Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΕΝΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Ἀλέξανδρος Α’ τῆς Ρωσίας (1801 - 1825)
Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου

Τήν 20ή Ἰανουαρίου 1864 κοιμήθηκε εἰρηνικά στό Τόμσκ τῆς Σιβηρίας ἕνας πτωχός προσκυνητής, ἕνας ξένος χωρίς διαβατήριο καί ἄδεια μετακινήσεως πού δήλωσε ὅτι ὀνομάζεται Θεόδωρος Κούσμιτς, χωρίς νά δώσει ἄλλα στοιχεία ταυτότητος.
Θεόδωρος Κούσμιτς ἐμφανίσθηκε στό ἱστορικό προσκήνιο τό 1836, ὅταν ἕνας ξένος πού ἔμοιαζε πτωχός προσκυνητής, συνελήφθη ἀπό τήν Ἀστυνομία τοῦ Κρασνουφίμσκ, στό Πέρμ τῆς Σιβηρίας. Ὁ ξένος ὅταν στάλθηκε μέ ἀστυνομική συνοδεία στό Ζάρκαλυ τοῦ Τόσμκ, ἐγκαταστάθηκε σέ ἕνα παλιό ἀποστακτήριο καί ἔζησε ἐκεῖ ἀσκητικά μέχρι τό 1842. Τότε ἕνας εὔπορος Κοζάκος τοῦ πρόσφερε ἕνα κελλί στό χωριό Μπελοζάρσκ. Ὅταν ὁ Θεόδωρος ἐπέστρεψε στό Ζάρκαλυ, ἐγκαταστάθηκε σ' ἕνα κελλί πού τοῦ ἔκτισαν εὐσεβεῖς κάτοικοι. Τό 1857 γνώρισε τόν πλούσιο ἔμπορο ἀπό τό Τόσμκ Συμεών Φεοφάνοβιτς Χρομώφ, ὁ ὁποῖος τοῦ πρόσφερε ἕνα κελλί ἔξω ἀπό τό σπίτι του. Ὅταν τό 1859 ἀρρώστησε βαρειά, πιεζόμενος ἀπό τόν εὐεργέτη του, τοῦ ἀποκάλυψε τήν πραγματική του ταυτότητα. Συγκλονισμένος ἀπό τήν ἀποκάλυψη τῆς ταυτότητας τοῦ «φιλοξενουμένου» του ὁ Χρομώφ, ἔψαξε τά πράγματά του καί βρῆκε ἔγγραφα πού ἀποδείκνυαν, ὅτι ὁ μυστηριώδης Γέροντας εἶχε ἀλληλογραφία μέ τά Ἀνάκτορα τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως καί δέχονταν ἐπισκέψεις ὑψηλῶν προσώπων τῆς Αὐτοκρατορικῆς Αὐλῆς. Τά ἔγγραφα αὐτά παραδόθηκαν ἀπό τόν ἴδιο στόν Αὐτοκράτορα Ἀλέξανδρο Β’, τό 1866. Ἔδωσαν ἄραγε ἀπάντηση στό ἱστορικό πρόβλημα τῶν συνθηκῶν θανάτου τοῦ Αὐτοκράτορα Ἀλεξάνδρου Α’ (1801 – 1825); Αὐτό εἶναι κάτι στό ὁποῖο οἱ πηγές δέν μποροῦν νά ἀπαντήσουν μέ βεβαιότητα.
Ὁ θάνατος τοῦ Ἀλεξάνδρου Α’ Παύλοβιτς, ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά μυστήρια ὄχι μόνο τῆς Ρωσικῆς, ἀλλά καί τῆς παγκόσμιας Ἱστορίας. Ὁ Ἀλέξανδρος Α’ ἐπίσημα πέθανε στό Ταγκαρόνγκ τῆς Κριμαῖας τό 1825, ὅμως ὑπάρχει καί ἡ ἰσχυρά τεκμηριωμένη ἄποψη, ὅτι ὁ ἴδιος σκηνοθέτησε τόν θάνατό του γιά νά ζῆσει ἀνώνυμος μία ζωή ἀσκήσεως, προσευχῆς καί μετανοίας.

Ὁ Ἀλέξανδρος Α’ σάν Διάδοχος τοῦ Ρωσικοῦ Θρόνου (1777 – 1801)
Ἀλέξανδρος Α’ γεννήθηκε στήν Ἁγία Πετρούπολη τήν 23. 12. 1777 καί ἦταν γιός τοῦ τότε Διαδόχου τοῦ Ρωσικοῦ Θρόνου Μεγάλου Δοῦκα Παύλου Πέτροβιτς (ἔπειτα Αὐτοκράτορα Παύλου Α’, 1796 – 1801) καί τῆς Γερμανίδας Πριγκίπισσας Σοφίας Δωροθέας (Αὐτο-κράτειρας Μαρίας Θεοδώροβνας), κόρης τοῦ Πρίγκιπα τῆς Βυρτεμβέργης Φρειδερίκου Εὐγε-νίου.
Σύμφωνα μέ κάποιες πηγές, ἡ γιαγιά του Αὐτοκράτειρα Αἰκατερίνη Β’ ἡ Μεγάλη (1762 – 1796), σχεδίαζε νά ἀποκλείσει τόν γιό της Παῦλο ἀπό τήν διαδοχή στό Ρωσικό Θρόνο, ὑπέρ τοῦ πρεσβυτέρου γιοῦ του καί ἐγγονοῦ της Ἀλεξάνδρου, κάτι πού τελικά δέν μπόρεσε νά ἐπιτύχει. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ Αἰκατερίνη δέν συμπαθοῦσε (ἴσως καί νά μισοῦσε) τόν Παῦλο, διότι εἶχε κληρονομήσει τήν παραφροσύνη τοῦ πατέρα του Αὐτοκράτορα Πέτρου Γ’ (1762), παρά τό γεγονός, ὅτι ἡ ἴδια ἡ Αἰκατερίνη στό Ἡμερολόγιό της ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ ὅτι πατέρας τοῦ Παύλου ἦταν ὁ ἐραστής της Σέργιος Σαλτίκωφ, διότι ὁ Πέτρος Γ’ ἦταν μᾶλλον ὁμοφυλόφιλος.
Σύντομα μετά ἀπό τήν γέννησή του ἡ Αἰκατερίνη ἀπομάκρυνε τόν Ἀλέξανδρο ἀπό τόν πατέρα του Παῦλο, γιά νά μήν ἔχει ὁ τελευταῖος καμμία ἐπιρροή πάνω στόν μελλοντικό Αὐτοκράτορα. Ἔτσι ὁ Ἀλέξανδρος ἀνατράφηκε στό φιλελεύθερο περιβάλλον τῆς Μεγ. Αἰκατερίνης καί ἐπιρεάστηκε ἀπό Γαλλικό Ἰακωβινισμό. Δάσκαλός του στήν Αὐλή ἦταν ὁ Ἐλβετός Φρειδερίκος Καίσαρας ντε Λαχάρπ (ὁ ὁποῖος τόν συνέδεσε μέ τίς ἰδέες τοῦ Ζάν Ζάκ Ρουσώ) καί στρατιωτικός του μέντορας ὁ Σέργιος Σαλτίκωφ.
Παρά τήν φυσική του ἐσωστρέφεια ὁ Ἀλέξανδρος ἔζησε κοσμική καί πολυτάραχη ἰδιωτική ζωή. Τό 1793, σέ ἡλικία 16 ἐτῶν, ὑποχρεώθηκε νά νυμφευθεῖ τήν Πριγκίπισα Λουϊζα τοῦ Μπάντεν (ἔπειτα Αὐτοκράτειρα Ἐλισάβετ Ἀλεξέγιεβνα), ἡλικίας 14 ἐτῶν. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα γάμο πολιτικῆς σκοπιμότητας πού ἔκανε δυστυχισμένους καί τούς δύο, ὅπως ἐξομολογήθηκε στό φίλο του Φρειδερῖκο Γουλιέλμο Γ’ τῆς Πρωσίας. Ἀπό τόν γάμο αὐτό γεννήθηκαν δύο κόρες, οἱ Μεγ. Δούκισσες Μαρία (ἀπεβίωσε τήν 26. 6. 1800) καί Ἐλισάβετ (ἀπεβίωσε τήν 12. 5. 1808). Ὁ ὑποχρεωτικός αὐτός γάμος ὁδήγησε τόν Ἀλέξανδρο σέ ἔντονη ἐξωσυζυγική ζωή, ἀπό τήν ὁποία γεννήθηκαν ἐννέα συνολικά ἐξώγαμα παιδιά! Σταδιακά ἐρωμένες του ὑπῆρξαν ἡ Σοφία Βσεβολύτσκυ, ἡ Μαρία Ἰβάνοβνα Κατατσάροβα, ἡ Βερόνικα Ντζιερζάνοφσκα, ἡ Μαργαρίτα - Ἰωσηφίνα Βάϊμερ καί ἡ Πριγκίπισσα Βαρβάρα Τουρκεστάνοβα.
Ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν ἀκόμη εὐνοϊκός πρός τόν μυστικισμό καί τόν ἀποκρυφισμό, γιά κάποιο διάστημα μάλιστα συμμετεῖχε στίς δραστηριότητες τῆς μυστικίστριας Αἰκατερίνης Τατα-ρίνοβα, ἐνῶ ἡ «θρησκευτική τυχοδιώκτρια» Βαρώνη ντε Κρούντενερ καί ὁ «Εὐαγγελιστής» Ἐμπαϋτάζ ἔγιναν ἔμπιστοί του, σέ σημεῖο ὥστε κατά τήν διάρκεια τῆς Ρωσικῆς ἐκστρατείας κατά τοῦ Ναπολέοντα (1813), πού εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τήν κατάληψη τοῦ Παρισιοῦ, «οἱ Αὐτοκρατορικές συναντήσεις προσευχῆς ἦταν τό μαντεῖο στίς ἀποκαλύψεις τοῦ ὁποίου κρεμόταν ἡ τύχη τοῦ κόσμου».
Αἰκατερίνη Φιλίπποβνα Ταταρίνοβα (τό γένος Buxhoden, 1783 - 1856), ἦταν κόρη Γερμανοῦ ἀξιωματούχου πού ὑπηρετοῦσε στή Ρωσία. Παντρεμένη μέ τόν Ρῶσο Συνταγματάρχη Ἰβάν Ταταρίνωφ, τόν συνόδευσε στήν Εὐρώπη, κατά τήν προέλαση τῶν Ρώσων μετά τήν ἦττα τοῦ Ναπολέοντα. Ὅταν τό 1813 ἐπέστρεψε στήν Ἁγία Πετρούπολη, χώρισε ἀπό τόν σύζυγό της καί ἐγκαταστάθηκε στά Ἀνάκτορα, ὅπου ἡ μητέρα της ἦταν νοσοκόμα τῆς Βασιλομήτορος Μαρίας Θεοδώροβνας.
Ἡ πνευματική ἀναζήτηση τῆς Ταταρίνοβα τήν ἀπομάκρυνε ἀπό τόν Λουθηρανισμό καί τήν ἔφερε στίς αἱρέσεις τῶν Σκόπτσυ καί τῶν Κλίστοι καί σέ μία δική της "Ὀρθοδοξία", τό 1817. Εἷχε ἀνακηρύξει τόν ἑαυτό της προφήτη, διοργάνωνε συγκεντρώσεις στό σπίτι της καί εἶχε κύκλο μαθητῶν, τούς ὁποίους καθοδηγοῦσε μέ προφητείες καί χορούς! Στόν κύκλο της ὑπῆρχαν μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Πρίγκιπας Ἀλ. Γκολίτσιν (Βασιλικός Ἐπίτροπος στήν Ἱερά Σύνοδο), ἀκόμη καί ὁ ἴδιος ὁ Τσάρος Ἀλέξανδρος Α'! Μέχρι τό 1822 ἔπαιρνε κρατική σύνταξη καί ὅταν τό 1824 ἀπαγορεύθηκαν οἱ μυστικές ἑταιρείες, ἡ ἴδια συνέχισε τό ἔργο της, ὑπό τήν προστασία ὑψηλῶν φίλων της!
Τό 1824, μετά τήν πτώση τοῦ Πρίγκιπα Γκολίτσιν, συνελήφθη καί ἐξορίσθηκε στή Μόσχα. Ἐκεῖ δημιούργησε νέο κύκλο, ἀλλά τό 1835 τήν συνέλαβαν καί πάλι καί τήν ἔκλεισαν σέ μοναστήρι. Ἀπελευθερώθηκε τό 1847, ἡλικιωμένη καί ἀσθενής, καί τελείωσε τήν ζωή της ἤρεμα στή Μόσχα (1856).

Ὁ Ἀλέξανδρος Α’ σάν Αὐτοκράτορας τῆς Ρωσίας (1801 – 1825)
Ὁ πατέρας τοῦ Ἀλεξάνδρου Παῦλος ἀνέβηκε στό Ρωσικό θρόνο τό 1796, μετά τόν θάνατο τῆς μητέρας του Μεγ. Αἰκατερίνης,καί πρώτη του προσπάθεια ἦταν νά καταστρέψει τήν διαθήκη της, διότι κατά τά φημολογούμενα τόν ἀπέκλειε ἀπό τήν διαδοχή, ὑπέρ τοῦ πρεσβυτέρου γιοῦ του Ἀλεξάνδρου. Στή συνέχεια ἡ διακυβέρνησή του συνάντησε τήν ἐχθρότητα ἀκόμη καί τῶν στενῶν του συμβούλων, μέ ἀποτέλεσμα τήν δολοφονία του, τόν Μάρτιο τοῦ 1801. Στίς πηγές ὑπάρχει ἀσυμφωνία γιά τόν ἄν ὁ Ἀλέξανδρος συμμετεῖχε ἤ ὄχι στήν δολοφονία τοῦ πατέρα του. Τό πλέον πιθανό εἶναι ὅτι γνώριζε τήν συνομωσία καί δέν ἔκανε τίποτα νά τήν ἀποστρέψει.
Ὁ Ἀλέξανδρος ἀνέβηκε στό Ρωσικό Θρόνο τήν 23. 3. 1801 καί τήν 15. 9. 1801 στέφθηκε ἐπίσημα Τσάρος πασῶν τῶν Ρωσιῶν στόν Καθεδρικό Ναό Κοιμ. Θεοτόκου (Οὐσπένσκυ Σομπόρ), στό Κρεμλῖνο τῆς Μόσχας. Ὁ ἴδιος ὁμολογοῦσε μέ θλίψη «τήν κατάσταση βαρβαρότητας στήν ὁποία εἶχε ἀφεθεῖ ἡ χώρα», γι’ αὐτό στίς προτεραιότητές του ἦταν ἡ μεταρρύθμιση τοῦ συστήματος διακυβέρνησης τῆς Ρωσίας. Ἤθελε νά δημιουργήσει Σύνταγμα σύμφωνο μέ τίς ἀρχές τοῦ Διαφωτισμοῦ. Ἄν καί διατήρησε στίς θέσεις τους τούς Ὑπουργούς τοῦ πατέρα του, δημιούργησε τήν Ἐπιτροπή Δημόσιας Ἀσφάλειας (στήν ὁποία συμμετεῖχαν φίλοι του, ὅπως ὁ Νικ. Νοβοσίλτσεφ, ὁ Παῦλος Στρογκανώφ, ὁ Βίκτωρ Κοτσουμπέϋ, ὁ Μιχαήλ Σπεράνσκυ καί ὁ Ἀδάμ Τσαρτορύτσκι), μέ σκοπό τόν σχεδιασμό μιᾶς μεγάλης ἐσωτερικῆς μεταρρύθμισης. Ὅμως ἡ Ρωσία δέν ἦταν μία χώρα μέ φιλελεύθερο ὑπόβαθρο καί οἱ μεταρρυθμίσεις προχώρησαν μέ δυσκολία. Σταδιακά καταργήθηκαν τά βασανιστήρια, δόθηκε ἐλευθερία στούς ἐκδοτικούς οἶκους, καταργήθηκε ἡ δουλοπαροικία στίς Βαλτικές ἐπαρχίες, ἀλλά στή Ρωσία συνολικά καταργήθηκε τό 1861, κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἀλεξάνδρου Β’ τοῦ Ἐλευθερωτή (1855 – 1881).
Τό 1801 ἄρχισε τήν κωδικοποίηση τῶν νόμων, ἡ ὁποία ὅμως δέν ὁλοκληρώθηκε κατά τήν βασιλεία του. Γενικά ἐνίσχυσε τήν ἐκπαίδευση, ἱδρύοντας τά Πανεπιστήμια τοῦ Ντόρπατ, τῆς Βίλνας, τοῦ Καζάν καί τοῦ Χαρκόβου. Στόν θρησκευτικό τομέα ἐφάρμοσε ἀνεξιθρησκεία. Ἐπίτροπός του στήν Ἱερά Σύνοδο ἦταν ὁ μετριοπαθής Πρίγκιπας Ἀλέξανδρος Γκολίτσιν (1774 – 1844). Τό 1813 ἐπέτρεψε τήν ἵδρυση παραρτήματος τῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας στήν Ἁγία Πετρούπολη.
Στόν ἐξωτερικό τομέα ὁ Ἀλέξανδρος ἀνέτρεψε τήν πολιτική τοῦ πατέρα του καί συνῆψε εἰρήνη μέ τήν Ἀγγλία (1801) καί τήν Πρωσία, λόγῳ τῆς φιλίας του μέ τόν Φρειδερῖκο Γουλιέλμο Γ’. Παρά τίς προθέσεις του δέν ἀπέφυγε τήν σύγκρουση μέ τόν Ναπολέοντα, ὁ ὁποῖος εἰσέβαλε στή Ρωσία τό 1812 καί πυρπόλησε τήν Μόσχα, γιά νά νικηθεῖ τελικά στή Μάχη τοῦ Μποροντῖνο ἀπό τόν Στρατηγό Κουτούζωφ, νά ἀκολουθήσει ἡ Ρωσική ἐκστρατεία κατά τῆς Γαλλίας (1813) καί ἡ κατάληψη τοῦ Παρισιοῦ.
Σέ ἀνάμνηση τῆς διασώσεως τῆς Ρωσίας ἀπό τήν εἰσβολή τοῦ Ναπολέοντα (1812), ὁ Ἀλέξανδρος θεμελίωσε στή Μόσχα τήν 12. 10. 1817 τόν Ναό τοῦ Σωτῆρος, Πρόκειται γιά ναό Βυζαντινο - Ρωσικοῦ ρυθμοῦ, χωρητικότητος 10.000 ἀτόμων. Τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ ἔγιναν τήν 5. 12. 1883, κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἀλεξάνδρου Γ'. Τό 1917 - 18 στό Ναό αὐτό συγκλήθηκε ἡ Πανρωσική Σύνοδος. Τήν 5. 12. 1931 ὁ Στάλιν ἀνατίναξε τόν Ναό, γιά νά κτίσει στήν θέση του τό Μέγαρο τοῦ Σοβιετικοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, ἀλλά τά ἄφθονα νερά πού βρέθηκαν κατά τήν ἐκσκαφή τῶν θεμελίων, ἐπέτρεψαν τήν κατασκευή μόνο μιᾶς κολυμβητικῆς δεξαμενῆς! Μετά τήν κατάρρευση τοῦ Σοβιετικοῦ καθεστῶτος, ὁ Ναός ἀνακατάσκευάσθηκε πάνω στά ἴδια σχέδια καί ἤδη ἀποτελεῖ ἕνα τῶν μεγάλων ἀξιοθεάτων τῆς Ρωσικῆς πρωτεύουσσας. (N. Malov, "National Shrine - The Cathedral of Christ Saviour in Moscow"· βλ. "The Journal of the Moscow Patriarchate", φ. 11/1989, σελ. 10 - 12 καί 13 - 16).
Στόν πολιτικό τομέα ἦταν ὑπέρμαχος τῆς λεγομένης Ἱερᾶς Συμμαχίας καί τῆς πολιτικῆς τοῦ Αὐστριακοῦ Καγγελάριου Μέτερνιχ, ἐπειδή πίστευε ὅτι πρόσφερε εἰρήνη καί σταθερότητα στήν Εὐρώπη. Γιά τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821 πληροφορήθηκε στό Συνέδριο τοῦ Λάϊμπαχ καί ἐπηρεασμένος ἀπό τόν Μέτερνιχ δέν τήν ὑποστήριξε. Ἀντίθετα διέγραψε τόν Ἡγέτη τῆς Ἐπαναστάσεως στίς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες Πρίγκιπα Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη ἀπό τίς τάξεις τοῦ Ρωσικοῦ Στρατοῦ, διέταξε τόν Ὑπουργό του ἐπί τῶν Ἐξωτερικῶν Ἰωάννη Καπο-δίστρια νά ἀποκηρύξει τήν Ἐπανάσταση καί δέν δέχθηκε τήν ἐμφάνιση μιᾶς ἐπιτροπῆς ἀπό τήν ἐπαναστατημένη Πελοπόννησο στό Συμβούλιο τῆς Βερόνας.
Ἀργότερα πίσω στή Ρωσία, μακρυά ἀπό τήν ἐπιρροή τοῦ Μέτερνιχ, εἶδε τήν παραδοσιακή ἀποστολή τῶν Ρώσων Αὐτοκρατόρων ὡς ἡγετῶν μιᾶς Ὀρθόδοξης Σταυροφορίας κατά τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καί τό Φθινώπορο τοῦ 1825 πῆρε τήν σοβαρά ἀσθενοῦσα σύζυγό του Αὐτοκράτειρα Ἐλισάβετ Ἀλεξέγιεβνα καί πῆγε στήν Κριμαῖα. Τήν κίνηση αὐτή οἱ Εὐρωπαϊκές Αὐλές τήν ἐρμήνευσαν σάν προετοιμασία πολέμου κατά τῶν Τούρκων, ὅτι στό ἐξῆς «ἡ γλῶσσα του δέν θά ἦταν πιά αὐτή τοῦ εἰρηνοποιοῦ τῆς Εὐρώπης, ἀλλά ἐκείνη τοῦ Ὀρθοδόξου Τσάρου πού ἦταν ἀποφασισμένος νά πάρει τά συμφέροντα τοῦ λαοῦ του καί τῆς θρησκείας του στά χέρια του».

Ἕνας μυστηριώδης θάνατος (1825)
Ὁ Ἀλέξανδρος Α’ ἐπίσημα πέθανε στό Ταγκαρόνγκ τῆς Κριμαίας τήν 19. 11. 1825, κατά τήν ἀνακοίνωση τῆς Αὐλῆς ἀπό τῦφο, καί ἐνταφιάστηκε στόν Καθεδρικό Ναό τῶν ἁγ. Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου στήν Ἁγία Πετρούπολη. Ἡ σύζυγός του Ἐλισάβετ πέθανε λίγο ἀργότερα, τήν 26. 5. 1826.
Μέ τόν θάνατο τοῦ Ἀλεξάνδρου δημιουργήθηκε πρόβλημα διαδοχῆς στό Ρωσικό Θρόνο καί ἔγινε προσπάθεια πραξηκοπήματος ἀπό ὁμάδα φιλελεύθερων ἀξιωματικῶν. Ὁ ἐπίσημος Διάδοχος, ὁ ἀδελφός του Τσάρεβιτς Μεγ. Δοῦκας Κωνσταντῖνος Παύλοβιτς, εἶχε παραιτηθεῖ μυστικά ἀπό τήν διαδοχή τό 1822, ἀλλά αὐτό δέν ἦταν εὐρύτερα γνωστό καί ἔτσι τήν 27. 11. 1825 ὅλοι - συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Κωνσταντίνου Μεγ. Δοῦκα Νικολάου Παύλοβιτς - ἔσπευσαν νά ὀρκιστοῦν ὑπακοή στόν Κωνσταντῖνο. Μετά τήν ἀποκάλυψη τῆς παραίτησης ἡ διαδοχή πέρασε στόν Μεγ. Δοῦκα Νικόλαο (Αὐτοκράτορα Νικόλαο Α’, 1825 - 1955), ὁ ὁποῖος ὅρισε τήν ἀνάρρησή του γιά τήν 14. 12. 1825. Ἐποφελούμενοι τῆς εὐκαιρίας οἱ λεγόμενοι Δεκεμβριστές ἐπαναστάτησαν δῆθεν ὑπέρ τοῦ Κωνσταντίνου, ἀλλά ὁ Νικόλαος κατάστειλε τήν ἐξέγερση καί ἔστειλε τούς ἡγέτες της στή Σιβηρία.
Ὁ ξαφνικός θάνατος τοῦ Ἀλεξάνδρου Α’ καί ἡ μαρτυρία τοῦ τότε Ἄγγλου Πρεσβευτή, ὅτι τόν εἶχε δεῖ νά ἐπιβιβάζεται σέ πλοῖο μετά τόν ὑποτιθέμενο θάνατό του, προκάλεσαν ἔντονη φημολογία σύμφωνα μέ τήν ὁποῖα ὁ Ἀλέξανδρος σκηνοθέτησε τόν θάνατό του παραιτούμενος ἀπό τόν Θρόνο, μέ σκοπό νά μονάσει ἤ νά ζήσει κάπου ἐρημητικά. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος εἶχε κατ’ ἐπανάληψη δηλώσει, ὅτι ἦταν «συντεθλιμμένος κάτω ἀπό τό φοβερό φορτίο τοῦ Στέμματος» καί πολλές φορές εἶχε ἐκφράσει τήν ἐπιθυμία του νά παραιτηθεῖ.
Τίς φῆμες αὐτές ἐνίσχυσε τό γεγονός, ὅτι ἡ σορός πού μεταφέρθηκε στήν Κριμαία, δύο μῆνες μετά τόν θάνατο τοῦ Ἀλεξάνδρου, δέν ἀναγνωρίσθηκε ὡς ἐκείνη τοῦ Αὐτοκράτορα! Πολλοί ὑποστήριξαν τότε, ὅτι στή θέση του εἶχε ἐνταφιαστεῖ ἕνας ἁπλός στρατιώτης. Πολύ ἀργότερα, μετά ἀπό διάστημα περισσότερο ἀπό ἕναν αἰῶνα, τό 1936, ὅταν οἱ Σοβιετικοί ἄνοιξαν τόν ὑποτιθέμενο τάφο του στή Βασιλική Νεκρόπολη τῶν ἁγ. Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου στήν Ἁγία Πετρούπολη, τό φέρετρό του βρέθηκε κενό!
Κάποιοι ὑποστήριξαν, ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος κατέφυγε γιά νά μονάσει στή Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου ἤ στή Λαύρα τοῦ Ποτσάεφ καί ἀπό τό 1836 σταδιακά ἄρχισε νά ταυτίζεται μέ ἕναν ἄγνωστο προσκυνητή τῆς Σιβηρίας πού ἔμεινε γνωστός σάν Θεόδωρος Κούσμιτς.

Ὁ ὅσ. Θεόδωρος Κούσμιτς (+ 1864)
Ὁ Θεόδωρος Κούσμιτς (γιά τόν ὁποῖο γίνεται ἀναφορά στήν ἀρχή τοῦ ἄρθρου), κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 20ή Ἰανουαρίου 1864. Ἔζησε ἀσκητικά ὅλη του τήν ζωή, πολύ ἁπλᾶ, πάμπτωχος, διαρκῶς προσευχόμενος καί ἐλεημένος μέ τό χάρισμα τῆς διορατικότητος. Πολλοί πιστοί προσέρχονταν σ' αὐτόν γιά νά τόν συμβουλευτοῦν κι αὐτός τούς δίδασκε ἁπλᾶ τίς ἀλήθειες τίς Χριστιανικῆς Πίστεως. Τό 1904 ἀπό πιστούς πού εἶχαν εὐεργετηθεῖ ἀπό τίς προσευχές του, ὑψώθηκε ἕνα παρεκκλήσιο πάνω στόν τάφο του, "ὁ ὁποῖος εἶχε γίνει τόπος προσκυνήματος καί πηγή θαυμάτων".
Τό 1984 τό Πατριαρχεῖο Μόσχας διακήρυξε Συνοδικά τήν ἁγιότητά του, μέ ἡμέρα μνήμης τήν 20ή Ἰανουαρίου.
Τήν ἄποψη, ὅτι ὅσ. Θεόδωρος Κούσμιτς καί ὁ Τσάρος Ἀλέξανδρος Α' εἶναι τό ἴδιο πρόσωπο, ἐνισχύουν σημαντικά στοιχεῖα. Ὅταν, ὅπως προαναφέρθηκε, συγκλονισμένος ἀπό τήν ἀποκάλυψη τῆς ταυτότητας τοῦ «φιλοξενουμένου» του ὁ Χρομώφ ἔψαξε τά πράγματά του, βρῆκε ἔγγραφα πού ἀποδείκνυαν, ὅτι ὁ μυστηριώδης Γέροντας εἶχε ἀλληλογραφία μέ τά Ἀνάκτορα τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως καί δέχονταν ἐπισκέψεις ὑψηλῶν προσώπων τῆς Αὐτοκρατορικῆς Αὐλῆς. Τά ἔγγραφα αὐτά παραδώθηκαν ἀπό τόν ἴδιο στόν Αὐτοκράτορα Ἀλέξανδρο Β’, τό 1866.
Ὅσοι ὑποστηρίζουν τήν ταυτότητα Ἀλεξάνδρου Α’ καί Θεοδώρου Κούσμιτς δέχονται, ὅτι στήν πράξη του αὐτή ὁ Ἀλέξανδρος ὁδηγήθηκε μετά ἀπό συμβουλή τοῦ Στάρετς Νικολάου τῆς Ὄπτινα, μέ εὐλογία τοῦ Μητροπ. Μόσχας ἁγ. Φιλαρέτου ἤ καί τοῦ ἰδίου τοῦ ὁσ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, ἐφ’ ὅσον πολλοί ταυτίζουν τόν Ἀλέξανδρο Α’ μέ τόν ἄγνωστο "Ἄρχοντα" πού ἐπισκέφθηκε νύκτα τόν Ὅσιο στό κελλί του. Ἄν ὁ ἄγνωστος Ἄρχοντας ἦταν πράγματι ὁ Ἀλέξανδρος Α’, φαίνεται ὅτι δέχθηκε αὐτόν τόν κανόνα ἀπό τόν ὅσ. Σεραφείμ, διότι δέν ἀπέτρεψε τήν δολοφονία τοῦ πατέρα του Παύλου Α' (1801) καί διότι κάποια στιγμή τῆς βασιλείας του, "ἐπέβαλε βιαίως νεωτεριστικούς καί ἀντορθόδοξους θεσμούς ἀποστατῶντας ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ἀκολουθῶντας τόν δυτικό σκοταδισμό καί τά ὀνομαζόμενα "φιλελεύθερα" κηρύγματά του».

Ἐπιλογή Βιβλιογραφίας:
"Ὅσιος Νεκτάριος - Ὁ τελευταῖος μεγάλος Στάρετς τῆς Ὄπτινα", ἔκδοσις Ἱ. Μ. ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου Καλάμου Ἀττικῆς, σελ. 58.
Εἰρ. Γκοραϊνωφ, «Ὁ ἅγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ», 1980.
V. Jarintzeff, "Ρωσία, ἡ χώρα τῶν ἄκρων", σελ. 133 – 152.
N. Zernov, "Οἱ Ρῶσοι καί ἡ Ἐκκλησία τους", σελ. 150.
Ἱερομ. Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, "Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας", τ. Ἰανουαρίου, σελ. 252.
Ἀντ. Μάρκου, «Πολιτική καί Ἐκκλησιαστική Ἡγεσία τῆς Ρωσίας» (ἀνέκδοτο).
Τοῦ ἰδίου, «Συνοπτική Ἱστορία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας» (ἀνέκδοτο).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου