Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΓΡΑΒΑΝΟΣ (+ 1812)


Ο Γρηγόριος ήταν κι αυτός ένας από τους συνοδοιπόρους των Κολυβάδων, που ακoλούθησε τον Γέροντα του Νήφωνα σε πολλούς σταθμούς (στο Άγιο Όρος και σε διάφορα νησιά του Αιγαίου) και κατέληξαν στην Πάτμο.
Καταγόταν από την Νίσυρο, έρχεται στην Πάτμο και συμπροσεύχεται με τον Άγιο Μακάριο Κορίνθου στο ησυχαστήριο της Κουμάνας, αγναντεύοντας απέναντι την Αποκάλυψη και την Μονή, τους δύο μεγάλους σταθμούς της ιστορίας της Πάτμου και της Εκκλησίας. Αργότερα πηγαίνει με τον Νήφωνα στους Λειψούς και ιδρύουν ησυχαστήριο στη περιοχή Ρωμάνι, προς τιμήν του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Επιστρέφοντας στην Πάτμο στη θέση Γραβά θα κτίσει το Κάθισμα προς τιμή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εκεί έζησε με τον υποτακτικό του, τον Θεόκτιστο από τη Σόφια, έκτισε κελιά και πήρε από εδώ το όνομα Γραβανός.
Η αρετή και η άσκηση του ακτινοβολούσαν σ΄ όλο το νησί. Πολλοί πήγαιναν στο ερημικό Κάθισμά του για να εξομολογηθούν. Ακόμα και ένας κλέφτης τρέχει στο κελλί του μετανιωμένος να παραδώσει τα κλοπιμαία σ' αυτόν. Ακόμα και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Νεόφυτος Ζ΄ όταν εξορίστηκε στην Πάτμο, εξομολογείτο στο Γρηγόριο, όταν έμενε φιλοξενούμενος στο Γραβά.
Το 1791 συγκαταλέγεται στην αδελφότητα της Μονής του Θεολόγου. Το 1793 με γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Νεοφύτου του Ζ΄μετέχει με τον Άγιο Μακάριο Κορίνθου και τον δάσκαλο της Πατμιάδας Δανιήλ σε Εξαρχική Επιτροπή. Όμως το 1810 ένα λυπηρό περιστατικό αναγκάζει τον Γρηγόριο να φύγει από την Πάτμο και να γυρίσει στη Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ικαρία. Το γεγονός ήταν ότι ο προαναφερθείς κλέφτης νόμιζε, ότι ο Γρηγόριος πρόδωσε τ' όνομά του και απειλούσε να τον σκοτώσει. Όμως το όνομα το είχε αποκαλύψει ο αφελής υποτακτικός του Γρηγορίου  Θεόκτιστος, γι' αυτό και ο Γρηγόριος αναγκάστηκε να φύγει για την Ικαρία για να σωθεί.
Ο Γρηγόριος κοιμήθηκε στις 22 Απριλίου του 1812 και τάφηκε στη Μονή Ευαγγελισμού στην Ικαρία. Το «Βραβείον» της Μονής Θεολόγου της Πάτμου αναφέρει σχετικά με τον Γρηγόριο: «1812 Απριλίου 22, ετελεύτισεν ο συναδελφός ημών εν Ιερομονάχοις κύρ Γρηγόριος ο και ασκητής, όστις τού Γραβά τα κτήρια έκτισεν, ων εκ της νήσου Νισύρου, θανάτω φυσικώ εν τη νήσω Ικαρία. Εις τους 1815 έγινεν η ανακομιδή του άνωθεν, ος τις ηγίασεν ποιών θαύματα εις πολλούς τα Ιερά αυτού Λείψανα».
Σήμερα ο Άγιος Γρηγόριος ο Γραβανός κατατάσσεται στους τοπικούς Αγίους της Δωδεκανήσου και εορτάζει στις 22 Απριλίου, ημέρα την κοιμήσεως του.



Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

OΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΓΕΡΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ


Ο Ιωάννης Βιτσέντζος ή Γεροντογιάννης γεννήθηκε στο ημιερειπωμένο Μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου Καψά το 1799. Στα ερειπωμένα κελλιά της άγονης και απόμονωμένης περιοχής είχαν μεταβεί οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του Εμμανουήλ και Ζαμπία, λόγω Tουρκικής επιδρομής. Αργότερα, όταν ησύχασε η κατάσταση, διέμειναν μόνιμα στο χωριό Λιθίνες.
Όταν ήρθε σε νόμιμη ηλικία νυμφεύθηκε την κυνηγημένη από τους Τούρκους Καλλιόπη, από την οικογένεια των Γεροντάκηδων ή Γεροντήδων, η οποία ζούσε κρυμμένη και εκείνη στα νοτιοανατολικά παράλια, φοβούμενη μήπως έχει την ίδια τύχη που είχε η μοναδική αδελφή της, η οποία αυτοκτόνησε για να μην ατιμασθεί από ένα Τούρκο που είχε ενδιαφερθεί έντονα γι’ αυτήν. Γι’ αυτό και η Καλλιόπη στάλθηκε από τους γονείς της στις ερημικές ακτές της περιοχής, κοντά στην έρημη τότε Μονή Καψά και τελικά παντρεύθηκε τον Γεροντογιάννη, με τον οποίο απέκτησε τέσσερα παιδιά, τρεις κόρες κι ένα γιο.
Ο Γεροντογιάννης ήταν ατίθασος, αλλά ιδιαίτερα ευσεβής. Πολλές φορές είχε γίνει στόχαστρο των Tουρκικών Aρχών και τον είχε καταδιώξει η Τουρκική Αστυνομία. Γι’ αυτό συχνά κατέφευγε με την οικογένειά του στο φαράγγι των Περβολακίων, όπου ήταν αδύνατο να τον ανακαλύψει κανείς. Το περισσότερο διάστημα του έτους διέμεναν στο μετόχι «Κατσαρόλι», κοντά στις Λιθίνες.
Συμφωνα με την παράδοση, κάποια Κυριακή ο Ιωάννης μάζεψε ξύλα και τα φόρτωσε στο ζώο για να τα πουλήσει, όπως συνήθιζε, στα χωριά Αρμένους και Χανδράς και να αγοράσει κρασί. Πήρε μαζί του και τη σύζυγό του Καλλιόπη και την άφησε στις Λιθίνες για να δει τους συγγενείς της, ενώ τα παιδιά έμειναν μόνα τους στο μετόχι. Στο γυρισμό ένα κακό προαίσθημα είχε φωλιάσει στην καρδιά της Καλλιόπης που παρακινούσε συχνά το σύζυγό της να βαδίσει γρηγορότερα. Οταν έφτασαν βρήκαν τη μικρή τους κόρη Ειρήνη καμμένη έξω στο αλώνι, που την είχαν βγάλει τα άλλα αδέλφιά της, νομίζοντας ότι ο αέρας θα έσβηνε τη φωτιά που είχε πιάσει το φορεματάκι της. Το ατύχημα αυτό που επέφερε τον θάνατο της κόρης του, θεωρήθηκε από τον Ιωάννη θεία τιμωρία για τις αμαρτίες του και κυρίως για την καταπάτηση της Κυριακάτικης αργίας. Το γεγονός αυτό σφράγισε τη ζωή του και στάθηκε η αφορμή για να μεταμορφωθεί.
Έφυγε από το μετόχι και εγκαταστάθηκε μόνιμα στις Λιθίνες. Οι χωριανοί, οι συγγενείς και όσοι τον γνώριζαν διαπίστωναν καθημερινά την «αλλοίωσή του». Ο σκληρόκαρδος, ευέξαπτος και εριστικός Ιωάννης μεταμορφώθηκε σε έναν μακρόθυμο, ελεήμονα, πράο και ανεξίακακο άνθρωπο. Η συνειδητή συμμετοχή του στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, οι νηστείες, οι προσευχές, οι ελεημοσύνες και η διαρκής μετάνοια καθάρισαν την καρδιά του, φώτισαν το νου του και μπόρεσε να δεχθεί μία θεία αποκάλυψη, που έμελλε να σταθεί καθοριστική για τη μετέπειτα ζωη του. Ο Γεροντογιάννης το έτος 1841  σε ηλικία 42 ετών έπεσε σε βαθύ ύπνο. Αγγελος Κυρίου τον άρπαξε, όπως τον Απόστολο Παύλο, σε υψηλή θεωρία και είδε τις τάξεις των δικαίων που βρίσκονται σε ουράνια δόξα και χαρά, αλλά και τις διάφορες τιμωρίες των καταδικασμένων στην αιώνια κόλαση. Μετά από 43 ώρες ξύπνησε χαρούμενος και γαλήνιος βλέποντας γύρω του πλήθος από συγγενείς, γειτόνους και συγχωριανούς του, οι οποίοι είχαν μαζευθεί για να δουν από κοντά τι του συμβαίνει. Ανάμεσά τους και μια παράλυτη γρια, πάνω στην οποία άπλωσε το χέρι του και ψιθυρίζοντας κάποια ευχή, την θεράπευσε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πολυάριθμων παρευρισκομένων. Αμέσως μετά άρχισε να κηρύττει και να θαυματουργεί. Πολλοί κάτοικοι της επαρχίας Σητείας περνούσαν καθημερινά από το σπίτι του για να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του, να δεχθούν τις συμβουλές του και να θεραπευθούν από τις διάφορες ασθένειές τους.
Τα γεγονότα αυτά, όπως ήταν φυσικό, δημιούργησαν θόρυβο γύρω από το όνομά του. Τη χρονιά αυτή επικρατούσε αναστάτωση λόγω της επανάστασης και ο Γεροντογιάννης θεωρήθηκε ύποπτος από τις Τουρκικές αρχές και διαβλήθηκε ως επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, διότι τάχα οι συναθροίσεις στο σπίτι του είχαν σκοπούς επαναστατικούς με θρησκευτικό πρόσχημα. Η αλήθεια είναι ότι τον Όσιο Γεροντογιάννη περιέβαλαν κυρίως ασθενείς και ανάπηροι άνθρωποι, στον οποίο κατεύφευγαν για να βρουν ανακούφιση, παρηγοριά και θεραπεία. Τρεις φορές κλήθηκε για να απολογηθεί ενώπιον του Διοικητού Κρήτης Μουσταφά Πασά. Όμως αυτές οι αλλεπάλληλες διώξεις και προσαγωγές στο Ηράκλειο είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, αφού από κάθε χωριό που περνούσε ο διωκόμενος καλόγερος σήμαινε συναγερμός και μαζεύονταν πλήθος κόσμου για να τον χαιρετήσει και να λάβει την ευλογία του. Μάλιστα κατά την τρίτη προσαγωγή του Γεροντογιάννη συγκεντρώθηκε πλήθος πιστών με αποτέλεσμα να εξοργιστεί ο Διοικητής και να διατάξει τη φρουρά του να διαλύσει με βία το πλήθος και να οδηγήσει τον Γεροντογιάννη αμέσως στη φυλακή. Ύστερα από παράκληση όμως κάποιου Σητειακού συμβούλου του Διοικητή, του Ιωάννου Καπετανάκη ή Γαλανάκη από το χωριό Κρυά, του επιτράπηκε να πάρει στο σπίτι του τον Γεροντογιάννη, χωρίς όμως να βγαίνει έξω μέχρι να να εκδοθεί η απόφαση, η οποία φημολογούνταν ότι θα ήταν η εξορία εκτός της Κρήτης ή η φυλάκιση. Συνέβη, όμως, ο σοβαρός τραυματισμός του μικρού παιδιού του Διοικητού, που γκρεμίστηκε από τη σκάλα και έμεινε αναίσθητο, χωρίς να μπορεί κανένας ιατρός να το επαναφέρει στις αισθήσεις του. Η πατρική στοργή ανάγκασε τον Τούρκο Διοικητή να καλέσει τον θαυματουργό θεραπευτή των Ρωμιών, τον Γεροντογιάννη, ο οποίος πράγματι μόλις ακούμπησε το χέρι του πάνω στο αναίσθητο παιδί και απήγγειλε μια ευχή, αμέσως το μισοπεθαμένο παιδί απέκτησε τις αισθήσεις του και επανήλθε στη ζωή. Ανάλογη θεραπεία έδωσε και στην πεθερά του Διοικητού την οποία απάλλαξε από χρόνια και ανίατη αρώστια. Τότε ο Τούρκος Διοικητής άφησε ελεύθερο τον Γεροντογιάννη να επιστρέψει στο χωριό του για να συνεχίσει το φιλάνθρωπο έργο του. Μάλιστα με πολλή ευγνωμοσύνη του έστειλε πλούσια δώρα στο χωριό του, αλλά εκείνος δέχθηκε να κρατήσει μόνο 17 κανδύλια για τον ναό της Παναγίας των Λιθινών. Τότε ο Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Ιλαρίων συμβούλευσε τον Γεροντογιάννη να πάει σε μία ερημική μακρινή περιοχή, έτσι ώστε να σταματήσουν οι αντιδράσεις και οι καταγγελίες των Τούρκων. Ως καταλληλότερο χώρο δεν μπορούσε να σκεφθεί ο Όσιος άλλο τόπο εκτός το ημιερειπωμένο Μονύδριο του Καψά, όπου γεννήθηκε, βαπτίσθηκε και νυμφεύθηκε. Ετσι, η νεώτερη ιστορία της Μονής αρχίζει με την απόφαση του να εγκατασταθεί το έτος 1841, στην έρημο του Καψά.
Μετά το 1840  η διοίκηση της Κρήτης από τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά ήταν συχνά ανεκτική και οι τουρκικές αρχές έδειχναν ανοχή στην ανακαίνιση μοναστηριών και στην επισκευή πολλών ιερών ναών που είχαν παραμεληθεί για αιώνες ολόκληρους. Έτσι, το 1841  ο τελευταίος ιδιοκτήτης της περιοχής στην οποία βρισκόταν και το ερειπωμένο Μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου, Χατζη-Νικόλαος Ζαφείρης από το χωριό Αγία Τριάδα Σητείας, ο οποίος την είχε αγοράσει από τον Τούρκο Δερβίς Αγά Χατζαριφάκη, παραχώρησε το σπηλαιώδη ναό και τη γύρω από το έρημο Μονύδριο έκταση στον Όσιο Ιωσήφ τον Γεροντογιάννη, ιδρυτή και ανακαινιστή της Μονής. Ο Όσιος ήταν εντελώς αγράμματος και δεν άφησε γραπτά στοιχεία για να γνωρίζουμε με σιγουριά τι βρήκε στον Καψά τότε. Βέβαιο είναι ότι υπήρχε ο ναός του Αγίου Ιωάννου, που όπως φαίνεται προσέλκυε πολλούς πιστούς από τα γύρω χωριά, καθώς και δύο οικήματα δίπλα στο ναό. Υπήρχε ακόμα ένα πηγάδι με υφάλμυρο νερό, εικόνα που μαρτυρεί την προΰπαρξη μοναστηριού, πάνω στα ερείπια του οποίου κτίσθηκε η νέα Μονή. Το εγκαταλελειμμένο Μονύδριο άρχισε πάλι να αποκτά ζωή και να συρρέουν προσκυνητές και ασθενείς που ήθελαν να γνωρίσουν τον ιδιότυπο ερημίτη και επιζητούσαν την ευλογία του για τη θεραπεία των ασθενειών τους.
Ο Όσιος Γεροντογιάννης έμενε σ’ ένα απόκρημνο σπήλαιο για δεκαεπτά χρόνια βορειοδυτικά του σπηλαιώδους ναού και τα παλιά κελλιά παραχωρήθηκαν στους πολυάριθμους προσκυνητές, ενώ αρκετοί ήταν και οι υποψήφιοι μοναχοί που ήθελαν να μονάσουν δίπλα στον ερημίτη, ώστε να αρχίσει να δημιουργείται ο πυρήνας της πρώτης συνοδείας του. Τα γεγονότα αυτά επέβαλαν την ανακαίνιση της Μονής, την επισκευή των παλιών κτιρίων και την ανέγερση νέων. Οι οικοδομικές εργασίες συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια, με εξαίρεση μία διακοπή το 1858, όπου ο Γεροντογιάννης για πέντε μήνες κατέφυγε στην Κάσο, λόγω μιας νέας επανάστασης που ξέσπασε στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη.
Το 1861 προστέθηκε και το δεύτερο κλίτος της Αγίας Τριάδος στο Καθολικό της Μονής μέσα στο βράχο. Τα κτίσματα οικοδομήθηκαν σε τέσσερα επίπεδα και περιελάμβαναν κελλιά, ξενώνα, τράπεζα, μαγειρείο, φούρνο, αποθήκες και μια μεγάλη υδατοδεξαμενή για τη συλλογή των ομβρίων υδάτων.
Το 1863  το μοναστήρι ήταν εντελώς έτοιμο και ο τότε Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Ιλαρίων τέλεσε τα εγκαίνια του Καθολικού της Μονής και προχείρισε τον κατά κόσμο Ιωάννη σε Μεγαλόσχημο Μοναχό, μετονομάζοντάς τον σε Ιωσήφ.
Ο Όσιος Γεροντογιάννης εξακολουθούσε να παραμένει στη Μονή Καψά μέχρι που ξέσπασε η επανάσταση του 1866, και τότε φοβούμενος μήπως οι κατακτητές καταστρέψουν το μοναστήρι, αποφάσισε να εγκατασταθεί μαζί με τη συνοδεία του σε ένα παλιό ξεχασμένο και εγκαταλελειμμένο μοναστήρι την Αγία Σοφία, που βρίσκεται στο οροπέδιο των Αρμένων στη μέση περίπου της επαρχίας Σητείας. Στη Μονή Καψά άφησε μόνο ένα επιστάτη-μοναχό μέχρι το 1870. Ο Όσιος και στην Αγία Σοφία ασχολήθηκε με την εκ βάθρων ανακαίνιση της Μονής και την καλλιέργεια των κτημάτων της, ώστε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μεταμόρφωσε κυριολεκτικά την περιοχή, γεγονός που προκέλεσε τον θαυμασμό όλων. Επειδή και εκεί πήγαιναν πολλοί προσκυνητές από τα γύρω χωριά για να τον συναντήσουν, έπεσε θύμα συκοφαντίας, οπότε επέστρεψε στην αρχική Μονή του, ύστερα από εντολή του τότε Επισκόπου Ιεράς και Σητείας Νεοφύτου.
Ο Όσιος ζούσε με έντονη άσκηση, προσευχή και νηστεία. Έτρωγε ξηρή τροφή, κυρίως ελιές, χόρτα και παξιμάδια. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας τις περνούσε στο κελλί του προσευχόμενος. Παρακολουθούσε τις Ακολουθίες από ένα παράθυρο του κελλιού του που έβλεπε προς τον Ναό και μόνο κάθε Κυριακή, όταν κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια κατέβαινε στην Εκκλησία. Απέκτησε από τον Θεό πλούσια χαρίσματα, ώστε επιτελούσε καθημερινά πάμπολλα θαύματα σε όσους με πίστη στο Θεό πλησίαζαν κοντά του. Η φήμη του γρήγορα διαδόθηκε σε ολόκληρη την Κρήτη και στα νησιά Χάλκη, Κάσο και Σύμη, ώστε καθημερινά τον επισκέπτονταν πλήθος πιστών, ζητώντας τις σοφές συμβουλές του και οδηγίες για την καθημερινή τους ζωή. Άλλοι ζητούσαν τη θεραπεία τους από ασθένειες και την απαλλαγή τους από ακάθαρτα πνεύματα. Ο Γεροντογιάννης, διατηρώντας την εσωτερική κατάσταση της ησυχίας του και κινούμενος από άπειρη αγάπη προς τον πάσχοντα άνθρωπο κατά το πρότυπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συμβούλευε, ενίσχυε και θεράπευε όλους τους ασθενείς, χαρίζοντάς τους με την χάρη του Κυρίου την υγεία της ψυχής και του σώματος.
Ήταν ευρύτατα γνωστό ότι ο Όσιος σταύρωνε το νερό της θάλασσας και γινόταν γλυκό. Ακόμα έριχνε το ράσο του στη θάλασσα και το χρησιμοποιούσε ως σχεδία για να μεταβαίνει τακτικά χάριν ησυχίας στο Κουφονήσι, νησί που απέχει αρκετά μίλια από τη Μονή. Επίσης ο Όσιος είχε προορατικό χάρισμα, γι’ αυτό ξεχώριζε τα κλεμμένα προϊόντα που συχνά οι προσκυνητές του έφερναν ως δώρα, ζητώντας μάλιστα απ’ αυτούς που τα έφερναν να τα γυρίσουν πίσω. Η πολυχρόνια και υπεράνθρωπη άσκηση του σώματος γρήγορα εξεσθένησαν το ασθενικό σώμα του και η φωνή του λεπτύνθηκε, ώστε μετά βίας μπορούσαν να ακούσουν οι παρευρισκόμενοι όσα τους έλεγε. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του παρέμενε στο κελλί του κλινήρης. Προείδε τον θάνατό του και προσκάλεσε πριν την εκδημία του προς τον Κύριο όλη την Συνοδεία στο κελλί του για να τους ζητήσει συγχώρηση και να τους δώσει τις τελευταίες συμβουλές του. Άφησε διάδοχο του τον Μοναχό Ανανία, προείπε ό,τι θα συμβεί στη Μονή μετά τον θάνατό του και όρισε την ακριβή ημέρα και ώρα του θανάτου του. Από τον εγγονό του Ιωσήφ, Διάκονο τότε, και τον Ιερομόναχο Γεννάδιο ζήτησε να λειτουργήσουν μαζί και να τον κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων.
Στις 6 Αυγούστου του έτους 1874, αφού κοινώνησε, κάλεσε πάλι τους Πατέρες στο κελλί του, τους ζήτησε ξανά συγχώρηση, έκανε το σημείο του Σταυρού, πλάγιασε δεξιά και αφού σταύρωσε τα χέρια του οσιακά παρέδωσε την μεταμορφωμένη ψυχή του στον μεταμορφωθέντα Κύριο.
Η σωρός του έγινε λαϊκό προσκύνημα και πολύς κόσμος κατέκλυζε καθημερινά τη Μονή για να τον προσκυνήσει και να τον αποχεραιτίσει, ώστε έμεινε επί τρεις μέρες άταφος. Ταφηκε στις 9 Αυγούστου 1874  μέσα στην Εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου στη νοτιοδυτική γωνία σε πέτρινο λαξευμένο τάφο από τον εγγονό του και μετέπειτα ηγούμενο της Μονής Αρχιμ. Ιωσήφ Γεροντάκη. Αυτός, κινούμενος από την ευλάβεια του ευσεβούς λαού προς τον Όσιο, ανεκόμισε στη συνέχεια την τιμία Κάρα του αγίου, την οποία και απέθεσε στο πάνω μέρος του τάφου. Από την κοίμηση του Οσίου η ευλάβεια των πιστών προς τον Όσιο ήταν αμείωτη και μάλλον μέρα με την ημέρα αύξανε και διαδιδόταν από γενεά σε γενεά. Οι προσερχόμενοι στο Μοναστήρι, προσκυνούσαν την κάρα του Οσίου, όπως και την εικόνα του, ενώ έπαιρναν και χώμα από τον τάφο ως ευλογία και θεραπεύονταν.
Η ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου Ιωσήφ έγινε στις 7 Μαΐου του έτους 1982, δηλαδή 108 χρόνια από την κοίμησή του, ύστερα από ολονύκτια αγρυπνία και η μνήμη της γιορτάζεται την Τρίτη προς Τετάρτη της Διακαινησίμου. Τα ιερά λείψανα τοποθετήθηκαν μέσα σε αργυρή λάρνακα μαζί με την τίμια κάρα του σε περίβλεπτη θέση του ναού και εκπέμπουν άρρητη ευωδία.
Ακολουθία του οσίου αυτού συνέγραψε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, την οποία, μαζί με τον βίο του οσίου, εξέδωσε η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Κάψα Σητείας Κρήτης, το 1993.



Τρίτη 17 Απριλίου 2012

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΕΙΣ ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΥ

 Δέσποινας Ιωάννου – Βασιλείου, Πρεσβυτέρας -Εκπαιδευτικού


Η Ορθοδοξία, έχει χαρακτηριστεί «Εκκλησία της Αναστάσεως», διότι οικοδομεί εκεί όλη την ιστορική Tης παρουσία, εμβολιάζοντας στη συνείδηση των λαών Tης την αναστάσιμη ελπίδα, “εἰ δὲ Χριστὸς οὐκἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν” (Α΄ Κορ. ιε΄17). Δεν θα μπορούσε λοιπόν η ιερή τέχνη της Αγιογραφίας, να μην καταυγάζετε από το φως της Αναστάσεως . Η Ορθοδοξία δεν αυθαιρετεί ούτε στο λόγο Της, ούτε και στην εκκλησιαστική Της ζωγραφική. Αυτό που κηρύττει το απεικονίζει και αυτό που απεικονίζει το ψάλλει. Έτσι η Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, με το θεολογικό και λειτουργικό της περιεχόμενο, σφραγίζει όλη τη σκέψη και όλον τον βίο της Εκκλησίας.
Η Ορθόδοξη εικόνα της Αναστάσεως χειραγωγούμενη από το δόγμα και την πίστη των Αγίων Πατέρων, έδωσε την πρέπουσα μορφή – δομή για την καταγραφή ενός διπλού γεγονότος ιστορικού και εσχατολογικού, απροσμέτρητου σε μέγεθος και αξία. Για να δηλωθεί η Ανάσταση του Χριστού, κατά καιρούς, χρησιμοποιήθηκαν διάφορες αναπαραστάσεις, που πολλές φορές ήταν Δυτικής εμπνεύσεως. Για παράδειγμα, ο Χριστός που εξέρχεται γυμνός από τον τάφο και κρατεί κόκκινη σημαία, στερείται παντελώς του μυστικού, θεολογικού νοήματος. Ο Δυτικός ζωγράφος προσπαθεί να αποδώσει το γεγονός ιστορικά, ενώ η Ορθόδοξη αγιογραφία προσπαθεί να αποδώσει το νόημα του γεγονότος. Ο Ορθόδοξος αγιογράφος με το χρωστήρα του δεν προσπαθεί να γράψει ιστορία, διότι τον ενδιαφέρει να γράψει θεολογία. Στέκεται πάνω από τη φωτογραφική αποτύπωση του γεγονότος, διότι προσπαθεί να συλλάβει το νόημα και τη σημασία του γεγονότος για την σωτηρία των ανθρώπων. Με τα χρώματά του ζωγραφίζει την πίστη του και αποτυπώνει πάνω στο ξύλο την Ορθόδοξη θεολογία.
Στην Ορθόδοξη εικονογραφία υπάρχουν δύο εικόνες, που αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος αυτού και που συμπληρώνουν η μία την άλλη. Η μία είναι συμβολική παράσταση. Απεικονίζει τη στιγμή που προηγήθηκε της θεόσωμης Ανάστασης του Χριστού, την Κάθοδο στον Άδη, η άλλη τη στιγμή που ακολούθησε την Ανάσταση του Σώματος του Χριστού, την ιστορική επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο του Χριστού.
Τα παραπάνω συμφωνούν και με τα Αναστάσιμα τροπάρια της Εκκλησίας μας, που υπογραμμίζουν το ανεξιχνίαστο Μυστήριο της Αναστάσεως και το παραλληλίζουν με τη Γέννηση του Κυρίου από την Παρθένο. «Προήλθες εκ του μνήματος, καθώς ετέχθης εκ της Θεοτόκου» και την εμφάνισή Του στους μαθητές μετά την Ανάσταση. «Ώσπερ εξήλθες εσφραγισμένου του τάφου, ούτως εισήλθες και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς Σου». Εξάλλου ακόμη κι οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν τίποτε για τη συγκεκριμένη στιγμή της Ανάστασης του Χριστού. Η Ανάσταση Του δεν μπορεί να αποτυπωθεί τη συγκεκριμένη στιγμή, όπως συνέβη με την Ανάσταση του Λάζαρου. Οι Ορθόδοξες εικόνες που περιγράφουν την Ανάσταση του Χριστού φανερώνουν τις δωρεές που έφερε η Ανάστασή Του στον κόσμο. “Νυνὶ δὲ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων” (Α΄Κορ. ιε΄20). Η εικόνα της Καθόδου του Χριστού στον Άδη, μας οδηγεί προς το εσωτερικό νόημα του γεγονότος και μας δίνει τη δυνατότητα να έρθουμε σε προσωπική σχέση με αυτό.
Ο Χριστός εμφανίζεται ως ο Κύριος της Ζωής και της Κτίσης. Στέκεται κατ΄ ενώπιον, όρθιος, με μια κίνηση σφοδρή, έντονη, σχεδόν εκρηκτική, δηλώνοντας έτσι τη νίκη του πάνω στο θάνατο και τη φθορά. Ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη ως Θεός, ενώ το σώμα Του ήταν για τρεις μέρες στον τάφο. “Ἐν τάφῳ, σωματικῶς, ἐν ᾅδῃ δὲ μετὰψυχῆς ὡς Θεός”. Ο Χριστός κατέβηκε στη γη για να σώσει τον Αδάμ. Μη βρίσκοντας αυτόν κατέβηκε μέχρι τον Άδη ζητώντας τον. “Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, ἵνα σώσῃς Ἀδάμ• καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις ἅδου κατελήλυθας ζητῶν”. Άρα η συνέχεια της εικόνας της Γεννήσεως του Χριστού με το σκοτεινό σπήλαιο και το Χριστό τοποθετημένο μέσα σε λάρνακα και τυλιγμένο όπως οι νεκροί, συνεχίζεται μέχρι το βαθύ σκοτάδι του Άδη, ώστε να πραγματοποιηθεί το σχέδιο του Θεού.
Η παράσταση έχει σαν πλαίσιο βουνά, ως να είναι ανοιγμένα τα σπλάχνα της γης. Ο Άδης παρουσιάζεται με τη μορφή αβύσσου. Τα σκοτάδια του Άδη γεμίζουν από φως, από ακτινοβολία της δόξης του Θεανθρώπου που κατέβηκε μέχρι τα βάθη του. Οι πόρτες του Άδη βρίσκονται σπασμένες και σταυροειδώς τοποθετημένες. Μέσα στο σκοτάδι αυτό υπάρχουν σκορπισμένα κλειδιά, μοχλοί, αλυσίδες, κλειδωνιές, άδειες μαρμάρινες λάρνακες. Εκεί βρίσκεται αλυσοδεμένος ένας ή πολλές φορές, δυο ηλικιωμένοι άνδρες. Είναι η προσωποποίηση του Άδη και του θανάτου αντίστοιχα που έχασαν τη δύναμη και την αξία τους. ” Ποῦ σου θάνατε τὸ κέντρον; ποῦ σου Άδη τὸ νῖκος;”(Α΄ Κορ. ιε΄55). Τώρα ο Θεός άνοιξε γέφυρα επικοινωνίας με τον άνθρωπο. Τον τραβά και τον ξυπνά από το λήθαργο του θανάτου μεταφέροντάς τον στο φως και τη ζωή.
Η εικόνα μιλά για δυναμική κάθοδο του Χριστού στον Άδη. Ο χιτώνας Του είναι ανασηκωμένος για να δηλωθεί η καθοδική κίνηση. Το δοξασμένο σώμα του Χριστού εγγράφεται συνήθως μέσα σε ένα σύνολο τριών ή τεσσάρων ομόκεντρων κύκλων που συμβολίζουν το θείο φως. Έτσι κάθε κύκλος παίρνει μια πιο σκοτεινή απόχρωση βαίνοντας προς το μπλε. Ο Χριστός φορεί ιμάτιο με χρυσοκονδυλιά, αστραφτερό, και καθώς είναι ευρύπτυχο και ανεμιζόμενο πάνω από την κεφαλή, φέρει τον αέρα της νίκης. Η όψη στο προσώπου Του είναι αυστηρή αλλά με έκφραση φιλάνθρωπη. Τα χέρια Του και τα πόδια Του φέρουν ακόμα “τον τύπον των ήλων”.
Με το αριστερό του χέρι ο Χριστός κρατεί ειλητάριο, σύμβολο του κηρύγματος της Αναστάσεως σε εκείνους που ήταν στον Άδη. Άλλες φορές αντί για ειλητάριο κρατεί σταυρό. Είναι το σύμβολο της νίκης, το όργανο με το οποίο απελευθέρωσε και εξαγόρασε τον άνθρωπο από το θάνατο (Γαλ. γ΄13).
Με την όλη ζωντάνια της κίνησης και με θεοπρεπή μεγαλοπρέπεια παρασύρει τους Πρωτοπλάστους προς την ουράνια βασιλεία. Παίρνει τον Αδάμ και την Εύα, όχι από το χέρι, αλλά από το καρπό του χεριού και με ορμή και δύναμη τους τραβά κυριολεκτικά έξω από τους τάφους. Ο Αδάμ φαίνεται κουρασμένος από το θάνατο. Το χέρι του Αδάμ αδύνατο μοιάζει να ξεκουράζεται από το χέρι του Χριστού. Η κίνηση του δεξιού χεριού του Αδάμ, κίνηση αυτόνομη, εκφράζει την προσωπική θέλησή του και τείνει προς το Χριστό σαν προσευχή. Με αυτή την αντιθετική κίνηση των χεριών του Αδάμ ανοίγεται μυστικά η αναζωογόνηση του ανθρώπου που πηγάζει από την Ανάσταση, η πλήρης κατάργηση του θανάτου, η εσωτερική δύναμη της ψυχής που τείνει προς το Θεό. Η Εύα σε μερικές αγιογραφίες βρίσκεται όρθια δίπλα από τον Αδάμ και τείνει και αυτή τα χέρια της προς τον Κύριο. Άλλοτε είναι γονατιστή και ανασηκώνει με σεμνότητα τα καλυμμένα χέρια της σε στάση προσευχής και υποδοχής, ελκυόμενη προς το Θεό της. Εδώ είναι μια συμβολική παράσταση που δηλώνει ότι ο Χριστός τραβώντας το Αδάμ από τον Άδη, τραβά κι όλο το ανθρώπινο γένος από το θάνατο. Ακόμη και στις εικόνες που η Εύα είναι πίσω σώζεται όπως και κάθε γυναίκα, αφού πλάσθηκε ισότιμη από το σώμα του Αδάμ. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η απαρχή της λυτρώσεως ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Δεξιά και αριστερά του Χριστού βρίσκονται δύο ομάδες Δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης. Ξεχωρίζουν οι Βασιλείς Δαβίδ και Σολομώντας. Είναι ντυμένοι με βασιλικά ενδύματα και στο κεφάλι φορούν στέμμα. Οι Προφήτες Ιεζεκιήλ και Ησαΐας, επειδή προφήτεψαν την ανάσταση των νεκρών βρίσκονται στην εικόνα. Μεταξύ των Δικαίων ζωγραφίζεται κι ο Άβελ. Είναι νέος, αμούστακος και ξεχωρίζει διότι κρατά ποιμαντική ράβδο. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισε την πίκρα του Άδη, από την άδικη αδελφική δολοφονία του. Μπροστά τους στέκεται ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο τελευταίος Προφήτης που άνοιξε το δρόμο για τον ερχομό του Χριστού στη γη. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος με τον αποκεφαλισμό του από τον Ηρώδη, κατέβηκε στον Άδη για να κηρύξει και στους νεκρούς τον ερχομό Αυτού που ανέμεναν για λυτρωτή και σωτήρα τους. Αυτόν που υποσχέθηκε ο Θεός στους Πρωτοπλάστους. Με την κίνηση του χεριού του βεβαιώνει, ότι για αυτό μιλούσε τόσες χιλιάδες χρόνια η ανθρωπότητα. Δίκαια λοιπόν και η υμνογραφία μας χαρακτηρίζει τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ως “και τοις εν Άδη, Χριστού Προάγγελος”.
Ο πιστός βλέποντας την εικόνα και ζώντας αυτή την αλήθεια, αποβάλλει το άγχος του θανάτου. Για να καταργηθεί ο θάνατος πρέπει να καταργηθεί και η αμαρτία η οποία είναι το κέντρο του θανάτου (Α΄Κολσ. ιε΄56). Χρειάζεται λοιπόν από κάθε άνθρωπο η συσταύρωσή του με το Χριστό ώστε να μπορέσει να συναναστηθεί μαζί Του. Όποιος νικά εν Χριστώ την αμαρτία μετέχει και της νίκης του Χριστού πάνω στο θάνατο . Οι εν Χριστώ νικητές του θανάτου είναι οι Άγιοι. Όποιος βλέπει τα άγια λείψανα άφθαρτα και θαυματουργά, καταλαβαίνει τι σημαίνει νίκη πάνω στο θάνατο και τη φθορά. Το απλό βιολογικό γεγονός του θανάτου, δεν είναι πια ο θάνατος με την οντολογική σημασία του όρου, αλλά σπορά του φθαρτού σώματος στη γη για να βλαστήσει, όπως το σιτάρι (Ιω. ιβ΄24), όταν το αποφασίσει ο Κύριος, με άφθαρτο και αθάνατο σώμα (Α΄ Κορ. ιε΄ 42). Τότε και μόνο ο άνθρωπος θα ζήσει στον Παράδεισο, όπως ήταν να ζήσει και πριν την πτώση.






OI EIKONEΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ

Δωροθέας Γιαννούκου – Αντωνίου


Η γιορτή της Ανάστασης του Χριστού είναι η σημαντικότερη, η λαμπρότερη, η πιο χαρούμενη μέρα μέσα στον εορταστικό κύκλο της Χριστιανοσύνης. Και αυτό γιατί ο Χριστός κατήργησε το θάνατο, μας έδωσε χαρά και ελπίδα για αιώνια ζωή. Μέσα όμως από τη Θεία Λειτουργία η Ανάσταση γίνεται καθημερινό γεγονός. Η εικόνα, λοιπόν, της Ανάστασης είναι από εκείνες που εκφράζουν και δογματικές έννοιες, πέρα από το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός.
Ποιά είναι λοιπόν η σωστή απεικόνιση της Ανάστασης;
Πουθενά μέσα στη Βυζαντινή Αγιογραφία δεν απεικονίζεται η στιγμή κατά την οποία ο Χριστός εξέρχεται από τον τάφο. Και αυτό συμβαίνει διότι πουθενά δεν μαρτυρείται η στιγμή αυτή. Μετά την ταφή του Κυρίου έρχονται οι Μυροφόρες στο μνημείο, βλέπουν το λίθο σηκωμένο, τρέχουν στους Αποστόλους και αναγγέλλουν την Ανάσταση του Κυρίου. Οι μαθητές δεν τις πιστεύουν. Ο Πέτρος και ο Ιωάννης τρέχουν να βεβαιωθούν ιδίοις όμμασι. Βρίσκουν τον τάφο κενό, εκτός από τα οθόνια και το σουδάριον και τότε πίστεψαν στην Ανάστασή Tου. Η Μαρία η Μαγδαληνή εν τω μεταξύ, που έστεκε πλησίον του μνήματος και έκλαιγε, βλέπει δύο Aγγέλους ενδεδυμένους με λευκά ενδύματα που της είπαν «γύναι τί κλαίεις;» Γυρίζοντας δε προς τα πίσω βλέπει τον Ιησού. Τρέχει προς Aυτόν, εκείνος την αποκαλεί με το όνομά της και όταν προσπάθησε να τον αγγίξει της λέει «μη μου άπτου».
Ο Κύριος εμφανίστηκε και στις δύο Μαρίες λέγοντας τους «χαίρετε». Εκείνες προσκύνησαν τους πόδας Του. Αυτές είναι οι στιγμές που μαρτυρούν τα Ευαγγέλια και αυτές απεικονίζουν οι εικόνες της Ανάστασης. Ως εικόνες της Ανάστασης μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε τις εξής:
1. Την παράσταση που απεικονίζει τον ΄Aγγελο να δείχνει τον κενό τάφο στις Μυροφόρες («ίδε ο τόπος όπου έκειτο ο Κύριος»).
2. Εκείνη που απεικονίζει τον Άγιο Ιωάννη και τον Απόστολο Πέτρο να σκύβουν για να δουν το μνήμα
3. Τη Μαρία τη Μαγδαληνή πεσμένη στο έδαφος μπροστά στο Χριστό που την εμποδίζει να τον αγγίξει («μη μου άπτου»).
4. Την πολύ γνωστή σε όλους μας εικόνα, το «χαίρε των Μυροφόρων» .
Η πιο γνωστή και αγαπητή όμως εικόνα στην Ορθοδοξία είναι «η εις Άδου κάθοδος» .
Για την κάθοδο του Κυρίου στον Άδη δεν μας πληροφορούν τα Ευαγγέλια, μας πληροφορούν όμως οι Πράξεις και οι Επιστολές των Αποστόλων, καθώς και οι μαρτυρίες των Θεοφόρων Πατέρων.
Με το « Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος», εκφράζουμε όλο το νόημα της Ανάστασης. Το ίδιο κάνει η εικόνα «η εις Άδου κάθοδος".
Ας παρατηρήσουμε την εικόνα. Στο κέντρο της παράστασης δεσπόζει η μορφή του Ιησού, μέσα σε απαστράπτοντα ενδύματα και περιβαλλόμενος από φωτεινή δόξα. Στα χέρια και τα πόδια του διακρίνονται οι ουλές των καρφιών. Πατά πάνω στις συντριμμένες πόρτες του Άδη («Χριστός ανέστη εκ νεκρών») . Κάτω από τις πόρτες διακρίνεται μπρούμυτα και αλυσοδεμένος ο θάνατος («θανάτω θάνατον πατήσας»). Απλώνει τα χέρια του στον Αδάμ και την Εύα και με κίνηση όλο ζωντάνια τους τραβά έξω από τα μνήματα («και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος»). Πίσω από το Χριστό διακρίνονται οι Προφήτες και οι Δίκαιοι.
Στην εικόνα διακρίνεται η δύναμη του Χριστού, αλλά και το στοργικό Του βλέμμα για τον άνθρωπο. Είναι ο φιλόστοργος Θεός, που από υπερβολική αγάπη για τον άνθρωπο, φθάνει ακόμη και μέχρι τον Άδη για να τον συναντήσει. Ο Χριστός κατεβαίνει μέσα στον Άδη κάθε ανθρώπου, εισέρχεται μέσα στην απελπισία του και στη χώρα του υπαρξιακού του θανάτου, για να τον ανασύρει από το βασανιστικό σκοτάδι της απελπισίας και της μοναξιάς του, να τον κάνει να κοινωνήσει μαζί Του.
Μετά τα όσα αναφέραμε, πώς είναι δυνατόν να θεωρήσουμε ως εικόνα της Ανάστασης την έξοδο του Χριστού από τον τάφο, που κρατά μια κόκκινη σημαία στο χέρι του; Αυτή η εικόνα είναι καθαρά Δυτικής προέλευσης και στερείται τελείως το πνευματικό και μυστικό νόημα που έχει ο Βυζαντινός τύπος της Ανάστασης. Ποιά άλλη εικόνα από την "εις Άδου κάθοδον" θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα τον κατηχητικό λόγο του Ιωάννου του Χρυσοστόμου:
«Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα, συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον, ηλευθέρωσε γαρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος… Εσκύλευσε τον Άδην ο κατελθών εις τον Άδην… Ανέστη Χριστός και συ καταβέβλησαι… Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς εν τω μνήματι».






Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Γεωργίου Αντουράκη, Αρχαιολόγου - Καθηγητού Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: http://www.proskynitis.blogspot.com/

Το γεγονός της Αναστάσεως στη Xριστιανική συνείδηση είναι συνέχεια του γεγονότος του Σταυρού. Όρθώς ή Εκκλησία διακηρύσσει, ότι ό Χριστός «Σταυρόν ύπομείνας δι' ημάς, θανάτω θάνατον ώλεσεν» (Πεντηκοστάριον). Έτσι, από τους πρώτους Xριστιανικούς αιώνες, ή Ανάσταση παραλληλίζεται ή καί συμβολίζεται με την εικόνα της Σταυρώσεως.
Μια τέτοια συμβολική παράσταση της Αναστάσεως συναντούμε σε σαρκοφάγους του 4ου μ.Χ. αιώνα, οί όποιες φυλάσσονται στο Mουσείο Λατερανού της Ρώμης. Πρόκειται για δύο από τίς λεγόμενες σαρκοφάγους των Παθών του Χρίστου, στίς όποιες η Ανάσταση απεικονίζεται στο κέντρο κάθε εικόνας. Η Ανάσταση των εν λόγω σαρκοφάγων παριστάνεται με το λάβαρο του Μ. Κωνσταντίνου: Σταυρός στολισμένος με δάφνινο στεφάνι - στίς άκρες του οποίου παριστάνονται δύο πετεινοί - που περικλείει το μονόγραμμα του Χριστού, ενώ στη βάση απεικονίζονται δύο κοιμώμενοι στρατιώτες της κουστωδίας που είχαν τοποθετήσει στον τάφο του Χριστού, επειδή φοβόνταν την κλοπή του θείου σώματος από τους μαθητές, οι οποίοι θα έλεγαν μετά στο λαό, ότι «ήγέρθη από των νεκρών» (Ματθ. 27, 64).
'Ενας άλλος συμβολικός τρόπος απεικονίσεως της Αναστάσεως, ήδη από την εποχή των κατακομβών, είναι η παράσταση του Προφήτη Ίωνά, ο όποιος αποβάλλεται σώος καί αβλαβής από την κοιλιά του κήτους. {Βλέπε καί τη σχετική διήγηση (Ίωνά α' -δ'), η οποία διαβάζεται ως προφητεία στον Εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου, ακριβώς ένεκα της βαθιάς συμβολικότητάς της}. Ορθώς ό Ίωνάς θεωρείται ως προεικόνιση του Χρίστου, άφού ό ίδιος ό Κύριος είχε τονίσει, όταν έλεγε στους Φαρισαίους: «... Ώσπερ γαρ εγένετο Ιωνάς ο Προφήτης εν τη κοιλία του κήτους τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, ούτως έσται και ο Υιός του Ανθρώπου εν τη καρδία της γης τρεις ημέρας καί τρεις νύκτας» (Ματθ. 12,40). Μετά δε την τριήμερο ταφή, ο Χριστός ανέστη, όπως «και ο Ιωνάς εκβήκεν από το κήτος τριήμερος» (άγ. Νικόδημος Αγιορείτης, Έορτοδρόμιον). Ένεκα τούτου, ο Ιερός Δαμασκηνός γράφει (στον ειρμό της ς' ωδής του περίφημου κανόνα του Πάσχα), τα έξης: «Κατήλθες εν τοις κατωτατοις της γης καί συνετριψας μοχλούς αιωνίους κατόχους πεπεδημένων Χριστέ, καί τριήμερος, ως εκ κήτους Ίωνάς, έξανέστης του τάφου» (Πεντηκοστάριον).
Αξιοπρόσεκτο είναι και το δίπτυχο από ελεφαντόδοντο στο Μουσείο της Ραβέννας (αρχές του 6ου αιώνα), όπου με ιδιαίτερη ζωντάνια απεικονίζεται ο Ιωνάς με το κήτος. Γενικά, η ιστορία του Ίωνά, που συμβολίζει τη λύτρωση καί την ανάσταση των νεκρών, είναι ένα ιδιαίτερα αγαπητό θέμα στη ζωγραφική των κατακομβών και των σαρκοφάγων. (Για τα θέματα αυτά βλέπε Γ.Β. Άντουράκη, "Χριστιανική Ζωγραφική", Αθήνα 2001, σσ. 34, 65, 76 κ.έ., οπού καί παραδείγματα εικόνων).
Κατά τον 6ο αιώνα, εμφανίστηκε - προς λειτουργική χρήση - ένας άλλος εικονογραφικός τύπος της Αναστάσεως. Είναι γνωστός ως «Λίθος», οπού εικονίζονται οι Μυροφόρες στο «κενό μνημείο»  και η εμφάνιση του Χριστού σε αυτές. Στο γνωστό Ευαγγέλιο του Ραμπουλά (τέλη του 6ου αιώνα), κάτω από τη Σταύρωση έχουν εικονιστεί δύο παραστάσεις με θριαμβευτικό χαρακτήρα: Οι Μυροφόρες μπροστά στο κενό μνημείο και ο Χριστός, που εμφανίζεται σ' αυτές, ντυμένος με το λευκό χιτώνα της Αναστάσεως. Στό κέντρο ακριβώς της συνθέσεως αυτής, υπάρχει το άδειο μνημείο και οι κοιμώμενοι στρατιώτες, ο δε Τάφος του Χριστού ξεχωρίζει τις δύο παραστάσεις αυτές.
Αξιοπρόσεκτος είναι ένας Άγγελος - ολόλευκα ντυμένος - καθήμενος πάνω στον αποκεκυλισθέντα λίθο. Με τη χαρακτηριστική του κίνηση λέγει στίς Μυροφόρες: «Ηγέρθη, ουκ εστίν ώδε• ίδε ο τόπος όπου έθηκαν » (Μαρκ. 16,6).
Στήν άλλη παρασταση της εμφανίσεως του αναστημένου Χριστού (πού ευλογεί), οί Μυροφόρες παριστάνονται γονυπετείς στο έδαφος καί προσκυνούν τον Κύριο τους. Το θέμα των Μυροφόρων στον τάφο γνωρίζει μεγάλη διάδοση, άφού παριστάνεται - μαζί με άλλες σκηνές του Δωδεκαόρτου - καί σε κάλυμμα ξύλινης λειψανοθήκης στο παρεκκλήσιο Sancta Sanctonum του Λατερανού (σήμερα φυλάσσεται στο Βατικανό).
Αξιοπρόσεκτη είναι και μία εξαίρετη παράσταση σε ελεφαντόδοντο (5ου αιώνα), με τις Μυροφόρες στον Τάφο, σε αρχαϊκότερη βέβαια μορφή. Η απλή ομορφιά αυτού του παλαιού έλαφαντοστού, στο φύλλο ενός δίπτυχου, χαρακτηρίζει τη μετάβαση από την κλασική στη χριστιανική τέχνη. Οι δύο επάλληλες σκηνές εικονίζουν δύο φάσεις του ίδιου έπεισοδίου. Στη μία φαίνονται οι κοιμώμενοι φρουροί και στην άλλη ο Άγγελος να χαιρετά τις Μυροφόρες στην είσοδο του Τάφου. Στο εν λόγω έργο, ο αναστημένος Χριστός δεν εικονίζεται, άφού ή χριστιανική τέχνη εκφράζεται ακόμη με συμβολισμούς. Ο τάφος θυμίζει τη μικρή έκκλησία, που χτίστηκε πάνω από τον Πανάγιο Τάφο (κατά τον 4ο αιώνα). Το ελεφαντόδοντο αυτό βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή του Μιλάνου (πρβλ. Παγκόσμια Ιστορία Τέχνης, τ. 4, σ. 142). Επίσης, μια εξαίρετη παράσταση των Μυροφόρων στον Τάφο του Χρίστου υπάρχει σε ψηφιδωτό του Αγίου Άπολλιναρίου του Νέου στη Ραβέννα (αρχές του 6ου αιώνα). Είναι το καλύτερο δείγμα του εικονογραφικού αυτού τύπου (του έτους 526). Η παράσταση αυτή συνυπάρχει με τις άλλες σκηνές των παραβολών, των θαυμάτων καί των Παθών του Χριστού, που ιστορούνται στην ανώτερη(πάνω από τα παράθυρα) ζώνη ψηφιδωτών. Ό ψηφιδογράφος καλλιτέχνης περνά αμέσως από την Προδοσία του Ίούδα στήν Ανάσταση του Χρίστου. Όπως και στην αρχαιότερη τέχνη, ο Χριστός δεν εικονίζεται ταπεινωμένος, σταυρωμένος ή την στιγμή που τον κατεβάζουν από το Σταυρό. Στη λιτότατη παράσταση των Μυροφόρων, τα πάντα έχουν συναρμοσθεί, ώστε να δηλώνουν την απουσία του Χριστού, όπως: Η ανοικτή πύλη του προβεβλημένου τάφου, τα ανοικτά χέρια των δύο γυναικών, η ευφρόσυνη αταραξία του Αγγέλου. Επίσης, η ένταση με την οποία διαγράφεται ο χώρος των νεκρών - ο κλασσικός θόλος του τάφου - έχει ως αντίρροπο το αίσθημα απουσίας που τον διαπνέει. Σημειωτέον ότι την πράσταση των Μυροφόρων ακολουθεί η Ψηλάφηση του Θωμά, που και αυτή ανήκει στις ιστορικές μαρτυρίες της Αναστάσεως, ήδη κατά την πρώτη περίοδο της Χριστιανικής Εικονογραφίας (πριν και μετά την Εικονομαχία). Γεγονός όμως είναι ότι το μεγάλο θέμα της εις Αδου Καθόδου του Χρίστου, καθώς και οι συμπληρωματικές σκηνές της Αναστάσεως (Μυροφόρες, η Ψηλάφηση του Θωμά κ.ά.), πολλαπλασιάζονται και επικρατούν στην Ορθόδοξη αγιογραφία της Ανατολής κυρίως, μετά το θρίαμβο και την επικράτηση των ιερών εικόνων (843 κ.έ.) και καθ' όλη τη Βυζαντινή καί μεταβυζαντινή περίοδο, αλλά και μέχρι σήμερα. Εννοείται ότι η παρατήρηση αυτή ισχύει όχι μόνο για τα μεγάλα θέματα του Δωδεκαόρτου, αλλά για τα περισσότερα θέματα των εικονογραφικών κύκλων.

Έξέλιξη της εις Άδου Καθόδου ή Αναστάσεως
Η εις 'Αδου Κάθοδος - ως ο κατεξοχήν Βυζαντινός εικονογραφικός τύπος της Ορθόδοξης Αναστάσεως - επικρατεί οριστικά στην Ανατολή, κυρίως από την εποχή των Μακεδόνων και των Κομνηνών. Στην περίοδο αυτή - και μάλιστα στους 11ο καί 12ο αιώνες - συναντούμε τα καλύτερα δείγματα σε ψηφιδωτά και τοιχογραφίες. Ασφαλώς, η εις Άδου Κάθοδος ιστορείται μαζί με τις άλλες παραστάσεις του Δωδεκαόρτου, αλλά σχεδόν πάντοτε είναι δίπλα στη Σταύρωση (ως φυσικό επακόλουθό της) ή σε μία ευθεία σχέση με αυτη (απέναντι). Συνήθως η Ανάσταση ιστορείται στους χαμηλούς τοίχους (νότιο ή βόρειο) των Ορθοδόξων ναών, ανάλογα βέβαια με το μέγεθός τους.
Στις μεγαλυτέρων διαστάσεων εκκλησίες, ζωγραφίζεται σε μεγαλύτερη κλίμακα - όπως και ο Ευαγγελισμός, η Μεταμόρφωση και η Σταύρωση -ε ίναι όμως δυνατόν να συναντήσουμε την παράσταση της εις Άδου Καθόδου καί στο νάρθηκα ('Οσιος Λουκάς Βοιωτίας), σπανιότερα δε στη βόρεια κόγχη του κυρίως ναού (Νέα Μονή Χίου). Το φαινόμενο αυτό δεν είναι ανεξήγητο, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι το Δωδεκάορτο (τουλάχιστον τον 11ο αιώνα), ιστορείται και στον κυρίως ναό και στο νάρθηκα.
Γεγονός όμως είναι ότι η «αγιοκαταταξη» του Δωδεκαόρτου δεν έχει πάντοτε μια σταθερή θέση. Συνήθως ιστορείται στους τοξωτούς χαμηλούς τοίχους (καμάρες) των μικρότερων καμαροσκεπών ναών, ενώ στους τρουλλαίους εγγεγραμμένους ναούς, στις υψηλότερες επιφάνειες. Η εις 'Αδου Κάθοδος, είτε είναι απόρροια ρωμαϊκών προτύπων, είτε εμπνέεται από την κάθοδο του Ηρακλή στον 'Αδη, είναι μία παράσταση πού διακρίνεται όχι μόνο για την πολλαπλότητα των έγκλειομένων εννοιών, αλλά και για την πλούσια και υψηλή της αισθητική απόδοση. Οι Μυροφόρες στον Τάφο ή η παράσταση του Λίθου, είναι ένας «ποιητικός» τύπος της Αναστάσεως, κυρίως της πρώϊμης Βυζαντινής εποχής.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό - και περισσότερο «ανθρώπινο» ή συναισθηματικό - είναι το υπέροχο ανοιξιάτικο τοπίο (φόντο) του Λίθου των Μυροφόρων. Η φωτεινή αυτή σκηνή «ομιλεί» και συγκινεί περισσότερο τις ψυχές των πιστών. Αντίθετα, η εις 'Αδου Κάθοδος - Ανάσταση του Χρίστου, είναι ο δογματικός και ο ιδιαίτερα αναγωγικός εικονογραφικός τύπος, ελεύθερος από τις συμβάσεις του χώρου και του χρόνου, στους οποίους όμως αναφέρεται άμεσα. Ο συγκερασμός του πνευματικού καί της πράξεως, του μνημειώδους και του ταπεινού, του δυναμισμού και της ιερατικής μεγαλοπρέπειας, συνετέλεσε στην ακτινοβολία του εικονογραφικού αυτού τύπου, ο οποίος ορθώς κατέστη προσφιλέστατος και επικράτησε να παρίσταται ως «Ανάστασις», όχι μόνο καθ' όλη τη Βυζαντινή περίοδο, αλλά και μετά την 'Αλωση (1453 κ.έ).

Αναστάσεις Δυτικού τύπου
Αξιοπρόσεκτο είναι, ότι κατά το 17ο αιώνα εμφανίζεται και στην Ορθόδοξη εικονογραφία ό γνωστός Δυτικός τύπος της Αναστάσεως, με το Χριστό να ξεπροβάλλει αλματωδώς από τον τάφο (κρατώντας μάλιστα και σημαία!), ενώ ένας Άγγελος φαίνεται να σηκώνει το λίθο του μνημείου, για να εξέλθει ό Ιησούς. 'Ενα από τα παλαιότερα παραδείγματα μιας τέτοιας εικόνας της Αναστάσεως - με το Χριστό να προβάλλει από ένα λαρνακοειδή τάφο -βρίσκεται στο Βυζαντινό μας Μουσείο. Πρόκειται για μια φορητή εικόνα του Ηλία Μόσκου (του έτους 1657), ο όποιος, ως γνωστόν, ανήκει στην ομάδα εκείνη τών μεγάλων ζωγράφων της Κρητικής Σχολη (Εμμανουήλ Τζάνε, Θ. Πουλάκη κ.α.), οι οποίοι δανείστηκαν στοιχεία από τη Δυτική τέχνη, σε μια προσπάθεια «δήθεν άνανεώσεως» της παραδοσιακής μας αγιογραφίας. 'Ομως, λίγα χρόνια αργότερα (το 1670), ο ίδιος ο Ηλίας Μόσκος επανήλθε στήν Ορθόδοξη παράδοση, φιλοτεχνώντας την εις 'Αδου Κάθοδο, που φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη.
Γεγονός είναι, ότι κάποιοι μεταβυζαντινοί αγιογράφοι του του 18ου αιώνα, ακολουθώντας το συρμό της εποχής τους καί για να «βγάλουν το ψωμί τους», άλλοτε απεικόνιζαν καθαρά Βυζαντινά πρότυπα καί άλλοτε Δυτικά. Πάντως, πέρα από τη ζωηρή εντύπωση πού θέλει να προξενήσει ο Δυτικός τύπος της Αναστάσεως, το πρόβλημα είναι πρωτίστως πνευματικό καί δευτερευόντως αισθητικό. Όμως, η άποκύλιση του λίθου «από της θύρας του μνημείου» - πού είναι κύριο χαρακτηριστικό του Δυτικού τύπου τής Αναστάσεως - αναφέρεται από όλους τους Ιερούς Ευαγγελιστές (πρβλ. Ματθ. 28, 2 Μάρκ. 16,4 Λουκ. 24, 2 Ίω. 20, 2), αλλά δέν έγινε για να... διευκολυνθεί ο Παντοδύναμος Χριστός να βγει από τον τάφο! Έγινε για να διαπιστώσουν την Άνάστασή του, κυρίως οι Απόστολοι και οι Μυροφόρες.
Κατά την πίστη της Όρθοδοξίας, ό Χριστός αναστήθηκε «έσφραγισμένου του μνήματος...» (Κυριακή του Θωμά, Πεντηκοστάριον). Αυτή τη συνείδηση είχαν και άλλοι υμνογράφοι, καθώς και οι Πατέρες της Εκκλησίας, εκφράζοντας το Ορθόδοξο φρόνημα των πιστών, όπως ο Μ. Αθανάσιος (25, 140), ό Ίουστίνος (Αμφιβαλλόμενα, Β.Ε.Π.Ε.Σ., τ. 4, σ. 129), ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Όμιλία εις το κατά Ματθαίον, Ρ.υ. 58, 783) κ.λπ. Ο Φώτης Κόντογλου θεωρεί το δυτικό αυτό εικονογραφικό τύπο «έστερημένον παντάπασιν από το πνευματικόν καί μυστικόν νόημα οπού έχει ό Βυζαντινός τύπος της Αναστάσεως» (Έκφρασις, τ.Α', σ. 181). «Ευχής έργον θα ήτο, εάν ό τύπος ούτος των Δυτικών, ως ανιστόρητος, απλώς εντυπωσιακός, αλλά και ουσιαστικώς αντορθόδοξος, εγκατελείπετο, επανήρχετο δε η Εκκλησία ημών αποκλειστικώς εις τον τύπον της σεβάσμιας αυτής παραδόσεως, ήτοι τον της εις 'Αδου Καθόδου». (Βλέπε Κ. Καλοκύρη, "Η Ζωγραφική της Όρθοδοξίας", σ. 144).










Τρίτη 10 Απριλίου 2012

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΣΤΑΝΚΟ Ο ΒΟΣΚΟΣ (+ 1712)

Καταχώρηση μέ τήν εὐκαιρία τῆς μνήμης του. Ὁ Βίος ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό τύποις ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου, "Ἀδιἀφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας".


Γιά τόν ἅγιο αὐτό Νεομάρτυρα δέν εἶναι γνωστά πολλά στοιχεῖα. Γνωρίζουμε, ὅτι ἦταν βοσκός καί φονεύθηκε ἀπό τούς Τούρκους σέ παιδική ἡλικία ἐξαιτίας τῆς Χριστιανικῆς του πίστεως, στήν περιοχή τοῦ Νίκσιτς Μαυροβουνίου (ἀπό αὐτό μποροῦμε νά ὑποθέσουμε ὅτι ἦταν Σερβικῆς καταγωγῆς), τήν 15η Σεπτεμβρίου 1712. Ὅταν ἀνακομίσθηκαν τά τίμια Λείψανά του αὐτά βρέθηκαν ἀδιάφθορα. Ἀπό αὐτά, τά «δύο παιδικά χέρια, καθαγιασμένα καί ἄφθορα, κατατέθηκαν στήν Μονή τοῦ Ὀστρόγκ, στό σπήλαιο τοῦ ἁγ. Βασιλείου» («Νέος Συναξαριστής», τ. Ἀπριλίου, σελ. 281).
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 28η Ἀπριλίου. Πιθανῶς ἡ ἡμερομηνία αὐτή νά ἀφορᾶ τήν ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων του.

ΜΑΡΤΥΣ ΣΟΥΧΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ (+ 123)

Καταχώρηση μέ τήν εὐκαιρία τῆς μνήμης τους. Ὁ Βίος ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό τύποις ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου, "Ἀδιἀφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας".

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Σουχίας, Ἀνδρέας, Ἀναστάσιος, Ταλάλε, Θεοδώρητος, Γιουχηρωδίων, Ἰορδάνης, Κοδράτος, Λουκιανός, Μίμνεμος, Νεράτζιος, Πολυεύκτος, Ἰάκωβος, Φωκάς, Δομετιανός, Βίκτωρ καί Ζωσιμᾶς, ἦσαν διακεκριμένοι ἀξιωματούχοι τῆς Αὐλῆς τῆς Γεωργίας. Κατά τήν περίοδο ἐκείνη (ἀρχές τοῦ 2ου μ. Χ. αἰ.), κήρυττε στήν Γεωργία ὁ Ἕλληνας Ἐπίσκοπος Χρυσός, ὁ ὁποῖος εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπό τόν Ἀπόστολο Θαδδαῖο. Ἀπό τό κήρυγμα τοῦ Ἐπισκόπου αὐτοῦ οἱ 17 ἀξιωματοῦχοι ἀσπάσθηκαν τόν Χριστιανισμό καί βαπτίσθηκαν στόν Εὐφράτη.
Μετά τόν μαρτυρικό θάνατο τοῦ Ἐπισκόπου Χρυσοῦ, ὁ ἅγ. Σουχίας ἀναδείχθηκε ὁ πνευματικός ἡγέτης τῆς ὁμάδος. Σύντομα ὅλοι ἄφησαν τίς θέσεις τους καί ἀκολούθησαν τόν ἐρημητικό βίο στό Ὄρος Σουκακετί. Ὅταν ὁ Ἡγεμόνας Δατιανός ἔμαθε τήν ἀποστασία τῶν ἀξιωματούχων του ἀπό τήν πατρογονική εἰδωλολατρία, τούς καταδίκασε σέ θάνατο. Οἱ Ἅγιοι τελειώθηκαν καρφωμένοι στό ἔδαφος σέ σχῆμα Σταυροῦ καί πάνω στά σώματά τους ἀνάφθηκε φωτιά!
Τά Λείψανά τους ἔμειναν ἄταφα καί ἀδιάφθορα μέχρι τόν ἐκχριστιανισμό τῆς Γεωργίας (τόν 4ο αἰ.)! Τότε κάποιοι Χριστιανοί τά συγκέντρωσαν καί τά ἐνταφίασαν μέ τιμές. Ἀργότερα ὁ μεγάλος Ἱεραπόστολος τῆς περιοχῆς, ἅγ. Γρηγόριος ὁ Φωτιστής, Ἐπίσκοπος Μεγάλης Ἀρμενίας, ἔκτισε Ναό στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου τους καί ἵδρυσε Μονή.
Ἡ μνήμη τους τιμᾶται τήν 15η Ἀπριλίου.