Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
"Ἱερεμίας Β' ΚΠόλεως ὁ Τρανός καί Μελέτιος Ἀλεξανδρείας ὁ Πηγᾶς"

Κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. ΚΗΡΥΚΟΥ (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), ἱδρύθηκε Ὀρθόδοξος Κατηχητική Σχολή ὑπό τήν προστασία καί τήν ἐπωνυμία τῶν καθαιρετῶν τῆς Παπικῆς καινοτομίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου μέ τίς Πανορθοδόξους Συνόδους τοῦ 16ου αἰ. ἀοιδήμων Πατριαρχῶν Ἱερεμία Β’ ΚΠόλεως τοῦ Τρανοῦ καί Μελετίου Ἀλεξανδρείας τοῦ Πηγᾶ.
Ἡ Σχολή ἔχει ἕδρα τό Ἱερό Ἡσυχαστήριο Παναγίας Παραμυθίας Ἀχαρνῶν καί οἱ συναντήσεις θά πραγματοποιοῦνται κάθε ἀπόγευμα Κυριακῆς.
Τήν διεύθυνση τῆς Σχολῆς ἀνέλαβε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Κήρυκος (πτ. Θεολογίας καί Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν).
Ἀρχικῶς στίς συναντήσεις θά ἀναπτύσονται θέματα Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας (ἡ ἕδρα τῆς ὁποίας ἀνατίθεται στόν Καθηγητή κ. Ἐλευθέριο Γκουτζίδη) καί Ὀρθοδόξου Ἁγιολογίας (ἡ ἕδρα τῆς ὁποίας ἀνατίθεται στόν Καθηγητή κ. Ἀντώνιο Μάρκου).
Ἡ ἔναρξις τῶν συναντήσεων τῆς Σχολῆς ἔγινε τό ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς 20ης Σεπτεμβρίου τ. ἔ. 2010, παρουσίᾳ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου καί πλέον τῶν 100 ἐνδιαφερομένων. Κατ’ αὐτήν ὁ κ. Ἀντ. Μάρκου ἀνέπτυξε τό θέμα, «Ὁ ἀσκητικός Βίος καί ἡ θαυμαστή Πολιτεία τῆς Ὁσίας Ταρσῶς τῆς διά Χριστόν Σαλῆς», ἐν ὄψει τῆς διακηρύξεως τῆς ἁγιότητός της, ἡ ὁποία ἔγινε κατά τήν διάρκεια ἀγρυπνίας τό βράδυ τῆς Τετάρτης 23ης πρός Πέμπτη 24η Σεπτεμβρίου τ. ἔ. 2010.
Τό κύριο θέμα τῶν ἁγιολογικοῦ ἐνδιαφέροντος συναντήσεων τοῦ διδακτικοῦ ἔτους 2010 – 2011 θά εἶναι οἱ «Ἅγιοι τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀπό τό 1924/1927 κ.ἐξ.». Γιά τόν λόγο αὐτό κατά τήν δεύτερη συνάντηση (τῆς Κυριακῆς 27ης Σεπτεμβρίου 2010), παρουσιάστηκε ἀπό τόν ἴδιο ὁμιλητή ὁ «Βίος τοῦ νεοφανοῦς Ὁσίου Γενναδίου τῶν Ἀκουμίων Κρήτης» (ὁ ὁποῖος ἤδη κυκλοφορεῖ σέ ἰδιαίτερο τεῦχος, ἐκδόσεως τῆς Σχολῆς).

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

ΜΙΑ ΑΝΟΣΙΟΣ ΚΑΠΗΛΕΥΣΙΣ
τῆς Ὁσιομάρτυρος Ἑλένης τοῦ Καυκάσου (+ 1975),
Ἁγίας τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν
Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου

Τόν τελευταῖο καιρό παρατηρεῖται μία ἀνόσια καί ἀνίερη καπήλευση τοῦ ὀνόματος τῆς Ὁσιομάρτυρος Ἑλένης τοῦ Καυκάσου, μιᾶς μεγάλης πνευματικῆς μορφῆς τῆς μαρτυρικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν στήν Σοβιετική Γεωργία, ἡ ὁποία ἔζησε ἀσκητικά καί ἐρημητικά σέ ἀσκητήριο τῆς χαράδρας τοῦ Τσίν καί ἔγινε γνωστή σ’ ὅλη τήν τότε Σοβιετική Ἕνωση γιά τό χάρισμα τῆς θεραπείας ψυχικῶν νόσων, μέ τό ὁποῖο εἶχε ἐλεηθεῖ ἀπό τόν Θεό.
Συγκεκριμένα, σέ βιβλίο τοῦ ἀρχιμ. Σάββα Βατοπεδινοῦ (ἄλλως Ἱερέως Δημητρίου, κατά κόσμον Χριστοφόρου Τελιανίδη), τό ὁποῖο ἐκδόθηκε στά Γεωργιανά, «μέ τήν εὐλογία τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχη πάσης Γεωργίας κ.κ. Ἠλία Β’» καί στά Ἑλληνικά ἀπό τήν Μονή Βατοπεδίου Ἁγίου Ὄρους, ἐνῶ ἀναφέρονται πολλές γνωστές καί ἄγνωστες πληροφορίες γιά τήν ζωή τῆς μακαρίας Ἑλένης, ὄχι μόνον ἀποκρύπτεται πλήρως τό γεγονός, ὅτι ἡ Ὁσία δέν ἀνῆκε στήν «ἐπίσημη» (δηλαδή Σοβιετοποιημένη) «Ἐκκλησία» τῆς Γεωργίας, ἀλλά στήν μαρτυρική Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν, ἀλλά καί ψευδῶς ὑποστηρίζεται καί διαδίδεται, ὅτι ἦταν σέ μυστηριακή κοινωνία μέ τό οἰκουμενιστικό Γεωργιανό Πατριαρχεῖο.
Ὅμως γιά τήν ὁσ. Ἑλένη (ἄλλως Μάτουσκα Ἑλένα), μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ καί διά πρεσβειῶν της, πρῶτος ἔγραψε ὁ ὑπογράφων, μετά ἀπό ἔρευνα μεταξύ τῶν δεκάδων Ἑλληνο-Ποντίων προσφύγων πού τήν γνώρισαν καί ἀπό 30ετίας στελεχώνουν τήν Ἐνορία ἁγ. Δημητρίου Ἀχαρνῶν (ὅπου ὁ Μητροπολιτικός Ναός τοῦ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος). Κατά τήν ἔρευνα αὐτή συγκεντρώθηκαν στοιχεῖα ἀπό ἔγκυρες μαρτυρίες αὐτοπτῶν μαρτύρων, προσώπων πού γνώρισαν τήν μακαρία Γερόντισσα ἤ εὐεργετήθηκαν ἀπό τίς προσευχές της, ὅπως τοῦ Ὀδοντιάτρου ἀπό τό Καζαξτάν κ. Χριστοφόρου Δαμιανίδη καί τῶν εὐλαβῶν γυναικῶν Δέσποινας Καλαϊτζίδου, Ὄλγας Συμεωνίδου, Μαρίας Τριανταφυλλίδου, Χρυσοῦλας Ψαραδέλη, Μαρίας Ὑφαντίδου, Κυριακῆς Δαμιανίδου, κ.ἄ.
Τό σχετικό κείμενο εἶδε τό φῶς τῆς δημοσιότητος στό Περιοδικό «Ὀρθόδοξος Πνοή» (φ. 100, Ὀκτ. - Νοεμ. 1999, σελ. 150 – 152. φ.101, Δεκ. 1999 - Ἰαν. 2000, σελ. 13 – 15. φ. 102, Φεβρ. – Μαρτίου 2000, σελ. 26 – 27. φ. 103, Ἀπρ. – Μαϊου 2000, σελ. 40 – 41. φ. 104, Ἰουνίου - Ἰουλίου 2000, σελ. 58. καί φ. 107, Δεκ. 2000, σελ. 135) καί τό 2001 ἐκδόθηκε σέ ἰδιαίτερο φυλλάδιο, στή σειρά τῶν ἐκδόσεων τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱδρύματος ἁγ. Αἰκατερίνης Στρογγύλης Κορωπίου Ἀττικῆς. Ἀκόμη (ἐξ ὅσων γνωρίζουμε) ἡ πρώτη της εἰκόνα εἶναι αὐτή πού δημοσιεύεται ἐκεῖ καί ἡ ὁποία φιλοτεχνήθηκε ἀπό τόν Ποντιακῆς καταγωγῆς ἁγιογράφο μοναχό π. Λουκᾶ Πανίδη, στέλεχος τῆς Ἐνορίας ἁγ. Δημητρίου Ἀχαρνῶν.
Σχετικά μέ τό λεπτό καί πολύ οὐσιαστικό αὐτό θέμα, τῆς Ὁμολογίας – δηλαδή – τῆς μακαρίας Γερόντισσας, οἱ πληροφορίες τῶν Ἑλληνο-Ποντίων προσφύγων πού τήν γνώρισαν «λένε ἄλλα». Συγκεκριμένα:
Στούς κληρικούς τοῦ Σοβιετοποιημένου Πατριαρχείου Μόσχας ἤ τῆς ἐπίσης ἐλεγχόμενης ἀπό τούς ἀθεϊστές Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας πού ἔφθαναν στό Ἡσυχαστήριο, ἡ Μάτουσκα δέν ἐπέτρεπε νά μποῦν στό κελλί της ἤ νά λειτουργήσουν (μάλιστα μέχρι τό 1957 δέν εἶχε στό ἀσκητήριο παρεκκλήσιο). Ἡ ἴδια κατέβαινε γιά ἐξομολόγηση καί Θεία Κοινωνία στό Σουχούμι, σέ ἕναν ἐξόριστο Ἱερέα Βουλγαρικῆς καταγωγῆς.
Αὐτό, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, ἐνόχλησε τούς «Πατριαρχικούς» καί εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά ἐνοχληθεῖ καί ἡ ἴδια ἀπό τούς ἀθεϊστές ἀρκετές φορές, ἐπειδή δέν ἀναγνώριζε τήν Σοβιετοποιημένη «Ἐκκλησία». Κάποια φορά μάλιστα ἄνδρες τῆς Μυστικῆς Ἀστυνομίας προσπάθησαν νά τήν συλλάβουν, ὅμως μία ὑπερφυσική δύναμη τήν κάλυπτε! Μπόρεσαν νά συλλάβουν μόνο τήν ἀδελφή της Νίνα.
«Προσεύχεσαι;» τήν ρώτησε κάποιος ἀξιωματικός.
«Ναί – τοῦ ἀπάντησε ἡ Μάτουσκα – γιά ὅλους τούς Χριστιανούς, ἀκόμη καί γιά σᾶς, διότι βαπτισθήκατε στό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί Τόν ἀρνηθήκατε».
Ἡ μακαρία Ἑλένη εἶχε πόθο νά ἔρθει στήν Ἑλλάδα καί νά προσκυνήσει τά σεβάσματα τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά τήν ἐμπόδιζε ἡ καινοτομία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Στούς Ποντίους πρόσφυγες πού ἔφευγαν ἀπό τήν Γεωργία γιά τήν Ἑλλάδα καί συνήθως περνοῦσαν νά πάρουν τήν εὐχή της, συνιστοῦσε προσοχή. «Στήν Ἑλλάδα – τούς ἔλεγε - ὑπάρχει τό Νέο Ἡμερολόγιο. Νά μήν πηγαίνετε στίς ἐκκλησίες πού τό ἀκολουθοῦν».
Στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ’70 εἶπε χαρακτηριστικά σέ Χριστιανούς πού σήμερα κατοικοῦν στήν περιοχή τοῦ Ἀσπροπύργου: «Καί στό Παλαιό Ἡμερολόγιο νά εἶστε προσεκτικοί, διότι μόνο τέσσερεις Ἐπίσκοποι εἶναι γνήσιοι καί κανονικοί»!
Τήν ἐποχή ἐκείνη – μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Γ.Ο.Χ. Ἀθηνῶν Ἀγαθαγγέλου (+ 1967) καί πρίν τίς ἐπισκοπικές χειροτονίες τοῦ 1973 – οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἦσαν πέντε: Ὁ τότε Πατρῶν καί ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας (+ 2005), ὁ Θεσσαλονίκης Δημήτριος (+ 1976), ὁ Κορινθίας Κάλλιστος (1977, + 1985), ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Βησσαρίων (+ 1977) καί ὁ Μεσσηνίας Γρηγόριος (1995, + 2009). Ὁ προφητικός ὀφθαλμός τῆς μακαρίας Ἑλένης προεῖδε τήν πτώση τοῦ Κορινθίας Καλλίστου (προσχώρησε στό Φλωρινικό Σχίσμα τό 1977 καί καθαιρέθηκε) ἤ τοῦ Μεσσηνίας Γρηγορίου (ἡγήθηκε τό 1995 τοῦ Σχίσματος τῶν 5 Μητροπολιτῶν);
Ὁ ἤδη μακαριστός Ποντιακῆς καταγωγῆς Ἱερεύς Γεώργιος Μαυρίδης, εἶχε γνωρίσει προσωπικά τήν γ. Ἑλένη (μέ τίς προσευχές της μάλιστα εἶχε θεραπευθεῖ μία ἀναδεκτή του). Ἐρχόμενος στήν Ἑλλάδα στή δεκαετία τοῦ ’60, μέ συγκεκριμένες ὁδηγίες ἀπό τήν Μάτουσκα, γιά «νά βρεῖ τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία», ἄρχισε νά ψάχνει καί τελικά τήν βρῆκε (μέσῳ τοῦ τότε Ἱερομονάχου καί ἔπειτα Μητροπ. Γ.Ο.Χ. Βεροίας Ταρασίου), ἐφημέρευσε δέ στό Ναό Παναγίας Γοργοϋπηκόου Γ. Ο. Χ. Λιτοχώρου Πιερίας.
Μέ τήν ὁσ. Ἑλένη συνδέοταν ἀκόμη καί ἡ μακαριστή Γερόντισσα Εὐαγγελία, Ποντιακῆς καταγωγῆς, πρώτη Ἡγουμένη καί κτιτόρισσα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἁγ. Σπυρίδωνος Τριανταφυλλιᾶς Σερρῶν, ἡ ὁποία ἐντάχθηκε στή Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ σύσταση τῆς Ὁσίας, ἤδη ἀπό τήν ἵδρυσή της.
Συγκλονιστική εἶναι ἡ μαρτυρία τῆς Μαρίας Ὑφαντίδου, ἡ ὁποία ἦρθε στήν Ἑλλάδα ἀπό τήν τότε Σοβιετική Ἕνωση τό 1968 καί ἐγκαταστάθηκε στή Δραπετσῶνα Πειραιῶς. Τήν τέταρτη ἡμέρα ἀπό τήν ἐγκατάστασή της, ἐνῶ ἔκανε τήν πρωϊνή της προσευχή, εἶδε κάτω ἀπό τήν πόρτα τοῦ μοναδικοῦ δωματίου πού ἀποτελοῦσε τήν κατοικία της ἕναν ἄσπρο φάκελλο. (Εἶναι ἄξιο σημειώσεως, ὅτι ἡ οἰκογένεια ἦταν ἀκόμη ἐντελῶς ἄγνωστη στήν περιοχή). Ὁ φάκελλος δέν εἶχε διεύθυνση ἀποστολέα καί παραλήπτη καί περιεῖχε μία ἐπιστολή τῆς μακαρίας Ἑλένης στά Ρωσικά. «Παιδάκι μου - ἔγραφε – τά παιδιά σου καί τά μάτια σου. Νά πηγαίνετε μέ τό Παλαιό Ἡμερολόγιο καί νά πεῖτε σέ ὅλους νά γυρίσουν μέ τό Παλαιό. Ἡ Ἑλλάδα, ἄν γυρίσει μέ τό Παλαιό θά θριαμβεύσει, ἀλλιῶς θά χαθεῖ»!
Ψάχνοντας ἡ κ. Ὑφαντίδου βρῆκε τήν πλησιέστερη στό σπίτι της ἐνορία τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Ἱ. Ν. ἁγ. Ἀνδρέου Λιπασμάτων) καί ἔδειξε τήν ἐπιστολή στό ἐφημέριο, ἤδη μακαριστό Ἀρχιμ. Ἰωάσαφ Τσολάκη, ὁ ὁποῖος τῆς συνέστησε νά τήν φυλάξει στά εἰκονίσματα. Ὅμως, λίγες ἡμέρες ἀργότερα, ἡ ἐπιστολή ἐξαφανίστηκε, μέ τήν ἴδιο παράδοξο τρόπο πού εἶχε ἐμφανιστεῖ.
Ἄλλη πιστή, ἐπίσης Ποντιακῆς καταγωγῆς (τά στοιχεῖα της βρίσκονται στό ἀρχεῖο μας), στή δεκαετία τοῦ ’60 - ἐπειδή δέν γνώριζε τόσο τήν Ἑλληνική γλῶσσα, ὅσο καί τό πρόβλημα τῶν σχισματικῶν Παλαιοημερολογιτικῶν Παρατάξεων – εἶδε τήν Ὁσία Ἑλένη ὀφθαλμοφανῶς νά τήν ὁδηγεῖ στόν ἱστορικό Ἱ. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλιθέας (Μητρόπολη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ματθαίου τοῦ Νέου Ὁμολογητοῦ, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, + 1950) καί μάλιστα πολλές φορές, γιά νά μάθει τήν διαδρομή! καί νά τῆς συνιστᾶ «νά ἐκκλησιάζεται μόνον ἐκεῖ»!
Σέ ὅτι ἀφορᾶ τό ἐρώτημα «ποιός ἐξυπηρετοῦσε μυστηριακά τήν Γερόντισσα, στό Ἀσκητήριο τοῦ Τσίν», ἡ ἀπάντησις τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων Ἑλληνο - Ποντίων προσφύγων εἶναι σαφῆς: Ἕνας Κατακομβίτης ἐξόριστος Ἱερέας Βουλγαρικῆς καταγωγῆς!
Αὐτά γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ἀληθείας. Εἶναι πάντως λυπηρή ἡ διαπίστωσις, ὅτι παράγοντες τῆς λεγομένης ἐπίσημης Ὀρθοδοξίας, τῶν Οἰκουμενιστικῶν – δηλαδή – τοπικῶν «Ἐκκλησιῶν», Νεοημερολογιτικῶν καί Παλαιοημερολογιτικῶν, ἐπιχειροῦν νά καπηλευθοῦν Ἁγίους τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας (τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν καί τῶν τοπικῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν), μέ σκοπό τόν προσεταιρισμό ἀφελῶν καί ἁπλοϊκῶν πιστῶν, τήν ἀπορρόφηση μέ ἄλλα λόγια ἐκείνουν πού ἀντιδροῦν καί καταγγέλουν τήν ἐκπόρνευση τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τά σχέδια τῶν Οἰκουμενιστῶν. Μεταξύ τῶν Ἁγίων αὐτῶν περιλαμβάνονται ἡ ἁγ. Ματρῶνα ἡ ἀόμματος καί ὁ ἅγ. Θεοδόσιος τοῦ Μινβόντι Σταυρουπόλεως (γιά τήν Ρωσική Ἐκκλησία), ἡ ὁσ. Ἑλένη τοῦ Τσίν (γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας) καί οἱ Ὅσιοι Γεννάδιος τῶν Ἀκουμίων Κρήτης (τί θέλουν τά Λείψανα τοῦ ἐπισήμως σχισματικοῦ μοναχοῦ Γενναδίου στή Μονή Κύκκου Κύπρου;) καί Ταρσώ ἡ διά Χριστόν Σαλή (γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος).
Ἐμεῖς πάντως καταγγέλουμε τήν προσπάθεια καπήλευσις καί στά πλαίσια τῶν δυνατοτήτων μας, θά κάνουμε ὅτι εἶναι δυνατόν γιά τήν ἐνημέρωση τοῦ λαοῦ καί τήν ἀποτυχία της.





Ἡ Νομική θέση τῶν Ἁγίων Λειψάνων

Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου


Ἀπό τόν συνάδελφο κ. Βλάσιο Σαββίδη (Καθηγητή Πανεπιστημίου στήν Καλλιφόρνια τῶν Η.Π.Α.), ὁ ὁποῖος κατά καιρούς δέχεται ἐρωτήσεις σχετικά μέ τήν νομική θέση τῶν Ἁγίων Λειψάνων, μᾶς ζητήθηκε σχετική γνωμάτευση. Εἰδικώτερα γιά τό τί ἐπιτρέπει καί τί ἀπαγορεύει ὁ Νόμος σχετικά μέ τήν διακίνηση τῶν Ἁγίων Λειψάνων (πώλησις, ἀγορά, ἀνταλλαγή), καθώς ἐπίσης καί μέ τήν γνησιότητά τους.
Σύμφωνα μέ τήν θέση τοῦ Καθηγητοῦ κ. Παντ. Πάσχου, μέ βάση ἀνακοίνωση στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τοῦ Καθηγητοῦ Κ. Μ. Ράλλη (βλ. Πρακτικά Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, τ. 13, 1938, σελ. 30 - 42), ἀπό νομικῆς πλευρᾶς γιά τά Ἅγια Λείψανα ἰσχύουν τά ἀκόλουθα:


Α. Περί γνησιότητος:

Ἡ γνησιότηττα τῶν Ἁγίων Λειψάνων δέν ἀποδεικνύεται ὑποχρεωτικά ἀπό βεβαιώσεις πού ἴσως ἔχουν οἱ κάτοχοί τους. (Σημείωσις ἡμετέρα: Ἄρα οἱ βεβαιώσεις δέν εἶναι ἀπαραίτητες καί ἀρκεῖ ἡ διαβεβαίωση τοῦ κατόχου καί ἡ συνείδηση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Λ.χ. ἐνῶ στή θήκη τῆς Κάρας πού φυλάσσεται στή Βυζαντινή Μονή ὁσ. Μελετίου Οἰνόης Βιλλίων Ἀττικῆς, ἀναγράφεται ὅτι πρόκειται γιά τήν Κάρα τοῦ ἁγ. Μεγαλομ. Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, ἡ κοινή συνείδησις δέχεται, ὅτι πρόκειται γιά τήν Κάρα τοῦ τοπικοῦ Ἁγίου ὁσ. Μελετίου).

Β. Ἐπιτρέπεται:
1.
Νά ἀνήκουν σέ φυσικό πρόσωπο, κατά κυριότητα ἤ συγκυριότητα, ὅμως ὁ ἰδιοκτήτης τους πρέπει:
α. Νά ἀποφεύγει κάθε τί πού ἀπάδει πρός τήν ἱερότητά τους.
β. Νά σέβεται τίς σχετικές μέ τά Λείψανα παραδόσεις καί διδασκαλίες τῆς Ἐκκλησίας.
γ. Νά παρακωλύει τήν βεβήλωσή τους.
δ. Νά διευκολύνει τήν τιμητική τους προσκύνηση.
2. Νά γίνουν ἀντικείμενο ἀγοραπωλησίας.
3. Νά ἀνταλλάσονται μέ ἄλλα Ἅγια Λείψανα.
4. Νά γίνονται ἀντικείμενο δωρεᾶς, χρησιδανείου καί προίκας.
5. Νά κληροδοτηθοῦν.
6. Νά μετεφερθοῦν σέ ἄλλη περιοχή, χάριν εὐλογίας, μέ τήν ἄδεια τοῦ ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου.

Γ. Ἀπαγορεύεται:
1.
Νά περιοδεύονται "πρός ἀργυρολογίαν" (βλ. σχετικές Ἐγκυκλίους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 1934 κ. ἑ.).
2. Νά ἐκτίθενται στήν ἀγορά.
3. Νά κατάσχωνται γιά τήν πληρωμή χρέους, ἰδιωτικοῦ ἤ δημοσίου.
4. Νά ἀφαιροῦνται ἀπό τούς τόπους λατρείας καί ὁποιαδήποτε βλάβη καί φθορά τους. (Τό ἄρθρο 374, ἐδάφιο 1 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα καί τό ἄρθρο 425 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, προβλέπουν αὐστηρές ποινές).

Βιβλιογραφία: Π. Β. Πάσχου, "Ἅγιοι, οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ", σελ. 158 - 160.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΑΓ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ


Ψαλλομένη τῆ 14η μηνός Μαΐου

Ποίημα Ἀντωνίου Μάρκου, ἐν Χανίοις καί ἔτει 1985, ἐπί τῆ συμπληρώσει 35ετίας ἀπό τῆς μακαρίας τοῦ ἁγ. Ματθαίου κοιμήσεως.


ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ

Εἰς τό «Κύριε ἐκέκραξα» ἱστῶμεν στίχους στ’ καί ψάλλομεν Στιχηρά προσόμοια.

Ἦχος α’. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων
Δεῦτε Ὀρθόδοξοι πάντες πανηγυρίσωμεν/, ἐν τῆ σεπτῆ κοιμήσῃ Ἱεράρχου Ματθαίου/, τοῦ κοσμήσαντος τόν θρόνον τῶν Ἀθηνῶν/ καί δοχείου δειχθέντος τῆς Χάριτος/. Τοῦ θεαρέστως βαδίσαντος ἐπί γῆς/ καί εἰς οὐρανόν μετατεθέντος σήμερον.

Ἡ Κρήτη σύμπασα χαῖρει τῆ τελειώσῃ σου/, ὅτι αὐτή ἐφάνη ἐπί τῆς γῆς ἡ πατρίς σου/, συγχαίρει δέ καί ταύτῃ Χρυσοπηγῆς/ τό ἱερόν καί σεπτόν μοναστήριον/, ἐν ὅ εὐσέβειαν τό πρῶτον ἐκδιδαχθείς/ Ἀλεξανδρείᾳ ἐπορεύθης ὕστερον.

Ἀλεξανδρείας ὁ θρόνος, Πάτερ, σεμνύνεται/, ὡς Ἱεροσολύμων, ἐπί τῆ σῆ παρουσίᾳ/. Ἐκεῖ γάρ τήν σοφίαν τήν τοῦ Θεοῦ/, ἐν τῆ Σχολῆ τῆ τοῦ Σταυροῦ ἐμαθήτευσας/, Ἱερωσύνης ἐδέχθης τόν θησαυρόν/ καί ἐν τοῦ Κυρίου τόν Τάφον διηκόνησας.

Τῆς Θεοτόκου τό Ὄρος, Πάτερ, σ’ ἐδέξατο/, ὅτε τῶ Νεκταρίῳ τό σοφῶ ὑπετάγης/, ἀρνούμενος τόν κόσμον καί τά αὐτοῦ/ καί σπηλαίου δεικνύμενος κάτοικος/, ἐν ὧ ἀσκήσει τά πάθη καταβαλῶν/, οὐρανίων ἠξιώθης ἀντιδόσεων.

Τήν Ἐκκλησίαν στηρίζων, Ματθαῖε Ὅσιε/, μονάς ἀνήγειρας δύο, Σωτῆρος καί Θεοτόκου/, ἐν κώμῃ τῆς Κερατέας, ἐν οἷς πολλοί/ μονασταί καί μονάζουσαι/ ἤσκησαν, Πάτερ, μιμούμενοι τό σόν/ θεοφιλές τε καί ἅγιον παράδειγμα.

Ὡς ἀληθής Ἱεράρχης, Πάτερ, κηδόμενος/ τῆς σῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί τοῦ λαχόντος ποιμνίου/, ἀνέδειξας ἀξίους ἱερουργούς καί ἀρχιθύτας, μακάριε/, ἐφ’ οἷς τήν δοθεῖσαν σοι διαδοχήν/, διά τῶν σῶν χειρῶν μετέδωκας.

Δόξα. Ἦχος πλ. α’.Τεθεμελίωσαι, Πάτερ, ἐπί τήν πέτραν τῆς πίστεως, διό καί τό σόν πνευματικόν οἰκοδόμημα, ἐδείχθη στερρόν καί ἴσχυσεν τῶν κατ’ αὐτοῦ προσβολῶν τοῦ ἀντικειμένου. Αἱ μέν ὑπό σοῦ ἱδρυθεῖσαι μοναί, μεγάλα ἀνεδείχθησαν κέντρα Ὀρθοδοξίας τε καί ἀρετῆς καί συνεχίζουσι τά νῦν τήν ὑπό σοῦ τεθεῖσαν ἐν αὐτοῖς θεοφιλεστάτην παράδοσιν, τοῦ εἶναι ἐργαστήρια ἀρετῶν καί τελειώσεως ψυχῶν καί οὗτω δειχθῆναι ἐπί τῆς γῆς, Βασιλείας Θεοῦ καί Χάριτος κατοικητήρια. Τά δέ σά ἐν Κυρίῳ τέκνα, δι’ ὧν ἐρημίας εἰς πόλεις μετέτρεψας, τοῖς σοῖς ἑπόμενα ἴχνεσιν, τόν Κλῆρον τῆς Ἐκκλησίας τῶ ἀγῶνι ἐκόσμησαν, Ὁσίων τάγματα τοῖς ἔργοις ηὔφρανον, μαρτυρίαν Ὀρθοδοξίας τοῖς πᾶσιν ἔδωκαν καί ὁσιακῶς τόν βίον κατέλειπον. Ὅθεν, χαίρων ἐπί τῆ εὐλογίᾳ τοῦ σοῦ ἔργου, ὡς παρρησίαν ἔχων πρός Κύριον, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν τῶν παραλειπομένων.

Καί νῦν. Θεοτοκίον
Εἴσοδος, τό Προκείμενον τῆς ἡμέρας καί τά Ὁσιακά ἀναγνώσματα

Εἰς τήν Λιτήν Στιχηρά Ἰδιόμελα.
Ἦχος α’
Ἡ Κρήτη σεμνύνεται, ὅτι αὐτῆς γέννημα τυγχάνεις, Ὅσιε. Καί μετ’ αὐτῆς συγχαίρει ὁ ταύτης πολιοῦχος Τίτος ὁ Ἀπόστολος, ὅτι ἐν τοῖς ἐσχάτοις χρόνοις, ἡ ὑπ’ αὐτοῦ εὐαγγελισθείσα γῆ, ἀνέδειξεν ἐν σοί μέγαν Ἅγιον. Καί σύν αὐτῶ συγχαίρουν Μᾶρκος καί Ἰάκωβος, ὅτι τάς Ἐκκλησίας αὐτῶν, ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καί Ἱεροσολύμοις, τῆ σῆ παρουσίᾳ κατεκόσμησας καί ἐν αὐταῖς ἐδιδάχθης Ὀρθοδοξίαν σέβεσθαι καί ἀρετεῖν διώκειν. Πλήν πλέον ὅλων πρῶτον χαίρει τό τῆς Θεοτόκου Ἁγιώνυμον Ὄρος, ὅτι ἐν αὐτῶ ἤσκησας, φοιτῶν ἐν τῆ τῶν μοναχῶν πολιτείαν, ὧν τό τάγμα ὑπερβαλόντως ἐτίμησας. Σύν τοῖς Ἀποστόλοις οὖν, Πάτερ, ὡς εὐηγγελισάμενος ἀλήθειαν ἐν μέσῳ ἀποστασίας, πρέσβευε Χριστῶ τῶ Κυρίω, τοῦ σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Ἦχος β’.Τίς δυνήσεται, Ματθαῖε Ὅσιε, τούς σούς ἀγῶνας ἐν τῶ Ὄρει τῶ Ἁγίῳ διηγήσεται; Τίς ἤ μή τό σπήλαιον ὅ μάρτυς παρέστη τῆς σῆς ἀσκήσεως; Τοῦ σοῦ ἀειθαλοῦς ἐν τοῖς ὄμμασιν δακρύου, νηστείας τε καί χαμαικοιτίας τῆς συνεχοῦς, προσευχῆς τῆς ἐμπύρου καί ἀδιαλείπτου, δι’ ὧν ἀδαμάντινον τόν χαρακτήρα διεμόρφωσας, ταπείνωσιν ἐκτίσω τήν ὑψοποιόν καί τό σαρκός ὑπερορᾶν ψυχῆς τε καί πνεύματος ἔνεκα. Τίς δύναται ἀφηγήσασθαι ἤ μή ἡ ἅλυσος, δι’ ἧς ὡς χαλινῶ τῶ σῶ σώματι ἐδουλαγώγης καί ἐν τῶ σπηλαίῳ ἐκρεμάσω, ἀγρυπνῶν καί προσευχόμενος; Καί τά ἄψυχα μαρτυροῦσι περί τῆς σῆς ἁγιότητος, Ματθαῖε Πατήρ ἡμῶν, διό καί ἡμεῖς σοῦ δεόμεθα, μή παύεις ὑπέρ ἡμῶν ἱκετεύειν τόν Κύριον.

Ἦχος γ’.
Ἐπ’ ἐκκλησίαις τιμῶμεν σε, Ματθαῖε Πατήρ ἡμῶν, ἐξαιρέτως διά τούς σούς κατά τῆς κακοδοξίας ἀγῶνας, δι’ ὧν τῶ τῶν Ὁμολογητῶν τάγματι κατετάγης. Ὅτε γάρ, ἐν αἰῶνι τῶ ὀγδόῳ, ἡ τῶν Οἰκουμενιστῶν αἵρεσις ἀνεφάνη καί ἡ τοῦ Παπικοῦ Καλενδαρίου τῶ Πνεύματι βλασφημία ὑπ’ αὐτῶν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἐπεβλήθη, σύ μετ’ ἄλλων, τοῦ Ἁγιωνύμου Ὄρους Πατέρων, τόν κατ’ αὐτῶν ἀγῶνα ἀνέλαβες. Τόν ὑπό τοῦτον δεινῶς χειμαζόμενον λαόν καθηκόντως ἐστήριξας καί διωγμούς ὑπέμεινας, ἐμμένων τῆ τῆς Πίστεως γνησιότητι. Καί τήν Ἐκκλησίαν στηρίζων, Ἧς τόν στολισμόν ἱεροσύλως, δυνάμει ἀλλοτρίᾳ, οἱ καινοτόμοι ἀφήρπασαν, μονάς ἵδρυσας, ἐν μέσῳ διωγμοῦ καί θυέλλης, ἅς ἡ γνησιότης τῆς Πίστεως καί ἡ ἐργασία τῶν ἀρετῶν, φωστῆρας ἀνέδειξεν τήν οἰκουμένην αὐγάζοντας, τῶ τῆς ἀληθείας φωτί. Ταῦτας καί ἡμᾶς, σαῖς λιταῖς ἀεί φύλαττε, Ματθαῖε Ὁμολογητά, καί τῶ Κυρίῳ ἱκέτευε τυχείημεν ἐλέους καί ἀφέσεως.

Ἦχος δ’.Τούς σούς ἀγώνας ἐπιβραβεύουσα ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ἔθηκέ σε ὡς λύχνον ἐπί τήν λυχνίαν, ἀνυψώσασά σε τῶ ἐπισκοπικῶ ἀξιώματι. Ὅ ἐξασκῶν, τά σά ποιμαντικά ἐπέδειξας χαρίσματα καί κατέστης τοῦ σοῦ ποιμνίου ἀληθῶς ποιμήν τε καί ἐπίσκοπος. Τῆ σῆ Ἀποστολική ὅντως πολιτείᾳ, Βρεσθένης καί Ἀθηνῶν τούς θρόνους κατεκόσμησας καί ἀνεδείχθης ἀληθῶς, Ἱεροθέου καί Διονυσίου ἄξιος διάδοχος. Ἐν μέσῳ δέ τῆς τῶν σχισματικῶν θυέλλης, Θεῶ πειθαρχῶν, τῶ σῶ ταπεινῶ ὕψωσας ἀναστήματι, τοῖς πάσιν κηρύττων τήν ἀπό τῆς Ἐκκλησίας τῶν Οἰκουμενιστῶν ἀποστασίαν, πάντας καλῶν εἰς ὑπακοήν Αὐτῆ, ἑαυτόν προσφέρων ὑπόδειγμα. Καί περί τοῦ μέλλοντος Αὐτῆς προνοῶν, ὡς ἀληθῆς Ποιμενάρχης, τῶ σῶ Ἀποστολικῶ ἀξιώματι ἑτέροις πατράσιν μετέδωκας, Ἀρχιερεῖς ἀναδείξας τοῦ ποιμνίου κηδόμενος. Ὑπέρ οὗ, Ματθαῖε Ἱεράρχα, Χριστόν ἱκέτευε, τυχεῖν ἐλέους καί ἀφέσεως.

Δόξα. Ἦχος πλ. α’.Ὡς Ἱεράρχης, Ὅσιος, Ὁμολογητής καί Μάρτυς, τιμάσθω Ματθαῖος ὁ τῶν Ἀθηνῶν Ἀρχιεπίσκοπος. Ὡς Ἱεράρχης, ὅτι ἀληθῶς τό αὐτοῦ ποίμνιον, εἰς νομάς σωτηρίους ὡδήγησεν καί τοῦτο ἐδίδαξεν, Ὀρθοδοξίαν σέβεσθαι καί τιμᾶν. Ὡς Ὅσιος, ὅτι ἀσκητικῶς τόν βίον αὐτοῦ διήνυσε, σπήλαιον οἰκήσας καί ἐρημίαν πολίσας, μονάς ἱδρύων καί πατήρ μοναζόντων δεικνύμενος. Ὡς Ὁμολογητής, ὅτι Ἐκκλησίας τά δόγματα ἐστήριξεν, Ὀρθοδοξίας ὁμολογίαν πάσιν κηρύξας, ἐν μέσῳ λαίλαπος σχισματικῶν καί δεινοῦ κλείδωνος. Καί ὡς Μάρτυς, ὅτι τῆ προθέσῃ ὑπέρ ἀληθείας ἤλθησεν καί διωγμόν ὑπήνεγκεν καί ὅτι πόθος μαρτυρίου τήν ψυχήν αὐτοῦ διέκαιεν, ἕως τό ζήν ὁσιακῶς ἐξεμέτρησεν. Ταῦτα βραβεύων ὁ ἀγωνοθέτης Κύριος, διά μύρου εὐώδους τό αὐτοῦ σκήνωμα ἐτίμησεν καί θαυμάτων πηγήν τοῦτον ἀνέδειξεν καί τήν μακαρίαν αὐτοῦ ψυχήν εἰς οὐρανούς ἐδέξατο. Αὐτῶ, ὡς υἱοί τῶ πατρί, θερμῶς βοήσωμεν. Μή παύση, Πάτερ, ἱκετεύειν τόν Κύριον, ἐλεηθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν καί δοῦναι πάσιν ἡμῖν συγχώρησιν.

Καί νῦν. Θεοτοκίον.

Εἰς τόν Στίχον
Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου σέ νεκρόν.

Ὅτε Λατινόφρονες δεινῶς, παμμίαρον γλῶτταν ἐκίνουν, κατά Χριστοῦ ἀναιδῶς καί τήν Ἐκκλησίαν Του σάλῳ ἐτάρρατον, τῆ αἱρέσει ὑπείκοντες οἰκουμενιζόντων, Λατίνων καλενδάριον Ταύτῃ εἰσάγοντες, τότε σύν ἑτέροις πατράσιν, τούτων ἐκεραύνωσεν τόλμην, Ματθαῖος ἐν τό Ὄρει, ὁ ἀοίδημος.

Λόγων τοῦ Κυρίου, ὡς σοφός κατενωτισθείς Ἱεράρχα, ἔργῳ ἠφάνισας τοῦ αἰῶνος τήν αἵρεσιν, ὡς ἀντιτάξας αὐτῆ τήν τοῦ Πνεύματος μάχαιραν καί φωνάς Πατέρων, διό βοῶμεν σοι, χαῖρε τῶν Ἀθηναίων τό κλέος καί Ἑλλάδος καύχημα ὄντως καί Ὁσίων θεῖον σεμνολόγημα.

Θλίψεις καί ποικίλους πειρασμούς, ὑπέρ τῆς ἀγάπης Κυρίου, Πάτερ, ὑπέμεινας καί διωγμούς ὑπήνεγκας, οἷα ποιμήν ἀληθής, Ἐκκλησίας στηρίζων ποίμνην τήν λογικήν, ταύτην καθοδήγησας πρός χλόην ἄφθαρτον καί νομάς σωτηρίους, διό συναγάλη ἐν τοῖς οὐρανοῖς μετ’ Ἀγγέλων καί Χριστοῦ τῶ βήματι παρίστασαι.

Δόξα. Ἦχος πλ. α’.Ἐπέπεσεν ἡ τῶν καινοτόμων μανία ἐπί σέ Ματθαῖε Ἱεράρχα. Τά ἔργα γάρ αὐτῶν ἐκ τοῦ σκότους ὄντα, ὑπό τοῦ φωτός τῆς σῆς ὁμολογίας, ὡς πονηρά κατελέγχοντο. Διό, τοῦ διαβόλου αὐτοῖς συνεργοῦντος, κατά σοῦ καί τοῦ σοῦ ἔργου τρόποις ποικίλοις ἐκινήθησαν, διά διωγμοῦ τε καί πιέσεως καί συκοφαντίας. Ἀλλά τήν μῆνιν αὐτῶν ἀντιπαρῆλθες, ὡς ἐπί τῆς ἀληθείας ἑδραζόμενος καί ἔχων διά τοῦτο μετά σοῦ συμπολεμοῦντα τόν τῆς δόξης Κύριον. Καί νῦν μέν, σύ ἐν οὐρανοῖς μετ’ Αὐτοῦ συναγάλλει, ἐκεῖνοι δέ, ἅπαξ τοῦ τῆς Ἐκκλησίας φωτός στερηθέντες, ἐν τῶ τῆς αἱρέσεως σκότει κινούμενοι, ἀπό πτώσεως εἰς πτῶσιν ὁδηγοῦνται καί ἀπώλειαν. Ἀλλ’ ὡς Πατήρ φιλεύσπλαχνος καί περί τούτων πάντων πρέσβευε δεόμεθα ἀεί τῶ Κυρίῳ, τυχεῖν ἐλέους, φωτισμοῦ τε καί ἀφέσεως.

Καί νῦν. Θεοτοκίον.
«Νῦν ἀπολύεις», τό Τρισάγιον καί τό Ἀπολυτίκιον
(ποίημα Ἀδελφότητος Ἱ. Μ. Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης)
Ἦχος α'. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος

Ἀθηνῶν εἶ ποιμένας καί τῆς Κρήτης τό καύχημα, μοναζόντων τό κλέος, οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, Ματθαῖε ἱερώτατε, σοφέ, ψυχῶν τε καί σωμάτων ἰατρέ, τῶν ἐν παντοίοις κινδύνοις καί πειρασμοῖς καταφυγή τε καί σκέπη καί ἀγαλλίαμα. Δόξα τῶ σέ δοξάσαντι Χριστῶ, δόξα τῶ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῶ ἐν ἐσχάτοις τοῖς καιροῖς μυροβλύτην ἀναδείξαντι.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ


Μετά τήν α’ Στιχολογίαν ψάλλομεν Καθίσματα οὗτως
Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον λόγον

Ὡς πολύτιμον κόσμον τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ/, Ἱεράρχην Ματθαῖον ἀνευφημήσωμεν/, Ὀρθοδόξων θησαυρόν τόν ἀνέκλειπτον/, λόγοις ἐνθέοις γάρ αὐτός ἐξεπαίδευσεν ἡμᾶς/, σέβειν Χριστοῦ Ἐκκλησίαν/ καί παραμένειν τῆ Πίστει/ τῶν Ὀρθοδόξων, τήν ἀμώμητον.

Δόξα. Ὁ αὐτός.Τόν λειμῶνα τῶν λόγων τῶν θεοπνεύστων Γραφῶν/, τόν ἡμᾶς ὁδηγοῦντα πρός τήν εὐσέβειαν/, τόν ποικίλους πειρασμούς ὑπομείναντα/, κλεινόν Ματθαῖον, οἱ πιστοί, ὡς διδαχθέντες παρ’ αὐτοῦ,/ τιμήσωμεν κατά χρέος,/ πρεσβεύει γάρ τῶ Κυρίῳ, ἐλεηθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Καί νῦν. Θεοτοκίον. Ὁ αὐτός.Τῆς ψυχῆς μου τά πάθη τά πολυώδυνα/ καί σαρκός μου τάς νόσους ἐν τάχει ἴασαι/, τάς τοῦ νοός μου ἐκτροπάς στῆσον, Πανάμωμε/, καί ἐν γαλήνῃ λογισμῶν, εὐχάς προσφέρειν καθαράς, τῶ Βασιλεῖ τῶν ἁπάντων/, ἀξίωσον Θεοτόκε/ καί ἐξαιτεῖσθαι πταισμάτων ἄφεσιν.

Μετά τήν β’ Στιχολογίαν.
Ἦχος α’. Τόν τάφον σου Σωτήρ.
Ματθαῖε, ἐν οὐρανοῖς παρεστώς τῆ Τριάδι/, ἱκέτευε λαβεῖν ἐν ἡμέρᾳ τῆς δίκης/, ἡμᾶς τούς ὑμνοῦντας σε/ καί τιμῶντας τήν μνήμην σου/, χάριν, ἔλεος καί ἱλασμόν τῶν πταισμάτων/, ὅπως στόματι δοξάζωμεν καί καρδίᾳ/ Χριστόν τόν Θεάνθρωπον.

Δόξα. Ὁ αὐτός.Ὀρθοδοξίας διδαχαῖς, ὥσπερ ἥλιος μέγας/, ἐφώτισας τήν γῆν/, κακοδοξίας δέ σκότος/, μακράν ἀπεδίωξας/, Ματθαῖε ἱερώτατε/, ὅθεν δεόμεθα τοῦ αἰωνίου ἡμᾶς σκότους/ ἐλευθέρωσον καί φωτισμοῦ σωτηρίας/ εὐχαῖς σου ἀξίωσον.

Καί νῦν. Θεοτοκίον. Ὁ αὐτός.Ἀσπόρως τόν Χριστόν ἀπεκήυσας μόνῃ/, τό θαῦμα ὑπέρ νοῦν/, πῶς Παρθένος καί Μήτηρ/, διό Θεοτόκον Σε προσκυνοῦντες δοξάζωμεν/, Σύ γάρ τέτοκας τόν Βασιλέα τῆς Δόξης/, Ὅν δυσώπησον τοῦ εἰρηνεῦσαι τόν κόσμον/ καί σῶσαι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Μετά τόν Πολυέλαιον Καθίσματα,
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Φωστήρ ὡς ὑπέρλαμπρος τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ/, τόν κόσμον ἐφώτισας σαῖς ἱεραῖς διδαχαῖς/, Πατήρ ἡμῶν θειότατε/. Ἔτηξας τάς αἱρέσεις πάντων τῶν κακοδόξων/, ἔσβεσας τάς φλογώδεις τῶν βλασφήμων συγχύσεις/. Διό ὡς Ἀρχιθύτης τοῦ Χριστοῦ/, πρεσβεύεις νῦν ὑπέρ ἡμῶν.

Δόξα. Ὁ αὐτός.Τριάδος γενόμενος τῆς Παναγίας ναός/, ἐν οἴκῳ ἁγίῳ σου τούς σέ τιμῶντας πιστῶς/ ἁγίασον, φώτισον/, πλήρωσον τάς αἰτήσεις καί παράσχου τάς λύσεις/, πάντων τῶν ἐπιόντων τοῦ Βελίαρ σκανδάλων/, Χριστόν ὑπέρ ἡμῶν ἐκδυσωπῶν, Ματθαῖε Ὅσιε.

Καί νῦν. Θεοτοκίον. Ὁ αὐτός.Μονήν τήν ἁγίαν Σου τῆς Κερατέας, Ἁγνῆ/, ἧν Ματθαῖος ἀνέθηκε τῆ προστασίᾳ τῆ Σῆ/, ἀεί περιφρούρησον/ πάντων τῶν τοῦ Βελίαρ προσβολῶν καί σκανδάλων/ καί τῆς τῶν κακοδόξων θεηλάτου μανίας/, ἵνα τιμᾶται πάντοτε ἐν αὐτῆ τό Σόν, Παρθένε, ἅγιον ὄνομα.

Ὁ Κανών τοῦ Ἁγίου, οὗ ἡ ἀκροστιχίς, «ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΤΘΑΙΩ ΤΟΝ ΥΜΝΟΝ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ», τῶν δέ Θεοτοκίων «ΠΑΝΑΓΙΑΣ». Μετά τῶν Θεοτοκίων εἰς στ’, ἡ δέ ἐπωδός «Ἅγιε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν».
Ὠδή α’. Ἦχος πλ. δ’. Ὑγράν διοδεύσας.
Ἀρχήν νῦν ποιούμενος ἀνυμνεῖν/, ἀγῶνας, ἀσκήσεις, τήν ὁσίαν τε βιοτήν/, Ματθαίου τοῦ ἁγίου Ἱεράρχου/, τούτου τήν χάριν αἰτοῦμαι καί ἔλλαμψιν.
Νικήσας, Ματθαῖε, τό κοσμικόν/ καί ἀντίθεον πνεῦμα, ἀνεδείχθης ὡς ἀληθῶς/, φωστήρ Ὀρθοδόξων καί προστάτης/ καί τούτων φύλαξ, Πατήρ τε καί πρόμαχος.
Τήν Κρήτην, ὦ Πάτερ, τήν ἐπί γῆς/ κλεινήν σου πατρίδαν, τήν ἁγιότοκον καί λαμπράν/, εὐχαῖς σου ἀεί διατήρει/ εἰρηνικήν, εὐνομουμένην, Ὀρθόδοξον.
Ὠραῖος ἐδείχθη ὁ σός βλαστός/, Πανεύφημος κώμη τῆς Κισσάμου καί καλλονή/ ἐδείχθη Ματθαῖος ἐν τῶ ἀγῶνι/ τῶν Ὀρθοδόξων καί πρόμαχος Πίστεως.
ΘεοτοκίονΠαναγία Παρθένε Μήτερ Θεοῦ/, Ὀρθοδόξων προστάτης, θλιβομένων καταφυγή/, πρεσβείαις Ματθαίου Ἱεράρχου/, Σήν ποίμνην, Μῆτερ, ἐν τῆ Πίστει τήρησον.

Ὠδή γ’. Οὐρανίας ἀψίδος.Νοουμένων τῆς θέας κατηξιώθης, Ὅσιε/, τοῖς ἐρημικοῖς διατρίβων τόποις τοῦ Ἄθωνος/, εἰς ὅν ἠγώνισαι ἀσκητικῶς καί τήν χάριν/ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐδέχθης, Ἅγιε.
Ἵα ζωῆς καθορῶντες σῆς εὐωδέστατα, ἔνδοξε/, καί τήν ἐμμονήν σου τοῖς θεῖοις τοῦ Κυρίου προστάγμασιν/, ἅπας ὁ σύλλογος τῶν Ὀρθοδόξων καλεῖ σε/, δεικνύων ἡγέτην σέ ἐν τῶ Ἀγῶνι, Ὅσιε.
Ὁ στρατηλάτης Ματθαῖος φρούρια δύο ἀνήγειρε/, ἵνα τόν Ἀγῶνα στηρίξει, μονάς ἁγίας του/, τήν τοῦ Σωτῆρος λαμπράν καί ἐκείνην τῆς Θεοτόκου/, ἐν αἷς καί δοξάζεται ὡς τούτων πρόμαχος.
Σέ προβάλλονται πρέσβυν οἱ τῆ μονῆ σου προστρέχοντες/ τοῦ προσκυνῆσαι, Ματθαῖε, θήκην λειψάνων σου/, ἐξ ἧς προχέονται τοῖς προσιοῦσιν ἐν πίστει/, ψυχῶν τε καί σωμάτων ἰάσεις, Ἅγιε.
ΘεοτοκίονΑἰθέρος πλατυτέρα ἡ Σύ γαστήρ, Πάναγνε/, ἐδείχθη, Παναγία Παρθένε, Χριστός ὁ ἀχώρητος/ ἐν Σοί ἐσκήνωσεν, Ὅν καθικέτευε, Κόρη/, μετά τοῦ Ἱεράρχου ἐλεηθῆναι στούς δούλους Σου.

Ὠδή δ’. Εἰσακήκοα Κύριε.
Μεγαλώνυμε τοῖς πέρασι/, ἡ ὁσιακή σου μορφή τεθρύλληται/ καί νῦν πᾶντες ἐν τῶ στόματι/, τόν σόν ὄνομα προφέρουσιν.
Ἀπολαύοντες, Ὅσιε/, τῶν σῶν θαυμασίων, εὐχαριστήριον/ πάντες ψάλλομεν ἐφύμνιον/, οἱ τῆς σῆς τυχόντες ἀντιλήψεως.
Τανῦν ρεῖθρα θεόβρυτα/ καί τῶν ἰαμάτων βλύζεις νάματα/ καί ψυχῶν λύεις τά καύματα/, ἐνεργείᾳ, Πάτερ, τῆ τοῦ Πνεύματος.
Θεία ἡ σορός τῶν Λειψάνων σου/, τοῖς ἐν ἀσθενείαις ποικίλαις στένουσιν/, ἰατρεῖον ἀναδέδεικται/ καί ἰάσεων πηγή ὄντως ἀέναως.
ΘεοτοκίονΝομοθέτην καί Κύριον/, ὑπέρ νόμον, Κόρη, φύσεως τέξασα/ Τοῦτον καθικέτευε σῶσαι, Ἱεράρχου πρεσβείαις ἡμᾶς ἅπαντας.

Ὠδή ε’. Φώτισον ἡμᾶς.Ἀληθῶς σε φρουρόν/ καί θερμόν ἀντιλήπτορα/, ἐν ποικίλοις εὕροιμέν σε πειρασμοῖς/, τῶν δεινῶν ἡμᾶς, Ματθαῖε, ἐξαιρούμενος.
Ἴασιν ψυχῶν/ καί σωμάτων δίδεις, Ἅγιε/, ἐνεργείᾳ σῶν θερμῶν ἱκεσιῶν/, τοῖς προστρέχουσι τῆ σκέπῃ σου, Πατήρ ἡμῶν.
Ὦ Ματθαῖε ἱερέ/ ἐκ κινδύνων ρύστης ἔνθεος/ ἀνεδείχθης καί νόσων ἰατρός/ διό ἡμᾶς πάσης βλάβης περιφρούρησον.
ΘεοτοκίονἌνασσα ἐκλεκτόν/ σκεῦος Πνεύματος με ἔργασαι/, τόν ὑπάρχοντα δοχεῖον πονηρόν/, τοῦ Ἱεράρχου πρεσβείαις, Παναμώμητε.

Ὠδή στ’. Τήν δέησιν ἐκχεῶ πρός Κύριον.Ἐπέπεσαν ὡσεί κύνες ἄγριοι/, οἱ κακόδοξοι ἐχθροί ἐπί τήν σῆν ποίμνην/, καθιλακτοῦντες αὐτήν ἀτιθάσως/ καί εἰς Ἅδην ὠθοῦντες καί ἕλκοντες/, σπεῦσον Ματθαῖε οὖν ταῖς σαῖς λιταῖς καί ἀπό τούτων/ παμμιάρων χειρῶν αὐτήν ἐξάρπασον.
Μονιοί τά μάλλα ἄγριοι/, τήν ἄμπελον τήν τοῦ Χριστοῦ καταπατοῦσιν/, τῶν κακοδόξων αἱ ὀρδαί, Ἱεράρχα/, ἐπαπειλοῦντες Αὐτῆς τήν ἐρήμωσιν/, πλήν λύτρωσαι Αὐτήν σαῖς δυναταῖς/ πρός τόν Δεσπότην εὐχαῖς καί δέησεσιν.
Ναμάτων σε θυσαυρόν ἐπιστάμεθα/ καί πηγήν τῶν ἀγαθῶν, ὦ Ματθαῖε/, ἀσθενούντων ἰατρεύοντα πάθη καί ἐνεργείας δαιμόνων ἐλαύνοντα/, δεόμεθά σου οὖν θερμῶς/ ἐκ φθορᾶς καί πειρασμῶν ἡμᾶς λύτρωσαι.
Ὀρθοδόξων σε προστάτην κηρύττομεν/ καί φρουρόν τῆς Ἐκκλησίας ἁπάσης/, τῶν κακοδόξων διαλύοντα ὄχλον καί δυσεβῶν τάς φλυαρίας καθαίροντα/, διό πάντας νῦν τούς εὐσεβεῖς/, Ὀρθοδοξίᾳ στηρίξαι δεόμεθα.
ΘεοτοκίονΓαβριήλ τήν φωνήν, οἱ διά σοῦ σωζόμενοι/, Θεομήτωρ, Σοί βοῶμεν ἀσιγήτως/. Χαῖρε Δέσποινα κόσμου, χαῖρε κλίμαξ, χαῖρε Ἀδάμ καί τῆς Εὔας ἀνόρθωσις/, τοῦ Λόγου, χαῖρε, καί Θεοῦ/, τό εὐρύχωρον ὄντως παλάτιον.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.Τό ὁσιότητος, Πάτερ, ἀγώνισμα, ἐπιτυχῶς περατώσασα στέφανον, ἀξίως ἀμαράντινον εἴληφας, Ματθαῖε, ἐκ τῶν χειρῶν Χριστοῦ τοῦ Νυμφίου σου, ὑπέρ ἡμῶν Ὅν ἀεί καθικέτευε.
Ὁ ΟἶκοςἙλλάδος ἁπάσης ποιμήν ἐντυγχάνων καί οἰκουμένῃ τά δῶρα τά τοῦ Πνεύματος φέρων, Ματθαῖε ἀξιάγαστε, ἡμᾶς διέσωζε ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως, σαῖς λιταῖς ταῖς ἐνθέρμοις πρός τόν Κύριο, ὑπέρ ἡμῶν Ὅν ἀεί καθικέτευε.

ΣυναξάριονΤῆ 14η τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ματθαίου τοῦ Νέου Ὁμολογητοῦ, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος.

ΣτίχοιἜλαμψας, Πατήρ, ὡς ἀστήρ Ἐκκλησίᾳ,
Ἧ χαίρετε τῆ σῆ ἐν οὐρανῶ καταστάσει.
Δεκάτῃ τετάρτῃ Ματθαῖος ἐν οὐρανοῖς ἀνῆλθεν.

Ὠδή ζ’. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Νοός ἡμῶν τό σκότος/ καί παθῶν ἀτιμίας καί πάσης θλίψεως/, Ματθαῖε ταῖς λιταῖς σου/, λύεις καί διασώζεις/, διό καί ψάλλοντες κηρύττομεν/, ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν/ Θεός εὐλογητός εἶ.
Πάτερ ὄντως ὑπάρχεις/ ἰσοστάσιος Ἀγγέλων, ἄνερ τρισόλβιε/, Ματθαῖε θεοφόρε/, βιώσας τήν ἐκείνων/ πολιτείαν, διό κραυγάζομεν/, ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν Θεός/ εὐλογητός εἶ.
Ραθυμίας ἀτόπου/ καί δεινῆς ἁμαρτίας ταῖς ἱκεσίαις σου/, Ματθαῖε Λαυρεώτα/, διασώζεις τούς πίστει/ εἰς σέ προστρέχοντας/ καί ψάλλοντας ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν/ Θεός εὐλογητός εἶ.
Ὅσιε, ἀγῶνας/ ἐπί γῆς ἠγωνίσω καί ποθουμένου ἔτυχας/ καί νῦν ταῖς οὐρανίαις/ συνῶν χοροστασίαις/ περίφρούρει τούς μέλποντας, ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν/ Θεός εὐλογητός εἶ.
Θεοτοκίον
Ἰατρός εἶ Παρθένε/ ἡ Θεόν σαρκωθέντα κόσμῳ κυήσασα/, παντοίων ἀλγηδόνων ἀπάλλαξον Σούς δούλους/ ταῖς τοῦ Ὁσίου δεήσεσιν/, ὅτι Σύ ὑπάρχεις τῆς Ἐδέμ θύρα, Εὐλογημένη.

Ὠδή η’. Τόν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν.Σαῖς πρεσβείαις/ αἱ τῶν ψυχῶν ἀρρωστίαι/ θεραπεύονται καί πάθη, τρισμάκαρ/, ὅθεν σέ τιμῶμεν, Ματθαῖε θεοφόρε.
Φῶς τό τοῦ Δεσπότου/, σέ προβαλλόμενοι πρέσβυν/ ἐλπίζομεν τυχεῖν, Ματθαῖε/, σαῖς πανευπροσδέκτοις πρός Κύριον πρεσβείαις.
Ἔλκη τῶν ψυχῶν ἡμῶν/ ἀποκάθαρον καί πάθη/ σῆ μεσιτείᾳ, θεοφόρε Ματθαῖε/, ἵνα σέ τιμῶμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
ΘεοτοκίονἌνασσα Ἁγνή/ ταῖς τοῦ Ὁσίου λιταῖς καί ἱκεσίαις/, τούς τηκομένους νόσοις παντίαις/ καθικετεύομεν Δέσποινα ἀπαλλαγῆναι.

Ὠδή θ’. Κυρίως Θεοτόκον.Ρῶσιν καί εὐφροσύνην/ ἐμπλίζεις, ὦ Ματθαῖε/, τούς προσιόντας τῆ σορῶ τῶν λειψάνων σου/ καί ἐν τῆ μονῆ σου πίστει καταφεύγοντας.
Εἰρήνην οὐρανόθεν/, Ὅσιε τρισμάκαρ/, καταπεμφθῆναι δυσώπει, πανόλβιε/, τούς διανοίᾳ καθαρᾶ τελοῦντας τήν σήν μνήμην.
Ἱεράρχα σέ τιμῶμεν/, Ματθαῖε Κρήτης γόνε/ καί ἀσιγήτως τόν ὕμνον προσάγωμεν/, σύ γάρ τόν θρόνον τῶν κλεινῶν Ἀθηνῶν, Πάτερ, ἐκλέησας.
ΘεοτοκίονΣεπτή Κυρία κόσμου/, Μαρία Θεοτόκε/, ψυχάς ἡμῶν καταδρόσισον, Πάνσεμνε/, ρανίσιν Σοῦ ἐλέους καί σῶσον, Παναγία.

Ἐξαποστειλάριον. Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς.Ἐνασκήσας αὐστηρῶς, ἐν Ὄρει τῶ Ἁγίῳ, τῆ ἀσθενείᾳ τῆς σαρκός κατηγωνίσω τόν ἐχθρόν, διό στεφάνους ἔλαβες παρά Κυρίου, Ματθαῖε Ἱεράρχα.

Εἰς τούς Αἴνους, Στιχηρά Ἰδιόμελα.
Ἦχος α’. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων.
Τοῦ Παρακλήτου τήν χάριν ἐλκύσας, Ὅσιε/, τῆ ἀσκήσῃ σου καθεῖλες μηχανάς τοῦ Βελίαρ/, πολιστής δέ ἐγένου ἐρημικῶν/ τόπων, Πατέρων ἐφάμιλλε/, διό τήν μνήμην σου ἄσμασιν καί ὠδαῖς/ ἀναμέλποντες τιμῶμεν σου.
Χαίρει ἐν σοί νῆσος Κρήτη, ἡ σέ γεννήσασα/ καί Κερατέας κώμη σούς ἀγῶνας κηρύττει/ καί Ἀθηνῶν Ἐκκλησία ἡ τοῦ Χριστοῦ μακαρίζει σε, Ἅγιε/, Ἱεροθέου τοῦ πρώτου τόν μιμητήν/ καί Διονυσίου τόν διάδοχον.
Ἡ τῆς Κισσάμου ἐπαρχία χορεύει, Ὅσιε/, ὡς μήτηρ καυχωμένῃ ἐπί τῆ θείᾳ σου δόξῃ/, Μονές δέ Κερατέας καί Κουβαρᾶ/, τούς σούς ἀγῶνας κηρύττουσιν/, τούτων ὑπάρχεις γάρ δόξα καί ἡ χαρά/, ἡμῶν δέ πρέσβης θερμός πρός Κύριον.
Περατωθέντος τοῦ ὕμνου ὅν σύ προσέφερων/, σοῦ δέομαι, Ἱεράρχα/, παντός κινδύνου φυλάττειν/, ψυχήν μου τήν ἀθλίαν καί τήν ζωήν/ τήν ἀγείρω πρεσβείαις σου/ τυχεῖν τῆς οὐρανίου, ἔνθα χορός Ἁγίων Πάντων ἀγάλλεται/, ἐν ὅ καί συγχορεύεις μετά χαρᾶς/, Ματθαῖε Ἅγιε.

Δόξα. Ἦχος πλ. α’.Ἐκ Κρήτης ὡς ἄνθος εὐῶδες, τῆ Ἐκκλησίᾳ προσεφέρθης, Ματθαῖε Ὅσιε. Τῆς δέ ἀλήκτου ζωῆς τόν κλῆρον δεξάμενος, ὡς βραβεῖον τῶν ἀγώνων σου, νῦν ἐν οὐρανίοις θαλάμοις μετά τῶν τῶ θρόνῳ προκατόχων συναγάλλει. Μεθ’ Ἱεροθέου καί Διονυσίου, τῶν τοῦ Παύλου μαθητῶν, καί μετά πάντων τῶν ἐν Ἀθῆναις ἁγιασάντων καί ταῦτας ἁγιαζόντων. Διό εὐχαριστήριον ὠδήν σοί προσφέροντες, ἐν κατανύξῃ βοῶμεν, μή ἐπιλάθῃ, Ἅγιε, τῆς ποίμνης σου, ἀλλά πρέσβευε Κυρίῳ τοῦ σωθῆναι ἡμᾶς.

Καί νῦν. Θεοτοκίον
Δοξολογία Μεγάλη
Μεγαλυνάριον
Χαῖροις τῶν Ὁσίων ἡ καλλονή καί τῶν μοναζόντων τιμή, δόξα, καί στολισμός, χαῖροις τῆς πλάνης ὁ μέγας καθαιρέτης καί τῆς Ὀρθοδοξίας Ἄτλας ὁ σύγχρονος.


ΣτίχοιἌτεχνον ὕμνον Ματθαῖε δέχου,
ὅν εὐλαβῶς ἐκ πόθου καί ἀγάπης σύ προσφέρω.
Ἀντίδωρον δέ μέγα ἀντ' αὐτοῦ παράσχου,
τήν τέχνην μαθεῖν τῆς μετανοίας, Πάτερ.

Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. ΑΜΗΝ.





Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Ὁ Βίος τοῦ Ὁσίου ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ τοῦ Κρητός (+ 1983)
Μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἀποκτήσεως ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς μέρους τῶν τιμίων Λειψάνων του (τά ὁποῖα ἤδη ἐκτίθενται σέ προσκύνηση στό Ἱ. Ἡσυχαστήριο Παναγίας Παραμυθίας Ἀχαρνῶν), κυκλοφόρησε σέ ἰδιαίτερο τεῦχος ὁ ἀσκητικός Βίος καί ἡ θαυμαστή Πολιτεία τοῦ νεοφανοῦς Ὁσίου Πατρός ἡμῶν ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ τῶν Ἀκουμίων Κρήτης (+ 1983).
Πρόκειται γιά μία ἐξαιρετικοῦ ἁγιολογικοῦ, ἱστορικοῦ καί πνευματικοῦ ἐνδιαφέροντος ἐργασία τοῦ Καθηγητοῦ κ. Ἀντ. Μάρκου (ἥδη ἀπό καιροῦ ἀνηρτημένη στό Διαδύκτιο), ἡ ὁποία περιγράφει τήν πλήρη ἀσκητικῶν ἀγώνων καί ούρανίων σημείων βιοτή τοῦ μακαρίου Γενναδίου τοῦ Κρητός (Μεγαλοσχήμου Μοναχοῦ τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας), ὁ ὁποῖος ἀσκήθηκε ἐπί μία 70ετία στό ἐξωκκλήσιο τῆς ἁγ. Ἄννας (περιοχῆς Γιαλιᾶς Ἀκουμίων Ρεθύμνης) καί τελειώθηκε ἐκεῖ ὁσιακά τό 1983.
Τοῦ μακαρίου Μοναχοῦ Γενναδίου ἀναμένεται ἡ "ἐπ' ἐκκλησίαις" διάκηρυξις τῆς ἁγιότητος, καθ' ὅτι ἤδη κατέχει θέσι Ἁγίου στήν συνείδηση τοῦ τοπικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, ἡ δέ ἁγιότητά του μαρτυρεῖται ἀπό τόν Θεό διά σημείων καί θαυμάτων καί ὁμολογεῖται ἀπό τόν λαό πού εὐεργετεῖται διά πρεσβειῶν του.
Διακήρυξις τῆς Ἁγιότητος τῆς ὁσ. Ταρσῶς τῆς διά Χριστόν Σαλῆς

Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου

Ὁλοκληρώθηκαν μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ οἱ ἐκδηλώσεις γιά τήν Διακήρυξη τῆς Ἁγιότητος τῆς Ὁσίας ΤΑΡΣΩΣ τῆς διά Χριστόν Σαλῆς. Οἱ ἐκδηλώσεις ἄρχισαν τό πρωϊ τῆς περασμένης Κυριακῆς (20ης Σεπτεμβρίου 2010), μέ σχετική ὁμιλία τοῦ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου στόν Ἱ. Ν. ἁγ. Σπυρίδωνος Καρέα (ὅπου καί ἱερούργησε) καί τοῦ Ἐλλογ. Ἱεροκήρυκος κ. Ἀντ. Μάρκου στόν Ἱ. Ν. ἁγ. Δημητρίου Ἀχαρνῶν.
Τό ἑσπέρας τῆς ἰδίας Κυριακῆς στό Ἱ. Ἡσυχαστήριο Παναγίας Παραμυθίας Ἀχαρνῶν - χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου καί παρουσίᾳ πυκνοῦ καί ἐκλεκτοῦ ἀκροατηρίου πλέον τῶν 100 ἀτόμων - ἐψάλλη ὁ Ἑσπερινός καί στή συνέχεια ὁ κ. Ἀντ. Μάρκου ἀνέπτυξε τό θέμα «Ὁ ἀσκητικός Βίος καί ἡ θαυμαστή Πολιτεία τῆς ὁσ. Ταρσῶς τῆς διά Χριστόν Σαλῆς». Ἡ ὁμιλία ἦταν ἡ πρώτη γιά τό διδακτικό ἔτος 2010 – 2011 τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς τῆς Ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶναι ἀφιερωμένη στούς Ὁμολογητές τῆς Ὀρθοδοξίας Πατριάρχες πού καταδίκασαν τήν Παπική Καινοτομία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου μέ τίς Πανορθοδόξους Συνόδους τοῦ 16ου αἰ., Ἱερεμία ΚΠόλεως Β’ τόν Τρανό καί Μελέτιο Ἀλεξανδρείας τόν Πηγᾶ.
Ἐνδιαμέσως εἶχαν ἀναρτηθεῖ στό Διαδύκτιο ὁ Βίος, ἡ Ἀκολουθία καί οἱ Χαιρετισμοί πρός τήν Ὁσίαν Μητέρα ἡμῶν Ταρσώ (καί Πάντας τούς διά Χριστόν Σαλούς Ἁγίους).
Ἡ κυρίως λατρευτική τελετή τῆς Διακηρύξεως πραγματοποιήθηκε κατά τήν διάρκεια Ἀγρυπνίας στό Ἱ. Ἡσυχαστήριο Παναγίας Παραμυθίας, τό βράδυ τῆς Τετάρτης 23ης πρός Πέμπτη 24η Σεπτεμβρίου ἐ.ἔ. 2010. Ἐκεῖ, περί τήν 8η βραδυνή, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Κήρυκος μέ τῶν παρευρισκομένων πιστῶν, ὑποδέχθηκε μέ κάθε ἐπισημότητα, «ἐν ἐπιτραχηλίῳ καί ὀμωφορείῳ», ἀπότμημα τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τῆς μακαρίας Ταρσῶς, φυλασσόμένο στό Ἱ. Παρεκκλήσιο ὁσ. Ξένης Μάνδρας Ἀττικῆς. Ἀμέσως ἄρχισε ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἑννάτης Ὥρας καί στή συνέχεια ἐψάλλη τό τελευταῖο Μνημόσυνο γιά τήν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς τῆς μακαρίας δούλης τοῦ Θεοῦ Ταρσῶς. Προέστη ὁ Σεβασμιώτατος, συμπαραστατούμενος ὑπό τοῦ πολιοῦ Πρωθιερέως π. Θωμᾶ Κοντογιάννη καί τοῦ Ἱερέως π. Ἀνδρέα Σίντνιεβ, συνευχομένων δεκάδων Ὀρθοδόξων πού εἶχαν προσέλθη, καθώς καί μοναχῶν.
Μετά τό Μνημόσυνο ὁ Σεβασμιώτατος ἀνέγνωσε τήν ἀπό 15. 8. 2010 Ἀπόφασή του, «Περί τῆς Διακηρύξεως τῆς Ἁγιότητος τῆς διά Χριστόν Σαλῆς ΤΑΡΣΩΣ» καί ἀποσύρθηκε ἡ φωτογραφία της, τήν ὁποία πλέον καί στό ἐξῆς θά ἀντικαθιστᾶ ἡ εἰκόνα τῆς νεολαμποῦς Ὁσίας.
Στή συνέχεια ἐψάλλησαν τό Ἀπόδειπνο (μέ τούς Χαιρετισμούς τῆς ὁσ. Ταρσῶς καί Πάντων τῶν διά Χριστόν Σαλῶν Ἁγίων) καί ὁ Πανηγυρικός Ἑσπερινός (μέ ἑσπέρια ἀπό τήν Ἀκολουθία τῆς Ὁσίας), κατά τήν Λιτή τοῦ ὁποίου ἐλιτανεύθησαν γιά πρώτη φορά καί τέθηκαν σέ προσκύνηση ἡ Ἱερά Εἰκόνα τῆς Ὁσίας Ταρσῶς (ἔργο τῆς Εὐλαβεστάτης Πρεσβυτέρας Ἀντωνίας Σίντνιεβα) καί τό ἀπότμημα τοῦ Ἱεροῦ της Λειψάνου, τά ὁποῖα μέχρι τότε ἐφυλάσσοντο καταλλήλως εὐπρεπισμένα ἐπί τῆς Ἁγίας Τραπέζης.
Ἡ ὅλη λατρευτική ἐκδήλωσις – στήν ὁποία κυριαρχοῦσε προσευχητική διάθεσις καί μοναστηριακή κατάνυξις - ὁλοκληρώθηκε μέ τήν Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί τήν Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία, κατά τήν ὁποία ὡμίλησε σχετικά ὁ κ. Ἀντ. Μάρκου.
Ὡς Ἀναμνηστικόν – Εὐλογία τῆς ὅλης τελετῆς, ἡ Ἱερᾶ Μητρόπολις Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ἐξέδωσε καί διένειμε στούς πιστούς ἀντίγραφα τῆς εἰκόνος τῆς ὁσ. Ταρσῶς, καθώς καί τόν Βίο, τήν Ἀκολουθία καί τούς Χαιρετισμούς της (πού ἐκδόθηκαν σέ ἐνιαῖο τεῦχος).
Εἴθε, διά πρεσβειῶν τῆς Νεοφανοῦς Ὁσίας ΤΑΡΣΩΣ καί Πάντων τῶν Ἁγίων, στηρίζει Κύριος ὁ Θεός τήν Ἐκκλησία Του ἀπό παντός ὁρατοῦ καί ἀοράτου ἐχθροῦ, οἱ δέ λοιποί νεοφανεῖς τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας Ἅγιοι βροῦν συντόμως τήν θέσι τους στό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον ἤδη τήν κατέχουν στήν συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος. ΑΜΗΝ.

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

SAINT WULFHILDA, ABBESS OF BARKING (+ 1000)

By Vladimir Moss


Our holy Mother Wulfhilda was the daughter of a wealthy nobleman named Wulfhelm. Wulfhelm had several children by his pious wife, but for eighteen years before the conception of Wulfhilda they had lived together as brother and sister so as to give themselves up more completely to prayer and fasting. One night, however, an angel appeared to each of them separately three times, and told them that they should come together so as to beget a daughter who would become a bride of Christ. The next morning they told each other the vision, and discovered that it had been identical for the two of them. So they accepted it as having come from God. Thus was the saint conceived and born; and shortly after her weaning she was given over to be brought up at the convent in Wilton.

One day the adolescent King Edgar came to Wilton on a hunting expedition and was struck by the beauty of the novice Wulfhilda. He made advances to her, but neither by flatteries nor threats could she be persuaded by him, but rather fled from him as a dove from a hawk. Not daring to snatch her from out of a monastery, the king conceived a cunning strategem. The virgin had a paternal aunt named Wenfleda, who was abbess of a convent at Wherwell. Tempted by the desire to have a relative of hers as queen, she agreed to pretend that she was ill and lure the virgin to her on the pretext of wishing to dispose of her possessions before she died. So when Wulfhilda arrived she found her aunt, not ill as she had supposed, but full of good cheer from a royal banquet - and with the king sitting beside her. Everyone greeted and congratulated the new arrival, and she was commanded to deck herself royally and come before the king. Thus, shining in the splendour of golden raiment, she was acclaimed by everybody as worthy of being queen. The king sat her beside him, between himself and her aunt, and tempted her with blandishments, riches and the title of Queen of Britain. But she was silent, thinking only of flight, and pouring out her heart in prayer to God. She would not eat, feigning illness; and indeed, she was sick with anxiety, which made the feast like iron to her. At length, pleading tiredness, she was given permission to go out for a short time. But the king, knowing her intention, had placed guards at the doors to follow her even into her bedroom. Eventually she escaped through an underground passage, her guide being the same angel who had announced her birth to her parents.

Then, wandering through pathless places, she came to the humble hut of a peasant woman in Wherwell, where she stayed the night as a beggar. Meanwhile, there was much coming and going from the king's court, where everyone was worried, not so much because she had escaped, as that she might have perished. But she was not lured out of her hiding-place by the shouts of the men or the sounding of the trumpets, remembering the words of David: “God is in the midst of her, she shall not be shaken… He that dwelleth in the help of the Most High shall abide in the shelter of the God of heaven. He is my God, and I will hope in Him. For He shall deliver thee from every troubling word.” In the morning the king went away, and Wulfhilda, having generously rewarded her hostess (who was a servant of Wenfleda's), found her travelling companions and returned to the safe refuge of Wilton.

When the king discovered this, he abandoned all his kingdom's affairs and flew back to Wilton. But she could not be persuaded by any means even to talk to him. However, he caught her in the courtyard outside the church, and, leaping at her as she was fleeing across the threshold, he took hold of her sleeve. But then a miracle took place: the sleeve came away in his hand without the slightest sign of tearing or cutting. She fled into the altar and took hold of the box containing the holy relics. But the king was smitten in his heart as once was David at the words of the Prophet Nathan. Trembling, he realized that the sleeve coming away in his hand indicated that she had been cut away from his lust by God Himself. Then he said:

"Fear not, O virgin acceptable to God. I promise in the sight of God that I shall molest you no longer, but will rather show myself to be your helper and protector with all benevolence. Only pray, I beseech you, that the most kind God will forgive my vanity and rashness. And now farewell, you who are given to a better Spouse. You will be dearer to us now, in accordance with a chaste and higher and incorruptible desire."

The virgin assented to these words with a humble nod. But she did not leave the place of prayer until the king had departed.

True to his promise, the king now extended his help to the saint, making her abbess of Barking in Essex and restoring it to what it had been under St. Ethelburga in the seventh century. He also greatly endowed the monastery at Horton in Dorset and likewise gave it, together with some other churches in Wessex, to Wulfhilda. And all this before she had even been tonsured!

When she did come to be tonsured, the grace of God was seen to descend upon her head in the form of a dove which was whiter than snow. Thereafter she governed the two convents which had been given to her for many years. Caring for the nuns with maternal love, she was an example to them in all virtue: in prayer and fasting and abstinence and in every kind of lowly work.

She was especially given to almsgiving. Early in the morning, she was at the doors of the church distributing alms to the poor and anticipating their petitions. Once a woman brought her blind child to her. The blessed virgin made the sign of the cross with a gold ring over the eyes of the child, and he immediately opened his eyes and, seeing the light of the ring and his mother's face, laughed joyfully. The saint told the woman not to publicize the miracle, but she was unable to restrain herself.

Once she gave hospitality to St. Ethelwold, bishop of Winchester, and his retinue, who were sailing down the Thames to meet the king and his fleet at Sandwich. Many people came to meet the prelate, and the demands on the supply of alcoholic drinks were great. But the level of wine never fell below its original level throughout the day - much to the astonishment of the bishop's servants who had measured it with a rod beforehand.

On another occasion, she and the virgin Lenfleda were carrying some heavy jugs of water on their shoulders. But, finding them too heavy, they were forced to put them down. Then Wulfhilda said:

"It seems to me that we are good for nothing: the beasts of burden are more efficient and deserve their food more than we do."

In this way she gave a lesson in humility to Lenfleda, whom she knew, by the gift of prophecy that was in her, would be her successor. Lenfleda had been brought up in luxurious surroundings, but had always longed to be a nun. When her parents were about to give her in marriage, she ran away to the saint, who told her to preserve her virginity until the Coming of the Lord. She received the monastic tonsure, and was thereafter inseparable from her mistress.

As we have said, Wulfhilda was granted the gift of prophecy by the Lord. Once she rebuked one of the church's goldworkers for profligacy. But he responded with a torrent of furious words.

"Before your death," she said, "you will atone for the crime you have committed, as well as for your abuse."

A year before his death, the man became mute and was confined to his bed with a chronic illness. Remembering the saint's prophecy, he repented deeply of his sin.

After she had ruled the two monasteries in peace for several years, the envy of certain priests in Barking was aroused against the saint, and they prevailed upon Queen Elfrida to cast her out and install them. The sisters escorted their mother out of the monastery with tears and groans, as if they themselves wished to go with her. But she comforted them, saying on the threshold of the church:

"Weep not, my dearest daughters, but as I have instructed you, so remain in the Lord."

And, touching the threshold with her hand, she said:

"I tell you that on this very day twenty years from now, and by this very door by which I am going out, I shall return."

Then she retired to her other monastery at Horton, from where she continued to instruct and exhort the sisters of Barking.

Once Queen Elfrida visited the orphaned monastery. Immediately a variety of disasters overtook her: animals died, then her own men, and finally she herself fell ill. As she was praying fearfully, the first abbess of the monastery, St. Ethelburga, appeared to her, looking ill and miserable, and with her clothing torn and in rags.

"Do you see the shame of my wretchedness," she said to the astonished queen. "You have taken away the ornament of my glory, the holy Wulfhilda, and in her long exile you have covered me with this squalid attire. And by what right do you occupy this holy place? Therefore I tell you that unless you recall her as soon as possible you will not recover from this illness but will die of it."

Terrified, the queen sent messengers with all speed to Wulfhilda, and received her back with all the honour due to her. This happened on the very day, and by the same door, as had been prophesied by the saint. Then the queen recovered from her illness, by which she knew that the cause of it had been her expulsion of Wulfhilda.

For seven more years the saint ruled both monasteries in peace, drawing all hearts by her love and gentleness and angelic life. Then, on Candlemas (February 2) in about the year 1000, she fell and hurt herself badly.

"We have fallen like a leaning wall," she said, "and soon the house, too, will fall."

Then she asked when was the feast of the translation of the relics of St. Ethelwold. The tenth of September, she was told.

"Good," she replied. "I have a little time left with you, until the birth of our supreme mistress, and the feast of our beloved prelate."

And so, on the vigil of St. Ethelwold's translation, September 9, which was during the feast of the Nativity of the Mother of God, after prayers and fastings and vigils, and having partaken of the Body and Blood of the Lord, she reposed in peace. She died in London, but her body was conveyed immediately to Barking and buried there. Many miracles were wrought in the presence of her holy relics, as well as at her other monastery of Horton.

When the sacred relics of St. Wulfhilda were being conveyed the seven miles from London to Barking, a certain man who had been rebuked for his sins by the saint during her earthly lifetime put his hand to the coffin. Immediately it became very heavy, as if rooted to the spot, so that no-one could move it. Everybody noticed this and blamed the man, whereupon he departed trembling. Immediately the coffin became light again. But the guilty man, overcome with grief, followed the procession with bitter tears and groans. At length the Lord had mercy on him, and his friends called him to help in carrying the body the last two miles to the monastery. There it was buried at the head of St. Ethelburga.

Once a woman who was both blind and lame came to the monastery at Horton. Having prayed, she received the sight of her eyes, which encouraged her to pray more fervently for the use of her legs. Then it was intimated to her that she should go to the saint at Barking. Thither she dragged herself with great difficulty, and kept vigil at the tomb. Suddenly she was able to stand upright, healed in both her feet.

On September 2, 1030, the relics of St. Wulfhilda were translated together with those of Saints Ethelburga and Hildelitha, the first two abbesses of Barking.

St. Wulfhilda is commemorated on September 9.


Holy Mother Wulfhilda, pray to God for us!


(Sources: Mario Esposito, "La vie de Saint Vulfhilde par Goscelin de Cantorbery", Analecta Bollandiana, 1913, XXXII, 10-26; David Farmer, The Oxford Dictionary of Saints, Clarendon Press, 1978, pp. 411-12).