Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Γεωργίου Αντουράκη, Αρχαιολόγου - Καθηγητού Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: http://www.proskynitis.blogspot.com/

Το γεγονός της Αναστάσεως στη Xριστιανική συνείδηση είναι συνέχεια του γεγονότος του Σταυρού. Όρθώς ή Εκκλησία διακηρύσσει, ότι ό Χριστός «Σταυρόν ύπομείνας δι' ημάς, θανάτω θάνατον ώλεσεν» (Πεντηκοστάριον). Έτσι, από τους πρώτους Xριστιανικούς αιώνες, ή Ανάσταση παραλληλίζεται ή καί συμβολίζεται με την εικόνα της Σταυρώσεως.
Μια τέτοια συμβολική παράσταση της Αναστάσεως συναντούμε σε σαρκοφάγους του 4ου μ.Χ. αιώνα, οί όποιες φυλάσσονται στο Mουσείο Λατερανού της Ρώμης. Πρόκειται για δύο από τίς λεγόμενες σαρκοφάγους των Παθών του Χρίστου, στίς όποιες η Ανάσταση απεικονίζεται στο κέντρο κάθε εικόνας. Η Ανάσταση των εν λόγω σαρκοφάγων παριστάνεται με το λάβαρο του Μ. Κωνσταντίνου: Σταυρός στολισμένος με δάφνινο στεφάνι - στίς άκρες του οποίου παριστάνονται δύο πετεινοί - που περικλείει το μονόγραμμα του Χριστού, ενώ στη βάση απεικονίζονται δύο κοιμώμενοι στρατιώτες της κουστωδίας που είχαν τοποθετήσει στον τάφο του Χριστού, επειδή φοβόνταν την κλοπή του θείου σώματος από τους μαθητές, οι οποίοι θα έλεγαν μετά στο λαό, ότι «ήγέρθη από των νεκρών» (Ματθ. 27, 64).
'Ενας άλλος συμβολικός τρόπος απεικονίσεως της Αναστάσεως, ήδη από την εποχή των κατακομβών, είναι η παράσταση του Προφήτη Ίωνά, ο όποιος αποβάλλεται σώος καί αβλαβής από την κοιλιά του κήτους. {Βλέπε καί τη σχετική διήγηση (Ίωνά α' -δ'), η οποία διαβάζεται ως προφητεία στον Εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου, ακριβώς ένεκα της βαθιάς συμβολικότητάς της}. Ορθώς ό Ίωνάς θεωρείται ως προεικόνιση του Χρίστου, άφού ό ίδιος ό Κύριος είχε τονίσει, όταν έλεγε στους Φαρισαίους: «... Ώσπερ γαρ εγένετο Ιωνάς ο Προφήτης εν τη κοιλία του κήτους τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, ούτως έσται και ο Υιός του Ανθρώπου εν τη καρδία της γης τρεις ημέρας καί τρεις νύκτας» (Ματθ. 12,40). Μετά δε την τριήμερο ταφή, ο Χριστός ανέστη, όπως «και ο Ιωνάς εκβήκεν από το κήτος τριήμερος» (άγ. Νικόδημος Αγιορείτης, Έορτοδρόμιον). Ένεκα τούτου, ο Ιερός Δαμασκηνός γράφει (στον ειρμό της ς' ωδής του περίφημου κανόνα του Πάσχα), τα έξης: «Κατήλθες εν τοις κατωτατοις της γης καί συνετριψας μοχλούς αιωνίους κατόχους πεπεδημένων Χριστέ, καί τριήμερος, ως εκ κήτους Ίωνάς, έξανέστης του τάφου» (Πεντηκοστάριον).
Αξιοπρόσεκτο είναι και το δίπτυχο από ελεφαντόδοντο στο Μουσείο της Ραβέννας (αρχές του 6ου αιώνα), όπου με ιδιαίτερη ζωντάνια απεικονίζεται ο Ιωνάς με το κήτος. Γενικά, η ιστορία του Ίωνά, που συμβολίζει τη λύτρωση καί την ανάσταση των νεκρών, είναι ένα ιδιαίτερα αγαπητό θέμα στη ζωγραφική των κατακομβών και των σαρκοφάγων. (Για τα θέματα αυτά βλέπε Γ.Β. Άντουράκη, "Χριστιανική Ζωγραφική", Αθήνα 2001, σσ. 34, 65, 76 κ.έ., οπού καί παραδείγματα εικόνων).
Κατά τον 6ο αιώνα, εμφανίστηκε - προς λειτουργική χρήση - ένας άλλος εικονογραφικός τύπος της Αναστάσεως. Είναι γνωστός ως «Λίθος», οπού εικονίζονται οι Μυροφόρες στο «κενό μνημείο»  και η εμφάνιση του Χριστού σε αυτές. Στο γνωστό Ευαγγέλιο του Ραμπουλά (τέλη του 6ου αιώνα), κάτω από τη Σταύρωση έχουν εικονιστεί δύο παραστάσεις με θριαμβευτικό χαρακτήρα: Οι Μυροφόρες μπροστά στο κενό μνημείο και ο Χριστός, που εμφανίζεται σ' αυτές, ντυμένος με το λευκό χιτώνα της Αναστάσεως. Στό κέντρο ακριβώς της συνθέσεως αυτής, υπάρχει το άδειο μνημείο και οι κοιμώμενοι στρατιώτες, ο δε Τάφος του Χριστού ξεχωρίζει τις δύο παραστάσεις αυτές.
Αξιοπρόσεκτος είναι ένας Άγγελος - ολόλευκα ντυμένος - καθήμενος πάνω στον αποκεκυλισθέντα λίθο. Με τη χαρακτηριστική του κίνηση λέγει στίς Μυροφόρες: «Ηγέρθη, ουκ εστίν ώδε• ίδε ο τόπος όπου έθηκαν » (Μαρκ. 16,6).
Στήν άλλη παρασταση της εμφανίσεως του αναστημένου Χριστού (πού ευλογεί), οί Μυροφόρες παριστάνονται γονυπετείς στο έδαφος καί προσκυνούν τον Κύριο τους. Το θέμα των Μυροφόρων στον τάφο γνωρίζει μεγάλη διάδοση, άφού παριστάνεται - μαζί με άλλες σκηνές του Δωδεκαόρτου - καί σε κάλυμμα ξύλινης λειψανοθήκης στο παρεκκλήσιο Sancta Sanctonum του Λατερανού (σήμερα φυλάσσεται στο Βατικανό).
Αξιοπρόσεκτη είναι και μία εξαίρετη παράσταση σε ελεφαντόδοντο (5ου αιώνα), με τις Μυροφόρες στον Τάφο, σε αρχαϊκότερη βέβαια μορφή. Η απλή ομορφιά αυτού του παλαιού έλαφαντοστού, στο φύλλο ενός δίπτυχου, χαρακτηρίζει τη μετάβαση από την κλασική στη χριστιανική τέχνη. Οι δύο επάλληλες σκηνές εικονίζουν δύο φάσεις του ίδιου έπεισοδίου. Στη μία φαίνονται οι κοιμώμενοι φρουροί και στην άλλη ο Άγγελος να χαιρετά τις Μυροφόρες στην είσοδο του Τάφου. Στο εν λόγω έργο, ο αναστημένος Χριστός δεν εικονίζεται, άφού ή χριστιανική τέχνη εκφράζεται ακόμη με συμβολισμούς. Ο τάφος θυμίζει τη μικρή έκκλησία, που χτίστηκε πάνω από τον Πανάγιο Τάφο (κατά τον 4ο αιώνα). Το ελεφαντόδοντο αυτό βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή του Μιλάνου (πρβλ. Παγκόσμια Ιστορία Τέχνης, τ. 4, σ. 142). Επίσης, μια εξαίρετη παράσταση των Μυροφόρων στον Τάφο του Χρίστου υπάρχει σε ψηφιδωτό του Αγίου Άπολλιναρίου του Νέου στη Ραβέννα (αρχές του 6ου αιώνα). Είναι το καλύτερο δείγμα του εικονογραφικού αυτού τύπου (του έτους 526). Η παράσταση αυτή συνυπάρχει με τις άλλες σκηνές των παραβολών, των θαυμάτων καί των Παθών του Χριστού, που ιστορούνται στην ανώτερη(πάνω από τα παράθυρα) ζώνη ψηφιδωτών. Ό ψηφιδογράφος καλλιτέχνης περνά αμέσως από την Προδοσία του Ίούδα στήν Ανάσταση του Χρίστου. Όπως και στην αρχαιότερη τέχνη, ο Χριστός δεν εικονίζεται ταπεινωμένος, σταυρωμένος ή την στιγμή που τον κατεβάζουν από το Σταυρό. Στη λιτότατη παράσταση των Μυροφόρων, τα πάντα έχουν συναρμοσθεί, ώστε να δηλώνουν την απουσία του Χριστού, όπως: Η ανοικτή πύλη του προβεβλημένου τάφου, τα ανοικτά χέρια των δύο γυναικών, η ευφρόσυνη αταραξία του Αγγέλου. Επίσης, η ένταση με την οποία διαγράφεται ο χώρος των νεκρών - ο κλασσικός θόλος του τάφου - έχει ως αντίρροπο το αίσθημα απουσίας που τον διαπνέει. Σημειωτέον ότι την πράσταση των Μυροφόρων ακολουθεί η Ψηλάφηση του Θωμά, που και αυτή ανήκει στις ιστορικές μαρτυρίες της Αναστάσεως, ήδη κατά την πρώτη περίοδο της Χριστιανικής Εικονογραφίας (πριν και μετά την Εικονομαχία). Γεγονός όμως είναι ότι το μεγάλο θέμα της εις Αδου Καθόδου του Χρίστου, καθώς και οι συμπληρωματικές σκηνές της Αναστάσεως (Μυροφόρες, η Ψηλάφηση του Θωμά κ.ά.), πολλαπλασιάζονται και επικρατούν στην Ορθόδοξη αγιογραφία της Ανατολής κυρίως, μετά το θρίαμβο και την επικράτηση των ιερών εικόνων (843 κ.έ.) και καθ' όλη τη Βυζαντινή καί μεταβυζαντινή περίοδο, αλλά και μέχρι σήμερα. Εννοείται ότι η παρατήρηση αυτή ισχύει όχι μόνο για τα μεγάλα θέματα του Δωδεκαόρτου, αλλά για τα περισσότερα θέματα των εικονογραφικών κύκλων.

Έξέλιξη της εις Άδου Καθόδου ή Αναστάσεως
Η εις 'Αδου Κάθοδος - ως ο κατεξοχήν Βυζαντινός εικονογραφικός τύπος της Ορθόδοξης Αναστάσεως - επικρατεί οριστικά στην Ανατολή, κυρίως από την εποχή των Μακεδόνων και των Κομνηνών. Στην περίοδο αυτή - και μάλιστα στους 11ο καί 12ο αιώνες - συναντούμε τα καλύτερα δείγματα σε ψηφιδωτά και τοιχογραφίες. Ασφαλώς, η εις Άδου Κάθοδος ιστορείται μαζί με τις άλλες παραστάσεις του Δωδεκαόρτου, αλλά σχεδόν πάντοτε είναι δίπλα στη Σταύρωση (ως φυσικό επακόλουθό της) ή σε μία ευθεία σχέση με αυτη (απέναντι). Συνήθως η Ανάσταση ιστορείται στους χαμηλούς τοίχους (νότιο ή βόρειο) των Ορθοδόξων ναών, ανάλογα βέβαια με το μέγεθός τους.
Στις μεγαλυτέρων διαστάσεων εκκλησίες, ζωγραφίζεται σε μεγαλύτερη κλίμακα - όπως και ο Ευαγγελισμός, η Μεταμόρφωση και η Σταύρωση -ε ίναι όμως δυνατόν να συναντήσουμε την παράσταση της εις Άδου Καθόδου καί στο νάρθηκα ('Οσιος Λουκάς Βοιωτίας), σπανιότερα δε στη βόρεια κόγχη του κυρίως ναού (Νέα Μονή Χίου). Το φαινόμενο αυτό δεν είναι ανεξήγητο, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι το Δωδεκάορτο (τουλάχιστον τον 11ο αιώνα), ιστορείται και στον κυρίως ναό και στο νάρθηκα.
Γεγονός όμως είναι ότι η «αγιοκαταταξη» του Δωδεκαόρτου δεν έχει πάντοτε μια σταθερή θέση. Συνήθως ιστορείται στους τοξωτούς χαμηλούς τοίχους (καμάρες) των μικρότερων καμαροσκεπών ναών, ενώ στους τρουλλαίους εγγεγραμμένους ναούς, στις υψηλότερες επιφάνειες. Η εις 'Αδου Κάθοδος, είτε είναι απόρροια ρωμαϊκών προτύπων, είτε εμπνέεται από την κάθοδο του Ηρακλή στον 'Αδη, είναι μία παράσταση πού διακρίνεται όχι μόνο για την πολλαπλότητα των έγκλειομένων εννοιών, αλλά και για την πλούσια και υψηλή της αισθητική απόδοση. Οι Μυροφόρες στον Τάφο ή η παράσταση του Λίθου, είναι ένας «ποιητικός» τύπος της Αναστάσεως, κυρίως της πρώϊμης Βυζαντινής εποχής.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό - και περισσότερο «ανθρώπινο» ή συναισθηματικό - είναι το υπέροχο ανοιξιάτικο τοπίο (φόντο) του Λίθου των Μυροφόρων. Η φωτεινή αυτή σκηνή «ομιλεί» και συγκινεί περισσότερο τις ψυχές των πιστών. Αντίθετα, η εις 'Αδου Κάθοδος - Ανάσταση του Χρίστου, είναι ο δογματικός και ο ιδιαίτερα αναγωγικός εικονογραφικός τύπος, ελεύθερος από τις συμβάσεις του χώρου και του χρόνου, στους οποίους όμως αναφέρεται άμεσα. Ο συγκερασμός του πνευματικού καί της πράξεως, του μνημειώδους και του ταπεινού, του δυναμισμού και της ιερατικής μεγαλοπρέπειας, συνετέλεσε στην ακτινοβολία του εικονογραφικού αυτού τύπου, ο οποίος ορθώς κατέστη προσφιλέστατος και επικράτησε να παρίσταται ως «Ανάστασις», όχι μόνο καθ' όλη τη Βυζαντινή περίοδο, αλλά και μετά την 'Αλωση (1453 κ.έ).

Αναστάσεις Δυτικού τύπου
Αξιοπρόσεκτο είναι, ότι κατά το 17ο αιώνα εμφανίζεται και στην Ορθόδοξη εικονογραφία ό γνωστός Δυτικός τύπος της Αναστάσεως, με το Χριστό να ξεπροβάλλει αλματωδώς από τον τάφο (κρατώντας μάλιστα και σημαία!), ενώ ένας Άγγελος φαίνεται να σηκώνει το λίθο του μνημείου, για να εξέλθει ό Ιησούς. 'Ενα από τα παλαιότερα παραδείγματα μιας τέτοιας εικόνας της Αναστάσεως - με το Χριστό να προβάλλει από ένα λαρνακοειδή τάφο -βρίσκεται στο Βυζαντινό μας Μουσείο. Πρόκειται για μια φορητή εικόνα του Ηλία Μόσκου (του έτους 1657), ο όποιος, ως γνωστόν, ανήκει στην ομάδα εκείνη τών μεγάλων ζωγράφων της Κρητικής Σχολη (Εμμανουήλ Τζάνε, Θ. Πουλάκη κ.α.), οι οποίοι δανείστηκαν στοιχεία από τη Δυτική τέχνη, σε μια προσπάθεια «δήθεν άνανεώσεως» της παραδοσιακής μας αγιογραφίας. 'Ομως, λίγα χρόνια αργότερα (το 1670), ο ίδιος ο Ηλίας Μόσκος επανήλθε στήν Ορθόδοξη παράδοση, φιλοτεχνώντας την εις 'Αδου Κάθοδο, που φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη.
Γεγονός είναι, ότι κάποιοι μεταβυζαντινοί αγιογράφοι του του 18ου αιώνα, ακολουθώντας το συρμό της εποχής τους καί για να «βγάλουν το ψωμί τους», άλλοτε απεικόνιζαν καθαρά Βυζαντινά πρότυπα καί άλλοτε Δυτικά. Πάντως, πέρα από τη ζωηρή εντύπωση πού θέλει να προξενήσει ο Δυτικός τύπος της Αναστάσεως, το πρόβλημα είναι πρωτίστως πνευματικό καί δευτερευόντως αισθητικό. Όμως, η άποκύλιση του λίθου «από της θύρας του μνημείου» - πού είναι κύριο χαρακτηριστικό του Δυτικού τύπου τής Αναστάσεως - αναφέρεται από όλους τους Ιερούς Ευαγγελιστές (πρβλ. Ματθ. 28, 2 Μάρκ. 16,4 Λουκ. 24, 2 Ίω. 20, 2), αλλά δέν έγινε για να... διευκολυνθεί ο Παντοδύναμος Χριστός να βγει από τον τάφο! Έγινε για να διαπιστώσουν την Άνάστασή του, κυρίως οι Απόστολοι και οι Μυροφόρες.
Κατά την πίστη της Όρθοδοξίας, ό Χριστός αναστήθηκε «έσφραγισμένου του μνήματος...» (Κυριακή του Θωμά, Πεντηκοστάριον). Αυτή τη συνείδηση είχαν και άλλοι υμνογράφοι, καθώς και οι Πατέρες της Εκκλησίας, εκφράζοντας το Ορθόδοξο φρόνημα των πιστών, όπως ο Μ. Αθανάσιος (25, 140), ό Ίουστίνος (Αμφιβαλλόμενα, Β.Ε.Π.Ε.Σ., τ. 4, σ. 129), ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Όμιλία εις το κατά Ματθαίον, Ρ.υ. 58, 783) κ.λπ. Ο Φώτης Κόντογλου θεωρεί το δυτικό αυτό εικονογραφικό τύπο «έστερημένον παντάπασιν από το πνευματικόν καί μυστικόν νόημα οπού έχει ό Βυζαντινός τύπος της Αναστάσεως» (Έκφρασις, τ.Α', σ. 181). «Ευχής έργον θα ήτο, εάν ό τύπος ούτος των Δυτικών, ως ανιστόρητος, απλώς εντυπωσιακός, αλλά και ουσιαστικώς αντορθόδοξος, εγκατελείπετο, επανήρχετο δε η Εκκλησία ημών αποκλειστικώς εις τον τύπον της σεβάσμιας αυτής παραδόσεως, ήτοι τον της εις 'Αδου Καθόδου». (Βλέπε Κ. Καλοκύρη, "Η Ζωγραφική της Όρθοδοξίας", σ. 144).










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου