Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΕΙΣ ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΥ

 Δέσποινας Ιωάννου – Βασιλείου, Πρεσβυτέρας -Εκπαιδευτικού


Η Ορθοδοξία, έχει χαρακτηριστεί «Εκκλησία της Αναστάσεως», διότι οικοδομεί εκεί όλη την ιστορική Tης παρουσία, εμβολιάζοντας στη συνείδηση των λαών Tης την αναστάσιμη ελπίδα, “εἰ δὲ Χριστὸς οὐκἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν” (Α΄ Κορ. ιε΄17). Δεν θα μπορούσε λοιπόν η ιερή τέχνη της Αγιογραφίας, να μην καταυγάζετε από το φως της Αναστάσεως . Η Ορθοδοξία δεν αυθαιρετεί ούτε στο λόγο Της, ούτε και στην εκκλησιαστική Της ζωγραφική. Αυτό που κηρύττει το απεικονίζει και αυτό που απεικονίζει το ψάλλει. Έτσι η Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, με το θεολογικό και λειτουργικό της περιεχόμενο, σφραγίζει όλη τη σκέψη και όλον τον βίο της Εκκλησίας.
Η Ορθόδοξη εικόνα της Αναστάσεως χειραγωγούμενη από το δόγμα και την πίστη των Αγίων Πατέρων, έδωσε την πρέπουσα μορφή – δομή για την καταγραφή ενός διπλού γεγονότος ιστορικού και εσχατολογικού, απροσμέτρητου σε μέγεθος και αξία. Για να δηλωθεί η Ανάσταση του Χριστού, κατά καιρούς, χρησιμοποιήθηκαν διάφορες αναπαραστάσεις, που πολλές φορές ήταν Δυτικής εμπνεύσεως. Για παράδειγμα, ο Χριστός που εξέρχεται γυμνός από τον τάφο και κρατεί κόκκινη σημαία, στερείται παντελώς του μυστικού, θεολογικού νοήματος. Ο Δυτικός ζωγράφος προσπαθεί να αποδώσει το γεγονός ιστορικά, ενώ η Ορθόδοξη αγιογραφία προσπαθεί να αποδώσει το νόημα του γεγονότος. Ο Ορθόδοξος αγιογράφος με το χρωστήρα του δεν προσπαθεί να γράψει ιστορία, διότι τον ενδιαφέρει να γράψει θεολογία. Στέκεται πάνω από τη φωτογραφική αποτύπωση του γεγονότος, διότι προσπαθεί να συλλάβει το νόημα και τη σημασία του γεγονότος για την σωτηρία των ανθρώπων. Με τα χρώματά του ζωγραφίζει την πίστη του και αποτυπώνει πάνω στο ξύλο την Ορθόδοξη θεολογία.
Στην Ορθόδοξη εικονογραφία υπάρχουν δύο εικόνες, που αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος αυτού και που συμπληρώνουν η μία την άλλη. Η μία είναι συμβολική παράσταση. Απεικονίζει τη στιγμή που προηγήθηκε της θεόσωμης Ανάστασης του Χριστού, την Κάθοδο στον Άδη, η άλλη τη στιγμή που ακολούθησε την Ανάσταση του Σώματος του Χριστού, την ιστορική επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο του Χριστού.
Τα παραπάνω συμφωνούν και με τα Αναστάσιμα τροπάρια της Εκκλησίας μας, που υπογραμμίζουν το ανεξιχνίαστο Μυστήριο της Αναστάσεως και το παραλληλίζουν με τη Γέννηση του Κυρίου από την Παρθένο. «Προήλθες εκ του μνήματος, καθώς ετέχθης εκ της Θεοτόκου» και την εμφάνισή Του στους μαθητές μετά την Ανάσταση. «Ώσπερ εξήλθες εσφραγισμένου του τάφου, ούτως εισήλθες και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς Σου». Εξάλλου ακόμη κι οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν τίποτε για τη συγκεκριμένη στιγμή της Ανάστασης του Χριστού. Η Ανάσταση Του δεν μπορεί να αποτυπωθεί τη συγκεκριμένη στιγμή, όπως συνέβη με την Ανάσταση του Λάζαρου. Οι Ορθόδοξες εικόνες που περιγράφουν την Ανάσταση του Χριστού φανερώνουν τις δωρεές που έφερε η Ανάστασή Του στον κόσμο. “Νυνὶ δὲ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων” (Α΄Κορ. ιε΄20). Η εικόνα της Καθόδου του Χριστού στον Άδη, μας οδηγεί προς το εσωτερικό νόημα του γεγονότος και μας δίνει τη δυνατότητα να έρθουμε σε προσωπική σχέση με αυτό.
Ο Χριστός εμφανίζεται ως ο Κύριος της Ζωής και της Κτίσης. Στέκεται κατ΄ ενώπιον, όρθιος, με μια κίνηση σφοδρή, έντονη, σχεδόν εκρηκτική, δηλώνοντας έτσι τη νίκη του πάνω στο θάνατο και τη φθορά. Ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη ως Θεός, ενώ το σώμα Του ήταν για τρεις μέρες στον τάφο. “Ἐν τάφῳ, σωματικῶς, ἐν ᾅδῃ δὲ μετὰψυχῆς ὡς Θεός”. Ο Χριστός κατέβηκε στη γη για να σώσει τον Αδάμ. Μη βρίσκοντας αυτόν κατέβηκε μέχρι τον Άδη ζητώντας τον. “Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, ἵνα σώσῃς Ἀδάμ• καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις ἅδου κατελήλυθας ζητῶν”. Άρα η συνέχεια της εικόνας της Γεννήσεως του Χριστού με το σκοτεινό σπήλαιο και το Χριστό τοποθετημένο μέσα σε λάρνακα και τυλιγμένο όπως οι νεκροί, συνεχίζεται μέχρι το βαθύ σκοτάδι του Άδη, ώστε να πραγματοποιηθεί το σχέδιο του Θεού.
Η παράσταση έχει σαν πλαίσιο βουνά, ως να είναι ανοιγμένα τα σπλάχνα της γης. Ο Άδης παρουσιάζεται με τη μορφή αβύσσου. Τα σκοτάδια του Άδη γεμίζουν από φως, από ακτινοβολία της δόξης του Θεανθρώπου που κατέβηκε μέχρι τα βάθη του. Οι πόρτες του Άδη βρίσκονται σπασμένες και σταυροειδώς τοποθετημένες. Μέσα στο σκοτάδι αυτό υπάρχουν σκορπισμένα κλειδιά, μοχλοί, αλυσίδες, κλειδωνιές, άδειες μαρμάρινες λάρνακες. Εκεί βρίσκεται αλυσοδεμένος ένας ή πολλές φορές, δυο ηλικιωμένοι άνδρες. Είναι η προσωποποίηση του Άδη και του θανάτου αντίστοιχα που έχασαν τη δύναμη και την αξία τους. ” Ποῦ σου θάνατε τὸ κέντρον; ποῦ σου Άδη τὸ νῖκος;”(Α΄ Κορ. ιε΄55). Τώρα ο Θεός άνοιξε γέφυρα επικοινωνίας με τον άνθρωπο. Τον τραβά και τον ξυπνά από το λήθαργο του θανάτου μεταφέροντάς τον στο φως και τη ζωή.
Η εικόνα μιλά για δυναμική κάθοδο του Χριστού στον Άδη. Ο χιτώνας Του είναι ανασηκωμένος για να δηλωθεί η καθοδική κίνηση. Το δοξασμένο σώμα του Χριστού εγγράφεται συνήθως μέσα σε ένα σύνολο τριών ή τεσσάρων ομόκεντρων κύκλων που συμβολίζουν το θείο φως. Έτσι κάθε κύκλος παίρνει μια πιο σκοτεινή απόχρωση βαίνοντας προς το μπλε. Ο Χριστός φορεί ιμάτιο με χρυσοκονδυλιά, αστραφτερό, και καθώς είναι ευρύπτυχο και ανεμιζόμενο πάνω από την κεφαλή, φέρει τον αέρα της νίκης. Η όψη στο προσώπου Του είναι αυστηρή αλλά με έκφραση φιλάνθρωπη. Τα χέρια Του και τα πόδια Του φέρουν ακόμα “τον τύπον των ήλων”.
Με το αριστερό του χέρι ο Χριστός κρατεί ειλητάριο, σύμβολο του κηρύγματος της Αναστάσεως σε εκείνους που ήταν στον Άδη. Άλλες φορές αντί για ειλητάριο κρατεί σταυρό. Είναι το σύμβολο της νίκης, το όργανο με το οποίο απελευθέρωσε και εξαγόρασε τον άνθρωπο από το θάνατο (Γαλ. γ΄13).
Με την όλη ζωντάνια της κίνησης και με θεοπρεπή μεγαλοπρέπεια παρασύρει τους Πρωτοπλάστους προς την ουράνια βασιλεία. Παίρνει τον Αδάμ και την Εύα, όχι από το χέρι, αλλά από το καρπό του χεριού και με ορμή και δύναμη τους τραβά κυριολεκτικά έξω από τους τάφους. Ο Αδάμ φαίνεται κουρασμένος από το θάνατο. Το χέρι του Αδάμ αδύνατο μοιάζει να ξεκουράζεται από το χέρι του Χριστού. Η κίνηση του δεξιού χεριού του Αδάμ, κίνηση αυτόνομη, εκφράζει την προσωπική θέλησή του και τείνει προς το Χριστό σαν προσευχή. Με αυτή την αντιθετική κίνηση των χεριών του Αδάμ ανοίγεται μυστικά η αναζωογόνηση του ανθρώπου που πηγάζει από την Ανάσταση, η πλήρης κατάργηση του θανάτου, η εσωτερική δύναμη της ψυχής που τείνει προς το Θεό. Η Εύα σε μερικές αγιογραφίες βρίσκεται όρθια δίπλα από τον Αδάμ και τείνει και αυτή τα χέρια της προς τον Κύριο. Άλλοτε είναι γονατιστή και ανασηκώνει με σεμνότητα τα καλυμμένα χέρια της σε στάση προσευχής και υποδοχής, ελκυόμενη προς το Θεό της. Εδώ είναι μια συμβολική παράσταση που δηλώνει ότι ο Χριστός τραβώντας το Αδάμ από τον Άδη, τραβά κι όλο το ανθρώπινο γένος από το θάνατο. Ακόμη και στις εικόνες που η Εύα είναι πίσω σώζεται όπως και κάθε γυναίκα, αφού πλάσθηκε ισότιμη από το σώμα του Αδάμ. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η απαρχή της λυτρώσεως ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Δεξιά και αριστερά του Χριστού βρίσκονται δύο ομάδες Δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης. Ξεχωρίζουν οι Βασιλείς Δαβίδ και Σολομώντας. Είναι ντυμένοι με βασιλικά ενδύματα και στο κεφάλι φορούν στέμμα. Οι Προφήτες Ιεζεκιήλ και Ησαΐας, επειδή προφήτεψαν την ανάσταση των νεκρών βρίσκονται στην εικόνα. Μεταξύ των Δικαίων ζωγραφίζεται κι ο Άβελ. Είναι νέος, αμούστακος και ξεχωρίζει διότι κρατά ποιμαντική ράβδο. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισε την πίκρα του Άδη, από την άδικη αδελφική δολοφονία του. Μπροστά τους στέκεται ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο τελευταίος Προφήτης που άνοιξε το δρόμο για τον ερχομό του Χριστού στη γη. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος με τον αποκεφαλισμό του από τον Ηρώδη, κατέβηκε στον Άδη για να κηρύξει και στους νεκρούς τον ερχομό Αυτού που ανέμεναν για λυτρωτή και σωτήρα τους. Αυτόν που υποσχέθηκε ο Θεός στους Πρωτοπλάστους. Με την κίνηση του χεριού του βεβαιώνει, ότι για αυτό μιλούσε τόσες χιλιάδες χρόνια η ανθρωπότητα. Δίκαια λοιπόν και η υμνογραφία μας χαρακτηρίζει τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ως “και τοις εν Άδη, Χριστού Προάγγελος”.
Ο πιστός βλέποντας την εικόνα και ζώντας αυτή την αλήθεια, αποβάλλει το άγχος του θανάτου. Για να καταργηθεί ο θάνατος πρέπει να καταργηθεί και η αμαρτία η οποία είναι το κέντρο του θανάτου (Α΄Κολσ. ιε΄56). Χρειάζεται λοιπόν από κάθε άνθρωπο η συσταύρωσή του με το Χριστό ώστε να μπορέσει να συναναστηθεί μαζί Του. Όποιος νικά εν Χριστώ την αμαρτία μετέχει και της νίκης του Χριστού πάνω στο θάνατο . Οι εν Χριστώ νικητές του θανάτου είναι οι Άγιοι. Όποιος βλέπει τα άγια λείψανα άφθαρτα και θαυματουργά, καταλαβαίνει τι σημαίνει νίκη πάνω στο θάνατο και τη φθορά. Το απλό βιολογικό γεγονός του θανάτου, δεν είναι πια ο θάνατος με την οντολογική σημασία του όρου, αλλά σπορά του φθαρτού σώματος στη γη για να βλαστήσει, όπως το σιτάρι (Ιω. ιβ΄24), όταν το αποφασίσει ο Κύριος, με άφθαρτο και αθάνατο σώμα (Α΄ Κορ. ιε΄ 42). Τότε και μόνο ο άνθρωπος θα ζήσει στον Παράδεισο, όπως ήταν να ζήσει και πριν την πτώση.






1 σχόλιο:

  1. Ἐπιτρέψτε μου δύο παρατηρήσεις.
    α. Ἡ Κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη δέν εἶναι κάθοδος ἀλλά ...ἄνοδος. Τό παραπάνω ἄρθρο δέν φαίνεται νά κάνει αὐτή τή διάκριση καί μάλιστα μοιάζει σά νά ἀντιφάσκει: Ἀπό τή μιά μιλάει γιά «κάθοδο» καί «καθοδική κίνηση», ἀπό τήν ἄλλη - τό σωστό - «τραβᾶ (τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα) κυριολεκτικά ἔξω ἀπό τούς τάφους». Ἡ ὀρθή παρατήρηση, ὅτι δέν τούς πιάνει ἀπό τό χέρι ἀλλά «άπό τόν καρπό τοῦ χεριοῦ» δείχνει καθαρά τήν Ἄνοδο. Ἐξ ἄλλου ὅλες οἱ ἀρχαῖες εἰκόνες «Καθόδου» ἀναγράφουν: «Ἡ Ἀνάστασις».
    β. Ἡ δεύτερη παρατήρησή μου ἀφορᾶ τόν Ἅδη. Ὑπάρχει ἔντονα ριζωμένη μέσα μας ἡ (εἰδωλολατρική) ἰδέα ὅτι ὁ Χριστός κατέβηκε σέ κάποιες σκοτεινές σήραγγες, κάποια γεωγραφικά προσδιορισμένες ἀλλά ἄγνωστες σκοτεινές μεριές τῆς γῆς, στά κατάβαθα ὑφαιστείων καί τά παρόμοια, ὅπου βρίσκονται στριμωγμένα ἀπό αἰώνων τά ἑκατομμύρια τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων. Γιά νά κάνω πιό λακωνική τήν παρατήρηση. Ὁ Ἅδης νοεῖται διαχρονικά. Ἡ ἀντίληψη πού ἔχουμε (καί πού βέβαια εἶναι πολύ φυσικό νά ἀποτυπώνεται μέ χειροπιαστές παραστάσεις πού κάνουν τό μυστήριο τῆς ἄλλης ζωῆς κάπως προσιτό, κατανοητό) ἔχει βαθιά ἐπηρεαστεῖ ἀπό τίς ἀνθρωπομορφικές αὐτές εἰκόνες. Ἅδης εἶναι ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῶν Πατέρων. Σ’ αὐτήν κατέβηκε ὁ Χριστός μας ὅταν προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη σάρκα. Σώζεται ὁ ἄνθρωπος ἐπειδή ὁ Θεός γίνεται ἕνα μαζί του κι ὄχι ἐπειδή ἐπισκέφθηκε κάποια μακρινά μέρη τῆς γῆς. Ὅπως ὁ θάνατος τοῦ Ἀδάμ πέρασε σ’ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, ἔτσι μέ τό «πρόσλημα» τοῦ νέου Ἀδάμ, «δηλαδή τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου» διαδίδεται «ἡ εὐλογία καί ἡ σωτηρία σέ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα» (Συμεών Ν.Θεολ.). Οἱ πύλες τοῦ Ἅδη ὀνομάζονται χάλκινες, λέει ὁ ἅγ. Χρυσόστομος, ὄχι ἐπειδή ἦταν ἀπό χαλκό, ἀλλά γιά νά ὑπογραμμιστεῖ ἡ σκληρότητα καί τό ἀνυποχώρητο τοῦ θανάτου. Ὁ δέ ἅγ. Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος τό θέτει ἐπίσης πολύ ὄμορφα, καί ἐπιτρέψτε μου νά κλείσω μέ αὐτό: Ὅταν ἀκούσεις, ὅτι κατεβαίνοντας ὁ Χριστός στόν ἅδη, ἐλευθέρωσε τίς ψυχές πού κρατοῦνταν στό σκοτάδι ἐκεῖνο, μή νομίσεις ὅτι αὐτά γίνονται μακριά ἀπό τήν ψυχή σου. Μνημεῖο εἶναι ἡ καρδιά, καί μέσα σ’ αὐτήν ἔχουν ταφεῖ οἱ λογισμοί καί ὁ νοῦς, σκεπασμένοι μέ βαρύ σκοτάδι. Ἔρχεται λοιπόν ὁ Κύριος στίς ψυχές πού φωνάζουν πρός αὐτόν μέσα ἀπό τόν ἅδη, ἀπό τό βάθος δηλαδή τῆς καρδιᾶς, καί ἐκεῖ προστάζει στόν θάνατο καί τοῦ λέει· “Ἄφησε ἐλεύθερες τίς φυλακισμένες ψυχές, οἱ ὁποῖες ζητοῦν ἐμένα πού μπορῶ νά τίς ἐλευθερώσω”. Στή συνέχεια, ἀφοῦ σηκώσει τόν βαρύ λίθο πού εἶναι τοποθετημένος πάνω στήν ψυχή, καί τόν τάφο ἀνοίγει, καί τόν ἀληθινά νεκρό ἀνασταίνει, καί ἐλευθερώνει τή φυλακισμένη ψυχή ἀπό τή σκοτεινή φυλακή». Χριστός Ἀνέστη!...

    ΑπάντησηΔιαγραφή