Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

ΟΣΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ, Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ (+ 1552)

Ὁ "Γυμνός περιπατητής'" Πολιούχος τῆς Μόσχας.
Γεννήθηκε ἀπό γονεῖς πτωχούς στά περίχωρα τῆς Μόσχας, τό 1469, κατά τήν βασιλεία τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα Ἰβάν Γ'. Ἀπό βρέφος ἔδειχνε σημεῖο τῆς μελλοντικῆς του πορείας, ἀρνούμενος νά θηλάσει ἀπό τόν ἀριστερό μαστό! Ὅταν ὁ πατέρας του τόν ἔβαλε μαθητευόμενο σέ ἕναν ὑποδηματοποιό, ἐκδηλώθηκε στό προφητικό του χάρισμα (προεῖπε τόν θάνατο "τήν ἐπαύριο", ἑνός ἄνδρα πού παρήγγειλε μπότες!). Ὑποκρινόμενος τόν σαλό ἔζησε γυμνός στούς παγωμένους δρόμους τῆς Μόσχας, μέχρι τά 88 του χρόνια.
Παράδοξος γιά τόν κόσμο, ἔφτυνε ἤ πετοῦσε πέτρες στούς ἐξωτερικούς τοίχους τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπου εἶχαν καταφύγει οἱ διωγμένοι ἀπό τήν προσευχή τῶν Χριστιανῶν δαίμονες καί ἔκλαιγε στά σκαλιά τῶν κακοφήμων σπιτιῶν, μαζί μέ τούς Ἀγγέλους τῶν ἁμαρτανόντων! Μία κατ' ἐξοχήν προφητική μορφή, σημάδεψε τίς παραμονές μεγάλων γεγονότων. Τό 1521 μία μεγάλη ἐπιδρομή τῶν Τατάρων βρίσκεται σέ ἐξέλιξη καί ἡ Μόσχα κινδυνεύει. Ὁ μακάριος Βασίλειος προσεύχεται κλαίγοντας μπροστά στήν βορεινή πόρτα τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ Κοιμ. Θεοτόκου. Μέσα στόν κλειστό Ναό ἀκούγεται ἕνας ἐκκωφαντικός θόρυβος. Ἐμφανίζονται φλόγες καί ἡ Εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Βλαδιμήρου μετακινεῖται, ἐνῶ μία φωνή ἀναγγέλει, ὅτι ἡ Παναγία ἑτοιμάζεται νά φύγει μαζί μέ τούς ἄλλους Ἁγίους ἀπό τήν ἁμαρτωλή πόλη. Τό γεγονός κυκλοφορεῖ, ἀλλά ὁ μακάριος συνεχίζει τήν προσευχή του. Καί ἐνῶ τά περίχωρα τῆς Μόσχας καίγονται, οἱ εἰσβολεῖς βλέπουν μία τεράστια στρατιά νά ἀναπτύσσεται γιά νά ὑπερασπισθεῖ τήν πόλη. Οἱ Τάταροι ὑποχωροῦν καί οἱ Ρώσοι στό ἐξῆς λιτανεύουν ἀπό τό Κρεμλίνο μέχρι τήν Μονή τῆς Συναντήσεως (Stretenye).
Τήν 23 Ἰουνίου 1547 (χρονιά τῆς στέψεως τοῦ Ἰβάν σέ Τσάρο, ἀπό τόν Μητροπολίτη Ρωσίας ἅγ. Μακάριο), ὁ μακάριος Βασίλειος προσεύχεται κλαίγοντας στή Μονή τῆς Εὑρέσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Τήν ἑπομένη ξεσπάει ἡ τρομερή πυρκαγιά πού ἀποτέφρωσε τήν Μόσχα!Ἄλλοτε ὁ Ὅσιος εἶναι καλεσμένος στό Παλάτι, γιά τήν ὀνομαστική ἑορτή τοῦ Τσάρου. Ὁ Ἰβάν τόν σερβίρει προσωπικά κρασί, ἀλλά τρεῖς φορές ὁ Σαλός τό χύνει. "Συγχώρεσέ με - λέγει - ἀλλά μία φωτιά ἄναψε στό Νόβγκοροντ καί ἔπρεπε νά τήν σβήσω"! Ὁ Τσάρος ἀργότερα μαθαίνει, ὅτι πράγματι στή συγκεκριμένη ἡμερομηνία εἶχε ἐκδηλωθεῖ μεγάλη πυρκαγιά στό Νόβγκοροντ πού ἔσβησε ὅταν ἕνας γυμνός ἄνδρας ἐμφανίσθηκε σέ τρεῖς διαφορετικές γειτονιές καί ἔριχνε στήν φωτιά νερό μέ ἕνα... ποτιστήρι!
Ὅταν ἕνα Περσικό πλοῖο κινδύνευε στήν Κασπία, ἕνας Ρώσος Χριστιανός θυμήθηκε τόν μακάριο Βασίλειο καί τόν ἐπικαλέστηκε. Ἀμέσως, ἕνας γυμνός ἄντρας ἐμφανίσθηκε στό πηδάλιο καί ὁδήγησε τό πλοῖο μέ ἀσφάλεια στό πλησιέστερο λιμάνι! Ἐπιστρέφοντας στή χώρα τους οἱ Πέρσες ἔμποροι ἐνημέρωσαν σχετικά τόν Σάχη καί ἐκεῖνος τόν Τσάρο· καί ὅταν ἀργότερα ἔφθασαν στή Μόσχα, ἀναγνώρισαν τόν σωτήρα τους στό πρόσωπο τοῦ γυμνοῦ περιπατητή!
Ἐλεημένος μέ τό προορατικό χάρισμα ὁ μακάριος, ἀποκάλυψε κάποτε τίς κρυφές σκέψεις τοῦ Τσάρου.
"Ποῦ ἦσουν - τόν ρωτάει ὁ Ἰβάν, μετά ἀπό μία Θεία Λειτουργία - δέν σέ εἶδα".
"Ἐγώ σέ εἶδα - τοῦ ἀπαντάει ὁ Σαλός - ἐκεῖ πού ἦσουν καί ἐκεῖ πού δέν ἦσουν".
"Μά ἦμουν στήν Ἐκκλησία", διαμαρτύρειται ὁ Ἰβάν.
"Ὄχι, Τσάρε, δέν λές ἀλήθεια - ἀποκαλύπτει ὁ μακάριος - ἦσουν στόν Λόφο τῶν Σπουργιτιῶν, ὅπου σκοπεύεις νά φτιάξεις ἕνα παλάτι".
"Ἔχεις δίκιο - ἀπαντάει ὁ Μονάρχης - ἐκεῖ ἤμουνα".
Ἄλλοτε, ἔδωσε τά χρήματα πού τοῦ πρόσφερε ὁ Τσάρος γιά τούς πτωχούς σέ ἕναν καλοντυμένο ἔμπορο, ὁ ὁποῖος εἶχε πτωχεύσει καί πεινοῦσε, ἀλλά ἡ ἀξιοπρέπειά του δέν τοῦ ἐπέτρεπε νά ζητιανέψει!
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1552. Προηγουμένως εἶχε προφητεύσει στόν Πρίγκιπα Θεόδωρο, ὅτι αὐτός καί ὄχι ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του θά διαδεχθεῖ τόν πατέρα τους. (Πράγματι, ὁ Πρίγκιπας Ἀλέξιος σκοτώθηκε ἀπό τόν πατέρα του Τσάρο Ἰβάν, σέ μία ἔκρηξη θυμοῦ). Ἐνταφιάσθηκε ἀπό τόν Μητροπολίτη Ρωσίας ἅγ. Μακάριο στό Ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος στήν Κόκκινη Πλατείa, ὅπου λίγο ἀργότερα κτίσθηκε ὁ Καθεδρικός Ναός τῆς Ἁγίας Σκέπης, σέ ἀνάμνηση τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Καζάν ἀπό τήν Ταταρική κατοχή, ὁ ὁποῖος σήμερα εἶναι γνωστός μέ τό ὄνομα τοῦ ἁγ. Βασιλείου (φωτό). Τό φέρετρο μέ τό ἁγιασμένο του σῶμα μετέφεραν στίς πλάτες του ὁ Τσάρος Ἰβάν καί οἱ Πρίγκιπες. (G. P. Fedotov, "The Russian Religious Mind", . 2ος, σελ. 338).
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 2α Ὀκτωβρίου.
ΟΣΙΟΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ ΤΗΣ ΒΙΑΤΚΑΣ, Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ (+ 1627)


Ὁ Σαλός τοῦ Θεοῦ Προκόπιος γεννήθηκε τό ἔτος 1568 στήν Ρωσία, στό χωριό Κοριανκίσκοϊ τῆς Βιάτκας. Οἱ γονεῖς του Μάξιμος καί Εἰρήνη ἦταν φτωχοί γεωργοί. Τό 1580 καί ἐνῶ ἦταν 12 ἐτῶν, τόν κτύπησε κεραυνός καί τόν ἄφησε μισοπεθαμένο, τόν μετέφεραν στή Μονή Κοιμ. Θεοτόκου, ὅπου τόν θεράπευσε μέ τίς προσευχές του ὁ Ἡγούμενός της ὅσ. Τρύφων (ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 8η Ὀκτωβρίου). Αὐτό τό γεγονός ὑπῆρξε ὁριακό καί καθοριστικό γιά τήν μετέπειτα ζωή τοῦ παιδιοῦ, ὥστε ἄφησε τούς γονεῖς του καί πῆγε σέ ἕνα γειτονικό χωριό καί ἐκεῖ ὑποτάχθηκε στόν Ἱερέα Ἰλαρίωνα, ἐφημέριο τῆς ἐκκλησίας τῆς ἁγ. Αἰκατερίνης, τόν ὁποῖο ὑπηρέτησε μέχρι τήν ἡλικία τῶν 20 ἐτῶν. Τότε οἱ γονεῖς του θέλησαν νά τόν νυμφεύσουν καί ὁ Προκόπιος - πού εἶχε ἤδη ἀποφασίσει τήν ἀφιέρωσή του στόν Θεό - ἔφυγε στήν πόλη τῆς Βιάτκας καί ἄρχισε νά ὑποκρίνεται τόν ψυχικά διαταραγμένο.
Στήν ἄσκηση τῆς διά Χριστόν σαλότητος εἶχε συμπαραστάτη τόν Πνευματικό του Πατέρα Ἱερέα Ἰωάννη, ἐφημέριο τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναλήψεως. Ἡ ἄσκησή του ἦταν νά τριγυρνᾶ μισόγυμνος στούς δρόμους (πεινασμένος καί περιφρονημένος, κάτω ἀπό ὁποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες), νά ἀσκεῖ τήν σιωπή καί νά συννενοεῖται μέ νοήματα (μόνον ὁ Πνευματικός του τόν εἶχε ἀκούσει νά μιλάει), νά κοιμᾶται στούς χιονισμένους δρόμους ἤ σέ ἄθλιες καλύβες (δέν κοιμήθηκε ποτέ σέ κρεββάτι), νά νηστεύει καί νά προσεύχεται ἀδιαλείπτως. Ἡ ἄσκησή του συνοδεύονταν ἀπό βιωματική μυστηριακή ζωή. Ἐξομολογοῦνταν κάθε ἑβδομάδα καί κοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κάθε Κυριακή. Παρά τήν φτώχεια του ἀσκοῦσε τήν ἐλεημοσύνη (ὅταν τοῦ ἔδιναν κάποια ἐνδύματα, ἀμέσως τά πρόσφερε στούς φτωχούς). Ἐλεημένος ἀπό τόν Θεό μέ τό προορατικό καί προφητικό χάρισμα, προέλεγε μέ τόν δικό του χαρισματικό καί χαρακτηριστικό τρόπο διάφορα σημαντικά γεγονότα κοινοῦ (κυρίως κοινές συμφορές), ἀλλά καί προσωπικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ἡ ἀρετή του ἀνταμείφθηκε μέ τό χάρισμα τῆς προφητείας, τό ὁποῖοΛ.χ. κάποτε στόν Ναό τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἕνας νέος - ὁ Κορνήλιος - ἔψαλλε μέ τήν χορωδία. Ξαφνικά ὁ Προκόπιος μπῆκε στόν ναό, πῆρε τόν νεαρό καί τόν ἔσπρωξε ἀπό τήν Ὡραία Πύλη στό Ἱερό. Ἕξη χρόνια ἀργότερα ὁ Κορνήλιος χειροτονήθηκε Ἱερεύς.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 21η δεκεμβρίου 1627 καί ἐνταφιάστηκε στή Μονή Κοιμ. Θεοτόκου Βιάτκας, ὅπου σήμερα φυλάσσονται τά Λείψανά του. Τήν 3η Μαρτίου 1666, ἐμφανίσθηκε «ἐν ὁράματι» σέ μία γυναῖκα μέ τό ὄνομα Μάρθα, ἡ ὁποία ἔπασχε ἀπό πολύ σοβαρή ἀσθένεια καί τήν θεράπευσε. Ἔκτοτε τά θαύματά του εὐεργετοῦν τούς πιστούς πού καταφεύγουν στίς θεοπειθεῖς πρεσβείες του. Ὁ Βίος του γράφτηκε πρός τό τέλος τοῦ 17ου αἰ.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 21η Δεκεμβρίου.



Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΟΣ. ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΣΤΙΣ ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ

Ὑπάρχει συνήθεια καί παράδοσις τά Ἱερά Λείψανα τῶν Ἁγίων νά δίδονται καί σέ τόπους ἄλλους ἀπό αὐτούς πού ἔζησαν καί ἁγίασαν, ὥστε νά διαδίδεται ἡ μνήμη τους μεταξύ τῶν διαφόρων Ὀρθοδόξων λαῶν καί νά εὐλογοῦνται "διά τῆς ἐνηκούσης ἐν αὐτοῖς χάριτος" (Μέγας Βασίλειος) καί ἄλλοι τόποι. Ἡ συνήθεια αὐτή βασίζεται ἐκτός τῶν ἄλλων καί στή σχετική θέση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὁ Ἱερός Πατήρ θεωρεῖ καλό τόν πόθο ἀποκτήσεως ἁγίων Λειψάνων ("καλῶς δέ ποιήσεις - γράφει - ἐάν καί Λείψανα Μαρτυρικά τῇ πατρίδι ἐκπέμψεις"· Ἐπιστολή 155, PG 32, 613 Β). Στόν πόθο αὐτό πρέπει νά προστεθεῖ καί ἡ ἀνάγκη ἐξευρέσεως Ἁγίων Λειψάνων γιά τόν καθαγιασμό τῶν Ναῶν. Αὐτά ὁδήγησαν σταδιακά - κυρίως στήν Ἀνατολή καί ἔπειτα στήν Δύση, ἀπό τόν 8ο αἰ. - στήν ἀνακομιδή, τόν διαμελισμό καί τήν διασπορά τῶν Ἁγίων Λειψάνων. Ὁ Ρωμαϊκός Νόμος θεωροῦσε ἱεροσυλία κάθε παραβίαση τάφου καί ἔτσι οἱ νεκροί - στήν ἐξεταζομένη περίπτωση οἱ Μάρτυρες - ἦσαν ἀφ' ἑνός ἐξασφαλισμένοι ἀπό μετακινήσεις καί ἀφ' ἑτέρου διασφαλιζόταν ἡ βεβαιότητα, ὅτι μέσα στόν τάφο ὑπῆρχε ὁ ἐπιγραφόμενος νεκρός.
Οἱ πρῶτες ἀνακομιδές διενεργήθηκαν ἀπό τούς ἴδιους τούς Χριστιανούς Αὐτοκράτορες, οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν καί πέτυχαν τήν συγκέντρωση στήν ΚΠολη πολλῶν Ἀποστολικῶν Λειψάνων. Στίς ἀνακομιδές αὐτές πού διενήργησε ἡ Ἐκκλησία, ἦταν ἐξασφαλισμένη ἡ γνησιότητα καί αὐθεντικότητα τῶν ἁγίων Λειψάνων.
Ἡ ἀνακομιδή, ὁ διαμελισμός καί ἡ διασπορά ἑνός Ἁγίου Λειψάνου, εἶναι ἀσφαλῶς μεγάλης σημασίας. Διότι, κατά τόν Ἀστέριο Ἀμασείας, "πολλαχοῦ μερισθέντα τά Λείψανα, ὁλόκληρον πανταχοῦ τῷ μακαρίῳ σώζουν τήν εὐφημίαν" (PG 40, 309), ἀφοῦ "καί μικρά σύμβολα πάθους, ἵσα δρῶσι τοῖς σώμασι", κατά τόν ἅγ. Γρηγόριο τόν Θεολόγο (Λόγος 4, 69· PG 35, 589).
Ἡ κατοχή Ἁγίων Λειψάνων ἀπό πόλεις ἀποτελεῖ γιά τόν Ἱερό Χρυσόστομο ἰδιαίτερη εὐλογία. "Τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι - γράφει - ἐξ ἑκάστης πλευρᾶς ἡ πόλις ἡμῶν τοῖς λειψάνοις τῶν Ἁγίων τειχίζεται" (PG. 49, 393). Ἀλλά καί ἡ κατοχή Ἁγίων Λειψάνων ἀπό ἰδιώτες, ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη τιμή. Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Νύσσης λ.χ. καυχᾶται διότι κατέχει "κόνιν" τῶν Ἁγίων 40 Μαρτύρων, κοντά στά Λείψανα τῶν ὁποίων ἐνταφίασε τούς γονεῖς του (PG 46, 784).
Μία πρώτη ἀνακομιδή Λειψάνων εἶναι ἐκείνη τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου (29. 6. 258), ἀπό τούς τάφους τους - "ἐπί τήν ὁδόν τήν Ὠστίαν" - στήν κρύπτη τοῦ ἁγ. Σεβαστιανοῦ. Στόν ἑορτολογικό κύκλο μνημονεύονται ἀνακομιδές τῶν ἁγίων Πρωτομάρτυρος Στεφάνου (2/8), Διονυσίου τῆς Ζακύνθου (24/8), Γερασίμου τῆς Κεφαλληνίας (20/8), Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου (3/11), Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (27/1), Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου (29/1), Νικηφόρου Πατρ. ΚΠόλεως (13/3), Νικολάου ἐπ. Μύρων (10/5· στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά τήν κλοπή τῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου ἀπό Βαριανούς καί τήν μεταφορά τους ἀπό τά Μύρα στό Μπάρι, τό 1087· βλ. Ἀντ. Μάρκου, "Τά Λείψανα τοῦ ἁγ. Νικολάου ἐπ. Μύρων καί οἱ ἱστορικές τους περιπέτειες", 1994), Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου (8/6), κ.ἄ. Ἁγίων.
Ἡ διασπορά Ἁγίων Λειψάνων ὑπῆρξε σέ κάποιες περιπτώσεις ἀποτέλεσμα αὐτοκρατορικῶν δωρεῶν. Λ.χ. κατά τούς γάμους τῆς Πριγκίπισσας Θεοφανώς, κόρης τοῦ Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορα Ρωμανοῦ Β’ καί τῆς Αὐγούστας Θεοφανώς, μέ τόν γιό τοῦ Γερμανοῦ Αὐτοκράτορα Ὄθωνα Α’ τοῦ Μεγάλου, Πρίγκιπα Ὄθωνα Β’, πού ἔγιναν το 972, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κολωνίας Γέρων ἔλαβε ἀπό τόν Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Τσιμισκῆ, μεταξύ ἄλλων πολυτίμων δώρων, τό μεγαλύτερο μέρος τῶν Λειψάνων τοῦ Μεγαλομάρτυρος καί Ἰαματικοῦ Παντελεήμονος. Τά Λείψανα αὐτά ὁ ἀρχιεπ. Γέρων ἀποθησαύρισε στήν Κολωνία, σέ ναό πού ἔκτισε πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου. Ἀργότερα ὁ ἴδιος δώρησε ἕναν βραχίονα τοῦ ἁγ. Παντελεήμονος σέ συγγενή του πυργοδεσπότη τοῦ Κομέντσιο. Ἀκόμη, σύμφωνα μέ μαρτυρία χρονογράφου, ὁ γιός τῆς Θεοφανώς Ὄθων Γ’ δώρησε στόν Ἐπίσκοπο Κωνσταντίας Γεβχάρτο Β’ (+ 996), ἕναν βραχίονα τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου και ἄλλα Ἅγια Λείψανα, τά ὁποῖα ἔφερε μαζί της ἡ μητέρα του ἀπό την ΚΠολη. (Βλ. G. Schluberge, «Ὁ Αὐτοκράτορας Ἰωάννης Τσιμισκῆς και ἡ Βυζαντινή Ἐποποιϊα», τ. 2ος, σελ. 217 - 218).
Ἄλλα Λείψανα τοῦ ἁγ. Παντελεήμονος δώρησε το 1619 στόν Δόγη τῆς Βενετίας Ἀντώνιο Priuli, ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως Τιμόθεος Β’ (1612 – 1620).
Προηγουμένως, τό 819, ὁ Αὐτοκράτορας Λέων Ε’ εἶχε προσφέρει σημαντικά ἐκκλησιαστικά κειμήλια στήν πόλη τῆς Βενετίας (τότε Βυζαντινή κτήση). Μεταξύ αὐτῶν περιλαμβάνονταν μέρος τοῦ Τιμίου Ξύλου, τοῦ Χιτῶνος τοῦ Κυρίου καί τοῦ Μαφορίου τῆς Παναγίας, καθώς καί τό ἀδιάφθορο Λείψανο τοῦ Προφήτη Ζαχαρία, πατέρα τοῦ Τιμίου Προδρόμου (τό τελευταῖο κατατέθηκε σέ ναό πού κτίσθηκε προς τιμήν τοῦ Προφήτη, μέ χορηγεία τοῦ ἴδιου Αὐτοκράτορα). (Βλ. Andrea Dandolo, “Chronicum Venetum”, σελ. 142).
Ἀκόμη, τό 1004, ὁ Αὐτοκράτορας Βασίλειος Β’ ὁ Βουλγαροκτόνος δώρησε στή Βυζαντινή Πριγκίπισσα Μαρία Ἀργυροπούλα, κατά τούς γάμους της μέ τόν Δόγη τῆς Βενετίας Ἰωάννη Orseolo, τό μεγαλύτερο μέρος τῶν Λειψάνων τῆς ἁγ. Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας.

Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐμπερίστατος ἀπό τό 1924 κ. ἐξ. δέν κατέχει πολυτίμους κειμηλιακούς θησαυρούς καί μεγάλες συλλογές Ἱερῶν Λειψάνων, κατέχει ὅμως τά Λείψανα τῶν νεοφανῶν Ἁγίων Της, μεταξύ τῶν ὁποίων ἐξέχουσα θέσει ἔχει ὁ Ὅσιος Γεννάδιος τῶν Ἀκουμίων Κρήτης (+ 1983). Τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ μέρος τῶν Ἱερῶν Λειψάνων κατέχει ἡ Ἱερά Μητρόπολις Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, τά ὁποῖα φυλάσσει ἀποθησαυρισμένα στό Ἱερό Παρεκκλήσιο Παναγίας Παραμυθίας, τοῦ ὁμωνύμου Ἡσυχαστηρίου Πλάτωνος Ἀχαρνῶν (Λείψανα τοῦ Ὁσίου φυλάσσονται ἐπίσης καί στό Παρεκκλήσιο τῆς ὁσ. Ξένης τῆς διά Χριστόν Σαλῆς Μάνδρας Ἀττικῆς). Ἀπό τά Λείψανα αὐτά ὁ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκος ἀπεφάσισε νά διαθέσει ἀποτμήματα γιά τήν εὐλογία καί τόν ἁγιασμό τῶν πιστῶν τῶν τοπικῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν Ρουμανίας, Κύπρου καί Κένυας καί γιά τήν διάδοση τῆς μνήμης τοῦ Ὁσίου Πατρός Γενναδίου καί στίς χώρες αὐτές. Ἡ ἐπίδοση ἔλαβε χώρα κατά τόν Πανηγυρικό Ἑσπερινό στόν πανηγυρίζοντα Ἱερό Ἐπισκοπικό Ναό ἁγ. Αἰκατερίνης Στρογγύλης Κορωπίου, κατά τήν διάρκεια μιᾶς ἰδιαιτέρως συγκινητικῆς τελετῆς (ἡ φωτογραφία ἀπό τήν ἀπόλυση τοῦ Ἑσπερινοῦ). Ἀποτμήματα τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ὁσίου Πατρός ἐπιδόθηκαν στόν Σεβ. Μητροπ. Μολδαβίας κ. Γερόντιο καί τόν Πρωθιερέα π. Νικόλαο Sova (γιά τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας), τόν Σεβ. Μητροπ. Κιτίου κ. Παρθένιο (γιά τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Κύπρου) καί τόν Σεβ. Μητροπ. Κένυας κ. Ματθαῖο (γιά τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἀφρικῆς). Μαζί μέ τά Ἅγια Λείψανα (τά ὁποῖα ἦσαν συκευασμένα σέ εἰδικά κουτιά, μέ ἔντυπη τήν ἀφιέρωση τοῦ Σεβ. Κηρύκου), ἐπιδόθηκαν καί ἀντίγραφα τῆς εἰκόνος τοῦ Ὁσίου, καθώς καί ἀντίτυπα τοῦ Βίου του πού κυκλοφόρησε πρόσφατα, στήν σειρά τῶν ἐκδόσεων τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς. Τόν τιμώμενο νεοφανή Ἅγιο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παρουσίασε ὁ συγγραφεύς τοῦ Βίου του, Γραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας κ. Ἀντ. Μάρκου, μεταφράζοντος στά Ρουμανικά τοῦ Σεβ. Κιτίου κ. Παρθενίου.
Κατά τήν ἐπίδοσι τῶν Ἱερῶν Λειψάνων ὁ Σεβ. Μεσογαίας κ. Κήρυκος ἀπηύθυνε τήν ἀκόλουθη προσφώνηση:
"Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
οἱ ποιμαίνοντες τάς τοπικάς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, τῆς Κύπρου καί τῆς Κένυας. Ὁ Ἅγιος Θεός, Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος καλεῖ τούς πιστούς Του νά γίνουν Ἅγιοι ὡς Αὐτός, κατά τόν παρελθόντα 20ο αἰῶνα τῆς ἀποστασίας ἀπό τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί τῆς Εὐαγγελικῆς Ἡθικῆς, ἐλέησε τήν καθ’ ἡμᾶς Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, διά τῆς ἀναδείξεως νέων Ἁγίων.
Ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν Νεομάρτυρα Αἰκατερίνην (ἡ ὁποία ἐτραυματίσθη θανασίμως τήν 8ην Νομεβρίου 1927, κατά τήν διάρκειαν ἀγρυπνίας πρός τιμήν τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν εἰς Μάνδραν Ἀττικῆς) καί τήν ἐπίσης Νεομάρτυρα Βασιλικήν (ἡ ὁποία ἐπίσης ἐτραυματίσθη θανασίμως τό ἔτος 1950, εἰς τόν Ἱ. Ν. ἁγ. Ἀποστόλων Λαζαράτων Λευκάδος, κατά τήν διάρκεια ἐπεμβάσεως τῆς Χωροφυλακῆς), εἰς τήν χρυσήν ἁλυσίδα τῶν νεοφανῶν Ἁγίων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος προσετέθη ὁ Νέος Ὁμολογητής Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος Α’ (+ 1950), ὁ μακάριος Ἱερομόναχος Ἰγνάτιος (+ 1971), ὁ ὁσιακῶς βιῶσας ἐρημίτης Μοναχός Γεννάδιος τῶν Ἀκουμίων Κρήτης (+ 1983) καί οἱ διά Χριστόν Σαλοί Χαραλάμπης τῶν Καλαμῶν (+ 1974), Ταρσώ τῆς Μονῆς Κερατέας (+ 1989) καί Λεόντιος τῆς Σάμου (+ 1994).
Κατά τόν παρελθόντα Σεπτέμβριον, διερμηνεύοντες τήν κοινήν συνείδησιν τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, δι’ ἀποφάσεώς μας διεκηρύξαμεν τήν ἁγιότητα τῆς Ὁσίας Ταρσῶς τῆς διά Χριστόν Σαλῆς, τιμωμένης εἰς τό ἐξῆς τήν 24ην Σεπτεμβρίου.
Ἐπικειμένης τῆς διακηρύξεως τοῦ Ὁσίου Πατρός Γενναδίου, τόν ὁποῖον ἡ κοινή ἐκκλησιαστική συνείδησις ἤδη τιμᾶ ὡς Ἅγιον, ἤχθημεν εἰς τήν ἀπόφασιν ὅπως ἐπιδώσωμεν εἰς Ὑμᾶς, ὡς εὐλογία διά τάς τοπικάς Ὑμῶν Ἐκκλησίας, ἀντίγραφα τῆς ἀπό δεκαετίας κυκλοφορούσης εἰκόνος του, τοῦ κυκλοφοροῦντος Βίου του καί ἀποτμήματα τῶν ἱερῶν αὐτοῦ Λειψάνων, τά ὁποῖα ὡς πολύτιμον πνευματικόν καί κειμηλιακόν θησαυρόν κατέχει ἡ Ἱερά ἡμῶν Μητρόπολις ἀπό τῆς ἀνακομιδῆς του, γενομένης τό ἔτος 1989, κατόπιν εὐλογίας τοῦ τότε Προκαθημένου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κυροῦ Ἀνδρέου.
Εὔχεσθε, Ἅγιοι Ἀδελφοί, ὅπως διά πρεσβειῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς σήμερον ἑορταζομένης Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Αἰκατερίνης, Πάντων τῶν Ἁγίων καί τοῦ νεοφανοῦς Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Γενναδίου, διατηρεῖ Κύριος ὁ Θεός τήν ἑνότητα τῆς Πίστεως καί τήν κοινωνίαν τῆς ἀγάπης μεταξύ τῶν τοπικῶν ἡμῶν Ἐκκλησιῶν, πρός δόξαν τοῦ ἁγίου Του ὀνόματος καί πρός σωτηρίαν τῶν ἀθανάτων ψυχῶν τοῦ λογικοῦ ποιμνίου, τόν ὁποῖον ἡ χάρις Του μᾶς ἐνεπιστεύθη. Ἀμήν
".
Ἡ ἐντύπωσις πού προκλήθηκε ἀπό τήν δωρεά τῶν Ἁγίων Λειψάνων ὑπῆρξε πολύ θετική. Λ.χ. ὁ Αἰδ/τος Πρωθιερεύς π. Νικόλαος (ὁ ὁποῖος παρέλαβε ἀπότμημα γιά τόν Ἱ. Ν. Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου Πόντουρι Βράντσεας Μολδαβίας) δήλωσε συγκινημένος, ὅτι "ὁ Ὅσιος Γεννάδιος θά εἶναι πολύ εὐτυχισμένος στήν Ρουμανία"!
Εἶθε δι' εὐχῶν καί τοῦ Ὁσίου Πατρός Γενναδίου, νά προάγεται ἡ ἐν Χριστῶ ἑνότης τῶν τοπικῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἐπ' ἀγαθῶ τοῦ Ἱεροῦ Ἀγώνος τῆς Ὀρθοδοξίας σέ τοπικό, ἀλλά καί οἰκουμενικό ἐπίπεδο. Ἀμήν.

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

ΑΠΟΦΑΝΣΙΣ
τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
Ἐπί τοῦ θέματος
τῶν διακηρύξεων ἁγιότητος Ἁγίων ἤ μή ὑπό σχισματικῶν καί αἱρετικῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων
καί
τῆς Διακηρύξεως νέων Ἁγίων




Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τήν συνεδρείαν Αὐτῆς τῆς 24ης Νοεμβρίου σωτηρίου ἔτους 2010, συγκληθεῖσα εἰς τό Ἐπισκοπεῖον ἁγ. Αἰκατερίνης Κορωπίου, ὑπό τήν προεδρείαν τοῦ Προέδρου Αὐτῆς Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου, συμμετεχόντων,
Ἐκ προσώπου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου, τοῦ Παν/του Ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ καί τοῦ Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας κ. Ἀντ. Μάρκου,
Ἐκ προσώπου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, τοῦ Σεβ. Μητροπ. Μολδαβίας κ. Γεροντίου καί τοῦ Αἰδ/του Πρωθιερέως π. Νικολάου Sova (ἐκ προσώπου τοῦ πολιοῦ Γέροντος Σεβ. Ἐπισκόπου Μπακάου κ. Κασσιανοῦ),
Ἐκ προσώπου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, τοῦ Σεβ. Μητροπ. Κιτίου κ. Παρθενίου καί τοῦ Ἱερολ/του Διακόνου π. Σωζομένου Πολυβίου,
Ἐκ προσώπου τῆς ἐν Ἀφρικῆ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τοῦ Σεβ. Μητροπ. Κένυας κ. Ματθαίου,
Τοῦ Σεβ. Μητροπ. Κιέβου κ. Σεραφείμ ἀπουσιάζοντος μέν ἠτιολογημένως, πλήν ὅμως συμφανήσαντος ἐπί τῆς ἀποφάνσεως κατόπιν τηλεφωνικῆς ἐπικοινωνίας,
ἐπελήφθη τοῦ θέματος τῆς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος Ἁγίων ἤ μή ὑπό σχισματικῶν καί αἱρετικῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων καί τῆς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος νέων Ἁγίων.
Ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι συνδιασκεψαμένη,
· Ἀκούσασα τῆς σχετικῆς εἰσηγήσεως τοῦ Ἐλλογ. Καθηγητοῦ τῆς Ἁγιολογίας καί Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Ἀντ. Μάρκου,
· Γενομένης συζητήσεως καί ἀνταλλαγῆς ἀπόψεων,
· Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν καί τήν ἀπό 27ης Ἰουλίου τ. ἔ. 2010 σχετικήν ἀπόφανσιν Αὐτῆς, ἀποφαίνεται οὕτως:

Α. Ἡ ἀληθής καί γνησία ἐν ἀνθρώποις ἁγιότης.
Παρά τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας Πατέρων διδασκόμεθα, ὅτι ταμεῖον ἁγιότητος μοναδικόν καί ἀσφαλές καί βέβαιον εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τῆς Ὁποίας ἕνα τῶν τεσσάρων χαρακτηριστικῶν γνωρισμάτων καί μία τῶν τεσσάρων ἰδιοτήτων εἶναι ἡ Ἁγιότης. «Μία εἶναι - διδάσκει ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος - Μία καί Μόνη ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία ἡ ἀληθινή, ἡ νύμφη ἡ καλή, ἡ ἐκλεκτή… Ποία (δέ) εἶναι αὐτή; Αὐτή ἡ ἐδική μας ἁγία Μήτηρ, τοῦτ’ ἔστιν ἡ Ἀνατολική. Πόθεν δῆλον; Ἀπό τήν ἁγιότητα τῶν τέκνων Της. Ἁγία ἡ ρίζα, ἅγιοι καί οἱ καρποί. Ἐπειδή οὐ δύναται δένδρον σαπρόν ποιεῖν καρπούς καλούς. Δέν πιστεύετε; Ἐξαριθμήσομαι αὐτούς καί ὑπέρ ἄμμον θαλάσσης πληθυνθήσονται» (1).
Ἀληθής καί γνησία ἁγιότης ὑπάρχει μόνον ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Διά τοῦτο, «τρία θεωροῦνται τά μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα - ὡς δέχεται ὁ πολύς Νεκτάριος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων - πρῶτον Ὀρθοδοξία ἄμωμος, εἶτα ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπασῶν - ἐν αἷς ἕπεται ἡ περί τήν Πίστιν μέχρις αἵματος ἀντικατάστασις - καί ἡ παρά Θεοῦ, τέλος, ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων» (2).
Κατόπιν τούτων πρῶτον κριτήριον διά τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος ἤ μή ἑνός προσώπου εἶναι ἡ ἄμωμος Ὀρθοδοξία αὐτοῦ. Αὐτῆς μή ὑπαρχούσης οὐδέν πλέον ἐξετάζεται, διότι οὔτε ὁ ἐνάρετος βίος ἄνεϋ τῆς ἀκριβείας τῆς Πίστεως συνιστᾶ ἀρετήν, οὐδ’ αὐτό τό ὑπέρ Χριστοῦ μαρτύριον προσώπων ἐν σχίσματι ἤ ἐν αἱρέσει τελειωθέντων, ἐγένετο ποτέ δεκτόν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας. Περισσοτέρως δέ, τά ὑπό τοιούτων προσώπων ἐπιτελούμενα σημεῖα καί θαύματα, ἐπί τῶν ὁποίων ἑδράζονται αἱ τάσεις διακηρύξεως τῆς αὐτῶν «σεσοφισμένης» ἁγιότητος (πρβλ. Β’ Πέτρου 1, 16), οὐδόλως γίνονται δεκτά ὡς σημεῖα ἀληθοῦς παρά τοῖς ἀνθρώποις ἁγιότητος.
Αἱ σχετικαί θέσεις Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας Πατέρων, οὐ μήν ἀλλά καί συγχρόνων συγγραφέων, ἑπομένων τῆς Πατερικῆς διδασκαλίας καί τῆς τε πράξεως τῆς Ἐκκλησίας καί ταύτην ἐκφραζόντων μετά συγχρόνου λόγου, εἰσίν πάμπολλαι.
«Αἱρετικός ποιῶν σημεῖα ἤ προφητεύων – διδάσκει ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης - δήλος ἐστίν ὅτι ὑπό δαιμόνων ἐμπαίζεται, καίτοι νομίζει ἐκ Θεοῦ ἐνεργεῖσθαι αὐτῷ τά τοιαῦτα».
"Οὐκοῦν ὁπόταν ἴδης - συνεχίζει ὁ αὐτός Πατήρ - καί δι' αἱρετικῶν καί δι' ἀπίστων τί σημεῖον κατά τι κρῖμα Θεοῦ γενόμενον, μή θαμβηθῆς ἤ σαλευθῆς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Πολλάκις γάρ καί ἡ πίστις τοῦ προσερχομένου ἐστιν ἡ τό σημεῖον ποιήσασα καί οὐχ ἡ ἀξία τοῦ ποιήσαντος. Ἔγνωμεν γάρ καί Ἐπίσκοπον αἱρετικόν ἐν Κυζίκῳ τῇ πόλει, τῶν λεγομένων Μακεδονιανῶν τῶν Πνευματομάχων, ὅτι δένδρον ἐλαίας ἐκ τοῦ τόπου ἐν ὦ ἵστατο εἰς ἕτερον τόπον σχήματι εὐχῆς μετήνεγκεν, ὡς σκοτίζον τήν θυρίδα τοῦ ματαίου εὐκτηρίου αὐτοῦ".
Ὁ αὐτός αἱρετικός Ἐπίσκοπος, "παρεσκεύασε νεκρόν δῆθεν λαλῆσαι καί εἰπεῖν πόσον ἦν τό ὀφειλόμενον χρέος τῷ ἐπιδανειστῇ αὐτοῦ". Καί ὅταν ἀπεβίωσε ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός, "ἐν τῷ μνήματι αὐτοῦ διάφοροι φαντασίαι καί σημεῖα ἐπετελέσθησαν... Αἱρετικός δέ ποιῶν σημεῖα ἤ προφητεύων, δήλος ἐστίν ὅτι ὑπό δαιμόνων ἐμπαίζεται, καίτοι νομίζει ἐκ Θεοῦ ἐνεργεῖσθαι αὐτῷ τά τοιαῦτα" (3).
"Τοῦτο τῆς τοῦ διαβόλου μεθοδείας - διδάσκει σχετικῶς ὁ Ἱερός Χρυσόστομος - τῇ ἀληθείᾳ ἀεί παρησάγειν τήν πλάνην, πολλά ἐπιχρωνύντα αὐτή τά ὁμοιώματα, ὥστε εὐκόλως κλέψας τούς εὐεξαπατήτους" (4).
Ἀπό δέ τῶν νεωτέρων συγγραφέων, χαρακτηριστική εἶναι ἡ θέσις τοῦ παρά τῶ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν Καθηγητοῦ τῆς Θεολογίας Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου τοῦ Μεταλληνοῦ. «Ἁγιοπατερική, συνεχής καί ἀμετάβλητη συνείδηση εἶναι – γράφει - ὅτι ἡ ἁγιότητα ἀναγνωρίζεται μέ βάση τήν φανέρωσή της ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, μέσῳ τῆς διενεργείας αὐθεντικῶν θαυμάτων. Αὐτό τό κριτήριο εἶναι ἐκκλησιαστικό, τό ἀσφαλέστερο καί ἐπικρατέστερο στό χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἁγιολογίας…
Τό κείμενο αὐτό (ἐνν. τοῦ Πατριάρχου Νεκταρίου), γραμμένο μετά ἀπό δεδομένη Δυτική πρόκληση καί διεπό-μενο ἀπό τήν σαφή βούληση νά διασταλεῖ ἡ Ὀρθόδοξη πράξη ἀπό τήν Δυτική παραχάραξη, εἶναι σημαντικότατο γιά τήν θεολογική πληρότητά καί σαφήνειά του. Διαφοροποιεῖ ἀφ’ ἑνός τήν ἀληθή ἀπό τήν ὑποτιθέμενη («σεσοφισμένη», πρβλ. Β’ Πέτρου 1, 16) ἁγιότητα καί ἀφ’ ἑτέρου ἐντοπίζει τήν πιστοποίηση τῆς ἁγιότητος στή θεία καί ὄχι στήν ἀνθρώπινη πλευρά» (5).
Ἄν πέραν τῶν προηγουμένως ἐκτεθέντων, πρόκειται περί πραγματικῶν καί οὐχί φανταστικῶν σημείων καί θαυμάτων, ἀσφαλῶς ἰσχύει τό τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν: "Εὐδοκεῖ ὁ Θεός ἐπιτελεῖσθαι δυνάμεις ὡς σοφός οἰκονόμος, οὐ τῇ τῶν ἀνθρώπων ἰσχύϊ, ἀλλά τῇ Ἑαυτοῦ βουλήσει" (6).

Β. Ἡ διαπίστωσις καί διακήρυξις τῆς ἁγιότητος.
Κατόπιν τούτων, τῆς ἀμωμήτου Ὀρθοδοξίας καί τῆς γνησιότητος τῆς Πίστεως ὡς πρώτου ζητουμένου, ἐξεταστέον ἄν καί κατά πόσον εἶναι ἀπαραίτητως ἡ ἀπόφασις Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, διά τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος τῶν ὑπό τοῦ Θεοῦ μαρτυρουμένων καί ὑπό τοῦ λαοῦ τιμωμένων προσώπων.
Ὑπό τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας καί τῆς δισχιλιετοῦς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως διδασκόμεθα, ὅτι τήν ἁγιότητα ἑνός ἀποθανόντος μέλους τῆς Ἐκκλησίας διαπιστώνει τό πλήρωμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἐντός τῶν κόλπων τῆς ὁποίας ἀνεδείχθη καί διακηρύσσει ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, δι’ εἰδικῆς αὐτῆς ἀποφάσεως. Μάλιστα διά διάστημα 15 περίπου αἰώνων, τήν ἁγιότητα διεπίστωνε «σύσσωμος ἡ Ἐκκλησία, Κλῆρος καί λαός, ἐν ἀδιασπάστῳ ὁμοφωνίᾳ, ἄνευ τυπικῶν καί ὀργανωτικῶν πράξεων… Ἡ δέ πάνδημος αὕτη ἀναγνώρισις ἀπετέλει οἱονεί καί τήν ἐπικυρωτικήν καί καθιερωτικήν πρᾶξιν τῆς τῶν Μαρτύρων καί Ἁγίων ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἀναγνωρίσεως» (7).
Ὡς πρώτης δέ διά Συνοδικῆς ἀποφάσεως διακηρύξεως θεωρουμένης ἐκείνης τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, γενομένης κατά τόν 14ον αἰ. διαπιστοῦται, αἱ Συνοδικαί ἀποφάσεις διακηρύξεως ἁγιότητος ὡς θεσμός, εἶναι κάτι σχετικῶς νέον εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας καί οὐδόλως ἅπτονται τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, τῆς ἁγιότητος ἤ μή δηλαδή ἑνός προσώπου, ἀφ’ ὅσον «ἡ ἐπίσημη ἀπό Σύνοδο ἐξαγγελία (ἀποτελεῖ) ἀνακοίνωση ἐκείνου πού διαπιστώθηκε, τῆς ἁγιότητος – δηλαδή - ἑνός ἀποβιώσαντος μέλους τῆς Ἐκκλησίας… Ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας διακηρύσσει, δέν ἐλέγχει τήν ἁγιότητα τοῦ τάδε Ἁγίου. Διακηρύσσει τήν ἤδη διαπιστωμένη ἁγιότητα, διακηρύσσει τελικά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ τάδε ἀποθανών πιστός εἶναι Ἅγιος καί πρέπει νά θεωρεῖται καί νά τιμᾶται ὡς Ἅγιος» (8).
Αἱ Συνοδικαί ἀποφάσεις, δηλαδή, ἔχουν χαρακτῆρα ἐξαγγελτικόν καί οὐδέποτε ἐλεγκτικόν καί μόνον διά τόν λόγον αὐτόν (τῆς ἐξαγγελίας) εἶναι κατά τήν σήμερον ἀπαραίτητοι, καθ’ ὅτι ἡ Σύνοδος «προβαίνει στήν διακήρυξη, ὄχι γιά νά ἀποκτήσει ἐγκυρότητα ὁ Ἅγιος, ἀλλά γιά νά πληροφορηθεῖ εὑρύτερα τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας… ὄχι γιά νά ἐγκρίνει, ἀλλά γιά νά διευρύνει τόν ἑορτασμό τῆς μνήμη του» (9).
Κατόπιν τούτων, τῶν σχετικῶν ἀποφάσεων διακηρύξεως ἁγιότητος ὑπό αἰρετικῶν ἤ σχισματικῶν ἐκκλησια-στικῶν διοικήσεων οὐδόλως λαμβανομένων ὑπ’ ὅψιν,


ΕΝ ΑΓΙΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΑΠΟΦΑΙΝΟΜΕΘΑ


Τῆς ἀμωμήτου Ὀρθοδοξίας καί τῆς γνησιότητος τῆς Πίστεως ὡς πρώτου ζητουμένου:
Α. Τά ὑπό τοῦ Θεοῦ μαρτυρούμενα καί ὑπό τοῦ λαοῦ τιμώμενα ὡς Ἅγιοι πρόσωπα, δέον ὅπως τιμῶνται ἀσχέτως τῆς ὑπάρξεως ἤ μή σχετικῆς ἀποφάσεως Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς. Ἄν ὅμως, κατά τήν κρίσιν τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων, διά λόγους ποιμαντικούς, ἀπαιτεῖται ἡ ἔκδοσις τοιαύτης ἀποφάσεως, παρέχεται αὐτοῖς τό τοιοῦτον δικαίωμα, ὡς καί τῆς ρυθμίσεως τῶν ἐπί μέρους λεπτομερειῶν.
Β. Ἀποκλείονται τῆς τιμῆς ὡς Ἁγίων τά πρόσωπα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἐτελειώθησαν ἐκτός τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐν τῆ αἱρέσει τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ Σεργιανισμοῦ, ἐντός ἤ ἐν κοινωνίᾳ μετά τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος καί τῶν διαφόρων Παλαιοημερολογιτικῶν Σχισμάτων καί Παρασυναγωγῶν.


Διά τήν Ἱεράν Σύνοδον
Ὁ Πρόεδρος
+ Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ


Παραπομπαί:
1. Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, «Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ὁ Ἀντίπαπας», Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 258.
2. Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Νεκταρίου, «Πρός τάς προσκομισθείσας θέσεις παρά τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις φρατόρων, διά Πέτρου τοῦ αὐτῶν μαϊστορος, Περί τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα ἀντίρρησις», Ἰάσιον 1682, σελ. 201. Πρβλ. Εὐγενίου Βουλγάρεως, «Πρός Πέτρον Κλαίρκιον - Περί τῶν μετά τό σχίσμα Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν γενομένων ἐν αὐτῆ θαυμάτων», 1844, σελ. 6.
3. "Ὁδηγός Ἀναστασίου Σιναϊτου", σελ. 74 καί 76.
4. Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, "Ὁμιλία ΜΣΤ' εἰς τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον".
5. π. Γ. Μεταλληνοῦ, «Ἁγιότης Μαρτυρουμένη», σελ. 6 – 7.
6. "Ἀποστολικαί Διαταγαί", βιβλίον Η', σελ. 140.
7. Ἀμίλκα Ἀλιβιζάτου, «Ἡ ἀναγνώρισις τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», σελ. 36.
8. Στυλ. Παπαδοπούλου, «Διαπίστωσις καί Διακήρυξις τῆς Ἁγιότητος τῶν Ἁγίων», Ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος», φ. 843, σελ. 1).
9. Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ. φ. 843, σελ. 4.










ΕΙΣΗΓΗΣΙΣ
Ἐνώπιον τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου
τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
Ἐπί τοῦ θέματος
τῶν διακηρύξεων ἁγιότητος Ἁγίων ἤ μή ὑπό σχισματικῶν καί αἱρετικῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων
καί τῆς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος νέων Ἁγίων


Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου


...Σεπτῆ ἐντολῆ τοῦ Πατρός καί Μητροπολίτου ἡμῶν, Σεβ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου, ἠσχολήθημεν μετά τοῦ θέματος τῶν διακηρύξεων ἁγιότητος Ἁγίων ἤ μή, ὑπό σχισματικῶν καί αἱρετικῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων καί διά τῆς ἀνά χείρας εἰσηγήσεως θέτομεν ὑπ’ ὄψιν Ὑμῶν τό θέμα καί τάς ἐπί μέρους παραμέτρους αὐτοῦ.

Α. Ἀπό τῆς ἐμφανίσεως τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς ἀποδοχῆς τῆς Παπικῆς καινοτομίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ὑπό τινων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀπό τοῦ ἔτους 1924 κ. ἐξ. (Πατριαρχείων ΚΠόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ρουμανίας καί Βουλγαρίας καί τοπικῶν Ἐκκλησιῶν Κύπρου, Ἑλλάδος, Πολωνίας, Τσεχίας – Σλοβακίας καί Ἀλβανίας), τῶν λοιπῶν (Πατριαρχείων Ἱεροσολύμων, Ρωσίας, Σερβίας καί Γεωργίας) κοινωνοῦντων αὐταῖς ἐν τῆ αἱρέσει τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διάφοροι ἐκκλησιαστικαί διοικήσεις ἔχουν προχωρήσει εἰς τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος προσώπων τινῶν, ἄλλων μέν τελειωθέντων Ὀρθοδόξως πρό τοῦ Σχίσματος τοῦ 1924, ἄλλων δέ τελειωθέντων κακοδόξως ἐν κοινωνίᾳ μετά τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐντός ἤ καί ἐκτός τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος.
Εἰδικώτερον, ἐξ ὅσων γνωρίζομεν:


1. Εἰς Ἑλλάδαν:
Ἡ Νεοημ. Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (διά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, κατά τά προβλεπόμενα ὑπό τοῦ Πατριαρχικοῦ καί Συνοδικοῦ Τόμου τοῦ 1850, περί τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), ἔχει προβεῖ εἰς τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος τῶν κάτωθι Ἁγίων, ἐν Ὀρθοδοξίᾳ τελειωθέντων πρός τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος τοῦ 1924 (ἐντός παρενθέσεως ἀναγράφεται κατά χρονολογικήν σειράν τό ἔτος κοιμήσεως ἤ μαρτυρικῆς τελειώσεως τοῦ νέου Ἁγίου, ἐν συνεχείᾳ δέ τό ἔτος διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος αὐτοῦ):

Ἁγίας Λυδίας τῆς Φιλιπισσίας (1ος αἰ., 1972).
Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Καρπαθίου (7ος αἰ., 1985).
Ἱερομάρτυρος Ἀλκίσωνος Ἐπισκόπου Νικοπόλεως (; 1988).
Ἁγίου Γρηγορίου Ἐπισκόπου Ἄσσου (+ 1150, 1936).
Ἁγίου Εὐσταθίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (+ 1194, 1988).
Ἁγίου Νικολάου τοῦ Καβάσιλα (+ 1391, 1983).
Ὁσιομάρτυρος Ἐφραῖμ τῆς Νέας Μάκρης (+ 1426, 1998 ὑπό τῆς Νεοημ. Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος).
Ἁγίου Συμεών Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (+ 1429, 1981).
Νεομαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης τῆς Λέσβου (+ 1463, 1970).
Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ (+ 1556, 1988).
Ὁσιομαρτύρων Μονῆς Νταοῦ Πεντέλης (+ 1680, 1992).
Ὁσίου Εὐγενίου τοῦ Αἰτωλοῦ (+ 1682, 1982).
Ὁσίου Μακαρίου τοῦ Καλογερᾶ (+ 1737, 1993).
Ἱερομάρτυρος Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (+ 1779, 1961).
Ὁσίου Ἀνθίμου τοῦ Κουρούκλη(+ 1781, 1974).
Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ ὁ Ἁγιορείτου (+ 1809, 1955).
Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου (+ 1813, 1995).
Νεομαρτύρων Χριστοδούλου καί Ἀναστασίας τῶν Πατρῶν (+ 1821,1992).
Νεομαρτύρων Γεωργίου, Ἀγγελῆ, Μανουήλ καί Νικολάου τῆς Ρεθύμνης (+ 1828, 1977).
Ὁσίας Πελαγίας τῆς Τήνου (+ 1834, 1970).
Νεομαρτύρων Ἐμμανουήλ, Θεοδώρου, Γεωργίου, Μιχαήλ καί Γεωργίου τῆς Σαμοθράκης (+ 1835, 1985).
Ὁσίου Ἰωακείμ τοῦ Ἰθακησίου (+ 1868, 1998).
Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ Παρίου (+ 1877, 1967).
Ὁσίου Παϊσίου - Παπά Παναγῆ Μπασιᾶ (+ 1888, 1986).
Ὁσίας Μεθοδίας τῆς Κιμώλου (+ 1908, 1991).
Ἁγίου Νεκταρίου Ἐπισκόπου Πενταπόλεως (+ 1920, 1961).
Ἱερομάρτυρος Χρυσοστόμου Μητροπολίτου Σμύρνης (+ 1922, 1992 ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος).
Πέραν ὅμως τούτων ἡ Νεοημ. Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (διά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου), ἔχει προχωρήσει καί εἰς τήν διακήρυξιν ἁγιότητος προσώπων τινῶν, τελειωθέντων ἐν κοινωνίᾳ μετά τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐντός τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος. Τά πρόσωπα αὐτά εἶναι τά ἀκόλουθα:
Ἱερομόναχος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης (10.11.1924, 1986).
Μητροπ. Ἡρακλείας Γρηγόριος (Καλλίδης, + 1925, 2003).
Ἱερεύς Νικόλαος Πλανᾶς (+ 1932, 1992).
Στάρετς Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης (+ 1938, 1987).
Ἱερομόναχος Σάββας τῆς Καλύμνου (+ 1948, 1992).
Ἱερομόναχος Ἄνθιμος τῆς Χίου (+ 1960, 1992).
Ὅπως προκύπτει δέ ὑπό σχετικῶν δημοσιευμάτων καί ὑπό τοῦ γενικωτέρου πνεύματος, ἐπίκεινται διακηρύξεις ἁγιότητος ἐπιφανῶν Γερόντων τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, ὅπως τῶν Φιλοθέου Ζερβάκου, Ἀμφιλοχίου Μακρῆ, Παϊσίου Ἁγιορείτου, Ἰακώβου Τσαλίκη, Πορφυρίου Καυσικαλυβίτου, Γερβασίου Παρασκευοπούλου, κ.ἄ. Τῶν προσώπων αὐτῶν ἤδη κυκλοφοροῦν Βίοι «μετά σημείων καί θαυμάτων», καθώς καί εἰκόνες μετά φωτοστεφάνων!
Ἐκτός τοῦ Ἑλλαδικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κλίματος ἡ σχετική κίνησις ἐντός τῶν κλιμάτων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἔχει ὡς ἀκολούθως (ἐνδεχομένως οἱ ἐπιχώριοι Ἀρχιερεῖς νά ἔχουν πλέον ἀκριβῆ εἰκόνα τῆς καταστάσεως):

2. Εἰς Ρωσίαν κ.λ.π. χώρας τῆς τ. Σοβιετικῆς Ἑνώσεως.
Ἀρχικῶς ἡ ὑπό τόν Μητροπολίτην Φιλάρετον Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν δεκαετίαν τοῦ ’70, διεκήρυξε τήν ἁγιότητα τῶν κάτωθι προσώπων, Ὀρθοδόξως τελειωθέντων:
Ὁσίας Ξένης τῆς διά Χριστόν Σαλῆς (18ος -19ος αἰ.).
Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης (+ 1908).
Ὁσίου Γερμανοῦ τῆς Ἀλάσκας (+ 1836)
Ὁσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ (+ 1794).
Ὁσίων Στάρετς τῆς Ὄπτινα.
Ρώσων Νεομαρτύρων μετά τήν Ἐπανάστασιν τοῦ 1917.
Τσάρου Νικολάου Β’ καί τῆς οἰκογενείας του, δολοφονηθέντων ὑπό τῶν Μπολσεβίκων (+ 1918).
Τό ἔτος 1988, μέ τήν εὐκαιρίαν τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Χιλιετηρίδος ἀπό τῆς Βαπτίσεως τῶν Ρώσων (988 – 1988), διεκηρύχθη ὑπό τοῦ οἰκουμενιστικοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἡ ἁγιότης τῶν κάτωθι ἱερῶν προσώπων, Ὀρθοδόξως τελειωθέντων:
Ἁγίου Δημητρίου Ντόνσκοϊ, Μεγ. Ἡγεμόνος τῆς Μόσχας (+ 1389).
Ὁσίου Ἀνδρέου Ρουμπλιώφ, τοῦ Εἰκονογράφου (+ 1400).
Ἁγίου Μακαρίου Μητροπ. Μόσχας (+ 1563).
Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ (+ 1556).
Ὁσίου Παϊσίου Βελτσκόφσκυ (+ 1794).
Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριατσνιανίνωφ (+ 1867).
Ὁσίας Ξένης τῆς διά Χριστόν Σαλῆς (18ος - 19ος αἰ.).
Ὁσίου Ἀμβροσίου, Στάρετς τῆς Ὄπτινα (+ 1891).
Ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου (+ 1894).
Μέ τήν Ἰωβηλαία Σύνοδο τῆς 13 – 16 Αὐγούστου 2000, τό Πατριαρχεῖον Μόσχας διεκήρυξε τήν ἁγιότητα 1.200 περίπου μετά τήν Ἐπανάστασιν τοῦ 1917 Ρώσων Νεομαρτύρων καί Ὁμολογητῶν καί τοῦ Τσάρου Νικολάου Β’ καί τῆς οἰκογενείας του, οἱ ὁποῖοι ἐδολοφονήθησαν ὑπό τῶν Μπολσεβίκων. Εἶναι ἄξιον σημειώσεως, ὅτι διά τῆς Πράξεως αὐτῆς τό Πατριαρχεῖον Μόσχας - διά λόγους ἀποκλειστικῶς καί μόνον σκοπιμότητος, διά τήν ἀπορρόφησιν, δηλαδή, τῶν Κατακομβιτῶν πιστῶν - διεκήρυξε τήν ἁγιότητα ἱερῶν προσώπων τά ὁποῖα δέν εὑρίσκοντο εἰς ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν μετ’ αὐτοῦ, ἀλλά ἦσαν μέλη τῆς ἐν Ρωσίᾳ Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν καί ὡς ἐκ τούτου εἶχον καταδικασθεῖ ὑπό τοῦ Σοβιετοποιημένου Πατριαρχείου Μόσχας, ἀπό τῶν ἡμερῶν τοῦ Μητροπ. Σεργίου (1927) καί ἐντεῦθεν.
Πέραν τῶν προηγουμένων ἐπί πρωθιεραρχίας τοῦ Μητροπολίτου Βιταλίου ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς διεκήρυξε τήν ἁγιότητα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σαγκάης καί Ἁγίου Φραγκίσκου Ἰωάννου Μαξίμοβιτς, ἀποβιώσαντος τό ἔτος 1966 (σημειωτέον, ὅτι μέχρι τοῦ 1965 ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς εἶχε ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν μετά πασῶν τῶν «ἐπισήμων» Ἐκκλησιῶν, Νεοημ/κῶν καί Παλ/κῶν πλήν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἀπό δέ τοῦ 1965 κ.ἐ. μετά τῶν Πατριαρχείων Ἱεροσολύμων καί Σερβίας). Τό δέ Πατριαρχεῖον Μόσχας διεκήρυξε τήν ἁγιότητα ἤ τιμᾶ τήν ἁγιότητα «καί πρό Συνοδικῆς διαγνώμης», τῶν ἀκολούθων προσώπων τελειωθέντων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτοῦ: Στάρετς Σεραφείμ τῆς Βίριτσα (+ 1949), Ματρῶνας τῆς ἀομμάτου τῆς Μόσχας (+ 1952), Ἀρχιεπισκόπου Λουκᾶ τῆς Συμφερουπόλεως (+ 1961, 1995), Ἱερομονάχου Κούκσα τῆς Ὀδησσοῦ (+ 1964) καί ἐνδεχομένως καί ἄλλων.

3. Εἰς Σερβίαν:
Τό οἰκουμενιστικόν Πατριαρχεῖον Σερβίας προέβει εἰς τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος τῶν ὑπό τῶν Παπικῶν Οὐστάσι μαρτυρικῶς τελειωθέντων κατά τήν διάρκειαν τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ἑνός καί πλέον ἑκατομμυρίου κατά παράδοσιν Ὀρθοδόξων Σέρβων. Μόνον κατά τήν 15ην Ἰουνίου τιμῶνται ὡς Ἱερομάρτυρες οἱ Μητροπολίτες Ζάγκρεμπ Δοσίθεος, Μαυροβουνίου Ἰωαννίκιος καί Σεράγιεβο Πέτρος, οἱ Ἐπίσκοποι Γκόνι Κάρλοβιτς Σάββας καί Μπανιαλοῦκας Πλάτων, ὁ ἱερομόναχος Ραφεήλ τοῦ Σίσιβατς, οἱ κληρικοί Μπράνκο Ντομπροσάλιεβιτς, Γεώργιος Μπόγκιτς καί Δανιήλ Μπάμπις καί ὁ λαϊκός Βουκαλίν τῆς Ἐρζεγοβίνης.
Τό 1965 διακηρύχθηκε ἡ ἁγιότητα τοῦ Σερβικῆς καταγωγῆς ἁγ. Ἰωσήφ τοῦ Νέου, Μητροπ. Τιμισοάρας Ρουμανίας (+ 1656).
Κατά τό τρέχον δέ ἔτος 2010 τό Πατριαρχεῖον Σερβίας διεκήρυξε τήν ἁγιότητα τοῦ Ἱερομονάχου Ἰουστίνου Πόποβιτς τῆς Μονῆς Τσέλιε (+ 1979) καί τοῦ Ἱερομονάχου Συμεών Πόποβιτς τῆς Μονῆς Νταϊμπάμπε (+ 1941).

4. Εἰς Ρουμανίαν:
Τό Νεοημ. Πατριαρχεῖον Ρουμανίας προέβει κατά τόν 20ο αἰ. εἰς τάς διακηρύξεις τοῦ ἁγ. Ἰωσήφ τοῦ Νέου. Μητροπ. Τιμισοάρας (+ 1656, 1956), τοῦ ἁγ. Καλλινίκου Ἐπισκόπου Ρίμνικ (+ 1878, 1955) καί τοῦ Γέροντός του Ὁσίου Γεωργίου τῆς Τσέρνικας (+ 1806, 2005), τοῦ Ρουμανικῆς καταγωγῆς ὁσ. Ἰωάννου τοῦ Χοζεβίτου (+ 1960), κ.ἄ.

5. Εἰς ἄλλας χώρας:
Τό οἰκουμενιστικόν Πατριαρχεῖον Ἀλεξανδρείας διεκήρυξε τήν ἁγιότητα τοῦ Πατριάρχου αὐτοῦ ἁγ. Μελετίου τοῦ Πηγᾶ (+ 1601).
Τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων, ἐν κοινωνίᾳ εὑρισκόμενον μετά τῶν Οἰκουμενιστικῶν καί Νεοημ/κῶν Ἐκκλησιῶν, διεκήρυξε τήν ἁγιότητα τοῦ Ἱερομονάχου Φιλουμένου τοῦ Κυπρίου (σφαγισθέντος ὑπό φανατικοῦ Σιωνιστοῦ ἐν ἔτει 1979) καί τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ρουμάνου (+ 1960), τοῦ τελευταίου μή εὑρισκομένου εἰς κοινωνίαν μετ’ αὐτοῦ!

6. Εἰς τόν χῶρον τῶν Παλαιοημερολογιτικῶν Σχισμάτων.
Ἡ ὑπό τόν Ἀρχιεπίσκοπον κ. Χρυσόστομον Φλωρινική Παράταξις διεκήρυξε τήν ἁγιότητα τοῦ ὁσ. Παχωμίου τῆς Χίου (+ 1905) καί ἡ ὑπό τόν Μητροπολίτην κ. Κυπριανόν Σύνοδος τῶν Ἐνισταμένων ἐκείνην τῆς Γεροντίσσης Μυρτιδιωτίσσης τῆς Κλεισοῦρας (+ 1974).

Κατόπιν τῶν προηγουμένων πολλοί πιστοί, ἐντός καί ἐκτός Ἑλλάδος, ἐρωτοῦν ἄν καί κατά πόσον εἶναι ἐπιτρεπτόν εἰς τούς Ὀρθοδόξους νά τιμοῦν τά προηγουμένως ἀναφερόμενα πρόσωπα ὡς Ἁγίους, ἄνεϋ προηγουμένης ἀποφάνσεως Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς (Ἐπισκόπου ἤ Συνόδου) περί τῆς ἁγιότητος αὐτῶν. Πρός ὑποβοήθησιν τοῦ ἔργου τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου, θέτωμεν ὑπ’ ὄψιν Ὑμῶν τά ἀκόλουθα, ἐπί τοῦ θέματος τῆς διαχρονικῆς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τήν διαπίστωσιν καί διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος τῶν νέων Ἁγίων:

Β. Ἡ ἐκκλησιαστική πρᾶξις κατά τήν πρώτην Χριστιανικήν χιλιετίαν.
Ἡ πρός τούς Ἁγίους τιμή τῆς Ἐκκλησίας διεμορφώθη ἤδη ἀπό τῶν πρώτων Χριστιανικῶν αἰώνων. Ἀρχικῶς τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπένειμε τιμᾶς Ἁγίων εἰς τούς Μάρτυρας, ἐκείνους – δηλαδή – οἱ ὁποῖοι προσέφερον τήν ζωήν των ὑπέρ τῆς Πίστεως τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ὑπέρ Χριστοῦ πάσχοντες, εἴτε ἀπέθνησκον (Μάρτυρες), εἴτε ἐπιζοῦσαν τῆς δοκιμασίας (Ὁμολογηταί), ἐτιμῶντο ἀμέσως ὑπό τῶν πιστῶν, ἐφ’ ὅσον ἡ θυσία, τό «ὑπέρ Χριστοῦ πάσχειν», ἦτο ἀρκετόν διά τήν τιμήν αὐτήν. Ἀργότερον ἡ τιμή αὐτή ἐπεξετάθη καί εἰς πρόσωπα διακρινόμενα «ἐπ’ ἀρετῆ καί ἁγιότητι βίου».
Ἡ πρός τούς Ἁγίους Μάρτυρας τιμή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἤρχιζε ἤδη ὑπό τῶν συγχρόνων των, οἱ ὁποῖοι «πρίν ἤ ἐκεῖνοι τελειωθῶσιν» ἀπένειμαν εἰς αὐτούς τιμήν καί σεβασμόν. Αὐτή ἡ διαπίστωσις καί διακήρυξις τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς αὐθόρμητος καί δέν ὑπῆρχε καμμία - ἔστω τυπική – μορφή ἐγκρίσεως ἤ ἀποφάσεως Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, τοπικῆς (Ἐπισκόπου) ἤ εὑρυτέρας (Συνόδου). Ἐγίνετο ἁπλῶς μέ τήν ἀποδοχήν τοῦ νέου Ἁγίου ἀπό τό σῶμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τόν κλῆρο - δηλαδή – καί τόν λαό, τούς ποιμένας καί τούς ποιμενομένους. Κάποιες πρωτοβουλίες μάλιστα Ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχῶν διά τήν ἀποδοχήν νέου Ἁγίου, χωρίς τήν συμμαρτυρίαν τῆς συνειδήσεως τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἔμειναν τελεικῶς ἀνενέργητοι καί δέν ἔγιναν ἀποδεκταί.
Γράφει σχετικῶς ὁ Καθηγητής Ἀμ. Ἀλιβιζάτος: «Ἡ καθαρῶς δημοκρατική ἀντίληψις ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ, περί ἴσων ἐν τῶ ἐκκλησιαστικῶ ὀργανισμῶ δικαιωμάτων τῶν Κληρικῶν καί τῶν λαϊκῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀναγνωριζομένης τοῖς Κληρικοῖς Jure Divino – Θείῳ Δικαίῳ κυβερνητικῆς αὐτῶν θέσεως, καταδεικνύει καί καθορίζει τήν ἐν τῶ ἐξεταζομένῳ ζητήματι θέσιν καί συμμετοχήν ἀμφοτέρων τῶν στοιχείων αὐτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ, ἄνεϋ πολλῆς δυσπιστίας ἤ οἱασδήποτε ἀμφισβητήσεως» (Ἀμίλκα Ἀλιβιζάτου, «Ἡ ἀναγνώρισις τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», σελ. 21).
«Σύσσωμος ἡ Ἐκκλησία – συνεχίζει – κλῆρος καί λαός, ἐν ἀδιασπάστῳ ὁμοφωνίᾳ καί ἄνευ τυπικῶν καί ὀργανωτικῶν πράξεων, ἀνεγνώριζον τήν ἁγιότητα τῶν τιμωμένων, ἡ δέ πάνδημος αὕτη ἀναγνώρισις ἀπετέλει οἱονεί καί τήν ἐπικυρωτικήν καί καθιερωτικήν πρᾶξιν τῆς τῶν Μαρτύρων καί Ἁγίων ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἀναγνωρίσεως» (αὐτ. σελ. 36. Πρβλ. σχετικῶς: Χρυσ. Παπαδοπούλου, «Περί τῆς ἀνακηρύξεως τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Περιοδικόν «Ἐκκλησία», ΙΒ/1934, σελ. 331 – 335. Μητροπ. Δέρκων Κωνσταντίνου Χαρισιάδου, «Ἡ ἀναγνώρισις Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, κατά τήν τάξιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου», ἐν τῆ «Ἐπιστημονικῆ παρουσίᾳ Ἑστίας Θεολόγων Χάλκης», τ. 1/1987, σελ. 225 – 241. Μητροπ. Σερρῶν Κωνσταντίνου, «Περί ἀναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Περιοδικόν «Θεολογία», τ. 27/1956, σελ. 609 – 615).
Ὁ τρόπος αὐτός τῆς αὐθορμήτου ἀναγνωρίσεως ὑπό τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐσυνεχίσθη ἀναλοίωτος καθ’ ὅλην τήν διάρκειαν τῆς πρώτης Χριστιανικῆς χιλιετίας, ἀλλά καί κατά τό πρῶτον ἥμισυ τῆς δευτέρας. Ὁ Μανουήλ Γεδεών σημειώνει, ὅτι «κατέττατεν εἰς τόν χορόν τῶν Ἁγίων πάντοτε ὁ λαός: Οἱ κάτοικοι πόλεως, ἐπαρχίας ἤ χωρίου ἤ μοναστηρίου, τόν ὑπ’ αὐτῶν κρινόμενον τοιοῦτον» (Μ. Γεδεών, «Ἁγιοποιήσεις», σελ. 120). Ἀκόμη καί εἰς τάς περιπτώσεις ἐκεῖνας κατά τάς ὁποίας κάποια ἀναγνώρισις, διά λόγους ἄλλους κατά περίπτωσιν, ἔφθανε νά ἀπασχολήσει τήν Ἐκκλησιαστικήν Ἀρχήν, ὁ τελικῶς δικαιομένος ἦτο ὁ λαός. Κατά τόν Καθηγητήν Στυλ. Παπαδόπουλον, «ἡ Σύνοδος διακηρύσσοντας τήν ἁγιότητα, δέν ἀποφασίζει – κρίνει τήν ἁγιότητα. Ἡ πράξη διακηρύξεως σημαίνει ἐδῶ πανηγυρική διακοίνωση γεγονότος ἤδη ἐμφανοῦς καί ἀποδεκτοῦ ἀπό μικρό ἤ μεγάλο ἀριθμό ἀξιοπίστων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας» (Στυλ. Παπαδοπούλου, «Διαπίστωσις καί Διακήρυξις τῆς Ἁγιότητος τῶν Ἁγίων», Ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος», φ. 843, σελ. 1 καί 4).
Τό ὅτι οἱ λαμβανόμενες ὑπό τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς ἀποφάσεις διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος νέων Ἁγίων, ἐξέφραζον τήν συνείδησιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, ἀποδεικνύουν καί οἱ περιπτώσεις τοῦ Ἱερομάρτυρος Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (τόν ὁποῖον ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης εἰσήγαγε εἰς τόν Συναξαριστήν του τό 1818, 150 ἔτη πρό τῆς ἐπισήμου διακηρύξεως τῆς ἁγιότητός του ἀπό τό Πατριαρχεῖον ΚΠόλεως) καί τοῦ ἐπίσης Ἱερομάρτυρος Σεραφείμ ἀρχιεπ. Φαναρίου. (Βλ. Φ. Μιχαλόπουλου, «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός», 1980 καί Μητροπ. Θεσσαλιώτιδος Ἰεζεκιήλ, «Ἀκολουθία Ἱερομάρτυρος Σεραφείμ…», 1931).
Πράγματι, λοιπόν, «κατέττατεν ὁ λαός», ἡ δέ ἀπόφασις τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἄν καί ὅποτε ὑπῆρχε, σήμαινε ἁπλῶς τήν ἐγγραφήν τοῦ ἤδη τιμωμένου Ἁγίου εἰς τό Ἑορτολόγιον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ΚΠόλεως. Δηλαδή ἡ Σύνοδος, «προβαίνει στήν διακήρυξη, ὄχι γιά νά ἀποκτήσει ἐγκυρότητα ὁ Ἅγιος, ἀλλά γιά νά πληροφορηθεῖ εὑρύτερα τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας…Τό Πατριαρχεῖο ἐπενέβαινε…ὄχι γιά νά ἐγκρίνει, ἀλλά γιά νά διευρύνει τόν ἑορτασμό τῆς μνήμη του, πού ἤδη γίνοταν» (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ. φ. 843, σελ. 1).

Γ. Ἡ πράξις τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν δευτέραν χιλιετίαν.
1. Ἡ πράξις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
Ἀπό τά κρατοῦντα εἰς τόν χῶρον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τήν δευτέραν χιλιετίαν, θά ἀναφέρουμε μερικάς χαρακτηριστικάς περιπτώσεις:
Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθάτος, ἀναφέρει εἰς τήν βιογραφίαν τοῦ ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ὅτι μετά ἀπό ραδιουργίας τοῦ Μητροπολίτου Νικομηδείας Στεφάνου, ὁδηγήθηκε ὁ Συμεών εἰς δίκην ἐνώπιον τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου τῆς ΚΠόλεως μέ τήν κατηγορίαν, ὅτι τόν Γέροντά του Στουδίτη Μοναχό Συμεών τόν Εὐλαβῆ τόν θεωροῦσε Ἅγιο καί τιμοῦσε μέ μεγαλοπρέπεια τήν ἐτήσια μνήμη του. Σημειώνεται ἐδῶ, ὅτι ὁ τότε Πατριάρχης ΚΠόλεως Σέργιος, «τήν μνήμην τιμῶν τοῦ Συμεών τοῦ Εὐλαβοῦς, ἔστελλε κατά τήν ἐπέτειον ἱεράν ἐπ’ αὐτῶ μνήμην, ἐπί καί ἕξ ἔτη, θυμιάματα καί λαμπάδας» (Μανουήλ Γεδέων αὐτ. σελ. 121).
Ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου, ἀφοῦ ἄκουσε κατήγορο καί κατηγορούμενο, «οὐδέν μέν ἐψηφίσατο κατά τῆς αἰωνοβιότου συνηθείας τοῦ πανηγυρίζειν ἑκάστην μονήν τήν μνήμην ὡς ἄν γινώσκωσι μοναχῶν ἐπ’ αὐστηρότητι βίου καί ἐπ’ εὐσεβείᾳ» (Μανουήλ Γεδεών αὐτ. σελ. 121). Διέταξε ὅμως καί τόν Συμεών νά περιορίσει τήν μεγαλοπρέπειαν τῆς μνήμης τοῦ Γέροντός του καί νά ἀφαιρεθοῦν αἱ εἰκόνες του πού ἦσαν «πολλαχοῦ άναστηλωμέναι» (ἴσως διά νά ἱκανοποιηθεῖ καί ὁ κατήγορος Μητροπολίτης).
Παρόμοιον εἶναι καί τό παράδειγμα τῆς τιμῆς πρός τόν ἅγ. Συμεών τόν Νέον Θεολόγον. Ὁ ὅσ. Νικήτας ὁ Στηθάτος, ἀμέσως μετά τήν κοίμησιν τοῦ ὁσ. Συμεών, ἔγραψε βιογραφικόν ἐγκώμιον πρός τιμήν του καί συνέθεσε Ἀκολουθίαν, τήν ὁποία ἔψαλλε ἐπί τοῦ τάφου του. Σημειώνουμε, ὅτι ἐκτός ἀπό τήν Μονήν τοῦ ἁγ. Μάμμαντος ΚΠόλεως (ὅπου εἶχε διατελέσει ἡγούμενος ὁ ὅσ. Συμεών) καί ἄλλες μονές εἶχαν εἰσαγάγει τήν μνήμην του εἰς τήν λατρευτικήν των καθημερινότητα (ὅπως ἐκείνη τῶν Ἰωάννου καί Φιλοθέου ΚΠόλεως).
Ἡ ὁσ. Εἰρήνη, Ἡγουμένη τῆς Μονῆς Χρυσοβαλάντου ΚΠόλεως, ἀρχικῶς ἑτιμᾶτο κατ’ ἔτος πανηγυρικῶς ἀπό κάποιον συγγενή της, ὁ ὁποῖος εἶχε σωθεῖ ἀπό θανατικήν καταδίκην διά πρεσβειῶν της καί σταδιακῶς ἡ μνήμη της ἐπεξετάθη καί ἐκτός τῶν ὁρίων τῆς μετανοίας της.
Μία πλέον ἐπίσημως σχετική μαρτυρία εἶναι ὅσα εἶπε ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγ. Φιλόθεος ὁ Κόκκινος ἐνώπιον τῆς κατά Κυδώνη Συνόδου, περί τῆς τιμῆς τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἕξι μόλις ἔτη μετά τήν κοίμησιν τοῦ ἁγ. Γρηγορίου, ὁ Φιλόθεος ὁμολογεῖ τά ἀκόλουθα:
«Διά τοῦτο καί ἐγώ (ἐνν. διά τήν ὅλην βιοτήν τοῦ Γρηγορίου), ἐν τῶ μοναστηρίῳ τοῦ Ἀκαταλήπτου καθήμενος καί ἰδιάζων, περιφανῆ τινά καί μεγάλην ἑορτήν ἐπετέλουν τῶ Ἁγίῳ τούτῳ… Ἐπεί οἱ Λαυριῶται ἔγραψαν καί ἀνέφερον ἡμῶν περί τούτου, ἔγραψα πρός ἐκείνους ἵνα πᾶς ὁ βουλόμενος ἑορτάζη τοῦτον κατ’ ἰδίαν… Ἐν τῆ Μεγάλῃ δέ Ἐκκλησίᾳ οὐκ ἐποιοῦμεν τοῦτο καί καθόλου ταῖς λοιπαῖς ἐκκλησίαις πανταχοῦ, ὅτι οὔπω περί τούτου τῆ Ἱερᾶ Συνόδῳ ἐκοινωνησάμην» (Μανουήλ Γεδεών αὐτ. σελ. 122).
Ὁ ἴδιος Πατριάρχης ἅγ. Φιλόθεος ἀναφέρει τό παράδειγμα τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου Πατριάρχου ΚΠόλεως, τόν ὁποῖν ὁ Θεός «ἐδόξασε διά τῶν θαυμάτων καί μήπω τῆς Ἐκκλησίας ἀναστηλωσάσης αὐτόν, ἑορτήν ἐπετέλουν περιφανῆ οἱ τοῦ μοναστηρίου αὐτοῦ μοναχοί καί τήν ἱεράν αὐτοῦ εἰκόνα ἔφερον ἐν τῆ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας».
Κατά τήν ἐξεταζομένην πάντως περίοδον ἄρχισε σταδιακῶς νά ἐμφανίζεται ἡ πρακτική τῆς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος νέων Ἁγίων μέ ἀπόφασιν μείζονος Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, δηλαδή Συνόδου. Αἱ σχετικαί περιπτώσεις εἶναι οἱ ἐξῆς:
Τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἐπί πατριαρχείας ἁγ. Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου (1354 – 1355, 1364 – 1376).
Τοῦ ἁγ. Γερασίμου Κεφαλληνίας, ἐπί πατριαρχείας Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως (+ 1638).
Τοῦ ἁγ. Διονυσίου ἀρχιεπ. Αἰγίνης, ἐπί πατριαρχείας Γαβριήλ Γ’ (1716 – 1723).
Τῆς Ὁσιομάρτυρος Φιλοθέης τῆς Ἀθηναίας, ἐπί πατριαρχείας Ματθαίου Β’ (1599 – 1602).
Τό ὅτι ἡ ἀρχαία ἐκκλησιαστική παράδοσις καί πρακτική τῆς πρώτης χιλιετίας σχετικῶς μέ τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος τῶν νέων Ἁγίων, συνέχισε νά τηρεῖται καί κατά τήν δευτέραν χιλιετίαν, ἀκόμη καί μετά τήν ἐμφάνισιν Συνοδικῶν ἀποφάσεως διακηρύξεως (15ος αἰ.), ἀποδεικνύεται καί ἀπό πραγματείαν τήν ὁποίαν ἔγραψε ὁ ὅσ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος μέ τόν τίτλον «Ὅτι οἱ νέοι Μάρτυρες εἰσίν Ἅγιοι καί πρέπει νά τιμῶνται ὡς τοιοῦτοι καί ἄνεϋ κανονικῆς διαγνώσεως τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας» (Ἀρχιεπ. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου αὐτ. σελ. 51).
Τό ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς πρέπει νά εὑρίσκονται εἰς συμφωνίαν μέ τήν συνείδησιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, ἀποδεικνύεται καί ἀπό τά ἀκόλουθα δύο περιστατικά:
Τό πρῶτον ἀφορᾶ προσπάθειαν ἐπιβολῆς ἀπό Ἐκκλησιαστική Ἀρχή νέου Ἁγίου. Πρόκειται διά τήν ἀναφερόμενην ἀπό τόν ἐκκλησιαστικόν Ἱστορικό Σωκράτη περίπτωσιν τοῦ μοναχοῦ Ἀμμωνίου, μέ πρωταγωνιστήν μάλιστα τόν ἅγ. Κύριλλον, Πατριάρχην Ἀλεξανδρείας («Ἐκκλησιαστική Ἱστορία» 7/14, PG 67, σελ. 768 Α). Ὅπως γράφει καί ὁ Μανουήλ Γεδεών, «πάθος ἀνήφθη προσωπικόν μεταξύ Κυρίλλου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας καί Ὀρέστου τοῦ τῆς πόλεως ταύτης Ἐπάρχου… Κατελθόντες δέ εἰς τήν πόλιν μοναχοί, περί τούς πεντακοσίους, ἀφοσιωμένοι τῶ Κυρίλλῳ, ἐπετέθησαν κατά τοῦ Ὀρέστου, ὑβρίζοντες αὐτόν «ὡς εἰδωλολάτρην… Εἷς ἐξ αὐτῶν, Ἀμμώνιος καλούμενος, ἔριψε κατά τῆς κεφαλῆς τοῦ Ὀρέστου λίθον, ἔρρευσε σ’ αἷμα πολύ. Συλληφθείς ὁ Ἀμμώνιος ἐτιμωρήθη, τιμωρούμενος δέ ἀπέθανε. Ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ἀπένειμε αὐτῶ τιμάς Ἁγίου καί μετωνόμασεν ἀπό Ἀμμώνιον Θαυμάσιον» (Μ. Γεδεών αὐτ. σελ. 119 – 110). Καί κατά τόν Σωκράτην, «Μάρτυρα χρηματίζειν ἐκέλευσεν καί λόγον ἐπ’ ἐκκλησίαις ἐξεφώνησεν».
Συνεχίζων ὁ ἱστορικός λέγει διά τόν εὐσεβῆ λαόν: «Οἱ σωφρονοῦντες, καίπερ ὄντες Χριστιανοί, οὐκ ἀπεδέξαντο τήν περί τούτου σπουδήν τοῦ Κυρίλλου. Ἠσπάσαντο γάρ προπετείας δίκην δεδωκέναι τόν Ἀμμώνιον, οὐ μήν ἀνάγκη ἀρνήσεως Χριστοῦ, ἐναποθανεῖν τοῖς βασάνοις. Διό καί Κύριλλος κατά βραχύ, τῶ ἡσυχάζειν, λήθην τοῦ γενομένου εἰργάσατο».
Ἡ δευτέρα περίπτωσις ἀφορᾶ τόν διά Χριστόν Σαλόν Προκόπιον τοῦ Οὔστιουγκ Ρωσίας, τοῦ ὁποίου τήν ἁγιότητα ἀμφισβήτησε ὁ τοπικός κλῆρος. Ὁ διά Χριστόν Σαλός Προκόπιος (+ 1303), ἐτιμήθη ἰδιαιτέρως ὑπό τοῦ λαοῦ τῆς περιοχῆς του (Οὔστιουγκ Ρωσίας) καί μετά τόν θάνατόν του ἕνα ξύλινο παρεκκλήσιο ὑψώθηκε ἐπί τοῦ τάφου του. Ὁ τοπικός κλῆρος - προφανῶς θιγμένος ἀπό τήν δημόσιαν στηλίτευσιν τῶν κοινωνικῶν, ἀλλά καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν κακῶς κειμένων ἀπό τόν Σαλόν - ἀντέδρασε εἰς τήν «αὐθαιρεσίαν» τοῦ λαοῦ καί κατεδάφισε τό παρεκκλήσιο! Ὅμως ὁ λαός ἐπέμεινε καί τελικῶς ὁ ὅσ. Προκόπιος, μέ διαπιστωμένη τήν ἁγιότητά του ἀπό τόν λαό καί «βοῶσα ὑπέρ αὐτοῦ» τήν κοινήν ἐκκλησιαστικήν συνέιδησιν, ἐπεβλήθη καί εἰς τήν Ἐκκλησιαστικήν Ἀρχήν καί ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθη Συνοδικῶς.

2. Ἡ πρᾶξις τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας
Ἐνῶ, ὅπως ἤδη ἀνεφέρθη, κατά τήν δευτέραν χιλιετίαν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἠκολούθησε τήν ἀρχαίαν ἐκκλησιαστικήν πράξιν καί τήν πρακτικήν τῆς πρώτης χιλιετίας εἰς τό θέμα τῆς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τῶν νέων Ἁγίων, εἰς τήν Ρωμαιοκαθολικήν Ἐκκλησίαν μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054 παρατηρεῖται σοβαρή ἀπόκλισις, μέ ὅλο καί ἐπισημοτέραν παρέμβασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς καί δή τοῦ Πάπα.
Κατά τόν 11ο αἰ. οἱ Πάπες Οὐρβανός Β’, Κάλλιστος Β’ καί Εὐγένιος Γ’ περιώρισαν τήν πρωτοβουλία τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων καί τελικῶς τό 1634 ὁ Πάπας Οὐρβανός Ζ’ μέ εἰδικήν ἀπόφασίν του, καθώρισε τό «ἀνακηρύσσειν Ἁγίους» ὡς ἀποκλειστικόν δικαίωμα τοῦ ἑκάστοτε Πάπα.
Ἡ ἀνακήρυξις (διότι οὐσιαστικῶς περί ἀνακηρύξεως πρόκειται) τῶν Ἁγίων εἰς τόν Παπισμό, ἔλαβε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου τήν μορφήν μιᾶς πολυπλόκου νομικῆς διαδικασίας. Κατ’ αὐτήν ὁ «ὑποψήφιος ἅγιος» ὑποβάλλεται εἰς ἐξονυχιστικήν ἔρευναν ἐπί ὅλων τῶν θεμάτων τά ὁποῖα πιθανῶς ἀφοροῦν τό πρόσωπό του (πίστις, βίος, θαύματα, λείψανον, κ.λ.π.). Τήν ἔρευνα διεξάγει μία εἰδική ἐπιτροπή, ἡ Promotor Fidei, ἕνα μέλος τῆς ὁποίας μάλιστα ὁρίζεται «συνήγορος τοῦ Διαβόλου» (Advocatus Diaboli), μέ σκοπόν τήν παρουσίασιν τῶν πιθανῶν μελανῶν σημείων τῆς ζωῆς τοῦ ἐξεταζομένου.
Ἐάν μετά τό πέρας τῆς ἐξετάσεως δέν ὑπάρχει διαφωνία εἰς τήν ἐπιτροπήν, τότε ὑποβάλλεται εἰς τόν Πάπα ἡ σχετική πρότασις ἁγιοποιήσεως, μετά τήν ὁποίαν ὁ Πάπας ἐκδίδει τήν ἀνάλογον ἀπόφασιν ἁγιωνυμίας ἤ μακαριωνυμίας. Χαρακτηριστικόν τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν Παπικῶν ἀπό τήν παράδοσιν καί πρᾶξιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς πρώτης χιλιετίας, εἶναι ἡ ὕπαρξις δύο εἰδῶν Ἁγίων, τῶν «Ἁγίων – Sanctus» (οἱ ὁποῖοι τιμῶνται ἀπό ὅλην τήν Παπικήν Ἐκκλησίαν) καί τῶν «Μακαρίων - Beatus» (οἱ ὁποῖοι τιμῶνται τοπικῶς).

3. Παπική ἐπιρροή εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Τά προηγουμένως διαλαμβανόμενα περί τῆς πράξεως τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας ἔχουν «ἐν πολλοῖς» εἰσαχθεῖ καί εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἀλλά καί ἡ ἀντίστοιχος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Εἰδικώτερον:

α. Ἡ πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας.
Εἰς τνή Ρωσικήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, βοηθούσης τῆς ἀπολυταρχίας τῶν Τσάρων, ἐπεκράτησε σταδιακῶς μία πολύπλοκος διαδικασία ἡ ὁποία ἀπαιτοῦσε ἐκτός ἀπό τήν συμμετοχήν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς (ἀρχικῶς τοῦ Μητροπολίτου Ρωσίας, ἔπειτα τοῦ Πατριάρχου Μόσχας καί τελικῶς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου), καί τήν συμμετοχήν καί τῆς Πολιτειακῆς Ἀρχῆς (τοῦ Τσάρου – Αὐτοκράτορος). Ἡ διαδικασία αὐτή διαμεμορφώθη κυρίως ἀπό τήν βασιλείαν τοῦ Μεγάλου Πέτρου (1682 - 1725), ὅταν εἰς τά πλαίσια τῆς δυτικοποιήσεως τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας, υἱοθετήθησαν Δυτικές (ἐν προκειμένῳ Παπικές) πρακτικές καί εἰς τό θέμα αὐτό.
Χαρακτηριστικόν τῆς συμμετοχῆς καί τοῦ ἐνεργοῦ ρόλου τοῦ Ἡγεμόνος εἰς τό θέμα τῆς διακηρύξεως τῶν Ἁγίων εἶναι τό γεγονός, ὅτι κατά τήν βασιλείαν τοῦ Ἰωάννου Δ’ τοῦ Τρομεροῦ (1547 – 1584), διεκηρύχθη ἡ ἁγιότητα 39 νέων Ἁγίων (μέ τάς Συνόδους τοῦ 1547 καί τοῦ 1549), ἐνῶ τό 1903 ὁ Τσάρος Νικόλαος Β’ καί ἡ Αὐτοκρατορική Οἰκογένεια συμμετεῖχαν προσωπικῶς εἰς τάς τελετάς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ.
Κατ’ ἀρχήν εἰς τό Ρωσικόν Ἁγιολόγιον ὑπάρχουν Ἅγιοι καί Μακάριοι, μέ τήν ἔννοια τῶν καθολικῶς καί τοπικῶς τιμωμένων ἱερῶν προσώπων, ὅπως ἀντιστοίχως συμβαίνει καί εἰς τόν Παπισμόν.
Εἰς ὅτι ἀφορᾶ τήν διαδικασίαν, ἀρχικῶς τήν ἀναγνώρισιν – διαπίστωσιν διενεργεῖ ὁ Ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς εἰς τήν ὁποίαν ἀνεδείχθη ὁ νέος Ἅγιος καί τελικῶς ἡ Σύνοδος μέ τήν παρουσίαν τοῦ Μονάρχου προβαίνει εἰς τήν διακήρυξιν. Κατά τήν διάρκειαν τῆς διαδικασίας ἐξετάζονται καταλεπτῶς τά τοῦ βίου καί τῶν θαυμάτων καί ἰδιαίτερως τά τῶν Λειψάνων τοῦ νέου Ἁγίου (οἱ Ρῶσοι δίδουν μεγάλην σημασίαν εἰς τήν διατήρησιν - ἀφθαρσίαν τῶν σωμάτων τῶν Ἁγίων).
Ἡ ἐπίσημος τελετή διακηρύξεως περιλαμβάνει ἀρχικῶς ἐπιμνημόσυνον δέησιν (διά τήν ἀνάπαυσιν τῆς ψυχῆς τοῦ διακηρυσσομένου Ἁγίου), εἰς τήν συνέχειαν ἀποκάλυψιν τῆς εἰκόνος του (ἐνῶ ψάλλεται τό Ἀπολυτίκιόν του) καί κατόπιν πανηγυρικήν Θείαν Λειτουργίαν προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου (κατά τήν α’ καί β’ Πατριαρχικήν Περίοδνο, 1589 – 1721 καί 1917 - σήμερον) ἤ τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου (κατά τήν Συνοδικήν Περίοδον, 1721 - 1917), συμπαραστατουμένου ἀπό πολλούς Ἀρχιερεῖς, παρουσίᾳ τοῦ Τσάρου – Αὐτοκράτορος. Τά Λείψανα τοῦ νέου Ἁγίου, ἄν ὑπάρχουν, κατατίθενται εἰς λάρνακα, ἡ ὁποία συνήθως προσφέρεται ἀπό τά Ἀνάκτορα.
Σχετικῶς μέ τό θέμα τῆς ἀφθαρσίας τῶν ἁγίων Λειψάνων, ἡ τοπική Σύνοδος τῆς Μόσχας τοῦ 1551 - ὑπό τήν προερδείαν τοῦ Μητροπ. Ρωσίας ἁγ. Μακαρίου (1542 – 1563), κατά τήν βασιλείαν τοῦ Τσάρου Ἰωάννου Δ’ τοῦ Τρομεροῦ - γνωστή ὡς «Σύνοδος τῶν Ἑκατό Κεφαλαίων», ὅρισε ὅπως «τά τῶν νεκρῶν σώματα, τά εὑρισκόμενα καί ἐν τοῖς νῦν καιροῖς τούτοις ἀκέραια καί ἄλυτα, μή τολμηζέτω τις ἀπό τοῦ νῦν, ἄνεϋ ἀξιοπίστου μαρτυρίας καί Συνοδικῆς ἀποφάσεως, σέβεσθαι ὡς ἅγια, διότι εὑρίσκονται πολλά σώματα ἀκέραια καί ἄλυτα, οὐχί ἀπό ἁγιωσύνης, ἀλλά ὡς ὑπ’ ἀφορισμοῦ καί κατάρας» (Κ. Δεληκάνη, «Πατριαρχικά Ἔγγραφα», τ. 3, σελ. 136).

β. Τό ἐρώτημα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας (1931).
Τό 1931, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας, ἐπί Πατριάρχου Μύρωνος, ὑπέβαλλε εἰς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖνο τό ἐρώτημα περί τοῦ πῶς «μετά θάνατον κάποιος ἀναγνωρίζεται καί ἀνακηρύσσεται Ἅγιος». Τό ἐρώτημα αὐτό οἱ περί τήν Ἁγιολογίαν καί τό Κανονικόν Δίκαιον εἰδικοί, ἀπ’ ἀρχῆς ἐθεώρησαν περιττόν καί καρπόν τῆς ἐπικρατούσης εἰς κάποιους ἐκκλησιαστικούς κύκλους ἀντιλήψεως, περί προσαρμογῆς κάθε ἐκκλησιαστικῆς πράξεως εἰς συγκεκριμένον, ἐπίσημον καί προκαθορισμένον τυπικόν.
Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἀπήντησε τήν 24. 3. 1931, προχείρως καί βεβιασμένως ὅπως ἀποδεικνύεται, τά δέ κύρια σημεῖα τῆς ἀπαντήσεως εἶναι τά ἀκόλουθα:
«Κατά τήν παρ’ ἡμῖν παράδοσιν ἐφαρμόζονται - προκειμένου περί ἀναγνωρίσεως καί κατατάξεως εἰς τόν χορόν τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ὑπό τοῦ Θεοῦ δεδοξασμένων προσώπων – αἱ ἐξῆς γενικαί ἀρχαί:
Α. Ἡ ἐξέλεγξις τῶν στοιχείων τῆς ἁγιότητος διά Συνόδου…
Β. Ἡ ἐξέλεγξις περιτεύει τῶν ἱερῶν ἐκείνων προσώπων, ὅπερ ἡ γενική ἐκκλησιαστική συνείδησις ποιμένων τε καί ποιμενομένων ἀνεγνώρισεν ὡς Ἁγίους καί ὡς τοιούτους ἐπί μακρόν ἤδη χρόνον τιμᾶ καί γεραίρει. Τῶν ἱερῶν τούτων προσώπων, τῶν σιωπηρῶς μέχρι τοῦ νῦν ὡς ἡγιασμένων παρά τοῦ Θεοῦ τιμωμένων, γίνεται τυπική ἀναγνώρισις ὑπό τῆς Ἐκκλησίας κατά τά ἀνωτέρω.
Γ. Κατά τήν ἀνακήρυξιν γίνεται σχετική ἐκκλησιαστική πρᾶξις…
Δ. Ἡ πρᾶξις τῆς ἀνακηρύξεως ὑπογράφεται πανηγυρικῶς ἐν τῶ ναῶ…
(δίδονται λειτουργικές ὁδηγίες).
Ε. Εὐκαίρως περί τῶν ἀξιολογοτώρων ἐκ τῶν ἀνακηρυχθησομένων Ἁγίων, συντάσσεται καί ἰδιαιτέρα ἀνάλογος Ἀκολουθία…
Στ. Ἐπίσης ἀναγκαῖα ἐστίν ἡ ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων, ἄν ταῦτα σώζονται, καί τό χρῖσμα αὐτῶν δι’ Ἁγίου Μύρου. Κατά τήν ἀνακομιδήν δέ τῶν Λειψάνων, συνήθεις εἰσί παννυχίδες καί Λειτουργίαι πανηγυρικαί
» (Περιοδικό «Ὀρθοδοξία» ΚΠόλεως, τ. 6/1931, σελ. 281 κ. ἐξ.).
Κατά τόν Μανουήλ Γεδεών, ἡ ἀπάντησις εἰς τήν ἐρώτησιν αὐτήν, «ἔδειξεν τήν εἰς εἰδήσεις πτωχείαν τῶν πολυμαθῶν αὐτῆς συντακτῶν, ἀρκεσθέντων εἰς τήν λεηλασίαν τῶν προλεγομένων τοῦ «Ἑορτολογίου» του (Μανουήλ Γεδεών, εἰσαγωγικά «Ἁγιοποιήσεων»).
Ἐπί τῶν διατυπουμένων εἰς τό προηγούμενον ἔγγραφον εἶναι ἀναγκαίαι κάποιαι παρατηρήσεις:
Α. Ἡ διατύπωσις τῆς πρώτης παραγράφου, περί ἐξελέγξεως «τῶν στοιχείων τῆς ἁγιότητος διά Συνόδου», ἀποτελεῖ σαφεστάτην υἱοθέτησιν τῆς Παπικῆς σχετικῆς ἐπιτροπῆς (Promotor Fidei).
Β. Τό γραφόμενον εἰς τήν δευτέραν παράγραφον περί «τυπικῆς ἀναγνωρίσεως», εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀσυμφωνίαν μέ τήν πράξιν καί τήν παράδοσιν τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καί ἀποτελεῖ καινοτομία.
Γ. Ἀπό τάς δύο πρῶτας παραγράφους προκύπτει, ὅτι κατά τούς συντάκτες τῆς Πατριαρχικῆς ἀπαντήσεως ὑπάρχουν δύο εἰδῶν Ἅγιοι: 1. Οἱ γνωστοί εἰς τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐκείνοι δηλαδή τούς ὁποίους «ἡ γενική ἐκκλησιαστική συνείδησις ποιμένων τε καί ποιμενομένων ἀνεγνώρισεν ὡς Ἁγίους καί ὡς τοιούτους ἐπί μακρόν ἤδη χρόνον τιμᾶ καί γεραίρει», τούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή πρέπει νά ἀναγνωρίζει τυπικῶς («τῶν ἱερῶν τούτων προσώπων, τῶν σιωπηρῶς μέχρι τοῦ νῦν ὡς ἡγιασμένων παρά τοῦ Θεοῦ τιμωμένων, γίνεται τυπική ἀναγνώρισις ὑπό τῆς Ἐκκλησίας») καί
2. Οἱ ἄγνωστοι εἰς τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, τούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή, ἀφοῦ ἐξετάσει Συνοδικῶς, ἀναγνωρίζει - ἀνακηρύσσει οὐσιαστικῶς, δηλαδή ἁγιοποιεῖ.
Τέτοιες θέσεις εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστες εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ὁ Καθηγητής Στυλ. Παπαδόπουλος γράφει: «Ἀκόμη καί ἄν στήν πρώτη φάση μεσολαβήσει ἔρευνα συστηματική, δηλαδή ἄν ἡ Σύνοδος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἐρευνήσει μέ ἀπεσταλμένους τά ἀφορῶντα τόν Ἅγιο, πάλι περί ἁπλῆς διαπιστώσεως θά πρόκειται. Θά κληθοῦν, δηλαδή, κάποιοι νά καταθέσουν – πληροφορήσουν, τι διαπίστωσαν στόν βίο καί τό ἔργο τοῦ Ἁγίου καί τι τό θαυμαστό ἔπεσε στήν ἀντίληψή τους, πού νά ὀφείλεται στίς πρεσβεῖες τοῦ ἀποβιώσαντα ἱεροῦ ἄνδρα. Καί ἡ συστηματική ἑπομένως ἔρευνα εἶναι πάλι διαπιστωτική, ἁπλή διαπίστωση…
Δέν ἐξετάζεται λεπτομερῶς, ὅπως γίνεται στήν Παπική Ἐκκλησία, ὁ βίος τοῦ Ἁγίου καί δέν μπαίνουν σέ κάποια ζυγαριά οἱ ἀρετές, ἡ κατά περίπτωση συμπεριφορά του, οἱ πνευματικές ἀποτυχίες καί ἐπιτυχίες. Πολύ περισσότερο πού οἱ γνήσιοι πνευματικοί ἄνδρες φροντίζουν νά κρύπτουν τίς πνευματικές τους κατακτήσεις, φοβούμενοι τόν κίνδυνο τῆς κενοδοξίας, τῆς ἐπάρσεως. Ἀπόλυτο κρητήριο γίνονται τά ἐξαιρετικά χαρίσματα πού ὁ Θεός ἔδωσε χάριν τῶν ἀνθρώπων. Ἀφοῦ ὁ Θεός ἔδωσε τά χαρίσματα αὐτά, σημαίνει ?τι ἔκρινε - ἀποφάσισε γιά τήν ἁγιότητα τοῦ ἄλφα ἤ βῆτα πιστοῦ. Δέν ἐπιτρέπεται, λοιπόν, νά κρίνουμε τήν ἀπόφαση – θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀνακρίνοντας καί ζυγίζοντας λεπτομερῶς τά θετικά καί ἀρνητικά σημεῖα τῆς ζωῆς του. Κύριο ἔργο μας εἶναι ἡ διαπίστωσις τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου, τά ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα καί μερικά περιττά καί ἀντιπνευματικά
» (Στυλ. Παπαδοπούλου αὐτ., φ. 843, σελ. 4).
Δ. Τό ἴδιο ἄγνωστος εἰς τήν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν εἶναι καί ὁ διαχωρισμός τῶν Ἁγίων εἰς ἀξιολογωτέρους καί μή. Οἱ Ἅγιοι ὑπέρκεινται ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἁπλῶς ἄλλων ἡ μνήμη εἶναι οἰκουμενικῶς γνωστή καί ἄλλων τοπικῶς.
Ε. Ἡ ἀναφερόμενη εἰς τήν ἕκτην παράγραφον χρῆσις τῶν Λειψάνων μέ Ἅγιο Μῦρο, προσκρούει εἰς τόν ΜΖ’ Ἀποστολικόν Κανόνα καί εἰς τόν ΙΠ’ τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης (Ράλλη – Ποτλῆ, «Σύνταγμα Κανόνων», ΚΕ’ ἐρώτηση Θεοδώρου τοῦ Βαλσαμῶνος, τ. Δ’, σελ. 467).

γ. Ἡ πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀπό τοῦ αὐτοκεφάλου της (1833) μέχρι σήμερον, ἔχουμε μία μόνον Συνοδικήν διακήρυξιν ἁγιότητος νέου Ἁγίου, τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Ε’ Πατριάρχου ΚΠόλεως, τό 1921. Τήν ἁγιότητα τοῦ Ἱερομάρτυρος καί Ἐθνομάρτυρος Πατριάρχου διακήρυξε «δι’ εὐνοήτους λόγους», ἀντί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μέ Σύνοδον ἡ ὁποία συνεκλήθη εἰς Ἀθήνας τήν 8. 10. 1921, ὑπό τήν προεδρεία τοῦ Μητροπ. Ἀθηνῶν Θεοκλήτου, μέ τήν συμμετοχήν 16 Ἀρχιερέων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τοῦ παρεπιδημοῦντος Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Φωτίου. (Βλ. Ἀντ. Μάρκου, "Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Ε’ - ὁ Ἱερομάρτυρας καί Ἐθνομάρτυρας Οἰκουμενικός Πατριάρχης»).
Ἔκτοτε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπευθύνεται εἰς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, τό ὁποῖο διενεργεῖ τάςς διακηρύξεις μέ ἀπόφασιν τῆς περί τόν Θρόνον Ἱερᾶς Συνόδου.

Συμπεράσματα
Α. Τό ζητούμενον κατά τήν διαδικασίαν διαπιστώσεως τῆς ἁγιότητος ἑνός προσώπου εἶναι πρῶτον ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις – μετοχή εἰς τό σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί δεύτερον τά διά πρεσβειῶν του θαύματα, «ἐν ζωῆ καί μετά θάνατον». Μάλιστα τά θαύματα στήν ἐποχή μας - «τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις τῆς πονηρίας», τῆς «ἤδη καί τά θαύματα παραπλαττούσης καί τάς ἀρετάς τῆ ὑποκρίσει μᾶλλον κιβδηλευούσης» - θεωροῦνται σημαντική παράμετρος, διά τοῦτο «λίαν θηρεύομέν τε καί ἀπαιτοῦμεν καί εἰς κρίσιν καλοῦμεν, καίτοι τοῖς πάλαι, εἰλικρινέστερον κατά Θεόν πολιτευομένοις, οὐ πάνυ τοῦτο ἀντεξητάζετο» (Πρβλ. Εὐγενίου Βουλγάρεως, «Πρός Πέτρον Κλαίρκιον…», σελ. 113).
Γράφει χαρακτηριστικῶς ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Νεκτάριος (17ος αἰ.): «Τρία θεωροῦνται τά μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα. Πρῶτον Ὀρθοδοξία ἄμωμος, εἶτα ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπασῶν - ἐν αἷς ἕπεται ἡ περί τήν Πίστιν μέχρις αἵματος ἀντικατάστασις - καί ἡ παρά Θεοῦ, τέλος, ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων. Τό πρῶτον ἐστι καί εἰς σωτηρίαν ἀναγκαιότατον. Τό δεύτερον εἰς ἁγιωσύνης χαρακτῆρα. Ἀλλά καί τό τρίτον ἀναγκαιότατον καὐτό εἰς ἀπόδειξιν». («Πρός τάς προσκομισθείσας θέσεις παρά τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις φρατόρων, διά Πέτρου τοῦ αὐτῶν μαϊστορος, Περί τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα ἀντίρρησις», Ἰάσιο 1682, σελ. 201. Πρβλ. Εὐγενίου Βουλγάρεως, «Πρός Πέτρον Κλαίρκιον - Περί τῶν μετά τό σχίσμα Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν γενομένων ἐν αὐτῆ θαυμάτων», 1844, σελ. 6).
Β. Τήν ἁγιότητα ἑνός ἀποθανόντος μέλους τῆς Ἐκκλησίας διαπιστώνει «σύσσωμος ἡ Ἐκκλησία, Κλῆρος καί λαός, ἐν ἀδιασπάστῳ ὁμοφωνίᾳ καί ἄνευ τυπικῶν καί ὀργανωτικῶν πράξεων» (Ἀμ. Ἀλιβιζάτος). «Μέ τρόπο συνήθως ἁπλό καί σπάνια συστηματικό, γίνεται διαπίστωση τοῦ γεγονότος, ὅτι τό τάδε ἀποθανών μέλος τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε καί ἔχει χαρίσματα Ἁγίου. Πρόκειται γιά πράξη ἐμπειρική, πού εἶναι ἀποτέλεσμα θέας τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς καί τῆς δράσεως τοῦ Ἁγίου, ἀλλά καί γνώσεως πού ἀποκτᾶται μέσῳ ἀφηγήσεων ἤ γραπτῶν μαρτυριῶν» (Στυλ. Παπαδόπουλος).
Τήν ἁγιότητα ἡ ὁποία διεπιστώθη, διακηρύσει ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀρχή (Σύνοδος) τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς ὁποίας ἀνεδείχθη ὁ νέος Ἅγιος. «Ἡ ἐπίσημη ἀπό Σύνοδο ἐξαγγελία (εἶναι) ἀνακοίνωση ἐκείνου πού διαπιστώθηκε, τῆς ἁγιότητος – δηλαδή - ἑνός ἀποβιώσαντος μέλους τῆς Ἐκκλησίας… Ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας διακηρύσσει, δέν ἐλέγχει τήν ἁγιότητα τοῦ τάδε Ἁγίου. Διακηρύσσει τήν ἤδη διαπιστωμένη ἁγιότητα, διακηρύσσει τελικά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ τάδε ἀποθανών πιστός εἶναι Ἅγιος καί πρέπει νά θεωρεῖται καί νά τιμᾶται ὡς Ἅγιος» (Στυλ. Παπαδόπουλος).
Κατά τά προηγούμενα, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά ποιμαντικόν καθῆκον, ἑπομένη τῆς σχετικῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, μετά καί τήν ἀπό 27ης Ἰουλίου τ. ἔ. 2010 σχετικήν Αὐτῆς Ἀπόφανσιν, ὀφείλει νά διακηρύξη τήν ἁγιότητα τῶν ὑπό τοῦ πληρώματος ἑκάστης τοπικῆς Ἐκκλησίας τιμωμένων ὡς Ἁγίων ἱερῶν προσώπων, διά τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς γνωρίζουν καλύτερον παντῶς ἄλλου τήν ἐπικρατοῦσαν ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις αὐτῶν σχετικήν κατάστασιν, ἐφ’ ὅσον εἰς ἕνα ἕκαστον αὐτῶν συντρέχουν αἱ ὑπό τοῦ Πατριάρχου Νεκταρίου ὁριζόμεναι τρεῖς προϋποθέσεις τῆς ἀληθοῦς ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητος, ἤτοι ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΜΩΜΟΣ, εἶτα ΑΡΕΤΩΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΙΣ ΑΠΑΣΩΝ καί τέλος Η ΠΑΡΑ ΘΕΟΥ ΕΠΙΔΕΙΞΙΣ ΣΗΜΕΙΩΝ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΩΝ...














Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ

Ὅπως εἶναι γνωστό ὁ ἅγ. Νικόλαος Ἀρχιεπίσκοπος Μύρων εἶναι ὁ προστάτης τῆς Ρωσίας. Αὐτό ὡς ἱστορικό γεγονός ἀρχίζει μέ τήν πώληση ἀπό τόν Πάπα μέρους τῶν Λειψάνων του στούς Ρώσους Ἡγεμόνες. Τήν σχετική πληροφορία διασώζει ὁ Β. Δ. Ζῶτος – Μολοσσός. «Ἐπειδή λειτουργοῦντος τοῦ Λατίνου - γράφει - δέν ἐθαυματουργοῦσε ὁ Ἅγιος, ὁ Πάπας ἐπώλησε τήν μέν δεξιάν αὐτοῦ εἰς τόν Ἡγεμόνα τῆς Βλαχίας Γκίκαν, ἀντί 3.000 φλωρίων, τό δέ σῶμα αὐτοῦ εἰς τούς Ρώσους, ἀντί 10.000 φλωρίων»! («Ὁ Μέγας Συναξαριστής…» αὐτ., σελ. 506).
Πράγματι ἡ δεξιά τοῦ ἁγ. Νικολάου βρίσκεται στό Βουκουρέστι, φυλασσόμενη στόν Ἱ. Ναό τοῦ ἁγ. Γεωργίου τοῦ Νέου, ἄλλα λείψανά του δέ βρίσκονται σέ διάφορες περιοχές τῆς Ρωσίας, ἔτσι δέ δικαιολογεῖται καί ἡ μεγάλη διάδοση τῆς μνήμης του.
Γιά τούς Ρώσους ὁ ἅγ. Νικόλαος εἶναι ὁ Φωτιστής. Ἔχει ἀντικαταστήσει τόν Τίμιο Πρόδρομο στήν παράσταση τῆς Μεγάλης Δεήσεως. Στή Ρωσία δέν ὑπάρχει πόλη χωρίς ναό πρός τιμήν του καί μεγάλη μονή χωρίς παρεκκλήσιο ἀφιερωμένο στή μνήμη του. Μία ἀπό τίς μεγάλες πύλες τοῦ Κρεμλίνου τῆς Μόσχας φέρει τό ὄνομά του. Θεωρεῖται προστάτης τῶν πτωχῶν, ἀλλά καί τῶν ἐμπόρων (γι’ αὐτό καί οἱ ναοί του κτίζονται συνήθως στίς ἀγορές τῶν πόλεων).
Ὑπάρχουν τεκμηριωμένες πληροφορίες καί ἱστορικές μαρτυρίες γιά πολλές θαυματουργές εἰκόνες τοῦ ἁγ. Νικολάου (ὅπως ἐκείνης τοῦ Ζαράϊσκ, τήν ὁποία μετέφερε ἀπό τήν ΚΠολη στό Ριαζάν τό 1225 ἡ Βυζαντινή Πριγκίπισσα Εὐπραξία, σύζυγος τοῦ Ἡγεμόνος Θεοδώρου). Τό ὄνομα τοῦ ἁγ. Νικολάου ἔφεραν δέκα Ἅγιοι τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας καί πολλοί Ἡγεμόνες (μεταξύ αὐτῶν καί ὁ τελευταῖος Τσάρος Νικόλαος Β’, ὁ Νεομάρτυρας).
Πέραν τήν κύριας μνήμης του τήν 6η Δεκεμβρίου, ὁ ἅγ. Νικόλαος τιμᾶται στήν Ρωσία καί τήν 29η Ἰουλίου. Πρόκειται γιά τήν ἑορτή τῆς λιτανεύσεως τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος τοῦ Ἁγίου ἀπό τήν πόλη τῆς Βιάτκας στό χωριό Βελικορέτσκυ, ὅπου βρέθηκε τόν 14ο αἰ. Ἡ Βιάτκα εἶναι μία ἱστορική πόλη τῆς Ρωσίας (τό 1934, ἐπί Σοβιετικοῦ καθεστώτος μετονομάσθηκε σέ Κίρωφ, πρός τιμήν τοῦ ὁμώνυμου Σοβιετικοῦ ἀξιωματούχου) καί βρίσκεται στίς ὄχθες τοῦ ὁμώνυμου ποταμοῦ Βιάτκα. Τό Βελικορέτσκυ εἶναι χωριό τῆς περιοχῆς, εὑρισκόμενο σέ ἀπόσταη 180 χιλιομέτρων ἀπό τήν πόλη.
Ἡ εἰκόνα τοῦ ἁγ. Νικολάου βρέθηκε στό Βελικορέτσκυ τόν 14ο αἰ. ἀπό ἕναν χωρικό, πάνω σ’ ἕνα πεῦκο! Ὅταν προσπάθησαν νά μεταφέρουν τήν εἰκόνα στήν πόλη τῆς Βιάτκας, ἐνδεχομένως γιά περισσότερη τιμή καί ἀσφάλεια, αὐτή δέν μετακινοῦνταν μέ κανένα τρόπο! Τότε ὅλοι οἱ κάτοικοι μέ μία φωνή ὑποσχέθηκαν στόν Ἅγιο νά τόν «πηγαίνουν» μία φορά τόν χρόνο στό χωριό πού βρέθηκε. Ἔτσι προέκυψε ἡ καλοκαιρινή λιτάνευση τοῦ ἁγ. Νικολάου.
Μετά τήν κατάρρευση τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος, ὁ ἀριθμός τῶν πιστῶν πού συμμετέχουν στήν λιτανεία αὐξάνει συνεχῶς καί ἔχει φθάσει τά 20.000 ἄτομα! Οἱ πιστοί λιτανεύοντες τήν εἰκόνα καλύπτουν τήν ἀπόσταση τῶν 180 χιλιομέτρων σέ πέντε ἡμέρες! Προηγοῦνται λάβαρα καί σταυροί. Διασχίζοντας δάση καί λιβάδεια. Κάθε δύο ὥρες γίνεται μία στάση μισῆς ὧρας γιά ἀνάπαυση, κατά τήν ὁποία ἀναπέμπονται δεήσεις στόν Ἅγιο. Ἡ λιτάνευση σταματάει στίς 9 τό βράδυ καί οἱ πιστοί βρίσκουν κατάλυμα ὅπου μποροῦν (σέ σχολεῖα, σπίτια χωρικῶν ἤ καί στό ὕπαιθρο, ὅταν ὁ καιρός τό ἐπιτρέπει).
Ὅταν ἡ λιτανεία φτάσει στό Βελικορέτσκυ, τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία στό Ναό τοῦ Ἁγίου καί μετά ἡ εἰκόνα παίρνει τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στήν Βιάτκα.
Ἕνα ἀντίγραφο αὐτῆς τῆς εἰκόνας τοῦ ἁγ. Νικολάου δώρησε ὁ Τσάρος Ἰβάν Δ’ ὁ Τρομερός στήν Μονή Ὑπάτιεφ.
(Οἱ πληροφορίες γιά τήν λιτάνευση ἔχουν ληφθεῖ ἀπό τούς ἰστότοπους http://www.proskynitis.blogspot.com καί http://astapkovich-v.livejournal.com/912189.html.

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΜΟΖΝΤΟΚ ΟΣΕΤΙΑΣ

Ἡ θαυματουργός εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Μοζντόκ ἀνῆκει στόν τύπο τῆς Πορταϊτίσσης. Ἡ εἰκόνα σχετίζεται μέ τόν ἐκχριστιανισμό τῶν φυλῶν τῆς Ὀσετίας, οἱ ὁποίες δέχθηκαν μέν τόν Χριστιανισμό κατά τόν 4ο μ. Χ. αἰ., ἀλλά στή συνέχεια – λόγῳ τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως μεταξύ των καί τῆς ἀπομονώσεώς τους στά ὀρεινά μέρη - ὑπαναχώρησαν στήν εἰδωλολατρεία.
Κατά τόν 12ο αἰ., ἡ ἁγία Βασίλισσα τῆς Γεωργίας Θάμαρ (Ταμάρα), ἀνέλαβε μία προσπάθεια ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Ὀσετίων καί ἔστειλε στήν περιοχή τους Ἱερεῖς, Λειτουργικά βιβλία καί σκεύη. Τότε ἀφιέρωσε στό Ναό τῆς Ἀούλ Μαριάνκα, ἕνα ἀντίγραφο τῆς Παναγίας Πορταϊτίσσης, τό ὁποῖο ἀποδείχθηκε θαυματουργό. Λ. χ. τρεῖς φορές κάηκε ὁ ξύλινος ναός στόν ὁποῖο εἶχε κατατεθεῖ, ἀλλά καί τίς τρεῖς ἡ εἰκόνα διασώθηκε ἄθικτη καί ἀβλαβής ἀπό τήν φωτιά! Ὅμως σάν μεγαλύτερο θαῦμα τῆς Παναγίας θεωρεῖται ἡ ἐξάπλωση τῆς Ὀρθοδοξίας μεταξύ τῶν φυλῶν τῶν Ὀσετίων.
Τό 1768, μέ διαταγή τῆς Αὐτοκράτειρας τῆς Ρωσίας Αἰκατερίνης Β’ τῆς Μεγάλης, ἡ εἰκόνα μεταφέρθηκε στήν νεόκτιστη πόλη τοῦ Μοζντόκ, στή Ρωσο-Γεωργιανή μεθόριο. Μάλιστα, ὁ τότε Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως βγῆκε μέ ἱερατική πομπή γιά νά τήν ὑποδεχθεῖ καί νά τήν μεταφέρει στήν Ἐπισκοπική του ἕδρα, ὅμως τά βόδια πού ἔσερναν τήν ἄμαξα μέ τήν εἰκόνα, ἀκινητοποιήθηκαν σέ κάποιο σημεῖο! Ἔτσι, ἡ εἰκόνα ἔμεινε ἐκεῖ, κτίσθηκε παρεκκλήσιο καί ἀργότερα Καθεδρικός Ναός.
Τά θαύματα τῆς Παναγίας εἶναι πολλά (τό 1850 λ.χ. μέ ἐμφάνισή Της, ἀπέτρεψε τόν πολέμαρχο Σαμίλ ἀπό τό νά ἐπιτεθεῖ στό Μοζντόκ) καί ἡ ἐπιρροή της στούς τοπικούς πληθυσμούς (Γεωργιανῶν, Ἀρμενίων, Ὀσετίων καί Κιργισίων) εἶναι τέτοια, ὥστε τό 1858 ἔγραψε σχετικά ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριατσνιανίνωφ: «Στό Μοζντόκ ὑπάρχει ἕνας Ἀπόστολος γιά τούς βουνίσιους, πού δέν συγκρίνεται μέ κανέναν ἄλλο Ἱεραπόστολο: Ἡ θαυματουργή εἰκόνα τῆς Παναγίας, στήν ὁποία ἔρχονται ὅλοι οἱ βουνίσιοι, ἀκόμη καί οἱ Μουσουλμάνοι»!
Ἀτυχῶς ἡ εἰκόνα τοῦ Μοζντόκ χάθηκε κατά τήν διάρκεια τῶν διαφόρων ἱστορικῶν περιπετειῶν τῆς περιοχῆς, σώζονται ὅμως ἀντίγραφά της τοῦ 18ου καί 19ου αἰ. Στήν ἐποχή μας, μετά τά τραγικά γεγονότα στό σχολεῖο τοῦ Μπεσλάν (3.9.2004), οἱ μοναχές τῆς Μονῆς τοῦ Νέου Τιχβίν τοῦ Αἰκατερίενμπουργκ, ἁγιογράφησαν ἕνα ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας καί τό ἔστειλαν στό σχολεῖο.
Ἡ Παναγία τοῦ Μοζντόκ τιμᾶται τήν 12η Φεβρουαρίου, τήν 21η Ἀπριλίου, τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς καί τήν 15η Αύγούστου.