Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΝΕΒΣΚΙ
(1252 – 1263)
Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου
Ὁ Ἀλέξανδρος Νέβσκι, Ἐθνικός Ἥρωας τῆς Ρωσίας, ἀλλά καί Ἅγιος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, εἶναι μία τῶν κορυφαίων προσωπικοτήτων τῆς Ρωσικῆς Ἐθνικῆς καί Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, τοῦ ὁποίου ὅμως τό ἔργο ἔχει πανορθόδοξη ἐμβέλεια καί σημασία, ἀφοῦ ἀντιμετώπισε μέ ἐπιτυχία μία Δυτική Σταυροφορία κατά τῆς Ὀρθοδόξου Ρωσίας τόν 13ο αἰ., τρεῖς περίπου δεκαετίες (1240 – 1242) μετά τήν Ἅλωση τῆς ΚΠόλεως ἀπό τούς Φράγκους (1204).
«Ἐπίσημος στόχος τῶν Σταυροφοριῶν – γράφει ὁ Ἱστορικός Δημ. Μπελέζος - ἦταν ἡ ἀπελευθέρωση τῶν Ἁγίων Τόπων ἀπό τούς Μουσουλμάνους. Σύντομα, ὅμως, στράφηκαν καί πρός ἄλλες κατευθύνσεις καί μετα-τράπηκαν σέ μέσο ἐπιβολῆς τῆς Παπικῆς ἐξουσίας. Λίγες δεκαετίες μετά τήν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολις ἀπό τούς Σταυροφόρους (1204), πραγματοποιήθηκε μία παρόμοια ἐκστρατεία ἐναντίον τῆς Ὀρθόδοξης Ρωσίας, ἡ ὁποία βρέθηκε ἀντιμέτωπη μέ τό Τάγμα τῶν Τευτόνων Ἱπποτῶν. Ἡ σύγκρουση πού ἀκολούθησε καθόρισε σέ μεγάλο βαθμό τήν ἱστορική πορεία τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης καί τῶν Σλαβικῶν λαῶν». (Δημ. Μπελέζου, «Ἡ Μάχη στή Λίμνη Πάϊπους (1242) - Ἡ Σταυροφορία τῳν Τευτόνων Ἱπποτῶν κατά τῆς Ρωσίας». Περιοδικό «Ἱστορικά Θέματα», τ. 35/Δεκεμβρίου 2004, σελ. 27).

Ἡ εἰσβολή τῶν Τατάρων στή Ρωσία
Ἡ εἰσβολή τῶν Τατάρων στά Ρωσικά ἐδάφη (1223) καί ἡ καταστροφή τοῦ Κιέβου (1240), πρωτεύουσας τῆς Κιεβινῆς Ρωσίας, μετακίνησε τά ἐθνικά κέντρα τῶν Ρώσων πρός τήν Δύση (Νόβγκοροντ καί Πσκώφ) καί τόν Βορρᾶ (Βλαδιμήρ, Ροστώφ, Γιαροσλάβ, Σούζνταλ). "Οἱ Ρῶσοι - σημειώνει ὁ ὁ Ρώσος διανοητής N. Zέρνωφ - βρέθηκαν μέ ἕνα φοβερό δίλλημα: Εἴτε νά ἐγκαταλείψουν τόν ἀγῶνα ὡς ἄνισο καί νά δεχτοῦν ἔτσι τήν συγχώνευση μέ τόν Μογγολικό κόσμο (τήν μοίρα πού εἶχαν μερικά ἄλλα Ἀσιατικά ἔθνη), εἴτε νά συνεχίσουν τήν ἀντίσταση ἀνοιχτά, προτιμῶντας τόν θάνατο ἀπό τήν σκλαβιά. Αὐτή ἡ δεύτερη ὁδός προκαλοῦσε πολλούς Ρώσους. Ἀλλά θά σήμαινε ἐθνική αὐτοκτονία, ἐάν δέν γλύτωνε τό ἔθνος ἀπό αὐτό τόν κίνδυνο ὁ Ἀλέξανδρος Νέβσκι...
(Γιά τόν Ἀλέξανδρο) ἡ Δυτική ἀπειλή γιά τήν Ρωσική ἀκεραιότητα ἦταν μεγαλύτερη ἀκόμα καί ἀπό τόν Ταταρικό κίνδυνο. Οἱ νομάδες καταπίεζαν καί κακομεταχειρόζονταν τούς Ρώσους, ἀλλά δέν ἐπιθυμοῦσαν νά ἐπισφραγήσουν τήν κατάκτησή τους μέ τήν ἐπιβολή τοῦ πολιτισμοῦ τους. Ἦσαν ἀνεξίθρησκοι καί ἔδωσαν δικαιώματα στήν Ρωσική Ἐκκλησία, γιάτι σέβονταν τήν θεία δύναμη ὑπό ὁποιαδήποτε μορφή κι ἄν λατρευόταν.
Οἱ Μογγόλοι ἁπλώθηκαν στή Ρωσική πεδιάδα σάν μία φοβερή πλημμύρα, ἀλλά ὑποχώρησαν μέ παρόμοια ταχύτητα στίς δικές τους κτήσεις, στίς στέππες. Ἡ Χριστιανική Δύση ἀκολουθοῦσε ἐντελῶς ἀντίθετη πολιτική. Κινιόταν ἀργά, ἀλλά ὕστερα ἀπό κάθε καινούργιο βῆμα πού κατώρθωνε, ἐγκαθίδρυε μία μόνιμη κατοχή στήν κατά-κτημένη περιοχή. Οἱ Σταυροφόροι ἀπέβλεπαν στήν τελική ἐκρίζωση τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης καί στήν ἀντικα-τάστασή της ἀπό τόν Λατινικό Χριστιανισμό
" (N. Ζέρνωφ, «Οἱ Ρῶσοι καί ἡ Ἐκκλησία τους», σελ. 27 καί 29).

Ἡ Ἡγεμονία τοῦ Νόβγκοροντ
Τό Νόβγκοροντ ἦταν κτισμένο στά δυτικά ὅρια τῆς Ρωσίας, στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Βολκώφ. Ἡ θέση δέν ἦταν κατάλληλη γιά τήν γεωργία, ἀλλά γιά τό ἐμπόριο. Ἔτσι ἡ πόλις ἀναπτύχθηκε ἐμπορικά καί ὀργανώθηκε σέ δημοκρατία, κατά τό πρότυπο τῶν ἐμπορικῶν πόλεων τῆς Γερμανίας καί τῶν χωρῶν τῆς Βαλτικῆς. Σέ μία ἐποχή πού οἱ ἄλλες Ρωσικές πόλεις ἦσαν ἕδρες Πριγκιπάτων - Ἡγεμονιῶν, μέ Ἡγεμόνες (Κνιάζ) γόνους τοῦ Ἡγεμονικοῦ Οἶκου τῶν Ρουρικιδῶν, τῶν ὁποίων ὁ πρεσβύτερος ἡγεμόνευε στό Κίεβο μέ τόν τίτλο τοῦ Μεγάλου Ἡγεμόνα (Βελίκι Κνιάζ), στό Νόβγκοροντ τήν ἐξουσία ἀσκοῦσε ἕνα συμβούλιο ἐπιλέκτων πολιτῶν καί ἐμπόρων μέ ἐπικεφαλής τόν Ἀρχιεπίσκοπο, ὁ ὁποῖος ἐκλέγοταν ἀπό λαϊκή συνέλευση.
Ἡ ἐπικράτεια τοῦ Νόβγκοροντ ἐκτίνονταν τόσο πρός τά δυτικά (πρός τό Πσκώφ), ὅσο καί πρός τά βόρεια (τήν Λίμνη Λαντόγκα καί τήν νοτιο-ανατολική Φινλανδία, ὅπου εἶχαν μετακινηθεῖ Βογιάροι μέ τούς ἀκολούθους τους, τυχοδιῶκτες, ἔμποροι καί κυνηγοί, ἀλλά καί μοναχοί ἀναζητητές τῆς ἡσυχίας, ἱδρύοντας οἰκισμούς καί ἐρημητήρια μέσα στά δάση, στίς ὄχθες ποταμῶν καί λιμνῶν).
Τό Νόβγκοροντ ἀπέφευγε τήν μόνιμη ἐγκατάσταση Ρουρικίδη Ἡγεμόνα καί τόν καλοῦσε μόνο ὅταν ἐξωτερικοί κίνδυνοι ἐπέβαλαν τήν παρουσία τοῦ μισθοφορικοῦ στρατοῦ (τῆς ἡγεμονικῆς ντρούζινα). Ἡ κυριώτερη ἀπειλή προερχόταν ἀπό τά δυτικά: Ἀπό τήν Δανία πού εἶχε καταλάβει τίς νότιες ἀκτές τῆς Βαλτικῆς (σημερινή Ἐσθονία), τήν Σουηδία πού εἶχε καταλάβει τήν νότια Φινλανδία καί διεκδικοῦσε τήν ἀνατολική καί ἀπό τούς Τεύτονες Ἱππότες, τῶν ὁποίων ἡ κυριαρχεία ἄρχιζε ἀπό τήν βόρεια Πολωνία καί τελείωνε στίς παρυφές τοῦ Νόβγκοροντ, στή Λίμνη Πέϊπους.

Οἱ Τεύτονες Ἱππότες
Οἱ Τεύτονες Ἱππότες ἦταν τό τελευταῖο μοναχο-στρατιωτικό τάγμα πού ἱδρύθηκε στήν Παλαιστίνη κατά τήν περίοδο τῶν Σταυροφοριῶν. Ἱδρύθηκε τό 1190 μέ ἕδρα τήν Ἄκρα (Πτολεμαϊδα) καί ἀπευθύνονταν ἀποκλειστικά σέ ἄτομα Γερμανικῆς καταγωγῆς. Μετά τήν κατάλειψη τῆς Ἄκρας ἀπό τούς Μουσουλμάνους (1198,) τό τάγμα μετακινήθηκε στήν Κεντρική Εὐρώπη, μέ τήν ὑποστήριξη τοῦ Γερμανοῦ Αὐτοκράτορα. Κατά τήν περίοδο 1210 – 1239, χάρη στό δραστήριο Μεγάλο Μάγιστρο Γερμανό Φόν Ζάλτσα, ἀπέκτησε δύναμη καί πλοῦτο, Παπικά προνόμια καί φέουδα σέ περιοχές τῆς Μεσογείου (ὅπως τήν Μεσσηνία τοῦ Φραγκικοῦ Πριγκιπάτου τῆς Ἀχαϊας καί τήν Κύπρο). Τό 1236, μέ τήν διάλυση τοῦ Τάγματος τοῦ Ξίφους, τό Τευτονικό Τάγμα περιέλαβε τίς κτήσεις του καί τά ἐδάφη του διπλασιάστηκαν στήν περιοχή τῆς Βαλτικῆς.

Ὁ Ἡγεμόνας Ἀλέξανδρος καί ἡ σύγκρουση μέ τούς Σταυροφόρους
Ὁ Ἀλέξανδρος γεννήθηκε τό 1219 στό Περεγιασλάβλ - Ζαλέσκυ καί ἦταν τέταρτος γιός τοῦ Ἡγεμόνα καί ἔπειτα Μεγ. Ἡγεμόνα Γιαροσλάβου Γ’ Βσεβολόντοβιτς (1238 – 1240). Τό 1222 καί ἐνῶ ἦταν τριῶν ἐτῶν ἐκλέχθηκε ἀπό τήν συνέλευση τῆς ἐλεύθερης πόλης τοῦ Νόβκοροντ Ἡγεμόνας της καί στρατιωτικός διοικητής κατά τῶν Γερμανῶν καί Σουηδῶν ἐπιδρομέων. Ἀνέλαβε τήν ἡγεμονία τό 1228, σέ ἡλικία 9 ἐτῶν, βοηθούμενος ἀπό τόν ἀδελφό του Ἀνδρέα. Παρά τό ἐξαιρετικά νεαρό τῆς ἡλικίας του ὁ Ἀλέξανδρος ἐπέδειξε πολιτικές ἱκανότητες καί βοήθησε οὐσιαστικά τόν λαό τό 1231, ὅταν ξέσπασε μεγάλη πεῖνα. Τό 1238 ὁ πατέρας του Γιαροσλάβος κλήθηκε στό Κίεβο καί ἀνέλαβε τήν Μεγάλη Ἡγεμονία. Τό 1239 ὁ Ἀλέξανδρος νυμφεύθηκε τήν Πριγκίπισσα Ἀλεξάνδρα, κόρη τοῦ Ἡγεμόνα τοῦ Πολότσκ Μπριατσεσλάβ Βασίλκοβιτς, μέ τήν ὁποία ἀπέκτησε ἑννέα παιδιά (μεταξύ αὐτῶν τούς Ἡγεμόνες Ἀνδρέα τοῦ Γκοροντέτς καί Δανιήλ τῆς Μόσχας). Σέ δεύτερο γάμο ἦρθε λίγο πρίν τόν θάνατό του μέ τήν Πριγκίπισσα Βασίλισσα (γιά τήν ὁποία δέν σώθηκαν ἄλλα στοιχεῖα), μέ τήν ὁποία δέν ἀπέκτησε παιδιά. Τό 1240 ὁ Ἀλέξανδρος ἦρθε σέ ρήξη μέ τό Συμβούλιο τῆς πόλεως καί ἀναγκά-στηκε νά ἀποχωρήσει μαζί μέ τήν οἰκογένεια καί τήν φρουρά του.
Ἡ σύγκρουση τοῦ Ἀλεξάνδρου μέ τούς Σταυροφόρους ἐξελίχθηκε ὅπως ἀκολουθεῖ:
Τό 1237 ὁ Πάπας Γρηγόριος ἀνέθεσε στόν Γουλιέλμο τῆς Μοδένας νά ὀργανώσει Σταυροφορία κατά τῆς Ρωσίας. Μέ τήν δραστήρια κινητοποίηση τοῦ Παπικοῦ Λεγάτου δημιουργήθηκε μία μεγάλη συμμαχία, στήν ὁποία συμμετεῖχαν ἡ Σουηδία, οἱ Τεύτονες Ἱππότες, ἀλλά καί ὁ Ρῶσος Πρίγκιπας Γιαροσλάβος Βλαδιμήροβιτς Μστισλάβιτς, πρώην Ἡγεμόνας τοῦ Πσκώφ, ὁ ὁποῖος ἔλπιζε στήν ἀποκατάστασή του μέ τήν βοήθεια τῶν Σταυροφόρων καί συνεργαζόταν μέ ἐμπόρους τοῦ Νόβγκοροντ πού δέν ἤθελαν νά διαταραχθεῖ τό ἐμπόριο ἀπό τίς πολεμικές ἐπιχειρήσεις καί ἔτσι προτιμοῦσαν τήν παράδοση ἀπό τήν ἄμυνα.
Ἡ πρώτη ἐπίθεση κατά τοῦ Νόβγκοροντ ἔγινε ἀπό ἕνα μικτό στράτευμα Σουηδῶν, Νορβηγῶν, Φινλανδῶν καί Τευτόνων, μέ τήν συντονιστική παρουσία τοῦ Παπικοῦ Λεγάτου. Οἱ Σταυ-ροφόροι ἀρχικά δημιούργησαν ἕνα ὀχυρό στή νότια ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Νέβα, μέ σκοπό νά ἀποκόψουν τό Νόβγκοροντ ἀπό τήν Βαλτική. Τότε, πιεζόμενοι ἀπό τήν δύσκολη κατάσταση, οἱ πολίτες τοῦ Νόβγκοροντ ἀνακάλεσαν τόν Ἀλέξανδρο καί τοῦ ἀνέθεσαν τήν ὑπεράσπιση τῆς πόλεως.
Ὁ Ἀλέξανδρος συγκέντρωσε τίς δυνάμεις του καί ἐπιτέθηκε αἰφνιδιαστικά στούς Σταυροφόρους, νωρίς τό πρωϊ τῆς 15ης Ἰουλίου 1240. Ὁ αἰφνιδιασμός πέτυχε καί οἱ εἰσβολεῖς τράπηκαν σέ φυγή μέ σημαντικές ἀπώλειες.
Ὁ Θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν Μοναχός Ἐπιφάνιος (Τσέρνωφ, + 1994), περιγράφει ὅπως ἀκολουθεῖ τόν Ἀλέξανδρο, τήν ἐποχή του καί τήν σύγκρουση:
«Ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν δίς – δισεγγονός τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα Βλαδιμήρου τοῦ Μονομάχου καί προερχόταν ἀπό τόν βόρειο κλάδο τῶν ἀπογόνων του. Στό πρόσωπό του συνδυάσθηκαν ἡ πολιτική ἱκανότητα καί ὁ στρατιωτικός ἡρωϊσμός μέ τήν ἁγιότητα.
Πρέπει νά ἀναφερθεῖ ἐδῶ, ὅτι οἱ Πάπες τῆς Ρώμης ποτέ δέν ἐγκατέλειψαν τά σχέδιά τους γιά προσηλυτισμό τῆς Ρωσίας στό Ρωμαιοκαθολικισμό. Ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τοῦ ἁγ. Βλαδιμήρου, εἶχαν κάνει προσπάθεια σχετικά μ' αὐτό. Ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι ὁ Παπισμός ἔκανε μία νέα προσπάθεια, ὄχι ὅμως διά τῆς πειθοῦς, ἀλλά μέ τήν δύναμη τῶν ὅπλων. Ὁ Παπικός Θρόνος διαπίστωσε, ὅτι μέ τήν εἰσβολή τῶν Τατάρων καί τήν ἐρήμωση τῆς Ρωσίας, ὁ καιρός ἦταν κατάλληλος γιά νά προσηλυτισθοῦν οἱ Ρῶσοι. Ὁ Πάπας διακήρυξε, ὅτι ἡ νέα Σταυροφορία ἦταν ἐναντίον τῶν παγανιστῶν Φινλανδῶν, ἀλλά καί τῶν Ρώσων, καί ὑποσχέθηκε παράλληλα ἄφεσι ἁμαρτιῶν σέ ὅσους συμμετεῖχαν καί αἰώνια μακαριότητα.
Ἕνα μεγάλο στράτευμα ἀπό Ἰππότες, ὁπλῖτες καί τυχοδιῶκτες, πού συγκεντρώνονταν γιά διάστημα μεγαλύτερο τῶν δύο ἐτῶν, ἦταν ἕτοιμο τό 1240 νά εἰσβάλει στή Ρωσία. Ἀρχηγός ἦταν ὁ εὐπατρίδης Μπίργκερ, τόν ὁποῖο συνόδευαν Ἐπίσκοποι καί πολλοί κληρικοί. Στά μέσα τοῦ καλοκαιριοῦ τοῦ 1240, οἱ Σταυροφόροι ἐπιβιβάστηκαν στά πλοῖα τους, σάν νά ἐπρόκειτο νά ἐκστρατεύσουν κατά τῶν Μωαμεθανῶν στούς Ἁγίους Τόπους, μέ τόν Σταυρό ὑψωμένο καί ψάλλοντας θρησκευτικούς ὕμνους.
Ἀρχικά ὁ Μπίργκερ σχεδίαζε νά καταλάβει τήν λίμνη Λαντόγκα καί ἀπό ἐκεῖ νά βαδίσει κατά τοῦ Νόβγκοροντ. Οἱ Σταυροφόροι ἔφθασαν στή Λαντόγκα μέσῳ τοῦ ποταμοῦ Νέβα καί στρατοπέδευσαν. Ἀπό ἐκεῖ ὁ Μπίργκερ ἔστειλε στόν Ἡγεμόνα τοῦ Νόβγκοροντ Ἀλέξανδρο, μία ἀλαζονική πρόσκλησι: "Ἄν τολμᾶς νά ἀντισταθεῖς, ἔλα ἐναντίον μου· βρίσκομαι ἐδῶ στή γῆ σου γιά νά τήν κυριεύσω".
Λαμβάνοντας μία τέτοια "πρόσκλησι" καί ἀκούγοντας γιά τό ὑπεράριθμο τοῦ ἐχθρικοῦ στρατεύματος, ὁ Ἀλέξανδρος (ἡλικίας τότε μόλις 21 ἐτῶν), φλογίσθηκε ἀπό ἐλπίδα προσευχῆς στό Θεό. Ἔδωσε διαταγή στή μικρή φρουρά του νά συγκεντρωθεῖ καί ὁ ἴδιος ἔσπευσε στόν Καθεδρικό Ναό τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας καί προσευχήθηκε θερμά, ζητώντας βοήθεια. Ἐναπόθεσε ὅλες του τίς ἐλπίδες στό Θεό. Ἐρχόμενος πρός τήν φρουρά του εἶπε: "Ὁ Θεός βρίσκεται ὄχι στή δύναμι, ἀλλά στήν ἀλήθεια· δέν εἴμεθα πολλοί, ἀλλά ἔχουμε μαζί μας τόν Θεό καί τήν δύναμί Του".
Ὅταν ὁ Ἀλέξανδρος ἐρχόταν πρός τίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Νέβα, ὁ ἀρχηγός μιᾶς φυλῆς Φιλλανδῶν, ὁ γνήσιος Χριστιανός Πελγούσιος, ἐπιτηροῦσε τά νῶτα του ἀπό τούς ἐχθρούς του Σουηδούς. Γιά τήν πράξη του αὐτή ἐπιβραβεύθηκε μέ τό νά δεῖ μία ἱερή ἀποκάλυψη, τούς ἁγίους Μάρτυρες Βόριδα καί Γκλέμπ, "ἐρχομένους εἰς βοήθειαν τοῦ Μεγάλου Δουκός Ἀλεξάνδρου, υἱοῦ Γιαροσλάβου". Τό ὅραμα αὐτό τό γνωστοποίησε στόν Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος τό ἴδιο βράδυ κατάφερε συντριπτικό πλῆγμα στό στρατό τῶν εἰσβολέων, τραυματίζοντας τόν ἴδιο τόν Μπίργκερ μέ λόγχη στό πρόσωπο. Οὔτε ἕνας ἀπό τούς ἄνδρες τῆς φρουρᾶς τοῦ Ἀλεξάνδρου, δέν ἀπέδωσε στούς ἴδιους τήν νίκη τοῦ 1240. Ἦταν ἀποκλειστικά ἔργο τοῦ Θεοῦ
». (Ἀντ. Μάρκου, "Τό Ρωσικό Ἁγιολόγιο", 2005, σελ. 14 – 16).
Μετά τήν νίκη αὐτή ὁ Ἀλέξανδρος ἐπωνομάσθηκε Νέβσκι (ἀπό τόν ποταμό Νέβα πού ἔγινε ἡ μάχη) καί στούς κατοίκους τοῦ Νόβγκοροντ - λόγῳ τῆς ἐμφανίσεως τῶν ἁγίων Βόριδος καί Γκλέμπ -ἐπικράτησε ἡ Βυζαντινή ἀντίληψη τοῦ θεοφρούρητου κράτους. Ὅμως τό ἴδιο ἔτος (Δεκέμβριο 1240), τό Κίεβο καταλήφθηκε καί λεηλατήθηκε ἀπό τούς Τατάρους
Παρά τήν νίκη του στόν ποταμό Νέβα, οἱ κάτοικοι τοῦ Νόβγκοροντ ἀπομάκρυναν καί πάλι τόν Ἀλέξανδρο ἀπό τήν ἡγεσία τῆς πόλεως, διότι ἐσφαλμένα ἐπικράτησε ἡ ἄποψη ὅτι πέρασε ὁ κίνδυνος καί κάποιοι ἔμποροι ἤθελαν νά ἀρχίσουν καί πάλι οἱ ἐμπορικές σχέσεις μέ τήν Δύση. Ἔτσι ὁ Ἀλέξανδρος ἐγκαταστάθηκε στά περίχωρα τῆς Μόσχας καί περίμενε τήν ἐξέλιξη τῆς καταστάσεως.
Τόν χειμῶνα τοῦ 1241 οἱ Τεύτονες Ἱππότες ἄρχισαν νά λεηλατοῦν τήν περιοχή τοῦ Νόβγκοροντ καί τόν Αὔγουστο τοῦ ἴδιου ἔτους ἄρχισαν νά κατασκευάζουν ἕνα πέτρινο φρούριο στίς ἀκτές τίς Ἴγκριας καί ἀργότερα κατέλαβαν τό Ἴζμποργκ καί τό Πσκώφ, ὅπου ἐγκαθίδρυσαν τόν συνεργάτη τους Γιαροσλάβο Βλαδιμήροβιτς Μστισλάβιτς. Τότε ἐκτός ἀπό τά χωριά καί τίς κωμοπόλεις, λεηλατήθηκαν καί πολλά Ὀρθόδοξα μοναστήρια.
Ἡ νέα ἐπικίνδυνη κατάσταση ὑποχρεώσε τούς πολίτες τοῦ Νόβγκοροντ νά ἀνακαλέσουν τόν Ἀλέξανδρο γιά δεύτερη φορά. Ὁ Ἀλέξανδρος ἐπανῆλθε καί γιά νά ἐπιβάλει τήν ἐξουσία του ἐκτέλεσε τούς ἀρχηγούς τῶν πολιτικῶν του ἀντιπάλων. Τό φθινώπορο τοῦ 1241 ἐπιτέθηκε στήν Ἴγκρια καί τόν χειμῶνα τοῦ 1242 ἀπελευθέρωσε τό Πσκώφ. Ἡ τελική σύγκρουση ἔγινε στήν παγωμένη λίμνη Πέϊπους, τό Σάββατο 5η Ἀπριλίου 1242., καί οἱ Τεύτονες Ἱππότες ἠττήθηκαν κατά κράτος.
Μετά τήν μάχη αὐτή οἱ Τεύτονες ὑποχρεώθηκαν νά συνάψουν εἰρήνη μέ τό Νόβγκοροντ καί νά ἐπιστρέψουν τό φρούριο τοῦ Ἴζμποργκ, στρέφοντας τό ἐνδιαφέρον τους πρός τήν Πρωσία καί τήν Κουρλάνδη.
«Μετά ἀπό αὐτές τίς νίκες - γράφει ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος - σταμάτησαν γιά ἕνα διάστημα οἱ προσπάθειες τοῦ Πάπα γιά τόν προσηλυτισμό τῶν Ρώσων ἀπό τήν Χριστιανική Πίστη τῆς Ὀρθοδοξίας στό Ρωμαιοκαθολικισμό, μέ τήν βία τῶν ὅπλων. Ἀλλά ὁ Πάπας Ἰννοκέντιος Δ' παρέμεινε ἀνικανοποίητος καί προσπάθησε νά "φωτίσει" τόν Ἀλέξανδρο. Ὁ ἅγιος Ἡγεμόνας ἀπάντησε τό 1248, ὅτι "γνωρίζει πολύ καλά ἀπό τήν ἀρχή της τήν Ἱστορία τῆς Γνησίας Πίστεως καί Ἐκκλησίας καί γιά τοῦτο δέν δέχεται νά διδαχθεῖ ἀπ' αὐτόν" (αὐτ.)
Τό 1246 ὁ Μεγ. Ἡγεμόνας Γιαροσλάβος Γ’ ἀπεβίωσε καί ὁ κυρίαρχος τῆς Ρωσίας Χάν Μπατίζ (+ 1255), κάλεσε ὅλους τούς Ρώσους Ἡγεμόνες στό Βόλγα, γιά νά ἀνανεώσουν τήν πίστη τους πρός τήν Ταταρική Χρυσή Ὀρδή. Ἐντυπωσιασμένος ἀπό τήν προσωπικότητα τοῦ Ἀλεξάνδρου ὁ Χάν τόν διέταξε νά ταξιδέψει στή Μογγολία, γιά νά συναντήσει στό Κορακορούμ τόν Μεγάλο Χάν τῶν Ταταρο-Μογγόλων.
Ἀπό τό ταξείδι αὐτό ὁ Ἀλέξανδρος ἐπέστρεψε στό Νόβγκοροντ τό 1251. Τό ἴδιο ἔτος πέτυχε συνθήκη εἰρήνης μέ τήν Νορβηγία. Τό ἑπόμενο ἔτος 1252 ξέσπασε μία μεγάλη ἐξέγερση κατά τῶν Τατάρων, μέ καταστρεπτικά ἀποτελέσματα, τῆς ὁποίας ἡγήθηκε ὁ ἀδελφός τοῦ Ἀλεξάνδρου Ἀνδρέας Γιαροσλάβιτς. Ἔτσι ὁ Ἀλέξανδρος ὑποχρεώθηκε νά ἐπισκεφθεῖ τό Στρατόπεδο τῆς Χρυσῆς Ὀρδῆς, γιά νά περιορίσει τίς ἐπιπτώσεις τῆς ἐξεγέρσεως. Τότε τοῦ ἀπονεμήθηκε ἀπό τούς ἐπικυρίαρχους Τατάρους ὁ τίτλος τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα. Τό 1262 ξέσπασε μία νέα ἐξέγερση λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων καί ὁ Ἀλέξανδρος ὑποχρεώθηκε νά πάει καί πάλι στήν Ὀρδή, γιά νά κατευνάσει τά πνεύματα. Ἐνδιαμέσως, τό 1256, ἐκστράτευσε στή Φινλανδία, ὅπου ἀντιμετώπισε μέ ἐπιτυχία τόν Σουηδικό ἐπεκτατισμό.
«Ὁ Ἀλέξανδρος - συνεχίζει ὁ Μοναχός Ἐπιφάνιος - ἦταν ἕνας πραγματικός Ὁμολογητής καί ἕνας κρυμμένος Μάρτυρας. Ὅταν ὁ Χάν τόν κάλεσε στή Χρυσή Ὀρδή, ὁ Ἀξέξανδρος προετοίμασε τόν ἑαυτό του γιά μαρτύριο. Γνώριζε, ὅτι ἀρνούμενος νά ἐκπληρώσει τό θρησκευτικό τυπικό τῶν παγανιστῶν, θά ὑφίστατο τήν ἐσχάτη τῶν ποινῶν, τόν θάνατο. Ἀλλά, πρός κατάπληξι ὅλων, ὁ Χάν δέν τόν ἐκτέλεσε, ἄνθρωποί του ὅμως ἀρκετές φορές προσπάθησαν νά τόν δηλητηριάσουν, αὐτός ὅμως εἶχε μαζί του τόν προσωπικό του γιατρό καί χρησιμοποιοῦσε ἀντίδοτα. Κατά τήν τελευταία ἀπόπειρα ὁ γιατρός του ἀπουσίαζε καί ἔτσι οἱ Τάταροι κατάφεραν νά τόν δηλητηριάσουν, ὅπως τόν πατέρα του Γιαροσλάβο (+ 1242)» (αὐτ.).
Ἡ πολιτική τοῦ Ἀλεξάνδρου - ἄμυνα στό Δυτικό μέτωπο (μέ τούς Λατίνους), ἀνοχή "ἄχρι καιροῦ" στό Ἀνατολικό (μέ τούς Τατάρους) - ἀπέδωσε σύντομα καρπούς, μέ τήν ἀνάδειξη τῆς Ἡγεμονίας τῆς Μόσχας (ὑπό τόν μικρότερο γιό τοῦ Ἀλεξάνδρου ἅγ. Δανιήλ, ὁ ὁποῖος στά 27 χρόνια τῆς διοίκησής του, πέτυχε νά μεταμορφώσει μία ἀσήμαντη πόλη σέ κέντρο ἐθνικῆς ἀνανέωσης), κάτω ἀπό τήν ὁποία ἑνώθηκαν οἱ Ρωσικές Ἡγεμονίες καί ὁδηγήθηκε τό Ρωσικό Ἔθνος σέ ἐνιαῖα πολιτική καί ἐκκλησιαστική διοίκηση.
Τίς πολιτικές ἀπόψεις τοῦ Ἀλεξάνδρου συμμερίζοταν ὁ Μητροπ. Ρωσίας ἅγ. Κύριλλος Β’ (1242 – 1281), ὁ ὁποῖος μέ τήν ὑποστήριξη τοῦ Ἀλεξάνδρου ἵδρυσε τήν Ἐπισκοπή Σεράϊ στό στρα-τόπεδο τῆς Χρυσῆς Ὀρδῆς, γιά τίς ἀνάγκες τῶν Ρώσων αἰχμαλώτων καί τήν ἱεραποστολή μεταξύ τῶν Τατάρων.
Ὁ Ἀλέξανδρος ἀπεβίωσε καθ' ὁδόν ἀπό τήν Ὀρδή πρός τό Γκοροντέσκ τοῦ Βόλγα, τήν 23. 11. 1263, σέ ἡλικία 44 ἐτῶν. Πρίν κοιμηθεῖ δέχθηκε τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα καί ὀνομάσθηκε Ἀλέξιος. Ἐνταφιάστηκε στό Βλαδιμήρ τήν 23. 11. 1263.
Ὁ Ἀλέξανδρος Νέβσκι τιμήθηκε ἰδιαίτερα τόσο ἀπό τόν Ὀρθόδοξο Ρωσικό λαό, ὅσο καί ἀπό τό Ρωσικό Κράτος, σάν Ἐθνικός Ἥρωας τῆς Ρωσίας καί Ἅγιος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε Συνοδικά τό 1547, κατά τήν βασιλεία τοῦ Ἰωάννη Δ’ τοῦ Τρομεροῦ, ἐπί Μητροπ. Μόσχας ἁγ. Μακαρίου. Προηγουμένως, τό 1380, τό Λείψανό του εἶχε ἀνακομισθεῖ ἀδιάφθορο. Τό 1723 ὁ Αὐτοκράτορας Πέτρος Α’ ὁ Μέγας μετέφερε τό Λείψανό του στή νέα Ρωσική πρωτεύουσα Ἁγία Πετρούπολη καί τό 1724 τό κατέθεσε στήν ὁμώνυμη Λαύρα, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 23η Νοεμβρίου (Κοίμησις), τήν 30η Αὐγούστου (Ἀνακομιδή) καί τήν 23η Μαίου, ἡμέρα κοινῆς μνήμης τῶν Ἁγίων τοῦ Πσκώφ καί τοῦ Γιαροσλάβ. Ἐκτός Ρωσίας στή μνήμη του εἶναι ἀφιερωμένοι οἱ Καθεδρικοί Ναοί τῆς Σόφιας Βουλγαρίας (ὁ μεγαλύτερος ναός τῶν Βαλκανίων) καί τῆς Τιφλίδος Γεωργίας.
Κατά τήν Αὐτοκρατορική Περίοδο, τήν 21. 5. 1725 ἡ Αὐτοκράτειρα Αἰκατερίνη Α’ (1725 - 1727), θέσπισε Ἀνώτατο Παράσημο πρός τιμήν του, κάτι πού υἱοθέτησε καί ἡ Βουλγαρία τήν 25. 12. 1881, ἐνῶ μέ τό ὄνομά του τιμήθηκαν στή συνέχεια ἀρκετά πολεμικά πλοῖα.
Κατά τήν Σοβιετική Περίοδο, τό 1938 ὁ μεγάλος Σοβιετικός σκηνοθέτης Σέργιος Ἀϊζενστάϊν σκηνοθέτησε τήν περίφημη ὁμώνυμη κινηματογραφική ταινία, σέ μουσική τοῦ Σεργίου Προκόπιεφ, τήν ὁποία χρησιμοποίησε ἡ προπαγάνδα τοῦ Στάλιν, γιά νά ὑπενθυμίσει τίς Ρωσικές νίκες κατά τῶν Γερμανῶν καί νά τονώσει τό φρόνημα τῶν Ρώσων κατά τόν Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο ἐναντίον τῶν εἰσβολέων Ναζί. Ὁ Στάλιν ἐπίσης, τήν 29. 7. 1942, θέσπισε παράσημο πού ἔφερε τό ὄνομά του, μέ τό ὁποῖο τιμήθηκαν ἥρωες τοῦ Μεγάλου Πατριωτικοῦ Πολέμου. Ἐπίσης οἱ Σοβιετικοί ἀφιέρωσαν στόν Ἀλέξανδρο Νέβσκι ἕνα πυρηνικό ὑποβρύχιο. Ἀκόμη, τήν 16. 11. 1946, ἀπό τό τότε Βουλγαρικό Κομμουνιστικό καθεστώς, θεσπίστηκε τό Ἀνώτατο Παράσημο Ἀλεξάνδρου Νέβσκι.

Ἐπιλογή Βιβλιογραφίας:
K. Begunov, “Second Pskovian Chronicle”, Isbornik, 1955, σελ. 11 - 15.
M. Isoaho, “The image of Aleksandr Nevskiy in medieval Russia: Warrior and Saint”. The Northern World, 21, 2006.
R. Miller – Gulland & Nikolai Dejefsky, “Atlas of Russia”, 1989.
D. Nicole, “Armies of Medieval Russia, 750 - 1250”, 1999.
D. Nicole, “Lake Peipus, 1242”, 1996.
J. Riley - Smith, “The Oxford illustrated history of the Crusades”, 1995.
D. Warnes, “Cronicle of the Russian Tsars”, 1999.
T. Wise, “The Knights of Christ”, 1984.
Μιλτ. Βαρβούνη, «Οἱ Τεύτονες Ἱππότες στήν Ἀνατολική Εὐρώπη - Ἡ ὑποβάθμιση στοῦ σταυροφορικοῦ ἰδεώδους». Περιοδικό "Ἱστορικά Θέματα", τ. 35/Δεκεμβρίου 2004, σελ. 48 – 67.
Τ. Χατζηδημητρίου, «Τό Τευτονικό Τάγμα στά Σταυροφορικά κράτη». Περιοδικό "Ἱστορικά Θέματα", τ. 35/Δεκεμβρίου 2004, σελ. 8 – 24.
Ἀντ. Μάρκου, "Οἱ ἀδιάφθοροι Ἅγιοι" (ἀνέκδοτο).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου