν ή ανέχονται τα έργα του Αντιχρίστου. Τους απασχολεί ο ερχομός του Αντιχρίστου και δεν τους ενδιαφέρει η παρουσία ή η απουσία του Κυρίου, που χωρίς Αυτόν, δηλαδή χωρίς την παρουσία του Σταυρού στην σύγχρονη ζωή χάνεται το πνεύμα της θυσίας Εκείνου.
Οι πιστοί Χριστιανοί δεν έχουν δικαίωμα να είναι ηττοπαθείς, καθότι και ισχυροί είναι και δυνατοί. «Μείζων ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω», γι’ αυτό και «νενικήκαμεν τον πονηρόν», τον έχουν ήδη συντρίψει, όχι με τις δικές τους δυνάμεις, αλλά με την δύναμη Εκείνου, που «εξήλθε νικών και ίνα νικήση». Αυτό είναι και το κατ’ εξοχήν μήνυμα της Αποκάλυψης.
Περατούμενης της προσπάθειας για μια συνοπτική ερμηνεία του προφητικού αυτού βιβλίου, επιχειρείται να δοθεί το βασικό μήνυμα, που μπορεί να υποψιαστεί κανείς. Κυρίαρχο πρόσωπο είναι το εσφαγμένο Αρνίο, το Α και το Ω, ο Κύριος και Παντοκράτωρ, ο Οποίος δημιούργησε τον κόσμο και κατευθύνει δυναμικά την πορεία του προς το αναπότρεπτο τέλος. Θέλημά Του είναι η προστασία των εκλεκτών από την λυσσαλέα επίθεση των δαιμονικών δυνάμεων, που ενεργούν στον κόσμο με πολλαπλή μορφή, όπως είναι η άθεη κοσμική εξουσία, η ανήθικη οικονομία, η αντίθετη ιδεολογία και προπαγάνδα, ο απάνθρωπος καταναλωτισμός κ.ά. Αποστέλλει στον κόσμο «πληγές», προκειμένου να δώσει σ’ αυτόν πολλαπλή ευκαιρία μετανοίας και επιτρέπει για περιορισμένο χρόνο στον «δράκοντα» να δοκιμάσει τους πιστούς.
Όταν έλθει η άγνωστη, αλλά βραχυπρόθεσμη στιγμή της παρουσίας του Χριστού, οπό-τε γίνεται η τελική σύγκρουση με το Σατανά και τους θιασώτες του, τότε αποκαθαίρεται ο κόσμος από τις δαιμονικές δυνάμεις και ανακαινίζεται. Ολόκληρη η καινή κτίση, η Εκκλησία των σεσωσμένων, συνάγεται γύρω από το θρόνο του Αρνίου, ατενίζει το πρόσωπό Του, αυγάζεται από αυτό και αναμέλπει ασίγαστα τον ύμνο του θριάμβου.
Η Αποκάλυψη δεν εξαγγέλλει απλώς ένα μήνυμα, ελεύθερο στην προκατάληψη, την αιρετική προπαγάνδα ή την φαντασίωση, αλλά «σημαίνει» προφητικά στο λειτουργικό γεγονός της Εκκλησίας τη «μυστική» και ωστόσο βέβαιη κατάληξη της Ιστορίας, την εγγύς βασιλεία του Θεού. Αυτή δε η «εγγύς» βασιλεία είναι υπόθεση χαράς και «εορτής ημέρα» για τους πιστούς, οι οποίοι εστερνιζόμενοι τα λόγια του Παύλου, χαίρονται και αγάλλουν για τον επικείμενο ερχομό του Αρνίου «Και τούτο, ειδότες τον καιρόν, ότι ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι. νυν γαρ εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν. η νυξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν. Αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός. ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν, μη κώμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω. αλλ’ ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε εις επιθυμίας» (Ρωμ. 13. 11-14).
Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Ἰωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Σημειώσεις από το έργο του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα «Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας» (PG τ. 150 στ. 368-492)

- Στο μυστήριο της Βάπτισης γίνονται διάφοροι συμβολισμοί. Αυτοί μας διδάσκουν πόσο μεγάλο μίσος πρέπει να υπάρχει μέσα μας κατά του διαβόλου και πόσο πρέπει να τον αποστρέφεται εκείνος που μέλλει να είναι αληθινός Χριστιανός (α΄ 10). Το ερώτημα είναι αν πρέπει να μισούμε τον διάβολο, αφού ο ίδιος ο Θεός τον αγαπάει, ως δημιούργημά του. Βεβαίως πρέπει να τον αποστρεφόμεθα και να μισούμε τις διαβολές του, όχι όμως τον ίδιο.
- Σ’ εκείνους που έμελλε να δώσει ζωή αιώνια, εννοώ το ζωοποιό Του σώμα και αίμα, αυτούς διέταξε να προσφέρουν προηγουμένως εφόδια της φθαρτής ζωής, έτσι ώστε να πάρουμε ζωή αντί ζωής, αντί της πρόσκαιρης την αιώνια, και να φανεί η χάρη σαν αμοιβή και το αμέτρητο έλεος να έχει κάποιο στοιχείο δικαιοσύνης και να εκπληρωθεί εκείνο που είπε: «Θα βάλω το έλεός μου σε ζυγαριά» (Ησ. 28. 17) (δ΄ 2). Ερωτάται ποιους αφορά το προκείμενον του εσπερινού «Το έλεός σου Κύριε καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου».
- Το πανάγιο Μύρο, το οποίο ο μακάριος Διονύσιος Αρεοπαγίτης λέγει ότι είναι ομοταγές (της αυτής τάξης) με τη Θεία Κοινωνία και αυτό τελείται και αγιάζεται με προσευχή και ότι το ίδιο το Μύρο είναι τελεστικό και αγιαστικό, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στους ευσεβείς (κθ΄ 11). Εφ’ όσον λοιπόν με τη Θεία Κοινωνία αφέονται αι αμαρτίαι, το ίδιο γίνεται με την επάλειψη με Ἀγιο Μύρο. Άφεση αμαρτιών δίδεται επίσης και με το Ευχέλαιο.
- Η θυσία, ούτε πριν αγιασθεί ο άρτος τελείται, ούτε μετά που θα αγιασθεί, αλλά την ίδια τη στιγμή του αγιασμού. Έτσι ισχύουν αναγκαστικά όλα όσα πιστεύουμε γι’ αυτήν και κανένα από αυτά δεν ακυρώνεται (λβ΄ 8). Άρα η θυσία τελείται την ίδια τη στιγμή του αγιασμού, δηλ. με το τρίτο Αμήν του Ἱερέα.
- Λέγοντας «Τα άγια τοις αγίοις» είναι σαν να λέγει: «Ιδού ο άρτος της ζωής, τον βλέπετε. Ελάτε λοιπόν να μεταλάβετε. Όχι όμως όλοι, αλλά όποιος είναι άγιος. «Διότι τα άγια επιτρέπονται μόνο στους αγίους». Αγίους εδώ εννοεί εκείνους που είναι τέλειοι στην αρετή, αλλά και εκείνους που αγωνίζονται να φθάσουν σ’ αυτήν την τελειότητα, αλλά ακόμη υστερούν. Διότι και αυτούς τίποτε δεν τους εμποδίζει να αγιάζονται καθώς μετέχουν των Μυστηρίων και να είναι από αυτή την άποψη άγιοι (λς΄ 1). Άρα άγιοι εδώ δεν είναι μόνον οι δοξασμένοι, αλλά οι φωτισμένοι και οι καθαρμένοι.
- Τι είναι εκείνο που αποκόβει αυτά τα μέλη από το άγιο εκείνο Σώμα. «Τα αμαρτήματά σας, λέγει, στέκονται εμπόδιο ανάμεσα σ’ εμένα και σας» (Ησ. 59.2). Τι λοιπόν, κάθε αμαρτία νεκρώνει τον άνθρωπο; Καθόλου, αλλά μόνο η θανάσιμη αμαρτία. Γι’ αυτό και λέγεται «προς θάνατον». Διότι υπάρχει και αμαρτία «ου προς θάνατον», σύμφωνα με τον μακάριο Ιωάννη (Ιω. Α΄ 5. 17). Γι’ αυτό οι βαπτισμένοι, αν δεν πέφτουν σε θανάσιμα αμαρτήματα που τους χωρίζουν από τον Χριστό και επιφέρουν θάνατο, δεν έχουν κανένα εμπόδιο να κοινωνούν και να μετέχουν του αγιασμού, διότι και στην πραγματικότητα και στην ονομασία εξακολουθούν να είναι ζωντανά μέλη, ενωμένα με την Κεφαλή (λς΄ 2-4). Επομένως, όσοι υποπίπτουν σε συγγνωστά αμαρτήματα, που δεν χρίζουν συγχωρητικής ευχής από τον πνευματικό, πρέπει να μετέχουν της Θείας κοινωνίας.
- Αυτό το νερό (το ζέον), με το να είναι συγχρόνως νερό και να μετέχει και της φωτιάς συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο και «ύδωρ» λέγεται (Ιω. 7. 38-39) και ως πυρ φάνηκε τότε που έπεσε επάνω στους μαθητές του Χριστού (Πράξ. 2. 3-4). Και η παρούσα στιγμή της Θείας Λειτουργίας συμβολίζει εκείνη τη στιγμή της Πεντηκοστής. Διότι τότε κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα όταν ολοκληρώθηκαν όλα τα έργα του Χριστού, τώρα δε το νερό αυτό προστίθεται μετά την τελείωση των δώρων (λζ΄ 4-5). Άρα το Άγιο Πνεύμα, που φάνηκε σαν περιστέρι και σαν φωτιά, τώρα συμβολίζεται από το νερό.
- Κατόπιν εύχονται, ο αγιασμός που έλαβαν, να μείνει μαζί τους και να μην προδώσουν τη χάρη, ούτε να χάσουν τη δωρεά, με τη βοήθεια Εκείνου. «Τήρησον ημάς εν τω σω αγιασμώ». Κάνοντας τι; Διότι χρειάζεται να κάνουμε κι εμείς ό,τι εξαρτάται από εμάς. «Όλην την ημέραν μελετώντας την δικαιοσύνην σου». Δικαιοσύνη εννοούμε τη σοφία και φιλανθρωπία του Θεού που θεωρείται μέσα στα μυστήρια, όπως τα εννόησε και ο Παύλος: «Δεν ντρέπομαι για το Ευαγγέλιο του Χριστού, διότι σ’ αυτό φανερώνεται η δικαιοσύνη του Θεού σε καθένα και για καθένα που πιστεύει» (Ρωμ. 1. 16-17). Η μελέτη αυτής της δικαιοσύνης μπορεί να διατηρήσει μέσα μας τον αγιασμό. Διότι και την πίστη στον Θεό αυξάνει και την αγάπη φουντώνει και δεν αφήνει να μπει στην ψυχή τίποτε κακό. Σωστά λοιπόν λέγαμε στα προηγούμενα ότι χωρίς τους πρέποντες στο μυστήριο λογισμούς δεν μπορεί να υπάρξει και να παραμείνει σ’ εμάς ο αγιασμός (μα΄ 4). Οι λογισμοί πρέπει να αφορούν αποκλειστικά το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, για να υπάρξει αγιασμός.
- Η θεία και ιερή αυτή τελετή (της Θείας Ευχαριστίας) εμφανίζεται να αγιάζει με δυο τρόπους. Ο πρώτος είναι η μεσιτεία. Τα προσφερόμενα δώρα και μόνο με το γεγονός της προσφοράς, αγιάζουν εκείνους που τα προσφέρουν κι εκείνους για τους οποίους τα προσφέρουν και εξευμενίζουν απέναντί τους το Θεό. Ο δεύτερος τρόπος είναι η μετάληψη, διότι γίνεται σ’ εμάς αληθινή «βρώσις και πόσις», σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου (Ιω. 6. 55). Από τους δυο αυτούς τρόπους ο πρώτος είναι κοινός και στους ζώντες και στους νεκρούς, διότι η θυσία προσφέρεται και για τις δυο κατηγορίες. Ο δεύτερος όμως είναι δυνατός μόνο στους ζώντες, διότι πλέον οι νεκροί ούτε να φάγουν ούτε να πιούν μπορούν. Τι λοιπόν, οι νεκροί δεν αγιάζονται από αυτόν τον αγιασμό μέσω της μεταλήψεως και είναι λιγότερο ωφελημένοι από τους ζώντες; Καθόλου. Διότι και σ’ αυτούς ο Χριστός μεταδίδει τον εαυτό Του με τον τρόπο που Αυτός γνωρίζει. Και για να το αποδείξουμε αυτό, ας εξετάσουμε τα αίτια του αγιασμού, για να δούμε αν οι ψυχές των νεκρών τα έχουν όπως και οι ψυχές των ζώντων. Ποια είναι λοιπόν τα αίτια του αγιασμού; Άραγε το να έχει κανείς σώμα, το να τρέξει στην τράπεζα, το να πάρει στα χέρια τα άγια, το να τα δεχθεί στο στόμα, το να φάγει, το να πιεί; Καθόλου. Διότι πολλοί από εκείνους που έκαναν όλα αυτά και έτσι προσήλθαν στα Μυστήρια, δεν ωφελήθηκαν καθόλου και έφυγαν γεμάτοι αμέτρητες αμαρτίες. Αλλά ποια είναι τα αίτια του αγιασμού στους αγιαζόμενους; Και ποια είναι εκείνα που απαιτεί από μας ο Χριστός; Κάθαρση της ψυχής, αγάπη στον Θεό, πίστη, επιθυμία του Μυστηρίου, προθυμία για την μετάληψη, ολόθερμη ορμή, το να τρέξουμε διψασμένοι. Αυτά είναι που έλκουν αυτόν τον αγιασμό και μετά αυτά είναι ανάγκη να μετέχουν του Χριστού όσοι προσέρχονται και χωρίς αυτά τούτο είναι αδύνατο. Όλα όμως αυτά δεν είναι σωματικά, αλλά εξαρτώνται μονάχα από την ψυχή. Επομένως τίποτε δεν εμποδίζει να μπορούν τα παραπάνω και οι ψυχές των νεκρών όπως και των ζώντων. Αν λοιπόν οι μεν ψυχές είναι έτοιμες και προπαρασκευασμένες για το μυστήριο, ο δε Κύριος που αγίασε και ετέλεσε τα μυστήρια θέλει πάντοτε να αγιάζει και να μεταδίδει κάθε φορά τον εαυτό Του, ποιο εμπόδιο υπάρχει για την κοινωνία; Κανένα απολύτως. Λοιπόν, θα ερωτήσει κανείς: αν κάποιος από τους ζώντες έχει στην ψυχή του όλα τα καλά που είπαμε, δεν προσέλθει όμως στα μυστήρια, θα λάβει εξίσου τον αγιασμό που προέρχεται από αυτά; Όχι ο καθένας, αλλά εκείνος που δεν μπορεί να προσέλθει σωματικώς, όπως οι ψυχές των νεκρών. Τέτοιοι υπήρξαν όσοι έζησαν περιπλανώμενοι σε ερημιές και όρη και σπηλιές και οπές της γης (Εβρ. 11. 38), για τους οποίους ήταν αδύνατον να δουν θυσιαστήριο και Ιερέα. Αυτούς ο ίδιος ο Χριστός τους αγίαζε αφανώς με αυτόν τον αγιασμό. Πως το ξέρουμε αυτό; Από το ότι είχαν μέσα τους ζωή, την οποία δε θα είχαν, αν δε μετείχαν στο μυστήριο αυτό. Διότι ο ίδιος ο Χριστός είπε: «αν δε φάγετε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιείτε το αίμα Του, δεν έχετε ζωή μέσα σας (Ιω. 6. 53). Και για να φανερώσει αυτό, σε πολλούς από αυτούς τους αγίους έστειλε Αγγέλους για να τους φέρουν τα Τίμια Δώρα. Αν όμως κανείς, ενώ έχει τη δυνατότητα, δεν προσέλθει στην Αγία Τράπεζα, αυτός είναι τελείως αδύνατο να λάβει τον αγιασμό των Μυστηρίων. Όχι δεν προσήλθε απλώς, αλλά διότι ενώ μπορούσε, δεν μπορούσε και φανερώνει με αυτό ότι η ψυχή του είναι γυμνή από τις αγαθές διαθέσεις που απαιτούνται για το μυστήριο. Πράγματι, ποια ορμή και προθυμία για την Ιερή Τράπεζα υπάρχει σ’ εκείνον που μπορεί εύκολα να τρέξει σ’ αυτήν και δεν θέλει; Ποια πίστη στον Θεό υπάρχει σ’ εκείνον που δεν φοβάται την απειλή του Κυρίου εναντίον εκείνων που κατεφρόνησαν την πρόσκληση στο δείπνο (Ματθ. 22. 7); Πως θα πιστευθεί κανείς ότι αγαπά εκείνο το οποίο, ενώ μπορεί να λάβει, δεν το λαμβάνει; Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο που ο Χριστός, σε ψυχές χωρισμένες από το σώμα, οι οποίες δεν μπορούν να κατηγορηθούν για τίποτε από τα παραπάνω, μεταδίδει από την τράπεζά Του. Το παράδοξο και υπερφυσικό είναι ο άνθρωπος που ζει μέσα στη φθορά να φάγει άφθαρτο σώμα. Ενώ το να μεταλάβει το αθάνατο μια ουσία αθάνατη, η ψυχή, με τρόπο κατάλληλο σ’ αυτή, τι το παράδοξο έχει; Αν τώρα ο Χριστός, από ανέκφραστη φιλανθρωπία και άρρητη σοφία, βρήκε τρόπο να πραγματοποιήσει εκείνο το παράδοξο και υπερφυσικό (να φάγει ο φθαρτός άνθρωπος άφθαρτη τροφή), πως δε θα πιστευθεί ότι κάνει και το άλλο, που είναι εύλογο και επόμενο; (μβ΄ 2-13). Συμπέρασμα είναι ότι οι ψυχές των νεκρών, που υπήρξαν εν ζωή πιστοί και μετείχαν του μυστηρίου, αλλά είχαν καθαρή καρδιά, αγάπη στο Θεό, πίστη, επιθυμία του μυστηρίου, προθυμία για τη μετάληψη, ολόθερμη ορμή και δίψα γι’ αυτό, τότε αυτές εξακολουθούν να μετέχουν του μυστηρίου. Αλλά και οι ζώντες, που επιθυμούν να μετέχουν του μυστηρίου, αλλά λόγω εγγενών δυσκολιών (σωματικών παθήσεων, μακρινών αποστάσεων κλπ) δεν μπορούν, τότε αυτοί θεωρούνται, ότι μετέχουν του μυστηρίου. Αντίθετα εκείνοι που μετέχουν του μυστηρίου, αλλά δεν εκπληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις, τότε στην πραγματικότητα δεν μετέχουν του μυστηρίου.
- Εξάλλου και σ’ εκείνους που ζουν ακόμη με σώμα, η Θεία Κοινωνία δίνεται βέβαια δια μέσου του σώματος, αλλά πρώτα πηγαίνει στην ουσία της ψυχής και ύστερα μέσω της ψυχής διαβαίνει στο σώμα. Αυτό θέλοντας να φανερώσει ο μακάριος Απόστολος λέγει: «Εκείνος που ενώνεται με τον Κύριο γίνεται ένα πνεύμα μαζί Του» (Κορ. Α΄ 6. 17), διότι η ένωση και η συνάφεια αυτή πραγματοποιείται πρώτα μέσα στην ψυχή. Διότι εκεί, στην ψυχή, είναι κυρίως ο άνθρωπος, εκεί είναι και ο αγιασμός, ο οποίος αποκτάται με τις αρετές και την ανθρώπινη επιμέλεια. Εκεί είναι και το κέντρο που αμαρτάνει και που έχει ανάγκη να θεραπευθεί με τα τίμια δώρα. Στο σώμα, όλα προέρχονται από την ψυχή. Και όπως αυτό μολύνεται από τους πονηρούς λογισμούς που βγαίνουν από την καρδιά, έτσι και ο αγιασμός από εκεί προξενείται σ’ αυτό, τόσο από την αρετή, όσο και από τα μυστήρια. Σε μερικούς δε έρχονται και σωματικές ασθένειες, που έχουν την αιτία τους στην ηθική διαφθορά της ψυχής. Αυτό ήθελε να δείξει ο Σωτήρας και με το να θεραπεύσει την ψυχή του αρρώστου, δηλαδή να ελευθερώσει αυτήν από τις αμαρτίες, σήκωσε το σώμα από την αρρώστια (Ματθ. 9. 2-7). Η Θεία Κοινωνία πρώτα πηγαίνει στην ψυχή και εάν υπάρχει και σώμα μεταβιβάζεται σ’ αυτό.
- Αφού λοιπόν για να λάβει τον αγιασμό η ψυχή δεν έχει ανάγκη από το σώμα, αλλά μάλλον το σώμα έχει ανάγκη της ψυχής, τι παραπάνω από τις ψυχές των νεκρών παίρνουν από την τελετή οι ψυχές που είναι ενωμένες με σώμα, βλέποντας τον ιερέα και δεχόμενες από αυτόν τα δώρα; Αφού και εκείνες έχουν τον αιώνιο Ιερέα, που γίνεται γι’ αυτές τα πάντα και που μεταδίδει τα δώρα και σε όσους από τους ζώντες μεταλαμβάνουν αληθινά. Διότι δε μεταλαμβάνουν αληθινά όλοι αυτοί στους οποίους μεταδίδει ο Ιερεύς, αλλά εκείνοι μόνο, στους οποίους μεταδίδει ο ίδιος ο Χριστός. Διότι ο Ιερεύς μεταδίδει σε όλους γενικά τους προσερχομένους, ο Χριστός όμως μόνο στους άξιους. Από αυτό γίνεται φανερό ότι μόνο ο ίδιος ο Σωτήρας είναι που τελεί το Μυστήριο για τις ψυχές και αγιάζει ζώντες και νεκρούς. Απ’ όλα όσα είπαμε γίνεται φανερό ότι όλα τα στοιχεία της ιερής αυτής τελετής είναι κοινά και στους ζώντες και στους νεκρούς. Διότι και τα αίτια του αγιασμού, επειδή είναι ψυχικά αγαθά, υπάρχουν και στις δυο αυτές κατηγορίες και αυτό που δέχεται πρώτο τον αγιασμό και είναι οικείο με αυτόν είναι το ίδιο (η ψυχή) και ο Ιερεύς που αγιάζει είναι ο ίδιος ο Χριστός. Τούτο μόνον υπάρχει στους ζώντες, που δεν υπάρχει στους νεκρούς: το ότι δηλαδή και οι ανάξιοι νομίζουν ότι αγιάζονται με τα Μυστήρια, διότι δέχονται στο στόμα τα δώρα. Από τους νεκρούς όμως ούτε καν να πλησιάσει κανείς είναι δυνατόν, αν είναι απροετοίμαστος, αλλά μόνο στους άξιους επιτρέπεται η κοινωνία. Στους ζώντες αυτό είναι δυνατόν, όμως όχι μόνο δεν προσθέτει αγιασμό σ’ αυτούς, αλλά αντίθετα επιφέρει τη χειρότερη κόλαση. Συνεπώς τούτο απέχει πολύ από το να είναι πλεονέκτημα για τους ζώντες. Και για έναν επιπλέον λόγο είναι φανερό ότι, όχι μόνον επιτρέπεται και δεν εμποδίζεται από τίποτε, αλλά και συμβαίνει απαραιτήτως η μετάληψη των Τιμίων Δώρων από τις ψυχές των νεκρών. Διότι αν υπήρχε κάτι άλλο να ευφραίνει και να αναπαύει εκεί τις ψυχές, αυτό θα αποτελούσε το βραβείο της καθαρότητας των αξίων ψυχών και δεν θα υπήρχε η ανάγκη της τράπεζας των μυστηρίων. Τώρα όμως εκείνο που δίνει στις ψυχές κάθε απόλαυση και μακαριότητα, είτε παράδεισο το πεις, είτε κόλπους του Αβραάμ, είτε τόπους απαλλαγμένους από κάθε λύπη και οδύνη, φωτεινούς, χλοερούς, αναπαυτικούς, είτε την ίδια τη βασιλεία των ουρανών, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αυτό το ποτήριο και αυτός ο άρτος. Διότι αυτά είναι ο Μεσίτης (Τιμ. Α΄ 2. 5, Εβρ. 9. 15), εκείνος που μπήκε ως πρόδρομος στα ουράνια άγια των αγίων (Εβρ. 6. 20), ο μόνος οδηγός προς τον Πατέρα (Ιω. 14. 6), ο μόνος ήλιος των ψυχών, ο οποίος τώρα φαίνεται και μετέχεται έτσι, όπως ο Ἰδιος θέλησε (μέσω των Τιμίων Δώρων), από τους δεμένους στο σώμα, ενώ τότε θα φανεί και θα μεταληφθεί χωρίς καταπετάσματα, όταν θα τον δούμε όπως είναι (Ιω. Α΄ 3. 2), όταν σαν πτώμα θα συγκεντρώσει τους αετούς (τους σεσωσμένους Ματθ. 24. 28), όταν θα ζωσθεί και θα τους βάλει στο τραπέζι και θα περάσει να τους υπηρετήσει (Λουκ. 12. 37), όταν θα αστράψει στα σύννεφα (Ματθ. 24. 30) και δι Αυτού οι δίκαιοι θα λάμψουν όπως ο ήλιος (Ματθ. 13. 43). Εκείνοι που δεν θα είναι ενωμένοι μαζί Του, όπως γνωρίζει να ενώνει η αγία τράπεζα, είναι εντελώς αδύνατο να βρουν ανάπαυση εκεί ή να λάβουν κάποιο αγαθό, μικρό ή μεγάλο (μγ΄ 1-7). Ο αγιασμός δεν έχει ανάγκη το σώμα, αλλά μόνο τη ψυχή, επομένως για να αγιαστεί το σώμα πρέπει πρώτα να αγιαστεί η ψυχή. Ο Ἱερέας μεταδίδει την θ. κοινωνία σ’ όλους, αλλά ο Χριστός μόνο στους άξιους.
- Οι ψυχές οι απαλλαγμένες από το σώμα έχουν ένα πλεονέκτημα σχετικά με τον αγιασμό, απέναντι σ’ εκείνες που ζουν με σώμα. Διότι καθαρίζονται και παίρνουν άφεση αμαρτιών με τις ευχές των Ἱερέων και τη μεσιτεία των Τιμίων Δώρων όχι λιγότερο από τους ζώντες. Αυτές όμως δεν αμαρτάνουν πλέον, ούτε προσθέτουν νέες αμαρτίες στις παλιές, όπως οι περισσότεροι από τους ζώντες, αλλά ή τους συγχωρείται κάθε ενοχή ή τουλάχιστον λιγοστεύουν συνεχώς οι αμαρτίες τους. Και έτσι βρίσκονται πιο έτοιμες και σε καλύτερη κατάσταση για την κοινωνία του Σωτήρα, όχι μόνο από πολλούς ζώντες, αλλά και από τους ίδιους τους εαυτούς των, αν θα ήταν με το σώμα. Και μόνο το γεγονός ότι έχουν απαλλαγεί από το σώμα, τις κάνει πολύ πιο κατάλληλες για την κοινωνία των Μυστηρίων από ό,τι θα τους ήταν δυνατόν αν είχαν το σώμα. Διότι εκεί υπάρχουν πολλές και διάφορες «μονές» (διαμονές, κατοικίες. Ιω. 14. 2), ώστε να τιμηθούν όλοι οι βαθμοί της αρετής και να μη μείνει τίποτε χωρίς ανταμοιβή εκ μέρους του δικαίου και φιλανθρώπου Κριτή. Όπως λοιπόν εκείνοι που είναι άξιοι των μεγίστων βραβείων και τέλειοι και κληρονόμοι της τέλειας μακαριότητας, όπως ο Παύλος και οι όμοιοι με αυτόν, την απολαμβάνουν καθαρότερα μετά το θάνατο παρά τότε που ήταν στη ζωή, έτσι κι εκείνοι που κατατάχθηκαν σε μετριότερη ανάπαυση είναι εύλογο να την απολαμβάνουν καλύτερα φεύγοντας από εδώ, παρά ζώντας με το σώμα. Αποδείξαμε δε ότι κάθε ανάπαυση των ψυχών και κάθε βραβείο αρετής και μικρό και μεγάλο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτός ο άρτος και αυτό το ποτήριο που μεταλαμβάνεται με τον κατάλληλο τρόπο από τις δυο κατηγορίες, εννοώ τους ζώντες και τους νεκρούς. Γι αυτό και ο Κύριος την απόλαυση των δικαίων στον μέλλοντα αιώνα την ονομάζει δείπνο (Λουκ. 14. 16), για να δείξει ότι εκεί δεν υπάρχει περισσότερο από αυτή την τράπεζα. Έτσι η θεία ιερουργία της Ευχαριστίας είναι και για τους νεκρούς όπως είναι και για τους ζώντες. Και όπως οι ζώντες αγιάζονται κατά δυο τρόπους, όπως έχει λεχθεί, κατά δυο τρόπους αγιάζονται και οι νεκροί και σε καμία περίπτωση δεν είναι κατώτεροι από τους ζώντες, αλλ’ απεναντίας έχουν και ένα πλεονέκτημα (με΄ 1-4). Με την θ. κοινωνία στις ψυχές των νεκρών έχουμε άφεση αμαρτιών, χωρίς προσθήκη αμαρτιών, όπως στους ζώντες. Σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε την αποκατάσταση των πάντων και τελικά αυτές οι ψυχές θα μετέχουν στη θέα του Θεού, έστω και «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι».

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΑΤΕΡΩΝ περί της Θείας Κοινωνίας των κεκοιμημένων


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ (+1391)
(«Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας» P.G τ. 150, στ. 368-492)

«Τι λοιπόν, οι νεκροί δεν αγιάζονται από αυτόν τον αγιασμό μέσω της μεταλήψεως και είναι λιγότερο ωφελημένοι από τους ζώντες; Καθόλου»
«Επομένως τίποτε δεν εμποδίζει να μπορούν τα παραπάνω και οι ψυχές των νεκρών όπως και των ζώντων»
«Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο που ο Χριστός, σε ψυχές χωρισμένες από το σώμα, οι οποίες δεν μπορούν να κατηγορηθούν για τίποτε από τα παραπάνω, μεταδίδει από την τράπεζά Του»
«Συμπέρασμα είναι ότι οι ψυχές των νεκρών, που υπήρξαν εν ζωή πιστοί και μετείχαν του μυστηρίου, αλλά είχαν καθαρή καρδιά, αγάπη στο Θεό, πίστη, επιθυμία του μυστηρίου, προθυμία για τη μετάληψη, ολόθερμη ορμή και δίψα γι’ αυτό, τότε αυτές εξακολουθούν να μετέχουν του μυστηρίου»
«Η Θεία Κοινωνία πρώτα πηγαίνει στην ψυχή και εάν υπάρχει και σώμα μεταβιβάζεται σ’ αυτό»
«Αφού λοιπόν για να λάβει τον αγιασμό η ψυχή δεν έχει ανάγκη από το σώμα, αλλά μάλλον το σώμα έχει ανάγκη της ψυχής, τι παραπάνω από τις ψυχές των νεκρών παίρνουν από την τελετή οι ψυχές που είναι ενωμένες με το σώμα, βλέποντας τον ιερέα και δεχόμενες από αυτόν τα δώρα;»
«Αλλά και συμβαίνει απαραιτήτως η μετάληψη των Τιμίων Δώρων από τις ψυχές των νεκρών»
«Ο αγιασμός δεν έχει ανάγκη το σώμα, αλλά μόνο τη ψυχή, επομένως για να αγιαστεί το σώμα πρέπει πρώτα να αγιαστεί η ψυχή»
«Οι ψυχές οι απαλλαγμένες από το σώμα έχουν ένα πλεονέκτημα σχετικά με τον αγιασμό, απέναντι σ’ εκείνες που ζουν με σώμα. Διότι καθαρίζονται και παίρνουν άφεση αμαρτιών με τις ευχές των ιερέων και τη μεσιτεία των τιμίων δώρων όχι λιγότερο από τους ζώντες. Αυτές όμως δεν αμαρτάνουν πλέον, ούτε προσθέτουν νέες αμαρτίες στις παλιές, όπως οι περισσότεροι από τους ζώντες, αλλά ή τους συγχωρείται κάθε ενοχή ή τουλάχιστον λιγοστεύουν συνεχώς οι αμαρτίες τους»
«Και μόνο το γεγονός ότι έχουν απαλλαγεί από το σώμα, τις κάνει πολύ πιο κατάλληλες για την κοινωνία των μυστηρίων από ό,τι θα τους ήταν δυνατόν αν είχαν σώμα»

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (+1429)
(«Περί Ιεράς Λειτουργίας», P.G. τ. 155, σελ. 280-286)

«Και τέλος πάντων ομού, επειδή τη θυσία ταύτη τη ιερά πάντες ομού άγγελοί τε και άνθρωποι άγιοι και ηνώθησαν τω Χριστώ, και εν αυτώ ηγιάσθησαν, και τούτο ημάς ενούσιν»
«Μετέχουσι γαρ και ούτοι τω μυστηρίω τω φρικτώ τούτω ως συνηγωνισμένοι Χριστώ»
«Τη ενώσει τε και κοινωνία αγιαζόμεναι, και εις εκείνους υπέρ ων εισί, τον αγιασμόν παραπέμπουσαι, και δια των υπέρ των αγίων εις ημάς»
«Αυτοί μεν γαρ αμέσως αγιάζονται παρά του Θεού, δεχόμενοι δε και τα παρ’ ημών, δι’ αυτών ημάς αγιάζουσιν»
«Ει γαρ και αϋλως και νοερώς μετέχουσι της του Χριστού κοινωνίας ταις ψυχαίς, αλλά και δια της αυτού ιερουργίας ην υπέρ του κόσμου παρέδωκε γίνεσθαι, μεγίστης μετέχουσι της δόξης, ως συμπονήσαντες και συνδοξαζόμενοι»
ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ Ο ΕΦΕΣΟΥ (+1444)
(«Αντίρρησις των Λατινικών κεφαλαίων περί του περκατορίου πυρός», P.Ο. τ. 15, σελ. 43-44)

Οι ευχές της Θείας Λειτουργίας αποδεικνύουν ότι «και προς τους ήδη της παρά Θεώ μακαριότητος απολαύοντες η των ευχών τούτων και μάλιστα της μυστικής θυσίας δύναμις διαβαίνει»
«Εις δόξαν αυτών τούτο ποιούμεν, και ούτω τρόπον τινά και υπέρ αυτών η θυσία γίνεται και προς αυτούς διαβαίνει»
Η δύναμη των ευχών και ιδίως της μυστικής θυσίας διαβαίνει «και προς τους δικαίους τε και οσίως βιώσαντας»
Διαβαίνει η δύναμη των προσευχών και της θείας λειτουργίας και προς τους δικαίως βιώσαντας «άτε και αυτούς ατελείς όντας και την προς ταγαθόν επίδοσιν αεί προσλαμβάνοντας και μήπω τελείας της μακαριότητος απολαύοντας»
ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΝΟΤΑΡΑΣ Ο ΚΟΡΙΝΘΟΥ(+1798)
(Περί της Συνεχούς Μεταλήψεως, Μέρος Γ΄, Ένστασις Δ΄, έκδοση Ν. Παναγόπουλος, σελ. 133).
«Ήτοι αν αι ψυχαί των κεκοιμημένων είναι έτοιμοι να κοινωνήσουν, ο δε Κύριος πάντοτε θέλει και αγαπά, να αγιάζη και να μεταδίδη τον εαυτόν του εις τον καθένα, ποίον πράγμα μπορεί να τας χωρήση από την κοινωνίαν; Βέβαια κανένα».
ΥΓ
Σημείωσις πάνω στη Θεία Κοινωνία των κεκοιμημένων. Ευρέθη συμφωνία τεσσάρων Πατέρων, ώστε να τεκμηριωθεί αυτή ως θέση της καθόλου Εκκλησίας. Ως εκ τούτου η άποψη που διατυπώθηκε τόσο από τον Αρχιμανδρίτη π. Παύλο Ντανά, όσο και από τον Λέκτορα του ΑΠΘ Αρχιμανδρίτη π. Νικόδημο Σκρέττα, ότι αποτελεί τούτο αποκλειστικά θέση του αγίου Νικολάου Καβάσιλα και όχι και της Εκκλησίας καταρρίπτεται.


Η ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Ιωάννη Καρδάση, Χημικού-Οικονομολόγου

Σε προγενέστερο δημοσίευμά μας στους ΝΕΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ (5.3.99) με τον τίτλο: «Οι διαφορές της Ορθόδοξης Εκκλησίας από την Ρωμαιοκαθολική» είχαμε τονίσει, ότι οι διαφορές αυτές είναι τρομακτικές σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην υπάρχει κανένα περιθώριο προσέγγισης, η δε απόσταση που μας χωρίζει κυριολεκτικά απέχει «όσον απέχουσιν Ανατολαί από Δυσμών», διερωτηθήκαμε δε μήπως με τις διάφορες προσεγγίσεις, συσκέψεις, ασπασμούς, κοινές λειτουργίες και εορτασμούς πάμε κατ’ ουσίαν σε μια άνευ όρων υποταγή.
Η πρόσφατη επισήμανση του αγαπητού αναγνώστη κ. Π. ΤΑΡΑΜΠΙΚΟΥ για το ίδιο θέμα (Ν.Α. 7.1.00) και με τις ίδιες, ως διαφαίνεται, ανησυχίες μας ώθησε να επισημάνουμε κάποια ευαίσθητα σημεία, τα οποία δεν είναι τόσο ευδιάκριτα και τα οποία διοχετεύονται και νοθεύουν την Ορθόδοξη Πίστη μας, θέλουμε δε να πιστεύουμε περισσότερο από άγνοια και λιγότερο από σκοπιμότητα, αλλά που αποτελούν θεμελιώδεις και σαφείς θέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Ένα από αυτά είναι και το θέμα της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία πρεσβεύει, ότι ο θάνατος είναι δημιούργημα του διαβόλου, ο δε Λόγος εσαρκώθη για να καταποντίσει το κράτος του θανάτου («θανάτω θάνατον πατήσας»), πράγμα που έγινε με την σταύρωση και ανάστασή Του, για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ο θάνατος είναι δημιούργημα του Θεού, ο δε Λόγος εσαρκώθη και εσταυρώθη προς ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης και για να δώσει το καλό παράδειγμα της αγάπης και της υπακοής ως προϋπόθεση ένωσης με τον Θεό, αυτός δε ο θάνατος θακαταργηθεί με την Δευτέρα Παρουσία.
Η ανωτέρω Ορθόδοξη θέση τεκμηριώνεται από πάμπολλους Πατέρες της Εκκλησίας (Άγ. Ειρηναίο, Μέγα Αθανάσιο, Κύριλλο Αλεξανδρείας, Γρηγόριο Θεολόγο, Ιωάννη Χρυσόστομο, Μάξιμο Ομολογητή, Νικόλαο Καβάσιλα, Γρηγόριο Παλαμά κ.ά.) και αποτελεί την επίσημη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία βασιζόμενη σε Δυτικούς Πατέρες (Αυγουστίνο, Αβελάρδο, Άνσελμο, Θωμά Ακινάτο κ.ά.) εκφράζει την εντελώς αντίθετη δογματική θέση, που εδράζεται στη διαφορετική της άποψη έναντι του προπατορικού αμαρτήματος και της δημιουργίας του Σατανά, τον οποίον θεωρεί ως όργανο και υπηρέτη του Θεού προς τιμωρία του ανθρώπου ένεκα της θείας οργής (ενώ η Ορθόδοξη δογματική θέση είναι εκ διαμέτρου αντίθετη).
Προς επίρρωση των ανωτέρω αναφέρονται ολίγα τινά από πληθώρα Ορθοδόξων κειμένων περί του θέματος αυτού:
Α/ Ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος αναφέρει: «Δεύτερον δε, τις ο λόγος, Μονογενούς αίμα τέρπειν Πατέρα, ως ουδέ τον Ισαάκ εδέξατο παρά του πατρός προσφερόμενον, αλλ’ αντηλλάξατο την θυσίαν, κριόν αντιδούς του λογικού θύματος; Ή δήλον, ότι λαμβάνει μεν ο Πατήρ, ουκ αιτήσας, ουδέ δεηθείς, αλλά δια την οικονομίαν, και το χρήναι αγιασθήναι τω ανθρωπίνω του Θεού τον άνθρωπον. Ιν’ αυτός ημάς εξέληται, του τυράννου βία κρατήσας, και προς εαυτόν επαναγάγη δια του Υιού μεσιτεύσαντος, και εις τιμήν του Πατρός τούτο οικονομήσαντος, ώ τα πάντα παραχωρών φαίνεται. Τα μεν δη Χριστού τοιαύτα, και τα πλείω σιγή σεβέσθω. Ο δε χαλκούς όφις κρεμάται μεν κατά των δακνόντων όφεων, ουχ ως τύπος δε του υπέρ ημών παθόντος, αλλ’ ως αντίτυπος. και σώζει τους εις αυτόν ορώντας, ουχ ότι ζη πιστευόμενος, αλλ’ ότι νενέκρωται, και συννεκροί τας υπ’ αυτόν δυνάμεις, καταλυθείς, ώσπερ ην άξιος. Και τις ο πρέπων αυτών παρ’ ημών επιτάφιος; Που σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, άδη, το νίκος; Τω σταυρώ βέβλησαι, τω ζωοποιώ τεθανάτωσαι. Άπνους, νεκρός, ακίνητος, ανενέργητος, και, ει το σχήμα σώζεις όφεως, εν ύψει στηλιτευόμενος» (Λόγος με΄, Εις το Άγιον Πάσχα, 22, Migne, P.G., 36, 653).
B/ Ο καθ. Ι. Καρμίρης αναφέρει: «Ακόμη και ο όρος «ικανοποίησις» ή «Satisfactio» είναι ξένος προς τους Έλληνας Πατέρας» (Ετερόδοξοι επιδράσεις επί της ομολογίας του ΙΖ΄ αιώνος. Ιεροσόλυμα 1949, σελ. 64, σημ. 3).
Γ/ Ο καθ. π. Ι. Ρωμανίδης αναφέρει: «Η εν τη Δύσει επικρατούσα περί απολυτρώσεως διδασκαλία είναι εν γενικαίς γραμμαίς η περί ικανοποιήσεως θεωρία του Ανσέλμου, η οποία δεν προϋποθέτει ως αναγκαίαν την συνεχή και αδιάκοπον κοινωνίαν και παρουσίαν του Χριστού εν τοις σώμασι των πεφωτισμένων. όπου δε η προϋπόθεσις αύτη δια βιβλικούς λόγους απαντά, είναι δευτερευούσης σημασίας. Εφ’ όσον δια της σταυρικής θυσίας του Κυρίου ικανοποιείται η θεία δικαιοσύνη, δεν υπάρχει πλέον ουσιαστική ανάγκη της διαρκούς και πραγματικής εν τη Εκκλησία παρουσίας Αυτού προς σωτηρίαν των πιστών» (Το προπατορικόν αμάρτημα. Αθήνα 1992, σελ. 2-3).
Παρ’ όλο λοιπόν, που οι δογματικές θέσεις των δυο Εκκλησιών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, καθότι εδράζονται σε διαφορετικές θεωρήσεις του θανάτου, του Σατανά, της πτώσης και της απολύτρωσης του ανθρώπου, παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν και επιζούν οι επιδράσεις από την Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική κατήχηση, κατάλοιπα του σχολαστικισμού και διαφωτισμού, της προσπάθειας δυτικοποίησης της Ορθοδοξίας, της βλαπτικής επίδρασης των ιδεών του Α. Κοραή, ο οποίος αντικατέστησε: α/ την κάθαρση της καρδιάς με την φιλοσοφική ηθική, β/ τον φωτισμό του νου με τον μεταφυσικό φωτισμό της διάνοιας και γ/ την θέωση με το τίποτε και τέλος της εκρίζωσης του μοναχισμού στην χώρα μας από την Βαυαροκρατία. Έτσι φθάνουμε σήμερα να διαβάζουμε σε βιβλίο Ορθόδοξης Κατήχησις : «Δια τούτο ο Θεάνθρωπος προσέφερεν εαυτόν επί του Σταυρού ως σφάγιον εξιλαστήριον, αντιπροσωπεύσας μεν δια της ανθρωπίνης φύσεώς του τον πταίσαντα, παρασχών δε δια της θείας τοιαύτην αμύθητον αξίαν εις τον θάνατόν του, ώστε να κάμψη τα σπλάχνα του Απείρου Θεού. Κατ’ αυτόν τον τρόπον ο υπέρ ημών Σταυρωθείς ικανοποίησε την θείαν δικαιοσύνην, ειρηνοποίησε τα πάντα εν εαυτώ και εδώρησεν εις ημάς την απολύτρωσιν «δια του αίματος αυτού» (Εφεσ. α΄ 7)». (Ιερά Κατήχησις. π. Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ. Έκδοση ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝIΑΣ, Αθήνα 1997, σελ. 56).
Δεν εκπλησσόμεθα για την παρείσφρηση τέτοιων Ρωμαιοκαθολικών δογμάτων σε Ορθόδοξη κατήχηση, γιατί δεν είναι τα μοναδικά, που έχουν εμφιλοχωρήσει, αλλά συγκλονιζόμεθα, όταν τέτοια κείμενα ακούγονται από αναγνώστες στις τράπεζες μονών του Αγ. Όρους, που θεωρείται πλέον ο εναπομείνας Φάρος της Ορθοδοξίας, και από την πείσμονα άρνηση της αντικατάστασής των μετά από σχετικές υποδείξεις. Πρέπει όμως κάποτε να αρχίσουμε, έστω και αργά να αντικαθιστούμε τέτοια κείμενα με αντίστοιχα Ορθόδοξα, ώστε τουλάχιστον να σταματήσουμε σαν Ορθόδοξοι να κατηχούμεθα με θέσεις, που έχουν χαρακτηρισθεί αιρετικές από το ίδιο το σώμα της Εκκλησίας μας.