Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΥ (+ 1794)


Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ὁ Πατέρας τῆς Σλαβωνικῆς Φιλοκαλίας.
Γεννήθηκε τό 1722 στήν Πολτάβα, μόνασε στήν Μονή τοῦ Λιούμπετζ καί στήν Λαύρα τῶν Σπηλαίων, σπούδασε στήν Θεολογική Ἀκαδημία τοῦ Κιέβου (ἀπ' ὅπου ἀπεχώρησε ἐπειδή διαφωνοῦσε μέ τό πρόγραμμα σπουδῶν) καί μετά ἀπό περιπλάνηση καί πορεία πολλῶν ἐτῶν στίς Μονές καί τίς Σκήτες τῆς Οὐκρανίας, τῆς Μολδαβίας καί τῆς Βλαχίας, κατέλειξε στό Ἅγιο Ὄρος (τό 1746). Ἐκεῖ ἐγκαταστάθηκε στήν σημερινή Σκήτη τοῦ Προφήτου Ἡλιοῦ καί ἐπειδή δέν βρῆκε πνευματικό ὁδηγό, ἀσχολήθηκε μέ τήν μελέτη, ἀντιγραφή καί μετάφραση Πατερικῶν ἔργων. Τό 1763 ἀνεχώρησε γιά τήν Μολδαβία μέ 64 μοναχούς καί ἐπάνδρωσε τήν Μονή τῆς Δραγομίρνας. Τό 1775 ἐπάνδρωσε τήν Μονή Σεκούλ καί τό 1779 τήν Μονή Νεάμτς, ὅπου συγκέντρωσε 900 μοναχούς καί δημιούργησε περίφημο τυπογραφεῖο καί βιβλιοθήκη.
Στόν ὅσ. Παϊσιο ὀφείλεται ἡ Φιλοκαλική Ἀναγέννηση στήν Ρωσία καί τίς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες, κατά τόν 19ο αἰ., ἡ διάδοση τῆς καρδιακῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ καί ἡ μελέτη καί διάδοση Πατερικῶν κειμένων. Ὑπῆρξε ἡ ἀρχή μιᾶς χρυσῆς ἁλυσίδας νεωτέρων Νηπτικῶν Πατέρων καί τό πνεῦμα, τό τυπικό καί τά συγγράμματά του προκάλεσαν μοναστική ἀναγέννηση καί ἀνέδειξαν μεγάλους Ἁγίους.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1794. Τό Λείψανο του, τό ὁποῖο βρίσκεται ἐνταφιασμένο μέσα στό Καθολικό τῆς Μονῆς Νεάμτς, κατά τίς "ἀναγνωρίσεις" - ἐξετάσεις τῶν ἐτῶν 1846, 1853, 1861 καί 1872 βρέθηκε ἀδιάφθορο. ("Ὅσιος Παϊσιος Βελιτσκόφσκυ"· μετάφραση - ἐπιμέλεια Π. Μπότση, 1990).
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 15η Νοεμβρίου.
ΟΣΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Η ΕΠΙΒΑΤΙΝΗ (11ος αἰ.)


Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ἡ λαοφιλέστερη Ἁγία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, σύμβολο τῆς ἑνότητος τῶν Βαλκανικῶν λαῶν κάτω ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Πίστι.
Γεννήθηκε στούς Ἐπιβάτες τῆς Θράκης τό 1023. Μόνασε σέ ἡλικία 15 ἐτῶν σέ κοινόβιο τῆς Μ. Ἀσίας καί μετά ἀπό ἄσκηση 5 ἐτῶν στήν Ἡράκλεια τοῦ Πόντου, πῆγε προσκυνήτρια στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου κοινοβίασε 25 χρόνια σέ μοναστήρι στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη. Κοιμήθηκε εἰρηνικά στήν ΚΠολη, στόν Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στήν Καλλικράτεια, ὅπου ἡσύχασε τά δύο τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς της. Κηδεύθηκε σέ τόπο παραθαλάσσιο. Ἄγνωστο πότε τό Λείψανό της ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο, ὅταν χωρικοί θέλησαν νά ἐνταφιάσουν δίπλα της τό σῶμα ἑνός ναυτικοῦ, τό ὁποῖο ἐκβράστηκε στήν ἀκτή καί ἡ Ὁσία μέ ἐμφάνισή της ζήτησε νά τήν μεταφέρουν!
Τήν περίοδο τῆς βασιλείας τῶν Βουλγάρων Βασιλέων Πέτρου καί Ἰωάννη Ἀσάν (1290 - 1310), οἱ Βυζαντινοί δώρησαν τό Λείψανο τῆς Ὁσίας στόν Ὀρθόδοξο Βουλγαρικό λαό, σάν σημεῖο φιλίας καί ἑνότητος στήν Ὀρθόδοξη Πίστι. Τό 1393, ὅταν ὁ Σουλτάνος Βαγιαζίτ κατέλαβε τό Τύρνοβο καί κατέλυσε τό Βουλγαρικό Κράτος, δώρησε τό Λείψανο στούς (τότε) ὑποτελεῖς του Σέρβους, οἱ ὁποῖοι τό κατέθεσαν στό φρούριο τοῦ Βελιγραδίου. Ἀργότερα, ὅταν ὁ Σουλτάνος Μουράτ Β' κατέκτησε τήν Σερβία, τό Λείψανο ἀγοράσθηκε ἀπό τό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως, ἐνῶ στήν Ἐκκλησία τῆς Σερβίας δωρήθηκε μέρος μιᾶς τῶν χειρῶν, φυλασσόμενο σήμερα στό Βελιγράδι καί τήν Σρέμσκα Καμένιτσα.
Τό ἀδιάφθορο Λείψανο τῆς ὁσ. Παρασκευῆς τῆς Ἐπιβατινῆς, ἐπιμελῶς καλυμένο μέ πολύτιμα ἄμφια, στήν ἀνοικτή λάρνακα πού τό φυλάσσει, στόν ὁμώνυμο Καθεδρικό Ναό τοῦ Ἰασίου Μολδαβίας.
Τό 1640, ὁ Ἡγεμόνας τῆς Μολδαβίας Βασίλειος Λούπου, ἀνέλαβε τό τεράστιο χρέος τοῦ Πατριαρχείου πρός τήν Τουρκική Κυβέρνηση (περίπου 2.000.000 ἄσπρων) καί γιά λόγους εὐγνωμοσύνης ὁ Πατριάρχης Παρθένιος δώρησε τό Λείψανο στόν Ὀρθόδοξο Μολδαβικό λαό. Τό Λείψανο κατατέθηκε μέ μεγάλες τιμές στόν Ναό τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στό Ἰάσιο (ἐκεῖ ὅπου ὁ Πρίγκιπας Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης κήρυξε τήν Ἐπανάσταση κατά τῶν Τούρκων στίς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες - τό 1821 - καί δέχθηκε τήν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτου Βενιαμίν Κώστακε). Τό 1888 τό Λείψανο μεταφέρθηκε στόν νέο, πρός τιμή τῆς Ὁσίας, Καθεδρικό Ναό, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται, κατατεθημένο σέ ἀργυρή λάρνακα.
Ἡ μνήμη της τιμᾶται τήν 14η Ὀκτωβρίου καί ἡ πανήγυρίς της εἶναι ἡ μεγαλύτερη θρησκευτική ἐκδήλωσις στήν Ρουμανία.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΑΠΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ


Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Γιά τόν βίο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Ὁσίου δέν διασώθηκαν πολλά στοιχεῖα. Εἶναι γνωστό μόνο, ὅτι προερχόμενος ἀπό τήν Θήβα τῆς Ἄνω Αἰγύπτου, μόνασε στήν ΚΠολη, στή Μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῆς Πέτρας (πού ἦταν γνωστή καί σάν Μονή τῶν Αἰγυπτίων), ὅπου κοιμήθηκε εἰρηνικά καί ἀναδείχθηκε θαυματουργός. Ἔζησε πρίν τόν 7ο αἰ., ἀφοῦ τότε ἔγραψε γι' αὐτόν ὁ πρῶτος βιογράφος του ἅγ. Ἀνδρέας Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης, τό "Ἐγκώμιό" του.
Τό Λείψανο τοῦ ὁσ. Παταπίου ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο καί κατατέθηκε στήν Μονή τῆς μετανοίας του. Αἰῶνες ἀργότερα, τό 1904, ἀνακαλύφθηκε τυχαία σέ σπήλαιο - ἀσκητήριο τῶν Γερανίων Ὀρέων, πάνω ἀπό τήν πόλη τοῦ Λουτρακίου Κορινθίας. Τό πότε μεταφέρθηκε ἐκεῖ παραμένει ἄγνωστο, τά στοιχεῖα πού ὑπάρχουν ὁδηγοῦν πάντως στό συμπέρασμα, ὅτι κάποιο πρόσωπο τοῦ Ἀνακτορικοῦ περιβάλλοντος τῆς ΚΠόλεως, μετέφερε τό Λείψανο στά Γεράνεια γιά νά τό ἀσφαλίσει, πρίν ἤ καί κατά τήν Ἅλωση τοῦ 1453. Τά στοιχεῖα αὐτά εἶναι:
α. Ἡ ἀποδεδειγμένη στενή σχέση μέ τήν Μονή τῶν Αἰγυπτίων τῆς ὁσ. Ὑπομονῆς (Ἑλένης Δραγάση - Παλαιολόγου, συζύγου τοῦ Αὐτοκράτορος Μανουήλ Β' καί μητέρας τοῦ τελευταίου Αὐτοκράτορος Κων/νου ΙΑ')·
β. Ἡ διάσωση μαζί μέ τό Λείψανο τοῦ ὁσ. Παταπίου καί τῆς Κάρας τῆς ὁσ. Ὑπομονῆς, πού βρέθηκε στό ἴδιο σπήλαιο·
γ. Τό γεγονός ὅτι ἡ ὁσ. Ὑπομονή - Αὐτοκράτειρα Ἑλένη ἐπισκέφθηκε τρεῖς φορές τήν Πελοπόννησο (τό 1407, 1408 καί 1415), μέ σημεῖο ἀποβιβάσεως τό κοντινό στό σπήλαιο λιμάνι τῶν Κεχρεῶν· καί
δ. Ἡ ἐγκατάσταση στήν Κορινθία (στήν περιοχή Τρικάλων), μετά τήν Ἅλωση τοῦ 1453, τῆς οἰκογενείας τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ τελευταίου Παλαιολόγου, τοῦ Ἐθνομάρτυρος Λουκᾶ Νοταρᾶ (ἀπό τήν ὁποία προῆλθαν οἱ ἅγιοι Γεράσιμος Κεφαλληνίας καί Μακάριος Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου, Πατριάρχες Ἱεροσολύμων, κ.ἄ. ἐπιφανεῖς τοῦ Γένους).
Σήμερα τό Λείψανο τοῦ ὁσ. Παταπίου φυλάσσεται στό σπήλαιο πού βρέθηκε, στά Γεράνεια, σέ πολύτιμη λάρνακα. Ἀπό τό ἔτος 1952 μέ κέντρο τό σπήλαιο ἀναπτύχθηκε ἡ ὁμώνυμη γυναικεία μονή, πού ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πλέον γνωστά προσκυνήματα τῆς χώρας.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 8η Δεκεμβρίου.

ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΠΑΥΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΪΟΥΜΑ (8ος αἰ.)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ὁ Ὁσιομ. Παῦλος τοῦ Καϊουμᾶ δέν ἀναφέρεται ἀπό τούς γνωστούς Ἁγιολόγους Ἀνατολῆς καί Δύσεως (λ.χ. τόν ἅγ. Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη καί τόν Ἱππόλυτο Delehaye), ἀλλά μνημονεύεται σέ ἄλλες πηγές, ὅπως τό Αὐτοκρατορικό Μηνολόγιο τοῦ Μιχαήλ Δ’ τοῦ Παφλαγόνος (1034 – 1041).
Ὁ Ἅγιος μαρτύρησε κατά τήν Εἰκονομαχία, ὡς πρόμαχος τῆς τιμῆς τῶν ἁγίων Εἰκόνων. Οἱ λεπτομέρειες τοῦ μαρτυρίου του ἀποδείχθηκαν ἀκριβεῖς ὅταν τό Λείψανό του βρέθηκε ἄφθαρτο, μέ φανερά τά σημεῖα τοῦ μαρτυρίου του (κομμένη μύτη, ἐγκαύματα), ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Πατριάρχη ΚΠόλεως Ἀντωνίου Β’ τοῦ Καυλέα (893 – 901). Μέχρι τήν Ἅλωση τῆς Πόλεως ἀπό τούς Σταυροφόρους (1204), ἦταν κατατεθημένο στή Μονή τοῦ Χριστοῦ Παντεπόπτου, ἡ ὁποία κατά τήν διανομή τῆς Πόλεως ἀπό τούς κατακτητές δόθηκε στούς Βενεδικτίνους Μοναχούς τῆς Μονῆς τοῦ ἁγ. Γεωργίου Μείζονος Βενετίας.
Τό 1222 τό Λείψανο μεταφέρθηκε στή Βενετία ἀπό τόν Ἡγούμενο Παῦλο (1206 – 1222), ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Δόγη Πέτρου Ziani (1206 - 1239), ὁ ὁποῖος «ἔκπληκτος ἀπό τήν ἀξιοθαύμαστη κατάσταση διατηρήσεως τοῦ λειψάνου λέγεται ὅτι ἔβγαλε τό Δουκικό «κέρας» καί τό τοποθέτησε στήν Κάρα τοῦ Μάρτυρα» (ἐπ. Φαναρίου Ἀγαθαγγέλου, «Ἱερά Λείψανα Ἁγίων τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς στή Βενετία», σελ. 292). Λόγῳ αὐτοῦ τοῦ κοσμήματος στήν ἱστορική συνέχεια ὁ Ἅγιος πῆρε τήν προσωνυμία τοῦ Δοῦκα.
Ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάπα Κλήμη Η’ (1592 – 1605) τό Λείψανο τοποθετήθηκε μέσα στήν Ἁγία Τράπεζα τοῦ λεγομένου Παρεκκλησίου τῶν Νεκρῶν τῆς αὐτῆς Μονῆς, μαζί μέ τό Λείψανο τοῦ ἁγ. Παύλου Πατριάρχου ΚΠόλεως τοῦ Ὁμολογητοῦ, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 8η Ἰουνίου.

ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΠΟΛΕΩΣ (+ 350)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Γεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη καί χρημάτισε Διάκονος τῆς Ἐκκλησίας τῆς ΚΠόλεως καί Νοτάριος τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξάνδρου. Πατριάρχης ἀναδείχθηκε τό 337 μετά τόν θάνατο τοῦ Ἀλεξάνδρου ἀπό τούς Ὀρθοδόξους τῆς Πόλεως, ἐνῶ ὁ ἀρειανίζων Αὐτοκράτορας Κωνστάντιος ἔλειπε στήν Ἀλεξάνδρεια. Ὅταν ὁ Κωνστάντιος ἐπέστρεψε στήν ΚΠολη, τό 341, ἀνέδειξε αὐθαίρετα Πατριάρχη τόν λόγιο, ἀλλά ἀρειανόφρονα, Ἐπίσκοπο Νικομηδείας Εὐσέβειο. Ἔτσι ὁ Παῦλος ἀναγκάσθηκε νά καταφύγει στή Ρώμη, στόν Ὀρθόδοξο Πάπα Ἰούλιο, ὅπου συνάντησε τόν ἐπίσης ἐξόριστο Μεγάλο Ἀθανάσιο.
Μετά τόν θάνατο τοῦ Εὐσεβείου ὁ Παῦλος ἐπανῆλθε στό Θρόνο, μέ συστατικά γράμματα τόσο τοῦ Πάπα Ἰουλίου, ὅσο καί τοῦ Αὐτοκρά-τορα τῆς Δύσεως Κώνσταντος, ἀδελφοῦ τοῦ Κωνστάντιου, ἀλλά οἱ Ἀρειανοί εἶχαν ἤδη ἐκλέξει Πατριάρχη τόν Μακεδόνιο. Ὅταν ὁ Ἅγιος ἐγκαθιδρύθηκε στό Θρόνο γιά δεύτερη φορά, ὁ Κωνστάντιος ἔλειπε στήν Ἀντιόχεια καί πληροφορούμενος τά γεγονότα διέταξε τόν Στρατηγό Ἑρμογένη νά ἐκδιώξει τόν Παῦλο μέ κάθε τρόπο. Ἡ ἀπόφαση αὐτή ὑλοποιήθηκε μέ ἐπέμβαση τοῦ στρατοῦ καί τελικά ὁ Παῦλος κατέφυγε καί πάλι στή Ρώμη.
Ὅταν ἡ Σύνοδος τῆς Σαρδικῆς καταδίκασε τόν Μακεδόνιο, ὁ Κωνστάντιος ὑποχρεώθηκε (καί μέ πίεση τοῦ ἀδελφοῦ του) νά ἀποδώσει τόν Θρόνο στόν Παῦλο (348), ἀλλά τό 350 – μέ τόν θάνατο τοῦ Κώνσταντος - ὁ Ἅγιος ἐξορίστηκε γιά τρίτη φορά, τήν φορά αὐτή στήν Κουκουσό τῆς Ἀρμενίας, ὅπου οἱ Ἀρειανοί τόν ἔπνιξαν μέ τό ὠμοφόριό του!
Τό Λείψανο τοῦ ἁγ. Παύλου μετακομίσθηκε ἀδιάφθορο στήν ΚΠολη τό 385, κατά τήν βασιλεία τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου. Ἀρχικά κατατέθηκε στό Ναό τῆς Ἁγίας Εἰρήνης καί ἔπειτα σέ ναό πρός τιμή του. Τό Λείψανο μεταφέρθηκε στή Βενετία τό 1226 καί κατατέθηκε στή γυναικεία Μονή τοῦ ἁγ. Λορέντζου, ὅπου φυλάσσονταν καί τά Λείψανα τοῦ ὁσ. Βαρβάρου τοῦ Μυροβλύτου καί τῆς ἁγ. Κανδίδης. Ἄγνωστο κάτω ἀπό ποιες συνθήκες τό Λείψανο χάθηκε, γιά νά βρεθεῖ τό 1493. Κατά τήν ἀναγνώριση τοῦ 1686 ὁ Βολλανδιστής C. Jannik διαπίστωσε καί περιέγραψε τήν ἀκεραιότητα τοῦ Λειψάνου. Σήμερα φυλάσσεται στή Μονή τοῦ ἁγ. Γεωργίου τοῦ Μείζονος Βενετίας.
Στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, μέρος τῆς Κάρας τοῦ Ἁγίου φυλάσσεται στή Μονή Σιμωνόπετρας Ἁγίου Ὄρους καί ἀπότμημα τοῦ Λειψάνου του στή Λαύρα τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι Ἁγίας Πετρουπόλεως. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 6η Νοεμβρίου.

ΟΣΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ Ο ΛΑΤΡΙΝΟΣ (+ 955)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Καταγόταν ἀπό τήν Πέργαμο καί ἀπό παιδί ἔβοσκε χοίρους, διότι ἦταν ὀρφανός. Μόνασε κοντά στόν ἀδελφό του Βασίλειο στό Ὄρος Λάτρος (στήν δυτική Μικρά Ἀσία, κοντά στήν ἀρχαία Μίλητο), ὑποτασσόμενος στόν ἀσκητή Πέτρο. Μετά τόν θάνατο τοῦ διδασκάλου του, οἱ μοναχοί γιά τήν ἀρετή του τόν κάλεσαν στήν ἡγουμενεία, ἀλλά αὐτός ἔφυγε στό βουνό, ὅπου ἔζησε μέ αὐστηρή νηστεία καί ἀδιάλειπτη προσευχή.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 955 (σύμφωνα μέ ἄλλη πηγή τό 846), ἐλεημένος μέ τό χάρισμα τῶν θαυμάτων.
Τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο, ὅταν ἐπρόκειτο νά μεταφερθῆ στόν νέο Ναό τῆς Μονῆς. Σήμερα δέν ὑπάρχουν πληροφορίες γιά τήν τύχη του.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 15η Δεκεμβρίου.

ΟΣΙΟΣ ΠΑΧΩΜΙΟΣ ΤΗΣ ΝΕΡΕΤΚΑΣ ΡΩΣΙΑΣ (+ 1384)

Σειρά: Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου).

Ὁ κατά κόσμον Ἰακώβ, γεννήθηκε στήν οἰκογένεια τοῦ Ἱερέως Ἰγνατίου, ὁ ὁποῖος ἐφημέρευε στό Ναό τοῦ ἁγ. Νικολάου, στό Βλαδιμήρ. Μεγάλωσε μέσα σέ ἐκκλησιαστικό περιβάλλον καί συνήθιζε νά συχνάζει στήν Μονή Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου, ὅπου φυλάσσονταν τά Λείψανα τοῦ ἁγ. Ἀλεξάνδρου Νέβσκι.
Μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα του καί μέ τήν ἄδεια τῆς μητέρας του, σέ ἡλικία μόλις 12 ἐτῶν, μόνασε στήν Μονή τῆς Γεννήσεως. Ἡ κύρια ἀσχολία του στό κοινόβιο ἦταν ἡ ἐργασία στό ἀρτοποιοῖο τήν ἡμέρα καί ἡ προσευχή τήν νύκτα. Ἡ ἀρετή του δέν διέφυγε τῆς προσοχῆς τοῦ Ἐπισκόπου Βλαδιμήρ ἁγ. Ἀλεξίου (τοῦ ἔπειτα Μητροπολίτου Ρωσίας), ὁ ὁποῖος τόν χειροτόνησε Διάκονο καί τό 1360, μετά τήν ἐκλογή του, τοῦ ἀνέθεσε τήν ἡγουμενεία τῆς Μονῆς τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης στό Βλαδιμήρ, τήν ὁποία εἶχε ἱδρύσει.
Ὁ ὅσ. Παχώμιος ὑπῆρξε μεγάλος ἐραστής τῆς ἠσυχίας, γι' αὐτό ἐγκατέλειψε τήν Μονή καί τό ἀξίωμα καί μέ τήν εὐλογία τοῦ ἁγ. Ἀλεξίου ἵδρυσε τήν ἡσυχαστική Μονή τῆς Ἁγίας Τριάδος, στήν ἐρημιτική περιοχή τῆς Νερέτκας. Ἐκεῖ κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1384, ἐπί ἡγεμονείας τοῦ ἁγ. Δημητρίου Ντόνσκοϋ. Ἐνταφιάσθηκε στό Καθολικό τῆς Μονῆς του.
Τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο τό 1675. Τό 1764 ἡ Μονή του διαλύθηκε καί ὁ Ναός της ἔγινε ἐνοριακός. Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917, δέν ὑπάρχουν πληροφορίες γιά τήν τύχη τοῦ Λειψάνου του.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 21η Μαρτίου.